εις αυτόν ο Κώστας Βλαχόπουλος, αρχηγός ενός σώματος,
στρατολογηθέντος με χρήματα του αρχιστρατήγου, εις τον οποίον
ιδίως ανήκε και αυτός ο ίδιος· ήτον διωρισμένος εις έν οχύρωμα
πολλά πλησίον των εχθρών και αναγκαζόμενος να ήναι αδιακόπως
εις πόλεμον υπέφερε πολύ, διότι επληγώνοντο καθ' ημέραν οκτώ
έως δέκα των στρατιωτών του. Βλέπων λοιπόν ότι ημέραν παρ'
ημέραν εγίνετο ασθενέστερον το σώμα του και διά να προλάβη κάθε
ενδεχόμενον εκοινοποίησεν εις τον Καραϊσκάκην την κατάστασίν
του και του εζήτει βοήθειαν. Ο Καραϊσκάκης αγανακτημένος από τα
κατ' εκείνας τας ημέρας διατρέξαντα, τεταραγμένος από την
θέρμην, δυσαρεστημένος προ πάντων διότι ο αρχιστράτηγος είχε
δώσει χρήματα εις αυτόν και τους στρατιώτας του, ενώ δεν είχον
συμμεθέξει των κινδύνων της εκστρατείας ταύτης, τον εδέχθη με
πολλήν αγριότητα και ωνείδισεν ως άνανδρον και αυτόν και τους
στρατιώτας του, του επρόσθεσε δε ότι, καθώς αυτοί μόνοι καθ'
όλον το στρατόπεδον λαμβάνουν χρήματα, ούτω πρέπει και εις
μεγαλητέρους κινδύνους να είναι εκτεθειμένοι. Ματαίως ο Κώστας
Βλαχόπουλος επροσπάθησε με συστολήν και ταπείνωσιν να
δικαιολογήση το ζήτημά του· ο Καραϊσκάκης ευρισκόμενος πάντοτε
εις την ιδίαν έξαψιν· «Φύγε (είπεν εις αυτόν) με τους
εξακοσίους ανάνδρους στρατιώτας σου· την θέσιν εκείνην
διακόσιοι μόνον εμπειροπόλεμοι στρατιώται είναι ικανοί να την
φυλάξωσιν». Και αποτεινόμενος προς τον Γεώργιον Γεροθανάση,
παρευρεθέντα εκεί· «Πήγαινε (είπε) λάβε διακοσίους από τους
ανδρείους συστρατιώτας σου και ανάλαβε την φύλαξιν αυτής της
θέσεως»· εσκεπάσθη έπειτα διά να ησυχάση και να κοιμηθή. Την
διαταγήν ταύτην ως πηγάζουσαν από την έξαψιν του θυμού δεν
έκριναν εύλογον να την βάλωσιν εις ενέργειαν ούτε ο
Βλαχόπουλος, ούτε ο Γεώργιος Γεροθανάσης.
Την στιγμήν ταύτην Κρητικοί τίνες και Υδραίοι προχωρήσαντες
προς το μέρος των Τούρκων ηκροβολίζοντο, παρακινούντες τρόπον
τινά τους εχθρούς εις αντίκρουσιν. Οι πλησιέστεροι των Τούρκων
έπεμψαν κατ' αυτών ανάλογον δύναμιν. Αλλ' επειδή συνέρρεον κατ'
ολίγον πολλοί Έλληνες εις βοήθειαν των πολεμούντων, και οι
Τούρκοι έπεμψαν ομοίως και άλλην βοήθειαν εις τους εδικούς των.
Τελευταίον ο Νικήτας, επιθυμών να ωφεληθή από το απροσδόκητον
και από την προθυμίαν, την οποίαν έβλεπεν εις τους στρατιώτας,
κατέβη εις τον τόπον της μάχης με την σημαίαν του· το ίδιον
έπραξαν και οι άλλοι οπλαρχηγοί, ώστε η μάχη εγίνετο ήδη
σημαντική. Ο Νικήτας μάλιστα έκαμεν έφοδον κατά τινος εχθρικού
οχυρώματος· αλλά πριν δυνηθώσι να εισπηδήσωσιν εις αυτό,
πληγώνεται εις την σιαγόνα αυτός, πληγώνονται ταυτοχρόνως και
άλλοι τινές αξιωματικοί και ικανοί στρατιώται, ώστε ευρέθησαν
εις την ανάγκην να οπισθοδρομήσωσιν. Οι συνεχείς πυροβολισμοί,
αι κραυγαί και ο θόρυβος των πολεμούντων έδωκαν αιτίαν εις τον
Καραϊσκάκην να ερωτήση το γινόμενον. Εξήλθε δε αμέσως και από
την σκηνήν του διά να ίδη. Έγεινε δε τούτο καθ' ην στιγμήν
ωπισθοδρόμησαν οι Έλληνες. Ιδών εις την κατάστασιν ταύτην τα
πράγματα, εθύμωσεν εναντίον εκείνων, οι οποίοι άνευ διαταγής
και ασκέπτως εκίνησαν μάχην κατά των εχθρών. Επιθυμών δε να
διορθώση την έλλειψιν των Ελλήνων, διά να μην αφήση να
ταπεινωθή το πνεύμα των, καθ' ην στιγμήν μάλιστα ετοιμάζετο εις
νέον και μέγαν αγώνα, πηδά εις τον ίππον του και τρέχει ο ίδιος
κατά των εχθρών, λαβών εις την χείρα του έν γιαταγάνι από τινα
των παρατυχόντων (45).
Παραλαβών δε μεθ' εαυτού όσους των ιππέων ή εφίππων αξιωματικών
απήντησε καθ' οδόν, διευθύνεται προς τους εχθρούς παρακινών και
ενθαρρύνων τους Έλληνας, όσους απαντούσε καθ' οδόν, και
επιτυγχάνει να τους τρέψη εις φυγήν και να τους βιάση να
κλεισθώσιν εις τα πλησιέστερα οχυρώματα. Αλλά μη αρκούμενος εις
τούτο προχωρεί ανάμεσα των εχθρικών οχυρωμάτων με μόνον τους
συν αυτώ ιππείς και στενοχωρεί μεγάλως τους εις τα οχυρώματα
Τούρκους περιτριγυρίζων τρόπον τινά αυτά αφ' ενός μεν μέρους με
το ιππικόν, αφ' ετέρου δε με τους πεζούς. Ο Κιουταχής
υποπτεύσας από την πρόοδον ταύτην του Καραϊσκάκη, αποστέλλει
εναντίον του όλον το ιππικόν. Οι περί τον Καραϊσκάκην λοιπόν μη
δυνάμενοι ν' ανθέξωσιν εις τοσούτον ανωτέραν δύναμιν τρέπονται
εις φυγήν· ο δε Καραϊσκάκης μένων ύστερος εις την αναχώρησιν
διά να ενθαρρύνη και τους λοιπούς και να μην αφήση να γένη
επιβλαβής η καταδίωξις, πληγώνεται και πίπτει από τον ίππον
του· αλλά την αυτήν στιγμήν αναλαμβάνει πάλιν τας δυνάμεις του,
αναβαίνει εις τον ίππον του και διαμένει ενθαρρύνων το ιππικόν
εις το να περιμένη και βοηθή τους πεζούς οπισθοδρομούντας. Ο
υπασπιστής του ιππικού Κακλαμάνος, διαμένων πλησίον του
Καραϊσκάκη εις όλους τους κινδύνους της ημέρας ταύτης, έδειξεν
ηρωισμόν και τόλμην ασυνείθιστον· μάλιστα όταν σφαίρα εχθρικού
κανονίου του αφαίρεσε την δεξιάν χείρα, αυτός χωρίς να δείξη
διόλου δειλίαν, εξακολούθησε την μάχην, λαβών με την αριστεράν
του το σπαθίον, το οποίον εκράτει εις την κοπείσαν χείρα του.
Εφονεύθησαν εις την μάχην ταύτην υπέρ τους είκοσι και
επληγώθησαν έως εξήκοντα, οι περισσότεροι αξιωματικοί και
σημαντικοί.
Αφ' ού είδεν ο Καραϊσκάκης ότι ήσαν πλέον εκτός κινδύνου οι
Έλληνες, τότε εσκέφθη περί του εαυτού του. Η φήμη είχεν ήδη
διαδώσει εις το στρατόπεδον το ολέθριον συμβάν και πλήθος
αξιωματικών συνέδραμον περί αυτόν, τον παρέλαβον και τον
εσυντρόφευσαν έως την θάλασσαν και εκείθεν τον μετέφερον εις
μίαν γολέτταν, επί σκοπώ του να τω χορηγήσωσι περισσότερα
βοηθήματα διά την πληγήν του. Καθ' όλον το διάστημα της
οδοιπορίας του δεν μετέβαλε διόλου το ήθος του, αλλ' είχε
πάντοτε την αυτήν γενναιότητα και ωμίλει ελευθέρως περί παντός
είδους αντικειμένων, περί των οποίων εγίνετο λόγος. Αφ' ού
κατεστήθη εις την γολέτταν και του εγίνοντο παρά των ιατρών
επισκέψεις εις την πληγήν του, διώρισε να γράψωσιν εις τους
αξιωματικούς Παλαμηδιώτας (τους οποίους ωνόμασε μάλιστα
παλαιούς και σταθερούς συναγωνιστάς του) να έλθωσιν να τους
ιδή. Αυτοί όμως μη νομίζοντες καλόν ν' αφήσωσι τας θέσεις των
εις μόνους τους στρατιώτας και να υπάγωσιν όλοι, έκλεξαν και
έστειλαν τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου και τον Γαρδικιώτην
Γρίβαν. Άμα επαρουσιάσθησαν είς αυτόν ούτοι· «Ελάτε (τους είπε)
να σας ασπασθώ». Επειδή δε ούτοι εδάκρυον, επροσπάθησεν ο
Καραϊσκάκης να τους εγκαρδιώση· έπειτα τους είπεν ως τελευταίαν
παραγγελίαν· «Να καταβάλετε όλην σας την φροντίδα διά να
φυλάξετε καλά τας θέσεις σας και να λύσετε επομένως την
πολιορκίαν των Αθηνών. Πρό πάντων σεις οι παλαιοί συναγωνισταί
μου να μην εντροπιασθήτε. Εγώ μεταβαίνω εις Αίγιναν και άμα
αναλάβω επιστρέφω· διά κάθε ενδεχόμενον όμως ιδού και η διαθήκη
μου· εις μεν τον υιόν μου αφίνω το τουφέκι μου, την μόνην
περιουσίαν, την οποίαν έχω τώρα (46)· τας δε θυγατέρας μου τας
αφιερώνω εις σας τους συναγωνιστάς μου (47). — Μην αναφέρης τον
θάνατον (είπεν ο Χριστόδουλος) επειδή δεν είμεθα εις εκείνην
την κατάστασιν. — Ηκούσατε, (επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης) όσα σας
είπα διά τα παιδιά μου· διά σας όμως τους συναγωνιστάς μου τι
να είπω; Επεθύμουν να έχω το έθνος έμπροσθέν μου διά να του
ειπώ τι αξίζετε. Ασπασθήτε από μέρους μου όλους τους
αξιωματικούς συναδέλφους σας και αύριον το πρωί να έλθητε όλοι
να σας ιδώ». Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερεν εις
αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζε τον
αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις
το στρατόπεδον (48).
Η πληγή ήτον εις το υπογάστριον και ανίατος κατά τας
παρατηρήσεις των ιατρών. Μ' όλον ότι οι παρεστώτες όλοι
εζητούσαν να παραστήσωσιν εις τον Καραϊσκάκην ότι δεν ήτον
επικίνδυνος, αυτός μετά τινας εδικάς του παρατηρήσεις εξήγησε
με μίαν συνήθη του φράσιν του, ότι εγνώρισε το ανίατον, δεν
μετέβαλε δε διόλου ήθος, αλλά διέμεινεν ο ίδιος δημηγορών και
ομιλών μεγαλοφώνως με τους παρευρισκομένους, έως ου ολίγας ώρας
μετά την μεσημβρίαν απέθανεν, αφήσας τελευταίαν παραγγελίαν να
τον ενταφιάσωσιν εις μίαν μεγάλην εκκλησίαν (49).
Η φήμη διέδωκεν αμέσως πανταχού την είδησιν του θανάτου του,
και μία τρομερά φρίκη και κατήφεια εκυρίευσεν όλους. Το
στρατόπεδον ενόμισεν απ' εκείνην την στιγμήν ότι έχασε τον
πατέρα του, τον οδηγόν του και ενί λόγω τον σωτήρα του. Εσβύσθη
αμέσως η προθυμία και η τόλμη, την οποίαν έδειχνεν εις όλας τας
πράξεις του, εις τας οποίας είχεν οδηγόν, θεατήν και κριτήν τον
Καραϊσκάκην, και ωμοίαζεν ως σώμα χωρίς ψυχήν. Όλαι δε αι
προσπάθειαι και του αρχιστρατήγου και των αξιωματικών του να το
παρηγορήσωσι και να το εμψυχώσωσιν απέβησαν μάταιαι, καθώς τα
μετά ταύτα συμβάντα το απέδειξαν.
Ο αρχιστράτηγος διέταξε να μετακομίσωσι το σώμα του Καραϊσκάκη
εις Σαλαμίνα διά να το ενταφιάσωσι με τας ανηκούσας τελετάς·
διέδωκε δε εις το στρατόπεδον ότι το έπεμψεν εις Αίγιναν,
υποπτεύων μετά λόγου, ότι πολλοί των αξιωματικών και εκ των
στρατιωτών ακόμη ημπορούσαν να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα διά να
συνοδεύσωσι τον νεκρόν και να του αποδώσωσι τας τελευταίας
τιμάς, και ότι η απουσία των εδύνατο ν' αποβή επιβλαβής εις το
στρατόπεδον εις τοιαύτην μάλιστα περίστασιν. Εξήλθεν έπειτα εις
την ξηράν και προσκαλέσας τους αξιωματικούς όλου του
στρατοπέδου τους ωμίλησεν όσα ενόμισε πρόσφορα εις την
περίστασιν, τους επαρηγόρησε διά την στέρησιν του Καραϊσκάκη
και τους επαρακίνησε να εξακολουθήσωσι τον αγώνα με την ιδίαν
προθυμίαν και γενναιότητα, υποσχόμενος να συναγωνισθή και ο
ίδιος και να πράξη υπέρ του στρατοπέδου ό, τι του επιτρέπουν τα
μέσα, τα οποία το έθνος ενεπιστεύθη εις αυτόν. Προβάλλει
τελευταίον αν εγκρίνουν να εξακολουθήσωσι το ίδιον σχέδιον του
Καραϊσκάκη, ή να διευθετήσωσι κατ' άλλον τρόπον το κίνημα.
Πολλοί των αξιωματικών διά την υπόληψιν την οποίαν είχον εις τα
σχέδια του Καραϊσκάκη και διά το προς αυτόν σέβας, επρόβαλον να
εξακολουθήσωσι το αυτό σχέδιον. Ο Κώστας Μπότζαρης όμως
επρότεινε το εναντίον, λέγων ότι το στρατόπεδον διά τον θάνατον
του αρχηγού του ήτον τρόπον τινά χωρίς κέντρον· ότι το σχέδιον
τούτο δεν θέλει δυνηθή να το εκτελέση κανείς καθώς ο
Καραϊσκάκης, ο οποίος, επειδή το συνέλαβεν ο ίδιος και το
εμελέτησε προ καιρού, ηδύνατο να προΐδη κάθε εναντίον και τας
ατελείας του, αν ήθελεν έχη, να τας διορθώση και εις τον καιρόν
ακόμη της εκτελέσεως και να προλάβη τους εξ αυτής κινδύνους.
Αλλά μετά τινας διαφιλονεικήσεις, εις τας οποίας υπεφαίνετο ήδη
η διαίρεσις του στρατοπέδου, υπερίσχυσαν οι ζητούντες την
εκτέλεσιν αυτού του σχεδίου. Αλλ' ό, τι συμβαίνει πάντοτε εις
τας επιμόνους διαφιλονεικήσεις, όπου οι φιλονεικούντες δεν
προσπαθούν να εύρωσι το ορθόν και το συμφέρον, αλλά να
κατορθώσωσι να υπερισχύση η γνώμη των, τούτο συνέβη και εις
ταύτην την περίστασιν. Δεν εσυμβιβάσθησαν να βάλωσιν εις
ενέργειαν το σχέδιον, οποίον εδόθη από τον Καραϊσκάκην, αλλ'
αφ' ού έκαμαν τινάς μεταβολάς.
Πριν έμβωμεν εις την διήγησιν του ολεθρίου τούτου επιχειρήματος
ας μεταβώμεν εις Σαλαμίνα διά ν' αποδώσωμεν τας τελευταίας
τιμάς εις τον ήρωά μας. Άμα έφθασεν εις Σαλαμίνα το πλοίον το
φέρον το νεκρόν σώμα του Καραϊσκάκη, όλοι οι κατοικούντες και
παροικούντες εις αυτήν άνδρες, γυναίκες, παιδία και γέροντες
εξήλθον εις προϋπάντησιν με μίαν γοεράν κατήφειαν, με θρήνους
και με δάκρυα. Προηγείτο εις την εκφοράν το ιερατείον
ενδεδυμένον την ιερατικήν στολήν. Δεν ηκούετο δε εις την
πολυάριθμον εκείνην ομήγυριν ειμή η λυπηρά ψαλμωδία και ο
γοερός τόνος των ιερέων διακοπτόμενος εν τω μεταξύ από τους
στεναγμούς του λαού και τους συγκεχυμένους και διακεκομμένους
θρήνους των συνακολουθούντων γυναικών και παιδίων. Εάν εξέταζέ
τις όλων των παρευρισκομένων τα πρόσωπα, ήθελεν ευκόλως ιδεί,
ότι κανέν άλλο αίσθημα δεν εκυρίευε τας καρδίας των, ειμή το
της λύπης διά την στέρησιν τοιούτου ανδρός (εις τον οποίον όλοι
απέδιδαν το όνομα του πατρός και σωτήρος) και το του φόβου
μελλόντων κινδύνων, εις τους οποίους δικαίως υπώπτευον ότι
έμελλε να εκτεθή το έθνος μας. Με τοιαύτην παράταξιν ωδήγησαν
τον νεκρόν εις την εκκλησίαν και αφ' ού του έγεινεν η συνήθης
εκκλησιαστική τελετή, ο κύριος Γ. Αινιάν εξεφώνησεν επιτάφιον
λόγον, ο οποίος έτι μάλλον εξήψε την λύπην με την διήγησιν των
προτερημάτων και των ανδραγαθιών του ενδόξου τούτου ήρωος·
μετέφερον έπειτα το σώμα εις τον ετοιμασθέντα τάφον και το
κατέθεσαν με τον συνήθη πυροβολισμόν. Τοιαύται νεκρώσιμοι
τελεταί έγειναν και εις Πόρον (50) και εις Ναύπλιον και
αλλαχού. Πανταχού δε τα πρόσωπα των Ελλήνων έδειχνον ότι η αυτή
λύπη εκυρίευε τας καρδίας των.
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη δεν έμεινεν επί πολύ άγνωστος και εις
τους εχθρούς. Αιγύπτιος τις τακτικός, αυτομολήσας προ καιρού
εις τους Έλληνας από τα τάγματα του Ιμπραΐμη, ήτον ως ιπποκόμος
εις ένα από τους Σουλιώτας αξιωματικούς. Αυτός λαβών τον ίππον
του κυρίου του και δραπετεύσας από το Ελληνικόν στρατόπεδον
μετέβη εις τους εχθρούς και έδωκε την είδησιν του θανάτου του
Καραϊσκάκη. Όσην λύπην, αθυμίαν και δειλίαν είχον αισθανθή οι
Έλληνες διά τον θάνατον του Καραϊσκάκη, τόσην χαράν και θάρρος
έλαβον οι εχθροί (51). Επροσπαθούσαν δε να την γνωστοποιήσωσι
και εις τους Έλληνας μ' οποία μέσα ηδύναντο. Εφώναζον από τα
οχυρώματά των· «Δεν υπάρχει πλέον ο Καραϊσκάκης· πρέπει να
ενδυθήτε τα μαύρα». Οι Έλληνες εζήτησαν κατ' αρχάς να κρύψωσι
τον θάνατον του Καραϊσκάκη και να δείξωσιν αδιαφορίαν εις τα
λεγόμενα. Αλλ' η λύπη, η οποία εκυρίευε τας καρδίας των, δεν
τους εσυγχώρει να υποκριθώσι προσήκοντος το οποίον ανελάμβανον
προσωπείον.
Κατά την απόφασιν, η οποία επί της συνελεύσεως των αξιωματικών
και του αρχιστρατήγου έγεινεν, ως ανωτέρω ανεφέραμεν, του να
βάλωσιν εις ενέργειαν το σχέδιον του Καραϊσκάκη, επειδή ήδη
είχον γένει έτοιμα και όλα τα αναγκαία, όλοι οι διωρισμένοι να
λάβωσι μέρος εις τούτο το κίνημα κατέβησαν εις το παραθαλάσσιον
την 24 του Απριλίου και μετά το μεσονύκτιον επιβάντες εις πλοία
εκίνησαν και ύστερον από τινα εμπόδια εξ αιτίας των εναντίων
ανέμων έφθασαν και απέβησαν εις την ξηράν, οδηγούμενοι δε από
τον Μακρυγιάννην επροχώρησαν προς το φρούριον, διαιρούμενοι εις
σώματα, εκ των οποίων τα μεν ετοποθετήθησαν κατά σειράν εις
οποίας ενόμισαν αρμοδιωτέρας θέσεις, τα δε προώδευσαν προς το
φρούριον διά να τοποθετηθώσιν εις τας παρά του Καραϊσκάκη
σημειωθείσας θέσεις. Αλλά κινούμενοι από παράκαιρον άμιλλαν δεν
περιωρίσθησαν εις τας σημειωθείσας θέσεις, αλλ' εξηπλώθησαν και
διεμοιράσθησαν εις πολλάς, διά το οποίον και αδυνάτισαν.
Επροχώρησαν δε και προς το φρούριον και προπαρετάχθησαν το σώμα
των Σουλιωτών, των Κρητών, των Αθηναίων και το τακτικόν. Συνέβη
δε είτε κατά λάθος, είτε κατά περιφρόνησιν ή αδιαφορίαν να μην
τοποθετηθή κανέν σώμα εις μίαν θέσιν, την οποίαν ως μη
πατουμένην από το ιππικόν είχε συστήσει ιδιαιτέρως ο
Καραϊσκάκης διά να πιασθή από έν σώμα δυνατόν και τούτο επέφερε
σημαντικήν βλάβην εις τους Έλληνας.
Ο Κιουταχής, άμα εξημέρωσε και είδε τους Έλληνας εις ταύτας τας
θέσεις, συνήθροισεν εις Σέγκιον (Άρειον Πάγον) όσον στράτευμα
ηδύνατο να μετακινήση και αφ' ού τους παρεκίνησε και τους
ενεθάρρυνε με υποσχέσεις και αμοιβάς, τους διέταξε να
εφορμήσωσι κατά των προτεταγμένων Ελλήνων, το οποίον και
έπραξαν με τρομεράν μανίαν και ορμήν. Οι Έλληνες, οι οποίοι
μάλιστα δεν είχον προφθάσει να κάμωσι δυνατούς τους προμαχώνας
των, μόλις εκένωσαν τα πυροβόλα των και ευρέθησαν εν τω μέσω
των Τούρκων, χωρίς να λάβωσι καιρόν να γεμίσωσι πάλιν.
Πολεμούντες λοιπόν συμμεμιγμένοι με τους εχθρούς, εχάθησαν
σχεδόν όλοι. Την φθοράν ταύτην ιδόντες οι εις τα λοιπά
οχυρώματα Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν πριν έλθωσιν εις μάχην
μετά των εχθρών. Αλλά το ιππικόν του εχθρού εφόνευεν όσους
επρολάμβανεν. Ο τρόμος αποκατέστη γενικός και όλοι έφευγον προς
την θάλασσαν διά να σωθώσιν εις τα πλοία. Ο δε Κόχραν και ο
αρχιστράτηγος, οι οποίοι είχον εξέλθει εις την ξηράν, έπεσον
εις την θάλασσαν διά να προλάβωσι να φύγωσιν. Ο όλεθρος ήθελε
γένει γενικός και υποκάτω ακόμη εις τα κανόνια των Ελληνικών
πλοίων, εάν ο Νικόλαος Ζέρβας δεν εμπόδιζε με το σπαθί εις τας
χείρας τους φεύγοντας και δεν τους εμψύχωνε με το παράδειγμά
του διά να συσσωματωθώσι και ν' ανθέξωσιν εις τας εχθρικάς
προσβολάς. Οι Τούρκοι πλησιάσαντες είς το παραθαλάσσιον και
ιδόντες τους Έλληνας συσσωματωμένους και ετοίμους δι'
αντίκρουσιν, προστατευομένους μάλιστα και από των πλοίων τα
κανόνια, δεν επεχείρησαν άλλην προσβολήν, ευχαριστημένοι,
φαίνεται, από την άχρι τούδε έκβασιν, αλλ' επέστρεψαν εις το
στρατόπεδόν των.
Η ζημία την οποίαν έλαβον οι Έλληνες εις ταύτην την μάχην
υπήρξε μεγίστη και οποία δεν συνέβη έως ταύτην την εποχήν.
Πεντακόσιοι περίπου Έλληνες εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν, εκ
των οποίων οι περισσότεροι ήσαν τακτικοί, Κρήτες και Σουλιώται·
προ πάντων όμως η μάχη αύτη υπήρξεν ολεθρία διά το πλήθος των
αξιωματικών, οίτινες εφονεύθησαν ή επιάσθησαν ζώντες· μεταξύ
των πρώτων συναριθμούνται ο Λάμπρος Βέικος, ο Γεώργιος
Τζαβέλας, ο Αθανάσιος Τούσια Μπότζαρης και ο Ιωάννης Νοταράς·
μεταξύ δε των αιχμαλωτισθέντων ο Γεώργιος Δράκος και ο
Δημήτριος Καλλέργης (52).
Ίσως δεν ήθελε γένει τόσον σωματική ζημία εις τους Έλληνας, εάν
άμα συνεκλήθη η μάχη εις τούτο το μέρος, οι εις Κερατζίνι
ήθελον εφορμήσει κατά των αντικρύ των τοποθετημένων εχθρών,
καθώς ήτον το σχέδιον του Καραϊσκάκη· αλλ' εις το συμβούλιον,
το οποίον προανεφέραμεν, δεν ενεκρίθη να γένη από τούτο το
μέρος κίνημα. Μ' όλον τούτο, ενώ συνεκροτείτο η μάχη, εις το
πέραν μέρος τινές των αξιωματικών εκ των του σώματος του
Καραϊσκάκη, βλέποντες διάφορα σώματα Τούρκων αποκοπτόμενα από
τα πλησίον οχυρώματα και μεταβαίνοντα εις τον τόπον της μάχης,
επρόβαλον να γένη και από μέρους των κίνημα κατά των εχθρών,
τουλάχιστον όσον να τους εμποδίσωσι του να δώσωσι βοήθειαν εις
τους μαχομένους· αλλ' ο Γιαννούσης επρότεινε να μην κάμωσι
κανέν κίνημα έως να γένη μισής ή και μιας ώρας μάχη εις το
πέραν μέρος, και τότε να εφορμήσωσι εδώθεν διά να κάμωσι
λαμπρότερον έργον κάμνοντες αντιπερισπασμόν εις τον εχθρόν. Το
πρόβλημα τούτο εισηκούσθη χωρίς δυσκολίαν, διότι εφαίνετο
εύλογον και διότι όλοι εσέβοντο τον Γιαννούσην (καθώς και ο
ίδιος Καραϊσκάκης) διά την ανδρίαν και πολεμικήν εμπειρίαν του·
αλλ' έως ου να κινηθώσιν ούτοι, εις το αντικρύ μέρος άλλοι μεν
είχον ήδη κατακοπή από τους εχθρούς, οι δε λοιποί τραπέντες εις
φυγήν κατεδιώκοντο.
Διά την αποτυχίαν ταύτην και διά την τρομερωτάτην σφαγήν όλον
το στρατόπεδον έπεσεν εις μεγίστην αθυμίαν· ο δε γενικός
κανονοβολισμός των εχθρών αποκατέστησε ζωηροτέραν την λύπην και
τον φόβον δεινότερον, ώστε μόλις έπαυσεν η μάχη και ο Ιωάννης
Θ. Κολοκοτρώνης, οι Πετμεζαίοι και ο Σισίνης εμήνυσαν εις την
επιτροπήν του σώματος του Καραϊσκάκη διά να στείλωσι στράτευμα
να πιάση τας οποίας αυτοί κατείχον θέσεις, διότι δεν ημπορούν
να κρατήσωσι τους στρατιώτας των, από τους οποίους άλλοι μεν
ήρχισαν ήδη να φεύγωσι κρυφίως, άλλοι δε ζητούν φανερά την
φυγήν.
Η επιτροπή αύτη προσκαλέσασα και όλους τους αξιωματικούς του
στρατοπέδου έκαμε σύσκεψιν περί του πρακτέου και ευρέθη εύλογον
να συσφίξωσι το στρατόπεδον καταβαίνοντες πάλιν εις τας πρώτας
θέσεις των και να φυλάξωσι την σειράν των οχυρωμάτων από
Κερατζίνι έως Φαληρέα. Διά να μη λάβη δε ο εχθρός είδησιν και
προξενήση τινά βλάβην, η μετάβασις απεφασίσθη να γένη την νύκτα
μ' όλην την απαιτουμένην μυστικότητα και φρόνησιν. Όσον
αναγκαιοτέρα ενομίζετο η μυστικότης, τόσον ολιγώτερον την
εφύλαξαν οι Έλληνες εις την ώραν της μεταβάσεως. Από τας
συνομιλίας, από τον κτύπον των κανοναμαξών και από την
απροσεξίαν, με την οποίαν εκτελούσαν τα διαταττόμενα, εννόησεν
ο εχθρός την φυγήν των.
Εις την ώραν ταύτην κανείς από τους Έλληνας δεν είχεν άλλο προ
οφθαλμών, ειμή την ιδίαν του σωτηρίαν, και κρίνων από το
αίσθημα, το οποίον εκυρίευε την καρδίαν του, δεν εμπιστεύετο
εις άλλον· εστέλλετο κανείς εις σκοπιάν; ενόμιζεν ότι οι λοιποί
τον άφησαν και έφυγον, ή ότι θέλουν τον αφήσει, και ούτε αυτός
εκτελούσεν ως έπρεπε το χρέος του, ούτε οι λοιποί ηδύναντο να
εμπιστευθώσι. Θόρυβος και αταξία μεγίστη εκυρίευε καθ' όλον το
στρατόπεδον και έφευγον όλοι με βίαν προς την θάλασσαν και τον
Φαληρέα. Οι πλησιέστεροι εκ των εχθρών, οι οποίοι είχον
εννοήσει την αναχώρησιν και ήσαν έτοιμοι, μόλις είδον τους
Έλληνας αναχωρήσαντας, εμβαίνουν εις τους εγκαταλειφθέντας
προμαχώνας και βάλλουσι φωτίαν εις τας καλύβας διά να δώσωσιν
ευκολώτερον και εις τους λοιπούς Τούρκους την είδησιν της
φυγής.
Όσοι ήσαν τοποθετημένοι πλησιέστερον των εχθρών, φεύγοντες προς
την θάλασσαν, εύρισκον ερήμους τους προμαχώνας, όθεν διέβαινον,
ενώ οι φυλάττοντες αυτούς Έλληνες ήσαν εις χρέος να τους
περιμείνωσι, να ενωθώσιν όλοι ομού και ούτω ν' αναχωρήσωσι.
Τούτο αύξησε την δυσπιστίαν και την ταραχήν· ό,τι όμως την
εκορύφωσεν ήτον, ότι ελθόντες εις τα οχυρώματα, εις τα οποία
είχον αποφασίσει να τοποθετηθώσι, δεν εύρισκον εκείνους, οι
οποίοι τα εφύλαττον· ώστε αν οι Τούρκοι εγνώριζον την
κατάστασιν των φευγόντων και ήθελον τους καταδιώξει με
ολιγώτερον φόβον και συστολήν, ήθελον τους προξενήσει
σημαντικωτάτην ζημίαν. Τόσον μέγας ήτον ο φόβος, όστις
εκυρίευσε το στρατόπεδον, ώστε η εμπροσθοφυλακή, ή κάλλιον οι
φεύγοντες πρώτοι, απαντήσαντες έν ποίμνιον ενόμισαν ότι ήτον
εχθρικόν ιππικόν, και οπισθοδρομήσαντες διέδωκαν την είδησιν
ταύτην εις τους ακολουθούντας, ώστε αν δεν ήθελον έβγει
ογλίγωρα από την απάτην, πολύ μέρος του στρατεύματος ήθελε
ριφθή εις την θάλασσαν.
Έφθασαν εις το μέρος όπου ήτον τοποθετημένον το ιππικόν, αλλ'
επειδή ουδ' αυτού δεν εστάθησαν, αλλ' έφευγον με την ιδίαν
αταξίαν, ο αρχηγός του ιππικού ηναγκάσθη να συνακολουθήση εις
την φυγήν, αφήσας όλας τας σκηνάς και πολλάς αποσκευάς του
ιππικού. Επειδή δε η διάβασις έμελλε να γένη από μίαν ξυλίνην
γέφυραν, οι ιππείς θέλοντες να προλάβωσι διά να μην τύχη και
την πιάσωσιν οι εχθροί και επομένως βλαφθώσι, μη ούσης άλλης
διαβάσεως δι' αυτούς, ετάχυνον τον δρόμον των. Τούτο έδωκεν
αιτίαν εις τους πεζούς να τρέχωσι μ' όλας τας δυνάμεις των διά
να μην μείνωσιν οπίσω και ηύξησαν εις τον ανώτατον βαθμόν τον
θόρυβον. Ελεεινόν θέαμα! Εκείνοι οίτινες διέβησαν την νύκτα διά
μέσου του στρατοπέδου του Ομέρ πασά εις Δίστομον, προξενήσαντες
θάμβος και έκστασιν εις τους εχθρούς, εκείνοι οίτινες επέπεσον
την νύκτα εις το στρατόπεδον το πολιορκούν το Μεσολόγγιον και
εισεχώρησαν ανά μέσον των σκηνών έως εις αυτό το άσυλον του
Κιουταχή, έφευγον με την πλέον φρικτήν αταξίαν και κυριευμένοι
από μέγιστον τρόμον, ενώ δεν κατεδιώκοντο εκ του πλησίον από
τον εχθρόν, απέδειξαν εμπράκτως ότι φρόνιμος και ανδρείος
αρχηγός είναι καλήτερος από μέγα και ανδρείον στρατόπεδον.
Συνήλθον τέλος πάντων εις Φαληρέα όλοι οι φεύγοντες εκτός των
Πετμεζαίων, οι οποίοι με οκτακοσίους περίπου στρατιώτας
διευθύνθησαν προς Ελευσίνα. Οι Τούρκοι ακολουθούσαν μακρόθεν μέ
παρατήρησιν και περίεργον προσοχήν, υποπτεύοντες ίσως καμμίαν
ενέδραν, αλλ' ήσαν μακράν του να γνωρίσωσι την αληθή κατάστασιν
του Ελληνικού στρατεύματος. Επλησίασαν μ' όλον τούτο εις τους
περί τον Φαληρέα προμαχώνας, όπου εάν δεν ήθελον σταθή ο Κήτζος
Τζαβέλας και ο Κώστας Βλαχόπουλος, ήθελον ίσως κυριεύσει οι
εχθροί και τα κανόνια. Ματαίως επροσπαθούσαν οι αξιωματικοί να
εμψυχώσωσιν οπωσούν το στράτευμα και να το πληροφορήσωσιν ότι
δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος. Οι στρατιώται και προ πάντων οι
εσχάτως ελθόντες από τας νήσους, όντες ασυνείθιστοι από τοιαύτα
πράγματα, συνήρχοντο πλησίον της θαλάσσης και απέβλεπον προς
αυτήν, ως το μόνον μέσον της σωτηρίας των. Όστις είδε το
στρατόπεδον τούτο εις την ακμήν του, ζώντος έτι του Καραϊσκάκη,
δεν ηδύνατο να μη δακρύση βλέπων τοιαύτην μεταβολήν εις αυτό,
το οποίον ωμοίαζεν ως ποίμνιον διασκορπισθέν από τους λύκους.
Ηύξησε δε έτι μάλλον την αθυμίαν και τον φόβον των στρατιωτών η
διήγησις του τρομερού δυστυχήματος, το οποίον έπαθον οι
εκστρατεύσαντες, και το οποίον διηγούμενοι μόνοι των οι
διασωθέντες, το αποκατέστηνον ελεεινότερον και αισθαντικοτέρας
λύπης και φόβου πρόξενον.
Εφάνη τελευταίον η ημέρα, η οποία τόσον επιθυμητοτέρα ήτον εις
τους Έλληνας, όσον έμελλε να διασκεδάση το τρομερόν κακόν του
φόβου και της αταξίας. Οι Τούρκοι επέστρεψαν εις τας σκηνάς
των, αφήσαντες μόνον μερικούς εις το μοναστήριον. Ο Γιαννούσης
θέλων να εμψυχώση οπωσούν τους Έλληνας και να τους αποτρέψη από
την επιθυμίαν της φυγής, τους παρεκίνησε να προσβάλωσι κατά των
εις το μοναστήριον εχθρών· κινείται πρώτος μέ προθυμίαν και το
παράδειγμά του εμψύχωσεν ικανούς. Οι Τούρκοι όμως μη έχοντες,
φαίνεται, σκοπόν να φυλάξωσι το μοναστήριον, δεν επιάσθησαν εις
μάχην, αλλ' έφευγον πριν ακόμη πλησιάσωσιν οι Έλληνες. Μετά
τούτο συνελθόντες οι αξιωματικοί του στρατοπέδου (επειδή ο
αρχιστράτηγος δεν είχεν ακόμη φανή έως εις εκείνην την στιγμήν)
και έχοντες ακόμη κάποιαν ελπίδα, ότι ημπορούσε να συνέλθη εις
αυτό το στρατόπεδον, εσκέπτοντο πώς να διαθέσωσι τα πράγματα.
Απεφάσισαν δε να τοποθετηθώσιν εις το μοναστήριον, εις έν
οχύρωμα πλησίον του μοναστηρίου και εις τον Φαληρέα.