Όσον δε δεινόν ήτο το κατά την Ρεθύμνην πάθημα των

Χριστιανών, τόσον ο κατά τα άλλα μέρη αγών αυτών

ευδοκίμει. Τελευτώντος του απριλίου εισέβαλαν οι

Χριστιανοί εις τας επαρχίας, Αυλοπόταμον και Άμαρι, και

καταδιώξαντες τους εχθρούς, διεσπαρμένους εις τα χωρία,

τους απώθησαν κακώς έχοντας εις το Μεγάλον Κάστρον, και

μετέφεραν τροφάς εις τας πεινώσας οικογενείας των· αλλά

μαθόντες ότι υπερτριακόσιοι Καστρινοί, εξορμήσαντες του

φρουρίου, κατέλαβαν οχυρόν τινα πύργον εν τω χωρίω,

Επισκοπή, επανήλθαν, και τούτους μεν απέκλεισαν, άλλους

δέ τινας παρακολουθήσαντας εις επικουρίαν διεσκόρπισαν.

Απελπισθέντες επί τούτοις οι έγκλειστοι και

λειψυδρεύοντες έστερξαν να εγκαταλείψωσι τον πύργον και

να επανέλθωσιν εις το φρούριον ασφαλείς και άοπλοι· αλλ'

υποπτεύσαντες επιβουλήν απεποιήθησαν ν' αφοπλισθώσιν επί

τη εξόδω και ολίγοι εξ αυτών ελθόντων εις χείρας ένεκα

τούτου διεσώθησαν εις το φρούριον. Εν ώ δε ταύτα

ενηργούντο κατ' εκείνα τα μέρη, φονική μάχη συνέβη παρά

τα Χανιά, καθ' ην κατείχαν θέσεις οι μεν Τούρκοι από του

προαστείου μέχρι του χωρίου Μακροτοίχου, οι δε Χριστιανοί

απέναντι του ποταμού Κλαδισσού· ήσαν δε και υπό το πυρ

ούτοι μεν του φρουρίου, εκείνοι δε έξ κασσίων πλοίων υπό

τον Κανταρτσήν. 100 Τούρκοι, εν οις και ονομαστός τις

Καραγκιουλές, και 40 Χριστιανοί εφονεύθησαν και

επληγώθησαν εν τη μάχη ταύτη, μεθ' ην οι Τούρκοι

εγκαταλείψαντες τας θέσεις των εισήλθαν εις το φρούριον

κατησχυμένοι· αλλά την επαύριον καθ' ην ώραν ευθύμουν οι

Κάσσιοι ψάλλοντες τα νικητήρια και εκανονοβόλουν,

αφήρπασεν ο θάνατος τον ευκλεώς και ενθουσιωδώς

αγωνιζόμενον Κανταρτσήν, θλασθέντος ενός των κανονίων της

ναυαρχίδος και θανασίμως τρώσαντος αυτόν. Επεχείρησαν οι

Χριστιανοί την 12 μαΐου να καταστρέψωσι διά πυρός και

τους εν τω πύργω των Κουνουπιδινών τω παρά το φρούριον

των Χανιών και εν πρώτοις μεν πολλά έπαθαν, αλλ'

επικουρήσαντος του Σήφακα οι μεν εχθροί κατέφυγαν εις τα

Χανιά καταδιωκόμενοι, οι δε Χριστιανοί ανέτρεψαν τον

πύργον.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

&Τα μεταξύ Αρείου πάγου και Οδυσσέως. — Φόνος Νούτσου και

Παλάσκα. — Ανάκλησις Υψηλάντου. — Οργή της κυβερνήσεως

κατά του Οδυσσέως.&

ΑΙ προϋπάρχουσαι διχόνοιαι του Αρείου πάγου και του

Υψηλάντου και Οδυσσέως εκορυφώθησαν μετά την αποτυχίαν

της εις Ζητούνι εκστρατείας. Τινές των Αρειοπαγιτών, μη

αναλογιζόμενοι τας έξεις των στρατιωτικών ή τας

περιστάσεις, δεν έπαυαν αποδίδοντες την αποτυχίαν της

εκστρατείας εις την διαγωγήν του Οδυσσέως, εγκαλούντες

αυτόν αναφανδόν ως επίβουλον και θεωρούντες τον

αξιόποινον. Η κατακραυγή αύτη ήτον άδικος κατά την γνώμην

των συνεκστρατευσάντων οπλαρχηγών, διότι κοινή γνώμη και

όχι μόνη θελήσει του Οδυσσέως το στράτευμα ανεχώρησεν εκ

της αγίας Μαρίνας.

Απρίλιος Ο Οδυσσεύς ηγανάκτησεν εγκαλούμενος αδίκως και

πικρώς, και έστειλε την 16 απριλίου εις τον Άρειον πάγον,

εδρεύοντα εν Λιθάδα, έγγραφον παραίτησιν από πάσης

υπηρεσίας της πατρίδος επί λόγω οικιακών περιστάσεων. Ο

δε Άρειος πάγος, μη αναλογισθείς όσα η ώρα απήτει, και

υποθέτων ειλικρινή την παραίτησιν, την εδέχθη, απήντησε

προς τον Οδυσσέα υπερηφάνως, και διώρισε τρεις

πεντακοσιάρχους να παραλάβωσι την χιλιαρχίαν του

προσωρινώς· παρεκάλεσε δε δι' επιστολών του της 17 και 18

την κυβέρνησιν να στείλη τον πρότινος καιρού ενωθέντα

μετά των αγωνιστών και διατρίβοντα εν Κορίνθω Χρήστον

Παλάσκαν διάδοχον της χηρευούσης χιλιαρχίας. Η παραίτησις

του Οδυσσέως ήτο πράξις οργής και υπουλότητος, και όχι

ωρίμου σκέψεως και ειλικρινείας. Ο παραιτούμενος,

αισθανόμενος την αξίαν του, ήθελε διά της πράξεως ταύτης

να ερεθίση την κοινήν γνώμην κατά των αντιπολιτευομένων

αυτόν μελών του Αρείου πάγου· διά τούτο διέμεινε και μετά

την παραίτησίν του εν Δαδίω, όπου διέτριβε και προ της

παραιτήσεώς του, συναναστρεφόμενος, συντρώγων και

συμβουλευόμενος μετά του Υψηλάντου, διατρίβοντος και

αυτού εκεί. Ο Άρειος πάγος, ο αντισταθείς, ως είδαμεν, εξ

αυτής της αρχής εις την εις Ανατολικήν Ελλάδα έξοδον του

Υψηλάντου, έλαβεν αφορμήν εκ των συμβάντων μετά την ατυχή

εις Ζητούνι εκστρατείαν να οργισθή έτι μάλλον κατ' αυτού,

διότι τον έβλεπε περιθάλποντα και εμψυχούντα τους

εναντίους του, και να γράψη προς την κυβέρνησιν την 22

παραπονούμενος, ότι πολλάκις επρότεινε την ανάκλησίν του

και δεν εισηκούσθη, ότι η εν Δαδίω διατριβή του, η μετά

των οπλαρχηγών αλληλογραφία του, και η προς τον Οδυσσέα

ευνοϊκή διάθεσίς του ανέτρεπαν όλα τα εις άλωσιν του

Ζητουνίου σχέδια, ότι ο Οδυσσεύς επεβουλεύετο την πατρίδα

και τα καθεστώτα, και επάναγκες ήτο να ανακληθή ο

υπερευνοών αυτόν Υψηλάντης, να εκστρατεύση ο Γιατράκος,

ν' αποσταλή ο Παλάσκας εις παραλαβήν της χηρευούσης

χιλιαρχίας και ν' αποσπασθή του Οδυσσέως ο Νικήτας.

Η κυβέρνησις λαβούσα τας της 17 και 18 επιστολάς του

Αρείου πάγου απέστειλεν εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον

Αλέξην Νούτσον και τον Παλάσκαν, όχι εις αντικατάστασιν

του Οδυσσέως κατά την πρότασιν του αυστηρού Αρείου πάγου,

αλλ' εις ειρήνευσιν των αντιφερομένων· ηλπίζετο δε η

επιτυχία της αποστολής ταύτης και εκ της επιρροής του

Νούτσου ως έχοντος παλαιάς σχέσεις προς τον Οδυσσέα, ον

διά της πολλής παρά τω Αλή ευνοίας είχε λυτρώσει του

θανάτου καθ' ην περίστασιν έπεσεν εις την οργήν του

τυράννου εκείνου.

Φθάσαντες εις Λεβαδείαν οι αποσταλέντες και συγκαλέσαντες

τους οπλαρχηγούς εις συνέλευσιν, όπου παρευρέθησαν και

δύο μέλη του Αρείου πάγου, είπαν εις επήκοον όλων όσα

παρηγγέλθησαν προς ειρήνευσιν. Οι λόγοι τούτων και αι

ειρηνικαί συμβουλαί των παρευρεθέντων οπλαρχηγών προς

τους αντιφερομένους εφάνησαν ότι ίσχυσαν·

Μάιος εκάλεσαν τότε οι αποσταλέντες εξ ονόματος της

βουλής τον Υψηλάντην να επιστρέψη, εις Πελοπόννησον αλλ'

επειδή η διαταγή αύτη δεν ήτο γραπτή, δεν εισηκούσθησαν

και επανήλθαν εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου, αλλά δεν

επρόφθασαν να ειδοποιήσωσι την κυβέρνησιν ότι

ειρηνοποίησαν τους αντιφερομένους και ήλθαν προς αυτήν

αναφοραί τινων δευτερευόντων οπλαρχηγών, υποκινηθείσαι

αναμφιβόλως υπό των πολιτικών εχθρών του Υψηλάντου και

του Οδυσσέως, λέγουσαι ότι δεν ήθελαν να υπηρετήσωσιν υπό

τας διαταγάς ουδενός αυτών. Η κυβέρνησις, ιδούσα ότι πας

τρόπος ειρηνεύσεως απέβαινε μάταιος, απέστειλεν εκ

δευτέρου τον Νούτσον και τον Παλάσκαν, τούτον μεν ίνα

παραλάβη την χιλιαρχίαν του Οδυσσέως, εκείνον δε ίνα

επιστατήση μετά του Αρείου πάγου εις την πώλησιν των

προσόδων και την εξαργύρωσιν εθνικών τινων ομολογιών, και

εγκαταστήση τον Παλάσκαν έν τινι νέα του στρατιωτική Αρχή

διά της επιρροής του παρά τοις ζηλοτύπως προς αυτόν

διακειμένοις οπλαρχηγοίς. Ανεκλήθη δε εγγράφως παρά της

βουλής και ο Υψηλάντης, και διετάχθη και ο Οδυσσεύς να

εμφανισθή ενώπιον της κυβερνήσεως, και απολογηθή περί ων

κατηγορείτο. Επί σκοπώ δε να ενεργηθή ευτυχώς η

μεταβίβασις της χιλιαρχίας του Οδυσσέως εις τον Παλάσκαν,

εκρίθη εύλογον να φυλαχθή η περί αυτής διαταγή μυστική·

αλλ' ανεκαλύφθη μόλις υπεγράφη, και εν αγνοία και της

κυβερνήσεως και των αποστελλομένων ανηγγέλθη το

περιεχόμενον αυτής προς τον Οδυσσέα πριν μεταβώσιν ούτοι

εις την Ανατολικήν Ελλάδα· ανηγγέλθη δε προς τον Οδυσσέα

και ό,τι δεν ήτον αληθές, δηλαδή, ότι η κυβέρνησις

διέταξε τους αποστελλομένους να τον φονεύσωσιν. Υπό

τοιαύτας εντυπώσεις έμελλε να δεχθή τον Νούτσον και τον

Παλάσκαν ο Οδυσσεύς, άνθρωπος ανατραφείς εν τη μιαρά αυλή

των Ιωαννίνων, όπου ευδοκίμει και ετιμάτο μόνη η

κακουργία, και όπου εθεωρείτο πολιτικόν και όσιον η επί

απλή υποψία ανθρωποκτονία. Οι αποστελλόμενοι ανεχώρησαν

εκ Κορίνθου την 14, και επορεύθησαν εις Βελίτσαν, όπου

διέτριβε τότε ο Υψηλάντης, προς ον ενεχείρισαν τα

ανακλητήριά του. Εκείναις ταις ημέραις το μεν γενικόν

στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος διέμενεν εν

Πατρατσικίω, οι δε υπό τον Οδυσσέα εν Δρακοσπηλιά. Οι

απεσταλμένοι έκριναν εύλογον να υπάγωσιν εις το γενικόν

στρατόπεδον, και παραλαβόντες τους εκεί οπλαρχηγούς και

ικανήν δύναμιν, διότι ιδίαν συνοδίαν είχαν μόνον 50

στρατιώτας, ν' απέλθωσιν εις Δρακοσπηλιάν προς ανάγνωσιν

των διαταγών της κυβερνήσεως εις επήκοον όλων περί της

από της στρατιωτικής Αρχής παύσεως του Οδυσσέως, και της

εις την καθέδραν της κυβερνήσεως μεταπέμψεώς του· αλλά

τινές των φίλων των τους απέτρεψαν λέγοντες, ότι περιττόν

ήτο να ενεργήσωσιν όσα διετάχθησαν τόσω προφυλακτικώς,

διότι όλον το υπό τον Οδυσσέα στρατιωτικόν ήτον εις άκρον

κατ' εκείνου ηγανακτισμένον και έτοιμον να τον παραδώση.

Υπό τοιαύτας ελπίδας αναχωρήσαντες ο Νούτσος και ο

Παλάσκας έφθασαν περί την μεσημβρίαν της 24 πλησίον του

Δαδίου, και μαθόντες ότι εν αυτώ ήτον ο Οδυσσεύς δεν

εισήλθαν, αλλ' εμεσήμβρισαν εκτός χωρίς να έλθωσιν εις

λόγους μετ' αυτού. Ο Οδυσσεύς, ειδώς την αποστολήν των,

ήρχετο να προλάβη διά του φόνου αυτών όσα επίστευεν ότι

εμελέτων να πράξωσιν ούτοι κατ' αυτού· είχε δε 50

ακολούθους αφήσας τους λοιπούς υπέρ τους 1000 εν

Δρακοσπηλιά. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, μαθόντες ότι ο

Οδυσσεύς ήτο μακράν του στρατοπέδου του και μη

υποπτεύοντες ότι ήξευρε τα της αποστολής των και επίστευε

και όσα δεν ήσαν αληθινά, ακούσαντες δε και ότι υπήγαινεν

εις Βελίτσαν προς έντευξιν του Υψηλάντου, εθεώρησαν

αρμοδίαν την περίστασιν να πορευθώσιν απόντος αυτού εις

το εν Δρακοσπηλιά στρατόπεδον, υπολαμβάνοντές το, εξ όσων

ήκουσαν, πρόθυμον να εκτελέση ας έφεραν διαταγάς. Επί τω

σκοπώ τούτω ήλλαξαν πορείαν, εξενύκτισαν εν Γλουνίτσα,

και την επαύριον, ήγουν την 25, ώδευαν προς την

Δρακοσπηλιάν. Ο Οδυσσεύς καραδοκών τα βήματά των εστράφη,

και ήρχετο αφανής κατόπιν των. Εν ώ δε ο Νούτσος και ο

Παλάσκας επορεύοντο προς την Δρακοσπηλιάν, ηκούσθη

απροσδόκητος τουφεκισμός όπισθεν, μετά ταύτα δε και

έμπροσθεν· και οι μεν τουφεκίσαντες όπισθεν ήσαν οι περί

τον Οδυσσέα, οι δε έμπροσθεν οι του στρατοπέδου αυτού·

διότι αναχωρών εκείθεν παρήγγειλε να τουφεκίσωσιν όταν

ακούσωσιν αυτόν τουφεκίζοντα. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας,

νοήσαντες τότε ότι ο Οδυσσεύς εγνώριζε τα της αποστολής

των, και ότι περιεπλέχθησαν και εκινδύνευαν, αλλά μη

δυνάμενοι εξ αιτίας της θέσεως εις ην ευρίσκοντο ν'

αλλάξωσι πορείαν, επροχώρησαν και μη θέλοντες προς το

στρατόπεδον πάντοτε τουφεκιζόμενοι, και κατέφυγαν εις την

έμπροσθεν των τυχούσαν ξυλόστεγον εκκλησίαν του αγίου

Γεωργίου, όπου και εκλείσθησαν· συνεκλείσθησαν δε και έξ

σύντροφοι· οι δε άλλοι φοβηθέντες διεσκορπίσθησαν. Τότε

οι υπό τον Οδυσσέα, κυκλώσαντες την εκκλησίαν,

ετουφέκιζαν τους εν αυτή πανταχόθεν και έκαυσαν την

στέγην και την θύραν αυτής. Παρών δε ο Οδυσσεύς τοις

έλεγε να παραδοθώσι και τους εβεβαίονεν ότι δεν τους

εκακοποίει. Ο Νούτσος δεν υπώπτευε τον Οδυσσέα πεποιθώς

επί τας παλαιάς προς αυτόν σχέσεις του, και τας άλλοτε

ευεργεσίας του· και συναινέσει του Παλάσκα εξήλθε πρώτος

της εκκλησίας μετά του ψυχοϋιού του ελπίζων να σώση διά

της μεσιτείας του και τον Παλάσκαν, ον ηχθρεύετο ο

Οδυσσεύς ως ερχόμενον να λάβη την Αρχήν του. Ο Οδυσσεύς

υπεδέχθη ευμενώς τον Νούτσον εν τη καλύβη του, τον

εθάρρυνε, και δι' αυτού εθάρρυνε και τον Παλάσκαν να

παραδοθή. Έβαλαν δε και οι έξωθεν εν καδίσκω πυρίτιδα επί

σκοπώ να τον καταβιβάσωσιν άνωθεν της κεκαυμένης στέγης,

και να καύσωσι τοιουτοτρόπως τους εν τη εκκλησία, αν δεν

παρεδίδοντο. Οι έγκλειστοι παρεδόθησαν· ο δε Παλάσκας

υπήγεν εις την καλύβην του Οδυσσέως όπου ήτο και ο

Νούτσος. Τότε ο Οδυσσεύς διέταξε και ανεγνώσθησαν εις

επήκοον όλων των στρατιωτών αι κατ' αυτού διαταγαί, ων

ήσαν κομισταί και εκτελεσταί ο Νούτσος και ο Παλάσκας·

μετά δε την ανάγνωσιν ερεθίζων τους στρατιώτας είπεν, ότι

ο μεν Νούτσος εστέλλετο ως βασιλεύς, ο δε Παλάσκας ως

αρχιστράτηγος, ότι αυτός αδιαφόρει και διά την βασιλείαν

του ενός και διά την αρχιστρατηγίαν του άλλου, διότι η

επιθυμία του ήτο, καθώς και το έδειξε διά της παραιτήσεώς

του, να επανέλθη εις Ιθάκην υπό ξένον κράτος, και να

ζήση, αφανής και ήσυχος εν τοις κόλποις της οικογενείας

του, αλλ' εις αυτούς απέκειτο να συλλογισθώσιν, αν ήτον

έντιμον και ωφέλιμον, συντρίψαντες τον τουρκικόν ζυγόν,

να δεχθώσιν άλλον· παρατηρήσας δε ότι οι στρατιώται

υπερηρεθίσθησαν επί τοις λόγοις τούτοις, ηγέρθη και τους

ηρώτησε μεγαλοφώνως «α υ τ ο ύ ς - θ έ λ ε τ ε - ή – ε μ

έ;» «ε σ έ - θ έ λ ο μ ε ν - ε σ έ», εφώναξαν όλοι· «τ ι

μ ω ρ ή σ α τ ε - λ ο ι π ό ν - τ ο υ ς - ε χ θ ρ ο ύ ς -

σ α ς - κ α ι - ε χ θ ρ ο ύ ς - μ ο υ», επανέλαβε, και

ανεχώρησεν εκ της καλύβης. Τότε οι στρατιώται απήγαγαν

τον Νούτσον και τον Παλάσκαν όχι μακράν της καλύβης και

τους εφόνευσαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας (25

μαΐου). Η μιαιοφονία αύτη, τρομερά αύτη καθ' εαυτήν,

εφάνη τρομερωτέρα διά την δημόσιον αποστολήν των

φονευθέντων και εφαίνετο προμηνύουσα άλλους φόνους κατά

διαταγήν του Οδυσσέως διά τας επικρατούσας διχονοίας· διά

τούτο φόβος μέγας κατέλαβεν όλους τους αντιπάλους αυτού

τηδε κακείσε διασκορπισθέντας και άσυλον ζητούντας. Ο δε

επανερχόμενος εις Πελοπόννησον Υψηλάντης εξ αιτίας της

ανακλήσεώς του, έμαθε το κατά την 25 συμβάν εν Διστόμω.

Εκεί ευρίσκοντο σημαντικαί οικογένειαι της Λεβαδείας,

αίτινες καταφοβηθείσαι έδραμαν εις το παραθαλάσσιον και

εμβήκαν εις τα πλοία· έλαβαν δε εν τη προς σωτηρίαν φυγή

των πάσαν ειλικρινή συνδρομήν παρά του Υψηλάντου. Άφαντοι

έγειναν και οι ευρεθέντες προς τα μέρη εκείνα

Αρειοπαγίται.

Ο δε Άρειος πάγος, μαθών τα γενόμενα, έγραψε την 31 και

έστειλε και έν των μελών του προς την κυβέρνησιν εις

υποστήριξιν των εξής προτάσεων· α'. να διατάξη η

κυβέρνησις τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Ελλάδος να

συλλάβωσι και στείλωσι τον Οδυσσέα εις αυτήν προς

ανακάλυψιν συνωμοσίας αυτού και του Υψηλάντου· επρόσθετε

δε ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, οι οπλαρχηγοί όλοι

εκείνου του μέρους, αγανακτήσαντες διά το ανοσιούργημα,

έτοιμοι ήσαν να εκδικήσωσι διά της τιμωρίας του

ανοσιουργήσαντος Οδυσσέως την τιμήν της κυβερνήσεως και

ν' ασφαλίσωσι το συμφέρον της πατρίδος· β'. να μετατεθή ο

Νικήτας εις την Δυτικήν Ελλάδα ή εις την Πελοπόννησον, ή

να διαταχθή αυστηρώς να συμφωνήση μετά των άλλων

οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος και να παύση

υπερασπίζων φανερά τον Οδυσσέα· γ'. να παραλάβη ο Γκούρας

το επαρχιακόν στράτευμα της Λεβαδείας· δ'. να μεταβή ο

πρόεδρος του νομοτελεστικού από της Δυτικής Ελλάδος εις

την Ανατολικήν διά το κατεπείγον της περιστάσεως.

Η κυβέρνησις, η κατ' εκείνας τας ημέρας εις το Άργος

μεταβάσα επί λόγω μεν υγείας διά το νοσώδες της Κορίνθου,

επί σκοπώ δε ασφαλείας διά την επαπειλουμένην από της

στερεάς Ελλάδος εις Πελοπόννησον εχθρικήν εισβολήν και

διά την εγγίζουσαν πτώσιν του Ναυπλίου, ιδούσα πόσον

εξυβρίσθη επί τη μιαιοφονία ταύτη, ωργίσθη εις άκρον, και

την 3 Ιουνίου εξέδωκε διάταγμα δι' ου εκάθηρε τον Οδυσσέα

ως εξυβρίσαντα την κυβέρνησιν, καταπατήσαντα τους νόμους

και βάψαντα τας χείρας του εις αθώον αίμα· τον εκήρυξε δε

και άξιον θανάτου, και επεκήρυξε και γρόσια 5000. Μη

αρκεσθείσα δε εις ταύτα, διέταξε την υστεραίαν τους

εγχωρίους της επαρχίας Λεβαδείας, εξ ών συνίστατο κυρίως

το στρατόπεδον του Οδυσσέως, να τον συλλάβωσι ζώντα ή να

τον θανατώσωσιν· έβαλε δε υπό αυστηράς ποινάς και τους μη

εγκαταλείποντας αυτόν και εθεώρησε συνενόχους και της

αυτής ποινής αξίους και όλους τους συγγενείς των. Την

αυτήν ημέραν ο επίσκοπος Ανδρούσης, Ιωσήφ, υπουργός των

εκκλησιαστικών, έρριψε κατά της κεφαλής του Οδυσσέως και

των υπ' αυτόν, αν δεν τον εγκατέλειπαν, τους κεραυνούς

του αφορισμού και τους εξεκκλησίασεν· αλλ' ουδείς εκινήθη

κατά του Οδυσσέως· και οι πρόθυμοι να προκαλέσωσι διά του

Αρείου πάγου και κατ' ευθείαν τας αυστηράς διαταγάς της

κυβερνήσεως κατ' αυτού οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος

δεν εφάνησαν πρόθυμοι και να τας εκτελέσωσιν· ο δε

Οδυσσεύς μαινόμενος και φοβούμενος κατέφυγεν εις το επί

του Παρνασσού σπήλαιον (α), το Κωρύκιον, το πλησίον του

Πατρατσικίου στρατόπεδον διελύθη, αναρχία και αταξία

επήλθαν παντού, και ουδεμία προφυλάξις υπήρχεν εν ώ

επέκειτο η εισβολή του εχθρού· επέφερε δε ταύτα πάντα η

άκαιρος η απολίτευτος και η υπέρμετρος αυστηρότης του

Αρείου πάγου καθ' ενός των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών του

μέρους εκείνου υπαγορευθείσα υπό θερμού μάλλον ή έμφρονος

πατριωτισμού.

Πριν αποστρέψωμεν το πρόσωπον από της λυπηράς σκηνής της

Δρακοσπηλιάς, οφείλομεν να στηλιτεύσωμεν ως ψευδή και

ανυπόστατον την διαδοθείσαν τότε φήμην της ενοχής του

Υψηλάντου εις τον άδικον φόνον του Νούτσου και του

Παλάσκα· ο Υψηλάντης επεθύμει αναμφιβόλως την ανατροπήν

των καθεστώτων και την είσαξιν του συστήματός του, ό εστι

της προσωπικής Αρχής του· και έχοντες υπ' όψιν την μετά

την εγκατάστασιν εθνικής κυβερνήσεως ανέγερσιν της

σημαίας και του φοίνικός του καθ' ην ημέραν εξήρχετο του

ισθμού, δεν αμφιβάλλομεν ότι αι προς τον Οδυσσέα και

άλλους σχέσεις του απέβλεπαν και προς τον σκοπόν τούτον

αλλ' επίσης δεν αμφιβάλλομεν, ότι ουδαμώς ενείχετο εις

την μιαράν πράξιν της Δρακοσπηλιάς· αποχρώσα δε απόδειξις

της αθωότητός του είναι η πανθομολόγητος τιμιότης του.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.

&Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.&

ΕΡΡΕΘΗ ήδη, ότι, αναχωρήσαντος εξ Αθηνών του Βρυώνη, οι

Έλληνες εκυρίευσαν την πόλιν και επολιόρκουν εκ δευτέρου

την ακρόπολιν. Αλλά, πριν αναχωρήση, οι εντόπιοι Τούρκοι

εισεκόμισαν πολλάς τροφάς εις την ακρόπολιν, ώστε δεν

εφοβούντο να πεινάσωσιν ειμή μετά μακράν πολιορκίαν·

πηγήν όμως νερού δεν είχαν· ήσαν πολλαί δεξαμεναί, αλλά

δύο μόνον ήσαν αι εύχρηστοι· και επειδή τότε ήτο χειμών,

μηδ' αυτάς εφρόντισαν να γεμίσωσιν απεδεχόμενοι το

βροχερόν νερόν. Εντός του παρατειχίσματος της ακροπόλεως

(Σερπεντσέ) ήσαν, ως είπαμεν, τρία πηγάδια, εξ ών μόνον

το έν είχε νερόν πόσιμον. Το παρατείχισμα τούτο

απεφάσισαν οι Έλληνες να κυριεύσωσι, αν και το επιχείρημα

ήτο λίαν επικίνδυνον εξ αιτίας των φυλασσόντων αυτό

Αλβανών και της υπό την βολήν των υπεράνω αυτού θέσεώς

του. Την 13 νοεμβρίου ανέβησαν όρθρου βαθέως οι Έλληνες

το παρατείχισμα, επόρθησαν τον έσω τεκέν, επάτησαν το

καφενείον και εγένοντο κύριοι όλου του παρατειχίσματος,

όπου ηύραν τρόφιμα και άλλα είδη· 40 Έλληνες εφονεύθησαν

και επληγώθησαν· επληγώθη και ο οπλαρχηγός Δημήτρης

Λέκκας· διεκρίθη δε επ' ανδραγαθία ο Σαλαμίνιος Γεώργης

Γλύτσης· πληγωθείς ούτος βαρέως και αποθνήσκων ηρώτησεν

«εμβήκαμεν;» ακούσας δε ό,τι επεθύμει, εξεψύχησε φαιδρός·

εφονεύθησαν και 15 Τούρκοι· οι δε λοιποί φύλακες του

παρατειχίσματος, οι μη παθόντες, ως 30, εκρύβησαν εν τοις

υπό την ακρόπολιν σπηλαίοις. Ημέρας δε γενομένης, ιδόντες

αυτούς οι εν τη πόλει εκρέμασαν επίμηκες κιβώτιον, άνωθεν

ασκεπές και όλον έσωθεν βαθύστρωτον, και εν αυτώ

κατακλινομένους τους ανεβίβασαν όλους ένα προς ένα

τουφεκιζομένους κάτωθεν αλλά μη βλαπτομένους.

Ενθουσιώντες οι Έλληνες ώρμησαν την αυτήν ημέραν και εις

αυτήν την ακρόπολιν, εκυρίευσαν την πρώτην και δευτέραν

πύλην και εισέδυσαν εις το εντός αυτής κτίριον, το κοινώς

μεχτέπι. Διά της κυριεύσεως του παρατειχίσματος εστέρησαν

οι Έλληνες τους εχθρούς του νερού των πηγαδίων επί σκοπώ

δε να αποκαταστήσωσι τα πηγάδια ταύτα άχρηστα, και αν

απεδιώκοντο, ενέρριψαν τα πτώματα των φονευθέντων

Τούρκων, ώστε, αν επεκράτει ανομβρία, θα παρεδίδοντο οι

εν τη ακροπόλει δι' έλλειψιν νερού. Ησθάνοντο εκάτειοι

πόσον αναγκαία ήτον η κατοχή του παρατειχίσματος και

ηγωνίζοντο οι μεν ν' αποδιώξωσι τους κατόχους ρίπτοντες

βόμβας επί τον θολοσκέπαστον τεκέ, υφ' ον εστεγάζοντο, οι

δε να υποστηρίζωσιν εσωτερικώς τον θόλον. Οι Έλληνες

έστησαν συγχρόνως επί του λόφου του Αρείου πάγου και έν

κανόνι 11 λιτρών,

Δεκέμβριος και την 3 δεκεμβρίου ευρόντες υπόγειον οπήν

προς τα αριστερά των προπυλαίων επειράθησαν να

παρεισδύσωσιν αλλά διά την ενδότερον σωρείαν λίθων και

χωμάτων ωπισθοδρόμησαν. Μετά δύο δε ημέρας πειραθέντες να

κυριεύσωσι και την τρίτην πύλην της ακροπόλεως, την

έκαυσαν εν μέρει, ούσαν σιδηροσκεπή, αλλ', επισωρευθέντων

όπισθεν αυτής χωμάτων, δεν την ανέτρεψαν και

απεμακρύνθησαν φονεύσαντες τέσσαρας και πληγώσαντες πέντε

(α). Ουδ' οι Τούρκοι εφάνησαν ευτυχέστεροι εξορμήσαντες

την 16, και επανήλθαν φονεύσαντες δύο. Απελπισθέντες δε

οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον,

περιωρίσθησαν την εξής διμηνίαν εις διατήρησιν στενής

πολιορκίας, καθ' ην ουδ' οι Τούρκοι επεχείρησαν έξοδον.

Κανονίαι και τουφεκίαι έπιπταν εκ διαλειμμάτων, αλλά

πάντοτε σχεδόν αβλαβείς, και οι Έλληνες τόσον

εθαρρύνθησαν ώστε επεσκεύασαν τας εν τη πόλει οικίας και

επανέφεραν τας γυναίκας και τα τέκνα των. Περί δε τα τέλη

φεβρουαρίου υπώπτευσαν εξ όσων εφημίζοντο εχθρικήν

εισβολήν, και εφοβήθησαν μη διά της μακράς παρατάσεως της

πολιορκίας ματαιωθώσι και δεύτερον οι αγώνες των· διά

τούτο εζήτησαν παρά της κυβερνήσεως και έλαβαν 2

βομβοβόλους και 200 βόμβας. Αι βομβοβόλοι ετέθησαν επί

του λόφου του Αρείου πάγου 300 οργυιάς μακράν της

ακροπόλεως υπό την διεύθυνσιν του Βουτιέρου, αρξαμένου

την τελευταίαν ημέραν του φεβρουαρίου να βομβοβολή αυτήν

αλλ' αβλαβώς. Συνήλθαν δε και στρατιώται ικανοί

πολλαχόθεν, Αιγινήται, Σαλαμίνιοι, Κεφαλλήνες και 30

φιλέλληνες· ήλθε συγχρόνως και ο υπονομοποιός Κώστας

Χορμόβας, όστις ήρχισε να υπονομεύη προς την τρίτην

πύλην,

Απρίλιος και το πρωί της 18 απριλίου, ό εστι μετά 33

ημερών μόχθους, άναψε την υπόνομον, δι' ης έρριψε κάτω

μέρος του προς την πύλην τείχους και εφόνευσε 10 Τούρκους

φρουρούντας το μέρος εκείνο. Καθ' ην δε στιγμήν άναψεν η

υπόνομος, ώρμησαν Έλληνες και φιλέλληνες, αλλ'

απεκρούσθησαν. 4 Έλληνες, ο φιλέλλην Σκαλεμβέργης και 8

Τούρκοι εφονεύθησαν, και 12 Έλληνες και 3 φιλέλληνες

επληγώθησαν. Ήρχισε δε ο υπονομοποιός ν' ανοίγη την 22

άλλην υπόνομον.

Ιούνιος Αρχομένου δε του Ιουνίου διόλου σχεδόν εξέλειψε

το εν ταις δεξαμεναίς της ακροπόλεως νερόν· εταλαιπώρει

δε τους πολιορκουμένους όχι ολίγον και η συνήθως

επιπολάζουσα επί των πολιορκιών επιδημία· ουδ' η έξωθεν

ετοιμαζομένη τουρκική εισβολή τοις ήτο καν γνωστή εις

εμψύχωσίν των. Δι' όλα ταύτα, και μάλιστα διά την επί

πολλούς μήνας επικρατούσαν εν Αθήναις ανομβρίαν, ην

υπέλαβαν οι Τούρκοι θεομηνίαν, διότι έβλεπαν πίπτουσαν

εκτός της πόλεως την βροχήν, δύο εξ αυτών ανέβησαν επί

των επάλξεων (2 ιουνίου) και επρόβαλαν συνθήκας υπό την

εγγύησιν των προξένων. Οι πρόξενοι δεν ανεδέχθησαν την

ευθύνην· υπεσχέθησαν όμως να καταβάλωσι πάσαν δυνατήν

φροντίδα εις διατήρησιν της συνθήκης. Διέτριβαν πρό τινων

ημερών εν Αθήναις ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο

Αλέξανδρος Αξιώτης, ως αντιπρόσωποι ο μεν πρώτος της

κυβερνήσεως ο δε άλλος του Αρείου πάγου, εις παραλαβήν

του κινδυνεύοντος φρουρίου και καταγραφήν των εν αυτώ

πραγμάτων. Η παρουσία τούτων εθάρρυνε τους δικαίως

φοβουμένους την παρασπόνδησιν Τούρκους· τους εθάρρυνε και

όρκος δοθείς παρά των ισχυόντων Ελλήνων επί του

Ευαγγελίου ενώπιον του μητροπολίτου· και ούτως υπεγράφη

συνθήκη την 9 εν τω αυστριακώ προξενείω και κατά ρητήν

αίτησιν των Τούρκων ενώπιον των προξένων, αλλ' όχι και

υπό την εγγύησίν των. Οι όροι δε της συνθήκης ήσαν η

παραδόσις του φρουρίου και παντός όπλου δημοσίου ή

ιδιαιτέρου, η ασφάλεια της ζωής και της τιμής των

Τούρκων, η άδεια να κατοικήσωσιν εν τη πόλει ή να

διαβιβασθώσιν εις Ασίαν υπό ουδετέραν σημαίαν ανεξόδως, η

μεταξύ αυτών και των Ελλήνων ισομοιρία παντός αργυρού,

χρυσού και πολυτίμου είδους, η τελεία απόδοσις πάσης

περιουσίας ελληνικής, και η μεταβίβασις πάσης ακινήτου

τουρκικής εις την κυριότητα της ελληνικής κυβερνήσεως

(β). Γενομένης δε της συνθήκης, ανέβησαν εις το φρούριον

την επαύριον, α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι

πρόκριτοι του τόπου και το στράτευμα υπό τον Παναγήν

Χτενάν, προπορευομένου του μητροπολίτου· εξήλθαν εις

προϋπάντησιν οι έγκλειστοι Τούρκοι, και παραδώσαντος του

φρουράρχου τας κλεις και ειπόντος «α ύ τ η - ή τ ο ν - η

– θ έ λ η σ ι ς - τ ο υ - Υ ψ ί σ τ ο υ » κατέβησαν όλοι

αυθήμερον εις την πόλιν, όπου τοις εδόθησαν κατοικίαι·

ήσαν δε ψυχαί 1160, εξ ών το έκτον μόλις ικανόν να φέρη

όπλα· όλοι δε εξ αιτίας της κακουχίας έπασχαν, και 60

εντός ολίγων ημερών απέθαναν. Οι Έλληνες ύψωσαν επί του

φρουρίου την σημαίαν των υπό τον κρότον των κανονίων αλλά

την πάνδημον ταύτην χαράν συνεσκίασεν ευθύς λύπη, διότι

εν μέσω του κανονοβολισμού επυρσοκρότησεν απροσδοκήτως έν

κανόνι και ετίναξε τον εφιστάμενον αγαθόν πολίτην και

γενναίον πολεμιστήν Παναγήν Χτενάν τον και φρούραρχον

έξωθεν του φρουρίου.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 15 / 26 段