έσκαε τότε στα χείλια μας. Εμείναμε ασάλευτοι κι' ακαρτερούσαμε μήπως
ακούσωμεν σήμαντρο πουθενά ή κράχτην. Ξέρεις τι ώρα γιομάτη μυστήριο
ιερό και θρησκευτικό γήτεμμα είνε τούτη που ακαρτεράς άγρυπνος τόση
νυχτιά ν' ακούσης ν' άρχεται ο κράχτης στη γειτονιά σου χτυπώντας
παντού στες αυλόπορτες το βροντερό εκείνο μπαμ-μπαμ-μπαμ! με το
ξύλινο το τσοκάνι του. Πετιέσαι τότες όξω στην κρεββάτα σου ή στο
παραθύρι κι' ακούς να τρικυμίζουν τον αγέρα και τα σκοτάδια οι
γλυκύτατοι και μαγικοί ήχοι του σημανταριού, ποιοι μακρυνοί και ποιοι
κοντινοί. Και βλέπεις τότε ν' ανοίγουν πόρτες και να γιομόζουν οι
δρόμοι από κόσμον οπού πηγαίνουν ν' ακούσουν στην εκκλησιά τα
Χριστούγεννα.
Συνειθισμένος απ' αυτά, σαν εκαρτέρεσα βουβός τόσην ώρα και δεν
ακουρμάστηκα πουθενά κράχτην, απετάχτηκα στην κρεββάτα. Πίσα το
σκοτάδι όξω και το κρύο φαρμακερό. Στηλώνω τ' αυτί κι' ακαρτερώ κι'
εκεί ολόρθος ωσάν μαρμαρωμένος. Δεν άκουσα τίποτε ο μαύρος. Ως που μ'
ανάγκασαν η φωνές της μανούλας μου να μπω μέσα να μην παγώσω.
— Έμπα μέσα, μου λέει, παιδί μου, να μην παγώσης αυτού, και
Χριστούγεννα δεν έρχονται για εμάς φέτο.
Κι' εγώ μπαίνοντας στον οντά εμουρμούρισα θλιβερά:
—_ Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!
Κι' έννοιωσα να νοτίζη δάκρυ τα ματόφυλλά μου.
***
Εξημέρωσεν. Η δέηση έγεινε μπροστά στα 'κονίσματα των σπιτιών μας.
Εγώ έψαλα το «η Γέννησίς σου Χριστέ». Κι' ανάρια ανάρια εβγαίναμε από
τα σπίτια, να μάθουμε κάνα καινούριο χαμπέρι. Κανένας δεν ήξερε
τίποτε. Όλων η όψες η ξαγρυπνισμένες και κατσουφιασμένες από την
θλίψι, ώμοιαζαν τον μυσοσυγνεφιασμένον κι' αγέλαστον ουρανό μας.
Τρέχουμε στη Μητρόπολη. Κι' εκεί τίποτε δεν ειξέρουν. Ο Δεσπότης
ορμηνεύ' ησυχία κι' υπομονή. Η υπομονή μας ήταν μεγάλη μέσ' την
καρδιά μας, μα η ησυχία που καταΐσκιωνε σαν θείο χέρι ως τώρα τα
γαληνεμένα μας στήθια, άρχεψε να τραβιέται απάνου και ν' αφανίζεται
σαν την αντάρα της λίμνης μας την πρωινή, κι' ο βοργιάς της στέρησης
της εκκλησιάς άρχιζε ν' αναταράζη τα βάθητά μας.
— Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες! Αυτός ο λόγος
επέταε στα στόματα όλων κι' αυτός ο λόγος άναφτε μέσα στα σπλάχνα
μας. Οι τούρκοι είχαν γίν' άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από
ταραχές. Γιατί κι' όλοι μας, δεν ακαρτερούσαμεν, παρά ταραχές.
— Τα χωριά δε θα λα το νταγιαντίσουν.
Έλεγαν άλλοι.
— Εκκλησιά πουθενά δε θα λ' ανοίξη με το στανιό, αν είμεστε
Χριστιανοί κι' αν έχουμε Πατριάρχην.
— Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίξουν.
— Από την Πόλη θα λ' αρχινήση ο χαλασμός, αν θα λ' αρχινήση.
Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ως που σίμωσε το γιώμα. Κι' όλοι μας δεν
καρτερούσαμε πλια τώρα παρά χαλασμό.
Επεινάσαμεν κι' αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιώμα να φάμε.
Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι' εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την
εκκλησιά το πρωί. Φέτο, οπού δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μας
πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας την νύχτ' απ' ώρα 'ς ώρα το σήμαντρο και
τον κράχτη. Κι' από την αγρύπνια αύτη μας εγένονταν αγγλέουρας το φαΐ
μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
***
Άξαφνα, μέσ' στο φαΐ απάνου, έν απέραντο και δυνατό σημανταριό
ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
— Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά
στό στόμα του.
— Χστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάννα.
Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν.
Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους.
Πετιούμαστε με τον πατέρα στό δρόμο να μάθουμε.
Όλ' έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους
ρωτάμε τι γίνεται.
— Ανοίγουν η εκκλησιές, μας λέγουν.
— Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
— Μωρ' τι με το στανιό, που νικήσαμαν. Πήραμαν τα προνόμια.
— Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα
προνόμια! . . .
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' όλοι ετρέχαμαν κατά τη
Μητρόπολη. Εκεί ηύραμαν ολάνιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι'
αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε
γιομόσει κόσμον η εκκλησία και μέσα και στην αυλή ακόμα. Η εικόνες
δεν πρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς.
Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και η όψες των
Χριστιανών, οπ' έλαμπαν τώρα τηρούμενες κι' αυλακωμένες κάπου κάπου
από δάκρυα. Και μέσ' από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα
ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
— Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε
νικήτρα, δόσε κι' εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να
φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως
που να σωθούν καμμιά μέρα η αμαρτίες μας κι' ως που να δούμε άστρο
ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ' άστρο».
***
Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντάς σας σήμερα ελεύθερα εβουλήθηκα να
σας γυρίσω μ' αυτήν δυο χρόνια πίσω, να σας γυρίσω με τον νου στα
Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών.
Δάκρυσ' αλήθεια διαβάζοντες τότες του φίλου μου την γραφή και
γέρνοντας κι' εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια:
— Δόσε, Θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνη απ' ολούθε νικήτρα·
όμως δόσε και κάθε τόσο τέτοιες στο τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν
κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζη η
πατσαβουριασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμμιά βολά για
καλλίτερο. (1892)
ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
Όσες βολές η σκύλλα Ξενητιά με κερνάει τα πικρά της κρατηροπότηρα,
αχ! δεν ηξέρω πώς μώρχεται τότε και λησμονώντας κι' απαριάζοντας όλον
τον περίγυρά μου κόσμο, χύνονται σαν λυσσαγμένος μέσα μου, και με τα
σιδερένια νύχια του λογισμού, σαν κακούργος σκάφτω την έρμη μου
καρδιά κι' από των χρόνων τα λιθοσώρια ξεθάφτω τες παλιές μου
Ενθύμησες. — Η πρώτες συγκίνησες, που κέντισαν την παιδική μας ψυχή,
αφίνουν μέσα μας Ενθύμησες άσβεστες· κ' είνε το νήμα το μυστικό, οπού
μας δένει και μας κολλάει με τους τόπους που πέρασε η νιότη μας.
— Χαρά στον που τώχει ειπή!
Ενθύμησες είνε και τα &Πεζογραφήματά& μου.
Η ΕΙΚΟΝΑ
Τ' ανοιξιάτικα πρωινά, οπώβγαινα χαραγή για το γάλα, γύριζα κάποτες
από τον καφενέ του Ζώη τ' Αζώηρου.
Στην Καραβατιά, κατά τα Δυο τ' Αδέρφια, είχεν ο Ζώης ο Αζώηρος τον
καφενέ του. Είχε συγυρίσει σε τόπον καφενέ το ίδιο το σπίτι του που
καθότουν αυτός, χήρος κι άτεκνος, με τη μεσόκοπην αδερφή του, την
Κυρά Τσεβούλα. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες, κ' η αδερφή του
έβραζε τους καφέδες μέσα, 'ς το ίδιο τζάκι, 'ς την ίδια γωνίστρα του
σπιτιού, οπώβραζαν και το φαγί τους. Και δεν εμπέρδευεν ο Ζώης ποτέ
τον καφέ του, γιατ' είχε πάντα 'ς το νου ότι το μπέρδεμα φέρνει κακό
και ζημιές πλειότερες παρά κέρδη, κι αυτός το ψωμί του, οπώβγαζε με
τον καφενέ του, ήθελε να το βγάζη και να το τρώη με τον ίδρω του και
με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμμα και με την αδικιά, γιατ, ήξερε πως
κ' οι μουστερίδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον
ίδρω και με την τιμιότη.
Είν' αλήθια, πως κάποτε, πριν παντρευτή ο Αζώηρος, έβλεπε την
καλοπέραση και τα λαμπρά σπίτια των μεγαλουσιάνων κι αναστέναζε
νυχτόημερα, κ' ένας μοναχά πόθος, μια σκάση, κατάτρωγε κρυφά τα
σωθικά και τη νιότη του, πώς να βρη τρόπο κι αυτός ν' αρχοντέψη, ν'
αποχτήση κι αυτός καλοπέραση, και να χτίση ψηλά σπίτια. Τότες δεν
ήτον καφετζής ο Ζώης. Τότες είχεν αργαστήρι 'ς το Κουρμανιό κάτου,
οπού χρυσοκεντούσε φέρμελες και σελάχια μπέηδων, κοζόκες και λαχουριά
κυράδων. Κ' ήτον αργαστηριάρης αυτός, κ' είχε καλφάδες και
παρακαλφάδες εις τ' αργαστήρι του, που δούλευαν και που σαν
τραγουδούσαν ψιλά ψιλά, εκεί που πλούμιζαν, τα νυχτέρια, με χρυσάφια
και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους, έστριφτε το μουστάκι του το ξανθό
αυτός, έγερνε το κρεμεζί φέσι του στραβά ως τα φρύδια κ' έκραζε συχνά
πυκνά.
— Δόστε του, μωρέ παιδιά, δόστε του. Όξω φτώχια, μωρέ καλφάδεσιμ'.
Τότες ήτον οπούχε βάλει 'ς το νου του για ν' αρχοντέψη ο Ζώης. Έπιανε
και παράν αλήθια με την τέχνη του. Επάντρεψε μιαν αδερφή του.
Επαντρεύτηκε κι αυτός κόρη νοικοκυροπούλα με προικιό, και τώρα ....
ποιος τον κουβέντιαζε! Η μάνα του, ζούσε η κακομοίρα, κ' η δυο η
αδερφάδες του, δεν είχανε πού να τον βάλουν. Ο «Ζώης μας» εδώ κι ο
«Ζώης μας» εκεί, το πήγαιναν νύχτα μέρα «Το μοναχό μας, τ' αρχοντοπλό
μας, το μοσχοαναθρεμμένο μας, το τζοβαΐρ μας». Είχε γιομώσ' η
γειτονιά με τ' όνομα του Ζώη, φορτωμένο μ' όλ ' αυτά τα χαϊδευτικά
χαϊμαλιά. Δεν έμεινεν άλλο τώρα παρά να χτίση και το περιπόθητο σπίτι
ο Ζώης. Να το γκρεμίση από τα θεμέλια του το χαμηλόσπιτο που
εγεννήθηκε και που τ' άφηκε μαζί με την τέχνη και με τ' αργαστήρι ο
σχωρεμένος ο πατέρας του ο γέρω Αζώηρος, και να χτίση απανουθιό του
μεγάλο κι αρχοντικό σπίτι, σεράι ολάκερο με τρία και με τέσσερα
πατώματα. Έλα όμως που ο πόνος της γρηάς για το «φτωχικό» της ήταν
μεγάλος και δεν «ήταν τσαρές» για να στρέξη να χτισθή καινούργιο ψηλό
σπίτι απάνω του.
— Σαν έχς σκοπό να το γκεμίσης, γιε μ', τούλεγεν η γρηά, γρέμσε με
κ' εμένα 'ς το λάκκο μου μαζί του. Βάλε με να πλακωθώ κ' εγώ αποκάτ'
από τη σκέπη του. Άσε με κάνεμ να κλείσω τα μάτια μ' εγώ, και τότες
κάμε ό,τι θελς εσύ.
— Μα, μάννα· δεν κρένεις καλά, έλεγε ο Ζώης. Δε γλέπεις που δε μας
χωρεί τώρα το παλιόσπιτο; Τώρ' αξήσαμαν και θ' αξήσουμε ακόμα με
φαμλιά και με δούλους. Πού να ζήσουμ' εδώ μέσα 'ς αυτό το κοτέτσι
όλοι μαζί. Για βάλε με το νου σου πως έχουμε και κάποιο καλό όνομα κι
όλας όξω τώρα, και τσότσου παρά 'ςτή σακούλα .... Άσε με να το ρίξω,
δεν είνε λόγι' αυτά που λες. Δε θα ζήσουμε φτωχικά και τώρα υπ'
αρχοντέψαμαν.
Τα ίδια της λαλούσε κ' η γυναίκα του Ζώη, η καλομαθημένη
αρχοντοπούλα, τα ίδια της έψελναν κ' η «ξεμυαλισμένες» όπως τες έλεγε
η γρηά, αδερφάδες του. Μα η Κυρά Χσούλα δεν ετέντωνε αυτί σε κανένα.
— Πιάκαμαν λίγους παράδες τώρα, εμουρμούριζε, κ' επήρε ο νους σας
αγέρα. Χαλασιές και φουρτούνε σας! Πού ξέρουμε τάχατε τι μας βγάζ' η
αυριανή, χαντακωμένες!
Τότες σύγκαιρα, απόχτησε και γυιόν η γυναίκα του Ζώη και για την
καλοπέρασή της άναψε μεγαλύτερος μέσα 'ς τους λογισμούς του ο πόθος
του αρχοντικού σπιτιού. Πέρασεν όμως τότε και μια ιδέα άλλη 'ςτό νου
του. Ότι, άρχοντας αυτός τώρα, πώς θα μπορή ν' ανεβοκατεβαίνη από το
σπίτι 'ςτ' αργαστήρι κι από τ' αργαστήρι 'ςτό σπίτι του αυγή, γιόμα
και βράδυ περπατώντας, τόσο δρόμο, τόσον ανήφορο. Εσκέφθηκε λοιπόν
πώς θα να ήτον καλλίτερο ν' αφήκη απείραχτο το φτωχόσπιτο της γρηάς
απάνου 'ς την Καραβατιά, νοικιάζοντάς το σε κανένα φτωχό γείτονά του,
και ν' αγοράση αυτός ψηλό σπίτι παρακάτου, κατά το παζάρι, 'ςτ'
Αρχοντικά. Κ' η ιδέα τούτη ερρίζωσε πλια 'ςτά μυαλά του κι όλο
χαρούμενος έλεγε τώρα, γυρίζοντας το βράδυ, 'ςτη γρηά του.
— Έλα, και σώγεινε το χατήρι να μην το γκρεμίσουμε, μάνα, έλα.
Κ' η γρηά δόξαζε τον «Μεγαλοδύναμο» οπέβλεπεν ότ' η κούφια και
καταστρεφτικιά φλόγα των παιδιών της εσβύνονταν κ' εκατακάθονταν όσο
πέρναε ο καιρός. Πού να τώξερεν η μαύρη πως ο γιός της ολημερίς
παράδερνε 'ςτούς δρόμους των Αρχοντικών, για να βρη σπίτι της αρεσιάς
του, να τ' αγοράση! Τότες άρχεψε να ψευτίζη και την τέχνη του λίγο ο
Ζώης, για να κερδαίνη πλιότερα. Η λεχωνιά όμως της γυναίκας του δεν
επήγαινε καλά. Είχεν ανάψει θέρμη βαριά 'ςτό κορμί της, κι' οι
γιατροί πούχε καλέσει ο Ζώης, οι καλλύτεροι γιατροί των Γιαννίνων,
έφευγαν από το σπίτι του με κατεβασμένα φρύδια. Κάποτε κι' όλας
φανέρωσαν σε κάποιον 'ςτή γειτονιά ότ' η λεχώνα κιντύνευε.
Ως εδώ ήτον γραμμένο να βλαστήση και να κλαρωθή το περήφανο δέντρο
της αρχοντιάς του δόλιου Αζώηρου. Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μέσ'
'ςτόν κορμό του της γυναίκας του η αρρώστεια, και το κουφάλιαζε λίγο
λίγο. Και μια νύχτα, συνεφιασμένη και θλιβερή, αστροπέλεκας ξαφνικός
έπεσε κατάκορφ' απάνω του και του γκρέμισεν όλα τα φύλλα και τα ωραία
κλωνάρια, κι από το φουντωτό και ζηλεμένο δέντρο έμεινε μοναχά ένα
ολόρθο κατακαμένο και κούφιο κορμί, το κορμί του ίδιου του Ζώη. Φωτιά
έπιακε μια βραδιά 'ςτά «Τσαρτσίτικα» και τ' αργαστήρι τ' Αζώηρου μ'
όλα τα περίγυρά του γείνηκαν στάχτη ως την αυγή. Κόλπος τούρθε τότε
του βαριόμοιρου Ζώη. Πάει το πλειότερο το βιο του. Τώφαε και το
επίλοιπο η αρρώστεια κ' η λεχωνιά της γυναίκας του, που τράβηξε
χρόνον καιρό, κι όπου τη γκρέμισε κι αυτή μέσα στον τάφο μαζί με το
παιδάκι της. Πέθανε σε κάμποσον καιρό ύστερα κ' η μαύρ' η μάνα του.
Πέθανεν από τον καϋμό της για την τρομερή συμφορά και με τούτα τα
στερνά λόγια στα χείλη της:
— Πιαστήκαμαν από λίγους παράδες, και πήρε ο νου σας αγέρα, παιδιά
μου. Χαλασιές και φουρτούνες μας! Ποιος να τούξερε τι θα μας εύρισκε
σήμερα, χαντακωμένα μου!
Κι' απ' όλο τούτο τ' ανεμόχολο και τον καταποτήρα, που παράσυρε το σπίτι
του ξύρριζα, γλύτωσε ο Ζώης μοναχά κ' η αδερφή του, η Κυρά Τσεβούλα,
οπού δεν είχε προφθάσει να την παντρέψη κι αυτή. Και μαζί με τους
ανθρώπους του και με την ευτυχία, παν κ' η μεγάλες ιδέες του δύστυχου
κ' οι πόθοι του για ψηλά σπίτια και γι' αρχοντική καλοπέραση. Σαν
παραδαρμένο από βαριά νεροποντή κι' ανεμοζάλη χελιδόνι, χώθηκε
ζαλισμένος αποκάτου από τη στρέχα του φτωχικού πατρικού του και
συμμαζώχτηκε ολότρομος σε μια γωνιά, τηρώντας πότε να περάσ' η κακή
μπόρα.
Κι' όλες τες συφορές του αυτές έρριχνεν ύστερα ο Αζώηρος 'ςτόν κακό
σκοπό πώβαλε με το νου του να γκρεμίση το χαμηλό πατρικό του και να
ζητήση αλλού παλάτια και περηφάνιες.
— Κι' ο σκοπός κ' οι πόθοι αυτοί μ' έφεραν, έλεγε με το νου του
αναστενάζοντας, 'ςτό φρύδι του γκρεμού, της κόλασης, να ψευτίσω την
τέχνη μου και να χαλαστώ ο ίδιος, να σκάψω ο ίδιος το λάκκο μου με τα
χέρια μου. Διαβολομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, καλά λέει ο λόγος. Τώρα
χτυπάω το κεφάλι μου, μόν' 'ςτά χαμένα.
Κ' ένας γέροντας τούρκος προβατάρης, γείτονάς του, σα να τον έβανε
επιταυτού κανένας να του ριζώση βαθύτερα την ιδέα τούτη, του
απαντούσε ολοένα, όσες φορές τον εύρισκε ο Ζώης και τον ρώταε για το
βιο του.
— Ινσαλά, σαν θέλ' ου Γιαραμπής, καλά πάμε, κυρ Ζώη. Όποιους τράει
τν ισιάδα, πουτές δεν έχει να φουβθή τη ζμιά, είνε μαζύ τ' ου Θαγός.
Μότ' παραστράτησες απού τν ισιάδα, μότ' τη μόλεψες την τέχν' και του
βιο σ', πλάκωσε του κακό, κι μότ' πλακώσ' τόνα, καρτέρ' κι τ' άλλου.
Ιγώ πουτές δεν του χαλάου του γάλα μ, κι γι' αυτό ούτε του χάνου
πουτές, ούτε κι τα πράταμ' παθαίνουν τίπουτας. Κύτταξε του γειτουνά
μας του Μπράχου· είχινε ζλέψ', μούλεγε, ψλά σπίτια και γρόσια πουλλά.
Χάλασε του γάλα τ' για να κιρδέν' πλισσότερα. Ίσια τούρθε του κακό.
Το 'χασε όλου του κουπάδ' απ' αβλουγιά. Ιγώ πουτεσιμ δε ζήλεψα τρανά
σπίτια κι μεγαλουσύνες. Δε λέου πως δεν τα θέλου τάχα μ', μόν' δεν τα
θέλου με τν αδικιά κι με τ' ψευτιά, Αν είνε για να τ' απουχτήσου, να
τ' αποχτήσου με τουν ίδρουτά μ' κι με τν ισιάδα. Να, σαν εκείνουν
τουν άρχουντα του ρουμιό πώχει τα μεγαλύτερα σπίτια κι τα καλλύτερ'
αργαστήρια σήμερα μέσα 'ςτά Γιάννινα, κι όπουτις περνάει αυτός 'ςτού
παζάρ' με τ' αριό κι περήφανου περπάτμα τ', είδες; όλ' προσκόνουνται
κι' όλ' τουν χαιρετάν. Αυτός, . . . άσκουλσούντ'. Τ' απόχτσε με τν
αξιάδα τ' κι τ' αξίζ' να τα χαίρεται κι να τα καμάρων' τώρα.
Ο τούρκος γείτονας δεν ήξερε, αλήθια, πως κι ο Ζώης από τες σάπιες
εκείνες ιδέες της αρχοντιάς την έπαθε· μα ο Ζώης που πόναγε, πίστεψε
'στά λόγια τούτα πως τούχε τούμπανο ο κόσμος όλος το κόλασμά του, κι
από τότες ωρκίστηκε να μη ξαναβγή. Εκλείστηκε με τη αδερφή του 'ςτο
φτωχικό του μέσα κι αποφάσισε να περάση τες στερνές μέρες του με κάτι
απομεινάρια που τούχε αφήκ' η φωτιά κι ο χάρος. Τες ώρες του πέρναε
τώρα 'ςτόν κήπο του μέσα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας. Αργότερα
όμως, για να φύγη τη μοναξιά και τη συλλογή που τον πλάκων' έτσι
ολομόναχον, εσκέφθηκε να στήση τρεις πέντε μπάγγους ορθούς 'ςτήν αυλή
του και να συνάζη γύρα του τους γερόντους της γειτονιάς, και μ' την
αφορμή να τους κάμνη τον καφετζή να βρίσκη κουβέντα και χρονοτριβή μ'
αυτούς. Ύστερα ήτον ακόμα νιος, και δε θα τον εβάρενε το σερβίρισμα
των καφέδων του.
***
Στην αυλή του σπιτιού του λοιπόν είχε στήσει τον καφενέ του ο Ζώης ο
Αζώηρος. Αυτός εσερβίριζε τους μουστερίδες κ' η αδερφή του, η Κυρά
Τσεβούλα, έβραζε τους καφέδες. Παλιός χαμηλός τοίχος από ξηρολίθι
έκλειγε ολόγυρα το κτήμα τούτο τ' Αζώηρου, που τον μισό τόπο έπιανε
το σπίτι με την αυλή και τον άλλο μισό ο κήπος με τες φυτιές και με
τα δένδρα του, καλοσκαμμένος και καλοφυτεμένος, και φραγμένος με ψηλή
καλαμωτή. Έλαμπε από πάστρα η αυλή του. Οι βασιλικοί με τους
χιλιοχρώματους μενεξέδες, που στόλιζαν αραδαριά τες αλτάνες και τα
πεζούλια της, εμοσχοβόλιζαν τον αέρα, και το βουνάκι της Καραβατιάς
από πάνου κατέβαζε μια δροσιά παραδείσια την αυγή και τ' απόσπερνο.
Όλ' αυτά τα καλά, με τα παθήματα και με τους αμόλευτους καφέδες του
Ζώη, σύναζαν 'ςτόν καφενέ του τους γέρους της γειτονιάς. Είχενε και
πηγάδι με σπάνιο νερό ο Αζώηρος, οπού δεν άργησαν να το μυριστούν κι'
άλλοι και που κατάντησεν από στόμα σε στόμα να διαλαληθή 'ς όλους
εκείνους τους απάνου μαχαλάδες ο καφενές και να συχνάζουν 'ς αυτόν
όχι μονάχα οι γερόντοι μα κι άλλοι πολλοί. Κ' έβγαιναν 'ςτόν ανήφορο
εκείνο κι από τα χαμηλότερα σπίτια, για ν' απολάψουν την δροσιά του
βουνού και τ' αθάνατο νερό τ' Αζώηρου, που ήτον κατάκρυο και
καλοχώνευτο κι οπ' έβρισκαν συχνά μέσα του χλωρά φύλλα πεύκου κι
οξιάς και πουρναριού των ψηλωμάτων του Πίνδου. Οι δραγάτες οι
αρβανίτες κ' οι φυλαχτάδες των μπέηδων και των αγάδων της Καραβατιάς,
όλοι εκεί συναπαντώνταν κ' έλεγαν τα σκηπετάρικά τους. Άσε την
Πρωτομαγιά και τέτιες άλλες χρονιάρικες μέρες, οπού δεν είχενε πού να
βάλη τον κόσμο να κάτση 'ςτόν καφενέ του ο Αζώηρος. Εκόντευαν κάποτε
να ξυπνήσουν μέσα του και να ξανανάψουν τα παλιά όνειρα κ' οι
σβεσμένοι πόθοι για ν' αρχοντέψη και με τον καφενέ. Όμως τον
εκρατούσαν σφιχτά δεμένο 'ςτήν τιμιότη της τέχνης του τα λόγια του
«μπαμπά» όπως τον έλεγε τον τούρκο προβατάρη γείτονά του, που του
θυμούσαν τα περασμένα παθήματά του.
Πολλές φορές γύριζα κ' εγώ από το γάλα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, τ'
ανοιξιάτικα αυγερινά, που ανέβαινα 'ςτό βουνό χαράματα. Ετύχαινεν
όμως να διαβαίνω από κει και τες σκόλες κανέν' απόβραδο, πώβγαινα
κατά την Καραβατιά, είτε για τα καστανά και γλυκά και μεγάλα και
μυγδαλοσχισμένα μάτια των κορασιών της. Οι συχνότεροι γερόντοι,
πώβρισκα 'ςτόν καφενέ τ' Αζώηρου, ήταν ο Γερο-καλαμένιος, ο
αγαπημένος μου, που τον είχα γνωρίσει απ' αλλού κι είχα μάθει τόσα
παλαιά κι αξετίμητα πράματ' απ' αυτόν, ο Πάνος ο Γερακάρης, ο Λυγδάς
ο Λιονταρής, ο Θωμάς ο Γοργόλης, ο Μάνθος ο Μπαλιούλιας κι ο
Διαμαντής ο Βάρδας. Όλοι κηράδες κι ανυφαντίδες και χρυσοκεντιστάδες
'ςτά νιάτα τους, και τώρα απόμαχοι όλοι του ζανατιού τους.
Εμαζόνονταν εκεί με τα δικανίκια και με τα τσιμπούκια τους κ'
έστρωναν αδιάκοπες και μακριές κουβέντες, όλο για πράματα του
περασμένου καιρού τους. Κ' εγώ, 'ςτή μέση τους, χόρταινα ιστορίες και
σοφά λόγια.
Τ' απόγιομα εκείνο, μόλις προσπέρασα το κατώφλι της αυλόπορτας του
Ζώη τ' Αζώηρου κ' ηύρα τους συνειθισμένους μουστερίδες του, τους
γερόντους κι αρβανιτάδες, συμμαζωγμένους 'ς ένα μπάγγο, απανωτούς, με
καρφωμένα και μάτια και νουν απάνου σε μιαν εικόνα, που βαστούσε
καταμεσής ο Ζώης 'ςτά χέρια του. Ούτε μ' ένοιωσαν όταν εμπήκα. Τους
εσίμωσα κ' ετήραξα κ' εγώ την εικόνα. Η εικόνα ήτον παλιά κι
αξιοπερίεργη. Παράσταινε καβαλάρη παλληκαρά με γιγάντιο ανάστημα και
με πανώργια μορφή. Είχε ασπροκκόκινο το πρόσωπο και περίσσια έμμορφο
και καλοσυνάτο κ' ευγενικό, πρόσωπο βασιλικό καθαρό. Γρυπή τη μύτη,
το μέτωπο καθάριο και πλατύ, το γένειο μακρύ και γυρμένο κατά εμπρός
λίγο και κομμένον τον τσαμπά. Εφαίνετο σαν να του χάρισε η φύση όλο
του το κορμί ασύγκριτην επιδεξιότη και ξεχωριστή δύναμη. Εφόρειε
μεγάλη σκούφια 'ςτό κεφάλι του, στολισμένη με ωραία φτερά, και μακρύ
μεταξοπράσινο δουλαμά, περιπλουμισμένον με χρυσά σιρίτια, που φάνταζε
θαυμάσια, καμωμένος με πολλή μαστοριά και με τέτοια τέχνη ντυμένος,
όπου σα σκέπαζεν από τη μέση και κάτου τ' άρματα, εφαίνονταν και τ'
άρματα κ' εφαίνονταν κι αυτός.
Από τ' αλόγου του το τρεχιό κυματίζονταν ο δουλαμάς κι άφινε να λάμπη
'ς τα στήθια του χρυσή η αλυσσίδα του βασιλικού παρασήμου του κ' ένας
διαμαντοκολλημένος σταυρός, οπού φαίνονταν σαν να τον φύλαε 'ς τον
κόρφο του δίπλα γκόλφι με βαθύτατη ευλάβεια. Με τον κυματισμό του
δουλαμά πρόβαλαν 'ς το φως και τα μεγάλα κίτρινα ποδήματά του.
Δαμισκί σπαθί κρέμονταν με χρυσά λουριά από τη ζώνη του κατά το
ζέρβιο πλευρό και πίσω από το γόνατό του κρύβονταν το κρανένιο
απελατίκι του. Κι' απάνου 'ς όλ' αυτά, η λαμπράδα των ομματιών του
και του κορμιού του η λεβεντιά έδειχναν ότ' ήτον 'ς την καρδιά δράκος
τούτος και λιοντάρι 'ς τη δύναμη. Αρχοντιά κι ωμορφιά και στόλος 'ς
το ανάστημα του όλο. Με το ζερβό χέρι βάσταε τα χαλινάρια τ' αλόγου
και με το δεξιό την μακρυά λάντζα, είδος κονταριού με σιδερένιο στόκο
'ς την κορφή και με μικρό κόκκινο φλάμπουρο με τον αητό το δικέφαλο
μέσ' τη μέση.
Τ' άλογό του ήτον μαύρο και κατά το μέτωπο μοναχά λίγο μπάλλιο,
ντυμένο κι' αυτό με χρυσάργυρη σέλλα και με φαντά φάλαρα. Είχε
περήφανα σηκωμένο κατ' απάνω το κεφάλι του κ' η πλούσια και
γιαλιστερή χιούτη του χύνονταν σα κύμα τρικυμιστή 'ς τα στήθη του
αναβάτη. Σπιθοβολούσαν τα μεγάλα τα μάτια του κι' άφριζαν τα διάπλατα
τα ρουθούνια κ' εσπαρτάριζαν, ωσάν νάχυναν κατά πέρα χλημίντρισμα
ηχερό. Ελύγαε σαν την οχιά το κορμί του κ' εσήκωνε τη μαλλιαρή ουρά
πίσω, όπ' έπεφτε ανεμισμένη κι' αστραφτερή, σαν καταρράχτης
λαγκαδιάς, μέσα σε σκοταδερή νύχτα, οπ' αναλάμπει 'ς την αριάν
αστροφεγγιά. Τα πόδια του τ' ανεμόφτερα δεν επατούσαν ολότελα γη, κ'
ελαμποκοπούσαν και τα τέσσερ' ασημοπέταλά του.
Κι' αποκάτου έφερνε την επιγραφή της φράγκικα χαραγμένη και πλουμερή,
οπώδειχνε τ' όνομα του παλληκαρά καβαλάρη και τον τόπο οπού ιστορήθη,
την ξακουσμένη Φλωρέντια.
Οι γέροι κ' οι αρβανίτες, που την τηρούσαν καταπλακωμένοι, δεν
εγνώριζαν να ξεδιαλέξουν τα φράγκικα και πλουμερά γράμματα της
επιγραφής, κ' έπασχαν από τη μορφή κι από τ' άρματα του καβαλάρη να
τον πεικάσουν. Κι' άλλος τον έλεγε Άι Γιώργη κι άλλος Άι Δημήτρη,
άλλος αρχαίον έλληνα κι' άλλος στρατιώτη παλιό της Φραγκιάς και της
Φλάντρας. Αφού διάβασα την επιγραφή της εγώ, την εξανακύτταξα μια
φορά πάλι καλλύτερα την εικόνα και ρώτησα τον καφετζή τον Αζώηρο, πού
την είχε βρη. Πριν όμως μ' απολογηθή τούτος, ο Γεροκαλαμένιος, ο
φίλος μου, έστρεψε κατά πάνω μου τα δυο ματογιάλια του, — σα να μου
γνώρισε τη φωνή κ' εγύρευε να ιδή αν είμαι ο ίδιος, — και σα με είδε
κοντά του, γύρισε κατά τους άλλους κ' είπε:
— Σταθήτε και το δασκαλόπουλο θα μας το δείξη τι φανερών' η εικόνα,
μωρέ παιδιά. Το γνωρίζω γω, ξέρει πολλά πράματ' αυτό, και θάν' το
ξηγήση.
Εχαμογέλασα με τ' αγαθά λόγια του γέρου, γλυκοκυτάζοντάς τον, κ'
είπα:
— Δεν τον γνωρίζετε το βασιλιά μας;
— . . . . . . .
Βουβαμάρα χύθηκε για λίγην ώρα 'ςτή μέση μας με τα λόγια μου αυτά,
και μ' ολάνοιχτα γλέφαρα και με σφιγμένα χείλη, κατάματα μ' εκύτταζαν
όλοι, σα νάθελαν με τη δύναμη της ματιάς των να ξεθάψουν από τα
φυλλοκάρδια μου το μυστικό τ' όνομα του βασιλιά τούτου. Και σα δεν
έκρενα εγώ ακόμα, άρχεψαν να ξανατηράν την εικόνα αυτοί και να λεν:
— Ο Γεώργιος; οι γερόντοι.
— Σουλτάνι; (ο Σουλτάνος;) οι αρβανίτες.
— Τι Γεώργιος και τι Σουλτάνος μου λέτε ... Ο βασιλιάς των
Ηπειρωτών είνε τούτος.
Οι αρβανίτες ούτε μίλησαν τότες. Εμούδιασαν κ' οι γερόντοι. Κι' αυτός
ο Ζώης ο Αζώηρος, ο καφετζής, οπ' ούτε αυτός είξερε τι αξετίμητον
εικόνα είχενε τόσα χρόνια μέσα 'ς το σπίτι του. Μοναχά ο
Γεροκαλαμένιος γύρισε πάλι κατ' εμένα τα ματογιάλια του και μ'
ερώτησε αγάλια αγάλια:
— Ο Πύρρος, παιδί μου;
— Μπύρο' μώρ' μπύρρ'. Χλαλόησαν παρευτύς τα στόματα των
αρβανιτάδων.
Δεν επρόφτακα ν' αποσώσω τ' όνομα, μωρές παιδιά, κι αστραποβόλησαν με
μιας όλων τα μάτια ολόγυρα και χώρια των αρβανιτάδων όπου χούμησαν
απανωτοί κ' εσκέπασαν την εικόνα με χίλια φιλήματα.
Οι γέροι δεν εμίλησαν τότες. Είχαν καρφώσει γερά τα μάτια τους απάνω
'ςτήν εικόνα κι ο λογισμός τους ποιος ξέρει σε τι καιρούς και σε τι
τόπους αρμένιζε. Μοναχά οι αρβανιτάδες εσυντυχιώνταν κ' έλεγαν ο ένας
τ' αλλουνού με τη γλώσσα τους:
— Μωρέ Σκέντο ιχούμπουρ! (Ωρέ Σκέντο χαντακωμένε!) Νάτος ο βασιλιάς
των αρβανιτάδων. Τήρα, ωρέ καψαρέ, βασιλιά πούχαμεν μια βολά οι
δύστυχοι.
— Για βιστό κουρμ για βιστό τριμρί! (Για τήρα κορμί, για τήρα
λεβεντιά!) Τήρα ευγενική σάρκα, τήρα μορφή βασιλικιά, τήρα μάτι
αετού, τήρα μέτωπο σαν κορφοβούνι που χαράζει απάνω του η μέρα!
— Τήρα άρματα κι άλογο και φορεσιά;
— Άιντε, μωρέ Σκεντερμπέο, άιντε μωρ' ινγκιούαρ μπρετ ισκηπετάρβε!
(Άιντε ωρέ Σκεντέρμπεη, άιντε ωρέ ξακουσμένε αρβανιτοβασιλιά!) Δε θα
ν' αναστηθής μια βολά πάλε και δε θα να μας κράξης με το τρανό και
περήφανο εκείνο διαλάλημά σου: «Σα ρον Σκεντερμπέο, σκηπετάρ νουκ το
τεμπένεν κουρ σκλαβ τε τιέρβε!» (Όσο ζάει ο Σκεντέρμπεης, οι
αρβανίτες δε θα να καταντήσουν ποτές σκλάβοι των άλλων!) Κι' αλήθια,
ωρέ μπύρρο μ'. Αν δεν απέθνησκες δε θα να πέφταμεν κ' εμείς, δε θα να
σερνόμασταν, ωρέ μαύρε μου Λιούλιο, κλαρίτες και παλιοδραγάτες σήμερα
'ςτά ντερβένια του κόσμου, δίχως ψωμί, δίχως καλύβι, με μισήν κάπα
απάνου μας και με μισό τσαρούχι.