ανδρός υπατικού, και αφ' ού πολύν καιρόν συνώκησε μετ' αυτής,
αφήκε τον γάμον, ει και άριστα τέκνα απ' αυτής αποκτήσας. Διότι
αύτη τω εγέννησε τον κλεινότατον Σκηπίωνα και τον Μάξιμον
Φάβιον. Αιτία δε γραπτή της διαξεύξεως αυτού δεν περιήλθεν εις
ημάς, αλλά φαίνεται ότι αληθής είναι λόγος τις όστις ερρέθη
περί της των γάμων διαλύσεως. Ανήρ Ρωμαίος εχώριζε την γυναίκα
του· οι δε φίλοι του ενουθέτουν αυτόν· «Δεν είναι σώφρων; τω
έλεγον, δεν είναι εύμορφος; δεν είναι γόνιμος;» Αλλ' εκείνος,
δείξας το υπόδημά του (κάλτιον (302) καλούσαν αυτό οι
Ρωμαίοι)· «Δεν είναι ωραίον αυτό; απήντησε, δεν είναι
καινούργιον; Αλλά τις εξ υμών ημπορεί να γνωρίζη ποίον μέρος
του ποδός μου θλίβει;» Και τω όντι μεγάλα μεν και πασίγνωστα
σφάλματα εγένοντο αιτίαι διαζυγίων άλλων γυναικών· δι' άλλας
δε, αηδία τις, και των ηθών δυσαρμοστία, και μικρά τινα και
πυκνά παραπτώματα, άγνωστα εις τους άλλους, απεχθείας
επιφέρουσιν ασυμβιβάστους εις τα συνοικέσια. Ούτω λοιπόν ο
Αιμίλιος, χωρισθείς της Παπιρίας, ενυμφεύθη άλλην, και τους δύο
παίδας ούς αυτή εγέννησεν είχεν εις την οικίαν του, τους δε
προτέρους έδωκε θετούς εις τους μεγίστους οίκους και εις τα
επιφανέστατα γένη, τον μεν πρεσβύτερον εις το του Μαξίμου
Φαβίου, του πεντάκις υπατεύσαντος· τον δε νεώτερον υιοθετήσας ο
υιός του Αφρικανού Σκηπίωνος, εξάδελφόν του όντα, ωνόμασε
Σκηπίωνα. Εκ δε των θυγατέρων του Αιμιλίου την μεν ενυμφεύθη ο
υιός του Κάτωνος, την δ' άλλην ο Αίλιος Τουβέρων, ανήρ άριστος,
και εκείνος μεταξύ των Ρωμαίων, όστις την πενίαν υπέμεινε
μεγαλοπρεπέστατα· διότι δεκαέξ ήσαν οι συγγενείς, Αίλιοι όλοι·
είχον δ' οικίσκον μικρότατον, και έν χωρίον ήρκει εις όλους,
μίαν έχοντας εστίαν μετά πολλών παίδων και γυναικών. Μεταξύ
τούτων ήτον και η θυγάτηρ τούτου του Αιμιλίου, του δις
υπατεύσαντος και δις θριαμβεύσαντος, μη αισχυνομένη την πενίαν
του ανδρός της, αλλά θαυμάζουσα την αρετήν αυτού δι' ήν ήτον
πένης. Οι σημερινοί δ' αδελφοί και συγγενείς, αν διά κλιμάτων
(303) και ποταμών και διατειχισμάτων δεν χωρίσωσι τα κοινά
κτήματα, και ευρύχωρον δεν λάβωσιν απ' αλλήλων απόστασιν, δεν
παύουσι φιλονεικούντες. Ταύτα παρέχει η ιστορία άξια
παρατηρήσεως και σκέψεως εις τους θέλοντας και αυτοί να
σωθώσιν.
ΣΤ. Ο δ' Αιμίλιος, ύπατος εκλεχθείς (304), εξεστράτευσε κατά
των παρά τας Άλπεις Αιγύων, ούς τινες και Λιγυστίνους
ονομάζουσιν, έθνος μάχιμον και θυμοειδές, πείραν δε του πολέμου
λαμβάνον παρά των Ρωμαίων διά την γειτνίασιν· διότι νέμονται τα
έσχατα και προς τας Άλπεις καταλήγοντα μέρη της Ιταλίας, και εξ
αυτών των Άλπεων όσα βρέχονται υπό του Τυρρηνικού πελάγους και
αντικρύζουσι την Λιβύαν (305), μεμιγμένοι μετά Γαλατών και των
παραλίων Ιβήρων. Τότε δε, περιτρέχοντες την θάλασσαν εις σκάφη
πειρατικά, αφήρουν και διήρπαζον τα εμπορεύματα μέχρι των
Ηρακλείων στηλών αναπλέοντες. Όταν λοιπόν επήλθε κατ' αυτών ο
Αιμίλιος, τεσσαράκοντα χιλιάδες γενόμενοι, αντέστησαν κατ'
αυτού· έχων δ' εκείνος μόνον οκτακισχιλίους, προσέβαλεν αυτούς,
αν και πενταπλασίους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εις τα τείχη
κατακλείσας αυτούς, τοις απεύθυνε προτάσεις φιλανθρώπους και
συμβιβαστικάς· διότι οι Ρωμαίοι δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν
εντελώς το έθνος των Λιγύων, κείμενον ως περίφραγμα εμπρός
αυτών η προπύργιον, και εμποδίζον τα κινήματα δι' ών οι Γαλάται
πάντοτε ηπείλουν την Ιταλίαν. Εμπιστευθέντες λοιπόν εις τον
Αιμίλιον, τω παρέδωσαν και τα πλοία των και τας πόλεις· και
αυτός τας μεν πόλεις ουδόλως ηδίκησε, και τα τείχη μόνον
κρημνίσας, τας απέδωκεν εις αυτούς· τα πλοία όμως τοις αφήρεσεν
όλα, και ουδέν τοις αφήκε τρισκάλμου (306) μεγαλήτερον· τους
δε συλληφθέντος υπ' αυτών διέσωσε, πολλούς ευρεθέντας και
Ρωμαίους και ξένους. Ύστερον δε, ει και πολλάκις εφάνη ότι
ήθελε πάλιν να υπατεύση, και άπαξ μάλιστα ετέθη και υποψήφιος,
αποτυχών όμως και παροραθείς, έμενεν ήσυχος του λοιπού, εις των
ιερών αφιερωμένος την επιμέλειαν, και εξασκών τους υιούς του
εις μεν την επιχώριον και πάτριον παιδείαν, καθώς αυτός
εξησκείτο, εις δε την ελληνικήν έτι φιλοτιμότερον. Διότι ου
μόνον γραμματικοί, και σοφισταί, και ρήτορες, αλλά και πλάσται,
και ζωγράφοι, και ίππων και σκύλων επιστάται, και κυνηγίου
διδάσκαλοι Έλληνες ήσαν περί τους νεανίσκους. Ο δε πατήρ αυτών,
αν δεν υπήρχε δημόσιόν τι εμπόδιον, παρευρίσκετο πάντοτε εις
τας μελέτας και τα γυμνάσια αυτών, φιλότεχνος ών ως ουδείς
έτερος των Ρωμαίων.
Ζ. Ήτον δε τότε των δημοσίων πράξεων ο καιρός, καθ' όν
πολεμούντες κατά Περσέως, του βασιλέως των Μακεδόνων,
κατηγόρουν τους στρατηγούς, ότι εξ απειρίας και ατολμίας
διεχειρίζοντο αισχρώς και καταγελάστως τα πράγματα, και
εκακοποιούντο μάλλον υπό των εχθρών ή ό,τι τους εκακοποίουν.
Αφ' ού Αντίοχον, τον επικληθέντα Μέγαν, υποχωρήσαντα εκ της
άλλης Ασίας, εδίωξαν επέκεινα του Ταύρου και τον κατέκλεισαν
εις την Συρίαν, ευχαρίστως διά δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων τας
συνθήκας ταύτας εξαγοράσαντα· αφ' ού ολίγον πρότερον εν
Θεσσαλία συνέτριψαν τον Φίλιππον (307) και ηλευθέρωσαν τους
Έλληνας από των Μακεδόνων· αφ' ού και τον Αννίβαν
κατεπολέμησαν, προς όν ουδείς βασιλεύς εδύνατο να παραβληθή
κατά τόλμην ή κατά δύναμιν, ενόμιζον ουχί ανεκτόν να είν'
εμπεπλεγμένοι μετά του Περσέως, ως ίσοι προς ίσον της Ρώμης
αντίπαλον, και επί πολύν χρόνον να πολεμή αυτός τους Ρωμαίους
διά των λειψάνων της πατρικής ήττης· αγνοούντες ότι νικηθείς ο
Φίλιππος, κατέστησε των Μακεδόνων την δύναμιν πολύ ισχυροτέραν
και μαχιμωτέραν. Ταύτα θέλω βραχέως διηγηθή, αρχόμενος άνωθεν.
II. Αντίγονος, ο κραταιότατος των Αλεξάνδρου διαδόχων και
στρατηγών, αποκτήσας δι' εαυτόν και τους απογόνους του την
προσηγορίαν του βασιλέως, έσχεν υιόν Δημήτριον, (308) ού υιός
εγένετο ο Αντίγονος, ο επονομασθείς Γονατάς. Τούτου δ' υιός ην
ο Δημήτριος, όστις ολίγον βασιλεύσας καιρόν, και υιόν εις
παιδικήν ηλικίαν απολιπών τον Φίλιππον, απέθανε. Φοβηθέντες δ'
οι πρώτοι των Μακεδόνων την αναρχίαν, εκάλεσαν τον Αντίγονον,
εξάδελφον του αποθανόντος, και νυμφεύσαντες μετ' αυτού την
μητέρα του Φιλίππου, πρώτον μεν τον ωνόμασαν επίτροπον και
στρατηγόν, έπειτα δε, γνωρίσαντες αυτόν μετριοπαθή και
χρήσιμον, τον ανηγόρευσαν βασιλέα. Επεκλήθη δε Δ ώ σ ω ν,
ως υποσχόμενος μεν πάντοτε, μη εκτελών δε τας υποσχέσεις του
(309). Μετά τούτον δε βασιλεύσας ο Φίλιππος, διέπρεψε μεγάλως
μεταξύ των βασιλέων, έτι μειράκιον ων, και εφαίνετο ως μέλλων
ν' αναστήση την Μακεδονίαν εις την παλαιάν αυτής περιοπήν, και
ως μέλλων μόνος ν' αναχαιτήση των Ρωμαίων την δύναμιν, κατά
πάντων ήδη εγειρομένην. Νικηθείς δ' εις μεγάλην μάχην περί την
Σκοτούσσαν υπό Τίτου Φλαμινίνου, τότε μεν υπέκυψε, και πάντων
των καθ' εαυτόν κυρίους ανεγνώρισε τους Ρωμαίους, και μετρίου
προστίμου τυχών, έμεινεν ευχαριστημένος. Ύστερον δε,
δυσανασχετών, και το να οφείλη την βασιλείαν εις χάριν των
Ρωμαίων θεωρών ίδιον αιχμαλώτου μάλλον την τρυφήν αγαπώντος,
παρ' ανδρός έχοντος φρόνημα και μεγαλοψυχίαν, έστρεψε την
γνώμην του προς τον πόλεμον, και παρεσκευάζετο λαθραίως και
πανούργως. Και τας μεν πόλεις τας κειμένας επί των μεγάλων οδών
και τας παραθαλασσίους εγκατέλειπεν ασθενείς και σχεδόν
ερήμους, ώστε να καταφρονώνται, συνήγε δε δύναμιν πολλήν εις τα
άνω μέρη, και τα μεσόγεια χωρία και φρούρια και πόλεις πληρών
όπλων και χρημάτων πολλών και ακμαίων στρατιωτών, εγύμναζε τον
πόλεμον, και τον συνείχεν ως κεκρυμμένον αδήλως· διότι όπλων
αποτεταμιευμένων, και εν αχρηστία μενόντων είχε τριάκοντα
χιλιάδας, οκτώ δ' εκατομμύρια μεδίμνων σίτου ήσαν
εγκατωκοδομημένα εντός των τειχών, και πλήθος χρημάτων, όσον
ήρκει όπως επί δέκα έτη τρέφη δεκακισχιλίους μισθοφόρους,
πολεμούντας υπέρ της χώρας. Αλλ' εκείνος μεν δεν επρόφθασε να
κινήση τας δυνάμεις ταύτας και να εκτελέση το σχέδιό του,
αποθανών εκ λύπης και αθυμίας, διότι ενόησεν ότι αδίκως
εθανάτωσε τον ένα των υιών του, Δημήτριον, πεισθείς εις του
άλλου, του χειροτέρου τας διαβολάς. Ο δε μένων των υιών του, ο
Περσεύς, μετά της βασιλείας διεδέχθη και την κατά των Ρωμαίων
έχθραν αυτού. Αλλά τοιούτο βάρος να φέρη ήτον ανίκανος διά την
μικρότητα και την μοχθηρίαν του ήθους του, πλήρης ων παθών και
ελαττωμάτων, εν οίς επρώτευεν η φιλαργυρία. Λέγεται δ' ότι ουδέ
γνήσιος ην την καταγωγήν, αλλ' ότι τον εγέννησε ράπτριά τις εξ
Άργους, Γναθαινία ονομαζομένη, τον έλαβε δ' αρτιγέννητον η
σύζυγος του Φιλίππου, και κρυφίως τον εδέχθη υποβολιμαίον. Διά
τούτο φαίνεται προ πάντων ότι εφοβήθη και εφόνευσε τον
Δημήτριον, μήπως έχων γνήσιον ο οίκος διάδοχον, αποκαλύψη την
νοθείαν εκείνου.
Θ. Αλλά καί τοι αγεννής ών και ταπεινός, υπό των δυνάμεων άς
διέθετεν παρακινούμενος, απεδύθη προς τον πόλεμον, και αντέσχε
πολύν καιρόν, νικήσας υπατικούς αρχηγούς των Ρωμαίων, και
στρατεύματα και στόλους μεγάλους, και κυριεύσας τινάς αυτών.
Και τον πρώτον μεν εισβαλόντα εις την Μακεδονίαν, Πόπλιον
Λικίννιον, ενίκησεν εις ιππομαχίαν και τον έτρεψεν εις φυγήν,
και δισχιλίους και πεντακοσίους γενναίους άνδρας εφόνευσε, και
ζώντας άλλους εξακοσίους συνέλαβεν. Εις δε τον στόλον, όστις
ήτον προσωρμισμένος εις τον Ωρεόν, επιπλεύσας απροσδοκήτως,
είκοσι μεν εκυρίευσεν ολκάδας (310) μετ' αυτού του φορτίου,
των, τα δ' επίλοιπα, σίτου πλήρη, κατεβύθισεν. Εκυρίευσε δε και
τέσσαρα πλοία πεντηρικά (311). Και μάχην συνήψεν εκ δευτέρου,
καθ' ήν απέκρουσε τον υπατικόν Οστίλιον, θέλοντα διά βίας να
εισβάλη κατά τας Ελιμίας (312) Εισβαλόντα δε λαθραίως διά της
Θεσσαλίας, τον προσεκάλεσεν εις μάχην, αλλ' εφοβήθη εκείνος να
την δεχθή. Εκστρατεύσας δε, παρέργως του πολέμου, κατά των
Δαρδανέων (313), ως περιφρονών δήθεν τους Ρωμαίους και ως έχων
καιρόν ν' ασχοληθή αλλαχού, κατέκοψε δέκα χιλιάδας εκ των
βαρβάρων τούτων, και έλαβε πολλά λάφυρα, Υπεκίνει δε και τους
Γαλάτας τους περί τον Ίστρον κατοικούντας, οίτινες καλούνται
Βαστάρναι (314), στρατόν ιππικόν και μάχιμον· εκάλει δε και
τους Ιλλυρίους (315), διά Γενθίου, του βασιλέως αυτών, να
βοηθήσωσιν εις τον πόλεμον και αυτοί. Και λόγος διέτρεξεν ότι
διά μισθού υπ' αυτού πεισθέντες οι βάρβαροι, έμελλον διά της
κάτω Γαλατίας παρά τον Αδρίαν να εισβάλωσιν εις την Ιταλίαν.
I. Ταύτα μανθάνοντες οι Ρωμαίοι, ενέκρινον ν' αφήσωσι τας
χάριτας και τας υποψηφιότητας ως προς τας στρατηγίας, και να
καλέσωσιν εις την αρχηγίαν άνδρα νουν έχοντα, και ηξεύροντα πώς
να διεξαγάγη μεγάλα πράγματα. Ούτος ήτον ο Παύλος Αιμίλιος,
ηλικίας, μεν ήδη προκεχωρημένης και εξηκοντούτης σχεδόν,
ακμάζων δε κατά την σωματικήν δύναμιν, υπό νέων υιών και
γαμβρών περιστοιχιζόμενος, και υπό φίλων και συγγενών πολλήν
εχόντων δύναμιν, οίτινες πάντες τον έπειθον να υπακούση εις τον
δήμον, καλούντα αυτόν εις την υπατείαν. Αλλ' εκείνος κατ' αρχάς
μεν απεποιείτο δήθεν προς το πλήθος, και απέκρουε την προθυμίαν
αυτών, ως μη επιθυμών την αρχήν. Επειδή δε καθ' ημέραν
επανήρχοντο και τον προσεκάλουν εις την αγοράν, και κατεβόων
κατ' αυτού, επείσθη· και άμα παρουσιάσθη μεταξύ των
επιζητούντων την υπατείαν, εφάνη ουχί ερχόμενος όπως λάβη
αρχήν, αλλ' όπως φέρη νίκην και του πολέμου επιτυχίαν, και όπως
δώση εις τους πολίτας το ενδόσιμον να καταβώσιν εις το πεδίον·
μετά τοσαύτης ελπίδος και προθυμίας εδέχθησαν πάντες αυτόν, και
κατέστησαν ύπατον αυτόν εκ δευτέρου, μη αφήσαντες να τεθή, κατά
την συνήθειαν, κλήρος επί των επαρχιών, αλλά ψηφίσαντες ευθύς
δι' αυτόν του Μακεδονικού πολέμου την αρχηγίαν. Λέγεται δ' ότι,
ως ανηγορεύθη στρατηγός κατά του Περσέως, προπεμφθείς εις την
οικίαν του λαμπρώς υπό του δήμου παντός, εύρε την θυγατέρα του
Τερτίαν, ήτις ήτον παιδίον έτι, δακρύουσαν, και ασπασθείς αυτήν
την ηρώτησε διατί λυπείται. Εκείνη δ' εναγκαλισθείσα και
φιλούσα αυτόν, «Δεν ηξεύρεις, ω πάτερ, τω είπεν, ότι μας
απέθανεν ο Περσεύς;» «Ενόει δε κυνάριον τρεφόμενον υπ' αυτής,
και ούτως ονομαζόμενον. Ο δ' Αιμίλιος, «Αγαθή τύχη, είπεν, ω
θύγατερ, και δέχομαι τον οιωνόν.» Ταύτα ιστορεί Κικέρων ο ρήτωρ
εν τοις περί μαντικής (316).
ΙΑ. Ήτον δε συνήθεια, οι λαμβάνοντες την υπατείαν ν' αποδίδωσι
χάριν τρόπον τινά εις τον δήμον, και διά τούτο να
προσαγορεύσωσιν αυτόν φιλοφρόνως από του βήματος. Ο Αιμίλιος
λοιπόν εις εκκλησίαν συναγαγών τους πολίτας, είπεν ότι την μεν
πρώτην υπατείαν αυτός επεζήτησε, διότι ήθελεν εξουσίαν, την δε
δευτέραν, διότι εκείνοι ήθελον στρατηγόν. Επομένως ότι ουδεμίαν
τοις γνωρίζει χάριν, και παραχωρεί την αρχηγίαν, αν νομίζωσιν
ότι δι' άλλου τινός καλήτερον θα διεξαχθώσι τα του πολέμου. Αν
δ' εμπιστεύωνται εις αυτόν, ούτε να στρατηγώσι και αυτοί παρά
τον στρατηγόν, ουδ' εις λόγους να δαπανώνται, αλλά να εκτελώσιν
εν σιωπή τα δέοντα προς τον πόλεμον· διότι αν ζητώσι ν' άρχωσι
του άρχοντος, θέλουσι γίνει έτι μάλλον καταγέλαστοι παρά
σήμερον. Ταύτα ειπών, πολλήν μεν αιδώ προς εαυτόν ενέπνευσεν
εις τους πολίτας, μεγάλην δε προσδοκίαν του μέλλοντος, και όλοι
έχαιρον ότι αφέντες τους κολακεύοντας, εξελέξαντο στρατηγόν
έχοντα παρρησίαν και γενναιοφροσύνην. Ούτως ο δήμος των
Ρωμαίων, όπως άρχη των άλλων και αναδείκνυται πάντων μέγιστος,
εγίνετο δούλος του καλού και της αρετής.
ΙΒ. Ότι δ' ο Αιμίλιος Παύλος, άμα εκίνησεν εις εκστρατείαν,
είχε πλουν ευτυχή και πάσαν ευκολίαν προς οδοιπορίαν, ώστε
ταχέως και ασφαλώς έφθασεν εις το στρατόπεδον, τούτο αποδίδω
εις την καλήν αυτού τύχην. Εις δε τον πόλεμον και την
στρατηγίαν αυτού, βλέπων άλλα μεν κατορθωθέντα διά της μεγάλης
τόλμης αυτού, άλλα δε διά των φρονίμων αυτού βουλευμάτων, άλλα
διά προθύμων υπηρεσιών των φίλων του, και άλλα διότι εις τας
δεινάς περιστάσεις είχε θάρρος και σκέψιν ορθήν, ουδέν δύναμαι
των λαμπρών και διασήμων έργων αυτού ν' αποδώσω εις την
λεγομένην του ανδρός ευτυχίαν, ως επ' άλλων στρατηγών, εκτός αν
τις ειπή ότι τύχη ήτον αγαθή εις του Αιμιλίου τας επιχειρήσεις
η φιλαργυρία του Περσέως, όστις το αργύριον φειδωλευθείς,
ανέτρεψε και κατέβαλε των Μακεδόνων τας εκ του πολέμου τούτου
εξαρθείσας λαμπράς και μεγάλας ελπίδας. Διότι κατά παράκλησιν
αυτού τω ήλθαν Βαστάρναι, ιππείς μεν δεκακισχίλιοι,
δεκακισχίλιοι δε και παραβάται (317) μισθοφόροι πάντες, άνδρες
μη ηξεύροντες ούτε να γεωργώσιν, ούτε να πλέωσιν, ούτε να ζώσι
ποίμνια βόσκοντες, αλλ' έν έργον μελετώντες και μίαν τέχνην, να
πολεμώσι πάντοτε και να νικώσι τους αντιταττομένους. Όταν δε
στρατοπεδεύσαντες παρά την Μαιδικήν (318), συνανεμίγησαν μετά
των στρατευμάτων του βασιλέως, άνδρες υψηλοί μεν τα σώματα,
θαυμαστοί δ' εις τα γυμνάσια αυτών, καυχηματίαι δε και λαμπροί
εις τας κατά των εχθρών απειλάς, ενέβαλον θάρρος εις τους
Μακεδόνας, και την πεποίθησιν ότι οι Ρωμαίοι δεν θέλουσι τους
υπομείνει, αλλ' ότι θέλουσιν εκπλαγή προς την όψιν αυτών και
την κίνησιν, ούσαν φοβεράν και ξενοφανή. Αφ' ού όμως ούτω
διέθεσε τους ανθρώπους ο Περσεύς, και τοσούτων ενέπλησεν αυτούς
ελπίδων, επειδή δι' έκαστον των αρχηγών αυτών τω εζητούντο ανά
χίλιοι στατήρες (319), ζαλισθείς και παραφρονήσας διά το
συμποσούμενον του χρυσίου πλήθος, εκ μικρολολογίας ηρνήθη, και
εγκατέλιπε την συμμαχίαν, ως αν επρόκειτο να οικονομήση, ουχί
να πολεμήση, κατά των Ρωμαίων, και να δώση ακριβή απολογισμόν
της του πολέμου δαπάνης εις εκείνους καθ' ών επολέμει· και
ταύτα εν ώ διδασκάλους είχεν εκείνους, συλλέξαντας, και έχοντας
ετοίμους εις πάσαν χρείαν, πλην της άλλης παρασκευής, και
εκατόν χιλιάδας στρατιωτών. Εκείνος δε, προς τοιαύτην
αντιταττόμενος δύναμιν, και εις πόλεμον καταβαίνων δι' όν τόσοι
υπεράριθμοι ετρέφοντο στρατιώται, εμέτρει το χρυσίον και το
εσφράγιζε και εφοβείτο να το εγγίση, ως αν ήτον ξένον. Και
έπραττε ταύτα ουχί εκ Λυδών γεννηθείς ουδ' εκ Φοινίκων, αλλά
κατά συγγένειαν την αρετήν αντιποιούμενος του Φιλίππου και
Αλεξάνδρου, οίτινες τα πάντα ενίκησαν, θεωρήσαντες τα πράγματα
διά χρημάτων αγοραζόμενα, και ουχί τα χρήματα διά των
πραγμάτων, δι' ό και ερρέθη ότι τας πόλεις των Ελλήνων κυριεύει
ουχί ο Φίλιππος, αλλ' ο χρυσός του Φιλίππου· όταν δ' ο
Αλέξανδρος ήρχισε την κατά των Ινδών εκστρατείαν, και είδε τους
Μακεδόνας βαρύν κατόπιν των και δυσκίνητον σύροντας του
περσικού πλούτου τον όγκον, πρώτας επυρπόλησε τας βασιλικάς
αμάξας, έπειτα δε κατέπεισε και τους άλλους να πράξωσι το
ίδιον, και ελαφροί να κινήσωσι προς τον πόλεμον, ως αν είχον
απολυθή. Ο δε Περσεύς εις τον χρυσόν πνίξας εαυτόν και τα τέκνα
και την βασιλείαν του, δεν ηθέλησε να σωθή δι' ολίγων χρημάτων,
αλλά μετά πολλών εις αλύσεις συρθείς ο πλούσιος αιχμάλωτος,
προυτίμησε να επιδείξη εις τους Ρωμαίους πόσων εφείσθη,
διατηρήσας αυτά δι' αυτούς.
ΙΓ. Και ου μόνον απέπεμψε τους Γαλάτας, ψευσθείς προς αυτούς,
αλλά και Γένθιον τον Ιλλυριόν παρακινήσας να συμπράξη εις τον
πόλεμον επί πληρωμή τριακοσίων ταλάντων, τα μεν χρήματα
εξέθηκεν ηριθμημένα εις τους υπ' αυτού πεμφθέντας, και τους
αφήκε να τα σφραγίσωσιν. Όταν δ' ο Γένθιος, πεισθείς ότι είχε
τα ζητηθέντα, έπραξεν έργον ασεβές και απαίσιον, συλλαβών και
δέσας τους προς αυτόν ελθόντας πρέσβεις των Ρωμαίων, τότε ο
Περσεύς, φρονών ότι δεν εχρειάζοντο πλέον χρήματα όπως τον
καταστήσωσιν εις πόλεμον προς τους Ρωμαίους, αφ' ού ο Γένθιος
έδωκε διά της προδοσίας του αδιάλυτα έχθρας ενέχυρα, και αφ' ού
διά τοιαύτης αδικίας ερρίφθη εις τον πόλεμον, εστέρησε τον
δυστυχή των τριακοσίων ταλάντων, και τον αφήκεν αδιαφόρως ν'
αρπαγή εντός ολίγου χρόνου μετά γυναικός και τέκνων από της
βασιλείας του, ως από φωλεάς, υπό Λευκίου Ανικίου, του
στρατηγού του κατ' αυτού πεμφθέντος μετά δυνάμεως. Κατά
τοιούτου λοιπόν αντιπάλου ελθών ο Αιμίλιος, αυτόν μεν
κατεφρόνει, την δ' υπ' αυτόν στρατιωτικήν προμήθειαν και
δύναμιν εθαύμαζε· διότι ήσαν ιππείς μεν τετρακισχίλιοι, πεζοί
δ' εις φάλαγγα σχεδόν τεσσαράκοντα χιλιάδες. Στρατοπεδεύων δε
παρά την θάλασσαν υπό την υπώρειαν του Ολύμπου, εις τόπους
ουδαμόθεν προσιτούς, και πανταχόθεν καταφραχθέντες υπ' αυτού
διά χαρακωμάτων και προτειχισμάτων ξυλίνων, έμεινεν εν εντελεί
αργία, νομίζων ότι ο καιρός και η των χρημάτων δαπάνη θα
εξήντλουν εντελώς τον Αιμίλιον. Αλλ' ούτος άγρυπνον έχων την
φρένα, εβουλεύετο αδιακόπως, και τα πάντα εξέταζε και ηρεύνα.
Βλέπων δ' ότι οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την έως τότε
αργίαν, και έκαμνον τους στρατηγούς διά των λόγων,
γνωμοδοτούντες ότι έπρεπε να γίνη, τους επέπληξε, και τοις
παρήγγειλε να μη επεμβαίνωσιν, ουδέ να φροντίζωσι παρά πώς
έκαστος να καταστήση το σώμα και την πανοπλίαν του όσον το
δυνατόν χρησιμωτέραν, και ρωμαϊκούς να μεταχειρισθώσι την
μάχαιράν των, όταν τοις προσδιορίση ο στρατηγός τον καιρόν.
Τους δε νυκτερινούς φύλακας διέταξε να φυλάττωσιν άνευ λόγχης
(320), διότι ούτως θα προσείχον μάλλον, και θ' ανθίστατο κατά
του ύπνου, αν δεν εδύναντο ν' αντισταθώσι κατά των εχθρών όταν
επλησίαζον.
ΙΔ. Επειδή δ' οι άνθρωποι προ πάντων ηνοχλούντο εκ της
ελλείψεως του ποτού, διότι ολίγον και κακόν επήγαζε και έτρεχε
παρ' αυτήν την θάλασσαν, βλέπων ο Αιμίλιος μέγα και σύμφυτον
όρος τον Όλυμπον υπερκείμενον, και εκ της χλωρότητος των φυτών
εννοών ότι πρέπει να έχη πηγάς ύδατος βαθέως ρέοντος, έσκαψε
πολλάς αναπνοάς δι' αυτάς και πολλά φρέατα κατά την υπώρειαν.
Και ταύτα επληρώθησαν αμέσως ρευμάτων καθαρών, άτινα υπό του
βάρους των θλιβόμενα, και διά της φυσικής των ορμής, εφέροντο
προς το κενούμενον μέρος. Τινές λέγουσιν ότι εις τους τόπους εξ
ών τα ύδατα ρέουσι δεν εναπόκεινται πηγαί αυτών κεκρυμμέναι και
έτοιμοι, ουδ' είναι η εκβολή αυτών αποκάλυψις η ρήξις αυτών,
αλλά γέννησις και σύστασις, διότι η όλη ενταύθα υγραίνεται.
Υγραίνεται δε διά της πυκνότητος και ψυχρότητος η υδατώδης
αναθυμίασις, όταν εις το βάθος καταθλιβείσα, γίνη ρευστή.
Διότι, καθώς οι μαστοί των γυναικών δεν είναι, ως αγγεία,
πλήρεις ετοίμου γάλατος καταρρέοντος, αλλά μεταβάλλουσι την
τροφήν εντός των, και κατασκευάζουσι γάλα και το χύνουσιν,
ούτως οι δροσεροί και πηγοτρόφοι τόποι της γης δεν καλύπτουσι
μεν ύδωρ, ουδέ κοιλώματα εκχέοντα ρεύματα και βάθη ποταμών
τοσούτων εκ πηγής ετοίμης και υπογείου, αλλά διά της πιέσεως
και της καταπυκνώσεως αποθλίβοντες τον ατμόν και τον αέρα,
τρέπουσιν αυτόν εις ύδωρ. Οι τόποι λοιπόν οίτινες σκάπτονται,
αναδίδουσι μάλλον και αναβλύζουσιν ύδωρ εις την τοσαύτην
ψηλάφησιν, καθώς οι μαστοί των γυναικών εις τον θηλασμόν,
υγραίνοντες και μαλάττοντες την αναθυμίασιν. Όσα δε μέρη της
γης εισί πεφραγμένα και ακατέργαστα, αυτά μένουσι τυφλά προς
γένεσιν ύδατος, διότι δεν έχουσι την κίνησιν, ήτις παρέχει
υγρόν. Οι δε ταύτα λέγοντες, αφορμήν έδωκαν εις τους
απορητικούς (321) να προτείνωσιν ότι ουδέ το αίμα ενυπάρχει
εις τα ζώα, αλλά γεννάται όταν γίνωσι τραύματα, διά μεταβολής
πνεύματος τίνος ή σαρκών, ήτις παράγει ρύσιν και αναλύει. Αλλά
την απάτην αυτών αποδεικνύουσιν οι εντός των υπονόμων και των
μεταλλείων απαντώμενοι εις τα βάθη ποταμοί, οίτινες δεν
συλλέγονται κατ' ολίγον, ως θα ήτον επόμενον αν εγεννώντο τότε
διά της κινήσεως της γης, αλλ' αθρόοι εκχεόμενοι ρέουσιν. Εις
δε τα όρη, όταν πέτρα κτυπηθή και ραγή, εκπηδά άφθονον ρεύμα
ύδατος, και έπειτα πάλιν εκλείπει. Και ταύτα μεν περί τούτων.
ΙΕ. Ο δ' Αιμίλιος, ημέρας μέν τινας ηρέμει, και λέγεται ότι
ποτέ τόσον μεγάλα στρατόπεδα, τοσούτον εγγύς αλλήλων ιδρυμένα,
τοσαύτην δεν ετήρησαν ησυχίαν. Εξετάζων δε τα πάντα και
διερευνών, ήκουσεν ότι μία μόνη εκ των διόδων έμενεν
αφρούρητος, η διά της Περραιβίας, παρά το Πύθιον (322) και την
Πέτραν (323), και εκ του ότι ο τόπος δεν εφυλάττετο ελπίσας
μάλλον ή ό,τι εφοβήθη την κακοτοπίαν και την τραχύτητα ής ένεκα
δεν εφυλάττετο, συνεκρότησε περί τούτου συμβούλιον. Πρώτος δ'
εκ των παρόντων ο Νασικάς επικαλούμενος Σκηπίων, γαμβρός
Σκηπίωνος του Αφρικανού, ύστερον δ' ισχυρότατος γενόμενος εις
την σύγκλητον, εδέχθη να γίνη της κυκλώσεως αρχηγός. Δεύτερος
δ' ο Φάβιος Μάξιμος, ο πρεσβύτατος των υιών του Αιμιλίου,
μειράκιον ων εισέτι, ηγέρθη προθυμότατος και αυτός.
Ευχαριστηθείς λοιπόν διά τούτο ο Αιμίλιος, τοις έδωκεν ουχί
όσους ο Πολύβιος είπεν, αλλ' όσους ο ίδιος Νασικάς λέγει ότι
έλαβε, γράψας περί των πράξεων τούτων επιστολήν πρός τινα των
βασιλέων. Ήσαν δε Ιταλοί μεν εκτός τάξεως των λεγεώνων
τρισχίλιοι, το δ' αριστερόν κέρας περί τους πεντακισχιλίους.
Εκτός τούτων λαβών ο Νασικάς ιππείς εκατόν είκοσι, και
διακοσίους εκ των μετά του Αρπάλου αναμεμιγμένων Θρακών και
Κρητών, εκίνησε κατά τον δρόμον της θαλάσσης, και
εστρατοπέδευσε παρά το Ηράκλειον, ως μέλλων δήθεν να πλεύση,
και διά των πλοίων να κυκλώση των εχθρών το στρατόπεδον. Αφ' ού
δ' εδείπνησαν οι στρατιώται και έγινε σκότος, ειπών εις τους
αρχηγούς την αλήθειαν, τους έφερε διά νυκτός εις τον δρόμον τον
εναντίον της θαλάσσης, και καταλύσας ανέπαυσε το στράτευμά του
υπό το Πύθιον. Εδώ του Ολύμπου το ύψος είναι ανώτερον των δέκα
σταδίων (324). Δηλούται δε δι' επιγράμματος του μετρήσαντος
αυτόν, ούτω·
«Της κορυφής του Ολύμπου το ύψος, εκεί όπου κείται
ο του Πυθίου (325) ναός (κάθετον πλην μετρηθέν)
Έχει σταδίων μεν πλήρη δεκάδα, αλλά επί ταύτη
Έτι και πλέθρον, εκτός μόνον τεσσάρων ποδών.
Ο Ξεναγόρας δ' υιός του Ευμήλου ανεύρε τα μέτρα.
Χαίρε δε συ, βασιλεύ (326), δίδων πληθύν αγαθών.
Ει και λέγουσιν οι γεωμέτραι ότι ούτε ύψος όρους ούτε βάθος
θαλάσσης υπερβαίνει τους δέκα σταδίους. Φαίνεται δ' ότι ο
Ξεναγόρας έλαβε την καταμέτρησιν ουχί περιέργως, αλλά μεθοδικώς
και δι' οργάνων.