Από την στάμναν χύνει
Τα ρεύματα της λήθης,
Και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται η πόλεις, χάνονται
Βασίλεια, κ' έθνη·
ΙΒ
Αλλ' ότε πλησιάσει
Την γην οπού σας έχει,
Θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
Ο Χρόνος, το θαύμασιον
Χώμα σεβάζων.
ΙΓ
Αυτού αφ' ου την αρχαίαν
Πορφυρίδα, και σκήπτρον,
Δώσωμεν της Ελλάδος,
Θέλει φέρειν τα τέκνα της
Πάσα μητέρα.
ΙΔ
Και δακρυχέουσα θέλει
Την Ιεράν φιλήσειν
Κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον
Λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
Λόχον Ηρώων.
ΩΔΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΣ
Στροφή Α
Τας χορδάς ας αλλάξωμεν
Ω χρυσόν δώρον, χάρμα
Λητογενέος μέγα·
Τας χορδάς ας αλλάξωμεν
Ιόνιος λύρα.
Β
Άλλα σύρματα δότε
Ζεφυρόποδες Χάριτες·
Και σεις επί το ξύλον
Μελίφρονον, υακίθυνον
Βάλετε στέμμα.
Γ
Τας πτέρυγας απλόνει
Ως τ' όρνεον του Διός,
Και υψόνεται το μέτρον
Έως τον ουράνιον κήπον
Των Πιερίδων.
Δ
Χαίρετε ω κόραι, χαίρετε
Φωναί οπού τα δείπνα
Των Ολυμπίων πλουτίζετε
Με χορών ευφροσύνας
Κ' εύρυθμον μέλος.
Ε
Σεις τα αιθέρια νεύρα
Της φόρμιγγος κροτείτε,
Και τα θηρία, και τ' άλση
Χάνονται από το πρόσωπον
Της γης πλατείας.
ΣΤ
Όπου τρέμουσιν άπειρα
Τα φώτα της νυκτός,
Εκεί υψηλά πλατύνεται
Ο γαλαξίας και χύνει
Δρόσου σταγόνας.
Ζ
Το ποτόν καθαρόν
Θεραπεύει τα φύλλα,
Κ' όπου άφησε το χόρτον
Ευρίσκει ρόδα ο ήλιος
Και μυρωδίαν.
Η
Ούτω υπό τους δακτύλους σας
Η ελικώνειος λύρα,
Τρέμει, και τ' άνθη αμάραντα
Της αρετής γεμίζουσι
Πάσαν καρδίαν.
Θ
Όχι πατέρες, τύραννοι·
Όχι άνθρωποι και τέκνα,
Αλλά δειλά και αναίσθητα
Ποίμνια τον κύκλον ήθελον
Τρέξειν του βίου.
I
Χείρες κεραυνοφόροι,
Μόνον νώτα υποφέροντα
Τας πληγάς· αν το δίκρανον
Του Παρνασσού λιγύφθογγον
Σπήλαιον εσίγα.
ΙΑ
Διά παντός μοιράσατε
Θείαι παρθένοι την δίκην·
Διά παντός χαρίσατε
Των ανθρώπων αισθήσεις
Υψηλονόους.
ΙΒ
Αφρίζουν τα ποτήρια
Της αδικίας, δυνάσται
Πολλοί και διψασμένοι
Ιδού τ' αδράχνουν· γέμουσι
Μέθης και φόνου.
ΙΓ
Τώρα ναι τώρα αστράψατε
Ω Μούσαι, τώρα αρπάξατε
Την πτερωτήν βροντήν,
Κατά σκοπόν βαρέσατε
Μ' εύστοχον χείρα.
ΙΔ
Φυλάξατε τους ύμνους
Διά τους δικαίους· μόνον
Εις αυτούς την ειρήνην,
Και τους χρυσούς στεφάνους
Εις αυτούς δότε.
ΙΕ
Ήτον ποτέ η εννέα
Ολύμπιαι φωναί
Εκεί οπού χορεύουσι
Της ημέρας η κόραι
λαμπαδηφόροι.
ΙΣΤ
Ήκουον μόνον οι κύκλοι
Των ουρανών, την σύμφωνον
Θεόπνευστον ωδήν,
Και τον αέρα ακίνητον
Είχε η γαλήνη.
ΙΖ
Αλλ' ότε το μειδίασμα
Του θεού των ερώτων,
Τον Κιθαιρώνα εσκέπασε
Με θύμον και με κλήματα
Σταφυλοφόρα.
ΚΙ
Εκεί ο ρυθμός επέραστος
Καταβαίνων, το βλέμμα
Των γηγενέων δρακόντων
Εχάθη, ως τα χαράγματα
Χάνεται ο ύπνος.
ΙΘ
Του θεσπεσίου γέροντος
Ιερά κεφαλή·
Φωνή ευτυχής 'που ευφήμησας
Της κλεινής Αχαΐας
Τ' άριστα τέκνα.
Κ
Εσύ θαυμάσιε Όμηρε
Εξένισας τας Μούσας·
Και του Διός η κόραι
Εις τα χείλη σου απέθηκαν
Το πρώτον μέλι.
ΚΑ
Εις τιμήν των θεών
Εφύτευσας την δάφνην·
Είδον πολλοί αιώνες
Το φυτόν ευθαλές
Υπερακμάζον.
ΚΒ
Μέσα εις το θείον στέλεχος
Τι δεν εθησαυρίσατε
Τα σίμβλα αιωνίως;
Τι ω αώνιαι μέλισσαι
Το παραιτείτε;
ΚΓ
Όταν εις την αθλίαν
Ελλάδα από τα έσχατα
Της ερυθράς θαλάσσης
Των αραβίων πετάλων
Ήλθεν ο κτύπος·
ΚΔ
Εκεί προς τα λουτρά
Όπου τας τρίχας πλύνουσι
Των φοιβηίων η Ώραι,
Τότε δικαίως εφύγατε
Ω Πιερίδες,
ΚΕ
Και τώρα εις τέλος φέρετε
Την μακράν ξενιτείαν.
Χρόνος χαράς επέστρεψε,
Και λάμπει τώρα ελεύθερον
Το Δέλφιον όρος.
ΚΣΤ
Ρέει καθαρόν το αργύριον
Της Ιπποκρήνης· κράζει,
Όχι τας ξένας, κράζει
Σήμερον η Ελλάς
Τας θυγατέρας.
ΚΖ
Ήλθετε, ω Μούσαι, ακούω,
Και χαίρουσα πετάει
Πετά η ψυχή μου, ακούω
Των λυρών τα προοίμια,
Ακούω τους ύμνους.
ΩΔΗ ΕΚΤΗ
ΕΙΣ ΧΙΟΝ
Στροφή Α
Ως ότε από το στόμα
Κρέμεται των θνητών
Αυλός λελυπημένος
Και η φωνή του με κόπον
Τρέμουσα εκβαίνει·
Β
Ως μέσα εις τα πολύδενδρα
Δάση το βράδυ εισπνέει
Το τεθλιμμένον φύσημα
Μεσηβρινόν και φαίνεται
Θρήνος ανθρώπων·
Γ
Εις τον ηρημωμένον
Αιγιαλόν της νήσου
Ούτω φέρνουν τα κύματα
Και το παράπονόν τους
Η Ωκεανίναι.
Δ
Τα γαλακτώδη μέλη
Των παρθένων της Χίου
Πλέον εσύ δεν ραντίζεις
Ω λαμπρόν του Αιγαίου
Ιερόν ρεύμα.
Ε
Όταν τα στήθη αφίλητα,
Θρίαμβος των Χαρίτων,
Βράδυ και αυγήν εδρόσιζες
Εκαταφρόνεις τότε
Τα ρόδα ηώα.
ΣΤ
Τώρα χηρεύεις, τώρα
Τους βαρβάρους θαλάμους
Υπηρετούν, μιαίνονται
Τα κάλλη των παρθένων
Θεοειδέων.
Ζ
Εκεί όπου η πανήγυρις
Των Μουσών της Ελλάδος
Άναπτε τα πυρά,
Και των ποδών εσήμαινε
Τ' άλυπον μέτρον.
Η
Υβριστικά, υπερήφανα
Τύμπανα ακούω· και βλέπω
Την Ναβαθαίαν· εις αίμα
Βαμμένη επί τους πύργους·
Αεροκινείται.
Θ
Θλίβει ο καπνός το διάστημα
Γαλάζιον των αέρων·
Ούτως εις την ομίχλην
Του θανάτου, μειδίασμα
Πνίγεται νέον.
Ι
Πόσους ναούς 'που εδέχοντο
Τας πτερωτάς της πίστεως
Προσευχάς και τα δώρα·
Πόσους βλαστούς σοφίας,
Πόσας ελπίδας·
ΙΑ
Αι, πόσους πνέοντας έρωτα
Θαλάμους, τώρα η φλόγα
Βαρβάρως κατατρώγει·
Μισητόν ολοκαύτωμα
Ενός τυράννου.
ΙΒ
Στεναζούσης νυκτός
Και του βαθέος άδου
Τρομεραί θυγατέρες,
Εσάς φωνάζω, εσάς
Τας Εριννύας.
ΙΓ
Τι ακαίρως τα Βασίλεια
Σκοτεινά κατοικείτε
Του ύπνου; ν' αποσπάσετε
Τα δεσμά των ονείρων
Τι αργοπορείτε;
ΙΔ
Τρέξατε· εδώ τον θόρυβον
Των μεγάλων πτερύγων
Φέρετ' εδώ· κυττάξατε,
Σκληράν σας δείχνω κ' άνανδρον
Καρδίαν τυράννου.
ΙΕ
Τας λαμπάδας αυτού
Τινάξατε, αυτού ρίψατε
Βροχήν πεπυρωμένην,
Αυτού Εριννύες πετάξατε
Χιλίας εχίδνας.
ΙΣΤ
Ο μιαρός, την μάχαιραν. . .
Ανατριχιάζω . . . τρέμουσι
Τα δάχτυλά μου . . . μίαν
Προς μίαν εσύντριψα
Τας χορδάς όλας.
ΙΖ
Ω λαιμοί των αθώων
Παιδιών μας, ω πλευρά
Σεβάσμια των μητέρων,
Γερόντων κόμαι εις τ' αίμα
Αθλίως βρεγμέναι!
ΙΗ
Εκδίκησιν ζητείτε;
Η φωνή σας ηκούσθη.
Ποτέ εις την γην οι αθάνατοι
Τους ληστάς δεν αφίνουν
Ατιμωρήτους.
ΙΘ
Αν φύγωσι το δρέπανον
Θανατηφόρον, φάρμακα
Επί τα χείλη ευρίσκουσι
Του υμεναίου, και δράκοντας
Εις τα ποτήρια.
Κ
Οι φοίνικες ξηραίνονται
Της Ειλειθυίας· βαρύνεται
Επάνω εις την καρδιάν των
Το σκότος της νυκτός
Ως πλάκα τάφου.
ΚΑ
Όχι φως και χαράν,
Αμμή φλογώδεις άκανθας
Βρέχει δι' αυτούς ο ήλιος,
Και η γη σχισμένη δίδει
Αίματος βρύσεις.
ΚΒ
Πού μ' έφερεν ο πόνος μου; . .
Τι λέγω;. . . τιμωρίαν
Αληθινήν και μόνην,
Φρικτήν, οι μιαροί
Έχουσα άλλην.
ΚΓ
Την ένδειαν της γλυκείας
Γαλήνης των δικαίων· —
Ας ερημώση ο πόλεμος
Την Ελλάδα πριν εύρη
Της Χίου την μοίραν.
ΚΔ
Όμως αν μιμηθή
Το σκληρόν, την οργήν
Παμμίαρον των εχθρών της,
Ας γένη, ας γένη μίσημα
Παντός του κόσμου.
ΚΕ
Τι είπον! . . διασκορπίσατε
Άνεμοι τους δυσφήμους
Λόγους· ω των αγγέλων
Πάτερ και ανδρών, βοήθησον
Συ την Ελλάδα!
ΩΔΗ ΕΒΔΟΜΗ
ΕΙΣ ΠΑΡΓΑΝ
Στροφή Α
Σοβαρόν, υψηλόν
Δόσε τόνον ω Λύρα·
Λάβε αστραπήν, και ήθος
Λάβε νοός, υμνούμεν
Ένδοξον έργον.
Β
Διαπρεπή οι αθάνατοι
Έδωσαν των ανθρώπων
Και ατίμητα δώρα·
Αγάπην, αρετήν,
Εύσπλαχνον στήθος.
Γ
Αλλά και φρενών πτέρωμα·
Όπως, όταν η τύχη
Εις τα κρημνά του βίου
Της αμάξης πλαγίαν
Την ορμήν φέρη·
Δ
Ημείς, ως τας κλαγγάς
Εις τα σύννεφα αφίνει
Ο μέγας αετός
Και εις τα βαθέα λαγγάδια
Αφρούς και βράχους.
Ε
Ομοίως υπερπετάξαντες,
Μακράν οπίσω ιδώμεν
Την οργήν των τροχών
Από τυφλάς ηνίας
Διασυρομένων.
ΣΤ
Ως αγλαά τοσαύτα
Δώρα δοξολογούνται,
Αλλά πολύ αγλαότερον
Ο νους οπού αποφεύγει
Την δουλωσύνην.
Ζ
Υποκυμαινομένους
Δασέας ελαιώνας
Η Πάργα υψηλοκάρηνος
Βλέπει· και αυτήν ο Άρης
Υπερεφίλει.
Η
Αλλά μόλις η χάλαζα
Έπαυε του πολέμου,
Και συ Δάματρα εχάριζες
Τον δαψιλόν χρυσόν,
Πόθος Ζεφύρων.
Θ
Έχεον πολυάριθμα
Μελισσών έθνη οι σίμβλοι
Της Πάργας, βομβηδόν
Εις τον πολύν επέταον
Καρπόν λυαίον.
Ι
Καλός, γλυκύς ο αέρας
Όπου πρώτον επίναμεν,
Και η θρέπτειρα γη
Από τον ίδρωτά μας
Πεποτισμένη.
ΙΑ
Όμως διά ποίον οι δούλοι
Πίνουσι τον αέρα;
Κεντάουσι το άροτρον
Και πολύν στάζουν κόπον
Όμως διά ποίον;
ΙΒ
Ψυχή ανδρική απορρύπτει
Φρόνημα χαμερπές·
Από το αμβροσίοδμον
Στόμα των αιωνίων
Η γνώμη ρέει.
ΙΓ
Των πολλών τα συμπόσια
Ο στίχος επιτρέχει·
Βραχυχρόνιος ηχώ
Την σιγήν δεν ετάραξε
Της δουλωσύνης.
ΙΔ
Σεις μόνοι οπού εκλαδεύατε
Την Παργινήν ελαίαν,
Σεις από τον αθάνατον
Λόγον μόνον ετράφητε,
Εσείς ω ανδρείοι.
ΙΕ
Τα συνήθη χωράφια
Αφίνοντες εφύγατε
Τον ζυγόν, προτιμώντες
Την πικράν ξενιτίαν
Και την πενίαν.
ΙΣΤ
Πλην, της επιστροφής
Εχάραξεν η ημέρα.
Πάντοτε οι επουράνιοι
Μεγαλόθυμον γένος
Υπερασπίζουν.
ΙΖ
Εκεί οπού εκτίσατε
(Ελληνική φροντίδα! ),
Των προγόνων τα λείψανα,
Πάλιν η πρόνοοι χείρες
Εκεί σας φέρνουν.
ΩΔΗ ΟΓΔΟΗ
ΕΙΣ ΑΓΑΡΗΝΟΥΣ
Στροφή Α
Ένας Θεός και μόνος
Αστράπτει από τον ύψιστον
Θρόνον· και των χειρών του
Επισκοπεί τα αιώνια
Άπειρα έργα.
Β
Κρέμονται υπό τους πόδας του
Πάντα τα έθνη, ως κρέμεται
Βροχή έτι εναέριος
Εν ώ κοιμώνται οι άνεμοι
Της οικουμένης.
Γ
Αλλ' η φωνή του ακούεται,
Φωνή δικαιοσύνης,
Και η ψυχαί των ανόμων
Ως αίματος σταγόνες
Πέφτουν 'σ τον άδην.
Δ
Των οσίων τα πνεύματα
Ως αργυρέα ομίχλη
Τα υψηλά αναβαίνει,
Και εις ποταμούς διαλύεται
Φωτός και δόξης.
Ε
Μόνον βλέπω τον Ήλιον
Μένοντα εις τον αέρα·
Τους τρυγύρω χορεύοντας
Ουρανούς κυβερνάει
Με δίκαιον νόμον.
ΣΤ
Φαίνετε εις τον ορίζοντα
Ωσάν χαράς ιδέα,
Και φωτίζει την γην
Και των θνητών τα έργα
Των πολυπόνων.
Ζ
Όμως ιδού τα σκήπτρα
Άφησεν, εβασίλευσεν·
Ότι ανάγκην το ανθρώπινον
στήθος έχει αναπαύσεως
Ανάγκην ύπνου.
Η
Ποίος ποτέ του Θεού,
Ποίος του Ηλίου ωμοίασεν;
Διατί βωμούς, θυμίαμα
Γιατί ζητούν οι μύριοι,
Τύρανοιν κ' ύμνους;
Θ
Ύψιστοι αυτοί! — λαμπρότεροι
Αυτοί των άλλων! — μόνοι —
Λαμπροί, κ' ύψιστοι οι δίκαιοι,
Και μόνοι των ανθρώπων
Οι ευεργέται.
Ι
Κριταί ως θεοί! και πότε
Την αρετήν αθλίως,
Πότε δεν εκατάτρεξαν;
Πότε ευσπλαχνίαν εγνώρισαν,
Δικαιοσύνην;
ΙΑ
Με υπερηφάνους πόδας
Καταφρονητικούς,
Δεν πατούν το χρυσούν
Συντριφθέν τώρα ζύγωθρον
Του ορθού νόμου;
ΙΒ
Το αχόρταστον δρέπανον
Αυτοί βαστούν· θερίζουν
Πάντ' όσα ο ίδρωτάς μας
Ωρίμασεν αστάχυα
Διά τους υιούς μας.
ΙΓ
Τρέξε επάνω εις τα κύματα
Της φοβεράς θαλάσσης,
Κινδύνευσε, αναστέναξε,
Πίε το πικρόν ποτήριον
Της ξενιτείας.
ΙΔ
Διά την τροφήν 'που εσύναξας
Με κόπους ανεκφράστους,
Εις τα παραθαλάσσια
Ιδού χάσκει το λαίμαργον
Στόμα τυράννων.
ΙΡ
Τι τα ευώδη αγκαλιάζετε
Προσκέφαλα του γάμου;
Τι φιλείτε το μέτωπον
Ιερόν των γονέων σας
Με τόσον πόθον;
ΙΣΤ
Η σάλπιγγα, τα τύμπανα
Σας προσκαλούν· αδίκους
Ασυνέτους πολέμους
Φέρετε, κατασφάξατε
Τα έθνη αθώα.
ΙΖ
Όχι μόνον τον ίδρωτα,
Αλλά και τ' αίμα οι τύραννοι
Ζητούσαν από σας,
Κ' αφ' ου ποτάμια εχύσατε
Μήπως τους φθάνει.
ΙΗ
Την πνοήν σας αχόρταστοι
Επιθυμούν· αλλοίμονον
Άν ποτε επί τα σφάγια
Των τυράννων αναστε-
νάξη η ψυχή σας.
ΙΘ
Αλλοίμονον, αλλοίμονον,
Όταν ο Θεός πέμψη
Ακτίναν αληθείας,
Και με αυτήν το στήθος σας
Ζωοποιήση.
Κ
Εάν τις το νουθέτημα
Θείον ακολουθήση,
Στόμα μαχαίρας, βάσανα,
Κλαύματα φυλακής
Τότε ας προσμένη.
ΚΑ
Και τοιούτοι, εμπρός σας
Εγώ να γονατίσω! —
Η γη ας σχισθή, εις το βάραθρον
Η βροντή τ' ουρανού
Ας με τινάξη·
ΚΒ
Πρωτού σας ατιμάσω
Ω γόνατά μου. — Ατάρακτον
Έχω το βλέμμα οπόταν
Το καταβάσω εις πρόσωπον
Ενός τυράννου.
ΚΓ
Εσείς ωσάν ο Ήλιος
Λαμπροί! — ναι φλόγας βέβαια
Βλέπω διαδημάτων,
Αλλά τας δυστυχίας μας
Μόνον φωτίζουν.
ΩΔΗ ΕΝΝΑΤΗ
ΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ
Στροφή Α
Δυστυχησμένα πλάσματα
Της πλέον δυστυχησμένης
Φύσεως, τελειώνομεν
Ένα θρήνον και εις άλλον
Πέφτομεν πάλιν.
Β
Ημείς κατεδικάσθημεν
Άθλιοι, κοπιασμένοι,
Πάντα να κατατρέχωμεν,
Αλλά ποτέ δεν φθάνομεν
Την ευτυχίαν.
Γ
Ίσως (αν δεν με τρέφη
Ματαία ελπίς) ευρίσκεται
Μετά τον θάνατόν μου
Γλυκυτέρα ζωή
Και με προσμένει.
Δ
Όμως, διατί έαν έσπειρε
Παντού εις την οικουμένην
Την χαράν με την θλίψιν
Του επουρανίου πατρός
Το δίκαιον χέρει;
Ε
Διατί κ' εδώ όπου μ' έρριψεν
Εις την αέριον σφαίραν,
Μίαν να μην εύρω τρέχουσαν
Διά με, μόνην μίαν βρύσιν
Παρηγορίας;
ΣΤ
Βρύσιν! — Και τα θαυμάσια
Της Αρετής αένναα
Νερά δεν βλέπω; Χύνονται
Ποταμηδόν τρυγύρω μου,
Την γην σκεπάζουν.
Ζ
Ω θνητοί, ποτισθήτε.
Έαν το θείον πίετε
Ρεύμα, ο πόνος με δάκρυα
Την τράπεζαν, το στρώμα σας
Ας βρέξη τότε.
Η
Ας έλθη τότε, ας έλθη
Να σας περικυκλώση
Με σκοτεινά, βρονταία
Πεπυκνωμένα σύννεφα
Η δυστυχία.
Θ
Μία δύναμις ουράνιος
Εις την ψυχήν σας δίδει
Πτερά ελαφρά, και υψόνεται
Λαμπρόν το μέτωπόν σας
Υπέρ την νύκτα.
Ι
Από τα ολύμπια δώματα
Δροσερόν καταβαίνει
Χαράς, ελαίου φύσημα,
Και στεγνόνει τα δάκρυα·
Τον ίδρωτά σας.
ΙΑ
Εκεί όπου επατήσατε
Ιδού οι καρποί φυτρόνουν,
Και τ' άνθη ιδού σκορπίζουσι
Τα κύματα ευτυχή
Της μυρωδίας.
ΙΒ
Της φιλίας η Χάριτες,
Και του Υμεναίου, συμπλέκουσι
Χορών πλουσίους στεφάνους·
Βωμόν έχουν τον θρόνον σας
Και τον δοξάζουν.
ΙΓ
Αν εις δικαίους έλθητε
Πολέμους, ή ένα μνήμα,
Μνήμα τίμιον ευρίσκετε,
Ή των θριάμβων τ' άσματα,
Και τα κλωνάρια.
ΙΔ
Τα πολύχρυσα πέπλα,
Και τ' αρώματα ο Πλούτος,
Γλυκύ η Σοφία το φίλημα
Σας χαρίζει, έαν ήνε
Με σας η ειρήνη
ΙΕ
Ω Αρετή! πολύτιμος
Θεά, συ ηγάπας πάλαι
Τον Κιθαιρώνα, σήμερον
Την γην μη παραιτήσης,
Την πατρικήν μου.
ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ
Ο ΩΚΕΑΝΟΣ
Στροφή Α
Γη των θεών φροντίδα,
Ελλάς ηρώων μητέρα,
Φίλη, γλυκεία πατρίδα μου
Νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
Νύκτα αιώνων.
Β
Ούτω εις το χάος αμέτρητον
Των ουρανίων ερήμων,
Νυκτερινός εξάπλωσεν
Έρεβος τα πλατέα
Πένθυμα εμβόλια.
Γ
Και εις την σκοτιάν βαθείαν,
Εις το απέραντον διάστημα,
Τα φώτα σιγαλέα
Κινώνται των αστέρων
Λελυπημένα.
Δ
Εχάθηκαν η πόλεις,
Εχάθηκαν τα δάση,
Κ' η θάλασσα κοιμάται
Και τα βουνά· και ο θόρυβος
Παύει των ζώντων.
Ε
Εις τα φρικτά βασίλεια
Ομοιάζει του θανάτου
Η φύσις όλη· εκείθεν
Ήχος ποτέ δεν έρχεται
Ύμνων ή θρήνων.
ΣΤ
Αλλά των μακαρίων
Σταύλων ιδού τα ηώα
Κάγκελλα η Ώραι ανοίγουσιν,
Ιδού τα ακάμαντα άλογα
Του Ηλίου εκβαίνουν.
Ζ
Χρυσά, φλογώδη, καίουσι
Τους δρόμους του αέρος
Τα αμιλλητήρια πέταλα·
Τους ουρανούς φωτίζουσι
Λάμπουσαι η χαίται.
Η
Τώρα εξανοίγει τ' άνθη
Εις τον δροσώδη κόλπον
Της γης η αυγή· και φαίνονται
Τώρα των φιλοπόνων
Ανδρών τα έργα.
Θ
Τα μυρισμένα χείλη
Της ημέρας φιλούσι
Το αναπαυμένον μέτωπον
Της οικουμένης· φεύγουσιν
Όνειρα, σκότος.
I
Ύπνος, σιγή· και πάλιν
Τα χωράφια, την θάλασσαν,
Τον αέρα γεμίζουσι
Και τας πόλεις με κρότον,
Ποίμνια και λύραι.
ΙΑ
Εις του σπηλαίου το στόμα
Ιδού προβαίνει ο μέγας
Λέων, τον φοβερόν
Λαιμόν τετριχωμένον
Βρέμων τινάζει.
ΙΒ
Ο αετός αφίνει
Τους κρημνούς υψηλούς·
Κτυπάουσιν η πτέρυγες
Τα νέφη, και τον Όλυμπον
Η κλαγγή σχίζει.