Non ut miretur turba laboro

ή άλλο τοιούτον αντιχριστιανικόν ρητόν. Απ' εναντίας φρονώ ότι

καθώς ο Ιησούς ήλθε να σώση ουχί τους δικαίους αλλά τους

αμαρτωλούς, ούτω και όσοι γράφουν δεν πρέπει ν' αποβλέπουν εις

τους σοφούς, αλλ' εις τους αγραμμάτους· και καθώς εκείνος δεν

εβαρύνετο να επαναλαμβάνη το «Α γ α π ά τ ε α λ λ ή λ ο υ ς», «ό

σ υ μ ι σ ε ί ς ε τ έ ρ ω μ η π ο ί η σ η ς,» «ε υ ε ρ γ ε -

τ ε ί τ ε τ ο υ ς ε χ θ ρ ο ύ ς η μ ώ ν» και άλλα ουχ ήττον

παλαιά και τετριμμένα παραγγέλματα, τα οποία είχαν ήδη αναμασσήσει

μυριάκις προ αυτού ο Κομφούκιος, ο Σωκράτης, ο Ζήνων, ο Κικέρων

και άλλοι σωφοί, ούτω και οι γράφοντες διά τους σημερινούς Έλληνας

αναγκάζονται πολλάκις να διαφωτίζωσι πράγματα φωτεινά και αυτόφωτα

ως τα οπίσθια των πυγολαμπίδων.

Αν ήθελα, ηδυνάμην, αξιότιμε κ. εκδότα, ν’ αρχίσω την σειράν των

παραδείγματών μου από αυτήν την Άγ. Γραφήν, δανειζόμενος από τους

προφήτας, τους ιερούς τούτους Αριστοφάνας, ως τους ονομάζει ο

Άινε , αξιόλογα τινα παραδείγματα της ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς, ήτις

αρμόζει εις το σατυρικόν είδος. Α ι Π α ρ ο ι μ ί α ι και ο Ε κ-

κ λ η σ ι α σ τ ή ς, ο Σειράχ και ο Ιεζεκιήλ, περιέχουσιν αμίμητα

πρότυπα ελευθέρας εκφράσεως, αναγκάζοντα τον αναγνώστην όχι μόνον

να κοκκινίζη, αλλ' ενίοτε και την μύτην του να φράσση. Αλλά ταύτα

τα αφίνω κατά μέρος πρώτον διότι, κατά την φρόνιμον συμβουλήν της

Ιεράς Συνόδου μας, δεν πρέπει ν' ανακατεύωμεν τα θεία με τα

βέβηλα, και δεύτερον (και τούτο είναι η κυριοτέρα αιτία) διότι δεν

είμαι και πολύ βέβαιος αν δύναται να θεωρηθή ως ηθικόν βιβλίον η

Γραφή. Ο καιρός τουλάχιστον δεν είναι μακράν, ότε οι καλόγηροι

απηγόρευον την ανάγνωσιν αυτής ως σήμερον της «Π α π ί σ σ η ς

Ι ω ά ν ν α ς» ο δε παρακούων αφωρίζετο ή και εκαίετο ως αιρετικός,

κατά τον βαθμόν του ζήλου των αγίων Καρυστίας της εποχής εκείνης.

Ενθυμείσθε πόσα ήκουσε χθες ακόμη ο ταλαίπωρος Βάμβας από τον

ορθόδοξον Οικονόμον, διότι επεχείρησε την μετάφρασιν εις την

ομιλουμένην του επικινδύνου τούτου βιβλίου, το οποίον, κατά τον

αυτόν Οικονόμον, πρέπει προηγουμένως να μαγειρεύεται εμπείρως διά

να μη βλάπτη τους στομάχους των πιστών, απαράλλακτα ως μερικοί

αμανίται διά να χάσουν το φαρμάκι των.

Μετά την Γραφήν έρχονται οι Έλληνες, μετά την θρησκείαν η πατρίς.

Και ούτοι όμως, αν δεν απατώμαι, εφρόνουν ότι η ελευθερία της

εκφράσεως είναι αναγκαία εις τους κωμικούς. Ο Αρχίλοχος

τουλάχιστον, ο Αριστοφάνης, ο Θεόκριτος, ο Λουκιανός και λοιποί,

αμιλλώνται ποίος να υπερβή τον άλλον κατά την βωμολοχίαν, την

οποίαν και αυτός ο Αριστοτέλης αναγκάζεται να παραδεχθή ως

αναγκαίον κακόν. Αλλ' ουδ' οι Έλληνες δύνανται να χρησιμεύσωσιν ως

παραδείγματα επί του προκειμένου· διότι άλλα ήσαν τα τότε ήθη και

άλλα τα σημερινά, και πλην τούτου κατά τους χρόνους εκείνους οι

ιερείς δεν εσυνείθιζον ακόμη ν' αναμιγνύωνται εις την φιλολογίαν

ως οι Πατέρες της Ιεράς Συνόδου. Δεν πρέπει λοιπόν να Θαυμάζωμεν

αν οι ταλαίπωροι πρόγονοί μας, στερούμενοι τοιούτων Αριστάρχων,

υπέπεσαν εις τοσαύτας παρεκτροπάς. Διά τον αυτόν λόγον θέλω

αποφύγει να σας ομιλήσω και περί των Λατίνων· ελπίζω όμως, κ.

εκδότα, ότι ουδείς, ουδέ συντάκτης Αθηναϊκής εφημερίδος αν είναι,

Θέλει τολμήσει ν' αρνηθή ότι

Όσον παρθενική προφέρει τριγάμοιο γυναικός

τοσούτον τα αριστουργήματα του Πλαύτου, Ορατίου και Ιουβενάλη

υπερβαίνουσι κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως την «Π ά π ι σ -

σ α ν Ι ω ά ν ν α ν», όσον άσεμνος και αν υποτεθή.

Ενώ η Σάτυρα εις όλην αυτής την ακμήν εκάγχαζεν ολόγυμνος εν Ρώμη,

εγεννάτο εις απόκεντρον της Ιουδαίας χωρίον ο μέλλων να μεταβάλη

το πρόσωπον της οικουμένης. Θρησκείαι, ήθη, έθιμα και νόμοι, τα

πάντα ήλλαξαν όψιν αλλ' η Σάτυρα δεν ηθέλησε ούτε την κακότροπον

φύσιν της να μεταβάλη ούτε καν την κλασικήν της γυμνότητα να

ενδύση. Από των εθνικών μετέπεσεν εις τας χείρας των πατέρων της

Εκκλησίας, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να την διδάξωσι την σεμνότητα. Ο

Τερτουλλιανός, ο Άγ. Βασίλειος, ο Άγ. Χρυσόστομος, ο Άγ.

Ιερώνυμος, ο ιερός Αυγουστίνος και οι άλλοι Άγιοι περιέγραψαν και

εσατύρισαν την διαφθοράν των ειδωλολατρών, αλλ' αν μου έδιδεν ο

Θεός θυγατέρα, δεν θα της έδιδα εγώ ν' αναγνώση τα σατυρικά βιβλία

των Αγίων τούτων. Παραπομπάς δεν σας σημειώ ενταύθα, διότι

ευρίσκετε όσας θέλετε εις το λεξικόν του Βαΰλου και τας σημειώσεις

της «Ι ω ά ν ν α ς», όπου ο συγγραφεύς ηναγκάσθη να καταχωρίση

ολόκληρον περικοπήν του Αγ. Βασιλείου, ίνα δικαιολογήση την φράσιν

του, καθ' ην η περί «Π α ρ θ ε ν ί α ς» πραγματεία του Αγ.

Επισκόπου Καισαρείας τω φαίνεται γεγραμμένη επάνω εις το στήθος

γυμνής τινος παρθένου.

Κατά δε τον μεσαιώνα, μετά την πλημμύραν των βαρβάρων της Άρκτου,

η Σάτυρα συμμορφωθείσα με τα ήθη των νικητών απεβαρβαρώθη κ'

εκείνη, χάσασα την αστικότητα, το αττικόν άλας, την λεπτήν

ειρωνείαν και όσα άλλα στολίσματα καθίστα περιττά η απειροκαλία

του αιώνος εκείνου. Αλλά την αθυροστομίαν και ελευθερίαν της

διεφύλαξεν ανεπάφους, διότι άνευ αυτών δεν ηδύνατο να υπάρξη. «Η

χ ο ρ ε ί α τ ω ν σ α τ υ ρ ι κ ώ ν τ ο υ μ ε σ α ι ώ ν ο ς,

λέγει, ο κ. Lenient, ο μ ο ι ά ζ ε ι τ ο ν α ρ χ α ί ο ν θ ί -

α σ ο ν τ ο υ Β ά κ χ ο υ· π ά ν τ ε ς ή σ α ν Σ ε ι λ η ν ο ί

Σ ά τ υ ρ ο ι κ α ι Π ά ν ε ς κ α γ χ ά ζ ο ν τ ε ς, ω ρ υ ώ -

μ ε ν ο ι κ α ι α σ χ η μ ο ν ο ύ ν τ ε ς». Εις τους ανθηρούς

εκείνους αιώνας της πίστεως και της τυραννίας, ότε ο ιερεύς και ο

δήμιος αδελφικώς ενηγκολισμένοι εκούρευον εν ανέσει την αγέλην των

πιστών, η Σάτυρα, το δικαίωμα δηλ. της εκδικήσεως των ύβρεων διά

του γέλωτος, ήτο το μόνον εναπολειφθέν εις τους δυναστευομένους. Ο

δε μεσαιωνικός γέλως ούτε όρια είχεν ούτε αιδώ εγνώριζε. Θεολογικά

δόγματα και πολιτικοί νόμοι, Πάπαι και βασιλείς, Σύνοδοι και

Μοναστήρια, άνδρες και γυναίκες, πάντες επλήρωνον τακτικώς τον

φόρον των εις τον δημόσιον γέλωτα, ως οι Αθηναίοι εις τον

Μινώταυρον,, αλλ' ουδείς Θησεύς ετόλμα να πολεμήση το ζώον. Και

ενώ η παραμικρά εις θεολογικόν βιβλίον δογματική πλάνη ετιμωρείτο

διά της πυράς ή της αγχόνης, οι σατυρικοί είχον την άδειαν ν'

αναβιβάζωσιν επί της σκηνής τον Ιησούν ανταλλάσσοντα βωμολοχίας

μετά του Σατανά, να εμπαίζωσι την μεγάλην κοιλίαν του βασιλέως

των, ν' ανυμνώσι την σωφροσύνην του Πάπα διά των γνωστών εκείνων

στίχων:

Papa captus hunc vel hanc decipit

Papa quid vult in lectum recipit κτλ.

και να παριστώσιν ηγεμονίδας μεταβαλλούσας, ως η αρχαία Κίρκη,

τους συζύγους των εις ταύρους, τράγους και άλλα κερασφόρα ζώα. Οι

τύραννοι και οι ιερείς, οι παν δικαίωμα αφαιρέσαντες από των

υπηκόων, δεν ετόλμων ν' αφαιρέσωσι το προνόμιον του να εμπαίζωσι

τας ανοησίας των, κληροδοτήσαντες την δόξαν ταύτην εις τα μέλη της

ιεράς Συνόδου μας. Εις την γενικήν εκείνην κατάπτωσιν όλων των

δικαιωμάτων του ανθρώπου μόνη η Σάτυρα είχε μείνει ορθή ως το

άγαλμα του Γέλωτος εν μέσω των ερειπίων της καταπεσούσης Σπάρτης

{110}. Αύτη υπήρξεν η μόνη καθ’ όλον τον μεσαιώνα εν τοις δεινοίς

παρηγορία του δούλου, η μόνη κατά της δογματικής και αρχοντικής

τυραννίας διαμαρτύρησις, εις ην χρεωστούμεν κατά μέγα μέρος την

σημερινήν κατάστασιν των πραγμάτων. Αλλ' ο σκοπός μου δεν είναι

ενταύθα να πλέξω τον πανηγυρικόν της μεσοχρονίου σατύρας, αλλ'

απλώς να σας πληροφορήσω, κ. Εκδότα, ότι, καθώς επί των Εβραίων,

καθώς επί των Ελλήνων, των Λατίνων και των πατέρων της Εκκλησίας,

ούτω και κατά τον μεσαιώνα η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο

αναγκαία εις τους σατυρικούς, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε

ρίπτοντες έν βλέμμα εις οίαν δήποτε συλλογήν μεσαιωνικών ραψωδιών.

Ας έλθωμεν τώρα εις την διαδεχθείσαν την μεσαιωνικήν σκοτίαν

περίοδον της αναγεννήσεως των γραμμάτων.

Αύτη ήρχισεν εν Ιταλία διαρκούντος ακόμη του μεσαιώνος. Ο μέγας

Δάντης, ο σοβαρώτερος των ποιητών, εθεμελίωσε στενάζων την

ιταλικήν ποίησιν, ο δε Ιωάννης Βοκκάκιος, ο ευθυμότατος πάντων των

ανθρώπων, εμόρφωσε γελών τον πεζόν λόγον. Ο πρώτος περιέγραψε τα

βάσανα των κολασμένων παλαιόντων με οφείδια και σκορπίους, ο

δεύτερος τα των πατέρων, συζύγων, κηδεμόνων και όσοι άλλοι είχον

να κάμωσι με γυναίκας. Και η μεν εποποιία του Δάντη κατέστη το

αμίμητον πρότυπον του σοβαρού ύφους, τα δε «Δ ι η γ ή μ α τ α» του

Βοκκακίου, του κωμικού. Πόσον δε αναγκαίαν ενόμιζεν ο Βοκκάκιος

την ελευθερίαν της εκφράσεως εις το κωμικόν ύφος γνωρίζετε ίσως

κάλλιον εμού, κ. εκδότα, διότι εν των μάλλον διαπρεπόντων επί

τοιαύτη ελευθερία διηγημάτων του, «Ο Δ ι ά β ο λ ο ς ε ι ς

τ η ν κ ό λ α σ ι ν» (ο τίτλος ούτος είναι αλληγορικός) μετεφράσθη,

ως μ’ είπον, και πωλείται αναφανδόν εις τας οδούς της πρωτευούσης

σας, αγνοώ αν είναι με την έγκρισην της ιεράς Συνόδου. Το

παράδειγμα του Βοκκακίου, την ελευθέραν δηλ. έκφρασίν του,

εμιμήθησαν όλοι οι μετά ταύτα σατυρικοί ποιηταί και πεζογράφοι της

Ιταλίας, ο Πόγιος Βρακιολίνης εις τα «Α σ τ ε ί α τ ο υ», ο

Μακιαβέλης εις τον περιβόητον « Ό ν ο ν τ ο υ», ο κλεινός

Αριόστος εις τον «Μ α ι ν ό μ ε ν ο ν Ο ρ λ ά ν δ ο ν», ο

Τρισσίνος, ο Πάτερ Βέρνης, ο Πάτερ Πούλκης, ο Πάτερ Λακάζας, ο

Πάτερ Βίμπος (βλέπετε κ. εκδότα, πόσους ιερωμένους σας αναφέρω

προκειμένου περί ελευθέρας εκφράσεως) ο Βοϊάρδος, ο Τασσόνης και

χίλιοι άλλοι, τους οποίους περιττόν νομίζω ν' απαριθμήσω, διότι,

μη γνωρίζοντες ίσως αυτούς ουδ’ εξ ακοής, πιθανόν να υποθέσετε,

ότι επικαλούμαι την μαρτυρίαν ανυπάρκτων ανθρώπων, ως ανασταίνουσι

και οι υποψήφιοι μας δήμαρχοι τους νεκρούς, ίνα ψηφοφορήσωσιν υπέρ

αυτών.

Υπερβαίνοντες ήδη τας Άλπεις ας ίδωμεν πως έγραφον κατά την αυτήν

περίπου εποχήν εις την Γαλλίαν.

Και εν πρώτοις απαντώμεν τα Ε κ α τ ό ν δ ι η γ ή μ α τ α τ η ς

β α σ ι λ ί σ σ η ς τ η ς Ν α β ά ρ ρ α ς, τα οποία ως προς την

ελευθερίαν της εκφράσεως δεν έχουν τίποτε να φθονήσουσιν εις τον

Βοκκάκιον· την σύστασιν ταύτην νομίζω ικανήν. Περί την αυτήν

εποχήν συνέγραφεν ο περιώνυμος Ραβελαί την πολύκροτον κατά της

Εκκλησίας και των βασιλέων σάτυράν του τον «Γ α ρ γ α ν τ ο ύ -

α ν», κλασικόν αριστούργημα βωμολοχίας, ο Βραντώμ τας «Φ ι λ α -

ρ έ σ κ ο υ ς Δ ε σ π ο ί ν α ς», ο Περιέρος (τον οποίον σας

παρακαλώ να μη συγχύσετε με τον ομώνυμόν του και συνάδελφόν σας

Καζιμίρον Περιέρον ως τον Πύρρωνα με τον Πιρόν) τους «Ε υ θ ύ -

μ ο υ ς λ ό γ ο υ ς» του και ο Αμυότος μετέφραζε τον Λόγγον. Εις

την αυτήν φιλολογικήν περίοδον ανάγονται η «Μ ε ν ί π π ε ι ο ς

Σ ά τ υ ρ α», οι στίχοι του Μαρότου, αι Σάτυραι του Ρενιέρου, τα

επιγράμματα του Θεοφίλου, το «Κ ο σ μ ο κ ύ μ β α λ ο ν» και

πλείστα άλλα με Γαλατικόν χονδροκοπανισμένον άλας ηρτυμένα

συγγράμματα, ικανά και τους απιστοτέρους να πείσωσιν ότι εν Γαλλία

ως και αλλαχού η ελευθερία της εκφράσεως ενομίζετο αναγκαία εις

τους σατυρικούς.

Ολίγον μετά ταύτα ανέβαινεν επί του γαλλικού Θρόνου ο μέγας του

μεγάλου αιώνος βασιλεύς, ο Λουδοβίκος ΙΔ’, επί της βασιλείας του

οποίου έλαμψαν της Γαλλίας οι κλασικοί φωστήρες, ο Φενελών, ο

Ρακίνας, ο Βουαλώ, ο Ουέτος, ο Βωγελάς και λοιποί• πάντες σεμνοί,

ευσεβείς και φρόνιμοι συγγραφείς, παρομοιάζοντες τον βασιλέα με

τον ήλιον και κύπτοντες προ αυτού μέχρι εδάφους την κεφαλήν, ίνα

μη τυφλωθώσιν υπό των ακτίνων του, σεβόμενοι τα ήθη, την

θρησκείαν, την εθιμοταξίαν, τας βούλλας του Πάπα και τας τρεις

ενότητας του Αριστοτέλους. Αλλά κατά δυστυχίαν οι κριτικοί δεν

έδωκαν εις αυτούς τα πρωτεία, ουδέ καν τους θεωρούσιν ως γνησίους

αντιπροσώπους της γαλλικής ευφυίας, ανυμνούντες ως τοιούτους τον

Μολιέρον και Λαφονταίνον, αμφοτέρους σατυρικούς, ουδέν σεβομένους

ονομάζοντας την σκάφην σκάφην και μετεχειριζομένους αφειδώς και

ακράτως την ελευθερίαν της εκφράσεως· ανθρώπους τέλος πάντων

οίτινες, αν είχον την δυστυχίαν να γράφωσι σήμερον εις την

πρωτεύουσάν σας, ο Άγ. Καρυστίας ήθελεν αφορίσει, ο κ. Καλαποδάκης

ήθελεν ονομάσει «α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς» και ο κ. Εισαγγελεύς

εγκαλέσει ως διαφθείροντας τα ήθη. Τυχηροί τω όντι υπήρξαν

γεννηθέντες βάρβαροι και όχι Έλληνες! Περί δε των συγγραφέων του

ιη' αιώνος, του Μοντεσκιού, Διδερότου, Βολταίρου, Κρεβιλλώνος,

Σαμφωρτίου κτλ. Περιττόν στοχάζομαι να σας είπω τι, διότι ουδείς

αγνοεί, ουδ' αυτοί, νομίζω οι συνάδελφοί σας, ότι οι γράψαντες τας

«Π ε ρ σ ι κ ά ς ε π ι σ τ ο λ ά ς», τον «Κ ά ν δ ι δ ο ν» και

τον «Σ ο φ ά ν» ήσαν οπωσούν αθυρόστομοι, νομίζοντες και εκείνοι

την ελευθέραν έκφρασιν αναγκαίον άρτυμα παντός σατυρικού έργου.

Διαπλέοντες τώρα το στενόν της Μάγχης, ως υπερέβημεν προ ολίγου

τας Άλπεις, ας προσορμισθώμεν ολίγας στιγμάς και εις την νήσον των

Βρεταννών, των οποίων τα ήθη είναι, κατά τον Βύρωνα, καθαρώτερα

από την χιόνα, ήτις σκεπάζει τα βουνά των, ίνα ίδωμεν αν

σεμνότεροι ήσαν οι Άγγλοι σατυρογράφοι.

Πρώτος εκεί μας παρουσιάζεται ο Chaucer, ο πατήρ της αγγλικής

ποιήσεως, σατυρικός κατά καλήν μου τύχην και δυνάμενος να

χρησιμεύση ως αξιόλογον δείγμα κωμικής αθυροστομίας. Ούτος ήτο

σύγχρονος του Βοκκακίου, τον οποίον επροσπάθησε να μιμηθή εις τα

«Κ α ν τ ο ρ β ε ρ ι α ν ά Δ ι η γ ή μ α τ ά τ ο υ». Περιττόν

μετά τούτο να σας πληροφορήσω μέχρι τίνος βαθμού ηγάπα την

ελευθερίαν της εκφράσεως, την οποίαν άλλως ησπάσθησαν πάντες κατά

μάλλον και ήττον οι συμπατριώται του, όχι, μόνον εις τα κωμικά,

αλλ' εις όλα εν γένει της φιλολογίας των τα προϊόντα. ο Marlow, ο

Σαίξπηρ, ο Shadwel, ο Flecher,ο Butler, ο Γαρτ, ο Πρίωρ και ο

Βωμόντ κατακρίνονται, υπ' αυτού του Βολταίρου ως καταχρασθέντες

του τοιούτου αρτύματος• κατά δε τον Βύρωνα πάντες οι προ του Πωπ

γράψαντες αγγλιστί, και μέγα μέρος των ποιημάτων αυτού του Πωπ

πρέπει να καώσιν, αν θεωρηθή ως θανάσιμον αμάρτημα η αθυροστομία.

Ολίγον μετά ταύτα ο Λαυρέντιος Στερν, όστις ήτο και εφημέριος,

απολογούμενος προς κυρίαν τινά, επιπλήττουσαν αυτόν διά την

επικρατούσαν εις το αριστούργημα του «Tristam Shandy» ελευθερίαν

παρωμοίαζε το έργον του προς το διετές τέκνον της σεμνής ταύτης

Αγγλίδος, το οποίον κυλιόμενον επί του τάπητος απεκάλυπτεν εν πάση

αθωότητι και άνευ τινός κακού σκοπού όλα του τα μέλη. Συγχρόνως

σχεδόν ο Swift, ιερεύς και εκείνος, συνέγραψε την πολύκροτον

πολιτικήν του σάτυραν «Α ι π ε ρ ι η γ ή σ ε ι ς τ ο υ Γ ι -

ο υ λ ι β έ ρ ο υ, από της οποίας ο Γάλλος μεταφραστής έκρινε καλόν

ν’ αποκόψη « π α ν τ ο δ υ ν ά μ ε ν ο ν ν α π ρ ο σ β ά λ -

λ η τ α σ ε μ ν ά ώ τ α τ η ς ν ε ο λ α ί α ς,» πάντα δηλ. τα

κέντρα και όλον το άλας του συγγράμματος, το οποίον ούτω

καθαρισθέν υπό του σεμνού μεταφραστού ομοιάζει τον μαδημένον του

Διογένους πετεινόν, ως δύνασθε να πληροφορηθήτε και εκ της εις την

καθαρεύουσαν γλώσσαν μας μεταφράσεως.

Περί των Ισπανών ολίγα έχω να σας είπω, μη γνωρίζων την γλώσσαν

των. Καθ' όσον όμως δύναμαι να συμπεράνω εκ των μεταφράσεων, ουδέ

του τόπου εκείνου οι σατυρικοί είχον ανακαλύψει τον τρόπον να

γελώσι με κλειστόν στόμα. Ο «Δ ο ν Γ ο υ σ μ ά ν,» ο «Λ α ζ α -

ρ ί λ λ ο ς» και ο «Χ ω λ ό ς Δ ι ά β ο λ ο ς» είναι μεταφράσεις

ή μιμήσεις Ισπανικών διηγημάτων, των οποίων το κωμικόν άλας, αν και

ελειοτριβήθη οπωσούν από τους μεταφραστάς, μένει ουχ ήττον αρκετά

χονδρόν. Τους δε Γερμανούς και Ολλανδούς παρέλειψα, διότι κατά την

εποχήν εκείνην δεν είχον ακόμη φιλολογίαν, αλλά μόνον σχολιαστάς

και λογίους γράφοντας λατινικά, τον Βόσσιον, τον Έρασμον, τον

Σκαλίγερον, τον Σκριβέριον, τον Λίψιον και λοιπούς. Μη τύχη όμως

και νομίσητε, αξιότιμε κ. εκδότα, ότι ούτοι αποτελούσιν εξαίρεσιν

του γενικού κανόνος• απεναντίας έχοντες νυχθημερόν εις χείρας τον

Πέρσιον, Πετρόνιον και Τουβενάλην, εμιμούντο μετά τοσαύτης

επιτυχίας τους σεμνούς τούτους Λατίνους εις τα σατυρικά φυλλάδια,

τα οποία ετόξευον ο είς κατά του άλλου, ώστε κατά την έφρασιν δεν

ενθυμούμαι τίνος θεολόγου «απορεί τις πως δεν εκοκκίνιζεν από την

εντροπήν το χαρτίον, επί του οποίου εγράφοντο τοιαύται

αισχρότητες». Επί της τραπέζης μου έχω μίαν συλλογήν «Festivum

Opusculum» ήτοι Π α ρ έ ρ γ ω ν, τα οποία έγραφον οι τότε

λογιώτατοι εις τας ώρας της αργίας των. Εις αυτήν περιέχεται το

«Ε γ κ ώ μ ι ο ν τ ο υ ό ν ο υ», ο «Έ π α ι ν ο ς τ η ς

ψ ε ί ρ α ς» η «Δ ι α φ θ ο ρ ά τ ο υ α ι ώ ν ο ς» και άλλα τινά

opuscula, αποδεικνύοντα με πόσην ευλάβειαν ηκολούθησαν οι σοφοί

εκείνοι άνθρωποι, τα ίχνη του Αριστοφάνους και Μαρτιαλίου.

Πολύ επεθύμουν, κ. εκδότα, να συμπληρώσω την συλλογήν μου αναφέρων

ολίγα τινά παραδείγματα και εκ της ανατολικής φιλολογίας· αλλ'

ούτε τας ασιανάς διαλέκτους εννοώ ούτε κατέχω ως οι συνάδελφοί σας

την πολύτιμον τέχνην να ομιλώ περί πραγμάτων, τα οποία δεν έμαθα.

Κατά την γνώμην όμως των φιλολόγων οι γυμνοτράχηλοι εκείνοι «Μ ι -

λ ή σ ι ο ι Μ ύ θ ο ι» των προγόνων μας εισήχθησαν εκ της ανατολής

εις την Ελλάδα· εκτός δε τούτων έχομεν και τους «Μ ύ θ ο υ ς

τ η ς Χ α λ ι μ ά ς,» οίτινες ως συναρμολόγημα ινδικών, περσικών και

αραβικών παραδόσεων εκπροσωπούσι το πνεύμα ολοκλήρου της Ανατολής.

Αλλ' ουδ’ ούτοι, καίτοι καθορισθέντες οπωσούν υπό του μεταφραστού

{111}, δύνανται να θεωρηθώσιν ως σεμνοί· ο δε σημερινός

αντιπρόσωπος της ανατολικής ευθυμίας, ο περιβόητος Κ α ρ α γ κ ι -

ό ζ η ς, δεν παραχωρεί εις κανένα την δάφνην της ελευθέρας

εκφράσεως. Ταύτα πάντα με παρακινούσι να υποθέσω ότι ουδ’ οι

οπαδοί του Βράμα και του Μωάμεθ εθεώρουν ως περιττήν την

αθυροστομίαν εις τους κωμικούς· τι δε φρονούσι περί τούτου οι

Κάφροι, οι Παταγόνες, οι Εσκιμώοι και οι Οτεντότοι Θέλομεν μάθει

οπόταν εκδοθώσι κριτικαί μελέται περί της φιλολογίας των εθνών

εκείνων, τα οποία καθώς διακρίνονται των άλλων κατά το χρώμα και

το ανάστημα, πιθανόν και κατά τους κανόνας της καλαισθησίας να

διαφέρωσιν. Αλλ' έως τότε συγχωρήσατε με να πιστεύω, αξιότιμε κ.

εκδότα, ότι ο κανών τον οποίον ανέφερα εν αρχή της παρούσης μου,

ότι δηλ. η αθυροστομία είναι αναγκαία εις την σάτυραν ως τα πτερά

εις τα πτηνά, κατά τούτο διαφέρει των άλλων κανόνων ότι δεν

δέχεται εξαιρέσεις.

Εις την γενικήν ταύτην επιθεώρησιν των από κτίσεως κόσμου μέχρις

ημών σατυρογράφων επροχώρησα με μεγάλην βίαν, βαδίζων ως οι θεοί

του Ομήρου, οίτινες έκαμναν δύο βήματα και κατά το τρίτον

ευρίσκοντο εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκ τούτου ούτε

χωρία ούτε παραπομπάς επρόφθασα να σημειώσω, λυπούμενος τον τύπον,

τον κόπον και τον καιρόν, τον ιδικόν σας και τον ιδικόν μου.

Έπειτα οι συγγραφείς, τους οποίους ανέφερα, ανήκουσιν όλοι μάλλον

ή ήττον εις άλλην εποχήν, οι δε συνάδελφοί σας ενδέχεται να

παρατηρήσωσιν, ότι όσα εσυγχωρούντο τότε ονομάζονται σήμερον α -

τ ι μ ω τ ι κ ά. Πιθανόν να έχωσι δίκαιον· η αλήθεια εξέρχεται

πολλάκις εκ του στόματος των απλών· εις δε τον αιώνα τούτον των

Θαυμάτων, καθ' ον ευρήκαμεν τον τρόπον να πλέωμεν χωρίς πανία, να

τρέχωμεν χωρίς άλογα και να γράφωμεν χωρίς μελάνην δεν είναι

παράδοξον ν' ανεκάλυψαν και οι σατυρικοί τον τρόπον να γελώσι

χωρίς ν’ ανοίγωσι το στόμα. Αλλά πριν αποφασίσω περί τούτου,

νομίζω αναγκαίον να εξετάσωμεν ολίγους τινάς και του παρόντος

αιώνος σατυρικούς συγγραφείς. Επειδή όμως η επιστολή μου κατήντησε

μακροτέρα φθινοπωρινής νυκτός, αφίνων την εξέτασιν ταύτην διά την

ακόλουθον διατελώ, κ. εκδότα

Πρόθυμος δούλος σας

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γη

Αγρίνι 20 Μαΐου 1866

Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»,

Αν η γεροντική μου μνήμη δεν με απατά, διέκοψα την τελευταίαν μου,

ενώ επρόκειτο να εξετάσωμεν μήπως μεταξύ των άλλων ανακαλύψεων

του θαυματουργού αιώνος μας, έτυχε ν' ανακαλύψωσι και οι

σατυρικοί, τον τρόπον να κατασκευάζωσι σατύρας χωρίς αθυροστομίαν,

σκορδαλιάν δηλ. χωρίς σκόρδον. Αλλ' αφού έτυχε και πάλιν ο λόγος

περί σκορδαλιάς, συγχωρήσατε μου να σας διηγηθώ εν είδει ανεκδότου

επεισοδίου, ή παρεκβάσεως, ως έλεγε ο Κουριέρος, τι μου συνέβη προ

μερικών ετών.

Ήτο ημέρα Παρασκευή, ώρα μεσημέρι και έβρεχε δυνατά· εξεδίπλονα

την π ε σ έ τ α μου (αγνοώ πως λέγεται, το πράγμα εις την

καθαρεύουσαν), διά να καθίσω εις το τραπέζι, ότε αιφνηδίως

ανοίγεται με κρότον πολύν η θύρα του δωματίου και αντικρύ μου

βλέπω μίαν αρχόντισσαν υψηλήν, ξανθήν, ωραίαν, αν και ολίγον

λασπωμένην. Η απροσδόκητος αυτή επίσκεψης ήτον η κόμησσα Θ . . ...

(δεν σας γράφω ολόκληρον το όνομά της διότι είναι πολύ γνωστόν),

Αγγλίς κατά τα τρία τέταρτα και ιδιότροπος κατά τα τέσσαρα,

ταξειδεύουσα έφιππος εις τα μέρη μας διά να γνωρίση την Ελλάδα και

καταφυγούσα εις το σπίτι μου για ν' αποφύγη την βροχήν. Αφού

εξήρανε οπωσούν τα ενδύματά της εις την θερμάστραν, με ειδοποίησε

γελώσα ότι δεν είχεν ακόμη προγευματίσει. Φαντασθήτε την

στενοχωρίαν μου! Ήτον, ως σας είπα, Παρασκευή και, εις το ευσεβές

τραπέζι μου δεν είχα παρά μόνον κοκκινογούλια και σκορδαλιάν. Από

τα πρώτα δεν ηθέλησε να φάγη, λέγουσα ότι εις τον τόπον της τα

δίδουν εις τους χοίρους• η σκορδαλιά όμως (τις ήθελε το

πιστεύσει!) την ήρεσε πολύ. Έτρωγε και εζήτει και άλλην, κράζουσα

από καιρόν εις καιρόν «Τι νόστιμον φαγητόν! κρίμα να βρωμά τόσον!

δεν ημπορείτε να κάμετε σκορδαλιάν χωρίς σκόρδον;».

Δεν σας φαίνεται, κ. εκδότα, ότι οι κριτικοί της πρωτευούσης σας

ομοιάζουν πολύ με την ιδιότροπον Αγγλίδα μου; Πάντες αναγιγνώσκουν

με απληστίαν την «Ιωάνναν» και ορμαθίζουν κομβολόγια επιθέτων

ανυμνούντες την ευτραπελίαν, την ανεξάντλητον ευφυίαν και τα άλλα

προτερήματα του βιβλίου, «τ α ο π ο ί α τ ο υ ς κ ρ α τ ο ύ ν

ε π’ α υ τ ο ύ ώ ρ α ς ο λ ο κ λ ή ρ ο υ ς ε κ μ υ ζ ώ ν -

τ α ς, τ α π ο λ λ ά θ έ λ γ η τ ρ α τ ο υ,» ως λέγει η

αξιότιμος εφημερίς σας, και έπειτα κατηγορούν αυτό διά το θράσος,

την α θ υ ρ ο σ τ ο μ ί α ν, τ η ν α σ έ β ε ι α ν, κ α ι τ ο

σ α ρ κ α σ τ ι κ ό ν π ν ε ύ μ α, απαράλλακτα ως η Αγγλίς μου

την σκορδαλιάν διότι περιείχε σκόρδον.

Ενθυμείσθε, κ. εκδότα, την αμίμητον εκείνην ωδήν του Ανακρέοντος,

Φύσις κέρατα ταύροις,

Οπλάς δ' έδωκεν ίπποις, κλπ;

Τοιαύτην τινά διανομήν έκαμε και ο Απόλλων εις τους θιασώτας του.

Οι επικοί, έλαβον την βαρύηχον σάλπιγγα, οι υμνογράφοι την θείαν

έμπνευσιν, οι τραγικοί, τα δάκρυα, οι βουκολικοί, τους στεναγμούς

του Ζεφύρου και των ποιμενίδων, οι ρήτορες τα σοφίσματα και οι

ιστοριογράφοι, ολόκληρον το ανθρώπινον γένος ως βοράν· εις δε τους

σατυρικούς, διά τους οποίους δεν έμενε πλέον τίποτε εις τον πάτον

του καλαθιού, εδόθη ως αποζημίωσις η άδεια να παρηγορώνται,

περιπαίζοντες τα πάντα. Την άδειαν ταύτην θέλετε ν' αφαιρέσετε από

τους δυστυχείς τούτους αποκλήρους; Δεν τους λυπείσθε τους πτωχούς;

Εις την προλαβούσαν μου είδομεν πόσην χρήσιν και κατάχρησιν

έκαμναν της αδείας ταύτης πάντες από κτίσεως κόσμου οι κωμικοί·

τώρα δε πρόκειται να εξετάσσωμεν αν το προνόμιον τούτο εστερήθησαν

ή παρήτησαν του αιώνος μας οι σατυρογράφοι· αν είναι δηλ. ή όχι η

Ι ω ά ν ν α βιβλίον του τελευταίου ευρωπαϊκού συρμού.

Μεταξύ των πολλών θέλω εκλέξει, με την άδειαν σας, τον Γκαίτε, τον

Αίνε, τον Βύρωνα, τον Musset και Βερανζέρον αντιπροσωπεύοντας την

γερμανικής αγγλικήν και γαλλικήν φιλολογίαν, τας μόνας επιζώσας

εις τον αιώνα μας, και πλην τούτου συγγραφείς μεγάλους, γνωστούς,

των οποίων το όνομα έφθασεν ίσως και, εις αυτά των συναδέλφων σας

τα ώτα, ανθρώπων τέλος πάντων, τους οποίους πας ο εξεύρων γράμματα

έστω και νεοελληνικά εντρέπεται να ειπή ότι δεν γνωρίζει.

Αρχίζων από τον Γκαίτε ανοίγω εις σελ. 144 (Εκδ. Cotta Stuttg.

1854) τον Φ ά ο υ σ τ, το αριστούργημα τούτο της συγχρόνου

σατυρικής ή μάλλον σατανικής ποιήσεως, και ευρίσκομαι επάνω εις

την κορυφήν βουνού, όπου ο ερωτευμένος ήρως, εξηπλωμένος επί της

υγράς χλόης ανοίγει εν εκστάσει τας αγκάλας εις τον ουρανόν, την

γην, τον αέρα, τα άστρα, την σελήνην, και όσ' άλλα πράγματα

έπλασεν ο Θεός εις διάστημα έξ ημερών. Αλλά την έκστασιν ταύτην

διακόπτει αίφνης ο Μεφιστοφελής, το σατυρικόν πρόσωπον του

δράματος, άνθρωπος θετικός, βλέπων τα πράγματα οποία είναι και

ονομάζων αυτά με το όνομά των, όστις ίνα εξήγηση εις τι συνιστάται

η έκστασις των εραστών παραδίδεται επί της σκηνής εις τας

χειρονομίας εκείνας, δι' ων επράυνεν ο Διογένης τους ερωτικούς του

πόθους, λυπούμενος, ότι δεν ηδύνατο με τον αυτόν τρόπον και την

πείναν του να χορτάση. Μετά ταύτα προτείνει εις τον ήρωα να μεταβή

πλησίον της φιλτάτης του, αντί να παραδίδηται ολομόναχος εις την

διασκέδασιν εκείνην, «τ η ς ο π ο ί α ς τ ο ό ν ο μ α δ ε ν

τ ο λ μ ά τ ι ς ν α π ρ ο φ έ ρ η ε ν ώ π ι ο ν τ ω ν σ ε -

μ ν ώ ν α ν θ ρ ώ π ω ν, ο ί τ ι ν ε ς δ ε ν δ ύ ν α ντ α ι ν α

ζ ή σ ω σ ι ν ά ν ε υ α υ τ ή ς.» Αλλ’ ο Φάουστ αποποιείται τας

προτάσεις του ονομάζων αυτόν «Μ α σ τ ρ ω π ό ν!» εκείνος όμως,

αντί να δυσαρεστηθή διά τον τίτλον, αποκρίνεται γελών: «Το ευγενές

τούτο επάγγελμα μ ε τ ή λ θ ε κ α ι ο Θ ε ό ς, ό σ τ ι ς π λ ά-

σ α ς τ ο ν ά ν δ ρ α κ α ι τ η ν γ υ ν α ί κ α, π α ρ ε ί -

χ ε ν ε ι ς α υ τ ο ύ ς τ ό π ο ν κ α ι ε υ κ α ι ρ ί α ν ν α

σ υ ν ε υ ρ ί σ κ ω ν τ α ι.»

Τι λέγετε, κ. εκδότα, περί της κωμικής ελευθερίας του κορυφαίου

των Γερμανών ποιητών, τον οποίον οι κριταί του ποιητικού αγώνος

συστήνουσιν ως πρότυπον εις τους νεοσσούς του Παρνασσού μας; Αλλ’

ας στρέψωμεν και άλλα τινά φύλλα.

Εν σελ. 181 ευρίσκομεν την τοσούτον θαυμασθείσαν σκηνήν των

στριγγλών, εκ της οποίας παραθέτω δύο τετράστιχα γερμανιστί, διότι

η υπερβάλλουσα κυριολεξία καθιστά αυτά αμετάφραστα:

Einst halt'ich einem wüstem traum;

Da sah'ich einem gespaltuem Baum.

Der hatt eit loch

So-es war, gefiel mir's dosk.

Ich biete meinem besten gruss

Dem ritter mit dem bferdefuss

Halt' er einem . . . . bereit

Wem er . . . . nicht scheut.

Τι δε να είπω περί των εις την αυτήν σκηνήν χαριεντισμών του

Π ρ ω κ τ ο φ α ν τ α σ μ ί τ ο υ; Τι περί της Ελένης του κ ε ι-

μ η λ ί ο υ, «τ ο ο π ο ί ο ν ε π έ ρ α σ ε ν α π ό τ ό σ α ς

χ ε ί ρ α ς, ώ σ τ ε ε ξ ε χ ρ υ σ ώ θ η (Μέρος β', σελ. 81), τι

περί της επί του Πηνειού σκηνής (σ. 133), καθ' ην ο ρηθείς

Μεφιστοφελής, επιχειρήσας ως άλλος Ηρακλής να ομιλήση (κατά την

αρχαίαν της λέξεως σημασίαν) με όλας κατά σειράν τας Λαμίας

ευρίσκει την μίαν «ξ η ρ ά ν ω ς φ ρ ο κ α λ ο μ ά ν ι κ ο ν»,

την άλλην «σ α χ λ ή ν», άλλην «π ρ η σ μ έ ν η ν» και ούτω

καθεξής. Τι άλλο να είπω τοιαύτα αναγινώσκων παρά μόνον, ότι ο

πάνσοφος Γκαίτε υπετάσσετο κακείνος εις τον κανόνα της κωμικής

ελευθεροστομίας;

Αλλά διά να μη τύχη και νομίσετε ότι τα ανωτέρω είναι ποιητικαί

άδειαι ασυγχώρητοι εις τους πεζογράφους σπεύδω αμέσως να

φυλλολογήσω και τον Ερρίκον Άινε , βασιλέα της συγχρόνου σατύρας.

Εν σελ. 277 του πολύκροτου Reisebilder (εκδ. Παρισ. 1863 τόμ. β)

ευρίσκεται ο ακόλουθος ορισμός της «ε π ι κ ρ α τ ο ύ σ η ς θ ρ η-

σ κ ε ί α ς», την οποίαν ονομάζει, ο συγγραφεύς «τ ε ρ α τ ώ δ ε ς

α π ο κ ύ η μ α τ ε χ θ έ ν ε κ τ η ς μ ο ι χ ε ί α ς τ ο υ

κ ω μ ι κ ο ύ κ ρ ά τ ο υ ς μ ε τ ά τ η ς π ν ε υ μ α τ ι-

κ ή ς ε ξ ο υ σ ί α ς, η μ ί ο ν ο ν γ ε ν ν η θ ε ί σ α ν ε κ

τ η ς σ υ ζ υ γ ί α ς τ ο υ ί π π ο υ τ ο υ Α ν τ ι χ ρ ί -

σ τ ο υ μ ε τ ά τ η ς ό ν ο υ τ ο υ Σ ω τ ή ρ ο ς». Εν σελ.

345 του α' τόμου έχομεν την ιστορίαν του επιδεσμοποιού εκείνου, όστις

αναγιγνώσκων ακαταπαύστως την Γραφήν ωνειρεύετο την νύκτα ότι

επεσκέπτοντο αυτόν η Σουσάνα, αι θυγατέρες του Λωτ, η Αγία

Μαγδαληνή και αι άλλαι βιβλικαί ηρωίδες, η δε σύζυγός του

αφρίζουσα εκ ζηλοτυπίας έδερεν αυτόν μέχρι αίματος, ίνα τον

αποσπάση από τας αγκάλας «τ ω ν α μ φ ι β ό λ ω ν ε κ ε ί ν ω ν

γ υ ν α ι κ α ρ ί ω ν». Εν σελ. 191 παρευρισκόμεθα εις άλλην

σκηνήν, καθ' ην ο κ. Γουμπίλος καταπιών καθάρσιον και προσκληθείς

έπειτα εις της φίλης του τον κοιτώνα «α ν τ ί ν α π ε ρ ά σ η

τ η ν ν ύ κ τ α ε ι ς τ ο υ έ ρ ω τ ο ς τ ο ν θ ρ ό ν ο ν,

ε π έ ρ α σ ε ν α υ τ ή ν ε π ί ά λ λ ο υ κ α θ ί σ μ α τ ο ς

π ο λ ύ χ α μ η λ ό τ ε ρ ο υ» · ολίγον δε κατωτέρω (σελ. 327) αι

«κ ό ρ α ι τ η ς υ γ ρ ά ς Ο λ λ α ν δ ί α ς κ α τ α κ ρ ί-

ν ο ν τ α ι ω ς μ α λ λ ι ν ο β ρ α κ ο φ ό ρ ο ι», και εν τη

αυτή σελίδι απαντάται η φράσις « ω μ ό ν κ ρ έ α ς», η κοινή

άλλως εις πάντας τους κωμικούς, ήτις τόσον εσκανδάλισε τους

κριτικούς της πρωτευούσης σας. Τοιαύτη είναι η παρά τοις

σατυρικοίς της Γερμανίας επικρατούσα ελευθερία· και διά να μη

νομίσητε ότι αύτη είναι αποκλειστικόν προνόμιον των πέραν του

Ρήνου κατοικούντων, υπερβαίνοντες ευθύς τον ποταμόν τούτον

καταφεύγομεν εις Γαλλίαν, την κλασικήν χώραν της ευγενούς

εκφράσεως.

Γνωρίζετε βεβαίως τον κλεινόν Βερανζέρον, τον οποίον συνώδευσαν

προ ολίγων ετών εις την τελευταίαν του κατοικίαν εκατόν χιλιάδες

Γάλλοι, θρηνούντες τον εθνικόν ποιητήν και γνήσιον αντιπρόσωπον

της γαλλικής ευθυμίας· οι κριτικοί τον θεωρούσιν ως κλασικόν εις

το είδος του, ώστε το κύρος αυτού, τιθέμενον εις την πλάστιγγα,

είναι ικανόν ν' αντισταθμίση το βάρος όλων των κ. Καλαποδίων της

κλεινής πρωτευούσης σας, οίτινες δεν ήθελον λείψει να ονομάσωσιν

εις την γλώσσαν των α τ ι μ ω τ ι κ ο ύ ς τους εξής στίχους, ους

έψαλλεν ενθουσιώδης ολόκληρος η Γαλλία:

Si, d’après a ce qu’on rapporte,

On baille au celeste sejour

Que le Diable nous emporte

Et nous rendrons gràce a Dieu.

ή το περίφημον άσμα της «Β α κ χ ί δ ο ς».

Verse encore, mais pourquois ces atours

Entre tes baisers et mes charmes

Ma pudeur ne connait plus d’alarmes, κτλ.

ή το της «Μ ά μ μ η ς» λεγούσης εις τας εγγονάς της

. . . . . . Un mari plus sensé

Eut pu connaitre a la coquille

Que l’oeuf était déjà cassé κτλ.

ή των «Ι ε ρ α π ο σ τ ό λ ω ν» ψαλλόντων εν χορώ.

Que tout le sexe enflammé

Nous chante un «a s d p e r g e s m e» κτλ.

και μυρίους άλλους στίχους τους οποίους παραλείπω ως υπέρ το δέον

κυριολεκτικούς.

Έλθωμεν εις τον Musset, το είδωλον τούτο της γαλλικής νεολαίας του

οποίου οι στίχοι ευρίσκονται, εις την βιβλιοθήκην και την μνήμην

όλων των Γαλλίδων. Εις την περίφημον. «Ώ δ ή ν ε ι ς τ η ν

Σ ε λ ή ν η ν» αναγινώσκομεν τα εξής τετράστιχα,

Le pied dans sa pantoufle

Voilà l’époux tout prêt

Qui souffle

Le bougeoir indiscet.

Ouf! dit-il, je travaille.

Ma bonne, et ne fais rien

Qui vaille

Tu ne te tiens pas bien κτλ.

Ο αυτός ποιητής μας δίδει κατωτέρω αξιόλογον ευκαιρίαν να

εξακριβώσωμεν διά παραθέσεως και τον βαθμόν της ελευθερίας, την

οποίαν νομίζουσι συγχωρητήν εις τα σατυρικά των έργα οι

αριστοτέχναι της Γαλλίας, συγχρόνως δε την σ χ ε τ ι κ ή ν

μετριότητα, μεθ' ης μετεχειρίσθη την ελευθερίαν ταύτην ο

συγγραφεύς της «Ι ω ά ν ν α ς». Αλλ' ενταύθα είναι ανάγκη να

παραθέσωμεν ολόκληρα τα παράλληλα χωρία. Εν σελ. 65 της «Π α -

π ί σ σ η ς» υπάρχει αποστροφή τις προς την αναγνώστριαν, την

οποίαν (την αποστροφήν δηλαδή και όχι την αναγνώστριαν) εύρον

τοσούτον άσεμνον οι κριτικοί της πρωτευούσης σας, ώστε έσπευσαν

να σκεπάσωσι το πρόσωπον με αμφοτέρας τας χείρας. Το φοβερόν

τούτο χωρίον αντιγράφομεν κατά λέξιν ως ακολούθως:

«Μη βιασθής να ερυθριάσης, σεμνή μου αναγνώστρια· ο σιδηρούς

κάλαμος διά του οποίου γράφω την φιλαλήθη ταύτην ιστορίαν είναι

αγγλικής κατασκευής, εκ των εργοστασίων του Σμιθ, και ως εκ τούτου

σεμνός ως αι ξανθαί εκείναι Αγγλίδες, αίτινες ίνα μη ρυπάνωσι την

παρθενικήν των εσθήτα, υψούσιν αυτήν μέχρι μέσης κνήμης

δεικνύουσαι εις τους διαβάτας πλατείς πόδας εντός διπάτων

σανδαλιών, ώστε ουδείς κίνδυνος ν' ακούσης παρ' εμού όσα

παρθένω λέγειν ου καλόν».

Ο δε Musset εις το διήγημα του «Ναμουνά» (Ασμ. α, στρ. 6)

απολογούμενος προς την αναγνώστριαν, διότι, παρέστησεν ενώπιον

αυτής ολόγυμνον τον ήρωά του και τον εαυτόν του με μόνον το

υποκάμισον εκφωνεί:

Ma lectrice rougit et je la scandalise.

Et quel crime est-ce donc de se mettre à son aise

Quand on est tendrement aimée … et qu’il fait chaud?

On est si bien tout nu dans une large chaise!

Croyez m’en, belle dame, et ne vous en deplaise.

Si vous m’apparteniez voys y seriez bien tôt.

Vous en crieriez sans doute un peu, mais pas bien haut

Εύκολον ήτο να πολλαπλασιάσω επ' άπειρον τας παραθέσεις ταύτας•

αλλ' ο καιρός μου λείπει και η αηδία με πνίγει, όταν αναγκάζομαι

να καταβαίνω εις τοιαύτας οχληράς λεπτομερείας, διά ν' αποδείξω

πράγματα και εις βλάκας ψηλαφητά. Τούτο μόνον σας παρακαλώ να

πιστεύσητε, κ. εκδότα, ότι η γλυκανάλατος ρομαντική σεμνοτυφία

παρήκμασεν εις Γαλλίαν, και αντ' αυτής ανίσταται το αρχαίον υγιές

και ανυπόκριτον γαλατικόν πνεύμα. Οι απόγονοι του Ραβελαί ήρχισαν

να ονομάζοσι και πάλιν την σκάφην σκάφην «γ ε λ ώ ν τ ε ς π ο λ-

λ ά κ ι ς ε ι ς τ η ν α ν ά γ ν ω σ ι ν τ ω ν π α θ η τ ι κ ω-

τ έ ρω ν σ τ ρ ο φ ώ ν τ ο υ Λ α μ α ρ τ ί ν ο υ» (Sainte Beuve

Caus, τόμ. Ζ’, σελ. 424). Το σκήπτρον της γαλλικής φιλολογίας

κρατεί σήμερον ο Αβού, πρώτος εξάδελφος του Λουκιανού, τα «Ρ η -

μ η ν ι α κ ά δ ι η γ ή μ α τ α» αριθμούσιν εις πέντε έτη δέκα

εκδόσεις και εις τα ανάκτορα του Ναπολέοντος παριστάνεται το

«Μ ε σ ο φ ο ύ σ τ α ν ο ν» (Cotillon), αριστοφάνειος κωμωδία του

μακαρίτου Μορνύ· οι δε στεναγμοί, και αι ακτίνες της σελήνης

απέθαναν, ετάφησαν ή, ως έλεγεν ο Άινε , «ε β α λ σ α μ ώ θ η -

σ α ν» προς χρήσιν των μουσείων {112}.

Ας έλθωμεν τώρα εις τον Βύρωνα, τον ένδοξον φιλέλληνα, εις του

οποίου το όνομα και υμείς, κ. εκδότα, και όλοι υμών οι συνάδελφοι

αφαιρούν, νομίζω τους πίλους, τους σκούφους, τα φέσσια ή ό,τι,

άλλο φορούσιν επί της σοφής κεφαλής των. Πιθανόν να ηκούσατε ότι ο

φιλέλλην ούτος ήτο συγχρόνως και μέγας ποιητής, συνθέσας μεταξύ

των άλλων και το σατυρικόν ποίημα «Δ ο ν Ζ ο υ α ν», θεωρούμενον

ως το ευφυέστερον των όσα από καταβολής κόσμου εγράφησαν βιβλία.

Αλλά κατά την ελευθερίαν της εκφράσεως εις ουδέν άλλο παραχωρεί τα

πρωτεία. Αποσπάσματα εξ αυτού δεν παραθέτω ενταύθα, διότι το ς'

εδάφιον του Ζ' κεφ. του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου μοι φαίνεται

απαγορεύον να παρατίθενται βυρώνειοι στίχοι εις τους συναδέλφους

σας, και έπειτα φοβούμαι μήπως τα χωρία ταύτα, αφαιρούμενα από τον

τόπον των ή παρεξηγούμενα, δώσωσιν εις αυτούς αφορμήν να νομίσωσιν

ότι, συγγενεύει ο Βύρων με τον Πιρόν και τον Παρνύ, ο κύκνος με

τους κόρακας. Τούτο δε μόνον σας λέγω, ότι ο Αγγλος ποιητής, του

οποίου το κύρος και ως κριτικού είναι μέγα, ενόμιζε την ελευθερίαν

της εκφράσεως εκ των ων ουκ άνευ εις τα σατυρικά έργα.

Παρακαλούμενος υπό του εκδότου να συγκαλύψη οπωσούν τα γυμνότερα

του ποιήματος μέρη απεκρίνετο εις αυτόν: «Η ψ υ χ ή τ ω ν

τ ο ι ο ύ τ ω ν έ ρ γ ω ν έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν τ ο ι -

α ύ τ η ν π α ρ α λ υ σ ί α ν (license) ά ν ε υ τ η ς ο π ο ί α ς

ε ί ν α ι ε π ί σ η ς α δ ύ ν α τ ο ν ε ι ς τ ο ν π ο ι η τ ή ν

ν α π α ρ α δ ο θ ή ε ι ς τ η ν β ω μ ο λ ό χ ο ν ε υ θ υ -

μ ί α ν τ ο υ (boufonnery) ό σ ο ν ε ι ς τ ο ν Α μ λ έ τ ο ν

ν α υ π ο κ ρ ί ν ε τ α ι τ ο ν τ ρ ε λ λ ό ν μ ε δ ε μ έ -

ν α ς χ ε ί ρ α ς· αμφότεροι θα ήσαν στενοχωρημένοι και γελοίοι». Και

εις άλλην επιστολήν. «Τ ο κ ω μ ι κ ό ν μ ο υ π ο ί η μ α δ ε ν

ε γ ρ ά φ η δ ι ά ν α ψ ά λ λ ε τ α ι ε ι ς τ α ς ε κ -

κ λ η σ ί α ς· α ν ε ί ν α ι π ν ε υ μ α τ ώ δ ε ς (lively), θ α

ε π ι τ ύ χ η, α ν ε ί ν α ι ά ν ο σ τ ο ν, θ α ν α υ α γ ή -

σ η. Όλα τα άλλα (αι παρατηρήσεις δηλ. του εκδότου περί ηθικής,

σεμνότητος κτλ), ε ί ν α ι κ ο λ ο κ ύ θ ι α (cuir et pruns

elle) τ α ο π ο ί α ο ύ τ ε π ρ ο σ θ έ τ ο υ ν ο ύ τ ε α -

φ α ι ρ ο ύ ν τ ί π ο τ ε α π ό τ η ν α ξ ί α ν β ι β λ ί ο υ

{113}».

Και σημειώσατε παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι όταν έγραψεν ο Βύρων τα

ανωτέρω, δεν ήτο πλέον ο θρασύς εκείνος και ιδιότροπος νεανίας, ο

μεθύων εις κρανίον νεκρού και ζητών από τους ακαδημαϊκούς της

Καμβρίδγης δίπλωμα διδάκτορος διά την άρκτον του, αλλ' ανήρ εις

όλην της ανδρικής φρονήσεως την ακμήν. Ο «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν» δεν

είναι νεανικόν αμάρτημα, αλλά το κύκνειον άσμα ωρίμου ποιητού,

καταθέτοντος ήδη τον κάλαμον ίνα τρέξη ν' αποθάνη υπέρ ημών. Και

αληθές μεν είναι, ότι η συμμορία των πουριτανών, η αγέλη των

νεροβράστων ηθολόγων και τα κοπάδια των χηνών, τας οποίας είχε

μαδήσει εις την προηγουμένην του σάτυραν, εζήτησαν αμέσως να

πνίξωσι το ποίημα και τον ποιητήν εις « ω κ ε α ν ό ν β α π τ ι -

σ μ έ ν ο υ γ ά λ α κ τ ο ς », ως ωνόμαζε γελών τας επικρίσεις των.

Άγιοι Καρυστίας «Α σ τ έ ρ ε ς τ η ς Α ν α τ ο λ ή ς» και

καλαπόδια έχοντα ως η όνος του Βαλαάμ το χάρισμα του λόγου,

ευρίσκονται πανταχού· αλλ' αντικρύ αυτού ιδέτε την χορείαν των

ενδόξων κριτικών, οίτινες έμπροσθεν του αριστουργήματος τούτου

πάλλουσι γονυπετείς τα θυμιατήρια των! Ο μέγας Γκαίτε δεν έχει

λέξεις ικανάς προς έπαινον του «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν», του οποίου

επιχειρεί αμέσως την μετάφρασιν· ο Βιλεμαίνος ουδ' εις την αρχαίαν

φιλολογίαν ευρίσκει με τι να το συγκρίνη· ο Άινε , Sute Beuve και

λοιποί δεν αφίνουσί ποτε την ευκαιρίαν να ομιλήσωσι περί αυτού·

και εγώ αυτός, κ. εκδότα, αν και πλησιάζω τους εβδομήκοντα,

ευρισκόμενος εις διασκέδασιν την πρώτην Μαΐου και εξηγών εις

μερικά παλληκάρια, συναγμένα περί την πυράν, επί της οποίας

εψήνετο το αρνίον, το εις το τέταρτον άσμα τον «Δ ο ν Ζ ο υ ά ν»

επεισόδιον της Χάιδως,

Now pillow’d cheek to cheek, in loving sleep

Haidée and Juan their siesta took,

τοσούτον παρεσύρθην από την ανάγνωσιν εκείνην, ώστε άφισα να καή

το ένα μου ποδάρι, το ξύλινον κατά καλήν μου τύχην.

Αλλ’ ο δαίμων της μωρολογίας με παρέσυρε και πάλιν εις

παρεκβάσεις, ενώ ο μόνος σκοπός της παρούσης μου ήτο να σας

πληροφορήσω ότι καθώς οι αρχαίοι, ούτω και του αιώνος μας οι

σατυρικοί νομίζουν την αθυροστομίαν αναγκαίαν εις τα συγγράμματά

των. Η μόνη μεταξύ αυτών διαφορά είναι ότι σήμερον δεν ονομάζουσι

πλέον με το όνομά των τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος· καθ' όλα

όμως τ'άλλα είνε απαράλλακτοι, και εξαίρεσις του κανόνος τούτου

δεν υπάρχει καμμία. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσοφος, θέλων ν'

αποδείξη εις βασιλέα τινά της Ασίας ότι είχεν άδικον να βλασφημή

τους θεούς διότι έχασε τον υιόν του, εζήτησε παρ' αυτού να εύρη

εις τα απέραντα κράτη του τρεις μόνον ανθρώπους μη δοκιμάσαντας

θλίψιν, των οποίων τα ονόματα χαρασσόμενα επί του τάφου του

μακαρίτου έμελλον αμέσως να τον αναστήσωσιν εκ νεκρών. Εγώ δε όχι

τρεις, αλλ' ένα μόνον αν εύρωσιν οι συνάδελφοί σας σατυρικόν

συγγραφέα μη αθυρόστομον, είμαι ολοπρόθυμος να τους ονομάσω

Αριστάρχους, μη εξαιρουμένου ουδ' αυτού του κ. Καλαποδάκη. Αν οι

κύριοι ούτοι έλεγαν ότι το βιβλίον τούτο ήτο άνοστον, δεν θα είχα

τίνα είπω, παρά μόνον ότι ο συγγραφεύς της «Ιωάννας», θελήσας να

ιππεύση τον τρελλόν Πήγασον του Αριόστου έπεσε κάτω και ελασπώθη.

Αν έλεγαν ως ο κ. Κουμανούδης εις έκθεσιν τίνα του ποιητικού

διαγωνισμού, δεν ενθυμούμαι ποίου έτους, ότι δεν θέλουν «σ α τ υ -

ρ ι κ ά β ι β λ ί α δ ι ό τ ι έ γ κ ε ι τ α ι ε ι ς τ η ν

φ ύ σ ι ν τ ω ν ν α π ε ρ ι έ χ ω σ ι κ α κ ά π ρ ά γ μ α τ α»,

θα εθαύμαζα την σεμνότητά των αλλά ν' ανυμνώσι την «Ιωάνναν» ως

ευφυέστατον και νοστιμώτατον βιβλίον, και έπειτα να κατηγορώσιν ως

άσεμνον, είρωνα και σαρκαστικόν τον συγγραφέα, ομολογούντα

απερικαλύπτως εις το προοίμιόν του ότι ηκολούθησε τα ίχνη του Άινε

και του Βύρωνος, τούτο ούτε να το εννοήσω δύναμαι ούτε να το

χωνεύσω· είναι το αυτό πράγμα ως να εκατηγόρουν ευσεβή καθολικόν

ότι κάμνει τον σταυρόν του με τα τέσσαρα δάκτυλα, χορεύτριαν ότι

δεικνύει τας κνήμας της, ταύρον διότι έχει κέρατα ή ιεροκήρυκα

διότι λέγει ανοησίας.

Εις την ανωτέρω μακράν επιθεώρησιν πάντων των απ' αρχής κόσμου

μέχρι σήμερον σατυρογράφων παρατηρήσατε, παρακαλώ, κ. εκδότα, ότι

δεν σας ανέφερα ουδέν ύποπτον ή δύσφημον όνομα, ούτε τον

Μεούρσιον, ούτε τον Αρετίνον, ούτε τον Παρνύ, ούτε τον Καζανόβαν

αλλ' απεναντίας εξ εκάστης χώρας και εποχής τους κορυφαίους, τον

Λουκιανόν, τον ιερόν Αυγουστίνον, τον Αριόστον, τον Σαίξπηρ, τον

Μολιέρον, τον Στέρνην τον Μοντέσκιον, τον Γκαίτε και όσους άλλους

ολόκληρος η ανθρωπότης σέβεται και θαυμάζει· παρατηρήσατε ακόμη

ότι εις την ένδοξον ταύτην χορείαν ουδεμία ως προς την ελευθερίαν

της εκφράσεως εξαίρεσις υπάρχει, αλλ' ο περί αυτής κανών εθεωρήθη

ως απαράβατος υπό ανδρών, οίτινες έζησαν εις διαφόρους εποχάς και

απέχοντας τόπους, χωριζόμενοι απ’ αλλήλων υπό ωκεανών και αιώνων,

διαφέροντες κατά την θρησκείαν, τα ήθη, τα έθιμα, και την γλώσσαν

και κατά τούτο συμφωνούντες. Ζυγίσατε ακριβώς πάντα ταύτα, κ.

εκδότα, και αποφασίσετε έπειτα εις ποίον βαθμόν αγραμματοσύνης

πρέπει να έφθασέ τις, διά να εκπλαγή ευρίσκων εις σατυρικόν έργον

βωμολοχίας.

Πολλάς ημέρας επονοκεφάλησα διά να συμβιβάσω τας διαφόρους

κρίσεις, τους επαίνους και τας ύβρεις του αθηναϊκού τύπου περί της

«Ιωάννας», χωρίς να δυνηθώ να το κατορθώσω. Προχθές όμως έμαθα από

τον ανεψιόν μου επιστρέψαντα από τας Αθήνας, όπου σπουδάζει την

νομικήν, και τα ονόματα μερικών αρθρογράφων, τα οποία με εβοήθησαν

εις την λύσιν του αινίγματος. Οι κριτικοί ούτοι, δύνανται, να

διαιρεθώσιν εις δύο τάξεις, εις σκανδαλισθέντας δηλ., και μη

σκανδαλισθέντας. Μεταξύ των πρώτων διαπρέπουσιν και οι κύριοι

Γιαννόπουλος, Αναγνωστόπουλος, Καλαποδάκης, και όσοι άλλοι, δεν

ενθυμούμαι, μεταξύ των δευτέρων, φίλων δηλ. της Ιωάννας, παρατηρώ

τους κυρίους Γουστάβον Φλουρένς, Σούτσον, Μαυρογιάννην, Ειρ.

Ασώπιον, την «Ο μ ό ν ο ι α ν» της Ζακύνθου κτλ. Ούτε τους πρώτους

ούτε τους δευτέρους έχω την τιμήν να γνωρίζω προσωπικώς• καθ' όσον

όμως ημπορώ να συμπεράνω από τας καταλήξεις των ονομάτων των ο μεν

κ. Φλουρένς και λοιποί ανήκουσιν εις τον ευρωπαϊκόν, φαναριώτικον,

επτανησιακόν, εις το ετερόχθον τέλος πάντων στοιχείον της

πρωτευούσης σας, ενώ οι καταλήγοντες εις π ο υ λ ο ς, αν τα

ονόματά των δεν λέγουν ψεύματα, είναι γνήσιοι Μωραΐται, και ως εκ

τούτου έχουσι μέγα δίκαιον να κατηγορώσιν ως γυμνοτράχηλον την

«Ιωάνναν». Διά να εννοήσετε καλλίτερα την ιδέαν μου συγχωρήσατε

μοι, κύριε εκδότα, να σας διηγηθώ έν τελευταίον ανέκδοτον. Ο

Ιησούς ωμίλει διά παραβολών και απολόγων, διά να τον εννούν οι

χονδροκέφαλοι Ιουδαίοι• η μέθοδος αύτη μου φαίνεται καλή και διά

τους Έλληνας εφημεριδογράφους• αντί όμως απολόγου θα σας διηγηθώ

εγώ το εξής αληθές και πρόσφατον γεγονός. Προ μερικών ετών η

πριγκήπισσα Σολμ, ευγενής κυρία της αυλής του Ναπολέοντος Γ' και

ολίγον εξαδέλφη του, μεταβάσα χάριν της υγείας εις Ελβετίαν,

ευρίσκετο εις απόκεντρόν τινα κωμόπολιν του Ουντερβάλτ. Οι

κάτοικοι του μέρους εκείνου, περικυκλούμενοι από υψηλά βουνά

διεφύλαξαν μέχρι σήμερον τα απλά και ενάρετα ήθη των προγόνων των·

νυμφεύονται νέοι, την ημέραν κάμνουν ωρολόγια και την νύκτα

παιδία, κατά δε τας μεγάλας εορτάς χορεύουν εις την αυλήν αρχαίου

τινός αρχοντικού πύργου. Η άνω ρηθείσα δέσποινα λαβούσα, κατά

δυστυχίαν της, την περιέργειαν να παρευρεθή εις μίαν των εσπερινών

εκείνων διασκεδάσεων, μετέβη εκεί ενδυμένη ή μάλλον γυμνωμένη κατά

τον τελευταίον συρμόν των Παρισίων και όλου του κόσμου. Αλλ' εις

την θέαν των γυμνών εκείνων ώμων αι καλαί εκείναι επαρχιώτισσαι,

αι οποίαι εις μόνους τους συζύγους των εδείκνυον τους ιδικούς των,

ωπισθοδρόμησαν μετά φρίκης υπολαμβάνουσαι την κ. Σολμ ως εταίραν,

διότι ήτο . . . γυμνοτράχηλος. Τι δηλοί ο μύθος περιττόν νομίζω να

εξηγήσω, κ. εκδότα. Εις την επομένην μου θα σας ομιλήσω

αποκλειστικώς περί Η θ ι κ ή ς. Εν τούτοις σας μετασπάζομαι και

μένω.

Πρόθυμος δούλος σας.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΥΡΛΗΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Δη

Αγρίνι 29 Μαΐου 1866.

Αξιότιμε κ. εκδότα της «Αυγής»

Διά των προηγουμένων μου περιωρίσθην απλώς εις το να καταστήσω

όσον ηδυνάμην ψηλαφητόν ότι όλοι ανεξαιρέτως πάσης εποχής και

παντός τόπου οι σατυρικοί υπήρξαν αθυρόστομοι, άσεμνοι και

σαρκαστικοί· ώστε ή πρέπει να εξορίσωμεν την σάτυραν εκ της

κοινωνίας, ως ο Πλάτων τους ποιητάς, ή να την παραδεχθώμεν με τα

ελαττώματά της, άτινα είνε αναπόσπαστα απ' αυτής, ως αι άκανθαι

από τα ρόδα. Ίσως μοι παρατηρήσετε ότι ο Άγ. Μεράρδος εύρεν επί

της κορυφής των Άλπεων ρόδα χωρίς ακάνθας• αλλ' ούτε εγώ είδον τα

ρόδα ταύτα ούτε υμείς, νομίζω, κ. εκδότα• ώστε την παρομοίωσίν μου

επιμένω θεωρών ως λίαν κατάλληλον.

Μένει τώρα να ίδωμεν αν η σάτυρα, τοιαύτη ούσα, άσεμνος, ακανθώδης

και κακεντρεχής συμφέρη ή όχι να εξοστρακισθή από την πολιτείαν

των γραμμάτων, ο δε Εκκλησιαστής ο Αριστοφάνης, ο Λουκιανός, ο

Βύρων και ο Μολιέρος να παραδοθώσιν εις τας φλόγας, «ω ς λ ο ι -

μ ώ δ ε ι ς, φ θ ο ρ ο π ο ι ο ί, έ χ ι δ ν α ι κ α ι κ α κ ο ύ-

ρ γ ο ι», κατά τας ευαγγελικάς εκφράσεις της Ιεράς Συνόδου μας. Αλλά

πριν αποφασίσωμεν περί τούτου είναι ανάγκη, κ. εκδότα, να σας κάμω

ολίγην φιλοσοφίαν.

Ότι το κακόν υπάρχει εις τον κόσμον ουδείς δύναται ν' αρνηθή εκ

των εχόντων οφθαλμούς και ώτα εκτός μόνον αν είναι τα ώτα ταύτα

μακρύτερα των του Μίδα, και τότε το φέρον αυτά ζώον ονομάζεται

π α ν ε υ φ η μ ι σ τ ή ς ή optimiste, ως λέγουσιν οι Γάλλοι. Πώς δε

εισήλθεν εις τον κόσμον το κακόν δεν δύναμαι να σας είπω, διότι οι

άνθρωποι δεν συμφωνούσι περί τούτου. Οι αρχαίοι Έλληνες κατηγορούν

την Πανδώραν ότι ήνοιξε το κιβώτιον, εκ του οποίου ανεπήδησαν τα

κακά· οι Μανιχαίοι υπέθετον ότι ο Θεός, μη δυνηθείς να φέρη μόνος

του εις πέρας τον κόσμον εζήτησε την βοήθειαν του Δαίμονος, εις

τον οποίον έδωκεν ως αμοιβήν δικαίωμα επικαρπίας επί του κτίσματός

του, ημείς δε πιστεύομεν ότι ο Διάβολος ηπάτησε την πρώτην μας

μητέρα και εντεύθεν τα δεινά μας. Ούτω πιστεύω και εγώ ως ευπειθές

τέκνον της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν και ερωτώ ενίοτε, πριν απατήση

ο Διάβολος την Εύαν, τις τον ηπάτησεν αυτόν τον ίδιον και τον

κατέστησε μισόκαλον δαίμονα, ενώ ήτο πρότερον άγγελος άσπιλος και

πτερωτός ως οι λοιποί; Αν το ηξεύρετε, κ. εκδότα, πληροφορήσατέ με

και θέλετε με υποχρεώσει. Αλλ' επί του παρόντος τούτο μας είναι

αδιάφορον διότι αν και διαφωνούσιν οι σοφοί περί της πηγής του

κακού, ουδείς όμως αρνείται την ύπαρξιν αυτού εις τον κόσμον, επί

του πλανήτου μας τουλάχιστον, όπου το βλέπομεν βασιλεύον υπό

μυρίας μορφάς. Πόλεμοι, διαζύγια, όχενδραι, λησταί, ποδάγρα,

αγχόναι, φόροι, ιερείς, κατακτηταί, χολέρα, ανοησία και άλλα κακά

δεν έλειψαν ποτέ, από την επιφάνειαν της γης, ενθυμίζοντα καθ'

ημέραν εις τους κατοίκους της ότι η Εύα έφαγε το μήλον.

Αφ' ετέρου όμως ουδείς δύναται ν' αρνηθή ότι ο Πανάγαθος Θεός μας

αφήκεν εν τω πλήθει του ελέους του και πολλά πράγματα, αν και

υποπίπτομεν πάντες εις το φοβερόν αμάρτημα να γεννώμεθα απόγονοι

της Εύας. Πανταχού απαντώμεν πλησίον του κακού το καλόν, την

αρετήν πλησίον της κακίας• ώστε οι αρνούμενοι την ύπαρξιν του

καλού είναι ουχ’ ήττον γελοίοι των αρνουμένων το κακόν· οι

ευφημισταί και οι παγκακισταί (pessimistes) μοι φαίνονται περίεργα

ζώα άξια να κλεισθώσιν εις το αυτό κλωβίον.

Το δε μέγιστον των χαρισμάτων όσα διεφυλάξαμεν μετά την πτώσιν ή

μάλλον απεκτήσαμεν δι' αυτής, διότι πρότερον μας ήτο, νομίζω

περιττόν, είναι η δύναμις εκείνη της ψυχής, την οποίαν ονομάζομεν

συνείδησιν και δι' ης διακρίνομεν το καλόν από του κακού αγαπώντες

το πρώτον και το δεύτερον μισούντες. Η συνείδησις αύτη υπόκειται

ως ο ήλιος εις κηλίδας και εκλείψεις· αι θρησκείαι, οι νόμοι, αι

ανάγκαι, τα πάθη δύνανται προς στιγμήν ν' αμαυρώσωσι το φως της

ουρανίας ταύτης λαμπάδος, αλλά να την σβύσωσι ποτέ· διότι, ως

λέγει μέγας τις σύγχρονος ποιητής, «τ ο α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν

γ έ ν ο ς ό λ ο ν ο μ ο ύ λ α μ β α ν ό μ ε ν ο ν ε ί ν α ι

τ ί μ ι ο ς ά ν θ ρ ω π ο ς», αγαπά δηλ. το καλόν και μισεί το

κακόν.

Ας εφαρμόσωμεν ήδη την αρχήν ταύτην και εις τα προϊόντα της

διανοίας.

Ο έρως του καλού καλείται Ε ν θ ο υ σ ι α σ μ ό ς και γεννά τους

Πινδάρους και τους Μίλτωνας το μίσος του κακού καλείται Σ ά τ υ -

ρ α και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους.

Τα δύο ταύτα αισθήματα είναι εξ ίσου αναγκαία εις τον κοινωνικόν

άνθρωπον προς εκπλήρωσιν του προορισμού αυτού, όστις είναι η

πρόοδος· και διά τούτο βλέπομεν τον ενθουσιασμόν και την σάτυραν,

τον έρωτα του καλού και το μίσος του κακού, συμβαδίζοντα αείποτε

μετά της προοδευούσης ανθρωπότητος, τον Αριστοφάνη πλησίον του

Πλάτωνος και τον Άινε αντικρύ του Σχιλλέρου. Ο ενθουσιασμός

εμπνέει τους μεγάλους άνδρας, οίτινες ανεγείρουσι τα θρησκευτικά,

ηθικά και πολιτικά οικοδομήματα, υπό τα οποία στεγάζεται η

ανθρωπότης. Αλλά τα οικοδομήματα ταύτα έχουσιν ως ανθρώπινα έργα

ατελείας και ελλείψεις· τα ελαττώματα ταύτα διακρίνουσα η σάτυρα

κρημνίζει βαθμηδόν το οικοδόμημα και αντ' αυτού ανεγείρεται μετ'

ολίγον άλλο τελειότερον, το οποίον μέλλει κακείνο να κρημνισθή

μετ' ολίγον· και ούτω οικοδομούντες και καταστρέφοντες βαδίζομεν

προς τα εμπρός. Αδύνατον είναι να συντηρηθή κοινωνία άνευ του

ενθουσιασμού, της αφοσιώσεως δηλ. εις τους συνέχοντας αυτήν

θεσμούς, αλλ' επίσης αδύνατον είναι και να προδεύση άνευ της

Σατύρας, ήτις υποσκάπτει τους θεσμούς τούτους χάριν καλλιτέρων εν

τω μέλλοντι. Άμα δε παύση προοδεύουσα μία κοινωνία, ευθύς σήπεται

και θνήσκει, ως απέθανον οι Αιγύπτιοι και οι Ινδοί και ως

παρακμάζουσι σήμερον οι Σίναι, θελήσαντες να θεοποιήσωσι, να

καταστήσωσι δηλ. αθάνατον και αμετάβλητον τον πολιτισμόν των, αντί

να βαδίζωσι προς τα εμπρός κρημνίζοντες και ανοικοδομούντες.

Εκ τούτων έπεται, κ. εκδότα, ότι μέχρις ου επικρατήση εις τον

κόσμον το απολύτως καλόν, μέχρις ου ανεγερθή θρησκευτικόν, ηθικόν

και πολιτικόν οικοδόμημα άνευ κακιών και ελαττωμάτων, μέχρις ου

δηλ. η πρόοδος της ανθρωπότητος σταματήση, η Σάτυρα είναι

αναγκαία.

Και μη νομίσετε ότι αι ατομικαί μου δοξασίαι είναι αύται. Ως ήδη

σας είπον εν τη πρώτη μου επιστολή, έχων μικράν πεποίθησιν εις τας

κριτικάς μου δυνάμεις ουδέποτε αποφασίζω περί οιουδήποτε

πράγματος, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσω τι εφρόνουν οι άλλοι.

Πάντα δε τα ανωτέρω περί της χρησιμότητος της σατύρας ευρίσκονται

διεσπαρμένα (η έννοια αν όχι αι φράσεις) εις πολύτομον σωρείαν

κριτικών, προς τους οποίους ήπλονα την χείρα, ίνα ζητήσω τας

αναγκαίας παροπομπάς, ότε κατά καλήν μου τύχην ενεθυμήθην την

ακόλουθον φράσιν Γερμανού τινος φιλοσόφου, ήτις καθιστά περιττόν

τον τοιούτον κόπον, επικυρούσα πληρέστατα όσα είπον. Ο Γερμανός

ούτος είναι ο περιβόητος Shelling, την δε σάτυραν θεωρεί αναγκαίαν

«ω ς α κ α τ α μ ά χ η τ ο ν ε χ θ ρ ά ν τ ο υ π α ρ ό -

ν τ ο ς» (των καταχρήσεων δηλ.) και σύμμαχον του μέλλοντος ήγουν της

προόδου. Υπό των αυτών, φαίνεται άρχων εμπνεόμενος και ο κ.

Flourens, όστις έχων την ιδιοτροπίαν να θεωρή ως ηθικόν βιβλίον

την αθυρόστομον και σαρκαστικήν « I ω ά ν ν α ν», έλεγε περί αυτής

(εν αριθ. ι'. της Indépendance) «Π ά σ α ε π ί θ ε σ ι ς κ α -

τ ά τ ο υ κ α κ ο ύ ε ί ν α ι ε κ δ ο ύ λ ε υ σ ι ς π ρ ο ς

τ η ν α ν θ ρ ω π ό τ η τ α κ α ι ω ς ε κ τ ο ύ τ ο υ χ ρ ε -

ω σ τ ο ύ μ ε ν ε υ γ ν ω μ ο σ ύ ν η ν ε ι ς τ ο ν σ υ γ -

γ ρ α φ έ α τ ο υ α ν ά χ ε ί ρ α ς β ι β λ ί ο υ».

Αν ταύτα, δεν ήρκουν, ηδυνάμην να προσθέσω, κ. εκδότα, ότι την

σάτυραν, ήτοι, την τιμωρίαν διά του εμπαιγμού της κακίας και

ανοησίας μετεχειρίσθη πρώτος πάντων αυτός ο Θεός κατά του πρώτου

ανθρώπου. Η Γραφή τουλάχιστον μας διδάσκει ότι ο Αδάμ, παρασυρθείς

υπό της μωράς ελπίδος να γίνη όμοιος με τον Πλάστην του παρέβη τας

θείας αυτού εντολάς· ο δε Θεός προς τιμωρίαν της απειθείας του

εδίωξεν αυτόν του Παραδείσου, τον εστέρησε της αθανασίας, και μη

αρκεσθείς εις τούτο προσέθεσε το σκώμμα εις την ποινήν, λέγων εις

αυτόν, ενώ ίστατο ενώπιον του τρέμων, γυμνός και κατησχυμμένος «Ί -

δ ο ύ Α δ ά μ γ έ γ ο ν ε ν ω ς ε ι ς ε ξ η μ ώ ν! όπερ

κατά τον Αγ. Βασίλειον και τους λοιπούς ερμηνευτάς είναι φοβερά

ειρωνεία, δι’ ης έσκωπτεν ο Θεός την ανοησίαν του πρώτου ανθρώπου.

Ο δε Αγ. Βίκτωρ, ερμηνεύσας κακείνος κατά το αυτό πνεύμα το χωρίον

προσθέτει ότι, «ο ε μ π α ι γ μ ό ς ε ί ν α ι δ ί κ α ι ο ν

κ α ι θ ε ά ρ ε σ τ ο ν έ ρ γ ο ν, ό τ α ν δ ι ' α υ τ ο ύ

τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι η κ α κ ί α». Εκ τούτων βλέπετε, κ. εκδότα,

ότι και κριτικοί και φιλόσοφοι, και πατέρες της Εκκλησίας και

αυτός ο Θεός θεωρούσι και μεταχειρίζονται την Σάτυραν ως καλόν

όπλον κατά της ανοησίας.

Αλλά και, αυτή η αναίδεια και αθυροστομία, ήτις, ως ανωτέρω

είδομεν, φαίνεται ανυπόστατος από τους Σατυρικούς, δύναται άραγε

να θεωρηθή ως επιβλαβής εις τα ήθη και να ονομασθώσιν ανήθικοι οι

γυμνόνοντες την κακίαν, ίνα αποκαλύψωσιν όλην αυτής την ασχημίαν

και την καταστήσωσι, μισητήν και φευκτέαν; το κατ' εμέ θεωρώ

ανήθικον εκείνον μόνον, όστις την γυμνότητα ταύτην σκεπάζει με

σεμνά ενδύματα, ψιμμυθιόνει τας ρυτίδας της, κρύπτει την

δυσμορφίαν της, και ούτω μεταμορφωμένην ζητεί να καταστήση την

κακίαν αξιέραστον αντί μισητής, διαστρέφων διά της μεταμφιέσεως

ταύτης την ιδέαν του καλού και πονηρού και ολιγοστεύων την έμφυτον

προς το κακόν αποστροφήν πάσης υγιαινούσης συνειδήσεως· ηθικόν δε

νομίζω απ’ εναντίας τον δι οιουδήποτε τρόπου προσπαθούντα να

ενισχύση το αίσθημα τούτο. Και διά τούτο μυριάκις ηθικώτερον θεωρώ

τον άσεμνον Δ ο ν Ζ ο υ ά ν του Βύρωνος, τον περιπαίζοντα όλας

τας κοινωνικάς ασχημίας από την σεμνήν Β α λε ν τ ί ν η ν της κ.

Σάνδης, ήτις στεφανώνει με άσπιλα κρίνα την μοιχείαν μυριάκις δε

υγιεινότερα τα φιλόγελα διηγήματα του Βαλζάκ, από την μελαγχολικήν

Κ υ ρ ί α ν μ ε τ α ς Κ α μ ε λ ί α ς του Δουμά,

προσπαθούντος να δικαιολογίσει διά του αισθήματος την . . .. το

επάγγελμα δηλ. της ηρωίδος του. Την δε Ι ω ά ν ν α ν θεωρώ

κακείνην ως ηθικόν ή τουλάχιστον αβλαβές βιβλίον, διότι ουδεμία

υπάρχει εν αυτή ηδυπαθής περιγραφή, ουδαμού η κακοήθεια

καλλωπίζεται ή ονομάζεται, με άλλο όνομα, ουδαμού ζητεί ο

συγγραφεύς να κινήση την συμπάθειαν του αναγνώστου υπέρ της

ηρωίνης του, σκεπάζων με αισθηματικάς πράξεις τα παραπτώματά της,

αλλ' απ' αρχής έως τέλους επισωρεύει σκώμματα και καταφρόνησιν

κατά της κακίας, ομιλών περί της ηδυπαθείας, της τρυφής, του

έρωτος, των γυναικών και όλων εν γένει των παθών ως ο

Εκκλησιαστής, ο Λουκιανός, ο Ιουβενάλης, ο Βολταίρος, ο Άινε και

όσοι άλλοι είπον την αλήθειαν, κατά το αυτό πνεύμα αν όχι με ίσην

ευγλωττίαν. Επικίνδυνα βιβλία είναι, κ. εκδότα, τα εξάπτοντα και

ουχί τα ψυχραίνοντα τα πάθη, εις δε την Ι ω ά ν ν α ν, από της

πρώτης μέχρι της τελευταίας σελίδος υποβάλλονται τα πάθη εις

παταγώδες ρεύμα σαρκασμού και ειρωνείας. Η ηρωίς του βιβλίου

είναι, αν δεν απατώμαι, η προσωποποίησις του εγωϊσμού και της

αχαριστίας, ο δε συγγραφεύς φέρεται προς αυτήν κατά την φράσιν

ενός συναδέλφου σας «μ ε π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α ν σ κ λ η ρ ό -

τ η τ α α φ ' ό σ η ν δ ε ι κ ν ύ ε ι, ο Σ α τ ά ν π ρ ο ς

τ η ν σ υ ρ ο μ έ ν η ν υ π ' α υ τ ο ύ ε ι ς τ η ν

κ ό λ α σ ι ν ψ υ χ ή ν», και νομίζω ότι έχει δίκαιον να φέρεται

ούτω προς ταύτα, εκτός μόνον αν παραδεχθώμεν την γνώμην του

ρηθέντος συναδέλφου σας, ισχυριζομένου ότι «ο ι σ τ ο ρ ι κ ό ς

π ρ έ π ε ι ν α τ ρ έ φ η σ τ ο ρ γ ή ν τ ι ν α π ρ ο ς

τ ο υ ς ή ρ ω α ς κ α ι τ α ς η ρ ω ί ν α ς τ ο υ, π ρ ο σ π α -

θ ώ ν ν α τ α ς κ α τ α σ τ ή σ η σ ε β α σ τ ά ς κ α ι π ρ ο -

σ φ ι λ ε ί ς ε ι ς τ ο υ ς α ν α γ ν ώ σ τ α ς». Σημειώσατε

όμως κ. εκδότα ότι, αν είχον ακολουθήσει οι ιστορικοί, το ηθικόν

τούτο παράγγελμα, ηθέλομεν σέβεσθαι τον Νέρωνα, την

Δαλιδά, τον Εφιάλτην και την Μεσαλλίναν. Κατά το σύστημα τούτο

έπρεπε και ο συγγραφεύς της Ιωάννας, ίνα καταστήση την ηρωίδα του

σεβαστήν και προσφιλή εις τους αναγνώστας, να ονομάση λ.χ. την

ακολασίαν της « ε υ γ ε ν ή ο ρ γ α σ μ ό ν ψ υ χ ή ς α ν υ π ο-

μ ό ν ο υ ν α μ ε τ α δ ώ σ η α ν ε ξ ά ν τ λ η τ ο ν θ η -

σ α υ ρ ό ν α φ ο σ ι ώ σ ε ω ς κ α ι α γ ά π η ς», να δικαιολογήση

την αστασίαν, μεθ' ης ήλλασσεν εραστάς, παρομοιάζων αυτήν «π ρ ο ς

λ ε υ κ ή ν π ε ρ ι σ τ ε ρ ά ν π τ ε ρ υ γ ί ζ ο υ σ α ν α -

κ α τ α π α ύ σ τ τ ω ς π ρ ο ς α ν ε ύ ρ ε σι ν κ α ρ δ ί α ς

ι κ α ν ή ς ν α τ η ν ε ν ν ο ή σ η» και ούτω καθ’ εξής κατά το

σύστημα της Σάνδης. Αν εγράφετο εις τοιούτον ύφος το βιβλίον,

ήθελον πιθανώς το εύρει ηθικώτατον οι συνάδελφοί σας, αλλ' εγώ, κ.

εκδότα, ήθελα το στείλει εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, διότι

ούτε τας γλυκανόστους φράσεις ούτε το εγκώμιον της κακοηθείας

κατορθώνω να χωνεύσω• και διά τούτο ίσως με ωνόμασαν μισάνθρωπον

οι Αγρινιώται.

Μίαν τελευταίαν παρατήρησην συγχωρήσατε με, κ. εκδότα, ν' απευθύνω

εις το κριτικόν άρθρον της «Αυγής» σας. Ο συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν

α ς, θέλων να παραστήση την επικρατούσαν κατά την εποχήν εκείνην

διαφθοράν, εισάγει δύο γυναίκας, την Αγ. Λ ι ό β β α ν και την Αγ.

Ί δ α ν, περιγραφούσας με τα μελανώτερα ή μάλλον γελοιωδέστερα

χρώματα την διαφθοράν ταύτην, ο δε κ. συντάκτης σας εύρε τρόπον να

είπη ότι διά των γυναικών τούτων «ε κ θ έ τ ε ι ο σ υ γ γ ρ α -

φ ε ύ ς τ α ς π ε ρ ί κ ο ι ν ω ν ι κ ο ύ κ α ι μ ο ν α σ τ ι-

κ ο ύ β ί ο υ α ρ χ ά ς ΤΟΥ!» Κατά τον τρόπον τούτον του

σκέπτεσθαι πρέπει να υποθέσωμεν, ότι και ο Μολιέρος εις την

κωμωδίαν του Φ ι λ α ρ γ ύ ρ ο υ εκθέτει διά στόματος του

Αρμαγόνος τας περί χρήσεως του πλούτου αρχάς ΤΟΥ, ότι ο Βύρων διά

του Κορσάρου ζητεί να δικαιολογήση την πειρατείαν και οι

Σπαρτιάται εισήγον μεθυσμένους Είλωτας εις τα

συμπόσια, ίνα συστήσωσι την μέθην εις τους νέους. Η αξίωσις αύτη

υπερβαίνει τα όρια του αστείου. Διά να εννοήσετε όλην αυτής την

αστειότητα έπρεπε, κ. εκδότα, να σας εξηγήσω προηγουμένως τι

σημαίνει υ π ο κ ε ι μ ε ν ι κ ό ν κ α ι α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι -

κ ό ν, το άλφα βήτα της φιλοσοφίας. Αλλ' η επιχείρησις αυτή με

φαίνεται ολίγον δύσκολος, θα έλεγα μάλιστα αδύνατος, αν δεν είχον

ακούσει ότι εφευρέθη εσχάτως ο τρόπος του να εξηγώνται τα χρώματα

εις τους τυφλούς. Τούτο μόνον λοιπόν σας λέγω, ότι αν ησπάζετο ο

συγγραφεύς τας αρχάς της Αγ. Λιόββας, αντί να τας παραδώση ούτω

γυμνάς και αστολίστους εις τον κοινόν γέλωτα ήθελε μάλλον μιμηθή

τον Ευγένιον Sue, όστις έγραψε την απολογίαν ή μάλλον την

αποθέωσιν των Ε π τ ά θ α ν α σ ί μ ω ν Α μ α ρ τ η μ ά τ ω ν,

της Λαγνείας, του Φθόνου, της Οργής κτλ., τα οποία εσύστησαν οι

συνάδελφοι σας ως λ ί α ν κ α τ ά λ λ η λ α αναγνώσματα, ενώ

ονομάζουν ασεβείς και αθυρόστομους τους σκώπτοντας τας κακίας

ταύτας:

De nobis post haec tristis sententia fertur:

Dat veniam corvis, vexat censura columbas,

(Juven Satyr. II).

όπερ ελευθέρως μεταφραζόμενον σημαίνει, κ εκδότα, ότι βλέπετε

άσπρους τους κόρακας και μαύρα τα περιστέρια.

Ίσως αντιτείνετε εις ταύτα, ότι ο συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν α ς,

γελών αιωνίως, δεν αποφαίνεται πάντοτε μετ' αρκούσης σφοδρότητος

κατά του κακού, ο δε αναγνώστης μένει πολλάκις μετέωρος περιμένων

την λεγομένην κ ά θ α ρ σ ι ν τ ω ν π α θ ώ ν. Πιθανόν να

συμμερίζεσθε, κ. εκδότα, την μετά πολλής ευφυίας χλευασθείσαν υπό

του κ. Βερναρδάκη πρωτότυπον γνώμην μερικών φιλολόγων της

πρωτευούσης σας, οίτινες νομίζουσιν ότι η κ ά θ α ρ σ ι ς

συνίσταται εις την απ' ευθείας αποδοκιμασίαν του κακού· εγώ όμως

ζων μακράν των φωστήρων τούτων, μόνος με τα βιβλία μου,

συμμερίζομαι ακόμη την γνώμην του Αριστοτέλους, του Σχεγέλου και

των άλλων κριτικών, οίτινες κάθαρσιν ονομάζουσι την δι' οιουδήποτε

τρόπου εμπνεομένην αποστροφήν κατά της κακίας. Εις δε την

«Ιωάνναν» κ ά θ α ρ σ ι ς τ ω ν π α θ ώ ν είναι αυτός ο γέλως

του αναγνώστου, αναγκαζομένου να περιπαίζη το κακόν. Γνωρίζετε

ίσως, εξ ακοής τουλάχιστον τας περιβοήτους εκείνας κατά των

Ιησουιτών Ε π α ρ χ ι α κ ά ς ε π ι σ τ ο λ ά ς του Πασχάλ. Εν

αυταίς ο ένδοξος συγγραφεύς εκθέτει όλας τας αισχρότητας των

ρασοφόρων εκείνων σκορπίων μετά τοσαύτης κωμικής απαθείας, ώστε ο

αναγνώστης διστάζει πολλάκις αν συνήγορος ή διώκτης αυτών είναι ο

Πασχάλ· η δε αγανάκτησις αυτού συναυξάνει ανά πάσαν σελίδα μετά

της φλεγματικής ειρωνείας του συγγραφέως εις βαθμόν τοιούτον, ώστε

ήθελε ραπίσει πολλάκις μετά των Ιησουίτών και τον απαθή αυτών

ιστοριογράφον{114}. Η σκωπτική αυτή μετριοπάθεια, η εσκεμμένη αυτή

αποχή από πάσης αποδοκιμασίας, η κορυφούσα την προς το κακόν

αποστροφήν εν τη συνειδήσει του αγνώστου, εθεωρήθη υφ' όλων των

κριτικών ως το αριστούργημα της ηθικής και υγιούς ειρωνείας.

Τοιούτον τι σύστημα ηκολούθησε, νομίζω, και ο γράψας την Ι ω ά ν -

ν α ν απόδειξις δε ότι επέτυχεν εις την κατά της κακίας επίθεσίν του

έστω ότι και αυτούς τους συναδέλφους σας κατώρθωσε να καταστήση

υπερμάχους της ηθικής.

Παρατηρήσατε ακόμη, κ. εκδότα, ότι το σατυρικόν πνεύμα ουδόλως

αποκλείει τον υπέρ του καλού ενθουσιασμόν, όστις μάλιστα

αναφαίνεται λαμπρότερος διά της αντιπαραθέσεως. Ούτω ο τα πάντα α

δ ι α κ ρ ί τ ω ς δ ι α σ ύ ρ ω ν κ α ι χ λ ε υ ά ζ ω ν

συγγραφεύς της « Π α π ί σ σ η ς», ότε εν μέσω της ακαθάρτου

αγέλης των ρασοφόρων του μεσαιώνος απήντησεν αληθή λειτουργόν του

Υψίστου, τον Αγ. Αγοβάρδον, πράον, ελεήμονα, μισούντα την

ιεροκρατείαν, τα θαύματα, τας προσκυνήσεις και τας ανοησίας, ευθύς

γονυπετεί ενώπιον του, «ί ν α α σ π α σ θ ή τ α κ ρ ά σ π ε δ α

τ ο υ ρ ά σ ο υ τ ο υ», διακόπτει την αφήγησίν του «ί ν α α -

ν α π α υ θ ή ο λ ί γ α ς σ τ ι γ μ ά ς π λ η σ ί ο ν τ ο υ ω ς

ο δ ι ψ α λ έ ο ς Ά ρ α ψ π α ρ ά τ η ν β ρ ύ σ ι ν τ η ς

ε ρ ή μ ο υ» και τον τίτλον του Αγίου νομίζει ανεπαρκή διά

τοιούτον άνδρα, «α δ ά μ α ν τ α ε ν μ έ σ ω χ α λ ί κ ω ν,

κ ύ κ ν ο ν ε ν μ έ σ ω κ ο ρ ά κ ω ν, σ τ ί λ β ο ν τ α ε ν

τ η σ κ ο τ ί α τ ο υ α ι ώ ν ο ς ε κ ε ί ν ο υ ω ς μ α ρ -

γ α ρ ί τ η ς ε ι ς τ η ν ρ ί ν α χ ο ί ρ ο υ (σελ. 118).

Κατωτέρω ο τ α π ά ν τ α δ ι α σ ύ ρ ω ν κ α ι χ λ ε υ ά -

ζ ω ν ασεβής συγγραφεύς ευρίσκει δάκρυα, ίνα θρηνήση παρά την πυράν

του Ουσίου και τους τάφους των εν Σκυθοπόλει διαμελισθέντων Ελλήνων

φιλοσόφων· πανταχού δε, όπου η ευκαιρία παρουσιασθή, σπεύδει να

εξέλθη της λοιμώδους ατμοσφαίρας του μεσαιωνίου φανατισμού, αφίνων

τους καλογήρους, τους θαυματουργούς, τους λεκανομάντεις, τους

εικονολάτρας, τον Θεόφιλον, την Ειρήνην, τας Συνόδους, τας σφαγάς,

τας δεισιδαιμονίας και τ' άλλα βυζαντινά αίσχη, ίνα αναπαυθή υπό

την στέγην του Παρθενώνος, ή τείνη ευσεβώς το ους εις τους λόγους

του Λιβανίου, «τ ο κ ύ κ ν ε ι ο ν τ ο ύ τ ο ά σ μ α τ ο υ

θ ν ή σ κ ο ν τ ο ς Ε λ λ η ν ι σ μ ο ύ»• και τότε (ως

παρετήρησεν η « Νέα Γενεά») « ό τ α ν δ η λ. ο μ ι λ ή π ε ρ ί

π ρ α γ μ ά τ ω ν α λ η θ ώ ς σ ε β α σ τ ώ ν, ε υ θ ύ ς α -

φ ί π τ α τ α ι α π ό τ ω ν χ ε ι λ έ ω ν τ ο υ η

χ λ ε ύ η κ α ι η ε ι ρ ω ν ε ί α.» Οι σατυρικοί, κ. εκδότα, ζώσιν

εν τω κακώ, ως οι βάτραχοι εν ταις λίμναις• αλλά καθώς οι ήρωες ούτοι

του Αριστοφάνους αναγκάζονται να υψώνωσιν εκ διαλειμμάτων την

κεφαλήν υπεράνω του βορβορώδους ύδατος, ίνα αναπνεύσουν, ούτω και

είς τίμιος σατυρικός, αφού χλευάση την κακίαν, αισθάνεται την

ανάγκην ν' αναπαύση προς παρηγορίαν του την δράσιν επί του καλού

κράζων μετά του Αριστοτέλους:

Ω αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω,

Θήραμα κάλλιστον βίω,

Σας πέρι, παρθένε, μορφάς

Και θανείν ζηλωτός παρ' Έλλησι πότμος.

Ταύτα, αξιότιμε κ. εκδότα, είχα να είπω περί ηθικής, περί της

οποίας νομίζω ότι είμαι εις κατάστασιν να κρίνω καλλίτερα από τους

κριτικούς της πρωτευούσης σας, οίτινες είναι όλοι διδάσκαλοι,

εφημεριδογράφοι, υπάλληλοι, πολιτικοί, διαχειρισταί φιλανθρωπικών

κληροδοτημάτων, μέλη φιλολογικών συλλόγων, εκδόται διδακτικών

βιβλίων, έχοντες υποθέσεις, φροντίδας, παραδόσεις και ολίγον

καιρόν να χάσουν με βιβλία· ενώ εγώ, όστις δεν είμαι παρά μόνον

Σουρλής και τίποτε άλλο, έχω καιρόν να μελετώ και ως εκ τούτου να

μανθάνω. Όταν δε ομιλώ περί ηθικής είμαι αξιοπιστότερος παντός

άλλου· διότι αι τρίχες μου είναι άσπραι και τας περισσοτέρας

ημέρας μου τας επέρασα μελετών όσα από κτίσεως κόσμου έγραψαν περί

αυτοίς οι σοφοί. Αχώριστοι σύντροφοι μου είναι ο Πλούταρχος και ο

Κικέρων, οι οποίοι με διδάσκουν ν' αγαπώ το καλόν, και ο Βύρων από

τον οποίον μανθάνω να μισώ το κακόν, και, αν τύχη ανάγκη, να

θυσιάσω ως εκείνος υπέρ της μεγάλης ιδέας τας ολίγας ημέρας και

τον πόδα όστις μοι απέμεινε.

Μέχρι τούδε νομίζω ότι σας απέδειξα, κ. εκδότα,

Α' Ότι όλοι ανεξαιρέτως οι παλαιοί τε και νέοι σατυρικοί, υπήρξαν

αναιδείς, αθυρόστομοι και σαρκαστικοί ώστε πρέπει να είναι τις εις

τον υπέρτατον βαθμόν α δ ι ά β α σ τ ο ς, διά ν' απορήση ευρίσκων

σκώμματα και βωμολοχίαν εις σατυρικόν έργον.

Β' Ότι κατά την γνώμην όλων των κριτικών, των φιλοσόφων και αυτών

των εκκλησιαστικών Πατέρων, η σάτυρα, είναι αναγκαία, εν όσω

υπάρχει το κακόν εις τον κόσμον.

Γ' Ότι καθώς παρετήρησεν ήδη είς συνάδελφός σας, ο συγγραφεύς της

«Ι ω ά ν ν α ς ε σ ε β ά σ θ η τ α α λ η θ ώ ς σ ε β α σ τ ά

. . .. Αλλ' ενταύθα πιθανόν να με διακόψετε παρατηρούντες ότι

ενέπαιξε την Θρησκείαν! Βαρύ και ασυγχώρητον αμάρτημα, του οποίου

αν είναι τω όντι ένοχος ο συγγραφεύς, πρώτος εγώ ήθελα

συμβουλεύσει ουχί ν’ αφορισθή αλλά να καή ζωντανός, δίνων προθύμως

και αυτά μου τα δεκανίκια εις την φωτιάν, διά να καή ταχύτερον·

επειδή όμως μου είναι πολύ αναγκαία, νομίζω καλόν, πριν τα

θυσιάσω, να εξετάσωμεν αν τω όντι την Θρησκείαν ή άλλο τι

επερίπαιξεν ο συγγραφεύς της «Ιωάννας. Εν τούτοις σας παρακαλώ να

με πιστεύετε, κ. εκδότα,

Π ρ ό θ υ μ ο ν δ ο ύ λ ο ν σ α ς

ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΥΡΛΗΝ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προλεγόμενα Αρίστου Καμπάνη

Πρόλογος συγγραφέως

Πάπισσα Ιωάννα

Μέρος Α’

Μέρος Β’

Μέρος Γ’

Μέρος Δ’

Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου κατά της Παπίσσης

Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της Εγκυκλίου

Η Πάπισσα Ιωάννα και η Ηθική (Τέσσαρες επιστολαί Αγρινιώτου).

{1} Berni

{2} Θεοκρίτ. Ειδύλ. ΚΖ', στίχ. 65.

{3} Αρχαίον όνομα της Ιαρμούθης

{4} Τανύν Ιόρκης

{5} Τέσσαρα περίπου φράγκα

{6} La vengeance est le plaisir des Dieux

{7} Mein

{8} Κιλίκιον

{9} Mulιnheim.

{10} Ξενοδόχος

{11} Ευριπίδ. Ορέστ. Στίχ. 26.

{12} Το στερέωμα ενομίζετο τότε κρυστάλλινον. Όρα τας σημειώσεις.

{13} Όρα Εισαγ. σελ. 34.

{14} τον Σαιξπήρον

{15} Δάντου Κόλασις, άσμα Ε'.

{16} Δίδετε μέθην τοις εν λύπαις και οίνον πίνειν τοις εν οδύναις.

{17} Αγνός, Agnus castus.

{18} Ψαλμός ΜΑ΄, εδ. 2.

{19} Ιερεμίου Κεφ. θ', εδ. 18.

{20} Ψαλμός Οθ', εδ. 6.

{21} Ησαΐου Κεφ. Κθ', εδ. 8.

{22} Άσμα ασμ. Α’, εδ. 5.

{23} Τους πλανήτας δηλ.

{24} Όρα περί τούτων την Εισαγωγήν σελ. 35.

{25} Baron Born.

{26} Ίδε Οικονόμου Ε π ί κ ρ ί σ ι ν κ α τ ά Β ά μ β α, σελ.

146.

{27{ Corvus, εξ ου το Corvinus σημαίνει λατινιστί Κόραξ.

{28} Όρα αυτήν εν ταις σημειώσεσι.

{29} Οι ιστορικοί αποκαλούσιν αυτόν οτέ μεν Luis le Pieux, οτέ δε

Louis le Debonnaire.

{30} Οι βασιλείς της Σαρδηνίας ελάμβανον, ως γνωστόν, τον τίτλον

βασιλέως της Κύπρου και των Ιεροσολύμων.

{31} Όρα την σημείωσιν.

{32} Παρά τοις Δυτικοίς πλην των εικόνων υπάρχουσιν εν ταις

εκκλησίαις και αγάλματα της Παναγίας, ενδεδυμένης μεταξίνους

εσθήτας και δι' ενωτίων και περιδεραίων κεκεκοσμημένης.

{33} Παροιμ. κεφ. ΙΑ' εδ. 29

{34} Πατρίς έστι, ίνα πράττοι τις ευ.

{35} Νόσος άγνωστος μέχρι του 1862, χαρακτηριζομένη υπό μαύρου

ιδρώτος καταρρέοντος εκ των βλεφάρων και πηγάζουσα εκ της

διαφθοράς των υγρών ή κατ' άλλους επιστήμονας εκ μαύρης τινός

βαφής, ην εναποθέτουσιν οι ασθενείς μεταξύ των βλεφάρων. Όλα τα

διάφορα περί ταύτης άρθρα της Gazette des Hopitaux του άνω

ειρημένου έτους.

{36} Η καρδία και το ήπαρ (του ιχθύος), εάν τινα δαιμόνιον

ενοχλή, ταύτα δει καπνίσαι ενώπιον ανθρώπου ή γυναικός και μηκέτι

οχληθή, η δε χολή εγχρίσαι ω έχει γλαυκώματα τοις οφθαλμοίς και

ιαθήσεται. Τωβίτ κεφ. ς' εδάφ. 7 και 8.

{37} Constitutionnelle.

{38} Ίδε τας σημειώσεις.

{39} Όρα τα συναξάρια και μάλιστα την Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ν, ο

δε Λάυβαιος (Sac. Concil. Collect. τόμ. Γ', στήλ. 403) αποκαλεί

αυτήν «foemina veri dei munere, ut no men iadicat».

{40} Ψαλμ ΜΔ’, εδ. 4.

{41} Όρα την σημείωσιν.

{42} Η Εστία.

{43} Του βαλανίου τούτου γίνεται μνεία και παρ’ Αθηναίω, αλλ'

άγνωστον είναι αν ήτο αυτό εκείνο το ρευστόν, το εν χρήσει εις

Ανατολήν και κατά τον Μεσαιώνα. Ίδε Αθήν. Α'. 62 και Ζαμπελίου Β υ

ζ ά ν τ. Μ ε λ έ τ α ς. Σημ. 325. Περί δε του ρητινίτου και των

φαγητών όρα τας σημειώσεις.

{44} De gustibus non disputandum.

{45} Προς Κορινθ. Α' κεφ. ι', εδ. 17.

{46} Παροιμ. Κεφ. Θ', εδ. 5.

{47} Ησαΐου Κεφ. ις', εδάφ. 12.

{48} Non intuearis vinum quandum fiavescit. (Παροιμ. Α', εδ. 4),

παρά δε τοις Ο'. το εδάφιον έχει ούτω· «Ε ά ν ε ι ς τ α π ο -

τ ή ρ ι α κ α ι τ α ς φι ά λ α ς δ ω ς τ ο ν ο φ θ α λ μ ό ν

σ ο υ, ύ σ τ ε ρ ο ν π ε ρ ι π α τ ή σ ε ι ς γ υ μ ν ό τ ε ρ ο ς

υ π έ ρ ο υ.

{49} Η λέξις Μετουσίωσις δεν ήτο ακόμη εν χρήσει.

{50} Ανήρ μεν αν κομά, ατιμία αυτώ εστι, γυνή δε, δόξα.

{51} Πιθανόν να υπάρχη η κατάλληλος απάντησις αλλά δεν ηδυνήθην ν'

ανεύρω αυτήν, οι δε ιερείς, ους ηρώτησα περί αυτού, δεν εγνώριζον

πλείονα του Νικήτα.

{52} Κατά τον Ευάγριον (βιβλ. Β', κεφ. 2) ο Πατριάρχης

Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανός α ν η ρ έ θ η κατά την δευτέραν εν

Εφέσω Σύνοδον λ α κ τ ι ζ ό μ ε ν ο ς π ρ ο ς Δ ι ο σ κ ο ύ -

ρ ο υ Π α τ ρ ι ά ρ χ ο υ Α λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, όστις κατά την

μαρτυρίαν του Ζωναρά (βιβλ. ΙΓ', σ. 44) είχε την κακήν συνήθειαν

να λακτίζη ως ημίονος.

{53} Όρα την σημείωση

{54} Ίδε Henrich Heine Beisebilder: τόμ. Β’.

{55} Η Μονή του Δαφνίου κατελήφθη τω όντι από των Βενεδικτίνων επί

των Δουκών Λαρόχων, ων φαίνονται έτι οι τάφοι παρά την είσοδον του

Ναού. Όρα Ραγκαβή Ε λ λ η ν ι κ ά τόμ. Α'. σελ. 221.

{56} Ίδε περί των διαφόρων Σχημάτων τας διασαφήσεις του Λέοντος

Αλλατίου (De consensu Ecclesiae βιβλ., Γ'. κεφ. 8) και το Ε ξ ο -

μ ο λ ο γ η τ ά ρ ι ο ν του Νικοδήμου σελ. 162.

{57} Ίδε την σημείωσιν.

{58} Ο ορισμός ούτος ανήκει εις τον Σαμφόρτιον.

{59} Ιώβ. κεφ. γ'. εδ. 20.

{60} Ο Βαρόνιος, εξ ου ελήφθη η περιγραφή αύτη, μεταχειρίζεται την

ελληνικήν λέξιν γ α β ά θ α ν (gabatham) Ann. Eccles. τόμ. Γ, σελ.

83.

{61} Όρα την εξήγησιν των λέξεων τούτων παρά τω Μουρατόρη

(Antiquit. Ital. med. Aeνi. Dissert. VI).

{62} Κατά τον κανόνα της εν Λουγδούνω Συνόδου οι Καρδινάλιοι

εκλείοντο εις σκοτεινά κελλία καθ' όλον το διάστημα της εκλογής.

Κατά την πρώτην ημέραν προσεφέροντο αυτοίς δύο φαγητά, κατά την

δευτέραν έν και κατά τας επιλοίπους ξηρός μόνον άρτος.

{63} Ιδε Ε ι σα γ ω γ. Σελ. 32

{64} Όρα μέρος Α'.

{65} Όρα Εισαγ.

{66} Super mulierem nunquam bonnum est signum (Ecclesi. XLVI, 6).

{67} Lacryma Christi

{68} Γνωστοί οι Ομηρικοί στίχοι. Η ύ τ ε β ο υ ς α γ έ λ η σ ι

κτλ. και Ως δ' ό τ' ό ν ο ς π α ρ' ά ρ ο υ ρ α ν κλπ., εν οις

ο Αγαμέμνων και ο Αίας παραβάλλονται προς βουν και όνον.

{69} Πράξ. Αποστολ. κεφ. Γ, εδ. 19 και ακόλ.

{70} Αυτόθι κεφ. Δ', εδ. 34.

{71} «Το πολύ μέρος της γης ωκειώσαντο· προφάσει δε του

μεταδιδόναι τα πάντα τοις πτωχοίς πάντας πτωχούς κατέστησαν.

Ζώσιμ. βιβλ. Ε', κεφ. 13.

{72} Κατ' εκείνην τουλάχιστον την εποχήν κατέστη κοινή εν ταις

εκκλησίαις της Ρώμης η προσθήκη των Ισπανών εις το περί

εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.

{73} Hudson Loνe, ο δεσμοφύλαξ του Ναπολέοντος εις την Αγίαν

Ελένην.

{74} Τα ανωτέρω εγράφοντο το 1866.

{75} Τα βιολία τότε είχον τρείς μόνον χορδάς.

{76} Fulνus Lacon amica νis pastorum κτλ.

{77} Ψαλμ. ΜΔ'. εδ. 7.

{78} Και τι επερίσσευσεν ο άνθρωπος παρά το κτήνος; Ουδέν· ότι τα

πάντα ματαιότης κ.λπ. Εκκλησ. κεφ. Γ', εδ. 19.

{79} Αριστοτέλ. Πρόβλημ. Α ν έ κ δ ο τ. τμήμ. Β'. να’.

{80} Ξενοφ. Απομνήμ. Α'. 4.

{81} Ψαλμός ρηβ'. εδ. 2.

{82} Αι λειτουργίαι αύται εσώζοντο μέχρι του ις' αιώνος, ότε είδον

αυτάς ο Φήλιξ Αμερλίνος και Μαρτίνος ο Φράγκος· υπάρχουσι δε

πιθανώς και σήμερον ακόμη αντίγραφα αυτών εν τω αδύτω της

Βατικανείου βιβλιοθήκης.

{83} Και ώφθη άγγελος προς την γυναίκα και είπε προς αυτήν. «Ιδού

ου στείρα και ου τέτοκας και συλλήψη υιόν. Κριτών κεφ. ΙΓ', εδ. 3.

{84} Όρα Γ ε ν έ σ ε ω ς κεφ. ΚΕ'. εδ. 22.

{85} Όρα την σημείωσιν.

{86} Παροιμ. κεφ. ΙΔ', εδ. 15.

{87} Όρα Α μ α ρ τ ω λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ν

{88} «Ως δε ουκ ενέβλεπον υπό της δόξης του φωτός εκείνου,

χειραγωγούμενος υπό των συνόντων μοι ήλθον εις Δαμασκόν.» (Πράξεις

Αποστόλ. κεφ. ΚΒ', εδ. 11).

{89} Εξελθών ουκ ηδύνατο λαλήσαι . . .. και ην διανεύων αυτοίς και

διέμεινε κωφός. Κατά Λουκάν κεφ. Α', εδ. 22.

{90} Ψαλμ, ι', εδ. 6

{91} Ίδε Αποκάλυψ. κεφ. θ', εδ. 9.

{92} Rogations.

{93} Αν τούτο δεν ήρκει, ηδυνάμην να προσθέσω πλείστα άλλα

παραδείγματα τοιαύτης περί την έννοιαν των συγγραφέων διαφωνίας.

Ούτω το σύγγραμμα του Ωριγένους περί Δαιμόνων και τα του

Θεοδωρήτου κατά του Αγ. Κυρίλλου κατεδικάσθησαν ως αιρετικά υπό

της ε' Οικ. Συνόδου, και εν τούτοις πλείστοι θεολόγοι, παρά τοις

δυτικοίς μάλιστα, ισχυρίσθησαν ότι δεν υπάρχει εν αυτοίς ίχνος

κακοδοξίας, απατηθείσης της Συνόδου περί την ερμηνείαν. Η μετά

ταύτην ς’ οικ. Σύνοδος κατεδίκασεν ως μεμολυσμένην υπό της πλάνης

των Μονοθελητών την προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Σέργιον

επιστολήν του Πάπα Ονωρίου, ην οι έπειτα θεολόγοι εθεώρησαν ως

ορθόδοξον, διότι κατά τον πολύν Βελαρμίνον «Η Εκκλησία υ π ό -

κ ε ι τ α ι ε ι ς π λ ά ν η ν π ε ρ ί τ α π ρ ά γ μ α τ α·

Η δε ς' Σύνοδος, μη εννοήσασα καλώς την έννοιαν της επιστολής του

Ονωρίου, κατεδίκασεν αυτόν αδίκως ως αιρετικόν». Αφού λοιπόν

ολόκληροι Οικ. Σύνοδοι απατώνται περί την ερμηνείαν των βιβλίων,

ουδόλως δύναται να θεωρηθή ως αναμάρτητος η περί της Ιωάννας

έκθεσις τριμελούς επιτροπής, συνισταμένης εκ δύο λαϊκών και ενός

μόνου ιερέως, ήτις άλλως ετηρήθη μυστική, εις μόνον τον κ.

Εισαγγελέα υποβληθείσα.

{94} Ο Σατωβριάνδος ονομάζει τον Αγιον Παύλον «πρώτον μάρτυρα της

ελευθεροτυπίας» Melanges, σελ. 108.

{95} Βλ. την εν αρχή του ε'. τόμου της Εκκλ. ιστορ. του Migne

προταχθείσαν αναίρεσιν του βιβλίου του Ρενάν. Διά των ανωτέρω δεν

εννοώ βεβαίως ότι ο δυτικός κλήρος ησπάσθη αυθορμήτως την

αποστολικήν μέθοδον της λογικής συζητήσεως, αλλά μόνον ότι αφού

εξήντλησεν εις μάτην τα μεσαιωνικά επιχειρήματα, αφορισμούς,

καταμηνύσεις κτλ. ηναγκάσθη ένεκα της αποχής της κυβερνήσεως να

επανέλθη εις την ευθείαν αποστολικήν οδόν.

{96} Ο αντιπρόεδρος της Γαλλικής Γερουσίας κ. Delangle,

αποκρινόμενος εις τας απαιτήσεις των ζητούντων περιορισμούς κατά

της ελευθερίας tου τύπου, έλεγεν εν τη συνεδριάσει της 18 Μαρτίου

1864. «Δεν είναι ημέτερον έργον ν’ αποφασίζωμεν περί της

ορθοδοξίας των συγγραφέων· ημείς είμεθα πολιτικόν σώμα και ουχί

Σύνοδος, η δε πολιτική εξουσία πρέπει ν' απέχη πάσης αναμίξεως εις

τας τοιαύτας συζητήσεις, αφίνουσα την αλήθειαν να θριαμβεύη αφ'

εαυτής. Μικρόν δε μετά ταύτα αναβάς το βήμα ο υπουργός κ. Rouher

έλεγε τα εξής. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται σήμερον πάντοτε και

περί παντός πράγματος· τοιαύτη είνε η γνώμη του Αυτοκράτορος. Της

αυτής γνώμης ήτο και ο περιώνυμος νομικός Royer-Collard, καθ' ον.

«Εις την εκκλησίαν και ουχί εις τους δικαστάς απόκειται το απαντάν

εις τους κακοδόξους, η δε συζήτησις ενισχύει τα πνεύμα και

εξαγνίζει τας πεποιθήσεις. Ας αφήσωμεν λοιπόν έκαστον να εκτελή το

έργον του, μη αναμιγνύοντες τον νόμον εις ζητήματα μη ανήκοντα εις

την δικαιοδοσίαν του. Κατά δε τον Ελιφάς - Λεβί «Και αυτό το

ψεύδος όταν καταδιωχθή, γίνεται αλήθεια».

{97} Ο Βοκκάκιος έγραψε τα Διηγήματα αυτού επί του Πάπα Κλήμεντος

του ς', ο δε μαθητής του Χρυσολωρά Πόγιος Βρακκιολίνης ενέπαιζε

θεία τε και ανθρώπινα εν τοις Α σ τ ε ί ο ι ς του, ενώ αντικρύ

του εκαίετο ο Ούσσιος, διότι ετόλμησε να ισχυρισθή ότι «ο Θ ε ό ς

έ χ ε ι τ η ν δ ύ ν α μ ι ν ν α σ ώ ζ η τ ο υ ς α δ ί κ ω ς

α φ ο ρ ι σ θ έ ν τ α ς υ π ό τ ο υ Π ά π α». Ολίγον μετά ταύτα

ο Αριόστος ισχυρίζετο ότι ο Ιησούς χρεωστεί την θεότητά του εις

τους Ευαγγελιστάς ως ο Αχιλλεύς την δόξαν του εις τον Όμηρον, ο

Πούλκης επαρώδει το Ευαγγέλιον του Αγ. Ιωάννου εις το κωμικόν του

ποίημα Μοργάντην και άλλοι ασεβέστεροι έγραφον υπό την προστασίαν

των Παπών και Καρδιναλίων, οίτινες μόνον τους ευσεβείς και

εξαιρέτους νεωτεριστάς απεστρέφοντο.

{98} Ψαλμ. ριη', εδ. 115.

{99} Τοιαύτη είνε εν σελ. 172 η γνώμη του Στράους περί του

Σωτήρος, και αι εν σελ. 208 εξηγήσεις των ευημεριστών περί του

μυστηρίου της ενσαρκώσεως, τας οποίας εις την εν σελ. 225-226

σημείωσιν αποδοκιμάζει ο συγγραφεύς «ως ούτε τους πιστούς ούτε

τους κριτικούς ευχαριστούσας».

{100} Τοιαύτη είναι η εν έτει 1803 εκδοθείσα «Vie des Saints

par une societé d’Ecclesiastiques et de gens letters sous les

auspices du Clergé de France,» και η εν Βελγίω δίτομος

εξακολούθησις της συλλογής του Βολλάνδου, ης οι εκδόται

κατηγορήθησαν υπό τινων δημοσιογράφων διά τας υπερβολικάς

παραχωρήσεις των εις το κριτικόν πνεύμα του αιώνος.

{101} Βλ. Αγ. Ιουστίνου Α', 60.

{102} Βλ. την Γ ε ν ι κ ή ν Β ι ο γ ρ α φ ί α ν του Michaud τομ.

νδ', εις την λέξιν Krichna, ένΘα παρατίθενται παράλληλα χωρία του

Ευαγγελίου και των ιερών της Ινδίας βιβλίων. Πρβλ. Πλουτάρχ. Π ε -

ρ ί Ί σ ι δ ο ς και Ό σ ί ρ ι δ ο ς.

{103} Ο Τερτουλλιανός (De Praescrip. XI) και ο Αγ. Ιουστίνος (Α π

ο λ. β', 98) σχολιάζοντες τον λόγον του Ιησού «Τ ο ύ τ ο ε σ τ ι

τ ο σ ώ μ ά μ ο υ», ομολογούσιν ότι η Ευχαριστία υπήρχεν εν

χρήσει και εν τοις μυστηρίοις του Μίθρα. Πρβλ. και Α. Maury La

Magie σ. 37.

{104} Βλ. το πόνημα του Aug. Duperron Z e n d A v e s t a, A.

Maury, L e g. D e l’ A n t i q u i t é, Humbold, M o n u m e n t s

d e l’ A m e r i q u e, Dubois Moeurs et Inst. de l’Inde,

B.S.Hilaire, L e B o u d h a κτλ. ο δε κατά τον ιζ' αιώνα

πολυμαθής επίσκοπος Αβράγχης Δανιήλ Ουέτος συνήνωσε υπό τον τίτλον

A l n e t a n a e Q u a e s t i o n e s πάντα τα παρά τοις

αρχαίοις, τοις ευαγγελισταίς και τοις εκκλησιαστικοίς συγγραφεύσιν

απαντώμενα παράλληλα χωρία. Βλ. και το πόνημα του Picart

«Céremonies religieuses de tous les peuples de la terre» ο δε

χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος λέγει εν ταις Ιστορ. Μελέταις. «Το

Θυμίαμα, τα χρυσά και αργυρά σκεύη, αι λυχνίαι, αι λαμπάδες, αι

οθόναι, τα άσματα, αι λιτανείαι, αι επέτειαι εορταί κτλ.

μετηνέχθησαν από των καταπεσόντων βωμών εις τα θυσιαστήρια. Ο

Χριστιανισμός ενεδύθη τα κοσμήματα της ηττηθείσης ειδωλολατρείας».

Ουδέν πλειότερον είπεν ο συγγραφεύς της «Ιωάννας».

{105} Βλ. το πόνημα του Lamennais D e l’ I n d i f e r e n c e

κτλ. και τας επιτυχώς εξελληνισθείσας από του κ. Βράιλα Μ ε λ έ -

τ α ς κτλ. του N i c o l a s εις τόμ. α'.

{106} Abud Mo talte σελ. 160

{107} Βλ. τον δημοσιευθέντα διά του «Αιώνος» εν τω Αθηναίω λόγον

περί Καλλονής του κ. Πάλλη.

{108} Ότε εξημμένος τις νεανίας επυροβόλησε κατά της βασιλίσσης

Αμαλίας, ανετέθη εν τω ναώ της Μητροπόλεως εικών του Αγίου

Σώζοντος, του σώσαντος από της δολοφόνου σφαίρας την ά σ π ι -

λ ο ν, α μ ό λ υ ν τ ο ν, ά χ ρ α ν τ ο ν, ά φ Θ ο ρ ο ν, β α -

σ ί λ ι σ σ ά ν του, ως ωνόμαζε τότε ο άγιος Μητροπολίτης την

Αμαλίαν. Μετ' ολίγον όμως επελθούσης της Οκτωβριανής Μεταπολιτεύσεως,

το όνομα του αγίου Σώζοντος μετεβλήθη εις Άγιον Ελευθέριον, εις

μνήμην της επαναστάσεως, ήτις η λ ε υ θ έ ρ ω σ ε τ ο έ δ α -

φ ο ς τ η ς π α τ ρ ί δ ο ς α π ό τ ω ν τ υ ρ ά ν ν ω ν. Βλ.

το εν τη «Αυγή» καταχωρηθέν τότε περί τούτων άρθρον.

{109} Ο άγιος Λέων εκανόνισε Nullus pro mortuis sepelliendis

pecunias capiat». Τοιούτος τις κανών υπάρχει, νομίζω, και παρά τη

ημετέρα Εκκλησία. Άλλ' ο άγιος Καρυστίας, όστις ολίγον, φαίνεται,

φροντίζει περί των κανόνων κατά την κηδείαν της μακαρίτιδος Ελ.

Τοσίτσα, λαβών ως αμοιβήν της παρουσίας του δρχμ. πεντήκοντα και

ευρίσκων τα ποσόν τούτο δυσανάλογον προς το αξίωμα αυτού, έγραψεν

εις τον επιτετραμμένον τα της τελετής αξιότιμον κ. Γ. Σκουζέν

απρεπεστάτην επιστολήν, δι' ης απήτει «ν α π λ η ρ ω θ ή α ξ ι -

ο π ρ ε π ώ ς»

{110} Ο Σατωβριάν ισχυρίζεται ότι ανεύρε τοιούτον άγαλμα εις τα

ερείπια της Σπάρτης.

{111} Βλ. τα προλεγόμενα του Calland.

{112} Ο σύγχρονος ποιητής Laprade, ανήκων «Εις την λαμαρτίνειον

σχολήν, περιγράφει ως ακολούθως τον μαστίζοντα σήμερον την Γαλλίαν

άκρατον υλισμόν.

. . . . . . . . ... Muses

Descendez à jamais de ses hauteurs glacées

Ou règne la budeur, je veus dire l’ennui.

. . . . . . . . . . . ..

Le reel avant tout! Fi du vieil ideal!

Donnez a vos romans une odeur d’hopital,

Faites en des charniers peuplés de bêtes fauves;

Allez fouiller du nez dans toutes les alcoves κλ.

(Muses d’ Etat, στρ. 10. Παρίσ. 1864)

{113} Βλ. τας επιστολάς του ποιητού προς τον Murray από ημερομ. 1

Φεβρ., 6 Απριλίου και 12 Αυγ. 1819.

{114} «Lorsqu’on l’a vu si long temps étalant de sang froid les

turpitudes des casuistes s’interdire le blàme avec une precaution

si cruelle, le sentiment moral s’ulcère et se recrie». B. Demoulin

E l o g e d e P a s ca l σ. 24.

Η Πάπισσα Ιωάννα · 第 9 / 9 题