Η δε συνέλευσις του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος

απεπεράτωσε και εκείνη τας εργασίας της την 20 υπό την

προεδρίαν και οδηγίαν του Νέγρη και εγκατέστησε τοπικήν

Αρχήν (ε). Αλλ' όσον η αδελφή της του δυτικού μέρους

προσηλώθη εις τον κύριον σκοπόν, τόσον αύτη απεμακρύνθη.

Ο οργανισμός της τοπικής Αρχής, κληθείς «νομική

διάταξις», είναι πολιτικός πανδέκτης, αν όχι και

πολιτικός κυκεών. Η συνέλευσις, μη αρκεσθείσα εις την

άκαιρον συσσώρευσιν παντός είδους ορισμών και διατάξεων,

νομοθετήσασα και την ανοχήν όλων των γλωσσών εντός της

περιφερείας της, ως αν κατετρέχοντο αι γλώσσαι, καθώς

άλλοτε άλλου αι θρησκείαι, και αναγνωρίσασα ως

επικρατούσαν γλώσσαν την ελληνικήν, ως αν ήτο και τούτο

αμφισβητήσιμον, εξέτεινε τα όρια της εξουσίας της τόσον,

ώστε, αφ' ού ώρισε τας δυνάμεις και αυτής της μελλούσης

εθνικής κυβερνήσεως, δεν εδίστασεν άλλας αυτών

αυτεξουσίως να οικειοποιηθή, και άλλας κατά το δοκούν να

περιορίση· έδωκε δε τη τοπική Αρχή, ην εσύστησε, και

δύναμιν να φέρη εντός της Ελλάδος ξένα στρατεύματα άνευ

της συγκαταθέσεως της εθνικής κυβερνήσεως· αλλ', αφ' ού

απεπεράτωσε τας εργασίας της, παρήτησεν εν μέρει διά

τινος παραρτήματος τους πολιτικούς σφετερισμούς της.

Επειδή οι οπλαρχηγοί ήγαν και έφεραν το μέρος εκείνο της

στερεάς Ελλάδος, οποία παραχώρησις και αν εγίνετο προς

εκείνους υπέρ το δέον ήτο συγχωρητή διά τας περιστάσεις·

αλλ' αι περί ων ο λόγος πολιτικαί παρεκτροπαί δεν

επήγαζαν εκείθεν, ουδ' έτειναν προς τον σκοπόν εκείνον·

διά τούτο δεν δύναταί τις να τας δικαιολογήση ουδέ καν ως

έργα ανάγκης. Τόσην δε πεποίθησιν είχεν ο Νέγρης ότι το

έργον του ήτον άριστον, ώστε μη τυχόν άλλος αντιποιηθεί

την εντεύθεν δόξαν, εφρόντισε να παρενείρη εν τοις

πρακτικοίς της συνελεύσεως, ότι η περί ης ο λόγος νομική

διάταξις εισήχθη παρ' αυτού. Δεκατετραμελής ωρίσθη η

τοπική Αρχή διαιρεθείσα εις δύο τμήματα, πολιτικόν και

δικαστικόν· και των μεν μελών η διάρκεια ωρίσθη

δωδεκάμηνος, η δε των προέδρων πεντηκονταδιήμερος·

εξελέχθησαν δε πρόεδροι του μεν πολιτικού ο Νέγρης, του

δε δικαστικού ο επίσκοπος Ταλαντίου· εκλήθη δε η Αρχή

αύτη Ά ρ ε ι ο ς - Π ά γ ο ς, αν και αι πρώτισται αυτού

εργασίαι ήσαν πολιτικαί (ζ). Αλλ' έπρεπεν ακατάλληλος

οργανισμός να λάβη και ακατάλληλον κλήσιν.

Εν ώ δε ωργανίζετο η στερεά Ελλάς, εκινείτο προς τον

αυτόν σκοπόν και η Πελοπόννησος. Η Τριπολιτσά, αν και

εκενώθη στρατευμάτων, δεν ήτον επιτηδεία εις συνεδρίασιν

των πληρεξουσίων του έθνους κατά την περίστασιν εκείνην

διά τα επακόλουθα της πολιορκίας και αλώσεώς της.

Μετέβησαν δε κατ' αυτάς εις Τριπολιτσάν και απεσταλμένοι

των ναυτικών νήσων· προβάλλοντες να συγκαλεσθή η εθνική

συνέλευσις εις παραθαλάσσιόν τι μέρος πλησίον Ύδρας και

Σπετσών, και απεφασίσθη ομογνωμόνως το Άργος· εξεδόθησαν

και συγκλητήρια· αλλ' επρόκειτο να συστηθή προ της

εγκαταστάσεως της γενικής εθνικής κυβερνήσεως τοπική

γερουσία και εν Πελοποννήσω, καθώς και εν στερεά Ελλάδι.

Διά τον σκοπόν τούτον εξέλεξαν αι επαρχίαι της ανά έξ

γενικούς εφόρους, και ένα των έξ ως μέλος της γερουσίας.

Αλλά τα μέλη της μη εισέτι συγκεκροτημένης γερουσίας

εκλήθησαν να γράψωσι και τον οργανισμόν αυτής, ό εστι να

ορίσωσι τας ιδίας αυτών δυνάμεις. Εντεύθεν ενδεχόμενον

ήτο να πηγάση μεγάλη κατάχρησις· αλλά καλή τύχη

παρεδέχθησαν τον συνετόν οργανισμόν της γερουσίας της

Δυτικής Ελλάδος μετά τινων άλλων διατάξεων. Συστήσαντες

δε οι Πελοποννήσιοι την γερουσίαν των επρόσφεραν την

προεδρίαν τω Υψηλάντη θέλοντες όχι τόσον να τον

τιμήσωσιν, όσον να τον απομακρύνωσιν ευσχήμως των γενικών

πραγμάτων της εθνικής συνελεύσεως· αλλ' ο Υψηλάντης

απεποιήθη την προσφοράν, και ανεδείχθη πρόεδρος ο

επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος. Ήρχισαν δε τα της

γερουσίας ταύτης εν Άργει την 1 δεκεμβρίου και

απεπερατώθησαν και υπεγράφησαν εν Επιδαύρω την 27.

Μετά δε τα κατά την Άρταν συμβάντα αναγκαίον εθεώρησαν οι

εισβαλόντες σύμμαχοι Ελληνοαλβανοί να στείλωσι τον Ταχήρ

- Αμπάζην, ένα των αρχηγών των Αλβανών, προς τον

Μαυροκορδάτον εις συνδιάλεξιν και συμμέθεξιν ων έφερεν

ούτος βοηθημάτων προς ενίσχυσιν του αγώνος. Τω εδόθη δε

και πληρεξούσιον ανοικτόν φέρον τα σφραγίσματα των

συναδέλφων του Αλβανών ίνα απέλθη εις Πελοπόννησον ως

αντιπρόσωπος αυτών παρά τη προκειμενική εθνική

συνελεύσει, ή αντικαταστήση άλλον.

Αν και εγνώριζεν ο ανήρ ούτος εξ όσων έμαθε παρά των μετά

την άλωσιν της Τριπολιτσάς επανελθόντων ομοφύλων του τις

ο αληθής σκοπός των ενόπλων κινημάτων των Ελλήνων,

κατεταράχθη ουδέν ήττον και ηγανάκτησεν ακούσας, εν ώ

διήρχετο το μακρόν διάστημα από των κορυφών του

Μακρυνόρους μέχρι της εσχατιάς του Μεσολογγίου, ύμνους

εις την ελληνικήν ελευθερίαν και ύβρεις εις την

τουρκοκρατίαν, και ιδών πολλαχού τα σύμβολα του ελληνικού

εθνισμού εστημένα, τα υψιπύργια (μιναρέδας) των ομοπίστων

του κατηδαφισμένα, και τους ευκτήριους οίκους

μεμιασμένους· παρετήρησε και την ακαταστασίαν των

πραγμάτων, και την απορίαν των αγωνιζομένων, προς ους

εφημίζετο ότι εστάλησαν εσχάτως πλούσιαι δωρεαί· αλλ'

υπεκρίθη και επολιτεύθη επιτηδείως, απέφυγε ν' απέλθη εις

την εθνικήν συνέλευσιν ως εμελέτα, αντικατέστησε διά το

ανύποπτον τον Μάρκον Δεσπότου γράψας επί του ανοικτού

πληρεξουσίου τόνομά του, έλαβε πολεμεφόδια, και επανελθών

εις τα ίδια ασφαλής και ανενόχλητος διηγήθη προς τους

αληπασίζοντας συναδέλφους του όσα είδεν, ήκουσεν,

εψηλάφησε και ησθάνθη (η). Ακούσαντες ούτοι τους λόγους

αυτού και βλέποντες τους μεν βασιλικούς καθ' ημέραν

κρατυνομένους, την δε καταστροφήν του Αλή άφευκτον και

εγγύς, καλούμενοι δε υπό την βασιλικήν σημαίαν επί

πλουσίαις αμοιβαίς παρά του ομοφύλου των Βρυώνη, του κατ'

αρχάς και αυτού αληπασίζοντος και μετά ταύτα

βασιλίσαντος, συνήλθαν εις συμβούλιον εν αγνοία των

συμμάχων των Χριστιανών περί του πρακτέου· και

αποφασίσαντες να προσκυνήσωσιν απέστειλαν μυστικήν

πρεσβείαν προς τον Χουρσήδην, υποσχόμενοι να δικαιώσωσι

την πολιτικήν μετάνοιάν των διά θερμής συμπράξεως, και

κατά του αποστάτου Αλή και κατά των αποστατών Ελλήνων·

επρόβαλαν δε συγχρόνως να σταλώσι στρατεύματα κατά μεν το

κρυπτόμενον εις ανάκτησιν της Άρτης, κατά δε το

φαινόμενον εις αναδούλωσιν της Αιτωλοακαρνανίας·

διενοούντο δε διά της ψευδούς ταύτης φήμης ν' αναγκάσωσι,

καθώς και ηνάγκασαν, τους εις Άρταν συνεκστρατεύσαντας

Αιτωλοακαρνάνας ν' ανακάμψωσιν εις τας εστίας των προς

υπεράσπισίν των. Προθύμως εδέχθη ο Χουρσήδης την

υπόκλισιν των αληπασιζόντων Αλβανών, τοις επεδαψίλευσε

την εύνοιάν του, και έστειλε και στρατεύματα κατά την

πρότασίν των.

Οι δε Σουλιώται, αν και εψιθυρίζετο η προς αυτούς απιστία

των συμμάχων των Αλβανών, δεν την επίστευαν. Αφ' ού δε

είδαν ότι τα εχθρικά στρατεύματα επλησίασαν την Άρταν,

εξήλθαν της πόλεως διά νυκτός, φοβηθέντες μη

αποκλεισθώσι, και ετοποθετήθησαν επί το παρακείμενον όρος

πεποιθότες, ότι θα παρηκολούθουν και οι σύμμαχοί των

Αλβανοί κατά τα προ της εξόδου των συνομολογηθέντα· αλλ'

ούτοι δεν παρακολούθησαν και τοις ανήγγειλαν την

επαύριον, ότι ήσαν έως τότε υπηρέται του Αλή και σύμμαχοι

αυτών επί σκοπώ να ελευθερώσωσι μεν εκείνον, αλλά να

διαμείνωσιν όλοι πάντοτε υπό το σκήπτρον του σουλτάνου·

βεβαιωθέντες όμως ότι και οι Σουλιώται και οι λοιποί

ομόπιστοί των εμάχοντο υπέρ πίστεως και ελευθερίας

έχοντες συμβοηθόν και τον Αλήν δι' ιδιαίτερα τέλη,

έκριναν αναγκαίον να τους ειδοποιήσωσιν ότι ήσαν

Μωαμεθανοί και πιστοί υπήκοοι του κραταιοτάτου βασιλέως

των, και ότι εθεώρουν την συμμαχίαν των του λοιπού

λελυμένην· τους εσυμβούλευσαν δε φιλικώς ν' αναχωρήσωσιν

όσον τάχιον.

Ταύτα ακούσαντες παρ' ελπίδα οι Σουλιώται ανεχώρησαν

αυθωρί εις τα ίδια· και ούτως η συμμαχία ελύθη διαρκέσασα

έν έτος.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.

&Ναύπλιον και ατυχής απόπειρα εφόδου. — Τα κατά τας

Πάτρας συμβάντα. — Φόνος Αντώνη Οικονόμου — Μετάβασις των

πληρεξουσίων εις Πιάδαν παρά την Επίδαυρον — Παράδοσις

της Κορίνθου.&

ΠΡΟΣ τον μυχόν του αργολικού κόλπου, δεξιά του

εισπλέοντος προέχει εις την θάλασσαν ογκώδης και στενή

γλώσσα σχηματίζουσα προς άρκτον εντός του μεγάλου και

πολυκυμάντου αργολικού κόλπου μικρόν και ακύμαντον

υπόκολπον· εν τω στόματι δε τούτου κείται νησίδιον όλον

πετρώδες, ολίγων οργυιών περιφέρειαν έχον και σχεδόν

ισοθάλασσον, επ' αυτού δε πύργος, κοινώς λεγόμενος Μ π ο

ύ ρ τ σ ι, εις φρούρησιν της εισόδου· η δε γλώσσα

κόπτεται επί του ισθμού διά πλατείας και ξηράς τάφρου,

και ζευγνύεται μετά της έξω γης διά κρεμαστής γεφύρας·

είναι δε κρημνώδης και απρόσβατος προς την μεσημβρινήν

πλευράν της, την προς την είσοδον του αργολικού κόλπου·

προς δε την αρκτικήν εκτείνεται ολίγη επίπεδος γη, επί

ταύτης δε και επί της κατωφερείας της αυτής πλευράς

κείται η πόλις του Ναυπλίου· επί δε του υπεράνω της

πλευράς ταύτης οροπεδίου η ακρόπολίς της, ήτοι η

ακροναυπλία, κοινώς λεγομένη Ι τ σ κ α λ έ ς.

Η πόλις και η ακρόπολις περικλείονται εντός ενός και του

αυτού τείχους· αλλ' η πόλις εκτείνεται και έξω των τειχών

προς την θάλασσαν αρκτικώς. Το δε μεταξύ της πόλεως και

του θαλασσοπύργου διάστημα είναι στενότερον κανονοβολής,

και τα νερά βαθέα και πλώιμα, τα δε εκείθεν του

θαλασσοπύργου ρηχά και άπλευστα· προς το επί της ξηράς δε

χείλος της τάφρου ανυψούται κωνοειδώς, 750 πόδας υπεράνω

της θαλάσσης, πετρώδες, ολόγυμνον και απότομον βουνόν,

μόνον κατ' ανατολάς πατητόν· επί δε του ακροβουνίου

κείται το Παλαμίδι, οχυρώτατον φρούριον, έχον, εκτός της

προς ανατολάς κοινής και φυσικής ανόδου, δύο άλλας προς

την πόλιν, την μεν λαξευτήν και θολοσκέπαστον, αλλά

στενήν και δύσβατον, προς συγκοινωνίαν εν καιρώ πολέμου,

την δε παράπλευρον εκείνης, αλλ' ασκεπή, εις χρήσιν εν

καιρώ ειρήνης. Το μέγα δε τούτο φρούριον διά την υψηλήν

θέσιν του εξουσιάζει και την πόλιν και την ακρόπολιν.

Υπερτριακόσια ελογίζοντο αρχομένης της επαναστάσεως τα

επί του Παλαμιδίου, της ακροναυπλίας, του θαλασσοπύργου

και τα περί την πόλιν κανόνια παντός μεγέθους εύχρηστα

και άχρηστα. Οι κάτοικοι προ της επαναστάσεως ήσαν όλοι

σχεδόν Τούρκοι· επί δε της επαναστάσεως κατέφυγαν αυτόθι,

ως είπαμεν, και οι Αργείοι, ώστε 6000 ελογίζοντο τον

καιρόν εκείνον όλοι οι έγκλειστοι Τούρκοι, εντόπιοι και

πρόσφυγες, εξ ών 1200 οπλοφόροι.

Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος επολιορκήθη το Ναύπλιον,

και ότι η πολιορκία ελύθη επί της ευτυχούς εισβολής εις

Αργολίδα του κεχαγιάμπεη αναβαίνοντος εις Τριπολιτσάν.

Έκτοτε οι Τούρκοι περιεφέροντο εις τας πέριξ πεδιάδας

μηδενός εναντιουμένου· αλλ' επί της συγκομιδής των καρπών

συνήλθαν εκ νέου Κρανιδιώται, Αργείοι, και άλλοι προς

επανάληψιν της πολιορκίας και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις·

επεξήλθαν οι Τούρκοι σύροντες κανόνια και έπεσαν επί τινα

πύργον κατεχόμενον υπό των περί τον Τσόκρην· ούτοι, αν

και ολίγοι, αντέστησαν, και διά της συνδρομής και άλλων

επιπεσόντων όπισθεν τους απέκρουσαν φονεύσαντες και

πληγώσαντές τινας αυτών και απελευθερώσαντες ολίγους

Χριστιανούς κρατουμένους εντός του Ναυπλίου και

συμπαραληφθέντας υπό των εξελθόντων Τούρκων ως αχθοφόρα

ζώα εις μετακόμισιν των καρπών. Έκτοτε οι έγκλειστοι

εξήρχοντο μόνον πλησίον του φρουρίου εις συγκομιδήν όσων

εύρισκαν εκεί αναγκαίων και ηκροβολίζοντο. Οι δε Έλληνες,

μη έχοντες τα εις τειχομαχίαν, ανέμεναν η πείνα να τοις

παραδώση το φρούριον· διά τούτο περιωρίζοντο εις στενήν

διά θαλάσσης και ξηράς πολιορκίαν. Αλλ', εν ώ εφαίνετο η

ώρα της πτώσεως εγγύς, διέφυγε την προσοχήν των διά

θαλάσσης αποκλειστών, έν πλοίον μαλτεζικόν και έφερε προς

τους πολιορκουμένους ικανάς τροφάς. Το συμβάν τούτο

εματαίωσε τας προσδοκίας των Ελλήνων.

Ο δε εκ Γενούης ίλαρχος Δανίας, ευτολμότατος φιλέλλην,

επρότεινε τότε την εξ εφόδου άλωσιν του Ναυπλίου. Αν και

ακατόρθωτον εθεωρήθη κατ' αρχάς το προτεινόμενον,

ενεκρίθη επί τέλους, και ο Υψηλάντης, παραλαβών τον

Κολοκοτρώνην και άλλους διατρίβοντας εν Άργει, μετέβη εις

το στρατόπεδον του Ναυπλίου, όπου, συμβουλίου δευτέρου

γενομένου, απεφασίσθη οριστικώς η έφοδος. Εφοδώτερα μέρη

εκρίθησαν τα προς το παραθαλάσσιον και την γέφυραν· προς

έλκυσιν δε της πολλής δυνάμεως των εχθρών εις άλλα μέρη,

ώστε να εύρωσιν οι μέλλοντες να εισπηδήσωσιν ολιγωτέραν

αντίστασιν, εθεωρήθη αναγκαίον ελληνικά πλοία να

κανονοβολήσωσιν επί ρητή ώρα τον θαλασσόπυργον και το

αντικρύ αυτού επί του τείχους της πόλεως κανονοστάσιον

των πέντε αδελφών, στρατιωτικά δε σώματα υπό τον

Κολοκοτρώνην να επιχειρήσωσι συγχρόνως πλαστήν έφοδον επί

το Παλαμίδι τουφεκίζοντα, να έλθωσι δε και άλλα υδραϊκά

και σπετσιωτικά πλοία και πολλά κρανιδιωτικά και

καστριωτικά τρεχαντήρια και ικανοί πολεμισταί εξ εκείνων

των μερών διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος έφοδον· διά

δε την επί το Παλαμίδι ητοιμάσθησαν 1700 εν οις και οι

πλείστοι των τακτικών και οι ολίγοι φιλέλληνες.

Εν ώ δε ητοιμάζετο η έφοδος κατά τον ρηθέντα τρόπον, ο

Βουτιέρος, αξιωματικός Γάλλος εν τη ελληνική υπηρεσία,

παρετήρησεν ότι οι κατέχοντες τον θαλασσόπυργον ήσαν

πάντοτε ολίγοι, ότι οι πλείστοι απήρχοντο το πρωί εις την

πόλιν και επανήρχοντο το εσπέρας, ότι έμπροσθεν αυτού

ελλιμένιζε το εισκομίσαν τας τροφάς μαλτεζικόν πλοίον,

έχον ολίγους μόνον ναύτας· ταύτα παρατηρήσας εσχεδίασε να

παραλάβη μεσούσης της νυκτός 70 ναύτας, στρατιώτας και

φιλέλληνας, ν' αποπλεύση επί δύο πλοιαρίων από των

αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, και να μεταβιβασθή

απροσδοκήτως εις το έμπροσθεν του μικρού τούτου φρουρίου

πλοίον· αφ' ού δε πειθαναγκάση τον πλοίαρχον και το

πλήρωμα εις σιωπήν, να διανυκτερεύσωσιν αυτός και οι συν

αυτώ επί του πλοίου αφανείς και ατάραχοι· πρωίας δε

γενομένης, καθ' ην ώραν οι φρουροί απέβαιναν εις την

πόλιν κατά το σύνηθες, τινές των περί αυτόν να φορέσωσι

τα ενδύματα των ναυτών του πλοίου, ν' αποβώσιν εις την

ξηράν ως οι ναύται αυτού, να κυριεύσωσι τον θαλασσόπυργον

ανυπόπτως και ακινδύνως και να εμβάσωσι και τους επί του

πλοίου λοιπούς συναδέλφους των. Το σχέδιον του Βουτιέρου

ενεκρίθη, και ήτο τωόντι επιδέξιον και κατορθωτόν διά την

περί τα τοιαύτα συνήθη απροσεξίαν των Τούρκων· αλλά δεν

επέτυχε καθ' ην ώραν ενηργήθη· διότι, εν ώ τα υπό τον

Βουτιέρον πλοιάρια ήλθαν εγγύς του πλοίου, δεν εφυλάχθη η

πρέπουσα σιωπή και αταραξία παρά των πλεόντων, οίτινες

ιδόντες φως επί του καταστρώματος του πλοίου, και

νομίσαντες ότι τους ενόησαν προσερχομένους επανήλθαν εις

τους Μύλους άπρακτοι.

Εν τοσούτω, πάμπολλοι οπλοφόροι συνέρρευσαν έξωθεν του

Ναυπλίου, κατέπλευσαν και 15 υδραϊκά και σπετσιωτικά

πλοία, και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια

φέροντα 600 πολεμιστάς διά την επί το παραθαλάσσιον

τείχος μελετωμένην έφοδον· συνηνώθησαν διά τον αυτόν

σκοπόν καί τινες των έξωθεν του Ναυπλίου. Απεφασίσθη δε

να κινηθώσιν όλοι πανταχόθεν εκ συνθήματος την νύκτα της

3 δεκεμβρίου β' ώραν μετά το μεσονύκτιον. Ελθούσης της

ώρας, οι εις την έφοδον προετοιμασθέντες εκινήθησαν· αλλ'

οι προπορευόμενοι έρριψαν κατά γης τας κλίμακας και

έγιναν άφαντοι· απέμεινε δε μετ' ολίγων ο αρχηγός των

προπορευόμενων Νικήτας. Ανέβη κατά το σχέδιον και ο

Κολοκοτρώνης μετά πολλών προς το Παλαμίδι, εν οις καί

τινες τακτικοί. Δοθέντος δε του σημείου, ήρχισεν η μάχη·

αλλ' εξ αιτίας της αντιπνοίας ολίγα πλοία επλησίασαν και

εκανονοβόλησαν τον θαλασσόπυργον, τα δε φέροντα τους εις

απόβασιν μαχητάς τρεχαντήρια δεν ημπόρεσαν να

πλησιάσωσιν, ώστε ούτε καν απόπειρα έγεινε της επί του

παραθαλασσίου προσχεδιασθείσης αποβάσεως. Τρεις ώρας

επέμεναν γενναίως μαχόμενοι και πυροβολούμενοι οι

φιλέλληνες, οι τακτικοί καί τινες των άλλων επ' ελπίδι να

εισπλεύση μετ' ολίγον ο στολίσκος υπό την συνήθη απόγειον

αύραν και αποβιβάση τους Κρανιδιώτας και λοιπούς εις το

παραθαλάσσιον. Αλλ', αφ' ού πάσα περί αποβάσεως ελπίς διά

την πάντοτε επικρατούσαν αντίπνοιαν εψεύσθη, εσήμανεν η

ανάκλησις, και οι μαχόμενοι καταλιπόντες τας κλίμακας

απεχώρησαν. 20 εσκοτώθησαν, εν οις και ο σημαιοφόρος

φιλέλλην Δοράτος και ο λοχαγός Λίχιγκ αποκοπέντων των δύο

ποδών του, και 40 επληγώθησαν, εν οις και ο Γουβερνάτης,

ο Περσάτης καί τις Πελοποννήσιος υποπλαρχηγός Γκελμπερής,

όστις κοπέντος του ποδός του, απεκομίσθη εις το φρούριον,

και παραδοθείς είς τινας Εβραίους απέθανε βασανιζόμενος·

οι πλείστοι δε των φονευθέντων και πληγωθέντων ήσαν

τακτικοί και φιλέλληνες. Μετά την αποτυχίαν ταύτην

επανήλθαν οι περί τον Υψηλάντην εις Άργος, το δε Ναύπλιον

επολιορκείτο ως και πρότερον.

Οι δε αρχηγοί των Αχαιών, αφού εμπόδισαν την εις Πάτρας

κατάβασιν του Κολοκοτρώνη, επεχείρησαν αυτοί την άλωσιν

της πόλεως θεωρήσαντες τον καιρόν αρμόδιον διά τα εν αυτή

μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς συμβάντα·

στρατολογήσαντες δε υπερτρισχιλίους κατέλαβαν εν πρώτοις

το Γηροκομείον· την δε 21 Οκτωβρίου περί τα χαράγματα

έπεσαν πολλαχόθεν εις την πόλιν και εβίασαν τους

κατέχοντας αυτήν να καταφύγουν εις την ακρόπολιν μετά

μακράν αντίστασιν και ολίγην αιματοχυσίαν. Οι Έλληνες

διέμειναν εν τη πόλει όλην την ημέραν πολεμούντες τους εν

τη ακροπόλει και τους κατέχοντας ολίγας υπ' αυτήν οικίας.

Τόσον δε εφοβήθησαν οι Λαλιώται, ώστε ήλθαν και εις

λόγους συμβιβασμού. Αλλ' οι στρατιώται, εν αγνοία των

αρχηγών των διανυκτερευόντων εν Γηροκομείω, εγκατέλειψαν

την νύκτα την πόλιν και διεσπάρησαν εις τα χωρία προς

μετακομιδήν των λαφύρων· επειδή όμως αφήκαν φώτα εν ταις

κατοικίαι των, οι Λαλιώται δεν ενόησαν την νυκτερινήν

αναχώρησίν των και δεν κατέβησαν να κυριεύσωσι την πόλιν.

Οι δε εν Γηροκομείω αρχηγοί των, μαθόντες το γεγονός,

εσύναξαν όσους εκ του προχείρου εδυνήθησαν, και

παραλαβόντες και το προ ολίγων ωρών φθάσαν εκεί σώμα του

Ανδρέου Λόντου εκ 300 εισήλθαν την αυτήν νύκτα εις την

πόλιν και κατέλαβαν την ενορίαν του αγίου Γεωργίου· αλλ'

ο καθήμενος εν τω Ρίω Ισούφης έστειλεν εν πρώτοις έν σώμα

και έδιωξε τους κατέχοντας την θέσιν του τελωνείου

εχθρούς του· έστειλε και άλλο και κατέλαβε τα υψηλά

Αλώνια· αυτός δε μετά 400 ιππέων και πεζών εισέβαλεν εις

την πόλιν την 22 νοεμβρίου μεσούσης της ημέρας· εξήλθαν

συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω και έπεσαν οι μεν εντεύθεν

οι δε εκείθεν επί τους κατέχοντας την πόλιν Έλληνας,

οίτινες, μη προσδοκούντες την αιφνίδιον ταύτην επίθεσιν

και θορυβηθέντες, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν και

πολλοί αυτών απώλεσαν και τα πράγματά των. Οι δε εχθροί

απέκαυσαν την πόλιν ίνα μη εισερχόμενοι οι Έλληνες

ευρίσκωσι προμαχώνας.

Εκείναις ταις ημέραις εγνώσθη, ότι ο Αντώνης Οικονόμου, ο

πρό τινων μηνών φυλακισθείς εν τη μονή του Φονιά,

εδραπέτευσε και μετέβαινεν εις Ύδραν διά του Άργους.

Άστατον είναι το μίσος του λαού, καθώς και η αγάπη προς

τους προστάτας του, και πολλάκις αγαπά απόντα ον

αποστρέφεται παρόντα. Μετεμελήθη και ο λαός της Ύδρας ότι

εγκατέλειψε τον προστάτην του επί της καταδρομής του·

επεθύμει δε να τον ίδη πάλιν εις το μέσον του. Ο

Οικονόμου, εξ όσων έπαθεν, έπνεε και αυτός εκδίκησιν. Διά

τους λόγους τούτους οι πρόκριτοι της Ύδρας ήσαν όλοι άνω

κάτω και έβλεπαν κινδυνεύουσαν και αυτήν την ύπαρξίν των.

Μεταξύ των εις Άργος συνελθόντων πληρεξουσίων ήσαν και οι

της νήσου ταύτης, οίτινες εταράχθησαν επί τω ακούσματι

προβλέποντες και αυτοί μεγάλα δυστυχήματα επί της καθόδου

του Οικονόμου εις την πατρίδα των· κατ' αίτησιν δε αυτών

εστάλη εξ Άργους στρατιωτική δύναμις υπό τον Ξύδην,

υποπλαρχηγόν του Λόντου, εις σύλληψιν του Οικονόμου, και

εις φυλάκισίν του εν τω μεγάλω Σπηλαίω· παρηγγέλθη δε ο

Ξύδης να μεταχειρισθή κατ' αυτού και όπλα, αν παρήκουε

και ανθίστατο. Την 16 δεκεμβρίου συνήντησεν η σταλείσα

δύναμις έξωθεν του Κουτσοποδίου τον Οικονόμου έφιππον και

συνοδευόμενον υπό τινων συμπατριωτών του· προσκληθέντα δε

να παραδοθή και μη παραδοθέντα, τον επυροβόλησε και τον

εφόνευσε κατά την θέσιν Κατσικάνι· οι δε συνοδοιπόροι του

ήλθαν αβλαβείς και ανενόχλητοι εις Άργος και εκείθεν

διέβησαν εις την πατρίδα των, όπου ουδεμία συνέβη ταραχή,

διότι την επρόλαβεν ο φόνος του αρχηγού των. Τοιούτον

έλαβε τέλος ο Αντώνης Οικονόμου, ο διά της μεγαλοτολμίας

του ανυψωθείς υπεράνω της παντοδυνάμου αριστοκρατίας της

πατρίδος του, και πρώτος μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως

οδηγήσας εις τον αγώνα της ελευθερίας και της δόξης λαόν,

όστις διά των κατορθωμάτων του ανεκαίνισε τα προπατορικά

τρόπαια της Σαλαμίνος και της Μυκάλης.

Εν τούτοις, συνήλθαν εις Άργος όλοι οι πληρεξούσιοι και

ήρχισαν τας προκαταρκτικάς συνεδριάσεις των· αλλ' η

συρροή τόσων στρατευμάτων εις Αργολίδα, αι συμβαίνουσαι

καθ' ημέραν αταξίαι εν τη πόλει, αι παρά τινων

υποκινήσεις του στρατιωτικού κατά των αρχόντων και

διασπαρείς λόγος συνωμοσίας κατ' αυτών ηνάγκασαν τους

πληρεξουσίους να ζητήσωσιν άλλον τόπον ησυχώτερον και

ασφαλέστερον διά τας συνεδριάσεις των, και τοιούτος

εκρίθη το παράλιον χωρίον της Πιάδας, όπου και μετέβησαν

μετονομάσαντές το Επίδαυρον, ως παραπλήσιον της αρχαίας

Επιδαύρου. Συνέτρεξε δε εις την εκεί μετάβασίν των και το

εξής.

Οι πλείστοι των εν Άργει στρατιωτικών, εν οις και ο

Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης, μετέβησαν εκείναις ταις

ημέραις εις Κόρινθον επ' ελπίδι κυριεύσεως του φρουρίου

εκείνου. Μαθόντες οι εν Ναυπλίω Τούρκοι την από του

Άργους απομάκρυνσιν των ελληνικών στρατευμάτων διά τινος

αιχμαλώτου αποδράντος, και βεβαιωθέντες ότι ολίγοι ήσαν

οι εναπομείναντες οπλοφόροι, βουλήν έβαλαν να πατήσωσιν

εξ απρόοπτου την πόλιν, και επί τω σκοπώ τούτω εξήλθαν

την 14 δεκεμβρίου 600 σύροντες δύο κανόνια, έτρεψαν εις

φυγήν τους παρά τη οδώ καθημένους ολίγους οπλοφόρους

Έλληνας και κατεφόβισαν τους εν τη πόλει του Άργους·

αλλά, χάρις εις την τόλμην του Νικήτα καί τινων Ελλήνων

και φιλελλήνων παρευρεθέντων, ηναγκάσθησαν να

οπισθοδρομήσωσι χωρίς να πατήσωσι την πόλιν. Επειδή δε το

κίνημα τούτο απεδόθη εις την προδοσίαν του αποδράντος

αιχμαλώτου, εθεωρήθησαν ως συνένοχοι υπό του όχλου οι εν

Άργει ευρισκόμενοι αιχμάλωτοι και εθανατώθησαν· ήσαν δε

ούτοι εκ των επί τη αλώσει της Τριπολιτσάς επιζησάντων.

Εκ των επιζησάντων ήτον, ως είδαμεν, και ο κορίνθιος

Κιαμήλμπεης. Δι' αυτού, μετενεχθέντος εις Κόρινθον,

επροσπάθησαν οι Έλληνες να πείσωσι τους εχθρούς εις

παράδοσιν της Ακροκορίνθου. Αλλ' οι προς την μητέρα του,

την γυναίκα του και λοιπούς πολιορκουμένους λόγοι του

ανδρός τούτου κατ' εισήγησιν των Ελλήνων δεν εισηκούοντο,

διότι οι πολιορκούμενοι, αν και ετίμων τας διαταγάς του,

ήξευραν ότι παρήγγελλεν όσα τω υπηγόρευαν οι κατέχοντες

αυτόν. Οι Έλληνες επέμεναν έτι μάλλον εις την κυρίευσιν

της Ακροκορίνθου, διότι επίστευαν ότι ήσαν

εναποτεταμιευμένοι οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, ον όλη η

Ελλάς εθεώρει πολυτάλαντον. Οι δε φρουροί ήσαν εντόπιοι,

Αλβανοί, καί τινες Λαλιώται, όλοι 600, πλήρεις ελπίδων

ότι εντός ολίγου θα εισέβαλε και θα έλυε την πολιορκίαν

των η εισέτι, ως ενόμιζαν, διατρίβουσα εν τη Ανατολική

Ελλάδι οθωμανική δύναμις υπό τον Βρυώνην και τον

Μεχμέτην. Εν τοσούτω πολιορκούντες και πολιορκούμενοι

εκανονοβολούντο συνεχώς· και οι μεν πολιορκηταί,

μετακομίσαντες εξ Ύδρας δύο κανόνια και αναβιβάσαντες

αυτά εις Πεντεσκούφι (α) εμπόδιζαν δι' αυτών πάσαν έξοδον

των πολιορκουμένων και τους ηνόχλουν και εντός των οικιών

κανονοβολούντες· ούτοι δε, αν και ανεπιτήδειοι κατ' αρχάς

περί την χρήσιν των κανονίων, εφάνησαν, καθ' ας ημέρας

κατέβησαν εκεί ο Υψηλάντης και οι λοιποί, επιτηδειότεροι

και βλαπτικώτεροι· και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες

να υποπτεύσωσιν ότι ο Κιαμήλμπεης έστειλεν εκείναις ταις

ημέραις εις την ακρόπολιν επιτήδειον κανονοβολιστήν υπό

πρόσχημα απλού γραμματοφόρου. Αλλά το κακόν της πείνας

ηύξανε και εταλαιπώρει τους εγκλείστους, ών τινες

ηυτομόλουν προς τους Έλληνας· ηυτομόλησαν προς τον

Κολοκοτρώνην επί τη προτάσει του και οι εν τω φρουρίω

ολίγοι Λαλιώται και δεν εκακοποιήθησαν· ηυτομόλησε μετά

ταύτα καί τις δερβίσης, όστις εκληφθείς ως κατάσκοπος

ετιμωρήθη.

Αφ' ού δ' εβεβαιώθησαν οι έγκλειστοι, ότι πάσα ελπίς

επικουρίας έξωθεν εματαιώθη, οι Αλβανοί πρόθυμοι, ως τους

είδαμεν και άλλοτε, ν' αποχωρίζονται των ομοπίστων επ'

ιδιοτελεία, απεχωρίσθησαν και εν τη παρούση περιστάσει,

και τη συνεργεία του Πλαπούτα και τη μεσιτεία του γνωστού

αυτοίς Πανουργιά, ευρεθέντος εν Κορίνθω, εσυμβιβάσθησαν

μόνοι, και εξήλθαν 150 την 10 Ιανουαρίου, φέροντες τα

όπλα, τας αποσκευάς των και ανά χίλια γρόσια·

προσδιωρίσθη δε η ποσότης αύτη όχι διότι εμελέτων οι

Έλληνες να κρατήσωσι τα περισσεύοντα της περιουσίας των,

αλλ' ίνα μη ιδιοποιηθώσιν ούτοι τα των άλλων εγκλείστων·

επέβησαν δε εις τέσσαρα ελληνικά πλοιάρια προς

διαπόρθμευσιν· αλλά το ήμισυ μόλις διεσώθη,

καταποντισθέντων ή φονευθέντων των άλλων παρασπόνδως.

Απελπισθέντες δε οι εναπομείναντες Τούρκοι εσυμβιβάσθησαν

και ούτοι μετά των επί τω σκοπώ τούτω σταλέντων παρά των

εν Επιδαύρω υπό τους όρους να παραδώσωσι την ακρόπολιν,

όλα τα όπλα, όλην την κινητήν περιουσίαν, εκτός δύο των

πενιχροτέρων ενδυμασιών και μικράς τινος χρηματικής

ποσότητος εις χρήσιν εκάστου, και να μετακομισθώσιν υπ'

ουδέτερα σημαίαν εις την μικράν Ασίαν. Μετά τον

συμβιβασμόν τούτον εισήλθε το υπό τον Βαλέστον τακτιτόν

εις την ακρόπολιν την 14 υπό την ευλογίαν του

παρευρεθέντος επισκόπου Δαμαλών.

Προπορευόμενος δε ο Κολοκοτρώνης και βαστών ελληνικήν

σημαίαν εσταύρωσε δι' αυτής την πύλην και την έστησεν επί

των επάλξεων· αφωπλίσθησαν μετά ταύτα οι εν τω φρουρίω,

παρέδωκαν τα πράγματά των, άτινα διηρπάγησαν, παρέδωκαν

και τα χρήματα και τα πετράδια των χρησιμεύσαντα εις

μίσθωσιν του ναυτικού, και κατέβησαν εις την πόλιν

αναμένοντες το πλοίον εις διαβίβασίν των, αλλ' οι

πλείστοι κατεστράφησαν μετά τινας ημέρας παρά τα

συνομολογηθέντα, και οι λοιποί τήδε κακείσε διεσπάρησαν ή

εδουλώθησαν· ο δε Κιαμήλ - μπεης, επί λόγω ότι δεν ήθελε

ν' ανακαλύψη τα κατά την πάγκοινον γνώμην κρυπτόμενα

πλούτη του, έπαθε πολλά κακά, αλλά δεν εθανατώθη επ'

ελπίδι ότι θα τ' ανεκάλυπτε βραδύτερον.

1821-1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'

&Επιρροή των αρχόντων και των οπλαρχηγών εν ταις

επαρχίαις και διενέξεις αυτών — Η εν Επιδαύρω πρώτη

εθνική συνέλευσις — Πολιτικά συστήματα — Αντιπροσωπική

κυβέρνησις και καθίδρυσις αυτής εν Κορίνθω.&

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 8 / 26 段