Η έλευσις δε του Βύρωνος και τα εντεύθεν προσδοκώμενα

έβαλαν εις κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ η κυβέρνησις τον

εκάλει όπου έδρευεν, οι αντίπαλοι αυτής και άλλοι

επίσημοι έλληνες επροσπάθουν διά γραμμάτων και δι'

αποστόλων να τον προσελκύσωσι και να τον διαθέσωσι κακώς

προς τους εναντίους των· αλλ' ο λόρδος δεν έπαυε καλών

όλους εις κατεύνασιν των παθών και εις ομόνοιαν.

Ταλαντευόμενος δε μέχρι τινός πού ν' απέλθη, απεφάσισε να

μεταβή εις Μεσολόγγι, μεταβάντος εκεί του Μαυροκορδάτου,

Δεκέμβριος και αποπλεύσας την 15 δεκεμβρίου επί τινος πλοίου υπό

σημαίαν ιονικήν, επεσκέφθη την Ζάκυνθον εις πορισμόν

χρημάτων παρά του εκεί τραπεζίτου του, ανήχθη εκείθεν την

17, και την επαύριον όρθρου βαθέως ευρέθη πλησίον

οθωμανικής τινος φρεγάτας και εκινδύνευσε να συλληφθή·

βοηθηθείς δε υπό του ανέμου απέφυγε τον κίνδυνον

διασωθείς εις Σκρόφας· αλλ' έπεσε μετά ταύτα εις άλλον

κίνδυνον. Εξ αιτίας επισυμβάσης τρικυμίας τρία

ημερονύκτια εθαλασσομάχει μεταξύ Εχινάδων και

Δραγαμέστου, έως ου, γνωσθέντων των παθημάτων του εν

Μεσολογγίω, εστάλησαν εις αντίληψίν του ένοπλά τινα

πλοιάρια και το δικάταρτον ο Λεωνίδας, και διά της

συνδρομής αυτών κατευωδώθη την 24 εις Μεσολόγγι, όπου

όλοι τον υπεδέχθησαν πλήρεις αγαλλιάσεως, ενθουσιασμού

και ελπίδων.

Έπλεε συγχρόνως επί τινος πλοίου υπό ιόνιον σημαίαν και ο

κόμης Γάμβας και άλλοι τινές ακόλουθοι του λόρδου. Το

πλοίον τούτο ευρέθη τα χαράγματα της 18 πλησίον της αυτής

φρεγάτας, και εκλαβόν αυτήν ως αυστριακήν δεν απεμακρύνθη

και συνελήφθη· κατεποντίζετο δε και αύτανδρον, διότι οι

Τούρκοι το υπέθεσαν πυρπολικόν, αν δεν επληροφορείτο εν

καιρώ ο Οθωμανός πλοίαρχος ότι ο κυβερνήτης αυτού

Βαλσαμάκης ήτον ο διασώσας ποτέ αυτόν κατά την Μαύρην

Θάλασσαν και ξεναγωγήσας. Μετακομισθέν το πλοίον εις

Πάτρας, και εξετασθέντων των αποδημητηρίων και των

εμπλεόντων, απελύθη επί λόγω ότι ο ναυλώσας αυτό Γάμβας

απήρχετο εις Κάλαμον προς έντευξιν τινών Άγγλων μεθ' ων

εσκόπευε να περιέλθη την ευρωπαϊκήν Τουρκίαν. Εκτός άλλων

πραγμάτων το πλοίον τούτο έφερε και 8000 δίστηλα.

Συστηθείσα η φιλελληνική αγγλική εταιρία, και πριν

γνωρίση τους περί Ελλάδος σκοπούς του Βύρωνος, είχεν

αποστείλει ως αντιπρόσωπόν της εις την Ελλάδα τον

συνταγματάρχην Στάνωπον επί τη ιδία αυτού αιτήσει εις

ενίσχυσιν του αγώνος και εις ακριβή γνώσιν των πραγμάτων.

Ο ευγενής ούτος και καλοκάγαθος ανήρ, επισκεφθείς τας

φιλελληνικάς εταιρίας της Γερμανίας και της Ελουηττίας,

εις μείζονα επιτυχίαν της φιλελληνικής αποστολής του,

επεσκέφθη και τον εν Κεφαλληνία λόρδον ως

αντιπροσωπεύοντα και αυτόν την αγγλικήν εταιρίαν, και

εκείθεν διεβιβάσθη την 30 νοεμβρίου εις Μεσολόγγι, όπου

επεμελήθη να συνάξη τα διεσπαρμένα εις Πελοπόννησον

λείψανα του γερμανικού λεγεώνος προς σύστασιν

μηχανουργείου και αύξησιν των πολεμικών γνώσεων των

Ελλήνων αλλ' εξ αιτίας των κακοπαθειών και των ασθενειών

των ανδρών του λεγεώνος, ολιγώτατοι ευρέθησαν ικανοί να

εργασθώσι· προσήλθαν καί τινες Έλληνες, και ετέθησαν όλοι

υπό τον μηχανουργόν Άγγλον Πάρην, ον απέστειλε προς τον

σκοπόν τούτον η εταιρία εις Ελλάδα συναποστείλασα και

δώρα, πυρίτιδα, σφαίρας, μίαν βομβοβόλον, ένδεκα ελαφρά

κανόνια μετά των εις κίνησιν και χρήσιν αυτών αναγκαίων,

έν ευκόμιστον σιδηρουργείον και τους αναγκαίους τεχνίτας

εκ συνεισφορών των μελών της, εν αις και χίλιαι λίραι της

δημαρχίας του Λονδίνου. Ο Στάνωπ ησχολήθη και εις

σύστασιν γραμματαγωγείου, και διά της επιμελείας και

συνδρομής αυτού εξεδόθησαν κατά πρώτην φοράν επί του

αγώνος (γ) εφημερίδες· αλλ' εξ αιτίας της εκδόσεως αυτών

εγεννήθησαν έριδες μεταξύ αυτού και του Βύρωνος, διότι ο

μεν συστητής αυτών εθεώρει τας πολιτικάς αρχάς του

Βενθάμου ορθάς, και ταύτας επροθυμείτο διά των εφημερίδων

να διαδώση· ο δε λόρδος, σκοπιμώτατον λογιζόμενος την

ευόδωσιν του αγώνος και όχι είσαξιν θεωριών, εχλεύαζε τας

αρχάς ταύτας ως ακατάλληλους. Αντιφερόμενος δε ο Στάνωπ

προς τον λόρδον εμέμφετο ως αντιδημοκρατικόν και τον

Μαυροκορδάτον, και ανεχώρησε την 9 Φεβρουαρίου

δυσηρεστημένος εις Αθήνας, αλλά πλήρης, πάντοτε

ειλικρινούς ζήλου υπέρ της ανεγέρσεως του ελληνικού

έθνους· Ο δε λόρδος έμεινεν εν Μεσολογγίω, όπου

συνέρρευσαν υπό την σκέπην του διάφοροι φιλέλληνες τήδε

κακείσε της Ελλάδος περιφερόμενοι.

Κατεγίνοντο πρό τινος καιρού οι Έλληνες σπουδαίως εις

άλωσιν της Κορώνης. Εντόπιοί τινες και διακόσιοι

υπομίσθιοι Βούλγαροι και Στερεοελλαδίται υπό τον Σέρβον

και Γρίβαν, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν των

Μαυρομιχαλών, Αντώνη και Κωνσταντίνου, επεχείρησαν την εξ

εφόδου άλωσιν την νύκτα της 28 φεβρουαρίου, νύκτα

σκοτεινήν και θυελλώδη· 52 εντόπιοι επροπορεύθησαν,

ανέβησαν το τείχος διά κλιμάκων, δεν ηύραν επί των

επάλξεων εχθρόν διά την κακοκαιρίαν, και ερρίφθησαν έσω·

αλλ' οι υπό τον Σέρβον και Γρίβαν εζήτουν επί της

κρισίμου εκείνης ώρας μισθούς. Εγκαταλειφθέντες οι 52 και

ανίκανοι διά την ολιγότητά των να εκτελέσωσιν ό,τι

εσχεδιάσθη, επεχείρησαν να εξέλθωσιν· αλλ' οι Τούρκοι

τους ενόησαν και έπεσαν επ' αυτούς, εξ ών τινές κατέβησαν

διά των κλιμάκων αβλαβείς, τινές δε κατεκρημνίσθησαν· 16

δε, κλεισθέντες εντός οχυράς οικίας και μη θέλοντες να

παραδοθώσιν, εκάησαν.

Ο δε εν Ευβοία Οδυσσεύς μαθών την εις Αθήνας

προσδοκωμένην μετάβασιν του Στάνωπος και μη προσδοκών εκ

της εκστρατείας του ό,τι επροσδόκα κατ' αρχάς, ανεχώρησεν

επί υποσχέσει να επανέλθη μετ' ολίγον· εναπέμειναν δε τα

στρατεύματα και τα πλοία· αλλά την 24 απριλίου

κατέπλευσαν απροσδοκήτως εις Χαλκίδα 25 οθωμανικά φέροντα

δισχιλίους γενιτσάρους και τροφάς· τότε απέπλευσαν τα

ψαριανά, και διελύθη κακώς έχον το στρατόπεδον. Έν δε των

πολιορκούντων πλοίων, το του Κουτάβου, μη δυνηθέν να

φύγη, εβυθίσθη.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'

&Τα δύο νομοτελεστικά. — Εμφύλιος πόλεμος. — Διαγωγή του

Βύρωνος εν Μεσολογγίω και αποβίωσις αυτού. — Καταδίκη του

Καραϊσκάκη ως επιβούλου. — Τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.

— Παράδοσις Ναυπλίου και είσοδος της νέας κυβερνήσεως.&

Η εγκαθίδρυσις του νέου νομοτελεστικού, συνυπάρχοντος και

του καθαιρεθέντος, ήτο προαγγελία εμφυλίου πολέμου. Η

νομιμότης ήτον αναμφιβόλως παρά τω βουλευτικώ· αλλ' η

μέλλουσα να κατισχύση και αυτού του νόμου δύναμις

εφαίνετο αμφιρρεπής. Η στερεά Ελλάς αδιαφόρει όλη· αι

ναυτικαί νήσοι υπεστήριζαν την νέαν κυβέρνησιν· η δε

Πελοπόννησος, το πεδίον του εμφυλίου πολέμου, ούσα

διηρημένη, εφαίνετο μάλλον υπό την επιρροήν του

κολοκοτρωνικού κόμματος, και τα φρούρια αυτής ήσαν

υποχείρια των οπαδών του αποκηρυχθέντος νομοτελεστικού.

Απόπειραι συμβιβασμού των δύο κομμάτων έγειναν και πριν

συμβή και αφ' ού συνέβη το σχίσμα, αλλά δεν

εκαρποφόρησαν. Ήλθεν εις το μέσον και ο Υψηλάντης, ο

πάντοτε αποστρεφόμενος τας εμφυλίους συγκρούσεις, και

μετέβη από Τριπολιτσάς, όπου εκάθητο πρό τινος καιρού

μακράν των αραγμάτων, εις Κρανίδι επ' ελπίδι να συμβιβάση

τα δύο κόμματα έτοιμα εις πόλεμον, αλλά και ούτος

απέτυχεν.

Οι πρώτιστοι δε υπερασπισταί της νέας κυβερνήσεως εκ των

Πελοποννησίων ήσαν ο Ζαήμης, ο Λόντος, ο Νοταράς, ο

Γιατράκος, ο Μούρτσινος και ο Τσανετάκης. Ο Ζαήμης, η

κεφαλή του κόμματος τούτου της Πελοποννήσου, παρητήθη του

νομοτελεστικού, συστηθείσης της νέας κυβερνήσεως, αν και

ομόφρων αυτής, επί λόγω ότι ωφέλει μάλλον εκτός ή εντός·

τον αντικατέστησε δε ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης. Συγχρόνως

διωρίσθη αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού το μέλος αυτού ο

Παναγιώτης Μπότασης.

Η δε αποκηρυχθείσα κυβέρνησις έστησε την έδραν της εν

Τριπολιτσά, και εκείθεν εξέδιδε τας διαταγάς της· την

παρηκολούθησαν και οι υπουργοί της· αλλ' ο γνωστότερος, ο

ικανώτερος και ο παλιμβουλότερος αυτών, ο Δικαίος, ο επί

των εσωτερικών, απεμακρύνθη μετ' ολίγας ημέρας διά νυκτός

και ηνώθη μετά των εν Κρανιδίω. Η αυτομόλησις αυτή έβλαψε

μεγάλως την εν Τριπολιτσά κυβέρνησιν. Ουδ' οι κάτοικοι

της Τριπολιτσάς ήσαν όλοι πιστοί εις αυτήν, τινές δε και

ενόπλως την επεβουλεύθησαν.

Εσυστήθη εν τη πόλει ταύτη μυστική εταιρία εις αμοιβαίαν

δήθεν υπεράσπισιν από των στρατιωτικών κακώσεων, αλλά

κυρίως κατά της εν αύτη εδρευούσης κυβερνήσεως· ωνομάζετο

δε Α δ ε λ φ ό τ η ς. Τετρακόσιοι ήσαν οι συγκροτούντες

αυτήν αρχομένου του Φεβρουαρίου, ότε ο αρχηγός αυτών

Μποταΐτης απεφάσισε να τους κινήση υπό το ακόλουθον

σύνθημα. Δύο πιστοί του, περιφερόμενοι τα εργαστήρια, και

βαστώντες κάνιστρον εν ώ ήτον η εικών του αγίου

Δημητρίου, έλεγαν· «βοήθειά σου ο άγιος Δημήτριος». Ο

λόγος ούτος εδήλου παρά τοις εταίροις, «κλείσε το

εργαστήριόν σου και οπλίσου». Τοιουτοτρόπως οι εταίροι

ειδοποιηθέντες ωπλίσθησαν και έτρεξαν να καταλάβωσι το

μεγάλον κανονοστάσιον και τας παρακειμένας οικίας. Καθ'

οδόν απήντησαν την φρουράν, την προσέβαλαν, την

διεσκόρπισαν, εκυρίευσαν το κανονοστάσιον και

διενυκτέρευσαν ήσυχοι εν ταις παρακειμέναις οικίαις μη

φροντίζοντες να καταλάβωσι και τας πύλας της πόλεως. Εν ώ

δε ούτοι ερραθύμουν, οι άλλοι έφεραν, μόλις έφεξεν, εις

την πόλιν πλήθος χωρικών Τριπολιτσιωτών και Καρυτινών.

Τούτους ιδόντες οι υπό τον Μποταΐτην, ων οι πλείστοι ήσαν

τεχνίται και απειροπόλεμοι, εφοβήθησαν, 150 διά μιας

εδραπέτευσαν, οι δε λοιποί ρίψαντες τα όπλα επανήλθαν

ανενόχλητοι εις τας συνήθεις εργασίας των.

Εν ώ δε ταύτα συνέβαιναν, οι εν Κρανιδίω, ετοιμασθέντες

ν' αφήσωσι την εσχατιάν εκείνην της Πελοποννήσου και

επανέλθωσιν εις Αργολίδα, εκήρυξαν έδραν της νέας

κυβερνήσεως το Ναύπλιον, και εμβάντες εις δύο υπό τον

Μιαούλην πλοία κατέπλευσαν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου

Μύλους την 6 μαρτίου, διεσκόρπισαν κανονοβολούντες τους

εκεί, και την επαύριον διέταξαν τον φρούραρχον Ναυπλίου

Πάνον, υιόν του Κολοκοτρώνη, να ετοιμάση τα αναγκαία

καταλύματά των. Ηπείθησεν ο φρούραρχος, ως ουδείς

αμφέβαλε, και η κυβέρνησις τον απεκήρυξεν ως αποστάτην

και ως εχθρόν του έθνους· διέταξε δε και την κατά ξηράν

και θάλασσαν πολιορκίαν του Ναυπλίου. Συγχρόνως εκίνησε

δυνάμεις και κατ' άλλων μερών, Και κυρίως της Τριπολιτσάς

και της Ακροκορίνθου.

Εφρούρει την Ακροκόρινθον ταις ημέραις εκείναις ο

Χελιώτης, ομόφρων του Κολοκοτρώνη. Ούτος, μη θέλων ν'

απιστήση προς τους ομόφρονάς του, και μη δυνάμενος ν'

αντισταθή προς τους εναντίους του, έφυγε κρυφίως μετά

τινων πιστών του, διότι οι εν τη ακροπόλει απήτουν

καθυστερούντας μισθούς και ηπείλουν να παραδώσωσι και

αυτόν και το φρούριον εις χείρας των εναντίων, οι δε

εναπομείναντες το παρέδωκαν την 21 Μαρτίου.

Ήσαν εν Τριπολιτσά καθ' ης εκίνησε δυνάμεις η νέα

κυβέρνησις όχι μόνον τα μέλη της αποκηρυχθείσης

κυβερνήσεως, αλλά και ο Κολοκοτρώνης, ο Γενναίος, ο

Γρίβας, ο Νικήτας και ο Κανέλλος Δηληγιάννης· όλη δε η

δύναμις αυτών ήσαν χίλιοι. Ούτοι κατείχαν θέσεις εντός

της πόλεως. Μόνοι οι περί τον Γρίβαν και μία εκατοστύς

άλλων στρατιωτών κατείχαν οικίας τινάς έξωθεν του τείχους

προς την πύλην του Ναυπλίου. Η δε επελθούσα δύναμις

συνηριθμείτο εις τρισχιλίους υπό τον Λόντον, τον

Γιατράκον, τον Νοταράν και τον Κεφάλαν. Η δύναμις αύτη

κατέλαβε διαφόρους θέσεις εκτός της πόλεως και την

επολιόρκει.

Απρίλιος Την δε νύκτα της 1 απριλίου ήλθαν τινες πλησιέστερον

και κατέλαβαν τα προάστεια Μπασάκου και Σέχου, και την

επαύριον ήρχισεν ο τουφεκισμός αυτών και των περί τον

Γρίβαν. Επλησίασαν μετ' ολίγον και τα άλλα στρατεύματα,

εξήλθαν της πόλεως και ο Γενναίος και ο Νικήτας διά της

πύλης του Λεονταρίου, και άναψεν ο τουφεκισμός· συνέπεσε

να φθάσωσιν εκείνην την ώραν και χίλιοι Αρκάδιοι και

Καρυτινοί βοηθοί των εν Τριπολιτσά υπό τον Παπατσώνην,

τον Πέτροβαν και τον Πλαπούταν. Δικαίως εφοβούντο πολλοί,

ότι επί της μάχης εκείνης θα έπιπτε μία εκατοστύς

πολεμιστών· αλλ' η πολύκροτος εκείνη ημέρα είδε μόνον ένα

πεσόντα, μηδεμίαν διάθεσιν εχόντων των πολεμούντων να

χύσωσιν αδελφικόν αίμα. Δις εξήλθαν οι εντός και

συνεκρούσθησαν μετά των εκτός· αλλά και αι έξοδοι αυτών

και αι συγκρούσεις επί ματαίω. Επί τέλους ήλθαν εις

λόγους, και εις απαλλαγήν του εν τη πόλει πάσχοντος αθώου

λαού εσυμβιβάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν οι εν τη πόλει, οι

κοινώς λεγόμενοι α ν τ ά ρ τ α ι, και ανεχώρησαν την 5

ανενόχλητοι. Αλλά κατά δυστυχίαν ανεχώρησαν επί σκοπώ να

ταράξωσιν εκ νέου την επικράτειαν δι' άλλου αναρχικού

πολέμου, διότι Αρχήν δεν συνίστων πλέον τα μέλη του

καθαιρεθέντος νομοτελεστικού, αφ' ού εξελθόντα της

Τριπολιτσάς διεσκορπίσθησαν επί στρατολογία.

Μετ' ολίγας δε ημέρας, ό εστιν αφ' ού εστρατολόγησαν, οι

μεν επανήλθαν υπό τον Κολοκοτρώνην έξωθεν της Τριπολιτσάς

εις αποκλεισμόν των χθες αποκλεισάντων αυτούς, οι δε υπό

τον Πλαπούταν και τον Γενναίον εστράτευσαν εις βοήθειαν

του διά σπάνιν τροφών και διά την καθ' ημέραν λειποταξίαν

των εν αυτώ στρατιωτών κινδυνεύοντος Ναυπλίου. Ούτοι

φθάσαντες εις Κανδύλαν μετά 300 ηύραν 120 στρατιώτας του

Ιωάννου Νοταρά και τους συνέλαβαν όλους αίφνης

επιπεσόντες. Προχωρήσαντες δε εις Μπουγιάτι δύο ώρας

μακράν της Κανδύλας ηύραν τον Νικήταν φυλάττοντα την

θέσιν εκείνην, παρέλαβαν και αυτόν, και το εσπέρας της

αυτής ημέρας, 8 μαΐου, έφθασαν εις Κουτσοπόδι· την δε

επαύριον εκίνησαν οι πλείστοι προς το Ναύπλιον. Έξωθεν

του Ναυπλίου εστρατοπέδευε κατά διαταγήν του νέου

νομοτελεστικού ο Χατσή-Χρήστος, ο προ μικρού

εγκαταλείψας τους αντάρτας μετά του εκ Βουλγάρων ιππικού

του. Ούτος, βλέπων τους περί τον Πλαπούταν οδεύοντας προς

το Ναύπλιον, έτρεξεν εις συνάντησίν των. Εξήλθαν τότε και

παρηκολούθησαν τούτους και οι εν Ναυπλίω υπό τον Πάνον

και Τσόκρην επ' ελπίδι να διαλύσωσι την πολιορκίαν

βάλλοντες τους πολιορκητάς των εις το μέσον·

συνεκρούσθησαν κατά την Δελαμανάραν και το Κούτσι

αυθημερόν· συνεκρούσθησαν και κατά την Τύρινθα· την

επαύριον, καθ' ην διαρκούσης της μάχης ήλθαν εις

επικουρίαν προς μεν τους κυβερνητικούς οι περί τον

Μακρυγιάννην τον προ ολίγου αυτομολήσαντα και αυτόν, προς

δε τους αντάρτας οι περί τον Νικήταν· 20 των ανταρτών και

8 των κυβερνητικών εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά τας

δύο ταύτας συγκρούσεις, επληγώθη κατά την τελευταίαν και

ο Τσόκρης. Μετά τας συγκρούσεις ταύτας τα στρατεύματα

διεχωρίσθησαν. Το δε εσπέρας της 11 εξήλθεν εκ δευτέρου ο

Πάνος και εισήγαγεν εις το φρούριον τον αδελφόν του

Γενναίον και τους περί αυτόν. Την ακόλουθον δε ημέραν 250

Τσάκωνες του κόμματος των ανταρτών, και ο Βούλγαρος Χατσή

-Στεφανής μετ' ολίγων, ερχόμενοι εκ της επαρχίας του

αγίου Πέτρου, εξημερώθησαν έξωθεν των αντικρύ του

Ναυπλίου Μύλων επί σκοπώ να καταλάβωσιν αυτούς αιφνιδίως

αφρουρήτους όντας. Προειδοποιημένοι περί του ερχομού

αυτών οι ομόφρονες των Πλαπούτας και Νικήτας, οι

μείναντες μετά τας ανωτέρω συγκρούσεις κατά το

Κουτσοπόδι, εκινήθησαν και ούτοι συγχρόνως επί σκοπώ να

πατήσωσι το Άργος εις σύλληψιν των βουλευτών, αποβάντων

εις Κυβέρι επί τω εις τον Αργολικόν κόλπον κατάπλω των

πλοίων, και μεταβάντων εις Άργος αφ' ού έμαθαν ότι

εκενώθη των ανταρτών η Τριπολιτσά· αλλά το διττόν τούτο

κίνημα απέβη εις καταισχύνην των κινηθέντων. Οι Τσάκωνες

και οι περί τον Χατσή-Στεφανήν κανονοβολούμενοι υπό των

έμπροσθεν των Μύλων πλοίων, απεμακρύνθησαν άπρακτοι του

παραθαλασσίου, ανέβησαν εις την κορυφήν του πλησίον όρους

και εκλείσθησαν εν τω εκεί σωζομένω ερημοτοίχω.

Τούτο μαθόντες οι εν Άργει ευρεθέντες Βούλγαροι καί τινες

Κρανιδιώται υπό τον Σκούρτην επεστράτευσαν και τους

ηνάγκασαν να καταθέσωσι τα όπλα· και τον μεν Χατσή-

Στεφανήν και τους περί αυτόν συμπαρέλαβαν, τους δε

Τσάκωνας απέστειλαν εις τα ίδια. Πολλά έπαθαν και οι

κινηθέντες προς το Άργος· όλοι ούτοι φύρδην μίγδην

στρατολογηθέντες, ήσαν απόλεμοι· επ' αυτούς ερχομένους

ώρμησαν οι εν τη πόλει διατρίβοντες Στερεοελλαδίται υπό

τον Ιωάννην Νοταράν και τον Μακρυγιάννην, τους έτρεψαν

εις φυγήν αυτοβοεί, έτρεξαν κατόπιν των, επήραν τα

υποζύγια φέροντα τους επενδύτας των, επήραν και την

αλληλογραφίαν του Νικήτα. Και τα μεν ανταρτικά σώματα

διελύθησαν μετά την τροπήν ταύτην, τα δε κυβερνητικά

ανέβησαν εις Τριπολιτσάν. Συγκρούσεις εγένοντο εν τω

διαστήματι τούτω και εν Μεσσηνία των περί τον Πετρόμπεην,

ούτινος επατήθη η εν Μαραθωνησίω οικία, και των

κυβερνητικών υπό τον Μούρτσινον, αλλ' ολιγοβλαβείς.

Προείδεν ο Κολοκοτρώνης ότι τα υπό την οδηγίαν του σώματα

θα επάθαιναν ότι έπαθαν και τα άλλα κατά την Αργολίδα,

και την 22 διέταξεν εγγράφως τον υιόν του Πάνον να

παραδώση εις τον Ζαήμην και τον Λόντον, συναναβάντας πρό

τινων ημερών εις Τριπολιτσάν, το Ναύπλιον υπό τον όρον να

πληρώση επί τη παραδόσει η κυβέρνησις δια μισθούς των εν

τω φρουρίω στρατιωτών γρόσια 25,000, και αυτός μεν

ανεχώρησεν εις Καρύταιναν, οι δε Ανδρέαι (ούτως εκαλούντο

κοινώς ο Ζαήμης και ο Λόντος) κατέβασαν εις Άργος προς

πραγματοποίησιν των συνομολογηθέντων.

Καθ' όν δε καιρόν επεκράτει κατά την Πελοπόννησον ο

εμφύλιος πόλεμος, ο Μαυροκορδάτος κατεγίνετο εις

τακτοποίησιν των της Δυτικής Ελλάδος.

Ατακτεί ο στρατιώτης οσάκις δεν τρέφεται τακτικώς και δεν

μισθοδοτείται. Οι στρατιώται της Δυτικής Ελλάδος οι μεν

ετέλουν υπό τους οπλαρχηγούς των διαφόρων επαρχιών

εξοικονομούμενοι διά των προσόδων αυτών, οι δε εστράτευαν

υπό σημαίαν οπλαρχηγών μη εχόντων επαρχίας· τοιούτοι ήσαν

οι Σουλιώται. Ήσαν δε ούτοι και οι πτωχότεροι όλων, διότι

και την πατρίδα των έχασαν και ό,τι είχαν εξώδευσαν εν τη

Επταννήσω όπου κατέφυγαν. Μετά δε τας μάχας του

Καρπενησίου και της Καλιακούδας ήλθαν άπαντες εις

Μεσολόγγι, ετρέφοντο παρά του λαού και εζήτουν

καθυστερούντας μισθούς. Εντεύθεν εγεννήθησαν

δυσαρέσκειαι, αντιπάθειαι, ενίοτε δε και συγκρούσεις

αυτών και των πολιτών· κατοικία μάλλον εχθρών ή ομογενών

εφαίνετο η πόλις του Μεσολογγίου επί της εκεί αφίξεως του

Μαυροκορδάτου. Άνω κάτω ήτο και όλη η Δυτική Ελλάς δι'

άλλας άλλων στρατιωτικών καταχρήσεις και διά βαρείας

διενέξεις και διαιρέσεις οπλαρχηγών και προκρίτων. Τα

αίτια ταύτα ηνάγκασαν τον Μαυροκορδάτον να συγκαλέση και

τούτους και εκείνους εις Μεσολόγγι και να τοις είπη κατ'

αυτήν την έναρξιν της συνελεύσεως (23 δεκεμβρίου) όσα το

κοινόν συμφέρον όλης της Ελλάδος και ιδίως της Δυτικής

απήτει. Επτάκις συνεδρίασαν οι συγκροτήσαντες την

συνέλευσιν, και όλοι ωμολόγησαν ότι η κατ' έτος εισβολή

των εχθρών, ο εντεύθεν διασκορπισμός και γύμνωσις των

κατοίκων, και το ανοικονόμητον της μισθοδοσίας του

στρατιωτικού ήσαν η καθ' αυτό αιτία των αταξιών και των

καταχρήσεων· επρόβαλαν δε εκ συμφώνου εις διόρθωσιν αυτών

διαφόρους τρόπους, και τους συνυπέγραψαν όλοι οι

οπλαρχηγοί. Έστειλαν και οι πολιτικοί αναφοράν προς την

κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εν τη συνελεύσει

ορισθέντων, ων ο κυριώτερος σκοπός ήτον η μίσθωσις

τρισχιλίων Σουλιωτών και άλλων εκ των πάντοτε

οπλοφορούντων· ταύτα δε εγράφησαν ως και άλλοτε, αλλά δεν

ενηργήθησαν. Εν τοσούτω διά τας πολεμικάς ανάγκας του

τόπου και κυρίως διά την ησυχίαν του εξ αιτίας των

αταξιών κινδυνεύοντας Μεσολογγίου αναγκαίον ήτο να

εκστρατεύσωσιν οι εν αυτώ Σουλιώται. Αλλ' ούτοι απήτουν

ως όρον απαράβατον της εξόδου εννέα μηνών καθυστερούντα

μισθόν, το δε ταμείον της Δυτικής Ελλάδος ήτο πάντη

κενόν, και τα όμματα εστράφησαν όλων προς τον Βύρωνα. Ο

γενναίος ούτος ανήρ, ο ελθών εις Ελλάδα επί σκοπώ να

εξοδεύη, υπέρ του αγώνος όλα τα ετήσια εισοδήματά του,

έδωκεν επί λόγω δανείων δίστηλα 20,000 εις πληρωμήν

μέρους των περί ων ο λόγος μισθών και εις εξοικονόμησιν

άλλων πολεμικών αναγκών· παρέλαβε δε και ως υπομισθίους

του 500 Σουλιώτας, ους εμελέτα να οδηγήση εις την μάχην

αυτός, μαινόμενος διά πολεμικήν δόξαν· αλλά μετ' ολίγον

τους ωργίσθη διά τας πολλάς και βαρείας αταξίας των, τους

απέλυσε της υπηρεσίας του, παρέλαβεν άλλους συμμίκτους

Έλληνες και προητοιμάζετο εις την εξής εκστρατείαν.

Η φρουρά της Ναυπάκτου συνίστατο κυρίως εξ Αλβανών.

Απειθείς ούτοι, φιλοτάραχοι και μη μισθοδοτούμενοι

εμελέτησαν πρό τινος καιρού να παραδώσωσι το φρούριον εις

τους Έλληνας επί απολαύσει των καθυστερούντων μισθών.

Συνενοούντο δε οι αρχηγοί αυτών μετά τινων των εν

Μεσολογγίω περί τούτου μυστικώς. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν

πλουσιώτεροι εκείνων, και ανεβλήθη η υπόθεσις εις τον

ερχομόν του λόρδου αναδεχθέντος και την περί ης ο λόγος

αντιμισθίαν να πληρώση και την εκστρατείαν να διευθύνη.

Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί της έξωθεν μεταφοράς των

χρημάτων και των αναγκαίων πολεμικών προετοιμασιών, ο εν

Πάτραις Ισούφπασας ανεκάλυψε τα μελετώμενα και τα

διεσκέδασε μεταφέρων ευσχήμως εις Ρίον τους ενόχους

αρχηγούς των Αλβανών, και στείλας εις το κινδυνεύον

φρούριον άλλους πιστούς φύλακας.

Αποτυχόντος του σχεδίου τούτου, συνέλαβαν οι Έλληνες τον

σκοπόν να προλάβωσι και ανοίξωσι τον εφετεινόν πόλεμον

πέραν της Αιτωλοακαρνανίας εις ανέγερσιν των πλησιοχώρων

Χριστιανικών λαών. Όσον ο σκοπός ούτος ήταν επωφελής,

τόσον εκ πρώτης όψεως εφαίνετο και ευκατόρθωτος, διότι

ούτε εντεύθεν υπήρχεν εχθρός, ούτ' εκείθεν προητοιμάζετο

εκστρατεία. Αλλ', εν ώ πάντες συνηγωνίζοντο εις ευόδωσιν

του σκοπού, και υπέρ πάντα άλλον ενίσχυεν αυτόν ο λόρδος,

επήλθεν αίφνης αυτώ την 3 φεβρουαρίου επιληψία και μικρά

τις νόσος. Αναλαβών επέμενεν εργαζόμενος εις τα της

εκστρατείας· αλλ' αι αταξίαι των εισέτι εν Μεσολογγίω

διατριβόντων Σουλιωτών, εγκοτούντων διά την από της

υπηρεσίας αυτού απόλυσίν των και απαιτούντων τους

υπολειπομένους μισθούς, ετάρατταν ακαταπαύστως την πόλιν

και ανησύχαζαν και τον νουν και την καρδίαν του παθόντος

λόρδου (α).

Ηθέλησέ τις των Σουλιωτών να έμβη εις το οπλοστάσιον,

όπου ήτο το σιδηρουργείον· και επειδή δεν είχεν

εισιτήριον, ο σκοπός τον εμπόδισεν· αλλ' εκείνος επέμενε

και ύβριζεν. Ήλθεν εις το μέσον ο αξιωματικός Σάσσος,

και, λογομαχίας γενομένης, ο μεν αξιωματικός μη

εισακουόμενος εγρόνθισε τον Σουλιώτην, ο δε Σουλιώτης

πιστολίσας εσκότωσε τον αξιωματικόν και εκρατήθη ως

φονεύς. Κατεταράχθη όλη η πόλις διά το συμβάν τούτο· οι

Σουλιώται έδραξαν τα όπλα και απήτουν ν' απολυθή ο

συμπατριώτης των, απειλούντες, αν δεν εισηκούοντο, να

πατήσωσι και το οικοδόμημα όπου ήτο το σιδηρουργείον, και

αυτήν την κατοικίαν του λόρδου προστάτου του

καταστήματος. Ωπλίσθησαν και οι εναντίοι των εις

υπεράσπισιν του οπλοστασίου και της κατοικίας του λόρδου

και έστησαν επί της εισόδου αυτών κανόνια. Επί τέλους

απελύθη ο φονεύς και επανήλθεν η ησυχία· αλλ' ο λόρδος

τόσον ηγανάκτησεν, ώστε είπε παρρησία ότι, αν δεν

ανεχώρουν οι Σουλιώται, ανεχώρει αυτός εις Επτάννησον.

Αμετάπειστοι οι Σουλιώται απήτουν πάντοτε τους μισθούς.

Έντρομοι τότε οι προεστώτες διά τα επαπειλούντα την πόλιν

κακά εδανείσθησαν παρά του λόρδου τρισχίλια δίστηλα, τοις

τα έδωκαν και τους απεμάκρυναν. Εξεστράτευσαν μετ' αυτούς

και οι λοιποί εν Μεσολογγίω στρατιωτικοί και συνηνώθησαν

όλοι εις Ξηρόμερον μέχρι δευτέρας διαταγής· αλλ' η περί

ης ο λόγος ρήξις έφερε και άλλο κακόν. Εφοβήθησαν οι υπό

τον Πάρην εργαζόμενοι σιδηρουργοί, ανεχώρησαν, και το

σιδηρουργείον έμεινεν έκτοτε άχρηστον. Τα κακά ταύτα

επεσφράγισε το μέγιστον πάντων. Εν μέσω τόσων φροντίδων

και δυσαρεσκειών ο λόρδος είχε μίαν και μόνην

διασκέδασιν, την καθ' ημέραν ιππασίαν. Εν ώ ίππευε την 28

μαρτίου, κατεβράχη επελθούσης ραγδαίας βροχής, κατελήφθη

μετ' ολίγον υπό σφοδρού πυρετού, έπεσεν εις την κλίνην,

δεν ηθέλησε να φλεβοτομηθή εν καιρώ,

Απρίλιος και κορυφωθείσης της φλογώσεως εξέπνευσε το εσπέρας

της 7 απριλίου, ήτοι της δευτέρας του πάσχα. «Πίνω», είπε

τω ιατρώ του επιμένοντι να τον φλεβοτομήση και κατ' αρχάς

μη εισακουμένω, «πίνω όλα τα ιατρικά σου, αλλ' ουδέ μίαν

ρανίδα αίματος χύνω κείμενος επί κλίνης· πρόθυμος είμαι

να το χύσω όλον εν τω πεδίω της μάχης».

Το μέγα όνομα του ανδρός, η εις ενίσχυσιν του αγώνος εν

μέσω άκρας απορίας μεγαλοδωρία του, τα κακά, άτινα

υπέφερε δι' αγάπην της Ελλάδος, αι λαμπραί ελπίδες ας

εφαίνετο εγγύς να πραγματοποιήση, αρκούν να δείξωσι τι

έχασαν οι Έλληνες και τι ησθάνθησαν επί τω θανάτω του·

έκαστος των Ελλήνων δυστύχημα ίδιον εθεώρησε το δυστύχημα

τούτο της πατρίδος του και έκλαυσε κλαυθμόν μέγαν·

«πένθους ημέραι», είπεν ο διευθυντής διατάττων τας

επιθανατίους τιμάς του, «πένθους ημέραι έγειναν δι' όλους

ημάς αι παρούσαι χαρμόσυνοι ημέραι του πάσχα», και είπε

την αλήθειαν· όλοι ελησμόνησαν το πάσχα έχοντες έμπροσθεν

των τον θάνατον τοιούτου ανδρός.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ · 第 7 / 27 段