Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. At the beginning of the book, at the poet's biography,
a page must be missing.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Στην αρχή του βιβλίου, στην βιογραφία του ποιητή.
δείχνει να λείπει μια σελίδα.
Η ΛΥΡΑ
ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ
ΥΜΝΟΣ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΑΡΤΕΛΑΟΥ
ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ
ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ
ΣΕΡΓΙΟΥ Χ. ΡΑΦΤΑΝΗ
1881
ΤΩ ΠΡΟΣΦΙΛΕΣΤΑΤΩ ΜΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΩ Γ. ΜΠΑΦΑ
ΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟΝ
Ο ΕΚΔΟΤΗΣ
ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Βιογραφία Ανδρέου Κάλβου 9
Πρόλογος 13
Ο Φιλόπατρις 15
Εις Δόξαν 20
Εις Θάνατον 26
Εις τον ιερόν Λόχον 34
Εις Μούσας 37
Εις Χίον 43
Εις Πάργαν 49
Εις Αγαρηνούς 53
Εις Ελευθερίαν 58
Ο Ωκεανός 62
Η Βρεταννική Μούσα 70
Εις Ψαρά 76
Τα Ηφαίστια 81
Εις Σάμον 89
Το Σούλι 94
Αι Ευχαί 101
Το Φάσμα 105
Εις την Νίκην 110
Εις Προδότην 115
Ο Βωμός της Πατρίδος 119
Σημείωσις του Ποιητού 121
Βιωγραφία Αντωνίου Μαρτελάου 131
Ύμνος εις την Γαλλίαν, Βοναπάρτην
και Γεντίλλην 137
ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ
Εν σελίδι 136 είπομεν, ότι γενομένης της απλοελληνικής
μεταφράσεως των Γραφών, εκήρυξε δυο λόγους ο Μαρτελάος
εναντίον της Αγγλίας κλ., όπερ και έτεροι των παρ ημίν λογίων
είπον, και ημείς εκ παραδρομής εδώκαμεν τω τυπογράφω ουχί το
διωρθομένον αντίγραφον, αλλά το λελανθασμένον, διό
παρακαλείται ο αναγνώστης να αναγινώσκη ούτως — Ελθόντων των
Άγγλων διενέμοντο ενταύθα, μεταφράσεις τινάς της Γραφής, τούτο
δε ιδών ο Μαρτελάος και ακούσας ότι επρόκειτο να γίνη και
πλήρης νέα μετάφρασις των Γραφών απλοελληνιστί εκ της εβραΐδος
(ως και εγένετο και εξεδόθη κατά τεύχη από του 1832 και
ολόκληρος τω 1844,), εξεφώνησε τους δύο λόγους ένεκα των
οποίων επρόκειτο να τιμωρηθή, διότι ου μόνον εξύβριζε την
βιβλικήν εταιρίαν και την Αγγλίαν, αλλά και τους διδασκάλους
Θεοδόσιον Δημάδην και Αναστάσιον Καραβίαν, καθότι ούτοι
παρέδιδον με μέθοδον διάφορον της εδικής του, τους οπαδούς της
δημοτικής κλ.. Σειμειωτέον δε, ότι τους λόγους τούτους αλλέως
συνέταξε και αλλέως εξεφώνησε, διότι ήτο βέβαιος ότι θα
κατηγορείτο. Εις την επιτροπήν δε έδωκε το αντίγραφον διάφορον
κατά πολύ των εκφωνηθέντων λόγων, το δε άλλο το έκαυσεν. Ο
Άγγλος διοικητής κ. τ. λ.
Σ. Δε Βιάζης.
Η ΛΥΡΑ
ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΛΒΟΥ
ΥΠΟ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΕ ΒΙΑΖΗ
Ανδρέας ο Κάλβος, υιός του Κερκυραίου Ιωάννου, εκ του
προαστείου Μαντουκίου, και της Ζακυνθίας Ανδριανής Ρουκάνη,
εγεννήθη εν Ζακύνθω, εβαπτίσθη δε υπό του εφημερίου του αγίου
Νικολάου των γερόντων τη 18 Ιουλίου του έτους 1792, ων μηνών
τεσσάρων. Ο ανάδοχος αυτού ήτο ο δόκτωρ Σπυρίδων Ρούκερ
Κερκυραίος. Φυσικήν κλίσιν προς τα γράμματα και ζωηράν
φαντασίαν παιδιόθεν επέδειξεν ο Κάλβος. Διακούσας τα πρώτα
δοκίμια της Ελληνικής και Ιταλικής γλώσσης εν Ζακύνθω, μετέβη
εις την μουσοτραφή Ιταλίαν προς τελειοποίησιν των σπουδών του.
Εν Ιταλία συνέδεσεν ακράδαντον φιλίαν μετά του Φωσκόλου. Ο
Κάλβος εν Ιταλία ευρίσκετο πολλάκις άνευ χρημάτων. Ενώ οι
γονείς αυτού ήσαν πτωχοί, ο Φώσκολος έγραψε προς τον
συμπολίτην αυτού Μιχαήλ Τσιτσιλιάνην, τω 1813 εκ Φλωρεντίας,
ίνα πείση τον δήμον Ζακυνθίων ή τους Ζακυνθίους να χορηγήσωσι
τω μουσοφιλεί νέω μηνιαίον είκοσι ταλλήρων προς συντήρησιν και
εξακολούθησιν των σπουδών του, επί πενταετίαν, αλλά ματαίως. Ο
Φώσκολος ιδών τας ανάγκας του νέου προσέλαβεν αυτόν εις την
ιδίαν αυτού οικίαν. Ότε ο Φώσκολος ένεκα πολιτικών λόγων
εγκατέλειψε την Ιταλίαν, ην τοσούτον ηγάπα και δεν ηδυνήθη να
την επανίδη μετέβη εις Ελβετίαν.
[μάλλον λείπει σελίδα]
ποίησις αυτού θα ήτο υψηπετεστέρα, καθότι θα έγραφε μετά
περισσοτέρου εμπνεύσεως και αυτομάτως. Η ποίησις και η γλώσσα
βλαστάνουσιν εν τη καρδία. Η γλώσσα του ποιητού Κάλβου δεν
ετρέφετο εν τη καρδία αυτού, δεν ήτο γλώσσα μεθ' ης ηδύνατο να
σκεφθή. Το μέτρον του Κάλβου και αυτό είνε καινοφανές και
ιδιόρρυθμον. Περιεφρόνει το εθνικόν μέτρον, και, την
ομοιοκαταληξίαν, την οποίαν ησπάσθη ήδη όλος ο λαός, ωνόμαζε
βάβαρον. Πρέπει ο ποιητής να σέβηται την θέλησιν ενός λαού. Αι
ελλήψεις αύται παρεκώλυσαν δυστυχώς την διάδοσιν ποιήσεως, εις
ην ανευρίσκει τις πινδαρικάς καλλονάς. Αι ποιήσεις του Κάλβου
ανετυπώθησαν εν Λονδίνω, Κέρκυρα και Αθήναις· έτυχον δε
επαξίως γαλλικής και αγγλικής μεταφράσεως.
Μετέφρασεν ο Κάλβος τα εξής· — Ποία κατά τους αρχαίους η
Κυριαρχία του Πάπα υπό του αιδεσιμωτάτου Ιακώβου Κουερίκου Τ.
Δ. πρεσβυτέρου της Αγγλικανής εκκλησίας, μετά βιογραφίας του
συγγραφέως. — Περί δογμάτων διοικήσεως και ιερουργιών της
Αγγλικανής εκκλησίας, πονημάτιον Κοσίου επισκόπου Λινέλμου,
οις προσετέθη βραχεία μεν τινά περί της καθολικής πίστεως και
της αγγλικής μεταρρυθμίσεως, ερανισθέντα εκ των συγγραμμάτων
Ανδρηέως Ιουήλλου, και Κατήχησις της Αγγλικανής εκκλησίας. Εις
Ιταλίαν συνέγραψε τραγωδίας, ας δεν εδημοσίευσε. Συνέγραψε δε
και διάφορα φιλολογικά και φιλοσοφικά, ως μοι είπον αξιόπιστοι
λόγιοι φίλοι του Κάλβου, αλλά δεν τα εδημοσίευσεν. Εν Κερκύρα
ευρισκόμενος εχρημάτισεν είς των συντακτών της επισήμου
εφημερίδος του Ιονίου κράτους. Δοθείσης της ελευθεροτυπίας
έγραφε και αυτός εν τη εν Κερκύρα εκδιδομένη εφημερίδι
«Πατρίς».
Εγράφετο ο Κάλβος Ζακύνθιος, διότι εν Ζακύνθω εγεννήθη· ως και
Ευγένιος ο Βούλγαρις εγγραφείς φοιτητής εν τω πανεπιστημίω της
Χάλλης εγράφη Κερκυραίος, επειδή εν Κερκύρα εγεννήθη.
Εν Ζακύνθω, 1881.
Πολυτέκνου θεάς, ω Μνημοσύνης
Θρέμματα πτερωτά, χαραί του ανθρώπου,
Και των μακάρων Ολυμπίων αείμνηστα
Κ' ευτυχή δώρα· επί τα νώτα ακάμαντα
Των ζεφύρων, πετάξατε ταχέως.
Εσάς προσμένει η γη μου· εκεί τα σφάγια,
Και τ' άνθη εκεί πλουτίζουσι, και η σμύρνα,
Χιλίους ναούς· τους έκτισαν ανίκητα
Της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια.
Ήλθεν η ποθητή ώρα· στολίζουσι
Την κεφαλήν σεβάσμιον της Ελλάδος
Η δάφναι, φύλλα αμάραντα θριάμβων·
Και σεις χρυσά, σεις αμβροσίοδμα ρόδα
Του παραδείσου ελικωνίου, συμπλέξατε
Σήμερον τον αγνόν στέφανον· μόνη,
Αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
Το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει
Η Αρετή· αλλ' αν η Πιερίδες
Την λαμπράν της χαρίσωσιν ακτίνα
Αφθόνητος τιμάται· επαινουμένη
Τους επιγείους χορούς τότε δεν φεύγει.
ΩΔΗ ΠΡΩΤΗ
Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ
Στροφή Α
Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε· συ μου έδωκας
Την πνοήν, και του Απόλλωνος
Τα χρυσά δώρα!
Β
Και συ τον ύμνον δέξου·
Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
Την ψυχήν, και βροντάουσιν
Επί τας κεφαλάς
Των αχαρίστων.
Γ
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
Ποτέ· — Και η τύχη μ' έρριψε
Μακρά από σε· με είδε
Το πέμπτον του αιώνος
Εις ξένα έθνη
Δ
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος
Όταν το φως επλούτει
Τα βουνά και τα κύματα,
Σε εμπρός των οφθαλμών μου
Πάντοτες είχον.
Ε
Συ, όταν τα ουράνια
Ρόδα με το αμαυρότατον
Πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
Συ είσαι των ονείρων μου
Η χαρά μόνη.
ΣΤ
Τα βήματά μου εφώτισε
Ποτέ εις την Αυσονίαν,
Γη μακαρία, ο ήλιος·
Κει καθαρός ο αέρας
Πάντα γελάει.
Ζ
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν·
Εκεί η Παρνάσσιαι κόραι
Χορεύουν, και το λύσιον
φύλλον αυτών την λύραν
Κει στεφανόνει.
Η
Άγρια, μεγάλα τρέχουσι
Τα νερά της θαλάσσης,
Και ρίπτονται και σχίζονται
Βίαια επί τους βράχους
Αλβιονείους.
Θ
Αδειάζει επί τας όχθας
Του κλεινού Ταμησού,
Και δύναμιν, και δόξαν,
Και πλούτον αναρίθμητον
Το αμαλθείον.
Ι
Εκεί το αιόλιον φύσημα
Μ' έφερεν· η ακτίνες
Μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν
Της υπεργλυκυτάτης
Ελευθερίας
ΙΑ
Και τους ναούς σου εθαύμασα
Των Κελτών ιερά
Πόλις· του λόγου ποία,
Ποία εις εσέ του πνεύματος
Λείπει Αφροδίτη;
ΙΒ
Χαίρε Αυσονία, χαίρε
Και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
Τα ένδοξα Παρίσια·
Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
Με κυριεύει
ΙΓ
Της Ζακύνθου τα δάση,
Και τα βουνά σκιώδη,
Ήκουον ποτέ σημαίνοντα
Τα θεία της Αρτέμιδος
Αργυρά τόξα.
ΙΔ
Και σήμερον τα δένδρα,
Και τας πηγάς σεβάζονται
Δροσεράς οι ποιμένες·
Αυτού πλανώνται ακόμα
Η Νηρηίδες
ΙΕ
Το κύμα Ιόνιον πρώτον
Εφίλησε το σώμα·
Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι
Εχάιδευσαν το στήθος
Της Κυθερείας.
ΙΣΤ
Κ' όταν το εσπέριον άστρον
Ο ουρανός ανάστη,
Και πλέωσι γέμοντα έρωτος
Και φωνών μουσικών
Θαλάσσια ξύλα·
ΙΖ
Φιλεί το ίδιον κύμα,
Οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι
Το σώμα και το στήθος
Των λαμπρών Ζακυνθίων
Άνθος παρθένων..
ΙΗ
Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
Ω φιλτάτη πατρίς μου,
Και πλουτίζει το πέλαγος
Από την μυρωδίαν
Των χρυσών κήτρων.
ΙΘ
Σταφυλοφόρους ρίζας
Ελαφρά, καθαρά,
Διαφανή τα σύννεφα
Ο βασιλεύς σου εχάρισε
Των αθανάτων.
Κ
Η λαμπάς η αιώνιος
Σου βρέχει την ημέραν
Τους καρπούς, και τα δάκρυα
Γίνονται της νυκτός
Εις εσέ κρίνοι.
ΚΑ
Δεν έμεινεν εάν έπεσε
Ποτέ εις το πρόσωπόν σον
Η χιών· δεν εμάρανε
Ποτέ ο θερμός Κύων,
Τα σμάραγδά σου.
ΚΒ
Είσαι ευτυχής· και πλέον
Σε λέγω ευτυχεστέραν,
Ότι συ δεν εγνώρισας
Ποτέ την σκληράν μάστιγα
Εχθρών, τυράννων
ΚΓ
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
Εις ξένην γην τον τάφον·
Είνε γλυκύς ο θάνατος
Μόνον όταν κοιμώμεθα
Εις την πατρίδα.
ΩΔΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ
Στροφή Α
Έσφαλεν ο την δόξαν
Ονομάσας ματαίαν.
Και τον άνδρα μαινόμενον
Τον προ τοιαύτης καίοντα
Θεάς την σμύρναν.
Β
Δίδει αυτή τα πτερά·
Και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
Της Αρετής τον δρόμον
Του ανθρώπου τα γόνατα
Ιδού πετάουν.
Γ
Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
Κατάπτυστον καρδίαν
Έτυχ' όστις ακούει
Της δόξης την παράκλησιν
Και δειλιάζει.
Δ
Ποτέ, ποτέ με δάκρυα
Δεν έβρεξεν εκείνος
Των φίλων του το μνήμα,
Ούτε το χώμα εφίλησε
Των συγγενών του.
Ε
Εις τον ηγριωμένον
Βαθύν ωκεανόν,
Όπου φυσάει με βίαν
Και οργίζεται το πνεύμα
Της πικράς τύχης·
ΣΤ
Καθ' ημέραν κυττάζει
Τους πολλούς των δυστήνων
Πνιγομένων θνητών,
Και ποίος ποτε τον ήκουσε
Παραπονούντα;
Ζ
Θερμότατον τον πόθον
Εφύτευσας της δόξης
Εις την καρδίαν των τέκνων σου,
Ω Ελλάς, και καλείσαι
Μήτηρ ηρώων.
Η
Καθώς από το σπήλαιον
Εκβάς ο λέων πληγόνει,
Σκοτόνει, διασκορπίζει
Τολμηρών κυνηγών
Πλήθος Αράβων.
Θ
Καθώς εις τον χειμώνα
Το νερόν υπερήφανον
Του χειμάρρου κυλίεται,
Και τα χωράφια χάνονται
Βοσκοί και ζώα.
Ι
Ή καθώς την αυγήν
Εξαπλόνετ' ο Ήλιος,
Και τ' άστρα τ' αναρίθμητα
Από τον μέγαν Όλυμπον
Πάντα εξαλείφει.
ΙΑ
Ούτω τα μύρια τάγματα
Έχυσεν ο Αράξης,
Αλλά, ω Ασπίς Ελλάδος,
Συ επί τους Πέρσας, άστραψες,
Κ' έγινον κόνις.
ΙΒ
Περίφημοι ψυχαί
Τριακοσίων Λακώνων,
Ψυχαί αίπου εδοξάσατε
Τον Ασωπόν και τ' άλσος
Του Μαραθώνος·