[σημάδια.
Ενώ καθόμουν στο θρονί μου που πάντα ‘ξηγάω τα
[πουλιά,
και μου είναι λιμάνι του κάθε σημαδιού,
ακούω άγνωστο αχό από όρνια που έκραζαν στριγγά,
ανάκατα κι’ ακατανόητα σαν σε κακόν οίστρο,
και εκατάλαβα πώς με τα νύχια τους κομμάτιαζαν
[τώνα τ’ άλλο,
γιατί βαρειά κροτούσαν η φτερούγες τους.
Τρόμαξα, και αμέσως πήγα να ‘ξετάξω τα καψαλί-
[σματα στους βωμούς που ήταν όλο με φωτιές
αλλά στα σφαχτά που καίγονταν δεν έλαμπε ο
[Ήφαιστος
παρά έλυωνε και έτρεχε στη στάχτη μέσα το ζουμί
[απ’ τα μεριά
και κάπνιζε και ‘πετούσε σπίθες και η χολές σκόρπι-
[ζαν στον αέρα,
και βρεμμένα έμεναν τα κρέατα απ’ το χυμένο πάχος.
Τέτοια άκουγα από τούτο το παιδί και πώς ‘χαλού-
[σαν η μαντείες με άσχημα σημάδια,
γιατί αυτός εδώ είναι οδηγός σ’ εμένα όπως εγώ στους
[άλλους.
Κι’ αυτά τα υποφέρν’ η πόλις εξαιτίας του κεφα-
[λιού σου,
γιατ’ οι βωμοί μας και όλες η πυρωστιές εγέμισαν
[απ’ τα όρνια και τα σκυλιά
πού ‘φάγανε το κρέας του άμοιρου του σκοτωμένου
[γυιού του Οιδίπου.
Και ύστερα δεν δέχονται πειά παρακάλια και θυσίες
[οι θεοί από τα ‘μάς,
ούτε των μηριών τη φλόγα, ούτε τα όρνια βγάζουν
[με τα φτεροχτυπήματά τους
καλοσήμαντους αχούς, αφ’ ου είναι χορτασμένα απ’
[το παχύ αίμα του σκοτωμένου.
Για τούτο, γυιέ μου, βάλε γνώσι’ όλ’ οι άνθρωποι τώ-
[χουν να πλανεύωνται·
μα και όταν πλανευτή δεν θα είναι άντρας άμυαλος
εκείνος και ούτε και δυστυχής που έχοντας ξεπέσει
[στο κακό
το διορθώνει και δε μείνει ακούνητος.
Η αυθάδεια όμως περνάει για προστυχιά.
Έλα, κάνε το θέλημα του νεκρού και μη πονείς τον
[πονεμένο.
Τι, ανδρεία τώχεις να σκοτώσης άλλη μια βολά αυτόν
[που πέθανε;
Επειδή καλό σου θέλω, λεω σου το καλό,
Και να μαθαίνη κανείς είν’ ευχάριστο πολύ’ απ’ οποίον
[λέει καλά,
σαν φέρνει κέρδος.
ΚΡΕ. : Άκουσε, γέρω, εσείς όλοι απάνω σ’ ένανε, εμένα
[σημαδεύετε.
σαν σκοπευτές και δε μου λείψανε από ‘πάνω μου η
[προφητείες.
Κυττάτε σεις να βγάλετε λιανά, κουβαλάτε το ήλε-
[κτρο απ’ της Σάρδεις
όσο θέλετε και το Ινδικό χρυσάφι
εκείνον όμως σε τάφο δε θα βάλετε.
Ούτε κι’ οι αετοί του Δία αν ήθε τον αρπάξουν
να πάν να τόνε φάνε μπροστά στου Δία το θρόνο,
ούτε από τέτοιο κρίμα δε θα φοβηθώ ν’ αφήσω να τον
[θάψουν εκείνον.
Γιατί ξέρω καλά πώς κανείς άνθρωπος δεν έχει δύ-
[ναμι να προσβάλλη τους θεούς.
Ξεπέφτουν, γέρω Τειρεσία, κι’ οι πειό μεγάλοι απ’
[τους θνητούς
και γίνονται κουρέλια ελεεινά σαν λέν’ αισχρά αντίς
[καλά για κέρδος.
ΤΕΙΡ. Κρίμα· δεν ξέρετε κανένας σας, δεν λέτε ;
ΚΡΕ. Τι πράμμα ; τι το λες αυτό για όλους μας ;
ΤΕΙΡ. Πως το καλλίτερο χτήμα στον άνθρωπο είν’ ή φρό-
[νησι.
ΚΡΕ. Όσο και ή κουταμάρα, λέω εγώ, φέρνει βλάβη.
ΤΕΙΡ. Απ’ αυτή δα την αρρώστεια εσύ είσαι γεμάτος.
ΚΡΕ. Δεν θέλω ν’ αντιμιλήσω άσχημα στο μάντη.
ΤΕΙΡ. Και μήπως δεν το κάνεις, σαν λες πώς προφητεύω
[ψέμματα ;
ΚΡΕ. Όλο το σόι των προφητών αγαπάει τα λεφτά.
ΤΕΙΡ. Κι’ οι βασιληάδες πάλε την αισχροκέρδεια.
ΚΡΕ. Ξέρεις πώς αυτό που λες, το λες στον άρχοντα σου;
ΤΕΙΡ. Το ξέρω, γιατί από μένα κρατάς δική σου αυτή την
[πόλι.
ΚΡΕ. Είσαι μάντης σοφός εσύ, άλλα το άδικο αγαπάς.
ΤΕΙΡ. Θα με κάνης, όσα έχ’ ακούνητα μέσ’ την καρδιά μου
[να σου ‘πω.
ΚΡΕ. Λέγε τα, μόνο για κέρδη μη μιλάς.
ΤΕΙΡ. Αυτό ίσαμε τα τώρα τώκανα για χάρι σου.
ΚΡΕ. Να ξέρης πως εμένα μ’ αυτά δε με πουλάς.
ΤΕΙΡ. Εσύ όμως να ξέρης, πώς δε θα τελέψη πολλούς γύ-
[ρους βιαστικός ο ήλιος
πού από τα σπλάχνα σου ένα νεκρό θα δώσης,
νεκρών αλλαξιά, για οποίον έβαλες απ’ τον επάνω
[κόσμο κάτω,
και μια ψυχή για τιμωρία σε τάφο ‘σπίτωσες,
και πάλι που των κάτω θεών ξεκλεμένον
βαστάς, εδώ άθαφτο και ανάγιαστο νεκρό,
ενώ ούτε εσένα ανήκει ούτε των θεών επάνω,
πάρα του κεφαλιού σου γίνονται όλα αυτά και με τη
[βία.
Να σε τιμωρήσουν παραφυλάν αυτές που παίρνουν την
[αμαρτία κατόπιν,
η Ερρινύες του Άδου και των θεών, να σε πιάσουν
[στα κρίματά σου επάνω.
Κύττα τώρα αν στα λέω αυτά επειδή μ’ έχουν
[χρυσώσει.
Δε θα περάση πολύς καιρός και θ’ ακουστούν στα σπί-
[τια σου
θρήνοι απ’ άντρες και γυναίκες.
Κάθε πολιτεία εχθρά σηκώνεται, όταν
ή από σκυλιά η από θεριά
σπαραχτούν και λερωθούν τα λείψανα της,
ή κανένα όρνιο κουβαλήση ανόσια μυρουδιά στην πόλι
[την κατοικημένη·
τέτοιες, γιατί με ‘πίκρανες, απ’ το θυμό μου,
σαν τοξότης σούριξα σαϊτιές στην καρδιά,
που δε θα παν χαμένες, γιατί δε θα ξεφύγης τη
[φλόγα τους.
Παιδί, πήγαινε με μακρυά από ‘δώ στο σπίτι μου
για να βγάλη το θυμό του αυτόν σε πειό νεώτερο,
και να μάθη να κρατάη τη γλώσσα του ησυχώτερη
και το νου με πειό καλλίτερη γνώσι
απ’ οποίαν έχει ως τώρα.
(Φεύγει ο Τειρεσίας).
ΧΟΡ. Έφυγε ο γέρως, βασιληά, με προφητείες φριχτές
κι’ όλοι μας ξέρουμε, απ’ τον καιρό που η τρίχες
[μας γένηκαν από μαύρες άσπρες,
πώς ποτέ του αυτός στην πολιτεία δεν ήρθε να λα-
[λήση ψέμμα.
ΚΡΕ. Το είδα κι’ εγώ και μου ταράζει την ψυχή.
Κακό είναι να υποχωρή κανείς,
αλλά και ‘κείνος π’ αντιστέκεται
είναι κοντά η συμφορά που θα τόνε λυπήση.
ΧΟΡ. Τώρα χρειάζεται καλή σκέψι, γυιέ του Μενοικέως
[Κρέων.
ΚΡΕ. Τι πρέπει να κάνω, πες μου, κι’ εγώ θ’ ακούσω.
ΧΟΡ. Πήγαινε και βγάλε το κορίτσι απ’ το βαθύσκαφτο
[σπίτι,
και κάνε τάφο του παραριγμένου.
ΚΡΕ. Και το βρίσκεις αυτό καλό ; λες να πάω πίσω ;
ΧΟΡ. Όσο μπορείς πειό γλήγορα, βασιληά μου, επειδή
η τιμωρίες των θεών γοργόποδες προκάνουν όσους
[θέλουν το κακό.
ΚΡΕ. Ωιμένα μόλις το μπορώ,
μα η καδιά με σπρώχνει να το κάνω·
με την ανάγκη δε θέλω να ‘μπω σε κακό πόλεμο.
ΧΟΡ. Έλα, κάνε τώρα αυτά και μη πάη ο νους σου σ’ άλλο.
ΚΡΕ. Καθώς είμαι πηγαίνω.
Ελάτε, ελάτε, όσοι μ’ ακολουθάτε
και όσοι είν’ εδώ μπροστά, και όσοι λείπουν.
Πάρτε αξίνες στα χέρια και τρέξετε
στο μέρος το απόμακρο .........
................................
εγώ αφ’ ου μια και άλλαξα τη γνώμη,
όπως ο ίδιος έδεσα
έτσι και θα λύσω,
γιατί φοβάμαι μην είναι το καλλίτερο
τη ζήση του να περνάη κανείς
βαστώντας τους βαλμένους νόμους.
(Φεύγει ο Κρέων)
Στροφή Α’.
ΧΟΡ. Εσύ με τα χίλια ονόματα στολίδι της νύφης του
[Κάδμου
και του Δία του βαρυβροντηχτή γεννηά,
που νοιάζεσαι την ξακουσμένη Ιταλία
και στην κοσμοσύχναστη Ελευσίνα, στον κόρφο της
[Δηούς
βασιλεύεις,
Βάκχε,
που στων Βακχών την πρώτη πολιτεία κάθεσαι
τη Θήβα, κοντά στο κυλάμενο νερό του Ισμηνού
και απάνω, στη σπορά του άγριου Δράκου.
Αντιστροφή Α’.
Εσέν’ απάνω από το Γήλοφο βράχο αγναντεύει
ο καπνός και η αναλαμπή της φλόγας
εκεί που η Κηρύκιες νύφες
χορεύουν Βακχικά, και της Κασταλίας η πηγή.
Εσένα ακολουθούνε με πομπή όλοι οι κισσένιοι
φράχτες απ’ τα βουνά της Μύσσας, κι’ η πράσινες
πλαγιές των αμπελιών με τα πολλά σταφύλια,
μέσ’ των τραγουδιών το θεϊκό αλαλητό
σαν έρχεσαι να μας ιδής και τους δρόμους διαβαί-
[νεις της Θήβας.
Στροφή Β’.
Αυτήνα εσύ πάρα πολύ χτιμάς
από κάθε πόλη πειότερο
μαζύ με τη μάννα σου τη κεραυνοχτυπημένη,
και τώρα που όλη την πολιτεία έπιασε αρρώστεια
[δυνατή.
Έλα εσύ να μας γιάννης με το ποδαρικό σου
ροβολώντας από τη ράχη πάνω του Παρνασού
ή από το πέραμα που θαλασσοβουίζει.
Αντιστροφή Β’
Ωχ! εσύ που παίρνεις το χορό με τ’ αστέρια που
[λαμποκοπούν
και παραστέκεις στης νύχτας το ξεφάντωμα, παιδί,
[γέννημα του Δία,
φανερώσου, Βασιληά, μαζύ με της βακχικές γυ-
[ναίκες
που σ’ ακολουθάνε και γύρω σου ολονυχτίς σε χο-
[ρεύουνε,
εσένα που σκορπίζεις την ξεφωνητή χαρά.
(Μπαίνει Άγγελος)
ΑΓΓ. Εσείς που κατοικείτε γύρω στα σπίτια του Κάδμου
και του Αμφίωνα,
τη ζωή του ανθρώπου εγώ ποτέ δε θα ‘ παινέψω
ούτε θα ‘πώ κακό,
κι ας είναι ό,τι κι’ αν είναι,
γιατί πάντα η τύχη τον σηκώνει
κ’ η τύχη τον γκρεμίζει πάλι
κι’ αυτόν που ζη ευτυχισμένος κι’ αυτόν που κακο-
[περνά,
και δε μπορεί κανείς να προφητεύση στους θνητούς
[το τι τους μέλλεται·
να, και ο Κρέων που μια φορά, θαρρώ, ήτανε ζηλευ-
[τός,
έσωσε απ’ τους εχθρούς του Κάδμου αυτή τη γη
και παίρνοντας τη μοναρχία της χώρας όλη επάνω
[του βασίλευε,
ανθίζοντας μέσ’ των ευγενικών παιδιών του τη σπορά.
Και τώρα όλα τα χάνει· γιατί όταν το σώμα του
[ανθρώπου
δεν αισθάνεται πειά γλύκα, πες τον πώς δεν ζη
παρά είναι ζωντανός νεκρός.
Έχε όσα θέλεις πλούτια στο σπίτι σου και ζήσε
[σαν βασιληάς·
όταν λείπη από αυτά η χαρά, τάλλα εγώ ούτε
[για του καπνού τον ίσκιο δεν τα ‘ξαγοράζω
αντί για την χαρά.
ΧΟΡ. Τι άλλη δυστυχία στους βασιληάδες φέρνεις τώρα
[πάλι;
ΑΓΓ. Πέθαναν, κι’ αυτοί που ζουν είν’ αίτιοι στο θάνατο
[τους.
ΧΟΡ. Κι’ ο φονηάς ποιος είναι ; ποιος εσκοτώθη; λέγε.
ΑΓΓ. Ο Αίμων ‘χάθηκε, σκοτωμένος στο αίμα του κυ-
[λιέται.
ΧΟΡ. Πώς, από του πατέρα του το χέρι, η από το δικό
[του;
ΑΓΓ. Ο ίδιος με το ‘δικό του, γιατί εκάκιωσε του πατέρα
[του για ‘κείνο το φόνο.
ΧΟΡ. Αϊ γέρω ! είδες πώς ‘βγήκε αληθινός ο λόγος σου.
ΑΓΓ. Αφού έγιναν έτσι αυτά, τώρα πρέπει για τάλλα
[να σκεφθούμε.
ΧΟΡ. Να, όμως βλέπω και τη δόλια Ευρυδίκη του Κρέοντα
[τη γυναίκα.
Άραγε νάκουσε για του παιδιού της το χαμό,
ή κατά τύχη βγαίνει απ’ τα δώματα ;
(Παρουσιάζεται η Ευρυδίκη).
ΕΥΡ. Άνθρωποι εσείς που στέκεσθε όλοι μαζύ, άκουσα
[τα τι έλεγαν
καθώς έκανα να ‘βγω απ’ το σπίτι για να πάω με
[περικάλια να προσπέσω στην Παλλάδα,
και ό,τι άνοιγα με τα κλειδιά τα μάνταλα της πύ-
[λης να σηκώσω,
‘πήρε το αυτί μου για σπιτική μου δυστυχία μια
[μιλιά
κι’ έπεσα χάμου ξερή απ’ την τρομάρα μου,
και με σήκωσαν η δούλες.
Μα εσείς πέστε μου πάλι τι ήταν ο λόγος,
γιατί δεν είμ’ αμάθητη στης δυστυχίες, να τ’ ακούσω.
ΑΓΓ. Εγώ, καλή μου κυρά, και εδώ που είμαι θα στο πω,
και ούτε θ’ αφήσω τίποτε απ’ όσα είν’ αλήθεια.
τι ; να σου μιλήσω μαλακά και έπειτα σ’ αυτά να
[βγούμε ψεύτες;
μόν’ η αλήθεια στέκει παντοτεινά ορθή.
Εγώ κατά πόδι ακολουθούσα τον άντρα σου, στο
[ψηλό αλώνι,
εκεί οπού έκειτο ακόμα αξιοδάκρυτο σπαραγμέν’
[από τα σκυλιά
το σώμα του Πολυνείκη. Και αφού τη θεά που στο
[δρόμο παραστέκει
παρακαλέσαμε και τον Πλούτωνα να πάψη την οργή
[του και να μας καλοβλέπη,
τον ‘λούσαμε σε καθαρό λουτρό και απάνω σε κλαριά
[νεόκοπα εκάψαμε το λείψανο
και μνημούρι ολόρθο από της πατρίδος του τη γη
[του χωματώσαμε·
και έπειτα ‘γυρίσαμε πάλι για το θωλωτό του Άδη
[νυφοκρέββατο, το λιθοστρωμμένο,
που ήταν μέσα η κόρη. Κάποιος όμως άκουσε στριγγό
[ξεφωνητό να βγαίνη απ’ το θάλαμο τον αφορισμένο
κι έτρεξε να το φανέρωση του αφέντη μας του
[Κρέοντα.
Και σ’ αυτόν γύρω καθώς ‘πρόβαινε σιμότερα η
[ίδια θλιβερή φωνή ‘πετούσε, πειό αδύνατη
και απ’ τα τρίσβαθα στενάζοντας βγάζει κλαψάρικη
[λαλιά:
«Κακορρίζικος εγώ· καλά το ‘μάντεψα λοιπόν ;
και τώρα περπατώ απ’ όσους στη ζωή μου ‘πέρασαν
[το πειό θλιβερώτερο δρόμο.
Τού παιδιού μου η φωνή με τριγυρνάει. Εσείς ‘πε-
[ρέτες
τρέξτε γλήγορα, κάτω εκεί, σταθήτε ‘μπρος στον
[τάφο,
και απ’ τον αρμό του χώματος σαν η πέτρα ση-
[κωθή,
μπαίνοντας στο άνοιγμα του τάφου κυττάχτε του
[Αίμονος είν’ η φωνή π’ ακούω,
η ξεγελιέμαι από τους θεούς ;»
Και μεις στης προσταγές του πικραμένου αφέντη
[μας πήγαμε να ‘δούμε
και μεσ’ το στερνό το μνήμα είδαμε τη μια κρεμα-
[σμένη απ’ το λαιμό
με κλωστένιο βρόχο απ’ το πέπλο της δεμένο,
τον άλλον μπροστά της πεσμένο χάμου απ’ τη μέση
[να την κρατάη
θρηνώντας για τη νύφη που χάθηκε και πήγε κάτου
και για του πατέρα του τα έργατα και το νυφοκρέβ-
[βατό του το δυστυχισμένο·
και καθώς το είδε ο Κρέων πικρά βογκώντας προ-
[βαίνει μέσα και του φωνάζει μ’ αναφιλητό :
«Δυστυχισμένε μου, τι κάνεις αυτού, στο νου τι
[σούρθε,
σε τι συφορά έπεσες ; έλα έξω, παιδί μου, γονατιστός
[σε παρακαλώ»,
Μα το παιδί, άγρια ματιά στήλωσε απάνω του, τον
[έφτυσε κατά μούτρα
και χωρίς διόλου να απάντηση έπειτα τράβηξε του
[σπαθιού του τη δίκοπη λεπίδα,
και ο πατέρας πρόφθασε ορμώντας έξω και του
[ξέφυγε·
τότε, ο άραχλος, κατεπάνου του γυρίζει το θυμό
[του,
και όπως στέκονταν, το σίδερο μες τα πλευρά
[του,
και με τα χέρια του που είχαν παραλύσει, έχοντας
[ακόμη τα λογικά του,
αγκαλιάζει την παρθένο, και καθώς ξεφυσούσε, με
[δύναμι
πετιέται κόκκινο αίμα βρύσι απάνου στης χλωμές
[παρειές του κοριτσιού,
(Φεύγει η Ευρυδίκη έξαλλη και οι γυναίκες τρέχουν πίσω της).
Και τώρα κείτεται νεκρός σε νεκρής πλευρό ο δόλιος
το γάμο του γιορτάζοντας στου Άδη τα παλάτια·
[όμως απόδειξε στον κόσμο
πως για έναν άνδρα η ασυλλογισιά είναι το μεγα-
[λείτερο κακό.
ΧΟΡ. Τι να βάλω με το νου μου; έφυγε πάλι η γυναίκα
[προτού πή λόγο καλό η κακό.
ΑΓΓ. Κ’ εγώ εθάμμαξα, αλλά παρηγοριούμαι με την ελ-
[πίδα
πώς σαν άκουσε τη συφορά του παιδιού της,
δεν θα πάη να μοιρολογήση στην πόλι έξω·
μέσα στο σπίτι με της δούλες ολόγυρα της
θα καθήση να κλάψη για το πένθος της·
γιατί δεν είν’ αμάθητη από καλή γνώμη,
ώστε να λαθέψη.
ΧΟΡ. δεν ξέρω, ωιμένα, και η πάρα πολλή σιωπή
κακό σημάδι φαίνεται, καθώς και το πολύ ξεφωνητό
[το ανωφέλετο.
ΑΓΓ. Αλλά να ‘δούμε μήπως και κρύβει τίποτα στη τα-
[ραγμένη καρδιά·
και ας μπούμε μες στο σπίτι, καλά το λες εσύ.
Και η παρά πολύ σιωπή είναι βαρειό σημάδι.
(Φεύγει ο Άγγελος· εμφανίζεται ο Κρέων κρατώντας στα
χέρια του τον νεκρό του Αίμονος).
ΧΟΡ. Αλλά να, που και ο ίδιος ο βασιληάς έφτασε
κρατώντας στα χέρια του δείγμα ολοφάνερο-
αν μου πέφτη και εμένα λόγος - όχι αλλουνού που
[έφταιξε
αλλά της αμαρτίας της δικής του.
ΚΡΕ. Ωιμέ του κακοκέφαλου κεφαλιού η αμαρτία πώς
[‘τέλεψε
φέρνοντας θάνατο. Αχ ! το φονηά και το σκοτω-
[μένο κυττάτε μαζί του
από μια γεννηά. Ωιμένα κακότυχή μου γνώμη.
Αχ ! παιδί μου, που νέος επήγες με πρώιμο θάνατο
άι, άι, άι, άι, άι, ‘πέθανες, ‘χάθηκες
για δική μου όχι για δική σου κακοκεφαλιά.
ΧΟΡ. Ωιμέ, αργά ήταν να δης το δίκηο,
ΚΡΕ. Ωιμένα, το ξέρω ο δόλιος, Μα στο μυαλό μου κά-
[ποιος θεός τότε
βρόντηξε που μου κακόθελε βαρειά, και σ’ άγριο
[δρόμο μ’ έρριξε,
ώιμέ, πατώντας, με τα πόδια της χαρές μου.
Αχ ! Αχ! βάσανα του άνθρωπου που δε βαστιώνται.
(Μπαίνει ο Εξάγγελος).
ΕΞΑ. Αφέντη μου, τα έχεις και τα παράχεις τα βάσανα,
άλλα βαστάς στα χέρια σου και άλλα πούναι στο
[σπίτι σου πρόκαναν κι’ όλας,
και ταχιά με τα μάτια σου θε να τα ‘δης.
ΚΡΕ. Τι είναι πάλι ; χειρότερα ακόμα απ’ τα χειρότερα;
ΕΞΑ. Η γυναίκα σου ‘πέθανε, η δόλια μάννα αυτουνού του
[νεκρού·
τώρα δα ‘χτυπήθηκε, κ’ είν’ η πληγές της ανοιχτές.
ΚΡΕ. Αϊ, άϊ, άϊ, άϊ, λιμάνι του Άδη αχόρταγο,
γιατί, καλέ, με βουλειάζεις ;
Ω, εσύ που ήρθες να μου φέρης της πικρόλογες συ-
[φορές, τι λόγο είπες;
Αϊ, άϊ, σκοτωμένον άνθρωπο πήγες να χτυπήσης·
τι λες, παιδί μου ; τι άλλο πάλι θα μου πής;
Αϊ, άϊ, άϊ, άϊ· σφαχτό της συφοράς κείτεται η γυ-
[ναίκα πεθαμμένη.
ΧΟΡ. Γύρισε και θα ‘δης· δεν την έχουν πειά κρυμμένη
[μέσα.
ΚΡΕ. Ωιμένα, βλέπω με τα μάτια μου το δεύτερο κακό·
[τι άλλο,
τι άλλο μου μέλλεται ; στα χέρια μου κρατώ ακόμα
[το παιδί μου, ο κακορρίζικος,
και αντικρύ μου βλέπω τη νεκρή.
Αχ, άχ, καϋμένη μητέρα ! αχ, παιδί μου.
ΕΞΑ. Έπεσε πληγωμένη βαρειά και αγκάλιασε το βωμό·
[τα μάτια της έκλεισαν,
Μα πρώτ’ εμοιριολόγησε για το δοξασμένο θάνατο
[του Μεγαρέα, που ‘πέθανε μπροστήτερα
και πάλι γι’ αυτόν εδώ, και τελευταία για της κα-
[κές σου πράξες
καταράσθηκε, εσένα, τον παιδοχτόνο.
ΚΡΕ. Αϊ, άϊ, άϊ, άϊ, τρομάρα μου, γιατί δεν μ’ εσκότωνε
[κανείς απ’ τους φίλους
στο στήθος μπροστά με δίκοπο σπαθί ;
δόλιος εγώ, άϊ, άϊ, άϊ, και με δόλιο τέλος σβύνω.
ΕΞΑ. Και γι’ αυτή και για εκείνη τη θανή σε σένα
έρριξε την αιτία η πεθαμμένη·
ΚΡΕ. Και με τι τρόπο χάλασε τη ζωή της ;
ΕΞΑ. ‘Χτυπήθη με το χέρι της μέσ’ στο σκότι, καθώς
[άκουσε
τι έπαθε το παιδί της, το πολύκλαφτο.
ΚΡΕ. Ωιμένα σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δε θα πέση
σαν τη δική μου κατηγόρια. εγώ, εγώ σε σκό-
[τωσα,
άχ! ο άθλιος ! εγώ, αλήθεια λέω· αχ ! άνθρωποι,
πηγαίνετε με γλήγορα, βγάλτε με από δω έξω,
γιατί δεν είμαι πειά άλλο παρά τίποτα.
ΧΟΡ. Κερδισμένος θάβγης, αν βγαίνη απ’ τον πόνο κέρδος,
γιατί η συφορά που γλήγορα περνά απ’ όσες μας
[έρχονται
είναι η καλλίτερη.
ΚΡΕ. Ας έρθη, ας έρθη, ας φανή κι’ εμένα η γλυκεία
[θανή μου,
που θα μου φέρη πειά την ύστερη μου μέρα·
ας έρθη, ας έρθη, για να μη ‘δώ πειά άλλη μέρα
με τα μάτια μου.
ΧΟΡ. Αυτά είναι του ύστερου καιρού·
για όσα βλέπομε κάτι να γείνη·
τάλλα θα τα νοιαστούν εκείνοι που τους πρέπει.
ΚΡΕ. Αυτό που λαχταρίζω, αυτό μονάχα ευχήθηκα.
ΧΌΡ. Μην εύχεσαι τώρα τίποτα, αφού ο άνθρωπος
δεν έχει να ξεφύγη τη γραφτή του μοίρα.
ΚΡΕ. Πάρτε με τον άχρηστο άνθρωπο απ’ εδώ,
που ‘σκότωσα και σένα, παιδί μου, χωρίς να το θέλω,
[και τούτην.
Τρισάθλιος εγώ και δεν έχω πειά που να γυρίσω τη
[ματιά μου·
όλα μου ξεφεύγουν, όσα πιάνω στα χέρια· βαρειά
[συφορά έπεσε στο κεφάλι μου.
Το πρώτο πράμμα για να ευτυχήση ο άνθρωπος
είναι η φρονιμάδα,
και δεν πρέπει να καταφρονάη κανείς σε τίποτα,
όσα είναι των θεών·
τα μεγάλα λόγια με μεγάλα βάσανα τα ξεπλερώνουν
οι καυχησάρηδες,
και έτσι βάζουνε γνώσι και στα γεράματα.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την
έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης του,
τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την αισθητική
τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως σύνθεση τους,
όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη την αίσθηση και
την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού, ώστε να δονούνται
από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο Αισχύλος αποτελεί
αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική εκδήλωση του ελληνικού
μεγαλείου.
***
Αγαμέμνων: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»
κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγο του
Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της προφήτιδος
Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της, ανήκει στις
τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε στίχους, του
Γρυπάρη.
Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την
κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που
πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο
Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του
σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινυών παίρνει
τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους, του Γρυπάρη.
Ευμενίδες: Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».
Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις
Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου
υστέρα από απόφαση της Αθήνας, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται
από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου. Η
μετάφραση, όπως κι όλης της Τριλογίας, του Γρυπάρη.
Επτά επί Θήβας: Το δράμα τούτο αναφέρεται στην τραγική Θήβας
μοίρα των δύο γιων του Οιδίποδα, πού, μονομαχώντας για τον θρόνο
των Θηβών, αλληλοσκοτώνονται. Ο ύμνος των Ερινύων κι ο
παθητικότατος θρήνος της Αντιγόνης και της Ισμήνης για τους
σκοτωμένους αδελφούς των είναι από τους λυρικώτερους της αρχαίας
τραγωδίας. Η μετάφραση, σε στίχους, αριστοτεχνική, με φιλολογική
ακρίβεια και δύναμη ύφους, του Γρυπάρη.
Πέρσαι: Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών
νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η
μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν
μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής. Μετάφραση Ι. Ζερβού.
Προμηθεύς Δεσμώτης: Το πιο μεγαλεπήβολο και υψιπετές Έργο του
παγκοσμίου θεάτρου. Παρουσιάζει τον Προμηθέα δεμένον πάνω στον
Καύκασο, κατά διαταγή του βασιλιά των θεών, προς τιμωρίαν της
φιλανθρωπίας του. Το Κράτος του Δία και η Βία, προσωποποιημένα,
ο Ήφαιστος, οι Ωκεανίδες, ο Ερμής, ο Ωκεανός, η Ιώ και ο
Προμηθέας, δρώντας ανθρώπινα και παθητικά, διατηρούν όλο το θεϊκό
μεγαλείο τους. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Ζερβού.
Ικέτιδες: Το δράμα αυτό, βασισμένο στην ιστορική παράδοση,
εξυμνεί την αρετή και τη φιλοξενία των Ελλήνων. Οι Δαναΐδες,
φεύγοντας από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν να παντρευτούν με τη
βία, φιλοξενούνται και προστατεύονται από τους Αργείους και πάλι
ελευθερώνονται από την αποτολμηθείσα αρπαγή. Ο υψηλός λυρισμός
του έργου θαυμαζόταν από τους αρχαίους, ήδη, χρόνους.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες τραγικούς, που μας σώθηκαν
μερικά έργα τους, ο πιο προσιτός, τόσο στην αρχαιότητα όσο και
στην εποχή μας, είναι ο Ευριπίδης. Δραματικός και περιπαθής
ποιητής, ένας φιλόσοφος και, μαζί, ένας ψυχολόγος των ανθρωπίνων
αρετών και ελαττωμάτων.
***
Ανδρομάχη: το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό τρόπο,
έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο
Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη
του Μενέλαου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με τον
πατέρα της να σκοτώσουν τον γιο που έδωσε η Ανδρομάχη στον
Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και ο
Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, τον Γ.
Τσοκόπουλου.
Άλκηστης: Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο θεός, ο Άδμητος θα
γινόταν αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να
θυσιαστή γι αυτόν το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η
γυναίκα του η Άλκηστης προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας
έτσι μοναδικό παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης. Η μετάφραση, σε
στίχους, του Γ. Τσοκόπουλου.
Μήδεια: Το τραγικότερο από τα δράματα του Ευριπίδου. Το πάθος της
ερωτικής εκδίκησης, ξεπερνώντας σ’ ένταση αυτό τούτο το ερωτικό
πάθος, εκφράζεται, στο έργο αυτό, στο έπακρο των εκδηλώσεων του.
Προδομένη από τον Ιάσονα, η Μήδεια καταπνίγει τη μητρική στοργή
μέσα της και σκοτώνει τα δυο τους παιδιά για να εκδικηθή τον
σύζυγο. Μετάφραση
ΑΓΓ. Τανάγρα.
Ηλέκτρα: Ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα θανατώνουν τον φονέα
του πατέρα τους Αίγισθο και την μητέρα τους, συνεργόν του φόνου
επίσης, Κλυταιμνήστρα. Η κάθαρση εδώ έρχεται από τον από μηχανής
θεό, που δίδει και την εξάγνιση στους δύο μητροκτόνους. Η
μετάφραση, φιλολογικά πιστή, του Αγγέλου Τανάγρα.
Ιππόλυτος: Το νεωτεριστικώτερο από τα έργα του Ευριπίδου. Η
Φαίδρα αισθάνεται ανόσιο έρωτα προς τον γυιό του συζύγου της
Θησέως, τον Ιππόλυτο. Ο νέος αποκρούει τον έρωτά της κ’ η Φαίδρα
αυτοκτονεί, συκοφαντώντας τον στον πατέρα του. Ο Θησέας
εξορίζοντας τον Ιππόλυτο, τον καταρατάται να καταστραφεί από τον
Ποσειδώνα. Η κατάρα πραγματοποιείται, μα ή συκοφαντία φανερώνεται
κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει θρηνούμενος και συγχωρώντας. Η μετάφραση
του Αγγέλου Τανάγρα.
Ιφιγένεια εν Αυλίδι: μια από τις παθητικώτερες και καλύτερες
τραγωδίες του Ευριπίδη. Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονος να σώση
την κόρη του, η συμπάθεια και κατανόηση του Μενελάου, που
έρχονται αργά, για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα
εναντίον του στρατού για να σωθή η μνηστή του, εντείνουν τη δράση
και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος δίδεται από τον από
μηχανής θεόν. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Φραγκιά.
Ιφιγένεια εν Ταύροις: Η Ιφιγένεια, που θυσιάζεται από τον πατέρα
της Αγαμέμνονα στην Αυλίδα, για να γίνη δυνατόν ν’ αποπλεύσουν τα
πλοία της τρωικής εκστρατείας, σώζεται την τελευταία στιγμή από
την θεά Αρτέμιδα, που την μεταφέρει στην χώρα των Ταύρων. Εκεί,
μητροκτόνος πια και περιπλανούμενος, την συναντά ο αδελφός της
Ορέστης, ιέρεια της Αρτέμιδος. Φεύγοντας αποκομίζει μαζί της και
το άγαλμα της θεάς στην Αθήνα. Μετάφραση Ν. Κυπαρίσση.
Βάκχαι: Πρόκειται για μιαν από τις αρτιώτερες και οπωσδήποτε την
λυρικώτερη από τις τραγωδίες του μεγάλου ποιητή. Ο Πενθέας κ’ η
μητέρα του Αγαύη, απιστώντας απέναντι των θείων, τιμωρούνται από
τον θεό Διόνυσο, γιατί δε θέλησαν να δεχθούν τη λατρεία του στην
Θήβα. Η μετάφραση, σε στίχους, του Κ. Βάρναλη.
Φοίνισσες: Περιστρέφεται γύρω από την τραγική παράδοση της
αδελφοκτονίας Ετεοκλέους και Πολυνείκους, Γεμάτη επεισόδια και
σκηνική δράση, όπως ο θάνατος των δυο αδελφών, το διώξιμο του
πατέρα τους Οιδίποδος, η γενναία απόφαση της Αντιγόνης κτλ.,
θεωρείται μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Ευριπίδου. Η
μετάφραση του Ν. Ποριώτη.
Ικέτιδες: Δράμα πολιτικό και πατριωτικό, αναγόμενο στον ήρωα
Θησέα, ο οποίος θάβει τους Αργείους που έπεσαν μπροστά στα τείχη
των Θηβών. Τον χορό της τραγωδίας τον αποτελούν οι μητέρες και τα
παιδιά των πεσόντων. Αυτά τούτα τα χορικά θεωρούνται από τα
παθητικώτερα της αρχαίας τραγωδίας καθόλου. Η μετάφραση, σε
στίχους, του Ν. Ποριώτη.
Ηρακλής μαινόμενος: Το ωραίο αυτό δράμα του μεγάλου τραγικού,
αναφέρεται στον Ηρακλή, που, ελευθερώνοντας τα παιδιά του,
κυριεύεται ύστερα από μανία και τα σκοτώνει. Μόλις συνέρχεται από
την τρέλλα του και καταλαβαίνει τι έχει κάμει, επιχειρεί να
αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο φίλος του Θησέας. Η άρτια τούτη
μετάφραση, που διατηρεί όλη την ομορφιά του πρωτοτύπου οφείλεται
στον Κ. Βάρναλη.
Ίων: Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του, τις
περιπέτειες που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την
απροσδόκητη έκβαση. Η υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους
κινδύνους, την αναγνώριση και την αναγόρευση, μετά, του Ίωνος, ως
κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής Ξούθου. Η μετάφραση, του Πολ.
Δημητρακόπουλου.
Κύκλωψ: Σατυρικό δράμα, που ανάγεται στη γνωστή ομηρική
περιπέτεια του Οδυσσέα, με τη μέθη και την τύφλωση του Κύκλωπα,
που κάνει δυνατή τη σωτηρία του ήρωα και των συντρόφων του. Τα
κωμικά επεισόδια κάνουν το έργο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον για
κάθε εποχή. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Τσοκόπουλο.
Ορέστης: Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα ίσως, του
Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,
ενώ ο θείος του Μενέλαος τον εγκαταλείπει, από δειλία.
Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση
τη σύζυγο του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από
τον από μηχανής θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη. Η μετάφραση
έγινε από την Ηλία Βουτιερίδη.