Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν

γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης

να μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν

την τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι,

μην ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν

της Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον

μισευμόν σου, που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε

το εμετανόησε, που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην

που είχεν· δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με

ωφελεί που εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει

χρεία, να παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από

την χώραν διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν

ποταμόν, στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και

όπουθεν απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου

σου.

Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε

με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και

δε έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας

έφεραν εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός

πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής

βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη

εις τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν

εκστατικός βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε

και τες δύο, και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του.

Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα

εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν

μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι

ετούτος ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του;

Μην αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή

και αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά

να σε ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες

τες ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν

ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την

ώραν με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και

αύριον το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα

τα λόγια η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με

μεγάλην ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ.

Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να

ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε

αφίνω να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν

αντράλωσιν, ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία

της, παρομοίως από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις

αυτήν από την χαράν της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να

ημπορέσω να ειπώ λόγον. Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω

κοντά της μου είπε· Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας

αντάμωσε, και ελπίζω εις την καλωσύνην του να μας ελευθερώση

κιόλας από τούτην την περίστασιν που μας εμποδίζει εις το να

στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει να έχωμεν υπομονήν, έως

που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν καθώς είναι η

επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να συναναστρεφώμασθε κάποτε

εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως τόσον διηγήσου μου, σε

παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την χώραν, και τα όσα σου

ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να την ευχαριστήσω

διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν εις συντροφιάν

ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά δύο ώρες αυτά

και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο Καμπούρ,

και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα ήταν

αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν

και ελπίδα.

Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν

απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην,

στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι

έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον

συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε,

μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και

εφοβούμουν μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν

μεταβολήν βλέπω εις του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου

παρουσιάζεσαι εις τους οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις

καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ'

εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της

ευτυχίας και να ωφεληθής και συ από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το

κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον

έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον έκαμα να ιδή την

μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της οικίας. Αυτός κάθε

ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον έπραξεν ο Ταλμούχ

περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να τον γεμίσης από

τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται διά την

ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου κατάστασις.

Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή και επιθυμώ

πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με αγκάλιασε,

και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως ομιλεί με

την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω το αίτιον

της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του εδιηγήθηκα

τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του επερίγραψα

και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας.

Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του

εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος

τόσον υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν

υποκείμενον απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά

τον μεγαλύτερον βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει

έλθει εδώ· εσύ θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί

την αλήθειαν αν δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα

την οποίαν επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε

δεν ημπορώ να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως

θέλει μας προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της

είπα, μη φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω

εις του λόγου μου.

Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον

επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα,

τον εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την

τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων

άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να

γνωρισθή προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες

ηδονές, και πως έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού

εφάγαμεν, έπιε τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής

εντροπήν και δεν του έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και

θάρρος, αλλά απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον

λαιμόν της Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η

Τζελίκα έμενε μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και

αμπώχνοντάς τον του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην

σου να βάλω τους σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το

κορμί γερόν· μα το σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει

να το βάλω εις πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν

θυμωμένη από τον χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την

καταπραΰνω, μα δεν εστάθη τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν

έφταιξες να φέρης αυτόν τον Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και

αν είχα δίκαιον να μην τον δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις

εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια

εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε τρόπον διά να την κρατήσω.

Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά

διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην

νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την

σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου

έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε

με ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος.

Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο

Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε

συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει

από εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως

οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη

τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος

ετοιμάζετο διά να μισεύση.

Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του

χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην

από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον

εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον

αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω

μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με

μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως

Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν

πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα;

του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς

δεν ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ,

παρά έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε

πολλά δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην.

Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την

στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα

εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου

εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με

έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του

μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος.

Βλέποντας δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν

του. Εσύ είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς

κρυφήν συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε,

κάνει χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να

τολμήσης να πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι

εκείνος που παιδεύω σκληρώς τους πταίστας.

Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά

προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη

με την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι,

εφώναξεν ο βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από

εμένα καμμίαν συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την

ατιμίαν. Βεζύρη, γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου,

διατί δεν υποφέρω πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας

κεφαλάς και των δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις

βρώσιν των σκυλιών.

Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να

μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο

ζηλότυπος θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του

οποίου αυτή κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε

θαυμασμένος· ποίος βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο

αυτουργός των γενεθλίων σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα

βλέμμα άγριον και μου είπεν αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να

φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη·

καλύτερον να λάβω τον θάνατον, παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και

κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ, με εγέμισες από εντροπήν. Ας

είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή, μιλώντας με αυτόν·

άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία είμαι· η σκλάβα που εσύ

αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του Σχατάμ Χαν βασιλέως της

Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη όλην την ιστορίαν,

χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την διήγησίν της,

αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού, ω βασιλέα

μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος Ταλμούχ

δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει· σε

παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν,

ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η

ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου

κακοφανισμόν.

Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και με

κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την

ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής

Ταλμούχ θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι

αγαπητικοί, να περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και

παρακαλώ τον ουρανόν κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν

σας. Όσον διά εσένα, ω προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς

τον Φακύρην, θέλεις λάβει τον μισθόν της προδοσίας σου, και της

επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή, διεστραμένη και φθονερά, που δεν

υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του φίλου σου, και ήλθες μόνος σου

διά να τον δώσης εις την δύναμιν της εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε,

εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας

επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης εις τας χείρας του δημίου

διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια.

Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον,

επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους

εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του

ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν

με την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που

ήμουν, και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν

απέρασαν δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά

να μας εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα

αμέτρητα. Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του

βασιλέως, και βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας

φθάσουν διά να υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν,

ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως

εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν

δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι, επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα

καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν από τον κόπον της στράτας,

εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να ανταμώσω τους φίλους μου.

Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με είδαν ζωντανόν λέγοντές μου,

πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει με αυτούς από εδώ, μας

είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι οι τζοβαϊρτζήδες

σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον βεζύρην και έπεσα εις

τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την προδοσίαν των συντρόφων

μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους έφερεν έμπροσθέν του, και

τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ τους εγκαλούσα· αυτοί δε

άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο βεζύρης ωσάν φρόνιμος

που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν, εκατάλαβε πως ήταν

πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να φυλακώσουν και

τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά να προστάξη

τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι υποχρέωσαν τους

φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά εκείνο που μου

επήραν.

Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν

ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας

με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ.

Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και

φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου

αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό,

ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην

ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να

στοχασθώ, έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που

μου εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι

μου εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και

ερρίξαμεν την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν

όλους τους δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της

Τζελίκας (ω θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την

Καλεκάρην φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω

την βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου.

Τρέχω εις όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα

αποκαμωμένος εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου.

Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου,

εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός

μου. Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά

να χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να

λάβουν καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ

δι' αυτήν την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν,

και ωσάν εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και

εκατοίκησα εις το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον

πλούτον που μου απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα

εις την αυλήν του Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ'

ολίγον, διά την καλήν μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην

του, ο οποίος με αγαπούσε κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν·

μα ως εκεί δεν έπαυσεν η τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος

αξιωματικός της αυλής του Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον

μου, και τόσον έκαμε, που ο Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από

την δούλευσιν του, διά να παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον

τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ, και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις

την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να έμβω μέσα εις την δούλευσιν της

Βασιλείας σου.

Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής μου,

και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν

είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα

τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε

λογής χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη,

ημπορούσα να απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην

φοράν· μα η άγνοια της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις

την καρδίαν μου ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να

καταλάβης καταλεπτώς την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω

να διακρίνης αν έχω δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και

μελαγχολικός καθώς με βλέπεις.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ

1) Είδωλον που επροσκυνούσαν οι Πέρσαι.

2) [Γενναιοδωρία]

End of Project Gutenberg's Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr

Χαλιμά, Τόμος 2 Εξακολούθησις των ιστοριών · 第 17 / 17 段