Απρίλιος Οι Τούρκοι μετά την εν Καστανιά μάχην

κατεδίωξαν τους Έλληνας, έκαυσαν τα καθ' οδόν χωρία, και

την 2 απριλίου έφθασαν καίοντες και εις Μηλιάν. Οι

Έλληνες, αν και δεκαπλάσιοι ήσαν οι εχθροί των,

ητοιμάσθησαν εις μάχην, και οι μεν εκλείσθησαν εν τω

πύργω του χωρίου υπό τον Σάλλαν και τον Γούλαν, οι δε

έμειναν έξωθεν του χωρίου υπό τον Διαμαντήν και τον

Τόλιον εις αντίκρουσιν των ερχομένων εχθρών, αλλά

διεσκορπίσθησαν άμα τους είδαν· ώστε μόνον οι εν τω

πύργω, όχι πλειότεροι των 60, έμειναν πολεμούντες από της

α' ώρας της ημέρας έως του μεσονυκτίου, καθ' ην ώραν

βαλόντες πυρ έκαυσαν τον πύργον, εξήλθαν ξιφήρεις και

εξημερώθησαν είς τινα κοιλάδα επί της Πιερίας· επειδή δε

τους κατεδίωκαν οι εχθροί, έφυγαν και εκείθεν, και

ζητούντες καταφυγήν ώδευσαν εν μέσω κρημνών και χιόνων

προς τα άνω του όρους, και ούτως υπεξέφυγαν ως εκ

θαύματος τον προφανή κίνδυνον. Ανίκανοι δε να παρατείνωσι

τον αγώνα διά τον ολίγον αριθμόν των, την έλλειψιν των

αναγκαίων, και τον παντού διασπαρέντα τρόμον, διηρέθησαν

την 14, και οι μεν εντόπιοι, έμειναν προσωρινώς κατά τα

μέρη εκείνα περιπλανώμενοι εις εύρεσιν των τήδε κακείσε

κρυβέντων συγγενών των, ο δε Σάλλας, ο Λεξίνσκης, ο

Καΐρης καί τινες άλλοι, οδοιπορούντες υπό πιστούς οδηγούς

την νύκτα, και κρυπτόμενοι την ημέραν, πεινώντες,

γυμνητεύοντες, κακοπαθούντες, και έχοντες πάντοτε τον

θάνατον προ οφθαλμών, διεσώθησαν ανελπίστως εις Κόρινθον

αρχομένου του μαΐου. Ο δε οπλαρχηγός Διαμαντής καί τινες

των συγγενών και πιστών του, φεύγοντες και αυτοί κακήν

κακώς και συνοδεύοντες οι πλείστοι τας γυναίκας και τα

τέκνα των, έπεσαν την νύκτα εις το υπό την Μηλιάν πυκνόν

δάσος, «το Ρουμάνι του παλατιού». Οι Τούρκοι

καταδιώκοντές τους έπεσαν εις το αυτό δάσος την αυτήν

νύκτα και ιχνηλάτουν· τόσον δε επλησίασαν τους περί τον

Διαμαντήν, ώστε ηκούοντο αι λαλιαί και τα πατήματά των.

Τινές των γυναικών, εν αις και η του Διαμαντή, εβάσταζαν

εν ταις αγκάλαις τα θηλάζοντα βρέφη των· και επειδή φόβος

ήτο μη ακουσθή ο κλαυθμυρισμός των, και ως εκ τούτου

προδοθώσι και απολεσθώσι πάντες, τα έπνιξαν όλα.

Τοιούτος απέβη ο τόσων αιματοχυσιών και καταστροφών

πρόξενος Μακεδονικός αγών, και πεσών δεν ανέστη πλέον. Οι

δε πιστοί προς τον αγώνα οπλαρχηγοί και οπλοφόροι

συνήχθησαν μετά την καταστροφήν εις Σκιάθον και Σκόπελον

εκτός του Καρατάσου, του Γάτσου και των περί αυτούς

μεταβάντων, ως προείπαμεν, εις το Ασπροπόταμον.

Θανασίμως έβλαψε τα μέρη εκείνα η μη εκ συμφώνου και

ταυτοχρόνως, ουδ' εξ ενός σχεδίου, ένοπλος κίνησις. Αφ'

ού κατεστράφη η Κασσάνδρα και επροσκύνησε το Όρος, τότε

εκινήθη η Νάουσα, ουδ' αυτή εκ προμελέτης αλλ' εξ

ανάγκης· τότε εκινήθησαν καί τινα χωρία του Ολύμπου, ουδέ

και αυτά συνάμα εξ αιτίας της διαιρέσεως και αντιζηλίας

των οπλαρχηγών. Τοιουτοτρόπως οι τόποι εκείνοι

κατεστράφησαν ο είς κατόπιν του άλλου.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.

&Καταστροφή του Αλήπασα. — Πολεμικαί προετοιμασίαι

Τούρκων και Ελλήνων. — Χίος και καταστροφή αυτής —

Κατορθώματα του ελληνικού στόλου.&

ΜΕΤΑ δε την λύσιν της ελληνοαλβανικής συμμαχίας ο Αλής

εγκαταλειφθείς υπό των Αλβανών του και των άλλων όλων,

καθώς πάντοτε εγκαταλείπονται επί της αδυναμίας των οι

θεοποιούμενοι επί της δυνάμεως των τύραννοι, παρεδόθη εις

χείρας των εχθρών του επ' ελπίδι και υποσχέσει αφέσεως

των ανομιών του, αλλ' εθανατώθη τον ιανουάριον ώστε το

αίτιον το διαιρούν τας επί της Ηπείρου τουρκικάς δυνάμεις

και απασχολούν αυτάς μακράν των Ελλήνων έλειψεν. Οι

Έλληνες, και κατ' εξοχήν οι προ των θυρών της Ηπείρου

Στερεοελλαδίται, ησθάνθησαν όλον το μέγεθος του μέλλοντος

αγώνος. Όσον το όνομα του Αλή ήτο μέγα και φοβερόν, τόσον

η πτώσις του εδόξασε τον νικητήν του Χουρσήδην, και η έως

τότε μεταξύ αυτού και του Αλή διηρημένη Αλβανία υπετάχθη

όλη εις τας διαταγάς του, και όλη η Ήπειρος, η επί πολλά

έτη μη σεβομένη τόσον τα πρόσταγμα του σουλτάνου, όσον το

απλούν νεύμα του Αλή, έπεσε και επροσκύνησε τον

Χουρσήδην· το Σούλι μόνον αντείχεν εξ αιτίας της σφαλεράς

και δολίου πολιτικής του προκατόχου του Πασόμπεη, αλλά

και αυτό εκλονίζετο. Μετά δε την εξόντωσιν του Αλή, ο

Χουρσήδης έρριψεν όλην την προσοχήν του εις την

επανάστασιν της Ελλάδος. Η Πελοπόννησος εκίνη προ παντός

άλλου μέρους την αγανάκτησίν του. Επί της αλώσεως της

Τριπολιτσάς και τα πλούτη του διηρπάγησαν και αι γυναίκες

του ηχμαλωτίσθησαν. Το τελευταίον τούτο δυστύχημα,

εξάπτον την περί τα τοιαύτα συνήθη οθωμανικήν ζηλοτυπίαν,

ανησύχαζε τον νουν του, παρώργιζε και την καρδίαν του. Εν

ώ δε τοιαύτα ησθάνετο κατά των Ελλήνων ο Χουρσήδης ως

ιδιώτης, ο σουλτάνος, ο μετά την πτώσιν του Αλή θεωρών

αυτόν ως υποστήριγμα του κλονιζομένου κράτους του, τω

έδωκε πάσαν εξουσίαν και τω επεδαψίλευσε παν ό,τι

εφαίνετο συντείνον εις καταστροφήν του ελληνικού αγώνος.

Βαρείς και πολυειδείς πολεμικούς περισπασμούς είχεν ο

σουλτάνος το παρελθόν έτος, και διά τούτο δεν εδυνήθη να

ρίψη μεγάλας δυνάμεις εις Ελλάδα. Είχε τον πόλεμον κατά

του Αλή, τον πόλεμον κατά των Περσών, τον πόλεμον εν

Μολδοβλαχία και τον φόβον του επικειμένου ρωσσικού

πολέμου. Αλλά το αρχόμενον δεύτερον τούτο έτος ευρέθη

απαλλαγμένος των ανωτέρω δεινών. Είχεν όλως διόλου σβεσθή

η επανάστασις της Μολδοβλαχίας και εκλείψει ο φόβος του

επικειμένου ρωσσικού πολέμου, διότι ο αυτοκράτωρ

Αλέξανδρος, μη παύων να δίδη δείγματα τρανά της

ειλικρινούς διαθέσεώς του υπέρ της διατηρήσεως του

ειρηνικού συστήματος, απέθεσε την λύσιν των προς την

Πύλην πολιτικών διαφορών του εις την παρέμβασιν των άλλων

Δυνάμεων, αίτινες μη θέλουσαι τον πόλεμον κατεγίνοντο

σπουδαίως και ευτυχώς διά των εν Κωνσταντινουπόλει

πρέσβεων εις εξισασμόν. Διήρκει μόνον ο περσικός πόλεμος,

αλλ' ήτο πόλεμος μικρός και απέκειτο εις την Πύλην να τον

παύση καθ' ην ώραν ήθελεν· επί λόγω δε ανακωχής και επ'

ελπίδι συμβιβασμού διεκόπησαν και αι μικραί αύται

τουρκοπερσικαί εχθροπραξίαι. Διά τους λόγους τούτους το

αρχόμενον έτος παρίστατο ως έτος παντελούς καταστροφής

του ελληνικού αγώνος, και η Ελλάς εφαίνετο ενώπιον όλου

του κόσμου επί του χείλους του τάφου. Τω όντι αι μεν

τουρκίζουσαι εφημερίδες της Ευρώπης επανηγύριζαν έκτοτε

τα επικήδειά της, αι δε ελληνίζουσαι εθρήνουν την

συμφοράν της.

Μεγάλαι δε και φοβεραί ήσαν αι γενόμεναι κατά της Ελλάδος

πολεμικαί προπαρασκευαί διά ξηράς και θαλάσσης. Η

εμπειροπόλεμος Αλβανία, ην κινεί ο μισθός, εκινείτο όλη.

Οι ηγεμόνες όλων των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής

αυτοκρατορίας διετάχθησαν να στρατολογήσωσιν, εν δε τοις

ναυστάθμοις ητοιμάζετο εις έκπλουν μέγας στόλος. Το

σχέδιον δε ήτο να εισβάλωσι πολυπληθή στρατεύματα τα μεν

εις την Αιτωλοακαρνανίαν τα δε εις την Ανατολικήν Ελλάδα,

και διά της συμπράξεως του μεγάλου στόλου, μέλλοντος να

καταπλεύση εις τον κορινθιακόν κόλπον, να μεταβώσι τα

πλείστα εις Πελοπόννησον και να σβέσωσι τοιουτοτρόπως την

εστίαν της ελληνικής επαναστάσεως. Καλή τύχη είχεν ήδη

συστηθή εν Ελλάδι κυβέρνησις, ήτις και το όνομα μόνον

έχουσα κυβερνήσεως ωφέλει τα μέγιστα, διότι εχρησίμευεν

ως κέντρον όλων των διηρημένων και αυτοκεφάλων μερών της

Ελλάδος. Συνέβη δε και ο θάνατος του Αλή τον χειμώνα,

ώστε αι πάντοτε βραδείαι των Τούρκων ετοιμασίαι εβράδυναν

έτι μάλλον, και δεν ήτο δυνατόν να ενεργηθώσι τα

μελετώμενα καταστρεπτικά σχέδιά των προ του καλοκαιρίου.

Η Ελλάς, αν και είχε μεγάλην απόφασιν, είχε μηδαμινούς

πόρους. Ευτυχής πόλεμος ενός έτους χρηστάς ενέπνευσε του

μέλλοντος ελπίδας· αλλ' ο πόλεμος «δείται χρημάτων και

άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων»· το δε

ταμείον της Ελλάδος ήτο πάντη κενόν αλλά συνέπεσε να

λάβωσιν οι Έλληνες χρηματικά βοηθήματα παρ' αυτού του

εχθρού των Χουρσήδη, άτινα, αν και μικρά, ήσαν μεγάλα διά

τους μηδέν έχοντας και τους διά μικρών μεγάλα πράττοντας.

Ιδού δε πώς τα έλαβαν. Είδαμεν, ότι επί της αλώσεως της

Τριπολιτσάς ηχμαλωτίσθησαν αι γυναίκες του Χουρσήδη και

Μεχμέτη, ο καϊμακάμης, ο κεχαγιάμπεης και άλλοι. Πρό

τινος καιρού διεπραγματεύετο μεταξύ του Χουρσήδη και των

Ελλήνων η ανταλλαγή των αιχμαλώτων τούτων και των παρά τω

Αλή ομηρευόντων Σουλιωτών πεσόντων μετά την καταστροφήν

του εις χείρας του νικητού Χουρσήδη, ήγουν της γυναικός

και των τέκνων του Μάρκου Μπότσαρη, του αδελφού του

Κώστα, του Ναστούλη Νταγκλή, του Κώστα Τζαβέλλα, του

Κίτσου Κωλιοδημήτρη και του προεστώτος της Λεβαδείας

Νικολάου Νάκου. Πέντε μήνας διήρκεσεν η διαπραγμάτευσις

αύτη και απεπερατώθη διά της μεσιτείας του μεγάλου

αρμοστού των ιονίων νήσων τον απρίλιον, καθ' όν έγεινεν η

ανταλλαγή, και έλαβε το ελληνικόν ταμείον επί λόγω λύτρων

δίστηλα 80,000. Η Ελληνική κυβέρνησις εξέδωκε διαφόρους

νόμους περί εξωτερικού δανείου, περί συνεισφορών, περί

φορολογιών και περί συνάξεως των αργυρών και χρυσών

σκευών των μοναστηριών και εκκλησιών εξήρεσε δε μόνον τα

εις τελετήν των ιερών μυστηρίων και τα χρυσά και αργυρά

κοσμήματα των εικόνων· αλλ' ολίγον ωφελήθη εξ αιτίας των

περιστάσεων ώστε, εν ώ αι χρείαι της ήσαν μεγάλαι, οι

χρηματικοί της πόροι ήσαν πάντοτε μηδαμινοί. Και ταύτα

μεν τα περί τούτων.

Ερχόμεθα δε τώρα να ιστορήσωμεν τα της Χίου κατά το

ενεστώς έτος· και επειδή εφημίζετο δικαίως η νήσος αύτη

διά τα φυσικά της κάλλη, διά το διοικητικόν σύστημά της

και διά την ευτυχή κατάστασίν της, προοιμιάζομεν

εντεύθεν.

Απέναντι της Ιωνίας, πέντε ήμισυ μίλια απέχουσα του προς

νότον ακρωτηρίου, του παρά τοις παλαιοίς Αργέννου και

παρά τοις νεωτέροις Καβομπιάνκα, έχουσα 37 μιλίων μήκος

και μέγιστον πλάτος 24, περίπλουν δε 120, παρατείνεται η

Χίος· ο βραχύστομος δε πορθμός υπερτετραπλασιάζεται

κοιλαινόμενος προς τα έσω, και απολήγει προς βορράν παρά

τινα νησίδια εις δύο εύπλευστα στόμια πλάτος έχοντα το

μεν προς την Ιωνίαν πέντε ήμισυ μιλίων το δε προς την

Χίον ενός και ήμισυ. Τραχεία και βουνώδης είναι εν γένει

η νήσος, αλλ' έχει και γην εύκαρπον, ευανθή και

καλλίδενδρον· το δε κλίμα της είναι ευκραές, γλυκύ και

υγιεινόν. Πολυάριθμοι και πυργοστόλιστοι λεμονώνες,

πορτοκαλλώνες, κιτρώνες, και πολυειδή αγλόμοροα άλλα φυτά

και δένδρα καθωραΐζουν την νήσον και αυτούς τους

διαπλέοντας γοητεύουν διά της ευθαλείας και ευωδίας. Η

πόλις κείται κατωφερώς εν τω μέσω της ανατολικής και

παραθαλασσίας πλευράς της νήσου αντικρύ των Ερυθρών, μιας

των δώδεκα ιωνίων πόλεων, και αρκτικώτερον του καθ' ημάς

Τσεσμέ, και διαιρείται εις τρία, την Απλωταριάν, τον

Εγκρεμόν και τα Παλαιόκαστρον παράκειται και επιθαλάσσιον

φρούριον και δεξιά μεν της εισόδου του λιμένος της πόλεως

και του φρουρίου υψούται πύργος ένοπλος (μπούρτσι),

αριστερά δε φανός εις οδηγίαν των εισπλεόντων. Η πόλις

περιελάμβανε κάτοικους 30,000, νοσοκομείον, λωβοκομείον,

βιβλιοθήκην, τυπογραφείον και μεγαλοπρεπές γυμνάσιον,

όπου εφοίτων πολλαχόθεν της Ελλάδος νέοι υπό τους κατά

καιρόν σοφούς διδασκάλους Αδαμάντιον Ρώσιον, Αθανάσιον

Πάριον, Δωρόθεον Πρώιον, Κωνσταντίνον Βαρδαλάχον, Ιωάννην

Τσελεπήν και Νεόφυτον Βάμβαν. Είχε δε η νήσος όλη 66

χωρία, εν οις και τα προς νότον 24, τα παράγοντα την

περίφημον μαστίχην, υπερτέραν, κατά τον Πλίνιον, και

αυτής της αραβικής και ινδικής· είχε δε και επτά

μοναστήρια καλογήρων, δύο καλογραιών, και υπέρμεγαν

αριθμόν εκκλησιών και εκκλησιδίων· συνηριθμούντο δε οι

κάτοικοι όλης της νήσου 120,000, εν οις 2000 Τούρκοι

κατοικούντες την πόλιν εν καιρώ ειρήνης, 70 Εβραίοι

κατοικούντες πάντοτε το φρούριον, και 2000 του δυτικού

δόγματος κατοικούντες οι μεν την εξοχήν οι δε την πόλιν.

Η υπέρ πάσαν δε άλλην ακμάζουσα νήσος αύτη επί του αγώνος

ήκμαζε και επ' αυτών των ομηρικών χρόνων καλουμένη έκτοτε

λ ι π α ρ ω τ ά τ η, ήτοι πλουσιωτάτη. Πλουσιωτάτη και

ευνομωτέρα πάσης άλλης ελληνικής πολιτείας μετά την

αριστοκρατουμένην Λακεδαίμονα θεωρείται και παρά του

Θουκυδίδου. Αριστοκρατικόν ήτο το καθ' ημάς ως και το

αρχαίον πολίτευμά της· αρχαία και πατροπαράδοτος και η

φιλεμπορία των κατοίκων της ενισχυομένη έτι μάλλον υπό

της ολιγοκαρπίας της γης.

Έδρευαν εν τη πρωτευούση της νήσου μουτεσελήμης και

καδής, αλλ' εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως μόνον σχεδόν

διά τον τύπον· οι αληθείς κυβερνήται και δικασταί ήσαν οι

πέντε δημογέροντες αυτής εκλεγόμενοι κατ' έτος και

διοικούντες την κοινότητα κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Την 3 Φεβρουαρίου συνήρχοντο εις τον ναόν του αγίου

Φωτίου 40 περίπου των εγκριτωτέρων, και αφ' ού οι

παύοντες δημογέροντες ανήγγελλαν ότι επέστη ο καιρός των

νέων αρχαιρεσιών και εζήτουν δημοσία συγγνώμην άν τινα

ελύπησαν, εναπέμεναν αυτοί και 20 εκ των άλλοτε

χρηματισάντων δημογερόντων, ήτοι 8 εκ της Απλωταριάς, 8

εκ του Εγκρεμού, 2 εκ του Παλαιοκάστρου και 2 δυτικοί.

Δεκαέξ δελτία, όλα εσφραγισμένα, εξ ών τέσσαρα μόνον ήσαν

έγγραφα φέροντα την λέξιν «μείνε», διενέμοντο τότε παρά

των παυόντων δημογερόντων τα μεν οκτώ, εν οις και δύο

έγγραφα, εις τους Απλωταριώτας ανά έν αδιακρίτως, τα δε

λοιπά επίσης αδιακρίτως εις τους Εγκρεμιώτας· και όσοι

μεν ελάμβαναν τα άγραφα, ανεχώρουν ευθύς, οι δε λαβόντες

τα έγγραφα, ήτοι 2 Απλωταριώται, και 2 Εγκρεμιώται, μετά

των 2 Παλαιοκαστρινών, των 2 δυτικών και των παυόντων

δημογερόντων όλοι 13 έμεναν ως εκλογείς· των θυρών δε

κεκλεισμένων, ανεγινώσκοντο παρά των παυόντων

δημογερόντων εις επήκοον πάντων κατάλογοι υποψηφίων, εξ

ών ενεκρίνοντο ως δημογέροντες πέντε, ων τα ονόματα

εγνωστοποιούντο αυθωρεί τω καδή, κατεγράφοντο εν τω

κώδηκί του και εξεδίδετο το επικυρωτήριον (χοτσέτι)·

ηνοίγοντο έπειτα αι θύραι του ναού και ανηγορεύοντο οι

νέοι δημογέροντες· την δε επαύριον εκάλουν οι παύοντες

τους νεοψηφίστους εις το δημαρχείον, λεγόμενον Μεζάν, και

προπορευόμενοι τους συνώδευαν πρώτον εις τας τουρκικάς

Αρχάς και έπειτα εις τον αρχιερέα· αφ' ού δε τους ευλόγει

ο αρχιερεύς, επανήρχοντο όλοι εις το δημαρχείον

προπορευόμενων των νεοψηφίστων και ευφημούντος του λαού,

και οι παύοντες δημογέροντες έδιδαν λόγον των πράξεων των

αυθημερόν.

Μεγάλην ισχύν είχαν, πολλάς τιμάς απελάμβαναν και

πολυειδή καθήκοντα εξεπλήρουν οι δημογέροντες· συνήρχοντο

δε καθ' ημέραν εις το δημαρχείον και ήσαν οι προστάται

των επί της νήσου Χριστιανών από πάσης επηρείας των εν

αυτή Τούρκων συστελλομένων και φοβουμένων να κακοποιώσι

τους Χριστιανούς, διότι διέτριβαν εν Κωνσταντινουπόλει

αντιπρόσωποι επαγρυπνούντες τα συμφέροντα της

χριστιανικής κοινότητός των, και δυνάμενοι, δι' ης

απελάμβαναν παρά τοις κρατούσιν ισχύος επί αδραίς

δαπάναις να τιμωρώσι τους μη πράως φερομένους προς τους

Χριστιανούς της νήσου και μη τα έθιμα του τόπου και τους

νόμους σεβομένους. Υπερασπίζοντες δε τοιουτοτρόπως οι

δημογέροντες τους συμπολίτας των ησχολούντο σπουδαίως και

να εξισάζωσι τας προς αλλήλους διαφοράς αυτών εν πνεύματι

επιεικείας και δικαιοσύνης κατά τα πατροπαράδοτα έθιμά

των πηγάζοντα κυρίως από των βυζαντινών νόμων· και τας

μεν εμπορικάς διαφοράς ανέθεταν εις πέντε ειδικούς

δικαστάς λεγομένους πρωτομάστορας, τας δε ναυτιλιακάς εις

τρεις λεγομένους δεπουτάτους· εθεώρουν δε τας λοιπάς οι

δημογέροντες αυτοπροσώπως ή διώριζαν εκ του προχείρου

άλλους εκ των ειδημονεστέρων εις λύσιν αυτών· εν πλήρει

δε χρήσει ήτο και η αιρετοκρισία. Αλλ' η δικτατορική

ούτως ειπείν δύναμις αύτη των δημογερόντων εμετριάζετο

συγκαλουμένων εις σύσκεψιν άλλοτε 40 ή 50, και άλλοτε 15

ή 8 εκ των εγκριτωτέρων κατά την φύσιν των πραγμάτων· η

απόφασις δε των συγκαλουμένων ήτον οριστική. Τόσον δε

ακριβώς, απαθώς και εντίμως εξεπλήρουν οι δημογέροντες τα

καθήκοντά των, ώστε ουδείς ουδέποτε ως καταχραστής

κατηγορήθη, και πάντες ελάμβαναν επί της λογοδοσίας των

τας ευχαριστίας του κοινού διά την αξιέπαινον διαχείρισιν

της δημοτικής Αρχής. Εκτός δε των εν τοις πράγμασι ουδείς

των Χίων είχεν άδειαν να επισκέπτεται τας τουρκικάς Αρχάς

του τόπου.

Η νήσος όλη δεν υπέκειτο εις την δημοτικήν Αρχήν της

πόλεως, και εκ των 66 χωρίων της τα μεν Μαστιχοχώρια

είχαν ιδίαν κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν· ιδίαν

κυβέρνησιν τουρκικήν και δημοτικήν είχαν και 3 άλλα χωρία

οφείλοντα να επισκευάζωσι τα υδραγωγεία της πόλεως αμισθί

και διά τούτο μη φορολογούμενα, ήγουν ο Δαφνώνας, το

Βασιλιόνικον και αι Καρυαί· τα δε λοιπά είχαν και ταύτα

τους γέροντας των, αλλ' υπέκειντο εις τας τουρκικάς και

χριστιανικάς Αρχάς της πόλεως.

Εκτός δε των προς τας τουρκικάς Αρχάς τελών εφορολογούντο

οι Χίοι ως εφεξής. Δώδεκα ευυπόληπτοι πολίται,

εκλεγόμενοι καθ' εξαετίαν και οδηγούμενοι υπό τοπικών και

ατομικών γνώσεων, έθεταν υπό τινας όρους και εν αγνοία

παντός άλλου τους φόρους κατά την εκτίμησιν της κινητής

και ακινήτου περιουσίας εκάστου φροντίζοντες να μη

βαρύνωσι τον μικρόν λαόν και παρέδιδαν το βιβλίον της

φορογραφής εσφραγισμένον εις τους δημογέροντας, οίτινες,

συμπαραλαμβάνοντες και τέσσαρας άλλους των εγκρίτων,

εξετίμων τους δώδεκα φοροθέτας. Επειδή η νήσος ετρέφετο

έξωθεν το πλείστον μέρος του έτους, εισήγοντο τα τρόφιμα

ατελή· η ατέλεια δε αύτη, η κατ' αναλογίαν μικρά

συνεισφορά των κατωτέρων τάξεων και η ολοτελής ασυδοσία

των κατωτάτων εθεωρούντο ως αποζημιώσεις διά την μη εις

τα δημοτικά συμμέθεξιν αυτών,

Και ούτω μεν οι Χίοι επολιτεύοντο· εις τον συνετόν δε

τούτον τρόπον του κυβερνάν και κυβερνάσθαι, και εις την

προς το εμπορεύεσθαι και ξενιτεύεσθαι ροπήν των πολιτών

της ωφείλετο η ευζωία, η ευνομία και η φιλομάθεια, δι' ας

η νήσος αύτη εθεωρείτο εν τη Ανατολή ως άλλη νήσος των

Μακάρων.

Διηγήθημεν ήδη, ότι η εις ανέγερσιν της Χίου καταπλεύσασα

το παρελθόν έτος εις του πασά την Βρύσιν υδραϊκή μοίρα

ανέπλευσεν εις Ύδραν άπρακτος, διότι και η νήσος ευτύχει,

και οι φιλέμποροι και φιλοβιομήχανοι λαοί σπανίως είναι

φιλοπόλεμοι, και η Φιλική Εταιρία προσηλύτους εν αυτή,

σχεδόν δεν είχε· μετά δε την περί ης ο λόγος απόπειραν,

οι Τούρκοι εφάνησαν προνοητικώτεροι παρά το σύνηθες. Αφ'

ού εκράτησαν εν τω φρουρίω τινάς των εγκρίτων της πόλεως

και τον αρχιερέα, συμπαρέλαβαν μετ' ολίγας ημέρας καί

τινας των Μαστιχοχωριτών και αφήρεσαν από των κατοίκων

όλης της νήσου όσα ηύραν παρ' αυτοίς όπλα·

γνωστοποιήσαντες δε εις Κωνσταντινούπολιν τους

εξωτερικούς και εσωτερικούς φόβους των εζήτησαν βοήθειαν

εις ασφάλειάν των. Επί τη αιτήσει ταύτη διεβιβάσθησαν

κατ' αρχάς επί της νήσου χίλιοι οπλοφόροι, εν οις πολλοί

Κρήτες, ατακτούντες καθ' ημέραν, αρπάζοντες και

φονεύοντες ατιμωρήτως και εν τη πόλει και εν τοις

χωρίοις. Διεβιβάσθη μετ' ολίγον εις την νήσον προς

σωφρονισμόν των ατάκτων τούτων και ως φύλαξ πληρεξούσιος

της νήσου ο Βεχήτπασας μετά εκατόν πυροβολιστών. Μετ'

αυτόν διεβιβάσθησαν χίλιοι άλλοι στρατιώται υπό τον

Ελέζογλουν, ον είδαμεν άλλοτε φιλανθρώπως πολιτευόμενον

προς τους εν Κουσαντασίω Χριστιανούς, αλλ' ήδη

διατελούντα υπό τας διαταγάς πασά έχοντος θηρίου καρδίαν,

αγγαρεύοντος καθ' ημέραν εις επισκευήν του φρουρίου τον

χριστιανικόν λαόν, εργοδιωκτούντος και καταναγκάζοντος

τους εν τοις πράγμασι Χριστιανούς να τρέφωσι τον επί της

νήσου μαχαιροφόρον όχλον του και να θεραπεύωσι διά

πλουσίων χορηγιών την άπληστον φιλοχρηματίαν του εις

αποτροπήν της διαρπαγής, του ανδραποδισμού και της

αιματοχυσίας.

Ο Υψηλάντης, καθ' όν καιρόν εστρατοπέδευεν εν Τρικόρφοις,

διέταξεν εκστρατείαν εις Χίον υπό την οδηγίαν του

Λυκούργου Λογοθέτου εν τη ιδία αυτού εξουσία κατά την

επικρατούσαν τότε τάξιν· αλλά θεωρήσας ταύτην βραδύτερον

φθοροποιάν ανεκάλεσε την διαταγήν του. Εγκατασταθείσης δε

της κυβερνήσεως, περιεφέροντο εις την αποστατήσασαν

Ελλάδα ασήμαντοί τινες Χίοι προσπαθούντες να φέρωσιν

έξωθεν εις την φιλειρηνικήν πατρίδα των την επανάστασιν

εν αγνοία και παρά γνώμην των δυνατών πολιτών της· μη

εισακουόμενοι δε παρά της κυβερνήσεως, ήτις έβλεπεν ότι

κατεστρέφετο βεβαίως η νήσος, εσκέπτοντο άλλως πως να

κατορθώσωσι το σκοπούμενον. Μεταξύ τούτων διεκρίνετο

Αντώνιος τις Μπουρνιάς εκ Παρπαριάς, χωρίου της Χίου,

υπηρετήσας άλλοτε παρά τοις Γάλλοις ως λοχαγός.

Διηγούμενοι τα της Σάμου είπαμεν, ότι επί των αντικρύ

παραλίων της δεν έμειναν Τούρκοι ειμή εν Κουσαντασίω ως

έχοντι δυνατόν φρούριον. Επειδή συνηθροίζοντο αυτόθι

συχνάκις τουρκικά στρατεύματα, εσύμφερε να εκλείψη η

φωλεά αύτη διά την ασφάλειαν και την ησυχίαν της Σάμου·

διά τούτο, σκέψεως κοινής γενομένης, απεφάσισαν οι Σάμιοι

να ετοιμάσωσιν εκστρατείαν εις άλωσιν του φρουρίου. Εν ώ

δε κατεγίνοντο εις τούτο, μεταβάς ο Μπουρνιάς εις Σάμον

μετά των ασημάντων συμπατριωτών του επρόβαλε τω αρχηγώ

της εκστρατείας Λυκούργω ν' αναβάλη το ανά χείρας σχέδιον

και εκστρατεύση εις Χίον επί λόγω, ότι το μεν φρούριον

του Κουσαντασίου ήτο δυσάλωτον, το δε της Χίου ευάλωτον,

ότι όλοι οι Χίοι ήσαν έτοιμοι να κινηθώσιν άμα έβλεπαν

τους Σαμίους εν μέσω αυτών, και ότι μεγάλαι χρηματικαί

ωφέλειαι θα προήρχοντο επ' αγαθώ του κοινού εκ της

συμπαραλαβής της πλουσίας ταύτης νήσου· τω ενεχείρισε δε

και γράμμα προτρεπτικόν ενός των επιτρόπων των

Μαστιχοχωρίων. Προθύμως εδέχθη ο Λυκούργος την πρότασιν

ταύτην και ανεδέχθη την ταχείαν συμπλήρωσιν της

ετοιμαζομένης εκστρατείας εις τρισχιλίους, μηδόλως

συλλογισθείς ποίον επιχείρημα επεχείρει και ποίαν ευθύνην

ανελάμβανε κινών εις αποστασίαν πολυάνθρωπον και

ευδαίμονα τόπον παρά την θέλησιν αυτού του τόπου, άνευ

αδείας της εθνικής του κυβερνήσεως, στερούμενος της

συμπράξεως των ναυτικών νήσων, παρά γνώμην του Υψηλάντου,

ον και μετά την σύστασιν της κυβερνήσεως εθεώρει αρχηγόν

του, και καθ' ην ώραν ήρχιζε το έαρ, ήτοι ο

ακαταλληλότερος καιρός, και ήσαν έτοιμα πολλά τουρκικά

στρατεύματα εις εκστρατείαν και πολύς στόλος εις έκπλουν

και τόσοι έγκριτοι Χίοι εν τω φρουρίω ομηρεύοντες (α).

Αφ' ού δε έγειναν τα εν Σάμω ενεργούμενα γνωστά εν

Κωνσταντινουπόλει, έσπευσεν η Πύλη να ζητήση και παρ'

εαυτή εις ασφάλειαν της πίστεως των Χίων ομήρους· και

εστάλησαν τρεις των εγκρίτων, ο Παντελής Ροδοκανάκης, ο

Μιχαήλ Σκυλίτσης και ο Θεόδωρος Ράλλης, οίτινες φθάσαντες

εις Κωνσταντινούπολιν εφυλακίσθησαν. Οι δε επί της Χίου

Τούρκοι εφύλατταν έκτοτε αυστηρότερον τους εν τω φρουρίω,

εμποδίζοντές τους να λαλώσιν ως άλλοτε μετά των συγγενών

των. Έστειλαν δε ο αρχιερεύς και οι δημογέροντες κατά

διαταγήν του πασά εις μεν τα χωρία της νήσου αποστόλους

και ιεροκήρυκας, προτρέποντες τους κατοίκους να μείνωσι

πιστοί εις την Πύλην και ήσυχοι, εις δε την Σάμον

εξεταστάς περί της θρυλλουμένης εκστρατείας επί

παραγγελία να προσπαθήσωσι να την εμποδίσωσιν, αν τω όντι

ητοιμάζετο.

Μάρτιος Την πρώτην εβδομάδα του μαρτίου διεδόθη λόγος

εν τη πόλει της Χίου ότι 18 Σάμιοι απέβησαν εις Περαμά,

χωρίον βορεινόν της νήσου. Ο πασάς, δικαίως υποπτεύων ότι

οι αποβάντες σκοπόν είχαν να υποκινήσωσι τους χωρικούς,

έστειλε στρατιώτας εις σύλληψίν των, και αποτυχών απήτησε

να τους συλλάβη το κοινόν της Χίου. Το κοινόν έστειλέ

τινας όπου υποψία ήτον ότι εκρύβησαν· αλλ' εν ώ

κατεγίνοντο εις εύρεσιν αυτών, εφάνησαν την 9 ερχόμενα

πολλά πλοία.

Επί σκοπώ να μη ταλαιπωρώνται αδιακόπως και απασχολώνται

των έργων αυτών οι κρατηθέντες εν τω φρουρίω Χίοι,

εδιπλασιάσθη ο αριθμός αυτών και αλληλοδιεδέχοντο

μηνιαίως κατά το ήμισυ, οι μεν αναβαίνοντες εις το

φρούριον, οι δε καταβαίνοντες εις την πόλιν· μόνος ο

αρχιερεύς ως μη αντικαταστήσιμος δεν μετετόπει. Αλλ' ο

πασάς, αφ' ού ήκουσεν ότι ήρχοντο τα περί ων ο λόγος

πλοία, ανεβίβασεν εις το φρούριον και τους εν τη πόλει

εις πλείονα ασφάλειάν του και εκράτησε και τους εν αυτώ,

ώστε εδιπλασίασε τον αριθμόν των υποχειρίων του, όλων 72.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 12 / 26 段