κατά λέξιν: λέγουν ότι ο κορυδαλός κάμνει γλυκειάν διαίρεσιν. Οι
δε σχολιασταί προσθέτουσιν ότι η λέξις division ήτο τεχνικός όρος,
σημαίνων τροπήν ήχου εν τη μουσική.
42) Του φρύνου οι οφθαλμοί ελέγοντο ωραιότεροι των του κορυδαλού·
ένθεν η αρχαία αγγλική ρήσις περί ανταλλαγής των οφθαλμών αυτών.
Επροτίμησα δε την λέξιν φρύνος, εν ελλείψει ή εν αγνοία μου κοινής
τινος ονομασίας προς διαστολήν αυτού από του κοινού βατράχου.
43) Ιδού του Γερβίνου η κρίσις περί της σκηνής ταύτης και των δύο
προηγουμένων ερωτικών σκηνών (Σκην. Ε' εν πράξει Α', και Σκην. Β'
εν πράξει Β'). «Ανεξαρτήτως του δραματικού χαρακτήρος του συνόλου
της προκειμένης τραγωδίας, ιδιάζων λυρικός τύπος επικρατεί είς
τινα αυτής χωρία. Τοιαύτα είναι η εκδήλωσις του έρωτος του Ρωμαίου
εν τω χορώ του Καπουλέτου, ο μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε
περιμένει τον νυμφίον την εσπέραν του γάμου αυτής, και ο
αποχωρισμός των νεονύμφων την επιούσαν πρωίαν. Εν εκάστω των
χωρίων τούτων παρεδέχθη ο ποιητής προϋπάρχοντας και κοινώς
παραδεδεγμένους τύπους λυρικής ποιήσεως, ήτοι το sonnet, τον
_επιθαλάμιον_ ύμνον και το άσμα της αυγής(*).
(*)Down-song; Tage lied; aubade; ο έστι το παρ' ημίν μ α τ ι ν ά δ
α, ή κοινότερον π α τ ι ν ά δ α.
Κατά την πρώτην ερωτικήν εξομολόγησιν εν τω χορώ, υφίσταται το
ύφος και η συναρμολογία του sonnet, καίτοι μη τηρηθέντων των
συνήθων αυτού εξωτερικών τύπων. Ο Πετράρχης είχε καθιερώσει το
είδος τούτο της λυρικής ποιήσεως προς έκφρασιν του έρωτος.
Εξεφράζετο δ' έκτοτε δι’ αυτού ο αγνός έρως εν πάση αυτού τη
λάμψει και τη ιερότητι, αλλ' ουδέποτε σχεδόν ο υλικός, ο σαρκικός
έρως. Ούτω κατά την πρώτην ταύτην των δύο εραστών συνέντευξιν, ότε
ο Ρωμαίος πλησιάζει προς την Ιουλιέταν, ως εις άγιον εικόνισμα ή
προσκυνητάριον (holy shrine), μετά του σεβασμού, τον οποίον η
αθωότης εμπνέει, και εκδηλοί τον αγνόν αυτού έρωτα, ο ποιητής
παραδέχεται τον συνήθη λυρικής ποιήσεως τύπον, τον εν χρήσει προς
έκφρασιν των πρώτων του έρωτος συγκινήσεων.
Ο δε μονόλογος της Ιουλιέτας, ότε αναμένει τον νυμφίον, ανακαλεί
τον εν χρήσει κατ’ εκείνην την εποχήν επιθαλάμιον ύμνον. Το
θαυμάσιον τούτο χωρίον πρέπει ν' αναγινώσκηται, μάλλον δε ν'
απαγγέλληται επί της σκηνής, μετ’ ευαισθησίας ενδομύχου, και αι
προφερόμεναι λέξεις να εξέρχωνται των χειλέων ως αν ήσαν στοχασμοί
σιωπηλοί. Ο Halpin υπέδειξεν ήδη, ότι εν τω αλληγορικώ του
Υμεναίου μύθω, ως και εις τα επιθαλάμια ποιήματα, ο Υμέναιος
πρωταγωνιστεί, ο δ' Έρως μένει κεκρυμμένος, μέχρις ου προ της
θύρας του νυμφικού θαλάμου παραχωρεί ο Υμέναιος την θέσιν αυτού
εις τον δευτερότοκον αδελφόν του. Η Ιουλιέτα υποτίθεται ως ούσα εν
γνώσει των τε ποιημάτων εκείνων και των ιδεών, τας οποίας συνήθως
περιέχουσιν. Όθεν προϋποθέτει την παρουσίαν του Έρωτος, τον
αποκαλεί δε δραπέτην run-away, ως δραπετεύσαντα από της μητρός
αυτού, κατά το ειδύλλιον του Μόσχου (_Δραπετίδας εμός εστίν_).
Εύχεται δε να νυκτώση ταχέως, όπως ο Ρωμαίος έλθη αόρατος εις τας
αγκάλας αυτής. Εύχεται να κλείση τους οφθαλμούς ο δραπέτης Έρως, ο
εστι να μη φωταγωγήση τον νυμφικόν θάλαμον, διότι η ανάγκη
επιβάλλει μυστικότητα και σκότος.... Εν ελλείψει άλλης φωνής
αδούσης τον επιθαλάμιον, άδει μόνη αυτή. Τούτο δ' επιπροσθέτει
χροιάν μελαγχολίας εις τον μονόλογόν της· διότι εθεωρείτο ως κακός
οιωνός η παράλειψις της γαμηλίου τελετής· και οικτρώς απέληξε τω
όντι ο επί κακοίς οιωνοίς τελεσθείς γάμος ούτος.
Εν δε τη σκηνή του αποχωρισμού ο ποιητής παρεδέχθη ως πρότυπον το
εν είδει διαλόγου ποίημα, το κατά την εποχήν των Γερμανών αοιδών
(Minnesinger) εισαχθέν, επιλεγόμενον δε άσμα της αυγής, καθ' α
προείρηται. Σύνηθες των τοιούτων ποιημάτων θέμα ήτο η νυκτερινή
συνέντευξις δύο εραστών, εχόντων έξωθεν φύλακα, όπως εξυπνήση
αυτούς την αυγήν, ότε μη θέλοντες εισέτι ν' αποχωρισθώσιν ερίζουσι
προς αλλήλους, ή και μετά του φύλακος, και φιλονεικούσιν εάν το
φως προέρχεται εκ του ηλίου ή εκ της σελήνης, εάν ψάλλη κορυδαλός
ή αηδών.
Τοιουτοτρόπως εν τοις χωρίοις τούτοις του Ρωμαίου και της
Ιουλιέτας περιλαμβάνονται τα τρία κύρια είδη, τα εκπροσωπούντα την
λυρικήν ερωτικήν ποίησιν, καθ' ην εποχήν έγραφεν ο Σαικσπείρος.»
(Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι, σελ. 206 και
εφεξής).
44) Ενταύθα και εις τους εφεξής της σκηνής ταύτης στίχους η
Ιουλιέτα εκφράζεται γριφωδώς, οι δε λόγοι της επιδέχονται διπλήν
εξήγησιν. Αλλά κατά την ορθήν του Johnson παρατήρησιν δεν φαίνεται
φυσική η επιδεξιότης της αύτη περί το υποκρύπτειν τας εννοίας της,
ενώ η ψυχή της είναι εισέτι τεταραγμένη εξ όσων περί του Ρωμαίου
επληροφορήθη.
45) Η λέξις νεκρόν δύναται να προσαρμοσθεί είτε εις την
προηγουμένην, είτε εις την επομένην φράσιν.
46) Ούτω και ο Ρήγας εν Ερωτοκρίτω:
Θυγατέρα μου, από την ώραν 'κείνη
που φανερώθηκες στην γην, η έννοια σου με κρίνει,
κι ο λογισμός σου, 'μάτια μου, πάντα 'ναι μετ’ εμένα,
να σε τιμήσω και να 'δώ κληρονομιά από 'σένα.
Αλλ' η παρακοή της Αρετής εξεγείρει την οργήν του πατρός αυτής,
καθώς η της Ιουλιέτας παροργίζει τον γέροντα Καπουλέτον. Ενώ δε
ούτος απειλεί την Ιουλιέταν ότι θα την σύρη μέχρι της εκκλησίας
και ότι θα την ραπίση, ότι τον τρώγουν τα δάκτυλά του, κατά την
αγγλικήν έκφρασιν, ο Ρήγας, βιαιότερος του Καπουλέτου,
Σηκόνεται απ' το θρονί και προς εκείνην 'πάγει,
με μάχη και με μάνιτα την πιάνει από τα χέρια, κ.τ.λ.
Και η μήτηρ δε της Αρετής, καθώς την μητέρα της Ιουλιέτας,
Ωσάν εχθροί εις τα παιδί τους 'κάναν.
Αλλά διαμαρτύρεται ο ευαίσθητος Κορνάρος κατά της τοιαύτης
μητρικής ασπλαγχνίας·
Εγώ μεγάλο τα κρατώ 'σαν το κρατούν κ' οι άλλοι,
να δείξη η μάνα στο παιδί τέτοια απονιά μεγάλη.
47) Ούτω και η Νένα παρακινεί κατ’ αρχάς την Αρετήν να ενδώση εις
του πατρός αυτής το θέλημα·
Θυγατέρα μου, ‘πέιδή ο καιρός δεν ’σάζει,
κι ο κύρις σου για 'πανδρειά μ' άλλον σε λογαριάζει,
άφες τον Ερωτόκριτον, διώξε την έγνοια τούτη,
να 'μπης κυρά στην αφεντιά και στα μεγάλα πλούτη.
Καίτοι πολύλογος μέχρι κόρου, και υπέρ το δέον δακρυρροούσα, και
εν συνόλω πληκτική, η Νένα όμως της Αρετής έχει καρδίαν πλέον
ευαίσθητον και ηθικότητα ανωτέραν ή η παραμάνα της Ιουλιέτας. «Η
παραμάνα, ως λέγει ο Γερβίνος, είναι η αληθής οικοδέσποινα· αύτη
υπηρετεί μεν την θυγατέρα, αλλά διευθύνει την μητέρα, δεν φοβείται
δε και τον πατέρα αυτόν εν τη στιγμή της εξάψεώς του, αλλά τω
αντιλέγει. Φλυαρεί ουχί λίαν σεμνοπρεπώς, η δε συναναστροφή αυτής
δεν είναι τοιαύτη ώστε ν' αναδείξη σώφρονα Άρτεμιν την Ιουλιέταν.
Αύτη είναι της νέας η μυστικοσύμβουλος· αλλ' η πίστις αυτής δεν
είναι διαρκής και επί τέλους η Ιουλιέτα την απωθεί.» Πού η
αφοσίωσις, η πίστις, και η αρετή της πτωχής Νένας!
48) Κατά τε το ιταλικόν διήγημα και την μετάφρασιν, εξ ης ηρύσθη
την υπόθεσιν του δράματος ο Σαικσπείρος, η Ιουλιέτα εκηδεύθη κατά
την παλαιάν συνήθειαν· η παλαιά αύτη συνήθεια είναι η επικρατούσα
παρ' ημίν.
49) Κάπως ασυμβίβαστον το περί είκοσι μαγείρων πρόσταγμα τούτο, με
την πρόθεσιν του Καπουλέτου να προσκαλέση πέντε ή έξ μόνον φίλους.
50) Κατ’ αρχαίαν δεισιδαιμονίαν, το φυτόν του μανδραγόρα ενομίζετο
ότι έχει αίσθησιν, και ότι αποσπώμενον της γης εκραύγαζε κραυγάς
τοιαύτας, ώστε ο ακούων παρεφρόνει από του τρόμου, ή απέθνησκε.
Προς αποφυγήν του τοιούτου κινδύνου, οι θέλοντες να εκριζώσωσι το
φυτόν, έσκαπτον περί την ρίζαν αυτού το χώμα, και προσαρτώντες επί
του στελέχους σχοινίον, η ετέρα του οποίου άκρα εδένετο περί τον
τράχηλον κυνός, έφραζον τα ώτα και προσεκάλουν τον κύνα, όστις
τρέχων απέσπα μεν το φυτόν, αλλ' έπιπτε νεκρός κατά γης.
51) Αρχαία εν Αγγλία συνήθεια, διατηρουμένη μέχρι τούδε παρ’ ημίν.
52) «Τους θρήνους και την θλίψιν επί τω θανάτω της Ιουλιέτας,
διαδέχεται σκηνή ακαίρως κωμική. Ο σκοπός του διαλόγου τούτου
μεταξύ του υπηρέτου και των μουσικών, είναι ν' αποδείξη την
αδιαφορίαν, μεθ' ης οι ξένοι παρίστανται εις τας συμφοράς των
προϊσταμένων αυτών. Αλλ' ενταύθα η φύσις άπασα ώφειλε να θεωρή
μετά λύπης την καταστροφήν ταύτην της ζωής, της νεότητος, του
κάλλους και του έρωτος. Πάντες ώφειλον να θλίβωνται. Άλλως
τραγωδία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει ανθρώπινος φύσις συμπαθούσα προς
του ανθρώπου την δυστυχίαν· ώστε η σκηνή αύτη δεν είναι ουδαμώς
κωμική, αλλ' εμπνέει φρίκην». (Lammartine, Shakespeare et son
œuvre). Ο Γάλλος ποιητής συχνάκις εκφέρει κρίσεις στρεβλάς ή
αδίκους περί Σαικσπείρου· αλλ’ ως προς την σκηνήν ταύτην, μόνοι οι
εκ συστήματος μη θέλοντες να ίδωσι σφάλμα εις τον Σαικσπείρον, θα
εύρωσι πάντη άδικον την κατάκρισίν του.
53) Κατά τας περιοδείας αυτών οι δυτικοί μοναχοί υπεχρεούντο να
προσλαμβάνωσι συνοδοιπόρον εκ του τάγματος αυτών, όπως αμοιβαίως
επιβλέπωνται.
54) Κατά το διήγημα, εξ ου η υπόθεσις του δράματος ελήφθη, η μεν
παραμάνα κατεδικάσθη εις εξορίαν, ο υπηρέτης του Ρωμαίου απελύθη,
ο φαρμακοπώλης υπεβλήθη εις βασανιστήρια και απηγχονίσθη, καθ' ο
πωλήσας το δηλητήριον, ο δε πάτερ Λαυρέντιος εκλείσθη εν
μοναστηρίω, όπου εξεμέτρησε το ζην εν συντριβή και μετανοία.