— Βέβαια· παραδέχτηκε ο Αριστόδημος ημερώνοντας· μα θα γίνη· δε

θα με γελάσης.

— Να σε γελάσω! τι λες; Να ιδής που κ' εγώ έλεγα κάτι τέτοιο να

τους κάνουμε, μα δεν ήξερα πώς. Καλά που το σκέφτηκες. Μα εγώ

πάντα τόλεγα πως έχεις κεφάλι του λόγου σου, έχεις γερό κεφάλι!...

Και τι φούρκα που θαν την πάρουνε! του πρόσθεσε γελώντας και

σέρνοντάς τον ευχαριστημένον στην τραπεζαρία.

— Τα κατάφερες; — μπράβο σου! της είπε σιγά ο Δημητράκης.

— Τι να κάμης; στα παιδιά πρέπει να μιλάη κανείς παιδιάτικα...

Στο τραπέζι κάθισαν ένας κ' ένας οι επίσημοι. Η Ελπίδα είχε στα

δεξιά της τον Αλαμάνο και σταριστερά το Δημητράκη. Ο Αριστόδημος

κάθισε ανάμεσα στο γιο του Χαγάνου και στο Θεομίσητο. Τις άλλες

θέσες τις είχαν ο Ζάρακας, ο Γλάμης, ο Περαχώρας, ο Γκενεβέζος,

κι' άλλοι. Έξω στην ταράτσα και κάτω στην αυλή οι κολλήγοι

ετρωγόπιναν και τραγουδούσαν παινέματα για τη νύφη και για τον

γαμπρό. Κάθε τόσο έφταναν απάνω σαν ομοβροντία οι φωνές τους.

— Να ζήσουν τα παιδιά μας ! να ζήσουνε ! και με γιους ! . . .

— Μακάρι Παναγιά μου, μακάρι· και σταρχοντόπουλά σας ! τους

εύχονταν οι Μαλαματένιοι.

Τρέχανε κ' οι δυο από παρέα σε παρέα, έπαιρναν κ' έδιναν ευκές,

κουβαλούσαν φαγιά, κρασιά ό,τι ζήταγαν. Φρόντιζαν να μη φύγη

παραπονεμένος κανείς. Ο γέρος κάπου κάπου τράβαγε και κανένα

κρασάκι· η γριά θύμωνε και μουρμούριζε·

— Πιε ντε ! πιε ναν το ξαραθυμίσης.

— Και βέβαια θα πιω ! θα πιω ! γιατί όχι ; το παιδί μου παντρεύω

σήμερα· το παιδί μου !

— Παιδί σου κι άλλη μια βολά.

— Μη με σκας, γυναίκα ! μη με σκας και θα στο φωνάξω. Μα τον

ύψιστο θα στο φωνάξω . . .

— Τι θα φωνάξης ;

— Τι ; να, ξέρω γω γιατ' είσαι θυμωμένη.

— Γιατί ;

— Ζηλεύεις τη νύφη απόψε· να γιατί!

— Να χαθής, σκατζόχερα.

Την ώρα που πλησίαζε να τελειώση το τραπέζι, ο Αλαμάνος σηκώθηκε

να κάμη την πρόποση. Με το ποτήρι στο χέρι μίλησε απλά και

σύντομα. Είπε πως ήταν σημαντικός στην ιστορία ο σημερνός γάμος.

Αποδώ κι ομπρός άρχιζε νέα ζωή για τους Μορφόπουλους. Παίνεψε την

προκοπή του γαμπρού· παίνεψε την υπομονή και την ωμορφιά της

νύφης. Στο τέλος ανάφερε με τέχνη την αχορταγιά του Κουρδουκέφαλου

και τη θυσία της Ελπίδας.

— Δε θέλω να προσβάλλω κανένα, είπε· μα δίχως αυτή τη θυσία

σήμερα ίσως δε θα είχαμε την τιμή να βρισκώμαστε κάτω από μια τόσο

δοξασμένη στέγη.

Όλοι χεροκρότησαν το τέλος της πρόποσης· ένας με τον άλλον άρχισαν

ν' αδειάζουν τα ποτήρια και να συγχαίρουνται τη νύφη για τη πράξη

της. Μα ο Αριστόδημος πειράχτηκε· πήρε για προσβολή τα υστερνά

λόγια του Αλαμάνου.

— Να είστε βέβαιοι, είπε από τη θέση του, πως και άνευ της

Ελπίδος το σπίτι των Ευμορφόπουλων δεν θα εγίνετο κτήμα ουδενός·

ναι, ουδενός !

— Πιθανόν είπε ο Αλαμάνος.

— Όχι πιθανόν· είνε βέβαιον ! είπε ο Αριστόδημος ορθοστεκάμενος.

Τόσο βέβαιον όσο πως είμ' εγώ που σας ομιλώ τώρα.

— Δεν υπάρχει αμφιβολία· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.

— Μάλιστα αφού το λέτε σεις το πιστεύουμε· είπε κι ο Θεομίσητος.

— Μάλιστα, το λέω γω γιατί είμαι γω· ναι, είμαι Ευμορφόπουλος !

φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος. Κ' οι Ευμορφόπουλοι - να το ξεύρετε

τ' όνειρο και την πράξη τα είχαν ένα· να, έτσι δα, έτσι δα! είπε

σφιχτοπλέκοντας τα δάχτυλά του. Εγώ, άφες που το ήξευρα και πριν,

μα μου το είπε κ' ένα όνειρο προχθές. Θέλετε ν' ακούσετε;

— Βέβαια, θέλουμε· είπαν όλοι μονόγνωμοι.

— Είμαστε περίεργοι· επρόσθεσε ο Θεομίσητος χαμογελώντας.

— Ακούσατε λοιπόν: Ο Κουρδουκέφαλος έρχεται και μου λέγει: ή τον

παρά ή το σπίτι. — Ούτε παρά ούτε σπίτι· τ' απαντώ εγώ αξιοπρεπώς.

— Θα σε πολεμήσω! μου λέγει. — Πολέμα! του λέγω. Παίρνω αμέσως

τους κολλήγους, τους βάνω στον τράφο, τους δίνω τους γκράδες στα

χέρια.

— Βαράτε, λέω, στο κρέας· ίσα στο κρέας· ρουθούνι να μη μείνη!

Βγάνω και πέντε κανόνια, πέντε τοπομαχικά και τα στένω στη σκάλα.

Να σου κι ο Κουρδουκέφαλος με το φουσάτο του· γιόμισαν οι ράχες·

μπροστά τα κανόνια, πίσω ιππικόν του. — Δος μου το σπίτι να μη

χυθή άδικα αίμα· μου ξαναλέγει. — Έλα ναν το πάρης τ' απαντώ,

μολών λαβέ! — έτσι μίλαγαν οι πάποι μου. Κι αρχίζει το κανόνι·

πιάνεται το λιανοτούφεκο: μπαμ! μπουμ! φσ... φσ... μπιμ! μπουμ!

μπαμ!... Ορθός εγώ μπροστά στο κανόνι· βροχή οι σφαίρες απάνω μου·

φσ... φσ... μπαμ!.. μπουμ!.. μπιμ!....

Η Ελπίδα κι ο Αλαμάνος μετατόπιζαν ένα με τάλλο τα πιάτα, τα

ποτήρια, τις λάμπες και τα κεφάλια τους· αν τα λάχαιναν τα

γροθοκοπήματά του θα τάκαναν σύψαλα. Ο Δημητράκης έμενε ακίνητος

στη θέση του, χλωμός σα θειαφοκέρι και κύτταζε τον αδερφό του με

θλίψη. Τον κύτταζαν κ' οι άλλοι κ' έσφιγγαν τα χείλη τους να μη

σκάσουν τα γέλοια. Μα εκείνος σα να ήταν ολομόναχος εξακολουθούσε

να γροθοκοπάη τον αέρα και να μπομπαρδίζη τον οχτρό του.

— Μπαμ! μπουμ!.. φσ. ... φσ.... μπαμ! μπουμ! .. μπιμ! ...

Άξαφνα όμως βρόντησαν τα γέλοια. Ο Δημητράκης εμάντεψε τη

στενοχώρια των αλλουνών κ' έκαμε την αρχή. Αμέσως εκείνοι άφηκαν

ελεύθερη την όρεξη τους. Το σαράβαλο χτίριο βούιξε σαν ταβέρνα. Ο

Αρχαιολόγος ξαφνίστηκε και τους κύτταξε με θολά μάτια, σα να τους

ρωτούσε την αιτία. Έπειτα όμως συνήρθε, κούνησε το κεφάλι....

— Γελάτε; γελάτε; είπε στα σοβαρά εκεί να σας είχα για να ιδώ αν

θα γελούσατε...

Και με κίνημα περιφρονητικό βγήκε από την τραπεζαρία και πήγε στο

γραφείο του. Μα εκεί θυμήθηκε, τα σχέδια που έκανε με την Ελπίδα

και γαλήνεψε αμέσως. Άναψε τη λάμπα του και κύτταξε περίγυρα. Τα

προγονικά λείψανα ήταν όλα στη θέση τους. Πόδια, χέρια, κεφάλια,

κορμιά κάθονταν απάνου στα βάθρα τους περήφανα, λες κ' είχαν

νικημένο το Χάρο. Σε μερικά διατηρούνταν ακόμα οι βαφές που τους

είχε βάλη ο τεχνίτης. Άλλα έδειχναν μ' αναγέλασμα τις πληγές που

τους έδωκε σε περασμένα χρόνια ο βάρβαρος καταχτητής· άλλα

κρατούσαν απαράλλαχτο το χαμόγελο και τη χαρά του καιρού τους.

Μάλιστα κάτι γυναίκεια κεφάλια είχαν τόση γαλήνη στο πρόσωπο και

το βλέμμα τους, που έλεγες πως ήταν σημερνές νυφάδες. Πέρα στις

γωνιές κάθονταν τα τετράδιά του, κιτρινοφυλλιασμένα και

σκουντουφλιάρικα, σα μούμιες βασιλειάδων στις γωνιές μιας

πυραμίδας. Κοντά του έστεκαν οι βιβλιοθήκες κι απάνω στη μεσανή

καθότανε σα Σφίγγα η γάτα του σπιτιού, ακόμα βουτηγμένη στο

άγνωστο όνειρό της. Στον τοίχο κρεμότανε το κέντημα της Ελπίδας κ'

έλαμπαν πέρα — δώθε τα χρυσάφια του, σαν διάφανο νερό στα μαύρα

χάλαρα λαγκαδιού.

Ο Αριστόδημος το κύτταξε για πολλή ώρα σκεφτικός. Να το ξεκρεμάση

ή να τ' αφήση; Τι θάλεγαν οι καλεσμένοι σαν τόβλεπαν ; Θα

ντρόπιαζε τους Ευμορφόπουλους ή θα τους τιμούσε περισσότερο; Η

δική του γνώμη ήταν να τ' αφήση· μάλιστα τόβρισκε πολύ ταιριαστό.

Οι αρχαιότητες και το κέντημα έτσι πλάι βαλμένα, έμοιαζαν στη χάρη

σα να ήταν αδέρφια. Έλεγες πως βγήκαν από μια πηγή μεγάλη και

πολυπρόσωπη. Μα οι ξένοι; τι θάλεγαν οι ξένοι;

— Μωρέ! φώναξε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του, σα νάπαθε μεγάλη

συφορά.

Η Δόξα δεν ήταν ακόμα στη θέση που της έπρεπε. Μα τώρα δεν του

έμενε καιρός. Οι ξένοι όπου κι αν είνε θάμπαιναν να πάρουν τον

καφέ τους κ' έπρεπε όπως — όπως να την τοποθετήση. Το σπουδαίο

ήταν να μη την ιδούν απάνου στο μαρμαρένιο βάθρο της. Προσπάθησε

να σύρη τον κορμό της καρυάς κοντά στο τραπέζι του· μα στάθηκε

αδύνατο· πού να μετακινηθή τόσο βάρος! Κ' η ώρα πλάκωνε. Σκέφτηκε

τότε να σηκώση τάγαλμα και να ταπιθώση στον κορμό. Ας ήταν κ' εκεί

που ήταν δεν πείραζε. Βέβαια κοντά στο τραπέζι ήταν η καλήτερη

θέση· μόλις άνοιγε κανείς την πόρτα τ' αντίκρυζε· μα τι να γίνη;

τέτοια ώρα — τέτοια λόγια. Αγκάλιασε λοιπόν το άγαλμα και θέλησε

να το σηκώση. Κ' εκείνο όμως ήταν βαρύ, πολύ βαρύ για τα χέρια

του. Μα η επιμονή και τι δεν κάνει; Έδωκε — πήρε, κατώρθωσε να το

σηκώση στην αγκαλιά του. Μόλις όμως θέλησε να κάμη δυο βήματα

άρχισε να τρικλίζη κι άπλωσε το χέρι στον τοίχο να κρατηθή. Μα δεν

άδραξε παρά μιαν άκρη από το κέντημα. Σύγκαιρα το πελώριο άγαλμα

έγυρε ζερβά, εθρυμμάτισε τη μια βιβλιοθήκη και σωριάστηκε με το

λάτρη του στο πάτωμα.

Σείστηκε το σπίτι συθέμελο. Οι τραπεζοκαθισμένοι πήδησαν χλωμοί

από το φόβο τους. Ο Δημητράκης με τον Αλαμάνο τρέξανε πρώτοι στο

γραφείο.

— Α!... μια γάτα, μια γάτα!... φώναξε ο σοφός, πισωπατώντας στην

πόρτα.

— Δεν είνε τίποτα· η γάτα της βιβλιοθήκης ξύπνησε, είπε ο

Δημητράκης· εμπρός!...

Βρέθηκαν στο σκοτάδι· η λάμπα είχε πέσει μαζί με το τραπέζι κ'

έγινε σύψαλα στο πάτωμα.

— Αριστόδημε!... πού είσαι Αριστόδημε! αδερφέ! φώναξε ο

Δημητράκης περίτρομος.

— Α!... αίματα... πατάω αίματα!... είπε η Ελπίδα ανατριχιάζοντας.

— Φως!... ένα φως!... πρόσταξε ο Δημητράκης τον Κουτρουμπή·

γρήγορα . .

Ο Αλαμάνος έτρεξε στο παράθυρο και τ' άνοιξε με μια γροθιά. Χύθηκε

μέσα το γλυκοχάραμα· ένα γλυκοχάραμα κόκκινο σαν πυρκαγιά. Όλοι

πισωπάτησαν αχνοί. Ο Αρχαιολόγος κοίτονταν κατάχαμα και μόλις

ανάσαινε. Το αίμα έτρεχε από το στόμα και τ' αφτιά του και

κοκκίνιζε τις σανίδες· στο μέτωπό του έχασκε φοβερή πληγή. Απάνω

στο δεξί του μπράτσο σα σε προσκέφαλο αναπαυόταν άκορμο το κεφάλι

της Δόξας. Το ζερβί του χέρι ανάερο έσφιγγε ακόμη την άκρη από το

κέντημα. Στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια του κάθονταν

ανάκατα βιβλία και συντρίμμια· άλλα συντρίμμια σκέπαζαν απ' άκρη

σ' άκρη το πάτωμα σαν ποταμού κατεβασιά.

— Θρήνος έγινε! είπε με φρίκη ο γιος του Χαγάνου.

— Καταστροφή!... μεγάλη καταστροφή! είπε κι ο Περαχώρας με θλίψη.

— Πέτρα στην πέτρα — σπάσανε κι οι δυο εψιθύρισε στ' αφτί του

Ζάρακα ο Θεομίσητος.

— Ντροπή επί τέλους! του είπε κείνος αυστηρά.

Η Ελπίδα κι ο Δημητράκης γονατιστοί ζερβόδεξα στον Αρχαιολόγο του

σφούγκιζαν τα αίματα κ' έκλαιγαν σιγαλά. Ο Αλαμάνος σκεφτικός

προσπαθούσε να τον απαλλάξη από τα συντρίμματα. Μια στιγμή άνοιξε

τα μάτια εκείνος και τους κύτταξε περίεργα.

— Γιατί κλαίτε; τους ψιθύρισε· είνε ωραίος τέτοιος θάνατος, πολύ

ωραίος!.. είνε ζωή!

Και τάκλεισε πάλι.

— Αχ, κακομοίρη! κακομοίρη!... ρέκαξε τ' αντρόγυνο με ψυχοπόνια.

— Μα στ' αλήθια κλαίνε ; ρώτησε με απορία ο Θεομίσητος το διπλανό

του.

— Έτσι φαίνεται· και τέτοιος που ήταν τον ήθελαν. Το λένε αυτοί:

Το αίμα νερό δε γίνεται.

— Έφτασε το φως! είπε ο Κουτρουμπής μπαίνοντας με μια λάμπα.

— Δε χρειάζεται· του είπε ο Αλαμάνος με κρυφή χαρά· ξημέρωσε

πια.

Πέθανε· τον έθαψαν τον Αρχαιολόγο.

Κ' έμειναν εκείνοι καλά κ' εμείς εδώ καλήτερα.

1903.

ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ

Μπαμ!... εξάφνισε τον αντίλαλο του δάσου κ' έκοψε των πουλιών το

λάλημα. Και πριν ακόμα βουβαθή ο σάλαγος, πριν σβύση ο καπνός που

έσυρε μαγνάδι ξωτικιάς στο πεύκο πέρα, σκυλί γαύγισε πρόσχαρα,

τσαλαπάτησε τα χαμοκλάδια κι άρχισε να πηλαλά σαν άτι στο

αμμουδερό ξέφωτο. Σύγκαιρα επρόβαλλε νιος φουστανελλάς, με τη

φλοκάτα στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· έπειτα

χεροπιασμένες του Μήτρου Κούλα η χήρα και Ζαφείρω η θυγατέρα της —

λεβεντονιά ασημοφορτωμένη η κόρη, σάψαλο χρονών και φτώχιας η

μάννα. Και παραπίσω φάνηκε αργά ένα γαλανομμάτικο βλαχάκι με

κόμματο ψωμιού στα δόντια, ανίδεο κι αδιάφορο για τη χαρά της νιας

και της γριάς το βάσανο. Και σαν εκείνο ανίδεα κι αδιάφορα στέκανε

γύρω τα δέντρα, τα χαμοκλάδια, τα λούλουδα και παραπίσω ψήλωναν τα

βουνά και παραπάνου ο ήλιος, άγουρος αγκάλιαζε τα πάντα

— Σαν φτάσης στα κρύα νερά και τα πολλά τα δάσα μη μας ξεχνάς,

Ζαφείρω μου.

— Όχι, μάννα μ'! .. . όχι, μάννα μ'!...

— Σα μπαίνης πρώτη στο χορό και σα γλεντάς στην τάβλα, μη μας

ξεχάσης, θύγω μου.

— Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ' ...

— Σα βάνης την αρματωσιά και τη βαρειά φλοκάτα, να μην ξεχνάς της

μάννας σου την τρύπια τη σεγκούνα.

— Όχι, μάννα μ'! .. , όχι, μάννα μ'! ...

Ανήσυχα η Μητροκούλενα ζητούσε την αλησμονιά κ' η κόρη πρόθυμα την

υποσχότανε. Η μια την ήθελε ακοίμητη, νευρική· η άλλη την έδινε

απεριόριστη, αποκλειστική, αιώνια. Η μια ζητιάνευε κ' η άλλη

σπαταλούσε. Μα κ' οι δυο τους σφραγίζανε το χωρισμό με δάκρυα

πολλά, μ' αναφυλλητά. Κ' εκεί που ζητούσε η γριά, φανταζότανε την

καλύβα της σκουντουφλιάρα, παντέρημη και ζύγωνε στη νια να γίνη

ένα μαζί της, λες κ' ήθελε να πάρη τη δροσιά και τις ελπίδες της.

Κ' εκεί που υποσχότανε η κόρη, σφούγγιζε με το μανικοπουκάμισο τα

δάκρυά της και κύτταζε τον άντρα της ποθητά κ' έβλεπε το μονοπάτι

που ξετυλιγόταν μακρυά, μέσα στου δάσου τα χλωροκύματα. Και

βλέποντας έσερνε ανάλαφρα τα χέρια της απ' τις σφιχτοκλεισμένες

παλάμες της γριάς και τίναζε το κορμί, σα να τη στένευαν τα ρούχα

της.

Παντρεύτηκε η Ζαφείρω ενός τσέλιγγα το γιο και τώρα έκανε τα

Πιστρόφια στο πατρικό της· τα Πιστρόφια και τον αποχαιρετισμό.

Αύριο σύναυγα το τσελιγγάτο θ' άφινε το χειμαδιό ν' ανέβη στα

βουνά. Ακέριο ξάμηνο θάκανε η Μητροκούλενα για να ιδή την κόρη

της. Μονάχα ξάμηνο η και περισσότερο ; ποιος το ξέρει! Μια την

είχε· και τα μοναχοπαίδια τα κυνηγούν χίλια κακά. Μα και το ξάμηνο

λίγο δεν είνε.

Καλά — καλά δεν πρόφτασε να πιστέψη πως την πήραν από την καλύβα

της και λεν να συνηθίση στο χωρισμό της! Μ' αν έρθη θάνατος! κι αν

έρθη αρρώστια! Μ' αν η φτώχια γίνη πείνα αγριόδοντη στην πόρτα

της! Ποιος θα καθίση παρηγοριά στο προσκεφάλι της; ποιος θα ταγίση

το παιδί; Ωιμέ! πικρός που είνε ο πόνος της. Κυττάζει κατάματα την

κόρη της, τη σφίγγει στην αγκαλιά της, φιλεί την και ξορκίζει με

ολότρεμη φωνή :

— Σα θα γροικάς το βέλασμα και το κουδουνολάσι, μη μας ξεχάσης,

θύγω μου.

— Όχι, μάννα μ'!... όχι, μάννα μ'!...

— Έλα, σώνει σου, γριά· αφ' την τώρα να πααίνουμε! ... φώναξε

άξαφνα ο γαμπρός.

Και τηράζοντας αντίκρυ έδειξε στη γυναίκα του ψηλά το διάσελο.

Έπρεπε να φτάσουν εκεί για να ροβολήσουν στις καλύβες τους. Ένα

μεγάλο ολανθισμένο αγιόκλημα καθόταν εκεί, σα να περίμενε. Το είδε

η γριά και της φάνηκε Χάρος· το είδε κ' η νια, χαμογέλασε.

— Άφσε με, μαννίτσα ... είπε ανυπόμονα.

— Ναι· σ' αφίνω ... εψιθύρισε η γριά πάσχοντας να κράτηση τ'

αναφυλλητό.

Σήκωσε τ' άσαρκα χέρια της, πήρε της νύφης τ' όμορφο κεφάλι,

ψήλωσε στα νύχια και κόλλησε τα χείλη στ' αφτί της. Έκαμε να

μιλήση· κόμπιασε. Έκαμε πάλι· ξανακόμπιασε. Μα τέλος κάτι κατάφερε

να ειπή. Κάτι πικρό και θλιβερό σαν στερνοθέλημα, σαν

στερνοφίλημα. Η κόρη πισωπάτησε τρομασμένη, κίτρινη.

— Όχι, μάννα μ'! . , . όχι, μάννα μ'! ... αργοψιθύρισε.

— Έλα· πάμε! ξανάειπε ο νιος· έχε γειά, μάννα· έχετε γειά!. . .

Έσκυψε και φίλησε το χέρι της γριάς. Έσκυψε κ' η Ζαφείρω λούστηκαν

κ' οι δυο στα δάκρυα.

— Σύρτε στο καλό ... σύρτε στο καλό ... ευχήθηκε η Μητροκούλενα.

Κίνησε το αντρόγυνο στο δρόμο του: μπροστά ο άντρας με τη φλοκάτα

στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· πίσω η λεβεντονιά

σφουγγίζοντας τα δάκρυα. Στην αρχή ώκνευαν· κάποτε γύρισαν να

ιδούνε πίσω τους. Έπειτ' αγνάντεψαν ψηλά το διάσελο· τάχυναν το

βήμα τους. Το σκυλί γαύγισε πάλι πρόσχαρα, τσαλαπάτησε τα

χαμοκλάδια, πήρε πηλαλώντας τον ανήφορο. Τα πουλιά ξανάρχισαν το

λάλημα. Τ' ασήμια της λυγερής γέλασαν απάνου της.

Η Μητροκούλενα έβαλε το χέρι στα μάτια να ρίξη το φως τους στη

διαβάτισσα χαρά. Είδε τη φουστανέλλα του γαμπρού ν' αρμενίζη στις

πρασινάδες. Είδε το φεγγοβόλημα των ασημιών της νύφης, τα χτυπητά

χρώματα της φουστανοποδιάς να παίξουν στα δροσολουσμένα ρείκια.

Άκουσε το γαύγισμα του σκυλιού· των πουλιών το λάλημα. Μιαν άφαντη

παλάμη ένοιωσε να σφίγγη δυνατά την καρδιά της.

— Πάμε, δόλιε!... αργοψιθύρισε πιάνοντας από το χέρι το βλαχάκι.

Μπαμ!.. αντιλάλησε σύγκαιρα στη λαγγαδιά. Γύρισε ψηλά· το

αντρόγυνο έπαιρνε τον ανήφορο πηδητά — κυνηγητά, σαν ζευγάρι

αγριόγιδα στην ώρα της λαύρας τους. Τραγουδούσε ο γαμπρός, κ' ήταν

το τραγούδι του χαρά και υπόσχεση. Γέλοιο πηδούσε μικρό και

λιγοθυμισμένο από τα πύρινα στήθη της νύφης. Το χιονάτο αγιόκλημα

περίμενε σα νυφιάτικη κλίνη στο διάσελο· έσυρε το ταίρι στους

δροσερούς κρυψώνες του.

— Άι — ου! ... ρέκαξε η δόλια η μάννα.

1900.

ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ

Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη·

δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάη μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν

ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σα βελονοβροχή. Τα

στεκάμενα νερά της Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ'

αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα

κι άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά το

δρόμο της. Φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία του τζίτζικα

και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ'

εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία.

Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό

ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά του

Άηθανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαινε, κανείς δεν ήξερε να

ειπή. Η αλήθεια είνε πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του

ένα φως τρανό του φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ

έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό

ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο,

κρύφτηκα σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο

καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Τόμαθαν· έτρεξαν

οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν

μερόνυχτα.

Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο.

Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας του λαού την

αδιαφορία. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είνε θάμα. Και συμφώνησαν όλοι

πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό του

τόπου τους. Λίγο τάχα είνε νάχης έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ

ακούστηκε, σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. Οι καμπάνες

από την αυγή σημαίνουν πρόσχαρα. Νήστεψαν, ντύθηκαν τα γιορτινά

τους. κλείσανε τα μαγαζιά, έπαψε κάθε δουλειά, κάθε άλλη σκέψη και

κάθε κουβέντα. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι.

Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνη αδιάφορος. Πφ!.... θάματα δεν

πίστευε αυτός Ήταν φοιτητής — σπουδασμένος άνθρωπος. Είχε γνώση

και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύη παρά εκείνο που' βλεπαν τα μάτια

του — ίδια τα μάτια του!

Από τα πρώτα χρόνια της σπουδής του ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζη

από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους

συντοπίτες του, τους απλούς οξωμάχους, μα κι από τους

σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν,

έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με

τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη

γεροντική παράδοση. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγη

· θα γίνη κύριος του εαυτού του· θα κλωτσοπατήση το κάθε τι που

δεν είνε σύμφωνο με τη γνώμη του. Και δεν είνε κανένα· εντελώς

κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξη με το

παράδειγμά του, με τα φερσίματα του και με τα λόγια του. Μα τα

λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που ετρόμαζαν τους

χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υποψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις

συνήθειες τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι κι αγριεμένοι.

Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότανε λίγο τον

έμελλε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό.

Τώρα είπε ναρνηθή το θάμα και τ' αρνήθηκε. Δε θα βγη από το σπίτι

του, δε θα πάη πουθενά, δε θέλει να ιδή τίποτα!... Η συγκίνηση

όμως του λαού τον ανησύχησε. Όσο πρόβαινε η μέρα, τόσο

βασανιζότανε. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλαιβαν μέσα του. Το

καμπάνισμα, οι προετοιμασίες, το σούσουρο που γινόταν έξω στους

δρόμους και μέσα στο σπίτι του, δεν τον άφιναν ήσυχο. Η αθέμελη

άρνησή του άρχισε να κλονίζεται. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιωμα· τέλος

νικήθηκε. Ντύθηκε βιαστικά, πεισμωμένος τώρα για ό,τι έκαμε,

έτρεξε, ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη τη λιτανεία που έρχεται.

Ένα βουνό από σκόνη μαυρειδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και

προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το

δείχνει θεριό παράξενο. Η χήτη του κοκκινίζει και καίγεται. Κάποια

σημάδια μέσα του σβύνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή,

σβύνουν και ξαναλάμπουν σα λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και

βαθύς ο ανασασμός του, βαθύς και βαρύς σα μακρινό μπουμπουνητό.

Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια

και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφάλια και ώμο,

πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένεια, πρόσωπα χλωμά και μάτια

θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. Άξαφνα ο

κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιγνιδιάρικα· έπειτα

φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο

δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ'

έδειχναν μεγάλην ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν

σε μοναστήρι. Πέντε παλληκάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη

σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι

αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος της σανίδας τα παλληκάρια. Ο

ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγάρεια.

Γύρω τους άλλα παλληκάρια, της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά,

ακολουθούσαν προσεχτικά, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους.

— Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!... ακούεται βροντερή φωνή.

Είνε ο Κώστας ο Αρλετής, ο γλυκόφωνος ψάλτης του Άηδημήτρη· είνε

φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σα γαμπρός. Η χαρά του

είνε μεγάλη κ' η περηφάνεια του ακόμη μεγαλείτερη. Είνε δικό του

το κατόρθωμα. Αν θάχη το χωριό θαματουργόν άγιο, σε κείνον θα το

χρωστά. Αυτός έγινε — μήστητί μου, Κύριε! — το σκεύος του Κυρίου

το εκλεχτό. Αν δεν ήταν αυτός, ποιος ξέρει; Μπορεί να το είχαν

ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο. . . .

Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλέτης· μα δεν ήταν

περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος,

αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν'

αποστομώση όλες τις καμπάνες του χωριού. Κι' αυτό ήταν το καύχημα

του, η περηφάνεια του. Τη θέση του ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε

όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξη τη φωνή του.

Είτε στο στασίδι της εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε

σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά,

πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά

κύματ' από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο

κλαδί του. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι

απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν

αυτός παρά ένας και μοναχός τραγουδιστής, που έχυνε τη φωνή του

όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξη την ψυχή του στα ψηλά και

μέσα της να πνίξη όλο το είνε του! Είχε όμως κι από την εκκλησιά

του μία απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλήτερη. Το χτίριό της μεγάλο

και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές, τους παπάδες της πιο

καλοφορεμένους· τα κονίσματά της, τα ξεφτέρια, τους πολυέλαιους,

το τέμπλο, τα μανουάλια πιο περίτεχνα. Κι αληθινά ήταν· δε μπορούσε

νάχη παράπονο. Έμενε τώρα ν' αποχτήση κ' ένα θαματουργόν άγιο. Και

να, που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο, λες κ' ήξερε την ανάγκη

και την επιθυμία του. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι

αυτός να φανή άξιος· να κάμη όσο μπορούσε μεγαλείτερη την υποδοχή

του. Για τούτο δεν έπαυε να παρακινή τους άλλους να δείξουν με

ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους.

— Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!

— Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!...

Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία του

τζίτζικα. Βγαίνει και φαίνεται σα να παρακαλή και σύγκαιρα να

προστάζη τον Κύριο για να το ελεήσει. Και σε κάθε βήμα της

λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτήματα, από τους τράφους,

από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκόποι. Βγαίνουν παιδιά, μικρομάννες,

γριές και γέροι, σαλίγκαροι του χρόνου κούτσα — κούτσα με τα

δικανίκια τους. Άλλοι κρατούν κεριά, άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι

άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Σκύβουν ταπεινά,

σταυροκοπούνται, δακρύζουν οι γριές κι όλοι κυττάζουν,

ξανακυττάζουν το κόνισμα. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είνε· κανείς

δε νοιώθει τι θάμα παρασταίνει. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό

τους, σκύβουν το κεφάλι, μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο

ρυθμικά και μονότονα :

— Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον!... Κύριε ελέησον! — .

Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ' εκείνος το

χέρι να κάμη το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα του φάνηκε

παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό

με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και

τα ράμφη γυριστά, έδειχναν θυμό κι αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια

καθότανε κορώνα σταυροφόρα· κι άλλη κορώνα πιο μεγάλη τάσμιγε από

πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με

σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλλα ξεδιπλωμένη είχε

απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα

χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρρωγα σταφύλια. Μα το

μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμη σεβαστό ήταν οι σταυροί του.

Τίποτ' άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτή

και τι να κάμη. Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν

όλοι τα μάτια καταπάνω του. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του

ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό, σα μαύρο είδωλο που τρέχει

ο λαός να πετροβολήση.

— Το καπέλλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος.

— Το καπέλλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή.

— Το καπέλλο σου!.. το καπέλλο σου! .. το καπέλλο σου!...

Ο αρχαιολόγος · 第 9 / 11 段