απομεσήμερο η κυρία της. Εμείς θα λείψουμε όλη την ημέρα. Μπορείς
και συ, αν θες, να πας στις φίλες σου.
— Α μπα, κυρία· δεν έχω να πάω πουθενά. δεν έχω φίλες· απάντησε
αμέσως εκείνη.
— Σε καλό σου, κορίτσι μου! είπε με ψυχοπόνια η κυρία. Εσύ πριν
έρθης μας ζάλισες με το έξω σου. Και τώρα πώς έγινες έτσι; Μην
αρρώστησες; μη σου συμβαίνει τίποτε;
— Όχι, κυρία. Μα βλέπεις από τότε άλλαξαν τα πράματα. Ποιόν να
ιδώ έξω; τίνος να μιλήσω ; Εδώ κάθουμαι και τα λέω με τον
αρρεβωνιαστικό μου.
— Με τον αρρεβωνιαστικό σου! Πού τον ηύρες τον αρρεβωνιαστικό
εσύ;
— Πώς πού τον ηύρα; Τάχα δεν τον ξέρεις του λόγου σου; Τον
ξέρεις.
— Εγώ;
— Ναι, του λόγου σου. Μ' αφού τον έχεις μέσ' στη σάλα!
Στη σάλα! Η κυρία Μαχαλά πήγε να ξεφωνήση. Ποτέ δε φανταζότανε πως
η Ασημίνα θα τολμούσε να μπάση, τον αρρεβωνιαστικό στη σάλα της.
Στην κουζίνα, ναι· μα στη σάλα! Τέτοια αυθάδεια δεν την περίμενε.
Την κύτταξε κατάματα και σύνωρα ο νους της σκάλιζε να μαντέψη
ποιος ήταν αυτός ο αρρεβωνιαστικός, που τόσο ελεύθερα μπαινόβγαινε
σπίτι της. Τόσον καιρό δε θυμότανε κανένα να μιλεί με την Ασημίνα.
Ούτε σκαπανέα ούτε πολίτη. Έτρεξε στη σάλα με την απόφαση να
γκρεμοτσακίση τον ακάλεστο γαμπρό. Τρομάρα του όποιος κι αν ήτανε!
Άνοιξε την πόρτα διάπλατα, χύθηκε μέσα, στα δόντια κρατώντας τις
βρισές, μ' εκείνες που θα έλουζε πατόκορφα τον ξένο. Στάθηκε όμως
μάρμαρο στη μέση της σάλας. Κανείς δεν ήταν εκεί. Ούτε πίσω από
τις κουρτίνες, ούτε πίσω από τις πολυθρόνες, ούτε πίσω από το
πιάνο. Και άλλη πόρτα δεν είχε να ειπής άνοιξε κ' έφυγε. Τι έγεινε
λοιπόν; Ανελήφτηκε; Έβαλε τις φωνές:
— Ασημίνα!. ... Ασημίνα!... Έλα δω, Ασημίνα!... Γρήγορα!...
Η κόρη επρόβαλλε στο θυρόφυλλο τρομασμένη, κυττάζοντας με απορία
την κυρία της. Δε μπορούσε να καταλάβη την τόση της αγανάχτηση. Τι
την έμελλε τάχα κι αν είχε τον αρρεβωνιαστικό της; Τι την πείραζε
κι αν ήταν μέσα στη σάλα; Θα την έτρωγε τη σάλα της; Όχι βέβαια.
Θα την στόλιζε. Απ' όλους εκεί μέσα, κανείς δεν άξιζε σαν τον δικό
της. Άστραφτε από την ωμορφιά κι από τη ντυμασιά του. Πώς παίζει
το ρουμπίνι στο δάχτυλο του κυρίου; — Έτσι παίζουν τα μάτια στο
πανώριο πρόσωπο τ' αγαπημένου της. Πώς λάμπει ο χρυσός σταυρός στο
λαιμό της κυρίας; — Έτσι λάμπει το χαμόγελο τσα τζιτζιφένια χείλη
του καλού της. Βασιλικός στη γλάστρα είνε το κορμί του μέσα στη
στολή. Και η στολή του φαρφουρένιο ανθογιάλι μοιάζει μέσα στα
πλούσια σωθέματα της σάλας. Κύττα κορμί, κύττα στολή, κύττα
δόξα!... Λάμπει στο χρυσάφι και στ' ασήμι ο σπαθάτος της, ο
σπιρουνάτος της. Έλα.... έλα!... έλα!...
Η Ασημίνα δεν κρατήθηκε περισσότερο. Ένας ένας οι συλλογισμοί
καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της. Και το πρόσωπό της ήταν λαμπρό
σύγκαιρα και πονεμένο. Δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, δεν άκουε
τίποτα. Ο μαγνήτης ήταν εκεί και το δυστυχισμένο ψίχαλο, έτρεχε να
κολλήση απάνω του. Άπλωσε η δούλα τα χέρια σαν σε δέηση, έπειτα
χύθηκε όλη στο πιάνο, άρπαξε μια φωτογραφία, την κόλλησε βιαστικά
στα χείλη της και χάθηκε από την σάλα.
— Δόξα μου! τιμή μου! κορώνα μου.
Η κυρία Μαχαλά απολιθώθηκε. Ούτε μιλιά έβγαλε ούτε κουνήθηκε.
Σπασμός της ήρθε. Μύριοι συλλογισμοί χύθηκαν ανάκατα στο κεφάλι
της· κάτι της δάγκωσε την καρδιά. Η φωτογραφία ήταν του Πέτρου
Ντάλαρη, του ανθυπολοχαγού· νέου μορφωμένου, συμπαθητικού και
γλυκομίλητου. Εγνώριζε την οικογένεια Μαχαλά κάπου δυο χρόνια.
Έτυχε να συναντηθούν μια πρωτοχρονιά στο σπίτι της κ. Πουλημένου,
γνωρίστηκαν, σχετίστηκαν. Από τότε ο αξιωματικός έγινε του
σπιτιού· μπαινόβγαινε σα συγγενής. Αυτός και η κυρία Μαχαλά έγιναν
στενοί φίλοι. Τόσο στενοί που δεν άργησε το σούσουρο τριγύρω στ'
όνομά τους. Μάλιστα βρέθηκαν καναδυό στενές φίλες που την ρώτησαν
στα σοβαρά. Και η κυρία Μαχαλά ρώτησε τότε στα σοβαρά τον εαυτό
της: τον αγαπούσε τάχα τον αξιωματικό; Ήταν φιλία ή αίστημα μεταξύ
τους; Πέρασαν μήνες από τότε που την έβαλαν σε υποψία οι φίλες
της. Συχνά, όταν ήταν μόνη ή και με τον αξιωματικό, έφερνε το καλό
ρώτημα στο νου της. Μα ποτέ δε μπόρεσε να λάβη ρητή απάντηση. Ούτε
ναι, ούτε όχι. Και τώρα να, αυτήν τη στιγμή, δεν ήξερε τίποτε.
Μιαν αγανάχτηση μόνον, μιαν άγρια αγανάχτηση αιστάνθηκε να φεύγη
από την καρδιά και να κυριεύη όλο το είνε της. Ακούς εκεί μια
παλιομαμούρα!
Κατάχλωμη κι αναμαλλιάρα έτρεξε στο μαγεριό, σαν αφρισμένο κύμα
πίσω από το δύστυχο το ναυαγό. Δεν ηύρε την Ασημίνα. Δίπλα ήταν η
καμαρούλα που κοιμότανε. Άνοιξε την πόρτα με μια κλωτσιά και στο
θέαμα πήγε να τρελλαθή. Η δούλα της πεσμένη προύμυτα, κρατούσε την
εικόνα στην αγκαλιά και τη φιλούσε, τη δάγκωνε, την έβρεχε με
δάκρυα, και ξεφωνούσε :
— Άστρο μου, φως μου, ζωούλα μου!
Ζήλια άναψε το αίμα της κυρίας Μαχαλά. Όχι φωτογραφία παρά τον
ίδιον τον αξιωματικό, είδε ριχμένον στο κρεββάτι. Το συμπαθητικό
κεφαλάκι του με το ξανθό μουστάκι και τα γαλανά χαδιάρικα μάτια
του, το βεργολυγερό κορμί του τόβλεπε ξαπλωμένο στα πρόστυχα
στρωσίδια, παραδομένο στην ερωτική λύσσα της δούλας της, σαν
ολόδροσο κρίνο στα δόντια ενός χοίρου. Έβλεπε... αλοίμονο και τι
δεν έβλεπε! Έβγαλε μια φωνή κι άρπαξε από τα χέρια της Ασημίνας
την εικόνα. Εκείνη τινάχτηκε ολόρθη μ' ένα φυσομάνημα σα λάμια.
— Μη την σκίζετε, κυρία, να ζη ο αφέντης.
Δεν είχε τέτοια σκέψη η κυρία Μαχαλά· μα η Ασημίνα της την έδωκε.
Πώς αλλοιώς θα την κάμη να πονέση περισσότερο, να πνιγή στα
δάκρυα, να μαραθή από τη λύπη; Εστρηφογύρισε την εικόνα στα χέρια
της με κάκια και χαρά, την κομμάτιασε κ' έρριξε τα κομμάτια απάνου
της.
— Να, μωρή, φά' τα! είπε.
Κ' έκλεισε την πόρτα πίσω της δυνατά Η Ασημίνα έκατσε στο κρεββάτι
κυττάζοντας τα κομμάτια με χαύνες ματιές. Ένα κραχ! αιστάνθηκε
μέσα της. Έγινε όλη κίτρινη, μαραμμένη σαν κομμένο λουλούδι.
Έλυωνε, έσβυνε το κορμί της λαμπάδα μπροστά στην αγάπη της. Ένα
κομμάτι από τη φωτογραφία ήταν στα πόδια της και το πάτησε με τη
μύτη του παπουτσιού της. Περίμενε να πονέση το χαρτί, να βγάλη
φωνή, να της ειπή «μη!». Όχι· τίποτα. Έν' άλλο κομμάτι είχε πέσει
στην ποδιά της. Το πήρε, το κύτταξε καλά — καλά. Είχε το κεφάλι
του αξιωματικού, τ' όμορφο, το αγαπημένο κεφαλάκι του, άσπλαχνα
κομμένο από το κορμί. Το πέταξε χάμου κ' εκείνο. Πάει, πέθανε,
ξεψύχησε ο καλός της! Σηκώθηκε με ορμή, ανακλαδίστηκε, τράβηξε τα
μάγουλά της. Έπειτα έσκυψε, μάζωξε τα ρουχαλάκια της ένα δέμα, τα
πήρε και τράβηξε να φύγη. Στη σκάλα ο αξιωματικός ανέβαινε δυο —
δυο τα σκαλιά, βιαστικός και χαρούμενος.
— Πού πας, Ασημίνα; φεύγεις; τη ρώτησε.
Εκείνη τρόμαξε· πίστεψε πως έβλεπε φάντασμα. Στριμώχτηκε όσο
μπόρεσε στον τοίχο για να μη την αγγίξη στο πέρασμά του. Όταν
έφτασε στην πόρτα αναστέναξε, σα να κύλισε πέτρα απ' το στήθος
της. Εγύρισε και είδε πίσω της στα σκοτεινά της σκάλας. Στο
κεφαλόσκαλο σαν προύτζινα αγάλματα φαίνονταν οι κορμοστασιές του
αξιωματικού και της κυρίας της.
— Πάω πέρα, στις δόξες! τους φώναξε δυνατά.
Και χάραξε με το χέρι της αόριστη γραμμή πέρα στο χρυσό
ηλιοβασίλεμα.
1903.
***
ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ
Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ......... σελ. 3
ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ........ « 93
ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ........... « 99
ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ « 219
ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ........... « 225
***
Έτοιμο για τύπωμα
Ο ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ
Ιστορικό μυθιστόρημα του 1750
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
Διηγήματα............ Φρ. 2.50
Λυγερή............. » 2.
Ο Ζητιάνος........... » 2.50
Λόγια της Πλώρης...... » 4. —
Παλιές Αγάπες......... » 3. —