τελευταία δάκρυα που χύνω γι' αυτόν. Να! Σκουπίζω τα μάτια μου.
Όλα περάσανε. (Πιάνει τα χέρια της Θεατρίνας). Φίλησέ με.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — (Σκύβει να την φιλήση). Μπράβο, Λέλα μου. Δεν αξίζει
τον κόπο για τους άνδρες. (Καθώς μετακινείται αισθάνεται έναν
ζωηρό πόνο και φέρνει το χέρι της στο ισχίο). Αχ! Πώς πόνεσα!
Αυτή η ισχιαλγία. Και σε μισή ώρα έχω να παραστήσω, Πώς θα
κινηθώ;
ΛΕΛΑ — Δεν κάνεις μια ένεση;
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Αυτό ίσα-ίσα σκεπτόμουν. Θα στείλω να φωνάξω το
γιατρό.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Οι παραπάνω, ΜΠΑΡΜΠ-ΑΡΓΥΡΗΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Καθώς μπαίνει). Δεν είναι πια ζωή αυτή. Βαρέθηκα με
τα σωστά μου .. .
ΛΕΛΑ — Να ο Μπάρμπ-Αργύρης. Θα τον παρακαλέσω να πάη για το
γιατρό....
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ. Καλησπέρα σας. (Προς τη Λέλα). Καλησπέρα κυρία μου.
Μήπως είδατε την κυρία Δώρα αποδώ;
ΛΕΛΑ — Όχι Μ-Αργύρη δε φάνηκε. Ίσως είναι στη κάμαρά της.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ο πατέρας της ανησυχεί που δεν κατέβηκε ακόμα κάτω.
Πάω να ιδώ στην κάμαρά της, με συγχωρείτε. (Ενώ φεύγει), Αυτή η
δουλειά γίνεται όλη τη μέρα.
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
ΛΕΛΑ, Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Πώς πονώ!
ΛΕΛΑ — Πάμε στην κάμαρά σου. Θα σου τα τοιμάσω όλα για την ένεση,
σαν καλή νοσοκόμα.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Είσαι τόσο καλή, Λέλα μου. (Σηκώνονται. Η Λέλα της
δίνει το μπράτσο της και της σφίγγει το χέρι) Τα χέρια σου είναι
παγωμένα!
ΛΕΛΑ — Δεν είναι τίποτε. Τώρα αισθάνομαι πολύ καλά.
(Επιστρέφει ο Μ-Αργύρης)
ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ
Οι παραπάνω, Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δεν είναι ζωή αυτή. Κλάματα αποδώ, γκρίνιες αποκεί,
νεύρα . .. Πάλι τα ίδια έχομε.
ΛΕΛΑ — Τι τρέχει Μ-Αργύρη;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Τι να τρέχη κυρία μου; Να. Δε θέλει να κατεβή κάτω
λέει. Είναι άρρωστη. Την πονεί το στομάχι της. Κάθεται σκυμμένη
απάνω στο μαξιλάρι της και κλαίει. Τώρα που θα πάω να το πω του
κυρ-Τάσσου θα τα βάλη μ' εμένα. Όλα στον Μ-Αργύρη ξεσπούνε.
ΛΕΛΑ — Μου κάνεις μια χάρι Μ-Αργύρη; Αν ιδής κάτω το γιατρό πες
πως τον ζητούνε στο 11. Είναι ανάγκη.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Στους ορισμούς σας, κυρία.
(Η Θεατρίνα και η Λέλα φεύγουνε).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ, ΦΛΕΡΗΣ, αργότερα ΜΙΣΤΡΑΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ήρθα να ξανασάνω και βρήκα μαλλί να ξάνω. (Ενώ
προχωρεί προς τη μεσιανή θύρα, συναντά τον Φλέρη που μπαίνει
ορμητικός).
ΦΛΕΡΗΣ — Θα τρέχω από πίσω σου να σε κυνηγώ; Πού σ' έστειλα;
Περιμένω μια ώρα.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Βλέπεις πως έρχομαι. Δεν μπορώ να γίνω εκατό
κομμάτια, κύριε Τάσσο μου.
ΦΛΕΡΗΣ — Παράγινες. Το ξέρεις;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ας όψωνται που με κατάντησαν.
ΦΛΕΡΗΣ — Πού είναι η κυρία Δώρα;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Είναι άρρωστη λέει. Κλαίει μες την κάμαρά της. Δεν
θέλει να κατεβή.
ΦΛΕΡΗΣ — Αρχίσαμε τα ίδια; Θα την κάνω εγώ να της περάσουν αυτά
τα κλάματα. Αυτά μας λείπανε τώρα. (Κάνει να προχωρήση δεξιά. Την
στιγμή αυτή μπαίνει ο Μιστράς από την μεσιανή θύρα).
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Εγώ πάω. (Προχωρεί στη μεσιανή θύρα, όπου απαντιέται
με το γιατρό).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν άρχισε, πάει να πη, ακόμα η απαγγελία.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Καθώς βγαίνει προς το γιατρό). Γιατρέ σε ζητούνε στο
11. (Φεύγει).
ΦΛΕΡΗΣ — Τι απαγγελία, αδερφέ; Δε βλέπεις πάλι;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι τρέχει;
ΦΛΕΡΗΣ — Τα ίδια της συχωρεμένης. Η προκομένη μου κάθεται στην
κάμαρά της και κλαίει και κάνει την άρρωστη. Δε μου λες επί
τέλους, γιατρέ, τι έχει αυτό το παιδί;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σου είπα, φίλε μου. Δε θέλεις να μ' ακούσης. Ε; τι
θέλεις να σου κάνω, μάτια μου;
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισε τις αννοησίες, γιατρέ μου, αν αγαπάς το Θεό!
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σου μιλώ σοβαρά. Η Δώρα είναι ερωτευμένη, μα το καλό
που σου θέλω.
ΦΛΕΡΗΣ — Αυτό μας έλειπε. Ακόμα δε βγήκε απ' τ' αυγό, θέλει κι'
έρωτες.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ξεχνάς τα δικά σου. Πολύ εύκολα τα ξεχνάς, να σε χαρώ.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είναι το ίδιο. Δεν είναι το ίδιο. Παιδιάτικες
αννοησίες.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Να παντρέψης το κορίτσι σου, Τάσσο.
ΦΛΕΡΗΣ — Θα το παντρέψω όταν ξέρω εγώ και όταν νομίζω εγώ. Δεν
είναι η ώρα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Είσαι κύριος να κάμης ό,τι θέλεις. Του λόγου σου
προστάζεις.
ΦΛΕΡΗΣ — Πήγαινε να τήνε ιδής, σε παρακαλώ και γράψε κανένα
γιατρικό.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πηγαίνω. Μα το γιατρικό σου το είπα από τώρα. Να το
ξέρεις, μάτια μου.
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισε σε παρακαλώ τις συμβουλές. Σου ζήτησα συνταγή.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σαν επιμένεις. Σου δίνω πάλι ένα κουρέλι. Ut aliquid
fiad, που λέει κι' ο Λατίνος. Πες μου αλήθεια. Πώς πάνε οι δικές
σου οι δουλειές; Ξαναρχίζει λοιπόν, πάει να πη, το παλιό ειδύλιο;
Τι τρέλλα! Τι τρέλλα!
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισέ τα, γιατρέ. Δεν έμαθες τα άλλα νέα.. .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ποια;
ΦΛΕΡΗΣ — Η Λέλα ήρθε εδώ. Βρίσκεται στα λουτρά.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Του Διαβόλου τη γυναίκα. Πάει να πη σούγινε κολυτσίδα.
Σου τρέχει ξοπίσω. Έτσι είναι αυτές οι γυναίκες πανάθεμά τες. Πες
μου. Ξέρει τίποτε για τη Βέρα;
ΦΛΕΡΗΣ — Πού θες να ξέρη. Ποτέ δεν της είπα τίποτα. Άκουσε όμως
γιατρέ. Τα πράματα δεν είναι όπως τα φαντάζεσαι.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Αμέ;
ΦΛΕΡΗΣ — Φεύγει η καϋμένη, φεύγει μακρυά, για πάντα. Ήρθε να μ'
αποχαιρετίση.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Το πίστεψες; Ας κάνω το σταυρό μου. Καψερέ, στάθηκες
πάντα ποιητής κ' ευκολοπίστευτος, σ' όλη σου τη ζωή.
ΦΛΕΡΗΣ — Αυτό που σου λέω γιατρέ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Άμποτε, να δώση ο αφέντης ο Θεός. Την είδες;
ΦΛΕΡΗΣ — Ήρθε και με βρήκε εχθές, ότι έφυγες. Μου είπε μάλιστα
πως αν με ξανασυναντήση θα κάνη πως δε με γνωρίζει. Καταλαβαίνει
τη θέση μου. Είναι γυναίκα μ' αισθήματα, γιατρέ. Πίστεψέ με. Δεν
ξέρεις πόσο με συγκίνησε.... Από χθες έχω ένα βάρος στην καρδιά
μου. Καταλαβαίνω πως της φέρθηκα άσχημα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάει να πη την αγαπάς ακόμα.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν στο κρύβω γιατρέ. Ποτέ μου δε θα τη ξεχάσω αυτή τη
γυναίκα. Στάθηκε τόσο ευγενική και τόσο περήφανη μαζή μου.
Μούδειξε την αγάπη της χίλιες φορές. Στην αρρώστεια μου σαράντα
μέρες ξενύχτισε στο προσκέφαλό μου. Ποια τίμια γυναίκα θα
φερνότανε έτσι; Και τώρα ακόμα, τώρα που νευριασμένος εγώ από την
ιδέα πως με κυνηγάει, της κακομίλησα σαν τον τελευταίο
παλιάνθρωπο, αυτή φάνηκε ανώτερη κι' ευγενικώτερη από μένα. Ναι
γιατρέ. Αν σου πω πως δεν την αγαπώ αυτή τη γυναίκα ακόμα, θα με
κολάση ο Θεός.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάρτηνε, μάτια μου, λοιπόν να μη σε κολάση.
ΦΛΕΡΗΣ — Μην αστειεύεσαι γιατρέ. Δεν πρόκειται γι' αυτό. Τώρα όλα
τέλειωσαν μεταξύ μας. Το σχέδιο της ζωής μου το ξέρεις. Η Μοίρα
μούφερε μπροστά μου τη Βέρα. Εχθές το βράδυ ξαναδέσαμε τη παλιά
μας γνωριμία. Μία ιδανικώτερη αγάπη με κυβερνάει τώρα. Θα
ξαναφέρω τη ζωή μου εκεί που παραστράτησε. Θα ξαναδέσω μια κλωστή
που κόπηκε. Το τέλος της ζωής μου θέλω να το ξανακάνω ώμορφο,
όπως ήταν η αρχή της. Σου τώπα πολλές φορές. Αυτό είναι τ' όνειρό
μου.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Με τα λόγια, μάτια μου, κάνει ανώγεια και κατώγεια
κανένας.
ΦΛΕΡΗΣ — Τα λόγια θα γίνουν πραγματικότητα αυτή τη φορά. Η Βέρα
θα γίνη γυναίκα μου. Η Δώρα θα βρη τη φυσική της μητέρα. Κ' εγώ
θα ξεχάσω όλη τη χαμένη ζωή που μεσολάβησε.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Meglio tardi que mai πάει να πη. Το σχέδιό σου είναι
ώμορφο. Ωστόσο εγώ πάω να ιδώ την κόρη σου κ' έφτασα. Με ζητούνε
και στο Ένδεκα!
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΚΥΡΙΟΙ, ΚΥΡΙΕΣ, Ο ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ, ΛΕΛΑ
(Μπαίνουν, κύριοι και κυρίες, χαιρετούν τον Φλέρη, άλλοι
περιφέρονται απάνω κάτω στην αίθουσα, άλλοι κάθονται στις
καρέκλες σε χωριστούς ομίλους).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Πλησιάζει το Φλέρη). Ήρθατε απ' τους πρώτους βλέπω
για την απαγγελία.
ΦΛΕΡΗΣ — Δηλαδή είχα ανεβεί για μια άλλη δουλειά και βαρέθηκα να
κατεβώ. Πότε αρχίζει η απαγγελία; Μήπως ξέρεις;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μα είνε ώρα υποθέτω. Είμαι περίεργος νακούσω αυτή τη
νέα θεατρίνα. Εγώ έλειπα λίγα χρόνια στο εξωτερικό και δεν
παρακολούθησα το θέατρό μας. Λένε πως έχει μεγάλο τάλαντο αυτό το
κορίτσι.
ΦΛΕΡΗΣ — Ομολογουμένως. Είν' ευτυχία στη μονοτονία αυτή των
λουτρών νάχωμε μία τόσο εκλεκτή καλλιτεχνική παρένθεση.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μα τι θέμα εδιάλεξε η ευλογημένη; Οφηλία μ' αυτή τη
ζέστη!
ΦΛΕΡΗΣ — Χα, χα! Μ' αρέσει αυτή η μετεωρολογία της τέχνης!
Βρίσκετε πως τα θλιβερά θέματα ταιριάζουν περισσότερο με το κρύο.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ξέρω κ' εγώ. Μου φαίνεται.
ΦΛΕΡΗΣ — Έχω την ιδέα πως και με το κρύο σας αρέσουν τα εύθυμα
θέματα. Α! φίλε μου. Αυτό σημαίνει πως είσθε ευτυχισμένος στους
έρωτές σας και σας συγχαίρω ολοψύχως.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Είσθε δηλαδή σύμφωνος.
ΦΛΕΡΗΣ — Ήθελα να ήμουν. Όμως — βλέπετε — εγώ θακούσω ευχαρίστως
τους στεναγμούς της Οφηλίας.
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Οι παραπάνω, ΜΙΣΤΡΑΣ, ΔΩΡΑ
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Μπαίνει απ' τη δεξιά θύρα δίνοντας το μπράτσο του στη
Δώρα. Εκείνη προχωρεί με κόπο και σαν να σέρνεται προς τον
Φλέρη). Βλέπεις μάτια μου, πως είμαι τέλειος γιατρός. Σήκωσα την
άρρωστή μου από το κρεβάτι και τη φέρνω στον αγαπημένο της
μπαμπά.
ΦΛΕΡΗΣ — Ελπίζω πως την έκαμες καλά. Ήτανε καιρός.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Αυτό δεν το εγγυώμαι, να σε χαρώ.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος μαζή της. Βαρέθηκα
αυτές τις αρρώστιες κάθε λίγο, δίχως κανένα λόγο.
ΔΩΡΑ — Φταίω εγώ μπαμπά, αν είμαι άρρωστη; Αισθάνομαι τόσο
άσχημα. Και με μαλλώνετε. (Φέρνει το μαντύλι στα μάτια).
ΦΛΕΡΗΣ — Είπα πως εννοώ να παύσουν αυτά τα κλάματα. Με συγκινούνε
όσο και οι βρύσες που τρέχουν στο δρόμο.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τάσσο μα την αλήθεια του Θεού, είσαι πολύ κακός σήμερα.
Παραιτούμαι από γιατρός σου.
ΔΩΡΑ — Μα τι φταίω εγώ, μπαμπά; Μήπως το θέλω;
ΦΛΕΡΗΣ — Κάτσε εκεί και ησύχασε. (Προς το γιατρό). Δεν μου λες
γιατρέ, τι έπαθε η θεατρίνα;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Που στεκότανε για λίγο παράμερα). Αλήθεια τι έπαθε
γιατρέ; (Προσέχουν κ' οι άλλοι από τους διαφόρους ομίλους).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τίποτε σπουδαίο. Είχε ένα παροξυσμό από την ισχυαλγία
της και της έκαμα μια ένεσι από μορφίνη. Σε λίγα λεπτά υποθέτω
πως θα είναι σε θέση να κατεβή. Η μορφίνα, μάτια μου, είναι το
δεξί μας χέρι εμάς των τσαρλατάνων.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
Οι παραπάνω, ΒΕΡΑ.
(Η Βέρα μπαίνει μόνη της, με μαύρη φορεσιά, σοβαρή και με
κουρασμένο βήμα. Δείχνει ίχνη παλιάς ωμορφιάς, λίγο μαραμένης, το
βλέμμα της είναι κουρασμένο και τα κινήματά της σοβαρά κ'
επίσημα, δίνουν μια αριστοκρατική έκφραση στο σύνολό της.
Χαιρετάει με κλίσι του κεφαλιού διαφόρους γνωστούς της και
προχωρεί ζητώντας να βρη παράμερα κάποιο κάθισμα. Ο Φλέρης καθώς
περνάει τη χαιρετάει με αδιόρατη ταραχή, σηκωνόμενος απ' τη θέση
του, καθώς κι' ο ανθυπολοχαγός. Η Βέρα βλέποντας τη Δώρα με τα
φασσαμέν της, σταματάει μια στιγμή).
ΒΕΡΑ — Α! η συμπαθητική μου η μικρούλα. Τι κάνεις μικρή; (Την
αγκαλιάζει και την φιλεί). Κύριε Φλέρη! (Του δίνει το χέρι της).
Ξέρετε ότι είμαι ερωτευμένη με την κόρη σας. Τι χαριτωμένο
κοριτσάκι.
ΦΛΕΡΗΣ — Μην της δίνετε αέρα, δεσποινίς. Εγώ δεν είμαι καθόλου
ευχαριστημένος μαζή της.
ΒΕΡΑ — Ελάτε αφήστε τις αστειότητες. Εγώ θα καθίσω κοντά της. Να!
Εδώ .... Με θέλεις μικρούλα μου;
ΔΩΡΑ — Ακούτ' εκεί, δεσποινίς. Μεγάλη χαρά μου. (Κάθεται κοντά
της και την χαϊδεύει).
ΦΛΕΡΗΣ — Ώστε έχομεν απαγγελία σήμερα.
ΒΕΡΑ — Εγώ υπέθετα πως θάχη αρχίση πια. Είμαι πάντα τόσο
αφηρημένη που παρ' ολίγον να το ξεχάσω.
ΦΛΕΡΗΣ — Ευτυχώς δεν το εξεχάσατε. δεσποινίς.
ΒΕΡΑ — Ναι, ευτυχώς. Γιατί ήθελα νακούσω αυτόν τον νέον αστέρα.
Και γιατί αργούν;
ΦΛΕΡΗΣ — Μα, κάποια κακοδιαθεσία του αστέρος. Ο φίλος μου
(δείχνει τον Μιστρά) μπορεί να σας πληροφορήση.
ΒΕΡΑ — Ο κύριος είναι αστρονόμος;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Όχι, per Dio!
ΦΛΕΡΗΣ — Είναι ο γιατρός μου, ο αγαπητός μου φίλος κ. Μιστράς.
Σας τον παρουσιάζω. Η δεσποινίς Μεράτη.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Υποκλίνεται). Αστρονόμος! Η γιατρική μου είναι το
βέβαιον κυρά μου, ότι πρώτη φορά ανέβηκεν ως τα άστρα για να
θεραπεύση μια ισχυαλγία. Ελπίζω όμως ότι σε λίγα λεπτά... Όμως
να! Έρχεται νομίζω η δεσποινίς Λέλα, η φιλενάδα της Θεατρίνας,
που μου έκαμε και τη νοσοκόμα. Αυτή θα μας δώση τις τελευταίες
πληροφορίες.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Οι παραπάνω, ΛΕΛΑ.
(Η Λέλα μπαίνει με μεγάλη ζωηρότητα και ευθυμία. Χαιρετάει δεξιά
και αριστερά με γλυκά βλέμματα προς τους κυρίους. Καθώς προχωρεί
συναντά μπροστά της τον ανθυπολοχαγό, τον πέρνει από το μπράτσο
και του μιλεί με γέλια. Προχωρούν στο προσκήνιο. Ο Φλέρης
ταράσσεται και βγάζει μια εφημερίδα από τη τσέπη του. Κάνει πως
διαβάζει.)
ΛΕΛΑ — Τι αστείο πράμα που είναι η μορφίνη. Αστειότατο . ..
(Γελάει).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν βρίσκω τι αστειότητα μπορεί νάχη.
ΛΕΛΑ — (Ξεκαρδισμένη). Σας βεβαιώνω πως είναι αστειότατο. (Προς
το Μιστρά). Γιατρέ δεν είσθε ευχαριστημένος από τη νοσοκόμα σας;
Πέστε μου;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ενθουσιασμένος. Μα τι βρήκατε, αστείο, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Δεν ξέρω. Και η μορφίνα και η βελονίτσα σας που την κάψατε
στη φλόγα και σεις ακόμα με τη σοβαρότητα που κρατούσατε τη
βελονίτσα αυτή, όλα μου φάνηκαν τόσο αστεία. Δεν είναι αστεία;
Χα, χα, χα! Στο Θεό σας, γιατρέ. Και να βλέπατε τώρα τη συγκίνησι
που έχει η φιλενάδα μου. Τα μάτια της γυαλίζουν. Είναι μερικά
πράγματα που μου φάνηκαν τόσο αστεία. (Πέφτει απάνω στον
ανθυπολοχαγό και γελάει. Όλοι την κυττάζουν παράξενα. Η Βέρα
καρφώνει απάνω της τα φασαμέν. Ο Φλέρης φαίνεται ταραγμένος.)
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Σε καλό σας, δεσποινίς. Τι πάθατε;
ΛΕΛΑ — Πού θα καθίσωμε, φίλε μου. Να, εδώ σ' αυτό το τραπεζάκι ε;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Όπου θέλετε. (Κάθονται. Η Λέλα του κρυφομιλεί με
γέλια).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν θα κατεβή λοιπόν η Οφηλία; Την περιμένει τόσος
κόσμος. Διάβολε! Μ' αυτή τη κάψα....
ΛΕΛΑ — Θα κατεβή. Ξέρετε όμως, γιατρέ, πως δεν τρελλάθηκε ακόμα
εντελώς. Ο έρως του Αμλέτου δεν έφθασε ακόμη εκεί που πρέπει. Η
καϋμένη η Οφηλία! Φαντασθήτε γιατρέ, να τρελλαθή από έρωτα....
(Γελάει). Τώρα κανένας δεν τρελλαίνεται ούτε αυτοκτονεί. Οι
Οφηλίες και οι Βέρθεροι ήσαν του παληού καιρού. (Προς τον
ανθυπολοχαγό). Τι θα μου προσφέρετε φίλε μου; Διψώ, διψώ, έχω μια
φωτιά μέσα μου.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ένα σιρόπι; Γκροζέι; Βυσσινάδα με πάγο; Τι θέλετε;
ΛΕΛΑ — Μα ποιος σας είπε φίλε μου, πως θέλω να σβύσω τη φλόγα
μου; (Σοβαρά). Δέχομαι λίγο αλκοόλ, μια βενεδικτίνα, ό,τι θέλετε;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μια βενεδικτίνα! Με τη μεγαλύτερη ευχαρίστησι. Θα σας
κάμη ευθυμότερη και ευγλωττότερη. (Κτυπά το κουδούνι). Παιδί, μια
βενεδικτίνα. Δεν προτιμάτε σαμπάνια;
ΛΕΛΑ — Όχι. Οι εφημερίδες θα γράφουν αύριο: «Ο καμπανίτης
έρρευσεν άφθονος,» Είδατε με τι σεβασμό μιλούν οι δημοσιογράφοι
για τον «καμπανίτην».
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν πιστεύω να ενασχοληθή ο τύπος με τα άτομά μας.
Είμαστε τόσο άσημοι.
ΛΕΛΑ — (Σοβαρά). Πού το ξέρετε; Και όμως είνε φοβερό να γίνη
κανένας ανάγνωσμα.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ομιλάτε σαν άνθρωπος που ετοιμάζεται να κάμη
σκάνδαλον. Τι σας ενδιαφέρει ο τύπος; Τι έχει να κάμη με μας;
ΛΕΛΑ — Είσθε ο πλέον ανόητος αξιωματικός του στρατού. Και ίσως ο
ωραιότερος! (Τον χαϊδεύει).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Α! α! α! (Ο υπηρέτης φέρνει τη βενεδικτίνα και
σερβίρει. Πίνουν μ' ευθυμία).
ΒΕΡΑ — (Προς τον Τάσσο). Ποια είνε αυτή η γυναίκα; Η ευθυμία της
αρχίζει να υπερβαίνει τα όρια. Φαίνεται μεθυσμένη.
ΦΛΕΡΗΣ — (Ταραγμένος). Δεν ξέρω ακριβώς. Τη βλέπω δύο τρεις μέρες
στα λουτρά. Φαίνεται πως είναι φιλενάδα της θεατρίνας.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Σκύβοντας). Είναι ολίγον από το είδος των ευθύμων
γυναικών. Πάει να πη .... Κατάλαβες, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Στην υγειά σου, ανθυπολοχαγέ. Ζήτω η ευθυμία! Στην υγειά
σας, γιατρέ. (Σηκώνει το ποτήρι προς τον Μιστρά). Να θυμάσθε πως
σας έκαμα μια φορά τη νοσοκόμα.
ΜΙΣΤΡΑΣ: — Ευχαριστώ, κοκώνα μου. Ευχαριστώ.
ΛΕΛΑ — (Προς τον Μιστρά). Μα εκείνη η βελονίτσα σας γιατρέ.
(Γελάει). Με τι κακία που τη μπήξατε στο δέρμα της φιλενάδας μου.
Τι σκληρός άνθρωπος που είσθε. Εγώ δε θα σας άφινα ποτέ μου να με
τρυπήσετε έτσι.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Είσαστε τόσο λιγόψυχη, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Ω! τρέμω το αίμα, τρέμω το αίμα. Δε θάκανα για γιατρός,
σας βεβαιώνω. Μόνο οι άνδρες είναι καμωμένοι για το σκληρό αυτό
επάγγελμα. (Προς τον ανθυπολοχαγό). Μα, ανθυπολοχαγέ, εσύ
κοιμήθηκες. Τι ψόφιοι άνθρωποι που είσθε όλοι σας! Εμπρός, ένα
ποτηράκι ακόμη! (Πίνει). Ευθυμήστε λοιπόν, ευθυμήστε πριν χυθή
εδώ μέσα το πνεύμα του Σαίξπειρ. Ιπ, ιπ, ουρρά! (Γελούνε όλοι,
άλλοι εγκάρδια, άλλοι ειρωνικά. Ο Φλέρης παρακολουθεί τη σκηνή
ταραγμένος, η Βέρα ψυχρή, η Δώρα κάτι σκύβει και λέει στη Βέρα).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Να ζήσετε χίλια χρόνια, δεσποινίς. Είσαστε η χαρά
προσωποποιημένη.
ΛΕΛΑ — Χίλια χρόνια! Έστω! Χίλια! Εβίβα ανθυπολοχαγέ.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Οι παραπάνω, ΥΠΗΡΕΤΗΣ.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — (Μπαίνοντας από τη μεσιανή θύρα). Κυρίες και Κύριοι, η
θεατρίνα σας ζητεί συχώρεση. Είναι πολύ ζαλισμένη και δε θα
μπορέση να παραστήση. Αναβάλλεται γι' αύριο το απόγεμα.
ΟΛΟΙ — Α! α! Τι κρίμα, τι κρίμα!
ΛΕΛΑ — (Σηκώνετε απάνω). Γιατρέ, γιατρέ, τι μας κάματε με τη
βελονίτσα σας. Η καϋμένη η θεατρίνα. Ποιος ξέρει τι έχει. Πηγαίνω
να ιδώ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν είναι τίποτε Ησυχάστε κοκκώνα μου. Συνειθισμένα
πράγματα. Αφήστε την να ησυχάση.
ΛΕΛΑ — Τι κρίμα!
(Ο κόσμος σηκωμένος στο πόδι σχολιάζει την αναβολή. Άλλοι κάνουν
να φύγουν. Άλλοι κοντοστέκονται).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Προβαίνει στη μέση). Σταθήτε, κυρίες και κύριοι. Μία
ιδέα! Μου κατέβηκε μία ιδέα. Μία και είμαστε εδώ θα παρακαλέσουμε
τη δεσποινίδα Λέλα ν' αναπληρώση τη θεατρίνα. Απαγγέλλει
θαυμάσια.
ΟΛΟΙ — Μάλιστα, μάλιστα. Σύμφωνοι!
ΛΕΛΑ — Ο ανθυπολοχαγός τρελλάθηκε! Εγώ να κάμω την Οφηλία! Το
πνεύμα του Σαίξπειρ θα με κεραυνώση.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Κάθε άλλο. Θα μας απαγγείλετε τίποτα δικό σας, ένα
ποίημα, ένα μονόλογο. Δεν έχει. Η απόφαση βγήκε.
ΟΛΟΙ — Βέβαια, βέβαια. Ένα μονόλογο. (Τριγυρίζουν τη Λέλα και τη
παρακαλούνε, εκτός από τον Φλέρη, τη Βέρα και τη Δώρα, που
στέκονται παράμερα).
ΛΕΛΑ — Αδύνατο. Δε θυμούμαι τίποτε. Ανθυπολοχαγέ τρελλάθηκες!
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Το «Παραμύθι του Ερωτεμένου Γιάννη»! Θα μας το πήτε.
Ξέρω καλά πως το θυμάσθε.
ΟΛΟΙ — «Του Ερωτεμένου Γιάννη», γενική απαίτησις.
ΛΕΛΑ — (Σαν να πείθεται). Έστω. Αφού επιμένη όλος ο κόσμος.
ΟΛΟΙ — Μπράβο, μπράβο.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Θα σας οδηγήσω στο βήμα. Δώστε μου το μπράτσο σας.
(Της δίνει το χέρι και την οδηγεί στο βήμα. Στον ίδιο καιρό
φωνάζει κρυφά τον υπηρέτη και κάτι του παραγγέλλει, Ο υπηρέτης
φεύγει βιαστικά. Οι καλεσμένοι ξαναπέρνουν τις θέσες τους).
ΛΕΛΑ — (Στηρίζετε στο τραπέζι με τα δύο χέρια πίσω της). «Το
παραμύθι του Ερωτεμένου Γιάννη» ....
Ήταν μια φορά ένας Γιάννης
Σ' ένα πράσινο χωριό,
Και δεν είχε ούτε χαΐρι
Και δεν είχε ούτε μυαλό.
Μα σα Γιάννης, δίχως γνώση,
Τον επόνεσε η καρδιά
Και του κόλλησε μεράκι
Για την κόρη του παππά!
Τάκουσαν μικροί, μεγάλοι
Και γελούσαν Ωχ! Ωχ! Ω!
Παλαμίδα σου μυρίζει
Ν τ ε ϊ μ ε ν τ έ να φας κολοιό
΄
Στον παππά πηγαίνει ο Γιάννης
Μια και δυο και του μιλεί.
Και την Ελενιώ γυρεύει
Και το χέρι του φιλεί.
Μα ο παπάς την αγιαστούρα
Πέρνει ευτύς και τον ξορκίζει
Και με τη χοντρή μαγκούρα
Στην αυλή τον προβοδίζει
Και, κρατώντας το στηλιάρι,
Ανεβαίνει στο πατάρι:
— Κόρη μου να σε χαρώ
Δυο λογάκια να σου πω! —
Την αρπάζει απ' την κοτσίδα
Την πετάει στην αντρομίδα
Και της κάνει τα πλευρά της
Μαλακά, σαν την .... καρδιά της.
Τάκουσαν μικροί, μεγάλοι
Και γελούσαν χα, χα, χα.
«Της αγάπης τις λαχτάρες
Σουτ! και μήτε του παππά!»
Μα του Γιάννη το μεράκι
Τώρα τούγινε φαρμάκι
Φεύγει, πάει μια και δυο
Στο ψηλό καμπαναριό
Κάνει το σκοινί θηλειά
Και κρεμιέται στα καλά!
Κ' η ξανθή παππαδοπούλα
Έγινε καλογρηούλα.
Το Χτωήχι στο δεξί της
Κομποσχοίνι στο ζερβί της.
Ξέχασε πατέρα, μάνα
Και τρελλά παραμιλλά
— Χτύπα Γιάννη τη καμπάνα
Για ναρχίση η λειτουργιά.
Τάκουσαν μικροί μεγάλοι
Και γελούνε χα, χα, χα,
— Χτύπα, Γιάννη, τη καμπάνα
Για ναρχίση η λειτουργιά!
Χα! χα! χα!
ΦΩΝΕΣ — Μπράβο, μπράβο! Μπιζ! Μπιζ! (Χειροκροτήματα).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Πέρνει από το χέρι του υπηρέτη που μπήκε αυτή τη
στιγμή, ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα και το φορεί της Λέλας).
Ζήτω η χαρά! Εξ ονόματος όλης της συντροφιάς σας στεφανόνω. (Η
Λέλα υποκλίνεται, χαιρετά, ευχαριστάει, δεξιά κι' αριστερά).
ΦΩΝΕΣ — Μπιζ, μπιζ.
ΛΕΛΑ — Αδύνατο, αδύνατο. Σκάζω. Έχω δύσπνοια. Θέλω λίγον αέρα.
ΦΩΝΕΣ — Μπιζ, Μπιζ! Γενική απαίτησις.
ΛΕΛΑ — Αδύνατο!
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν μπορείτε ναρνηθήτε.
ΛΕΛΑ — Έστω. Αλλά θα βγω να πάρω λίγον αέρα. Μούρχεται λιγοθυμία.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Σας συνοδεύω.
ΛΕΛΑ — Δεν θέλω κανένα μαζή μου. Ευχαριστώ. (Διορθώνει το στεφάνι
στα μαλλιά της). Πέντε λεπτά, σε πέντε λεπτά. (Ορμάει προς την
θύρα με ωραίαν ορμή).
Χ τ ύ π α Γ ι ά ν ν η τ η ν κ α μ π ά ν α
Γ ι α ν α ρ χ ί σ η η λ ε ι τ ο υ ρ γ ι ά.
Χ α! χ α! χ α!
(Φεύγει.)
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ
Οι παραπάνω, χωρίς τη Λέλα.
(Οι περισσότεροι ανασηκόνονται και μιλούν μεταξύ τους εύθυμοι και
με μια έκφραση ευχαριστημένη για την απαγγελία).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Τι θαυμάσια γυναίκα αλήθεια.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μεγάλο χάρισμα πάει να πη η ευθυμία, όταν είνε φυσική
και αυθόρμητη. Φαντάζεσθε κυρίες και κύριοι, ότι αν δεν
εμεσολαβούσε η ισχυαλγία και η μορφίνα μου — όλα και όλα — όλοι
μας θα κλέγαμε τώρα με την Οφηλία. Θα ήτανε φοβερό μ' αυτή τη
κουφόβραση.
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ — Αυτό το οφείλομε σε σας γιατρέ. Στη γιατρική σας....
(Γενική ευθυμία).
ΦΛΕΡΗΣ — (Ο οποίος έχει σηκωθεί μαζή με τη Βέρα και την κόρη του
και μιλούν σοβαρά μεταξύ τους, χωρίς να λάβουν μέρος στη γενική
ευθυμία). Πάμε, δεσποινίς Μεράτη. Δεν πιστεύω να έχετε όρεξι να
ξανακούσετε αυτό το μονόλογο. - Εγώ έπληξα φοβερά.
ΒΕΡΑ — Με προλαμβάνετε, κύριε Φλέρη. Σας βεβαιόνω ότι αυτή η
ευθυμία με κούρασε. Πάμε. Δεσποινίς δώστε μου το μπράτσο σας. Εγώ
βλέπετε είμαι γρηα πια και κουράζομαι.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεσποινίς Βέρα... Τόση βία να γεράσετε... (Η Δώρα δίνει
το χέρι της στη Βέρα και βγαίνουν. Ακολουθεί αποπίσω ο Φλέρης).
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προς τον Φλέρη). Αποχωρείτε πάει να πη;
ΦΛΕΡΗΣ — Πάμε ως το νησάκι. Η ατμόσφαιρα εδώ μέσα είναι πληκτική
Ιδιαιτέρως και ενοχλητική λιγάκι. Ωρεβουάρ, γιατρέ.
(Φεύγουν).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Οι παραπάνω, χωρίς το ΦΛΕΡΗ, τη ΔΩΡΑ και τη ΒΕΡΑ
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Γιατρέ ξεχάσατε την άρρωστή σας.
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ — Αλήθεια ποιος ξέρει τι έκαμε η μορφίνη. Δεν φοβείσθε
μήπως η Οφηλία σας γλύτωσε για πάντα από τα βάσανα του κόσμου;
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑ — Αλήθεια έχετε ευθύνην, γιατρέ, απέναντι του
στερεώματος, αν εσβύσατε έναν αστέρα. (Γέλια).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Α! όχι δα! Όχι τόσο! Πρέπει όμως να πάω να ιδώ. Πρέπει.
(Κάνει να φύγη). Σαν είναι γιατρός κανένας, πάει να πη...
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
(Ένας υπηρέτης μπαίνει δρομαίως και διευθύνεται προς τον Μιστρά)
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Γιατρέ, τρεχάτε. Γρήγορα. Γιατρέ . . .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι τρέχει πάλι; ... Ησυχία δε μ' αφίνετε.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Αυτή η κυρία, που βγήκε αποδώ, σκοτώθηκε στο πάρκο.
Τρεχάτε, γιατρέ. (Ο γιατρός μένει κατάπληκτος. Οι άλλοι
τριγυρίζουν τον Μιστρά και τον υπηρέτη).
ΦΩΝΕΣ — Τι τρέχει γιατρέ; Τι είναι;
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Ταραγμένος πολύ). Καλέ δεν ακούτε; Η Λέλα σκοτώθηκε.
Σκοτώθηκε μέσα στο πάρκο. Ω! δυστυχία!
ΦΩΝΕΣ — Σκοτώθηκε! Σκοτώθηκε η Λέλα!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Δεν είναι δυο λεπτά. Χτυπήθηκε μ' ένα πιστολάκι στο
στήθος. Τρεχάτε γιατρέ. Προφθάστε!
ΦΩΝΕΣ — Γιατρέ! Προφθάστε γιατρέ.
(Ορμούνε όλοι σαστισμένοι προς τη μεσιανή θύρα, ακολουθώντας το
γιατρό, με χειρονομίες και αναφωνητά).
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
(Το πάρκο τον ξενοδοχείου. Κάτω απ' τα δέντρα ένα τραπέζι του
φαγητού στρωμένο. Νύχτα. Η σκηνή φωτίζεται από ένα ηλεκτρικό
λαμπτήρα, που προβάλλει ανάμεσα απ' τα φυλλώματα.)
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΜΙΣΤΡΑΣ, ΒΕΡΑ
(Ο Μιστράς, ο Φλέρης κ' η Βέρα κάθονται γύρω απ' το τραπέζι.
Έχουν αποφάει και τσουγκρίζουν ποτηράκια του λικέρ, πίνοντας «εις
υγείαν.» Ο Φλέρης στο αναμεταξύ αυτό ανασηκώνεται).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δε θαργήσης, Τάσσο.
ΦΛΕΡΗΣ — Πάω να ιδώ μια στιγμή την προκομένη μου. Αν τηνέ
καταφέρω να κατεβή κάτω, πάει καλά. Ειδεμή θα γυρίσω αμέσως.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Έλα, μπράβο! Όσο για τη Δώρα μην ανησυχής. Τα είπαμε.
Έχει σίγουρη αρρώστεια. (Ο Φλέρης κουνεί το κεφάλι του και
αναστενάζει). Λοιπόν εμείς θα τα πούμε εδώ ένα χεράκι με την
κυρία και σε περιμένομε να κάνω με το αποβέγγερο.
ΒΕΡΑ — Αλήθεια, κύριε Φλέρη. Σε λίγο θα βγη και το φεγγάρι και θα
μας απαλλάξη απ' αυτή τη γυάλινη φούσκα. Θα είναι ωραία.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν αργώ. Έφθασα. Φεύγει προς το ξενοδοχείο.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΜΙΣΤΡΑΣ, ΒΕΡΑ
ΒΕΡΑ — (Αφού βεβαιώθηκε πως ο Φλέρης έχει απομακρυνθεί, σηκώνεται
και γράφει του γιατρού να την ακολουθήσει προς το προσκήνιο. Ο
Μιστράς την ακολουθεί. Ενώ προχωρούν του μιλεί εμπιστευτικά). Τι
τρέχει επιτέλους, γιατρέ; Δεν έβλεπα την ώρα να σας βρω μονάχον.
Εξηγήστε μου αυτό το μυστήριο.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σας τα κουτσοείπα, κυρά μου, όσο μπόρεσα στο δρόμο. Το
ζήτημα είναι ότι αυτή η γυναίκα πληγώθηκε σοβαρά στο στήθος, ότι
κινδυνεύει αυτή τη στιγμή και ότι ο Τάσσος δεν πρέπει να μάθη
τίποτε.
ΒΕΡΑ — Τι φρίκη .. . Μα δε μου λέτε, σας παρακαλώ, ποιος λόγος
είναι που ο κ. Φλέρης.. .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Απλούστατα. Ο Τάσσος πάσχει από την καρδιά του. Εδώ και
λίγες μέρες έπαθε μια προσβολή συνάγχης. Θα πήτε βέβαια τι έχει
να κάμη η τραγωδία μιας γυναίκας, ξένης γι' αυτόν. Πρέπει όμως να
ξέρετε, (κομπιάζει και κοντοστέκεται), πως ο Τάσσος είχε μια
αδερφή, που πέθανε εντελώς με τον ίδιο τρόπο. Εννοείτε πολύ καλά,
πάει να πη . . . Δεν ξέρω αν εξηγούμαι.
ΒΕΡΑ — Πολύ φυσικά. Εγώ θαυμάζω ωστόσο πως μέσα σε μια πιθαμή
τόπο καταφέρατε να κρατήσετε ως τώρα μυστικό το πράμα από τον κ.
Φλέρη. Πρέπει να τον αγαπάτε πολύ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Έκαμα, κυρά μου, ό,τι μπόρεσα, καθώς είδατε. Όταν
έγεινε το κ ά ζ ο εσείς είσαστε πέρα στο νησάκι με τον Τάσσο
και την κόρη του. Έκανα ό,τι μπόρεσα σ' αυτή τη δυστυχισμένη και
αφού ειδοποίησα όσους μπόρεσα να κρατήσουνε το πράμα μυστικό,
έτρεξα κατευθείαν στο νησάκι. Σας επήρα. Διωργάνωσα αυτό το γεύμα
εδώ μέσα στα δέντρα, ύστερα το αποβέγγερο ως που να περάση αυτή η
νύχτα. Τώρα θα βάλω τα δυνατά μου να καταφέρω τον Τάσσο να φύγη
με το πρωινό βαπόρι. Αν τα καταφέρωμε ως το τέλος, πάει καλά.
Ειδεμή ο Θεός βοηθός.