Και ο ξανθός Μενέλαος τον νόησ' ως ωμίλειε,

κ' ευθύς προσφώνησεν αυτούς με λόγια πτερωμένα•

«Και ποιος θνητός, ω τέκνα μου, μετριέται με τον Δία;

οι δόμοι και τα υπάρχοντα εκείνου αθάνατά 'ναι•

θνητός μ' εμέ 'ς τα υπάρχοντα μετριέται ναι και όχι• 80

ότι αφού έπαθα πολλά, αφού πολύ πλανήθην,

μες τα καράβια τα 'φερα, και τ' όκτατ' έτος ήλθα.

Κύπρο, Φοινίκην, Αίγυπτο, και χώραις Αιθιόπων,

και Σιδονίων κ' Ερεμβών εβγήκα, και Λιβύαν,

όπου τ' αρνιά από γενετής τα κέρατα φυτρόνουν, 85

και τρεις φοραίς τεκνοποιούν τα πρόβατα τον χρόνο.

κει του ποιμένα περισσά, καθώς και του κυρίου,

είναι τυρί και κρέατα και το γλυκό το γάλα,

ότι έχουν πάντοτ' άφθονο το γάλα να τ' αρμέγουν•

κ' ενώ πλούτη συνάζοντας κει πέρα εγώ πλανούμουν, 90

ωστόσ' άλλος μου φόνευσε τον αδελφό μου κρύφια,

απάντεχα, με της μιαρής συντρόφου την απάτη,

κ' ιδού γιατί δεν χαίρομαι 'ς τα πλούτη αυτά, 'που έχω.

και τούτα θα τ' ακούσετε και σεις απ' τους γονείς σας,

όποιοι και αν είναι, ότι έπαθα πολλά, κ' έχασα σπίτι 95

ευτυχισμένο με καλά και υπέρλαμπρα περίσσα.

κ' έστεργα εγώ 'ς σπίτι μου το τρίτο να μου μείνη,

και εις την ζωή να εσώζονταν οι άνδρες, οπού πέσαν,

εις την Τρωάδα την πλατειά, μακράν από το Άργος.

και όλους τους κλαίω και οδύρομαι, και το συχνό κλεισμένος 100

εις τα δικά μου μέγαρα, καθήμενος δακρύζω,

και ώραις 'ς το κλάμμα χαίρεται η ψυχή μου και ώραις παύω•

γοργά του κρύου κλάμματος ο πόθος ησυχάζει.

αλλ' αυτών όλων των ανδρών ο πόνος δεν με θλίβει

όσον ενός, 'που ο πόθος του φαγί μου παίρνει κ' ύπνο• 105

ότι κανείς των Αχαιών ωσάν τον Οδυσσέα

δεν μόχθησε, ουδ' εβάσταξεν αλλά το 'θελε η μοίρα

αυτός να πάθη και άσβυστος 'ς εμέ να μείνη ο πόνος

κείνου, ότι λείπει δα καιρούς, ουδέ κανείς γνωρίζει

ζη κείνος ή απέθανε• και τώρα θα τον κλαίουν 110

η Πηνελόπ' η φρόνιμη, ο γέρος ο Λαέρτης,

και ο Τηλέμαχος, 'π' άφησε 'ς το σπίτι ακόμη βρέφος».

Αυτά 'πε και τον έκαμε να κλάψη τον πατέρα•

για τον πατέρα ως άκουσε χάμου έσταξε το δάκρυ,

κ' εμπρός 'ς τα μάτια σήκωσε την πορφυρή χλαμύδα 115

με τα δυο χέρια• κ' ένοιωσεν αυτόν ο βασιλέας,

κ' εβάλθηκε 'ς του λογισμού τα βάθη να μετρήση,

θα τον αφήση αφ' εαυτού να ειπή για τον πατέρα,

ή πρώτος θα ερωτήση αυτός, το πράγμα να εξετάση.

Τούτα ενώ κείνος έζυαζε 'ς του λογισμού τα βάθη, 120

η Ελένη από τον θάλαμο τον μυροβόλον ήλθε,

όμοια με την Αρτέμιδα, 'πώχει χρυσά τα βέλη.

σιμά της βάζ' η Άδραστη θρονί καλοφτειασμένο,

από απαλώτατο μαλλί τάπητα η Αλκίππη φέρνει,

άργυρο κάλαθο η Φιλώ• δώρο ήταν της Αλκάνδρης, 125

της γυναικός του Πόλυβου, 'που 'ς ταις Αιγύπτιαις Θήβαις

εκατοικούσε, και άπειρα 'ς το σπίτι έχει τα πλούτη•

του Ατρείδη εκείνος έδωκε δύ' αργυρούς νιπτήραις,

δυο τρίποδαις και τάλαντα δέκα χρυσά, και ακόμη

η σύντροφος δώρα λαμπρά χάριζε της Ελένης, 130

χρυσή 'λεκάτη, κ' εύμορφο καλάθι τροχοφόρο,

ολάργυρο, κ' επάνωθε με χρυσωμένα χείλη.

κείνο τότε η θεράπαινα Φιλώ της παραθέτει

από εργασμένα γνέματα γεμάτ' όλο, κ' επάνω

με το γιοφύλλινο μαλλί τεντόνετο η 'λεκάτη• 135

κ' εκάθισεν εις το θρονί, οπού 'χεν υποπόδι,

κ' ερώτησε τον άνδρα της η Ελένη, ένα προς ένα•

«Μενέλαε διόθρεπτε, γνωστό μας είναι τάχα

τούτοι 'που 'λθαν 'ς το σπίτι μας ποιοι καυχώνται ότ' είναι;

άρα λαθεύομαι; η καρδιά μου λέγει να ομιλήσω• 140

ποτέ μου δεν είδ' άνθρωπον, άνδρα ή γυναίκα, τόσον

άλλου να ομοιάζη, όσον αυτός — θαυμάζ' όσο τον βλέπω —

ο υιός του μεγαλόψυχου φαίνεται του Οδυσσέα

Τηλέμαχος, όπ' άφησε 'ς το σπίτι ακόμη βρέφος,

ότε για με την άσεμνη τον πόλεμο κινώντας 145

τον τολμηρόν οι Αχαιοί κατέβητε 'ς την Τροία».

Και ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνης•

«Έτσι κ' εγώ τώρα νοώ, γυναίκα, ως συ νομίζεις•

τα πόδια τέτοια φαίνονταν εκείνου και τα χέρια,

των οφθαλμών η αστραψιαίς, και η κεφαλή και η κόμη• 150

και ως από τώρα ενθύμισα εγώ τον Οδυσσέα,

κ' έλεα πόσα 'παθε για με, κ' εμόχθησεν εκείνος,

κάτω 'ς τα μάγουλα πικρόν αυτός έχυνε δάκρυ,

κ' εμπρός 'ς τα μάτια σήκωσε την πορφυρή χλαμύδα».

Και απάντησι ο Πεισίστρατος του δίδει ο Νεστορίδης• 155

«Μενέλαε διόθρεπτε, Ατρείδη βασιλέα,

εκείνου τούτος είν' υιός τωόντι, καθώς λέγεις•

αλλ' είναι φρόνιμος, ευλάβεια τον βαστάει,

άμα πρωτώλθεν, άκαιρο λόγο να βγάλη εμπρός σου,

ενώ η φωνή σου, ωσάν θεού, μαγεύει την ψυχή μας. 160

κ' εμ' έστειλεν ο Νέστορας Γερήνιος ιππότης

να 'λθω με τούτον συνοδός• ότ' ήθελε να σ' ίδη,

λόγον ή πράξι ωφέλιμην εσύ να τον διδάξης.

πατρός, οπού ξενίτευσε, το τέκνον έχει πόνους

'ς το σπίτι του, αν δεν είναι να τον βοηθήσουν άλλοι• 165

'σαν τώρα του Τηλέμαχου 'χάθη ο πατέρας, και άλλος,

να τον φυλάξη από κακά, 'ς τον τύπον του δεν είναι».

Τότε ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνου•

«Ω Θε μου, αλήθεια σπίτι μου υιός ανθρώπου φίλου

ήλθε, 'που τόσο εβάσταξε για με πολλούς αγώναις! 170

κ' είπα ότι θα τον φίλευα έξοχ' από τους άλλους

Αργείους, αν ο Βροντητής να γύρουμε είχε δώσει

και οι δυο, το πέλαο σχίζοντας με τα γοργά καράβια.

και πόλιν θα του έκαμνα και σπίτι μέσα 'ς τ' Άργος,

απ' την Ιθάκη παίρνοντας αυτόν και υπάρχοντά του, 175

με τον υιό και τον λαόν όλο, κ' ήθελα πόλιν

ξεκάμει απ' όσαις γύρωθε μού είναι υποταγμέναις•

και όντας εδώ θα εσμίγαμε συχνά, και τίποτ' άλλο

εις την φιλιά και εις ταις χαραίς δεν θα μας ξεχωρούσε,

ειμή το μαύρο σύγνεφο της ώρας του θανάτου. 180

αλλ' ήταν δα μελλάμενο θεός να τα φθονέση,

'που εκείνου μόνου τ' άμοιρου τον γυρισμόν επήρε».

Είπε και εις όλους κίνησε τον πόθο των δακρύων•

έκλαιγ' η Ελέν' η Άργισσα, του Δία θυγατέρα,

έκλαιγεν ο Τηλέμαχος και ο βασιληάς Ατρείδης, 185

ουδ' είχεν ο Πεισίστρατος αδάκρυτα τα μάτια•

ότι και αυτός τον άψεγον Αντίλοχο ενθυμήθη,

'που της Ηώς της φωτεινής είχε φονεύσει ο γόνος•

τον ενθυμήθη κ' έλεγε με λόγια πτερωμένα•

«Ατρείδη, σε σοφώτερον απ' όλους τους ανθρώπους 190

ο γέρος είπε Νέστορας, ότ' ήλθε για σε λόγος

'ς το σπίτι, ως ερωτιώμασθε ο ένας με τον άλλον.

και τώρ', αν γίνεται, 'ς εμέ πείθου• γιατί 'ς τον δείπνο

δεν αγαπώ τα κλάμματα• αλλά του όρθρου η κόρη

Ηώ και πάλιν θα φανή• με τούτο εγώ δεν λέγω 195

κείνον, 'που επήρε ο θάνατος και η μοίρα, να μην κλαίουν.

και τούτο μόνον έχουσιν οι μαύροι θνητοί δώρο,

η κόμη να θερίζεται, να χύνεται το δάκρυ•

ότι κ' εγώ 'χασ' αδελφόν, 'που μέσα 'ς τους Αργείους

δεν ήταν ο χειρότερος, και θα τον έχης μάθει• 200

εγώ δεν τον εγνώρισα, κ' έξοχος λέγουν, ήταν,

ο Αντίλοχος, ταχύτατος, και ακλόνητος 'ς την μάχη».

Τότε ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνου•

«Ω φίλε, αφού είπες φρόνιμα, όσ' άνθρωπος με γνώσι,

και από σε μεγαλήτερος, ήθελε ειπή και πράξη• 205

τέτοιου πατρός, δεν ημπορείς ή φρόνιμα να λέγης•

καλόγνωρ' είν' η γενεά τ' ανδρός, οπού ο Κρονίδης

του γάμου και της γενετής ευτύχισε την ώρα,

ως έδωκε του Νέστορα να ήναι ολοκαιρής του,

και αυτός λαμπρά 'ς το σπίτι του τα γέρα να περνάη, 210

κ' υιούς να έχη συνετούς και 'ς τ' άρματα μεγάλους.

κ' εμείς το κλάμμ' ας παύσουμεν, όπ' είχε γίνει πρώτα•

του δείπνου ας κάμουμεν αρχή, και το νερό 'ς τα χέρια

ας χύσουν, και αύριο το ταχύ θα γίν' η ομιλία,

οπού ο Τηλέμαχος κ' εγώ θα ειπούμε μεταξύ μας». 215

Είπε• και ο Ασφάλιος το νερό τούς έχυσε εις τα χέρια,

ο επιμελής θεράποντας του ενδόξου Μενελάου•

και άπλωσαν κείνοι 'ς τα έτοιμα φαγιά 'που 'χαν εμπρός τους.

Κ' η Ελένη, κόρη του Διός, τότ' εσοφίσθηκ' άλλο•

απ' όπου επίναν, 'ς το κρασί τους έρριξε βοτάνι, 220

αντίλυπο και αντίχολο, π' όλα τα πάθη σβήνει.

εις τον κρατήρα όταν σμιχθή, όποιος τα καταπίνη

ολημερής δεν δύναται δάκρυ να στάξη κάτω,

ουδέ μητέρ' αν έχασε, ουδ' αν και τον πατέρα,

και ουδ' αν αδέλφι, ουδ' αν υιόν μονάκριβον εμπρός του 225

του σχίσουν με την μάχαιρα, και αυτός να τους θωράη•

τέτοια 'χε βότανα σοφά του Διός η θυγατέρα,

χρήσιμα, 'που της έδωκεν η ομόκλινη του Θώνα

Πολύδαμνα, 'ς την Αίγυπτο, 'που βότανα έχει πλήθος,

πολλά σμιγμένα χρήσιμα, πολλά θανατηφόρα. 230

ιατρός καθένας είναι αυτού παρ' όλους τους ανθρώπους

σοφός, ότι προπάτορα γνωρίζουν τον Παιάνα.

και μέσ' αφού το έρριξε κ' είπε να τους κεράσουν,

πάλι με την αράδα της άρχισε και τους είπε•

«Μενέλαε διόθρεπτε, και σεις εδώ, 'που είσθε 235

λαμπρών ανδρών γεννήματα, —και ο Δίας άλλοτ' άλλου

δίδει καλόν, δίδει κακόν, ότ' ημπορεί τα πάντα,—

εδώ τώρα καθήμενοι 'ς τον δείπνο με ομιλίαις

ξεδίνετε, γιατί κ' εγώ τ' αρμόδια θ' αναφέρω.

και όλους εγώ δεν δύναμαι να είπω τους αγώναις, 240

όσους ο στερεόκαρδος κατώρθωσε Οδυσσέας,

αλλ' ένα 'πώπραξε λαμπρόν με τόλμην ο ανδρείος

'ς την Τροίαν, όπ' οι Αχαιοί είχετε μύρια πάθη•

με άσχημαις βαρηματιαίς εδάμασε το σώμα,

πήρε φορέματα κακά, και ομοιάζοντας με δούλον 245

εμπήκε εις την πλατύδρομη την πόλι των εχθρών του•

'ς το σχήμα εκείνο εκρύφθηκε, και ώμοιαζε ψωμοζήτης,

αυτός 'που τέτοιος δεν ήταν 'ς τ' Αχαϊκά τα πλοία•

τέτοιος 'ς την Τροίαν εισχωρεί, κ' εκείνοι εμωραθήκαν

όλοι, κ' εγώ τον γνώρισα 'ς αυτό το σχήμα μόνη, 250

και τον εξέταζα, και αυτός μου ξέφυγε με τέχνη•

αλλ' όταν δα τον έλουα κ' έχριζα με το λάδι,

κ' ενδύματα τον ένδυνα, και ώμοσα φρικτόν όρκο,

'ς τους Τρώαις μέσ' ο Οδυσσηάς 'που εφάνη να μην είπω,

πριν αυτός φθάση 'ς ταις σκηναίς και 'ς γοργά καράβια, 255

τότε όλη μου εφανέρωσε των Αχαιών την γνώμη,

και αφού πολλούς εφόνευσε των Τρώων με το ξίφος,

εις τους Αργείους έγυρε, κ' επήρε πολλήν γνώσι.

τότ' έκλαιαν η Τρώισσαις πικρά, κ' γώ χαιρόμουν,

ότ' η καρδιά μου είχε στραφή 'ς σπίτι μου να γύρω, 260

και αργ' αναστέναζα το πώς μ' εμώραν' η Αφροδίτη,

την ώρα, 'που κει μ' έφερεν απ' την γλυκειά πατρίδα,

κ' εχώρισα την κόρη μου, τον θάλαμο, τον άνδρα,

οπού 'ς τον νου και 'ς την μορφή τον κάλλιο του δεν έχει».

Και ο ξανθός Μενέλαος απάντησεν εκείνης• 265

«Ναι, τούτα είν' όλ' αληθινά, γυναίκα, όπως τα λέγεις•

ήδη πολλών εγώ 'μαθα την σκέψι και την γνώμη

ανδρών ηρώων, και εις πολλά της γης εβγήκα μέρη•

αλλ' άνθρωπον τα μάτια μου τέτοιον ποτέ δεν είδαν,

ως ήταν μεγαλόψυχος ο φίλος Οδυσσέας. 270

όπως και αυτό κατώρθωσε με τόλμην ο ανδρείος,

'ς τ' άλογον ότε το ξυστόν οι πρώτοι των Αργείων

όλοι κρυμμένοι εφέρναμε τον όλεθρο 'ς τους Τρώαις•

και συ 'λθες τότε αυτού• θεός πρέπει να σ' έχη σπρώξει,

των Τρώων δόξαν θέλοντας να δώση• και σιμά σου 275

έρχονταν ο θεόμορφος Δηίφοβος• και γύραις

τρεις έκαμες, την βαθουλή καθίστρα ψηλαφώντας.

κ' εφώναζες με τ' όνομα των Δαναών τους πρώτους,

με την φωνή της γυναικός του καθενός εκείνων.

με τον Τυδείδη τότ' εγώ και ο θείος Οδυσσέας 280

ακούσαμε, καθήμενοι 'ς την μέση, την βοή σου•

κ' εμείς οι δυο με προθυμιάν ηθέλαμεν ορμώντας

έξω να βγούμε, ή μέσαθεν ευθύς ν' αποκριθούμε•

αλλ' όσο και αν ηθέλαμε, μας κράτησ' ο Οδυσσέας.

και τα παιδιά των Αχαιών κει μέσα εσίγαν όλα• 285

ο Άντικλος ηθέλησε μόνος να σ' απαντήση•

αλλά τον έσφιξ' ο Οδυσσηάς 'ς το στόμα με τα χέρια

τ' ανδρειωμένα, κ' έσωσε των Αχαιών το γένος,

κρατώντας, ως 'που επήρε σε κείθε η Παλλάδ' Αθήνη».

Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• 290

»Μενέλαε διόθρεπτε, πικρότερος ο πόνος,

αν μ' όλ' αυτά τον όλεθρο δεν έφυγεν εκείνος,

ουδ' αν βαστούσε σιδηρή 'ς τα στήθη την καρδία.

αλλά 'ς την κλίνη φέρτε μας, ότ' ήλθεν ήδ' η ώρα

να πέσουμε, και τον γλυκό τον ύπνο να χαρούμε». 295

Αυτά 'πε• και ταις δούλαις της παράγγειλ' η Ελένη

να στρώσουν εις την αίθουσα, να βάλουν μέσα ωραία

και πορφυρά σκεπάσματα, και τάπηταις επάνω,

και χλαίναις κάτωθε κρουσταίς, να 'χουν να ταις φορέσουν.

κ' εκείναις απ' το μέγαρον εβγήκαν, κ' εβαστούσαν 300

φως εις τα χέρια, κ' έστρωσαν• και ο κήρυκας τους ξένους

έμπασε, και 'ς τον πρόδομον αυτού πλαγιάσαν κείνοι,

ο ήρωας Τηλέμαχος και ο λαμπρός Νεστορίδης•

και ο Ατρείδης εις τ' απόκρυφα του δόμου, και σιμά του

η Ελένη η μακροπέπλωτη, η αταίριαστη γυναίκα. 305

Εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη,

και ο μαχητής Μενέλαος εγέρθη από την κλίνη,

ενδύθη, και το κοφτερό 'ς τον ώμο έζωσε ξίφος.

'ς τα λαμπρά πόδια του καλά προσέδεσε πεδούλια,

κ' εκίνησε απ' τον θάλαμον όμοιος των αθανάτων. 310

του Τηλεμάχου ωμίλησε καθήμενος σιμά του•

«Ω ήρωα Τηλέμαχε, ποια σ' έφερ' εδώ χρεία,

να 'λθης 'ς την Λακεδαίμονα, την θάλασσα περνώντας;

χρεία δική σου ή του κοινού; ειπέ μου το μ' αλήθεια».

Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησεν εκείνου• 315

«Μενέλαε διόθρεπτε, Ατρείδη βασιλέα,

ήλθ' ίσως κάποιον άκουσμα μου είπης του πατρός μου.

μου τρώγεται το σπίτι μου, μου φθείροντ' οι αγροί μου,

η κατοικιά μου εγέμισεν εχθρούς, οπ' όλ' ημέρα

πυκνά τ' αρνιά μου σφάζουσι, τα στριφοπόδα βώδια, 320

οι απόκοτοι και υβριστικοί μνηστήρες της μητρός μου.

για τούτο τώρα σου 'πεσα 'ς τα γόνατα, να μάθω

πώς εκακοθανάτισεν εκείνος, αν τον είδες

ο ίδιος, ή και αν άκουσες απ' άλλον, 'που τον είδε

εις τους πολλούς, 'που του 'δωκε, παραδαρμούς η μοίρα. 325

μηδ' από σέβας το μηδέν, ή λύπη, μου γλυκάνης,

αλλ' ό,τ' είδες ή κ' έμαθες, ειπέ μου ένα προς ένα•

ναι, σε ικετεύω, αν ο λαμπρός πατέρας μου Οδυσσέας

λόγον ή πράξι εδέχθηκε, κ' ετέλειωσε για σένα,

'ς την Τροίαν, όπ' οι Αχαιοί είχετε μύρια πάθη, 330

τώρα να μου τα θυμηθής, και ειπέ μου την αλήθεια».

Και ο ξανθός Μενέλαος εβάρυνε και είπε•

«Ω Θε, 'ς την κλίνην ήθελαν ανδρός ανδρειωμένου

εκείνοι, 'που 'ναι άνανδροι, τωόντι να πλαγιάσουν!

και ως ελαφίνα, αν δυνατού λεονταριού 'ς τον λόγγο 335

κοιμίση βυζανάρικα νεογέννητα λαφάκια,

όρη κατόπι αναζητά και χορτερά λαγκάδια

βόσκοντας, και εις την κοίτη του γυρίζει έπειτα εκείνος,

και τρομερά με τα παιδιά χαλά και την μητέρα•

όμοιο 'ς αυτούς ο Οδυσσηάς φρικτό θα φέρη τέλος. 340

και ω Δί', Αθήνη, Απόλλωνα, αν τέτοιος, ως εφάνη

'ς την Λέσβο την καλόκτιστη, 'που αμέσως εσηκώθη

'ς την πρόκλησι, κ' επάλαισε με τον Φιλομηλείδη,

και ανδρεία τον κατάβαλε, και όλ' οι Αχαιοί 'χαρήκαν,—

αν τέτοιος έλθ' ο Οδυσσηάς να πέσ' εις τους μνηστήραις, 345

'ς όλους ταχύς ο θάνατος, πικρός θα γίν' ο γάμος,

και τούτα, οπού παρακαλείς και μ' ερωτάς, δεν θέλει

άλλα σου ειπώ ξεφεύγοντας, ουδέ θα σ' απατήσω,

αλλ' όσα μου 'πε ο άψευτος γέροντας της θαλάσσης,

ένα προς ένα θα σου ειπώ, κανένα δεν θα κρύψω. 350

'Σ τον Αίγυπτον οι αθάνατοι, ενώ για δω κινούσα,

μ' εκράτησαν, ότι 'ς αυτούς δεν έκαμα εκατόμβαις•

κ' εκείνοι να ενθυμούμεθα ταις προσταγαίς τους θέλουν.

κ' είναι νησί 'ς την θάλασσα την πολυκυματούσα,

εκεί 'ς τον Αίγυπτον εμπρός, και Φάρο τ' ονομάζουν, 355

και απέχει τόσο διάστημα, όσο μετρά καράβι,

αν πρύμος άνεμος σφοδρός ολήμερα φυσήση•

λιμένας μέσ' ακίνδυνος, απ' όπου τα καράβια

βγάζουν 'ς την θάλασσαν, αφού μαύρο νερόν επήραν.

κει μ' εκρατούσαν οι θεοί είκοσ' ημέραις, μήτε 360

άνεμοι θαλασσόπνοοι φαίνονταν, 'που τα πλοία

ξεπροβοδούν 'ς τα διάπλατα τα νώτα της θαλάσσης.

και θε να ελείπαν η τροφαίς, κ' οι άνδρες θα εμαραίναν,

αν μια δεν μ' είχ' ελεηθή θεά, και μ' είχε σώσει,

κόρη τ' ανδρείου γέροντα της θάλασσας Πρωτέα, 365

η Ειδοθέα, 'πώγγιξα μάλιστ' αυτής το σπλάχνος.

αυτή μ' ηύρε οπού σέρνομουν, χωρίς συντρόφους, μόνος•

ότι εγυρίζαν 'ς το νησί και αλίευαν εκείνοι,

με κυρτ' αγκίστρια, την σκληρή την πείναν όπως σιγάσουν.

και αυτή κοντά μου εστάθηκε, μου ωμίλησε και είπε• 370

Ω ξένε, τάχ' ανόητος είσαι, 'ς την γνώμη χαύνος,

ή θέλεις το και αφίνεσαι, σ' αρέσει να παθαίνης;

τόσους καιρούς εις το νησί κρατιέσαι, και ουδέ τέλος

δύνασαι ναύρης, και η καρδιά της συντροφιάς σου λυόνει.

Αυτά 'πε, κ' εγώ προς αυτήν απάντησα και είπα• 375

Όποια και αν ήσαι των θεών εσύ, θα σ' απαντήσω.

δεν θέλω το και μένω εδώ, αλλά των αθανάτων,

'πώχουν τον μέγαν ουρανόν, αμάρτησα, λογιάζω.

αλλά συ 'πε μου, — κ' οι θεοί γνωρίζουσι τα πάντα,—

ποιος μ' εμποδίζει των θεών και μ' έδεσε εις τον δρόμο, 380

και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσω.

Αυτά της είπα και η θεά μ' απάντησεν αμέσως•

Θα σου ομιλήσω, ξέν', εγώ με όλη την αλήθεια,

συχνάζει εδώ ένας άψευτος γέροντας πελαγήσιος,

Πρωτέας ο αθάνατος, Αιγύπτιος, 'που τα βάθη 385

γνωρίζει όλης της θάλασσας, δούλος του Ποσειδώνα.

πατέρας μου είναι, ως λέγουσιν, αυτός μ' έχει γεννήσει.

καρτέρι εκείνου αν δύνοσουν να 'στήσης και τον πιάσης,

τον δρόμο αυτός θα σου 'λεγε, του ταξειδιού το μάκρος,

και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσης. 390

και αυτός ακόμη θα σου ειπή, διόθρεπτε, αν το θέλης,

ό,τι κακό 'ς το σπίτι σου και ό,τι καλό συνέβη,

ενώ 'λειπες 'ς το μακρυνό και δύσκολο ταξείδι.

Αυτά 'πε, και 'ς αυτήν εγώ απάντησα και είπα•

Τώρα του θείου γέροντα συ ναύρης το καρτέρι, 395

μήπως μου φύγη, αν προϊδή το πράγμα ή το προμάθη•

ότι θνητός είναι βαρύ θεόν να καταβάλη.

Αυτά της είπα και η θεά μ' απάντησεν αμέσως•

Θα σου ομιλήσω, ξέν', εγώ με όλη την αλήθεια.

ο Ήλιος όταν αναιβή τα μεσουράνια μέρη, 400

έρχεται από την θάλασσαν ο άψευτος ο γέρος,

'ς το μαύρον ανατρίχιασμα, 'π' ο Ζέφυρος σηκόνει,

και άμ' έξω βγη, 'ς τα σπήλαια τα θολωτά κοιμάται.

γύρω του η φώκαις, της καλής απόγονοι Αλοσύδνης,

μαζή πλαγιάζουν, βγαίνοντας από το λευκό κύμα, 405

και πικροπνέουν της βαθειάς θαλάσσης μυρωδία.

εκεί το γλυκοχάραμμα εγώ θα σ' οδηγήσω,

θα σε πλαγιάσω αραδικώς, και τρεις θε να διαλέξης

συντρόφους, τους καλήτερους, όπ' έχεις 'ς τα καράβια.

και όλαις εγώ θέλει σου ειπώ ταις πονηριαίς του γέρου• 410

'ς ταις φώκαις πρώτα θε να 'λθή, και θα ταις αριθμήση•

και, άμ' όλαις ταις εμέτρησε κ' εθώρησε, θα πέση

'ς την μέση τους, ως ο βοσκός 'ς την μέση των προβάτων.

και ως τον ιδήτε, 'πώπεσε 'ς τον ύπνο, τότε αμέσως

την δύναμι θα βάλετε και την καρδιά σας όλη, 415

κρατώντας τον, και ας προσπαθή μ' αγών' αυτός να φύγη•

θα δοκιμάση, θα γενή 'ς την γην όσα κινούνται

θεριά, θα γένη και νερό, και πυρ θεοφλογισμένο•

και σεις πάντοτε ακλόνητοι βαστάτε σφίγγοντάς τον

στενώτερα• αλλ' άμ' αυτός μόνος του σ' ερωτήση, 420

και γένη όπως τον είδετε 'ς τον ύπνο, 'που εκοιμώνταν,

την βία τότε παύσετε και λύσετε τον γέρο,

ήρωα, κ' ερώτα ποιος θεός σε βασανίζει τώρα,

και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσης.

Είπε και μες την θάλασσαν, όπ' άφριζ', εβυθίσθη. 425

κ' εγώ 'ς τα πλοία κίνησα, 'που εστέκονταν 'ς τον άμμο,

και της καρδιάς μου, ως πήγαινα, τα βάθη εταραζόνταν.

και αφού 'ς το πλοίον έφθασα, 'ς την άκρη της θαλάσσης,

τον δείπνον ετοιμάσαμε, κ' η άφθαρ' ήλθε νύκτα•

'ς το περιγιάλι επιέσαμε τότε ν' αναπαυθούμε. 430

κ' εφάν' η ροδοδάκτυλη Ηώ του όρθρου κόρη,

κ' επήρα της πλατύπορης της θάλασσας την άκρη,

προς τους θεούς ευχόμενος θερμά, με τρεις συντρόφους,

'που για κάθε κατόρθωμα πίστιν πολλήν τους είχα.

και απ' του πελάγου τους βυθούς εκείνη τότ' εφάνη, 435

κ' έφερε δέρματα φωκών τέσσερα, κ' ήσαν όλα

νειόγδαρτα• εσοφίζονταν απάτη του πατρός της.

και αφού 'ς τον άμμο αυλάκωσε πλαγιάσματα, εκαθόνταν

μένοντας• κ' εμείς φθάσαμε σιμά της• τότε αράδα

μας πλάγιασε κ' εσκέπασε με δέρμα ένα καθέναν. 440

καρτέρι θα ήταν κει βαρύ• μας έπνιγε η βαρεία

των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη.

και ποιος βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου;

αλλά μας έσωσεν αύτη με ανάσασι μεγάλη•

εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία 445

μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κήτους.

και όλη την αυγή μείναμε, με υπομονή, μ' αγώνα.

και η φώκαις απ' την θάλασσαν ήλθαν μαζή, και αράδα

εις τ' ακρογιάλι επλάγιασαν, και από τα βάθη ο γέρος

ήλθε καταμεσήμερα, και αυτού ταις φώκαις ηύρε, 450

ταις παχουλαίς, κ' εξέτασε και αρίθμησέ ταις όλαις,

κ' εμάς πρώτους λογάριασε 'ς τα κήτη, και ότι δόλος

ήταν δεν εδοκήθηκε, και επλάγιασε κ' εκείνος.

και με βοή χουμήσαμε και αδράξαμέν τον όλοι

σφικτά, και αυτός δεν ξέχασε την δολερή του τέχνη. 455

και πρώτ' απ' όλα εγίνηκε λέοντας καλογένειος,

ευθύς κατόπι δράκοντας, και πάρδαλις, και κάπρος•

νερό ρεούμεν' έγινε, και δένδρον υψωμένο.

τον εκρατούσαμεν εμείς, με υπομονή, μ' αγώνα•

και ο γέρος, άμ' απόκαμε 'ς τόσους 'πώχει δόλους, 460

προς εμέ τότ' ωμίλησε, κ' ερώτησέ με• Ποίος

θεός, Ατρείδη, σου 'δειξε καρτέρι να μου στήσης,

και να με πιάσης στανικώς; ποια έχεις εσύ χρεία;

Αυτά 'πε κ' εγώ προς αυτόν απάντησα και είπα•

Γνωρίζεις, γέρε, — τι ερωτάς τούτα, να με πλανέσης; — 465

'που 'ς το νησί τόσους καιρούς κρατιούμαι, και ουδέ τέλος

δύναμαι ναύρω, και η καρδιά της συντροφιάς μου λυόνει.

αλλά συ 'πέ μου,—και οι θεοί γνωρίζουσι τα πάντα—

ποιος μ' εμποδίζει των θεών, και μ' έδεσε εις τον δρόμο,

και πώς, το μέγα πέλαγος σχίζοντας, να γυρίσω. 470

Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος•

Του Δία και των άλλων αθανάτων ταις θυσίαις,

πριν ξεκινήσης, έπρεπε να κάμης, όπως φθάσης,

το μαύρο πέλαο σχίζοντας, γλήγορα εις την πατρίδα.

ότι δεν θέλ' η μοίρα σου να ιδής τους ποθητούς σου, 475

το σπίτι το περίλαμπρο και την γλυκειά πατρίδα,

παρ' αφού πάλιν αναιβής του Αιγύπτου το ποτάμι,

'που 'ναι βιοκαταίβατο, και κάμης εκατόμβαις

των αθανάτων, 'πώχουσι των ουρανών τους θόλους•

τότε τον δρόμο, 'που ποθείς, αυτοί θα σου χαρίσουν. 480

Τούτα μου είπε, και η καρδιά στο στήθος μου ερραγίσθη•

ότι το μαύρο πέλαγος μου επρόσταζε να σχίσω

οπίσω προς τον Αίγυπτο• μακρύ, βαρύ ταξείδι.

και μ' όλα ταύτα προς αυτόν ωμίλησα και πάλιν•

Τούτα θα πράξω, γέροντα, όπως εσύ προστάζεις. 485

αλλά ζητώ σε να μου ειπής μ' αλήθεια τούτο, αν όλοι

άβλαπτοι με τα πλοία τους οι Αχαιοί γυρίσαν,

όσους εγώ και ο Νέστορας αφήσαμε εις την Τροία,

ή αν κακό 'ς την θάλασσα κανείς έλαβε τέλος,

ή, αφού τον πόλεμο έπλεξεν, εις ποθηταίς αγκάλαις. 490

Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος•

Ατρείδη, αυτά τι μ' ερωτάς; ποσώς δεν σε συμφέρει

να ηξεύρης και να μάθης κείνα, 'που κλεί μέσα ο νους μου•

πολληώρα δεν θα 'σαι άκλαυτος, όταν τ' ακούσης όλα.

ότι απ' αυτούς πέσαν πολλοί, και άλλοι πολλοί εσωθήκαν. 495

των αρχηγών των Αχαιών εχάθηκαν δυο μόνοι

'ς τον γυρισμό• 'ς τον πόλεμο και συ παρευρισκόσουν.

ένας ακόμη ζωντανός 'ς τα πέλαγα κρατιέται•

και ο Αίας 'ς τα μακρύκουπα καράβια του αφανίσθη•

εις ταις Γυραίς πρώτ' έφερεν αυτόν ο Ποσειδώνας, 500

τραναίς πέτραις, κ' εφύλαξεν απ' την θαλασσοζάλη•

κ' είχε σωθή, και μισητός ας ήταν της Αθήνης•

αλλ' είπε λόγον βλάσφημον, μεγάλως ετυφλώθη•

πως έφυγ', είπε, εις των θεών το πείσμ', από το βάθος•

ο Ποσειδώνος άκουσε 'που αυτός μεγαλολόγα, 505

και άδραξ' ευθύς την τρίαινα 'ς τα χέρια τ' ανδρειωμένα,

την Γυρή πέτρα εκτύπησε, την έσχισε• ένα μέρος

έμειν' αυτού• 'ς το πέλαγο τ' απόκομμα εβυθίσθη,

'π' ο Αίας πρώτα εκάθονταν την ώρα 'που ετυφλώθη,

κ' έφερνε αυτόν 'ς τον άπειρον κυματισμένον πόντο. 510

έτσι αφανίσθηκεν αυτός αφού κατέπιε άρμη.

και ο αδελφός σου εξέφυγε τότε την μαύρη μοίρα

μες τα βαθειά καράβια του• τον έσωσεν η Ήρα.

αλλ' όταν εκοντόφθανε 'ς το όρος του Μαλέα

το υψηλό, τον άρπαξε κ' επήρε ανεμοζάλη 515

'ς την ιχθυοφόρα θάλασσα, και αυτός βαρειά βογγούσε.

και κείθ' έδειχνε ακίνδυνος ακόμη ο γυρισμός τους,

κ' έστειλαν πρύμον οι θεοί, κ' έφθασαν 'ς την πατρίδα,

εις ακρογιάλι εξοχικόν, όπου εκατοίκα ο Θυέστης

το πάλαι, τότ' ο Αίγισθος υιός του εκατοικούσε. 520

κ' εκείνος μ' αναγάλλιασι 'ς το πατρικό του χώμα

επάτησε, και το 'πιασε, κ' εφίλειε το με πλήθια

δάκρυα θερμά, χαρούμενος ότ' είδε την πατρίδα•

και απ' την σκοπιά τον ξάνοιξε ο σκοπός, οπού 'χε στήσει

ο δολερός ο Αίγισθος, και του χε τάξει δώρο 525

δυο χρυσά τάλαντα, και αυτός ολοχρονής εφύλα,

μη του περάση απάντεχος και δράξη ευθύς τα όπλα•

και του ποιμένα των λαών κατέβη να το είπη.

κ' ευθύς τέχνασμα επίβουλον ο Αίγισθος ευρήκε•

είκοσι παίρνει διαλεκτούς άνδραις, κ' εις ένα μέρος 530

τους κρύβει, και αλλού τράπεζα προστάζει να ετοιμάσουν•

και αυτός τον Αγαμέμνονα κατέβη να καλέση,

με άλογα, με άμαξαις, και έργ' άσχημα εμελέτα.

τον πήρε ανυποψίαστον του ολέθρου, εδείπνισέ τον

κ' εσκότωσε, ως σκοτόνουσι το βώδι 'ς το παχνί του. 535

και ουδ' ένας τότε απόμεινε της συντροφιάς τ' Ατρείδη,

ουδέ του Αιγίσθου, αλλ' όλοι τους 'ς το σπίτι εφονευθήκαν.

Τούτα μου είπε, και η καρδιά 'ς το στήθος μου ερραγίσθη.

κ' έκλαια καθήμενος 'ς τον άμμο, και η ψυχή μου

να ζήση πλειά δεν ήθελε, να ιδή το φως του ηλίου. 540

και αφού χάμου κυλιούμενος εχόρτασα το κλάμμα,

είπε μου τότε ο άψευτος γέροντας της θαλάσσης•

Τόσο μην κλαις πολύν καιρόν, Ατρείδη, ότι το κλάμμα

τίποτε δεν μας βοηθεί• μόν' ίδε εις την πατρίδα

να φθάσης το ταχύτερο, και ακόμη θα τον εύρης, 545

ή ζωντανόν, ή επρόλαβεν ο Ορέστης να τον κόψη•

και τότε 'ς το νεκρώσιμο τραπέζι θα τους φθάσης.

Αυτά 'πε, και η καρδία μου κ' η ανδρική ψυχή μου,

μ' όλον οπού περίλυπη, 'ς τα στήθη μου εζεστάθη.

και προς αυτόν ωμίλησα με λόγια πτερωμένα• 550

Τούτους ηξεύρω τους, αλλά τον τρίτον λέγε μ' άνδρα,

κείνον, 'που ακόμη ζωντανός 'ς τα πέλαγα κρατιέται,

ή απέθανε, και αν λυπηθώ, θέλ' όμως να τ' ακούσω.

Αυτά 'πα, κ' ευθύς μου 'δωκεν απάντησιν εκείνος•

Ο Λαερτιάδης είναι αυτός, κάτοικος της Ιθάκης. 555

'ς ένα νησί τον είδα εγώ δάκρυ λαμπρό να χύνη,

'ς της Καλυψώς τα μέγαρα, της νύμφης, 'πού με βία

κρατεί τον, και δεν δύναται να φθάση 'ς την πατρίδα•

ότι καράβια δεν έχει, δεν έχει ουδέ συντρόφους,

όπως 'ς τα νώτα τα πλατειά τον φέρουν της θαλάσσης. 560

και συ, Μενέλαε, του Διός θρέμμα, δεν θέλ' η μοίρα

'ς τ' Άργος τ' αλογοβόσκητο να κλείσης την ζωή σου•

αλλά 'ς τα όρια σε της γης, εις την ηλύσια χώρα,

'που 'ναι ο ξανθός Ραδάμανθυς, οι αθάνατοι θα στείλουν,

όπου ελαφρότατ' η ζωή διαβαίνει των ανθρώπων• 565

χειμώνας όχι αυτού πολύς, όχι βροχή και χιόνι,

αλλά Ζεφύρου φύσημα γλυκόπνοο, κινώντας

πάντοτε απ' τον Ωκεανό, δροσίζει τους ανθρώπους•

ότ' είσαι του Διός γαμβρός, έχοντας την Ελένη.

Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α · 第 3 / 6 段