Τώρα δε ας ίδωμεν ποίος είμαι, όταν ο πατήρ μου θέλη να με αποκηρύξη•

και δεν θα είπω ότι την μεν πρώτην φοράν ήμουν χωρίς επάγγελμα, τώρα

δε ιατρός• διότι η επιστήμη ουδόλως θα συντελέση προς υπεράσπισίν μου•

ουδέ ότι τότε μεν ήμουν νέος, τώρα δε έχω ηλικίαν ώριμον, ήτις είνε

εγγύησις ότι δεν δύναται να κάμω παρεκτροπάς και αφροσύνας• διότι και

τούτο ίσως δεν είνε πολύ σημαντικόν. Αλλά την πρώτην φοράν, χωρίς να

του κάμω τίποτε κακόν, ως δύναμαι να βεβαιώσω, αλλά και χωρίς να του

κάμω τίποτε καλόν μ' εξεδίωξε• τώρα δε, ότε είμαι σωτήρ και ευεργέτης

του (δύναται να υπάρξη μεγαλειτέρα αχαριστία;) αφού τον έσωσα και με

την βοήθειάν μου διέφυγε τοιούτον κίνδυνον, με ανταμείβει κατ' αυτόν

τον τρόπον παρευθύς διά την θεραπείαν εκείνην. Χωρίς κανένα λόγον

αποπέμπει εκείνον όστις δικαίως ηδύνατο να εκδικηθή διά την άδικον

αποκήρυξίν του, και όχι μόνον δεν εμνησηκάκησεν, αλλά και τον έσωσε

και του επανέφερε το λογικόν. Δεν ήτο μικρά, ουδέ κοινή και τυχαία η

προς αυτόν ευεργεσία μου, ω άνδρες δικασταί, και όμως βλέπετε, τι

απολαμβάνω τώρα παρ' αυτού. Εάν δε αυτός δεν ενθυμήται ένεκα της

ασθενείας του τα τότε γενόμενα, αλλ' υμείς όλοι γνωρίζετε τι έπραττε

κατά την ασθένειάν του, πως έπασχε και εις ποίαν κατάστασιν εγώ τον

παρέλαβα, όταν οι άλλοι ιατροί είχον απελπισθή να τον κάμουν καλά, οι

δε συγγενείς του τον απέφευγον και ούτε ετόλμων να τον πλησιάσουν, και

εις τοιαύτην υγείαν τον επανέφερα, ώστε σήμερον να δύναται να διεξάγη

δίκας και να συζητή περί των νόμων. Αλλ' έχεις, πατέρα, πρόχειρον

παράδειγμα διά να καταλάβης εις ποίαν κατάστασιν ήσο τότε• ήσο περίπου

εις την κατάστασιν της γυναικός σου και εγώ σε επανέφερα εις την

προτέραν σου φρόνησιν. Δεν είνε λοιπόν δίκαιον να με ανταμείβης κατ'

αυτόν τον τρόπον και μόνον εναντίον μου να μεταχειρίζεσαι τον νουν τον

οποίον με την βοήθειάν μου ανέκτησες.

Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ

εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την

γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς,

έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και

να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν. Συ όμως

αχαριστότατα άμα ανέκτησες το λογικόν με ενήγαγες εις το δικαστήριον

και ως αμοιβήν της σωτηρίας σου με τιμωρείς, επανέρχεσαι εις το

αρχαίον μίσος σου και τον αυτόν νόμον επικαλείσαι. Ωραίαν αμοιβήν

δίδεις εις την επιστήμην και κατ' αξίαν πληρώνεις τα φάρμακα,

καταδιώκων τον ιατρόν, αφού σου έδωκε την υγείαν. Υμείς δε, ω άνδρας

δικασταί, θα επιτρέψετε εις αυτόν να τιμωρήση τον ευεργέτην του, να

εκδιώξη τον σωτήρα του, να μισή εκείνον όστις τον εθεράπευσε και να

καταδιώκη εκείνον όστις τον ανέστησε; Βεβαίως όχι, αν είσθε δίκαιοι.

Διότι και αν συνέβαινε να είμαι μέγας πταίστης, μου οφείλει μίαν χάριν

όχι μικράν, εις ην αποβλέπων ο πατήρ μου και ενθυμούμενος, έπρεπε να

παύση να μνησικακή και προθύμως να με συγχωρήση και μάλιστα αφού το

καλόν το οποίον του έκαμα είνε τοιούτον, ώστε να υπερβαίνη την

προσβολήν. Νομίζω ότι τοιαύτη είνε η θέσις μου απέναντι τούτου, τον

οποίον έσωσα και όστις μου οφείλει την ζωήν, αφού του απέδωκα την

ύπαρξιν και το λογικόν, ότε ήδη οι άλλοι ιατροί τον είχον απελπίσει

και ωμολόγουν ότι η επιστήμη των ήτο ανίκανος να καταπολεμήση το

νόσημά του.

Τούτο δε μου φαίνεται ότι έτι μάλλον μεγαλοποιεί την ευεργεσίαν μου,

ότι χωρίς να είμαι υιός του τότε και χωρίς να έχω ανάγκην ή καθήκον να

τον θεραπεύσω, αλλ' αν και ανεξάρτητος και ξένος, αφού ο φυσικός μας

δεσμός είχε λυθή, δεν εφάνην αδιάφορος, αλλ' εκουσίως, απρόσκλητος και

αυθόρμητος επήγα προς αυτόν, τον εβοήθησα, τον επεριποιήθην επιμελώς,

τον εθεράπευσα, τον επανέφερα εις την υγείαν και ως πατέρα μου τον

έσωσα. Ούτω δε έκαμα την καλλιτέραν απολογίαν διά την αποκήρυξίν μου

και διά της αγάπης έπαυσα την οργήν του, διά της φιλοστοργίας κατέλυσα

τον νόμον και διά μεγάλου ευεργετήματος εξηγόρασα την επάνοδον εις την

οικογένειάν μου. Εις περίστασιν τόσον κρίσιμον επέδειξα την προς τον

πατέρα αφοσίωσίν μου και διά της επιστήμης μου έγινα άξιος να

υιοθετηθώ εκ νέου και εις την δυστυχίαν ανεδείχθην γνήσιος υιός. Πόσα

νομίζετε ότι υπέφερα, πόσον εκοπίασα να είμαι διηνεκώς πλησίον του, να

τον υπηρετώ, να παρακολουθώ το νόσημά του; και άλλοτε μεν υπεχώρουν

εις την ορμήν του πάθους, άλλοτε δε οσάκις ολίγον το νόσημα ενέδιδε,

εφήρμοζα κατ' αυτού τα υποδεικνυόμενα υπό της επιστήμης μέσα. Το

δυσκολώτατον δε και κινδυνωδέστατον πράγμα εις την ιατρικήν είνε να

θεραπεύη τις τοιούτους ασθενείς και να τους πλησιάζη ευρισκομένους εις

τοιαύτην κατάστασιν• διότι πολλάκις εις τας στιγμάς των παροξυσμών του

πάθους των μεταδίδουν εις τους περιστοιχούντας αυτούς την λύσσαν υπό

της οποίας κατέχονται. Και όμως όλα ταύτα δεν με απεθάρρυναν, ούτε με

απεδειλίασαν, αλλά μένων διαρκώς πλησίον του πάσχοντος και παλαίων

προς το νόσημα, το κατέβαλα επί τέλους διά των φαρμάκων.

Οι ακούοντες ταύτα θα είπουν ίσως• και είνε τάχα μέγας κόπος να δώση

κανείς έν φάρμακον εις άρρωστον; Αλλά προ του φαρμάκου πρέπει να

γίνουν πολλά, να προπαρασκευασθή ο άρρωστος διά την πόσιν του φαρμάκου

και να διαθέση καταλλήλως τον οργανισμόν διά την θεραπείαν• προσέτι δε

να επιμεληθή την όλην ιδιοσυγκρασίαν του αρρώστου διά καθαρσίων και

ισχναντικών και διά καταλλήλου διαίτης• και να του επιβάλη κίνησιν

όσην απαιτείται και ύπνον και ανάπαυσιν. Εις αυτά οι μεν άλλοι

άρρωστοι ευκόλως πείθονται• οι παράφρονες όμως, μη διευθυνόμενοι υπό

του λογικού, δυσκόλως υποτάσσονται εις τον ιατρόν και εις την

θεραπείαν ανθίστανται. Όταν δε κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις το τέλος

της θεραπείας και αρχίζωμεν να ελπίζωμεν, επέρχεται πολλάκις μικρόν

ατάκτημα, το οποίον ανατρέπει και καταστρέφει διά μιας ό,τι

κατωρθώσαμεν με τόσην δυσκολίαν, το νόσημα ανακτά την δύναμίν του και

η επιστήμη μας ηττάται. Θα επιτρέψετε λοιπόν εις τούτον ναποκηρύξη

πάλιν εκείνον όστις υπέφερε πάντα ταύτα και προς νόσημα τόσον φοβερόν

επάλαισε και το πλέον δυσπολέμητον εκ των νοσημάτων ενίκησε; Θα του

επιτρέψετε να ερμηνεύη τους νόμους όπως θέλει εναντίον του ευεργέτου

και θα τον αφήσετε να υβρίζη την φύσιν; Εγώ υπακούων εις την φύσιν, ω

άνδρες δικασταί, σώζω και διαφυλάττω τον πατέρα μου, αδιαφορών αν με

αδική• αυτός δε, ακολουθών ως λέγει τους νόμους, προσπαθεί να

καταστρέψη και θέλει να στερήση της οικογενείας του τον υιόν του,

όστις τον ευηργέτησε. Ενώ αυτός είνε μισότεκνος, εγώ γίνομαι

φιλοπάτωρ. Εγώ σέβομαι την φύσιν, αυτός αδιαφορεί προς την φύσιν και

την καθυβρίζει. Ιδού πατήρ, όστις αδίκως μισεί• ιδού υιός όστις

αδικώτερον αγαπά. Διότι αναγκάζομαι υπό του πατρός μου να κατηγορώ τον

εαυτόν μου, ότι ενώ μισούμαι αγαπώ και αγαπώ περισσότερον του δέοντος.

Η φύσις μάλλον εις τους πατέρας επιτάσσει ναγαπούν τους υιούς των παρά

εις τους υιούς ναγαπούν τους πατέρας των.

Αλλ' ο πατήρ μου εκουσίως και τους νόμους παραβαίνει, οίτινες δεν

επιτρέπουν την αποκήρυξιν των τέκνων τα οποία ουδέν κακόν έπραξαν, και

την φύσιν περιφρονεί, ήτις εμπνέει πολύ φίλτρον εις τους γεννήτορας

προς τα τέκνα των• και μολονότι έχει τας μεγαλειτέρας αφορμάς διά να

διάκηται ευμενώς προς εμέ, πολύ απέχει να τρέφη προς εμέ και αυτήν την

αγάπην την οποίαν επιβάλλει η φύσις• ούτε λαμβάνει τουλάχιστον εμέ ως

υπόδειγμα και δεν μιμείται την αγάπην μου. Αλλ' ω δυστυχία μου, με

μισεί ενώ τον αγαπώ και με αποδιώκει ενώ του είμαι αφωσιωμένος• με

αδικεί ενώ τον ευεργετώ και ενώ τον εγκολπούμαι με αποκηρύττει, τους

δε φιλόπαιδας νόμους ως μισόπαιδας μεταχειρίζεται εναντίον μου. Τι

πόλεμος είνε αυτός τον οποίον εγείρεις, πάτερ μου, μεταξύ των νόμων

και της φύσεως;

Δεν είνε ταύτα, δεν είνε όπως τα θέλεις• κακώς ερμηνεύεις ω πάτερ,

τους καλώς κειμένους νόμους. Η φύσις και ο νόμος δεν αντιμάχονται εις

την αγάπην, αλλά συμβαδίζουν και συντρέχουν προς άρσιν των αδικημάτων.

Υβρίζεις τον ευεργέτην, αδικείς την φύσιν. Διατί ομού με την φύσιν

αδικείς και τους νόμους; Ενώ οι νόμοι θέλουν να είνε καλοί και δίκαιοι

και να προστατεύουν τα τέκνα, συ απαιτείς παρ' αυτών το εναντίον και

διεγείρων αυτούς εναντίον του τέκνου σου τους διεγείρεις εναντίον όλων

και δεν τους αφίνεις να προστατεύουν την μεταξύ πατέρων και τέκνων

αγάπην όπως θέλουν, αφού δεν έγιναν εναντίον των μη αδικούντων.

Εκείνος δε ο οποίος ζητεί παρά των νόμων να τιμωρούν διά να μη

ανταμείψη και δι' όσα ευηργετήθη, σκεφθήτε εις ποίαν υπερβολήν αδικίας

φθάνει.

Ότι μεν λοιπόν δεν επιτρέπεται εις τούτον να με αποκηρύξη, αφού ήδη

εξήντλησε την πατρικήν εξουσίαν και έκαμε χρήσιν των νόμων, και ότι

ούτε άλλως είναι δίκαιον, μετά την ευεργεσίαν την οποίαν του έκαμα, να

με αποπέμπη και εκδιώκη εκ της οικογενείας, μου φαίνεται ότι ικανώς

ήδη απεδείχθη.

Τώρα δε ας έλθωμεν και εις την αιτίαν της αποκηρύξεως και ας

εξετάσωμεν τι είνε το έγκλημα. Είνε δε ανάγκη πάλιν να ανατρέξωμεν εις

την γνώμην του νομοθέτου. Και αν προς στιγμήν υποθέσωμεν ότι σου

επιτρέπεται κατ' επανάληψιν ν' αποκηρύττης και ότι έχεις αυτήν την

εξουσίαν και εναντίον ευεργέτου, πάλιν φρονώ ότι ουχί απολύτως, ουδέ

δι' όλας τας αίτιας δύνασαι ν' αποκηρύττης. Ο νομοθέτης δεν είπεν, ότι

οία δήποτε και αν είνε η αιτίασις του πατρός, ο υιός πρέπει να

αποκηρύττεται, αρκεί ο πατήρ να το θέλη και να το ζήτηση δι' αγωγής.

Αν ούτως είχε το πράγμα, τις η ανάγκη τότε του δικαστηρίου; Εξ

εναντίας όμως, ω άνδρες δικασταί, ο νομοθέτης σας επιβάλλει να

εξετάσετε εάν η οργή του πατρός έχη μεγάλας και δικαίας αφορμάς ή μη.

Λοιπόν τούτο τώρα εξετάσατε. Θα σας βοηθήσω δε εις τούτο, διηγούμενος

όσα συνέβησαν ευθύς από της θεραπείας του εκ της παραφροσύνης.

Άμα ανέκτησε το λογικόν του ο πατήρ μου, η πρώτη του φροντίς ήτο να

ακυρώση την αποκήρυξιν και ήμουν σωτήρ και ευεργέτης και τα πάντα, εγώ

τότε. Εις ταύτα δε νομίζω δεν ηδύνατο να ευρεθή καμμία αφορμή

κατηγορίας εναντίον μου. Αλλά και μετά ταύτα τι εξ όλων των

παραπτωμάτων δύναται να μου αποδώση; Ποίαν περιποίησιν και ποίαν

υπηρεσίαν υιικήν παρέλειψα; πότε διενυκτέρευσα έξω της πατρικής

οικίας; δύνασαι να με κατηγορήσης διά πότους απρεπείς και τρελλάς

διασκεδάσεις; Ποίαν ασωτείαν έκαμα; Εις ποίον καταγώγιον έκαμα

ταραχάς; Ποίος με κατηγόρησε; Κανείς. Αλλ' αυτά είνε εκείνα τα οποία ο

νόμος θεωρεί ως τα κυρίως δίδοντα το δικαίωμα της αποκηρύξεως.

Αλλ' επήλθε το νόσημα της μητρυιάς. Λοιπόν δι'αυτό πταίω εγώ και

απαιτείς να δικασθώ ως υπαίτιος του νοσήματος; Όχι, λέγεις. Αλλά διατί

λοιπόν; Διότι κληθείς να την θεραπεύσης δεν θέλεις και επομένως είσαι

άξιος αποκηρύξεως, επειδή απειθείς εις τον πατέρα σου. Αλλ' ας

αναβάλωμεν το ζήτημα εάν μη δυνάμενος να πράξω όσα με διατάσσει

δύναμαι να θεωρηθώ ως απειθών εις την πατρικήν θέλησιν• και

περιορίζομαι απλώς να είπω ότι ο νόμος ούτε εις αυτόν δίδει το

δικαίωμα να διατάσση εις εμέ τα πάντα αδιακρίτως, ούτε εις εμέ

επιβάλλει το καθήκον να υπακούω εις όλα ανεξαιρέτως. Εκ των

προσταγμάτων άλλα μεν δεν συνεπάγονται καμμίαν ευθύνην, αλλά δε είνε

άξια οργής και τιμωρίας. Εάν ασθενής ο ίδιος, εγώ δε σε παραμελώ• εάν

με διατάσσης να φροντίσω διά τα οικιακά μας πράγματα, εγώ δε αδιαφορώ•

εάν με αποστέλλης να επιστατήσω εις τας αγροτικάς μας εργασίας, εγώ δε

παρακούω. Πάντα ταύτα και τα προς αυτά όμοια δύνανται να θεωρηθούν ως

εύλογοι αφορμαί και να προκαλέσουν δικαίως τας πατρικάς μομφάς• τα δε

άλλα, όπως τα αναγόμενα εις τας τέχνας και την εξάσκησιν αυτών,

ανήκουν εις τα δικαιώματα ημών των τέκνων και μάλιστα εάν ο πατήρ

προσωπικώς δεν αδικήται. Εάν λόγου χάριν ο πατήρ διατάσση τον ζωγράφον

υιόν του, αυτά, υιέ μου, να ζωγραφίζης και αυτά όχι, και εις τον

μουσικόν, αυτήν την αρμονίαν παίζε και όχι την άλλην, και εις τον

σιδηρουργόν, αυτά κατασκεύαζε και όχι τα άλλα, θα θεωρηθή δίκαιον ν'

αποκηρύξη τον υιόν του διότι ούτος δεν εξασκεί την τέχνην κατά την

γνώμην εκείνου; Δεν πιστεύω.

Η δε ιατρική όσον ευγενεστέρα και χρησιμωτέρα εις την ζωήν των

ανθρώπων τέχνη είνε, τόσον και μεγαλειτέραν ελευθερίαν πρέπει να έχουν

οι εξασκούντες αυτήν, μάλιστα δε είνε δίκαιον να έχουν και προνόμιά

τινα, ουδόλως δε να εξαναγκάζωνται, ούτε να διατάσσωνται εις την

εκτέλεσιν έργου ιερού, το οποίον εδιδάχθη υπό των θεών και εξασκείται

υπό σοφών ανθρώπων• ούτε υπό την δουλείαν του νόμου να γίνεται, ούτε

υπό το κράτος φόβου και τιμωρίας δικαστικής, ούτε να εξαρτάται από την

ψήφον δικαστών, την απειλήν πατρός ή την οργήν οίου δήποτε άλλου. Ώστε

και αν σου έλεγα σαφώς και κατηγορηματικώς, δεν θέλω να την θεραπεύσω,

μολονότι δύναμαι, αλλ' έχω την επιστήμην μου μόνον διά τον εαυτόν μου

και διά τον πατέρα μου, δι' όλους δε τους άλλους δεν είμαι ιατρός,

ποίος τύραννος θα ήτο τόσω βίαιος ώστε να με αναγκάση να εξασκήσω την

επιστήμην μου χωρίς να το θέλω; Εις το τοιούτον μου φαίνεται μόνον

παρακλήσεις και ικεσίαι χωρούν, όχι δε νόμοι και θυμοί και αγωγαί

ενώπιον των δικαστηρίων. Ο ιατρός πρέπει να πείθεται, όχι να

διατάσσεται, να θέλη, όχι να φοβήται, να μη σύρεται διά της βίας προς

τον άρρωστον, αλλά να μεταβαίνη θεληματικώς και ευχαρίστως. Η ελευθέρα

τέχνη είνε απαλλαγμένη πατρικής κηδεμονείας, αφού εις τους ιατρούς αι

πόλεις απονέμουν δημοσίας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας και ασυδοσίαν και

προνόμια.

Αυτά μόνον θα είχα να είπω υπέρ της επιστήμης, και αν συ μου την είχες

διδάξει και πολύ εφρόντισες και εδαπάνησες διά να με κάμης επιστήμονα,

εγώ δε ηρνούμην να εκτελέσω μίαν θεραπείαν, την περί ης ο λόγος,

καίτοι δυνατήν. Τώρα δε πρέπει να σκεφθής πόσον αυθαίρετος είνε η

άπαίτησίς σου να μη με αφίνης ελεύθερον να μεταχειρισθώ κατά βούλησιν

πράγμα το οποίον είνε κτήμα μου απολύτως. Αυτήν την τέχνην εγώ έμαθα

όχι ως υιός σου, ούτε υποκείμενος εις την κηδεμονείαν σου• και εν

τοσούτω την έμαθα προς χάριν σου — και πρώτος συ την επωφελήθης—χωρίς

να λάβω παρά σου καμμίαν βοήθειαν διά να σπουδάσω. Ποίον διδάσκαλον

μου επλήρωσες; ποίων φαρμάκων την κατασκευήν; Ουδένα και ουδέν, αλλά

πενόμενος εγώ και στερούμενος τα χρειώδη εσπούδαζα χάρις εις την

συμπάθειαν και τον οίκτον των διδασκάλων μου. Τα μόνα δε εφόδια τα

οποία είχα εκ μέρους του πατρός μου διά να σπουδάσω ήσαν η λύπη, η

ερημία, η στέρησις, το μίσος της οικογενείας και η αποστροφή των

συγγενών. Και εις ανταπόδοσιν τούτων έχεις την αξίωσιν να διευθύνης

την επιστήμην μου και να είσαι κύριος εκείνων τα οποία απέκτησα όταν

δεν ευρισκόμην υπό την εξουσίαν σου; Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος

διότι χωρίς να σου οφείλω τίποτε σε ευηργέτησα, ενώ δεν είχες το

δικαίωμα να μου απαιτήσης και τότε καμμίαν χάριν.

Δεν πρέπει η ευεργεσία μου να μου γείνη του λοιπού καθήκον, ούτε η

εκουσία εκδούλευσις να γείνη αφορμή ώστε να διατάσσωμαι να την

επαναλαμβάνω ακουσίως, ούτε πρέπει να γείνη έθιμον ώστε ο ιατρός ο

οποίος θα θεραπεύση άπαξ ένα να θεραπεύη όλους και πάντοτε όσους θέλει

ο πρώτος θεραπευθείς. Τοιουτοτρόπως θα καθιστώμεν τυράννους ημών τους

παρ' ημών θεραπευομένους και ως αμοιβήν θα έχωμεν να δουλεύωμεν αυτούς

και εις πάντα διά τον οποίον θα μας διατάσσουν. Δύναται να γείνη

πράγμα αδικώτερον τούτου; Διότι σε εθεράπευσα πάσχοντα σοβαρώς,

νομίζεις ότι απέκτησες το δικαίωμα να καταχράσαι την επιστήμην μου;

Αυτά θα ηδυνάμην να είπω εάν ο πατήρ μου με διέτασσε να πράξω πράγματα

δυνάμενα να γείνουν και εγώ δεν υπήκουα εις όλα, ούτε εξηναγκαζόμην να

υπακούσω. Τώρα δε εξετάσετε και οποία είνε εκείνα τα οποία μου επέβαλε

να πράξω• αφού εθεράπευσες εμέ, λέγει, από την παραφροσύνην, τώρα δε

έπαθε τας φρένας και η σύζυγός του και πάσχει το αυτό νόσημα— διότι

αυτήν την ιδέαν έχει—και όπως δι' εμέ απηλπίσθησαν και δι' αυτήν οι

άλλοι ιατροί, συ δε, όπως απέδειξες, δύνασαι να θεραπεύσης πάσαν

ασθένειαν, θεράπευσε και αυτήν και σώσε την από το νόσημα. Τούτο ούτω

απλώς λεγόμενον δύναται να φανή πολύ λογικόν και μάλιστα εις ανθρώπους

απλούς και απείρους της ιατρικής. Αλλ' εάν ακούσετε πώς δικαιολογώ εγώ

την επιστήμην μου, θα μάθετε ότι ούτε τα πάντα είνε δυνατά εις τους

ιατρούς, ούτε τα νοσήματα είνε της αυτής φύσεως όλα, ούτε δι' όλα είνε

μία και η αυτή θεραπεία, ούτε τα φάρμακα έχουν την αυτήν ενέργειαν επί

όλων των νοσημάτων• και τότε θα γείνη φανερόν ότι παρά πολύ διαφέρει

από το μη θέλειν το μη δύνασθαι. Θα μου επιτρέψετε δε την

επιστημονικήν ανάπτυξιν ταύτην και θα σας παρακαλέσω να μη θεωρήσετε

απρεπές ούτε άσκοπον και ξένον προς την υπόθεσιν ή άκαιρον την περί

τούτων ομιλίαν.

Εν πρώτοις καίτοι τα σώματα φαίνονται ότι έχουν την αυτήν σύστασιν,

δεν έχουν όμως και την αυτήν φύσιν και ιδιοσυγκρασίαν. Αλλά τα μεν

έχουν τας τάδε ιδιότητας• τα δε τας έχουν εις μεγαλείτερον ή

ολιγώτερον βαθμόν. Αι διαφοραί δε αύται δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ

ανδρών και γυναικών, αλλά και μόνον μεταξύ ανδρών• και τούτων οι

οργανισμοί δεν είνε όμοιοι κατά την κράσιν και την σύστασιν, διάφορα

δε κατ' ανάγκην κατά το μέγεθος και κατά το είδος είνε και τα νοσήματα

τα οποία τους καταλαμβάνουν• άλλα μεν εκ των σωμάτων είνε

ευκολοθεράπευτα και το έργον του ιατρού δι' αυτά δεν είνε δυσχερές,

άλλα δε είνε εις βαθμόν απελπιστικόν φιλάσθενα• και ευκόλως

καταλαμβανόμενα υπό των νοσημάτων κυριεύονται υπό τούτων εντελώς. Το

να νομίζη λοιπόν κανείς πάντα πυρετόν ή πάσαν φθίσιν ή περιπνευμονίαν

ή παραφροσύνην ότι είνε μία και η αυτή νόσος εις όλους τους

οργανισμούς, σημαίνει ότι δεν σκέπτεται ορθώς και λογικώς, ούτε είνε

εκ των πεπειραμένων περί τα τοιαύτα ανθρώπων. Η αλήθεια είνε ότι τα

αυτά νοσήματα εις άλλους μεν θεραπεύονται ευκόλως, εις άλλους δε

δυσκολιότερον ή ουδόλως. Αν σπείρη τις σίτον εις διαφόρους αγρούς,

άλλην μεν απόδοσιν θα έχη εις γην πεδινήν, παχείαν, ποτιστικήν,

ευήλιον και καλώς αεριζομένην, όπου ο καρπός θα γείνη άφθονος και

εκλεκτός, άλλην δε εις λεπτόγειον αγρόν ορεινόν και πετρώδη, άλλην εις

γην κακώς ηλιαζομένην, άλλην εις υπώρειαν και εν γένει διάφορος θα

είνε κατά τόπους η εσοδεία. Ομοίως και τα νοσήματα αναλόγως των

οργανισμών εις τους οποίους εμπίπτουν αυξάνουν και δυναμώνουν ή

εξασθενούν. Χωρίς λοιπόν να υπολογίση και εξετάση τας διαφοράς ταύτας

ο πατήρ μου, νομίζει ότι πάσα παραφροσύνη είναι η αυτή εις όλα τα

σώματα και μία η θεραπεία.

Εκτός τούτου ότι τα γυναικεία σώματα διαφέρουν μεγάλως των ανδρικών

κατά την δύναμιν των νοσημάτων και κατά την πιθανότητα ή το απίθανον

της ιάσεως είναι πρόδηλον. Διότι τα μεν ανδρικά είνε στερεά την

σύστασιν και ισχυρά, γυμνασμένα δε εις κίνησιν και εις την ζωήν του

ανοικτού αέρος• τα δε γυναικεία χαλαρά και άνευρα, αναπτυχθέντα εις

την σκιάν και λευκά ένεκεν ελλείψεως αίματος και ανεπαρκείας

θερμαντικού και πληθώρας υγρών• διά τούτο και ευκολώτερον των ανδρικών

ασθενούν και κυριεύονται υπό των νοσημάτων, δυσκολώτερον θεραπεύονται

και πολύ συχνά υποκύπτουν εις την παραφροσύνην. Επειδή είνε λίαν

επιρρεπείς εις οργήν, πολύ ευερέθιστοι και λεπταί, ολίγην δύναμιν

σώματος έχουν, ευκόλως περιπίπτουν εις το νόσημα εκείνο.

Δεν είναι επομένως δίκαιον να ζητήται παρά των ιατρών η αυτή θεραπεία

δι' αμφότερα τα φύλα, αφού γνωρίζομεν ότι μέγα χάσμα υπάρχει μεταξύ

των και ότι από της γεννήσεως διαφέρουν και καθ' όλον τον τρόπον του

ζην και καθ' όλας τας πράξεις. Όταν λοιπόν λέγης ότι παρεφρόνησε

πρέπει να προσθέτης και ότι γυνή ήτο εκείνη ήτις παρεφρόνησε, και μη

συγχέης πάντα ταύτα υπό την λέξιν παραφροσύνη η οποία φαίνεται έν και

το αυτό πράγμα σημαίνουσα, αλλά διακρίνων, όπως είναι και εις την

φύσιν, εξέταζε τι είναι δυνατόν να γείνη διά τον άνδρα ή την γυναίκα

ιδιαιτέρως• διότι ημείς οι ιατροί, ως ανωτέρω είπα, τούτο πρώτον

εξετάζομεν, την φύσιν και την κράσιν του νοσούντος και ποίας ιδιότητας

έχει κατά το μάλλον ή ήττον, αν επικρατή εις τον οργανισμόν του το

θερμόν ή το ψυχρόν, αν το σώμα είναι νέον ή ηλικιωμένον, μέγα ή

μικρόν, παχύ ή ολιγόσαρκον και όλα τα τοιαύτα. Και εν γένει αν κανείς

εξετάση αυτά θα είνε λίαν αξιόπιστος όταν θα απελπίση ή θα δώση

ελπίδας περί της θεραπείας. Αλλά και της παραφροσύνης τα είδη είνε

πολυάριθμα και έχουν πολλάς και διαφόρους αιτίας• δι' ο ουδέ και

ονόματα έχουν όμοια• διότι δεν είναι το αυτό η παράνοια και το

παραλήρημα, η λύσσα και η μανία, αλλά ταύτα πάντα προσδιορίζουν

διαφόρους βαθμούς της νόσου. Και τα αίτια εις μεν τους άνδρας είνε

άλλα, εις δε τας γυναίκας άλλα• και μεταξύ αυτών των ανδρών διά μεν

τους νέους είνε άλλα, διά δε τους γέροντας διαφορετικά. Εις τους νέους

αφορμή γίνεται κατά το πλείστον η πληθώρα των χυμών• τους δε γέροντας

πολλάκις είτε διαβολή εξερεθιστική, είτε οργή παράλογος κατά των

οικείων αφού κατά πρώτον τους φέρει εις ταραχήν του λογικού, ολίγον

κατ' ολίγον τους ρίπτει εις μανίαν. Τας δε γυναίκας πολλά είναι τα

αίτια τα οποία τας οδηγούν ευκόλως εις την φρενοπάθειαν, μάλιστα δε το

μίσος εναντίον τινός ή ο φθόνος δι' εχθρόν ευτυχούντα ή λύπη τις ή

οργή• ολίγον κατ' ολίγον ταύτα υποκαίοντα και επί πολύ τρεφόμενα εις

την ψυχήν απολήγουν εις μανίαν.

Τοιαύτα, πάτερ, έπαθε και η σύζυγός σου και ίσως κάτι την είχε λυπήσει

προηγουμένως• διότι ουδένα εκείνη εμίσει, αλλά το πάθος είνε επίμονον

και δεν είναι δυνατόν εις ην κατάστασιν ευρίσκεται να θεραπευτή υπό

ιατρού• εάν δε άλλος τις αναλάβη να την θεραπεύση, τότε σου δίδω το

δικαιωμα να με μισής ως ένοχον. Αλλά θα ομολογήσω και κάτι άλλο, ότι

και αν δεν ήτο τόσον απελπιστική η κατάστασίς της, αλλά διεφαίνετο

κάποια ελπίς σωτηρίας, πάλιν θα εδίσταζα να επιχειρήσω την θεραπείαν

και να της δώσω φάρμακα, διότι θα εφοβούμην την τύχην και την

δυσφήμισιν. Γνωρίζεις ότι γενικώς αποδίδεται εις τας μητρυιάς, και αν

ακόμη είνε αγαθαί, ότι μισούν τους προγονούς των, και το μίσος τούτο

θεωρείται ως κοινή μανία των γυναικών. Εάν λοιπόν συνέβαινε να λάβη

κακήν τροπήν το νόσημα και τα φάρμακά μου να αποβούν ανωφελή, ίσως θα

εκίνουν υποψίας ότι η θεραπεία μου συνετέλεσε σκοπίμως.

Τοιαύτη είνε η κατάστασις της συζύγου σου, πάτερ, και αναγκάζομαι να

σου είπω ότι ουδέποτε θα βελτιωθή και αν μυριάκις πίη το φάρμακον• διά

τούτο είνε περιττόν και να επιχειρήσω, εκτός αν μόνον με εξαναγκάζης

διά ναποτύχω και δυσφημισθώ. Άφησε με να με ζηλεύουν οι ομότεχνοι. Εάν

δε με αποκηρύξης πάλιν, εγώ καίτοι θα μείνω έρημος, δεν θα τρέφω

εναντίον σου καμμίαν έχθραν. Και εάν, ο μη γένοιτο, σου επανέλθη το

νόσημα—-διότι όταν λαμβάνουν νέας αφορμάς συνήθως υποτροπιάζουν αυτά

τα νοσήματα — τι θα πράξω; Να είσαι βέβαιος ότι θα σε θεραπεύσω και

τότε και ουδέποτε θα παραλείψω το καθήκον το οποίον η φύσις επιβάλλει

εις τα τέκνα, ούτε θα λησμονήσω εγώ ότι είσαι πατήρ μου. Αλλά και αν

θα επανέλθης εις το λογικόν, θα δύναμαι να ελπίσω ότι θα με

αναγνωρίσης πάλιν ως υιόν σου; Ιδού, και με αυτά τα οποία τώρα

κάμνεις, προκαλείς το νόσημα και το εξεγείρεις. Ενώ προ ολίγου χρόνου

μόλις εσώθης από τοιαύτην ασθένειαν, πεισμόνεις και φωνάζεις και, το

χειρότερον, θυμόνεις και εχθρεύεσαι και επικαλείσαι τους νόμους.

Αλλοίμονον, πάτερ, τοιαύτα ήσαν και της προηγουμένης σου παραφροσύνης

τα προοίμια.

ΦΑΛΑΡΙΣ

Λόγος πρώτος

Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον

θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί

αυτού και διά την προσφοράν του• ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι

ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις

είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με

γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με

παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με

μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας

οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως

ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι

νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι

σκληρός, δι' υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι' όσα

θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να

απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη• ανθρώπους είναι εύκολον να

εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να

διαλάθη.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος · 第 5 / 11 段