Ύστερον από τόσα χρόνια κυκλοφορήσασα αυτή η διάδοσις έγεινεν

ευκολώτερον πιστευτή. Την επίστευσε και η Ξενιώ, η οποία εγνώριζε του

πενθερού της τας διαθέσεις οπού δεν την εκαλοήθελε διά νύμφην του,

εγνώριζε και την ακαταστασίαν της γρηα-Μαθήνας περί τα τοιαύτα. Αλλά

αποφεύγουσα τον θόρυβον και τα σκάνδαλα, έκαμνε πώς δεν άκουσε

τίποτε· δεν ωμίλησε διόλου.

Η γραία όμως μητέρα της νευρική και οξύθυμος, ως είνε αι γερόντισσαι,

την επίστευσε την κακόβουλον φήμην, και χωρίς να γνωρίζη η κόρη της,

ένα βράδυ, νηστική, ζαλισμένη, απεφάσισε να υπάγη εις τον γέροντα τον

καπετάν-Μαμμή και να τον ικετεύση να χαλάσουν τα μάγια αλλ' από τον

πόνον της ωμίλησε με αυθάδειαν κάπως.

— Δεν 'νομάζεις Θεό, καπετάν-Μαμμή;

Είπε κλαίουσα η γραία.

Αλλ' ο καπετάν-Μαμμης επάνω εις το παλαιόν διβάνι του ξαπλωμένος, δεν

αντελήφθη αμέσως. Ούτε την είδε. Μη λαμβάνων τόσα χρόνια μαξούλια από

την σκούναν του και ούτε γράμμα — δεν ημπορούσε να την επιτύχη εις

λιμένα ώστε να την κατάσχη ως ιδιοκτησίαν του — έτρωγεν από τα

έτοιμα, χαλνών ένα-ένα τα βενετικά φλωρία. Την ημέραν εκείνην είχε

χαλάσει το τελευταίον φλωρίον του και ήτο λίαν εξοργισμένος.

Ποδαλγός, πονών, ήτο εξηπλωμένος επί του ξηρού εκείνου μενδερίου,

εγγύς ημισβόστου εστίας, χωρίς όρεξιν καπνίζων το τσιμπούκι του, ότε

εισήλθεν η γραία μήτηρ της νύμφης του.

— Δεν 'νομάζεις Θεό, καπετάν-Μαμμή;

Επανέλαβε μετά δακρύων η γραία τρέμουσα από οργήν.

— Καλά που σ' έφερεν η τύχη μου μέσα 'ς τα χέρια μου!

Εκραύγασεν αίφνης ο καπετάν-Μαμμής. Και σηκώσας το τσιμπούκι του μετά

πόνου:

— Παληομάγισσαις! εκραύγαζε· και προσεπάθει να κτυπήση την γραίαν,

τραυλίζουσαν και απομακρυνομένην.

— Ανόμαχτε! Ανόμαχτε! Ως και το παιδί σου εμάγεψες;

— Τι είπες; Τι είπες;

Εβρυχήθη ο γέρων και στηρίζων τον ένα πόδα του επί της εστίας και

ημιεγείρων τον άλλον, ακκουμβών και την μίαν χείρα του επί του

διβανίου, έβλεπεν άνω, προς το αιμοχαρώς στίλβον γιαταγάνι του, να

σηκωθή, να το ξεκρεμάση και να την κάμη τέσσερα κομμάτια, ότε

εισήλθεν αίφνης ο φίλος του εφημέριος, ο Παπα-Νικόλας, όστις εις τας

καλάς ημέρας και τας νύκτας του χειμώνος, συνήθιζε να επισκέπτηται

τον γέροντα ποδαλγόν, ίνα τον παρηγορή, ιδίως αφ' ότου ήρχισε να

πάσχη και εκ διαφόρων στερήσεων, και ίνα ακούη τας ωραίας και

συγκινητικάς διηγήσεις του περί της Πόλεως, που του διηγείτο ωραία

και άγνωστα εις αυτόν.

— Καλά που ήλθες, Παπα-Νικόλα! Ο Θεός σε έστειλεν. Ακόμα ολίγον να

διαπράξω έγκλημα, επάνω εις τον θυμόν μου.

Είπεν ο καπετάν-Μαμμής προσπαθών μετά πολλής βίας να καταπνίξη την

οργήν του.

— Όχι, αγαπητέ φίλε. Ο θυμός ποτέ δεν είνε καλόν πράγμα.

Ο καπετάν-Μαμμής ήρχισεν ολίγον κατ' ολίγον να κατευνάζεται ωσάν

εξατμιζομένη μηχανή προς την εμφάνισιν του ιερέως, τον οποίον πολύ

εσέβετο. Η δε γραία συμπεθέρα του, η ξηρά και μονοκόκκαλη ως λύκαινα

έγεινεν άφαντος.

Ξανακάθησε λοιπόν ο γέρων επί του μαλακού του διβανίου και σύρων με

οικειότητα από το χέρι τον ιερέα, τον έβαλε να καθήση πλησίον του,

και κοντανασαίνων ακόμη από την εκπνέουσαν οργήν του ησπάσθη την

δεξιάν του, και ήρχισε να ομιλή με σχετικήν ηρεμίαν.

— Μ' εσφλόμωσαν οι λογισμοί! Φοβερόν πράγμα! Μάγια από 'δω, μάγια

από κει. Φοβερόν πράγμα! Εμάγεψα, λέγει, το παιδί μου, εγώ . . .

— Είνε πειρασμοί, καπετάνιο μου! Διώχνε τους. — Εγώ τους διώχνω,

αλλ' αυτοί έρχονται πάλιν.

— Καταδίωξέ τους!

— Σου έτυχε καμμιά φορά εις την θάλασσα, παπά μου, να φυσάνε οι

καιροί από παντού, γύρω-γύρω, και να μη ξεύρης τι καιρός είνε, τι

καιρός θα στερεώση, και να σαστίζης, και να μη ξεύρης τι να κάμης; Το

ίδιο συμβαίνει τώρα εις εμένα και έξω εις την στεριά. Μάγια από δω,

μάγια από κει! Και να μη ξεύρης ποιος τάκαμε. Ότι είνε καμωμένα μάγια

εις αυτήν την δουλειά, δεν έχω αμφιβολίαν. Αλλ' από πού θα φυσήξη ο

καιρός;

Ο ιερεύς διά να κατευνάση τελείως τον φίλον του, ήλλαξεν ομιλίαν

αμέσως, και ερωτά.

— Είχες κανένα γράμμα; Τώρα ήλθε το ταχυδρομείον.

— Τι γράμμα και ξεγράμμα, Παπα-Νικόλα μου! Εγώ το ξέγραψα πλέον το

παιδί μου. Για μένα είνε σαν να μη υπάρχη. Πάνε οκτώ χρόνια τώρα και

η αιδεσιμότης σου κάθησαι και μου γραμματίζεις! Εντρέπομαι τον

κόσμον, αλλέως θα έστελνα τα χαρτιά σε κανένα δικηγόρο να κατάσχω την

περιουσίαν μου. Ευρίσκεται τώρα δεμένος ς' την Πόλι ς' τον Κουρου-

τσεσμέ, καθώς μου έγραψαν. Κάνει κανένα κουτσοτάξειδο εκεί γύρω, και

ύστερα δένει ς' το Κουρου-τσεσμέ και ξεχειμωνιάζει,

Και να δης, Παπά μου, είνε ένα παράξενο πράμμα ς' αυτό το παιδί!

Μήπως έχει, θαρρείς, κουμπάραις και τον τρώνε. Όχι, παπά μου, ούτε

κουμπάραις, ούτε βαπτιστικαίς. Αλλά έτσι γυρίζει εις της φάμπρικαις,

ένας παρολογιασμένος. Εκεί τρώει, εκεί κοιμάται. Μαζί με τα βαρέλια

και με κάτι άλλους ομοίους του, εκεί εις τα Καράκιοϊ και το Μπαλούκ-

παζάρ, εις την βρώμα και δυσωδία.

Και μετά μικρόν εξηκολούθησε:

Δεν είμαστε κι' ημείς μια φορά νέοι, παπά-Νικόλα; Μα είχαμε και ψίχα

φιλότιμο επάνω μας. Πηγαίναμε κι' εμείς ς' την Πόλι, αλλά εκυττάζαμε

να φερθούμε σαν καραβοκυρέοι.

Όχι ολοένα ς' της φάμπρικαις! Την Κυριακήν το πρωί θα πηγαίναμε ς'

την Εκκλησία, ν' ακούσωμεν την Λειτουργίαν μας. Πότε εις τον Άγιον

Νικόλαον του Γαλατά, που πηγαίνουν όλοι οι κεφαλλονήταις, πότε ς' του

Τζουμπαλή που συχνάζουν όλα τα ισνάφια της Σταμπούλ με ευλάβεια, πότε

εις το Φανάρι να ιδούμε τον Πατριάρχην μας και ν' ακούσωμεν τον

Ραιδεστινόν τον πρωτοψάλτην. Και πότε ς' την Παναγίαν ς' το

Σταυροδρόμι, ν' ακούσωμεν τον Καμπούρην, τον Ευστράτιον, που ο

λάρυγγάς του λες κι' ήτανε αηδόνι. Μετά την λειτουργίαν θα επηγαίναμε

εις το Χιώτικο Καφενείον, ς' το Καράκιοϊ, να μιλήσωμε με όλους τους

μεγαλοπλοιάρχους τους Χιώταις, να ανταμώσωμε τους μεγάλους μεσίτας,

να μάθωμε για της δουλειαίς πώς πάνε. Το δειλινόν πάλιν θα πηγαίναμε

περίπατο πότε ς' την Αγία Βλαχέρνα, πότε ς' το Μπαλουκλή, να πιούμε

αγίασμα, να ιδούμε και τα ψαράκια που είνε μισοτηγανισμένα. Καμμιά

φορά προχωρούσαμεν ως το Μακρύκιοϊ, κ' εβλέπαμε τους ιταλούς που

ψαρεύανε σε κάτι λίμναις τους βατράχους. Ακούς να τους τρώνε, παπά-

Νικόλα;

Εγώ προ πάντων δεν άφησα τίποτε αγύριστον από τας αρχαιότητας. Και να

μη μου μοιάση διόλου ο Μοναχάκης; Μεγάλο καϋμό το έχω! Χωρίς άλλο τον

έχουν μαγεμένον, γιατί αυτός δεν ήτανε έτσι προτήτερα.

— Αν είνε μαγεμένος, με την υπομονήν και την καταφυγή εις τα θεία,

θα χαλάσουν τα μάγια. Έχω μια τέτοια ελπίδα διέκοψεν ο ευλαβής

εφημέριος. Αλλά χρειάζεται προσφυγή εις τα θεία. Και καθώς μανθάνω, η

καϋμένη η νύμφη σου ολοένα προσεύχεται και αγρυπνεί και κλαίει . . .

— Ως και εις τον τάφον του Κωνσταντίνου επήγα, εξηκολούθησεν ο γέρων

ενθουσιασμένος πλέον από την διήγησίν του. Είνε μέσα καταμεσής ς' την

Σταμπούλ. Μυρμηκιά γύρω τα τούρκικα σπίτια. Σ' το Βεφά-Μεϊντάν. Πίσω

ς' την αυλίτσα ς' ένα μεγάλο χάνι που δουλεύουν Αρμένιοι υφανταί.

Εκεί είνε ο τάφος του Παλαιολόγου σκεπασμένος με λιθάρια ρυπαρά και

όστρακα από δε την υγρασίαν οπού υπάρχει εκεί, εφύτρωσαν αγριόχορτα

διάφορα. Και μία μισόξηρη ακακία που στάζουν τα φύλλα της μαύρη

δροσιά, σαν να κλαίη τον Βασιλέα μας με μαύρα δάκρυα. Δίπλα του είνε

και ο τάφος του Αράπη που τον εσκότωσε, τον Κωνσταντίνον, όταν κατά

την Άλωσιν βουτυγμένος μέσα εις το αίμα, με μισό σπαθί, ανάμεσα εις

τα πτώματα όλων των υπασπιστών του εφώναζε για τελευταία φορά:

— Δεν υπάρχει κανένας Χριστιανός, να πάρη το κεφάλι μου; Ο

συμπαθέστατος ιερεύς ήρχισε να κλαίη.

Ο δε καπετάν-Μαμμής ενθουσιασμένος εξηκολούθησε.

— Τα είδες εσύ ποτέ σου αυτά, παπά-Νικόλα μου; Εγώ τα είδα. Μάλιστα.

Εκεί είνε λοιπόν και ο Αράπης θαμμένος, και του ανάπτουν και καντήλι

οι Τούρκοι και τον έχουν τον τάφον του με κάγκελλα συγυρισμένον και

ένα εύμορφον κλήμα τον σκεπάζει με τα πλατειά τα φύλλα του. Μια φορά

κ' ένα καιρό οι Χριστιανοί του χανιού εκείνου άναπταν και ς' του

Κωνσταντίνου τον τάφον καντήλι, αλλά το ανεκάλυψαν οι Τούρκοι από

κάτι κονάκια υψηλά οπού είνε εκεί κοντά, κάτι θηριόσπιτα, και

τρόμαξαν να γλυτώσουν το κεφάλι τους οι Χριστιανοί. Από τότε δεν

άναψαν πλέον καντήλι ς' του Κωνσταντίνου τον τάφον.

Και καταληφθείς ο γέρων πλοίαρχος από ένθεον πλέον ευγλωττίαν, ήρχισε

να διηγήται προς τον έκθαμβον εφημέριον το πώς έγινεν η άλωσις της

Πόλεως. Ήρχισε να περιγράφη την σφαγήν και την εξιλαστήριον θυσίαν

του Γένους και την μαύρην ολοκαύτωσιν, με ρητορείαν ακατάσχετον, του

Χρονογράφου γλαφυράν παράστασιν. Του Νοταρά τον όλεθρον και όλων των

προμάχων της πατρίδος μας να περιγράφη ολοζώντανα, και την

αιχμαλωσίαν και ταπείνωσιν παρθένων φημισμένων και καλογραιών. Και

την βοήν την φοβεράν που εβόυζεν η σφαζομένη Πόλις η Επτάλοφος.

«Πήραν την Πόλιν! Πήραν την!»

Διέκοψε τώρα επί μικρόν εις αναψυχήν και πάλιν λέγει:

— Ξεύρεις, παπά μου, πόσους ναύλους εγώ έχασα ς' την Φραγκιά για να

προτιμήσω την Πόλιν; Τώρα η νεολαία ξεύρει μόνον της φάμπρικαις της

Πόλεως. Και πού να σου πω ακόμα πως ολίγον έλειψε να ιδώ και τον

Άγιον Βασιλέα!

— Τον Άγιον Βασιλέα! εκραύγασεν έκθαμβος ο ιερεύς. Μέγας ει Κύριε!

Άλλη φορά δεν μου τα είπες αυτά. Και υπάρχει αληθινά, και κοιμάται,

καθώς γράφουν τα βιβλία μας;

— Μάλιστα, παπά μου. Είχα γνωρίσει ένα Ιμάμην που εις το κρυφόν ήτο

Χριστιανός. Είνε πολλοί τέτοιοι εις την Πόλιν. Μου λέγει λοιπόν ο

φίλος μου ένα μέγα Σάββατον.

— Σήμερα, καπετάνιο μου, θα ανοίξη η πόρτα της Αγίας Σοφίας, οπόθεν

καταβαίνει κανείς εις τα υπόγεια. Όλον τον άλλον χρόνον είνε κλειστή

η πόρτα αυτή. Πολλοί ολίγοι το ξεύρουν αυτά το μυστήριον. Θα ανοίξη

σήμερα να έβγη το μπακαλόπουλο που μένει κλεισμένο κάτω, να ψωνίση

λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας που είνε κάτω εις τα υπόγεια με

ατελείωτον την λειτουργίαν της, ένα φρικαστικόν πράγμα, καπετάνιο

μου, οπού φαίνεται σαν μαρμαρωμένη ζωγραφιά, ακίνητος, ανάγλυπτος.

Εγώ απόμεινα χάσκων από το θάμβος.

— Βράδυ-βράδυ, μου λέγει ο φίλος μου ο Ιμάμης, άμα νυκτώση· θα σε

πάρω να καταιβούμε κάτω μαζί, να ιδής μυστήρια και θαύματα, να ιδής

τον παπά σας μέσα εις το άγιο βήμα υψηλός κι' ολόχρυσος να λειτουργά,

ακίνητος σαν άγαλμα· να ιδής τον διάκο και αυτόν ολόχρυσον με τα

ξανθά μαλλιά του ως την πλάτη να στέκη έξω εις τον χορόν ωσάν

μαρμάρινος, ακίνητος. Και δίπλα εκεί να ιδής, καλέ μου φίλε,

καπετάνιε μου, επάνω εις ένα καναπέ ολόχρυσον ωσάν εις ένα θρόνον τον

Άγιον Βασιλέα, οπού κοιμάται, και με τους ανασσασμούς του

κονταναιβαίνει το στήθος του, σαν όταν κοιμάται ένας ζωντανός. Φορεί

το στέμμα και κρατεί το σκήπτρον του ωχρός σαν πεθαμένος, πλην μαλακά

τα μέλη του σαν ζωντανός . . .

Αλλά την στιγμήν εκείνην διεκόπη ο γέρων αίφνης αποτόμως από τον

γραμματοκομιστήν, όστις εισελθών εκόμιζε δύο επιστολάς, μίαν προς τον

καπετάν-Μαμμήν και άλλην προς την νύμφην του, την οποίαν ο

γραμματοκομιστής μετέβη αμέσως να επιδώση.

— Καλώς τα δέχθηκες! ηυχήθη ο ιερεύς. Είδες που το επροφήτευσα;

Και εθεώρησε καλόν να αφήση μόνον τον φίλον του.

— Ε! διάβασε με ησυχίαν το γράμμα, και άλλη φορά μου λες για τον

Άγιον Βασιλέα· θαρρώ ότι να είνε καλό γράμμα αυτό.

Και απέμεινε μόνος ο καπετάν-Μαμμής με την επιστολήν εις χείρας και

παρατηρών τας σφραγίδας της.

— Από την Πόλιν! εφώναξεν αίφνης σαν να τον εδάγκασε κανέν θηρίον.

Είνε γράμμα του παιδού μου!

Ανεπήδησεν από το μενδέρι του σαν να τον ανετίναξε σεισμός δυνατός.

— Ω θαύμα θαυμάτων!

Και θωπεύσας τον πονούντα πόδα του απεσφράγιζεν, εξέσχιζε μάλλον τον

φάκελλον. Και συγχρόνως διελογίζετο τας τελευταίας πληροφορίας οπού

είχε περί του «μεθύστακα» υιού του.

Τω είπον τελευταίον ότι εθεάθη εις το Βουγιουκδερέ, ρακένδυτος.

Κυριακή πρωί, με τας νιτσεράδας του σκεπάζων την γύμνωσίν του. Και μ'

ένα καπέλλο από νιτζεράδα κίτρινη και αυτό, ενώ ήτο ήλιος, χαρά Θεού.

Έπινε σπίρτο εις έν παντοπωλείον της ναυτικής συνοικίας, προς το

άκρον του χωρίου. Και ότι η σκούνα του δεμένη εις την Στένην, εις το

Κατάστενον του Βοσπόρου, με σάπια ξάρτια και κουρελιασμένα πανιά,

ξεβαμμένη, με ξεθωριασμένο το άσπρο μπουρδό της, ήτον κατασχεμένη

ίσως. Αυτά διελογίζετο έως ου ξεδιπλώση την επιστολήν. Έπειτα ήρχισε

ν' αναγινώσκη:

«Ήμουν εις το Ταϊγάνι τον τελευταίον χειμώνα, κλεισμένος, χωρίς

δουλειά, χωρίς πεντάρα. Ας είνε καλά ο φίλος μου ο καπετάν-Καλόγερος

οπού μ' έτρεφε και με συνετήρει. Εμβήκαμε εις ένα τραχτήρι —

καφενείον να πούμε — να ζεσταθούμεν. Ήμουν ξεμέθυστος, ομολογώ,

πατέρα μου, εξομολογούμαι την πτώσιν μου, ωσάν ένας δεύτερος Άσωτος

υιός. Και νά, και περνά απέξω ο παπά Σεραφάκος ο Ιβηρίτης

προηγούμενος, ο κοντούτσικος, με την Παναγίαν την Πορταΐτισσαν, από

το Άγιον Όρος. Όχι την ίδια. Αντίγραφον αυτής. Η ίδια σαν φύγη από το

Άγιον Όρος, τους είπε, πάει το Άγιον Όρος. Φεύγεστε να φεύγουμε. Ο

σώζων σώζου. Η ίδια είνε εις των Ιβήρων τώρα, εις το εύμορφον μικρόν

παρεκκλήσι της, φορτωμένη από διαμάντια και χρυσαφικά, στολίδια

ατίμητα. Αλλ' αυτή οπού είχεν ο παπά Σεραφάκος είνε από την Μόσχαν,

από το περίφημον Μετόχι των Ιβήρων, το οποίον εδιοικούσεν εκείνα τα

χρόνια ο παπά Σεραφάκος σταλμένος από την Μονήν, όστις εξήλθεν εις

περιοδείαν ανά την Ρωσίαν, κατά την συνήθειαν, να κάμη αγιασμούς. Οι

ρώσοι οπού ήσαν εις το τραχτήρι, μόλις είδαν απέξω τον διακαμό του

παπά Σεραφάκου με την Πορταΐτισσαν, που έκαμνεν αγιασμούς, έτρεξαν κ'

έπεσαν εις τα γόνατα και την ησπάζοντο μετά δακρύων. Επήγα και εγώ:

Δεν ξεύρω πώς μου εφάνη. Η Πορταΐτισσα, καπετάν-Καλόγερε, λέγω εις

τον φίλον μου. Δεν πάμε και 'μεις; Κάποιος μου μίλησε μέσα μου. Έτσι

μου εφάνη. Εβγήκα έξω, εγονάτισα, την κατεφίλησα και ησθάνθην μίαν

γλυκάδα μέσα εις την καρδίαν μου, σαν ο άρρωστος όταν παίρνη

δυναμωτικό.»

Ο καπετάν-Μαμμής ανεστέναξε και έκαμε τον σταυρόν του.

Και πάλιν εξηκολούθησε με δικαίαν περιέργειαν.

«Οι ρώσοι συνάχθηκαν γύρω-γύρω, μελίσσι. Κ' έκαμναν μετάνοιαις έως

κάτω, σαν εις την εκκλησίαν. Τέλος έφυγεν ο παπά Σεραφάκος. Εμπρός ο

υποτακτικός του με το φανάρι, πίσω ο παπά Σεραφάκος με την

Πορταΐτισσαν, μίαν μικράν μαλαματένιαν Παναγίτσαν. Εμβήκαμε πάλιν

μέσα εις το τραχτήρι.

— Δεν κάμνεις ένα αγιασμό; Μου λέγει ο φίλος μου.

Εγώ δεν άκουα. Είχα τον νουν μου εις την μαλαματένιαν Παναγίτσαν.

— Είδες διαμαντικά; έλεγα προς τον φίλον μου.

— Έκαμεν άπειρα θαύματα, μου απαντά ο καπετάν-Καλόγερος. Χωλοί

επεριπάτησαν, κωφοί ήκουσαν, άλαλοι ωμίλησαν, τυφλοί ανέβλεψαν,

δαιμονισμένοι εθεραπεύθησαν. Δεν κάμνεις ένα αγιασμό; Εγώ πληρόνω τον

παπά.

Το βράδυ επήγαμε εις το κελλί του παπά-Σεραφάκου, να κάμω αγιασμόν,

να με διαβάση ο παπά-Σεραφάκος, να με σταυρώση με την Παναγίαν. Ήμουν

ξεμέθυστος, νηστικός καθώς λέμε ημείς εις την γλώσσαν μας.

Επάνω εις ένα πολύτιμον εικονοστάσιον, ολόχρυσον, ήτο η Παναγία η

Πορταΐτισσα, μαλαματένια, φορτωμένη από διαμαντόπετραις και άλλα

χρυσαφικά. Λαμπάδαις άμέτρηταις έκαιαν εμπροστά της κ' εφαίνοντο ως

ζωντανά τα ζωγραφισμένα αίματα εις τον Παρθενικόν λαιμόν της, οπού

την εμαχαίρωσεν ο άπιστος αγαρηνός μια φορά, την αγίαν εικόνα εις την

σιαγόνα. Εδώ κ' εκεί μέσα εις το κελλί ήσαν σωριασμένοι άρρωστοι, κ'

ένας δαιμονισμένος, εις μίαν γωνίαν, έτριζε τα δόντια του και τα

σίδερα. Ο Παπά-Σεραφάκος αδιακόπως εδιάβαζεν.

Εγώ, μόλις εμβήκα εις το κελλί, εκατάλαβα ένα χέρι που μ' έσπρωχνεν

από πίσω να πάγω πάραυτα να γονατίσω εμπρός εις την Πορταΐτισσαν.

Κατ' αρχάς εθάρρεψα ότι ήτον ο φίλος μου ο καπετάν-Καλόγερος, αλλ'

αυτός ήτον εμπρός μου. Πίσω δεν ήτο άλλος. Και όμως ησθάνθην βαρύ

πάλιν ένα χέρι αόρατον, οπού μ' έσπρωχνε με βίαν να πέσω πάραυτα να

γονατίσω. Και ακούω — μου εφάνη — μέσα μου μια γλυκεία φωνίτσα, μια

ψιλή-ψιλή φωνίτσα, σαν της Ξενιώς μου την μελωδική φωνή οπού μου

έλεγε να πω: «Δεν έχεις γιατρικό και για τα μάγια, Παναγίτσα μου;»

Και πήγ' αμέσως κ' έπεσα τα μπρούμιτα, γονατιστός μπροστά 'στήν

Πορταΐτισσαν κ' εφώναξα καθώς μου υπαγόρευεν η άγνωστος μελωδική

φωνή, της Ξενιώς μου η γλυκειά φωνίτσα.

— Δεν έχεις γιατρικό και για τα μάγια, Παναγίτσα μου; Δεν έχεις

γιατρικό;

Ο παπά-Σεραφάκος άρχισε να ψάλη την παράκλησιν, και ο φίλος μου ο

καπετάν-Καλόγερος, γονατιστός και ασκεπής, προσηύχετο και αυτός.

Μετ' ολίγον ο παπά-Σεραφάκος μετά φόβου λαβών την Πορταΐτισσαν την

ήγγισεν επάνω εις την κεφαλήν μου. Εζαλίσθην, βαρειά μ' εφάνη. βάρος

ακατάσχετον. Ανατριχίλα ως από πυρετού ισχυρού μου ήλθεν. Όλον μου το

σώμα έτρεμε. Την καρδίαν μου την έσφιγγε χέρι δυνατό, να την σπαράξη.

Η γλώσσα μου ετραύλιζε λέξεις ασυναρτήτους. Ο παπά-Σεραφάκος

εδιάβαζεν, εδιάβαζεν.

— Είχεν ανοίξει το κρασί της, ετραύλιζα εγώ. Η γειτόνισσά μας η γρηά

Μαθήνα με τα πολλά κορίτσια. Και μ' εφώναξε να με κεράση. Μου γέμισεν

ένα ποτήρι. Το ήπια όλο χωρίς υποψίαν. Μου εφάνη κάτω-κάτω ότι είχε

στάκτην ψιλήν, απόζουσαν. Την μισή την κατέπιον, την άλλην την

έπτυσα. Η ίδια ήλθε πάλιν εις τους γάμους μου, μ' εκάπνισε μ' ένα

καπνόν βρωμερόν ως ψόφιας νυκτερίδας δυσωδίαν.

— Κύριε ελέησον! έλεγεν ο φίλος μου.

Ο παπά-Σεραφάκος, απαθής, σαν να είδε πολλά τέτοια, εξηκολούθει την

παράκλησιν, οπού εμένα σαν να έβλεπα όνειρον μου εφαίνετο· και σαν

ένα πολύ ζωηρόν όνειρον σου τα γράφω τώρα όλα αυτά, οπού συνέβησαν

εις εμένα.

— Τι είπες, καπετάν-Μοναχάκη! Με ηρώτησεν ο φίλος μου. Εγώ

εξηκολούθουν τα παραληρήματα. Το κρασί ήτο, για να γείνω μέθυσος. Ο

καπνός για να μη ξαναγυρίσω 'ς την πατρίδα.

— Κύριε ελέησον! Επανέλαβεν ο φίλος μου. »

— Παναγία μου Πορταΐτισσα! είπε και ο καπετάν-Μαμμής.

Και ανέγνωσε πάλιν.

«Ο παπά-Σεραφάκος εξηκολούθει ψάλλων τώρα τα μεγαλυνάρια: Την

υψηλοτέραν των Ουρανών . . . Από των πολλών μου αμαρτιών . . .

Δέσποινα και μήτερ του λυτρωτού . . . Άλαλα τα χείλη των ασεβών . . .

Τότε έβαλον κραυγήν και έμεινα άφωνος.

— Πάει, παπά! Είπεν ο καπετάν-Καλόγερος. Συχωρέθηκε!

— Κοιμάται! λέγει ο παπά-Σεραφάκος. Αφήστε τον ήσυχον. Μ' εσκέπασε

τότε με την γούναν του. Ετοποθέτησε κοντά μου την Παναγίαν μ' ένα

φαναράκι και ξαναείπεν:

— Αφήστε τον να κοιμηθή.

Και μετά ύπνον εξάωρον, διαρκή και βαθύν, ηγέρθην ήσυχος, ελαφρός,

ελεύθερος. Μεγάλη η χάρις σου, ω Πορταΐτισσα. Είμαι άλλος άνθρωπος,

νέος άνθρωπος, Λες και ξαναβαπτίσθηκα. Εγώ που χρόνια τώρα δεν

ηρώτησα για τους γονείς, για την γυναίκα μου, για την πατρίδα μου,

αμέσως εζήτησα το πρωί να μάθω. Πώς μ' εξέχασες τόσα χρόνια, βρε

καπετάν-Καλόγερε; του είπα. Δεν ξεύρεις πως είμεθα πατριώταις, πες

μου, πες μου για τον πατέρα μου . . . πες μου για την γυναίκα μου!

Και άρχισα να κλαίω».

— Μεγάλη η χάρις σου Παναγία μου! Είπε πάλιν και ο καπετάν-Μαμμής

και εξηκολούθησε.

«Μετ' ολίγας ημέρας εναυλώθην ναύλον καλόν διά Ζάκυνθον· και να με

περιμένετε να κάμωμεν τα Χριστούγεννα μαζί. Θα μείνω μαζί σας έως ν'

αγιασθούν τα νερά. Τα Φώτα χωρίς άλλο θα είμαι μαζί σας».

Ο καπετάν-Μαμμής έκαμνε τον σταυρόν του χαίρων και θαυμάζων. Εγέμισε

δε χαράν το πρόσωπόν του. Ξανάνειωσεν.

— Είδες της μάγισσαις! Καλά εγώ το υπώπτευσα. Το παιδί μου, το καλό

παιδί μου εκείνο, ο Μοναχάκης μου, οπού ήτανε σαν κορίτσι να

καταντήση σε τέτοιο κατάντιο! . . . Εβρυχήθη ωσάν λέων που του

τράβηξαν την χαίτη μέσα εις το κλουβί. Και εγώ ήθελα να της τον δώσω

γαμβρόν της μιας κόρης της. Η μάγισσα! . . . Και θα πήγαινε να την

κόψη με το κλέφτικο γιαταγάνι του, εσκέπτετο· αλλά δύο ημέρας

προτήτερα την είχε κόψει ο θάνατος, ένας πολύ κακός θάνατος, μαγίσσης

θάνατος. Και μετά μικράν έκθαμβον σιγήν εψιθύρισε: Θάνατος αμαρτωλών

πονηρός! Και εφίλησε την επιστολήν του υιού του σταυροκοπούμενος.

Αλλ' έως ου να καλοδιαβάση το γράμμα ο γέρων, ασυνήθης θόρυβος

ηκούσθη έξω ως όταν έρχεται εις την νήσον κανείς επίσημος. Παιδία και

γέροντες, γυναίκες και άνδρες συνέρρεον προς την αγοράν με φωνάς και

εκφωνήσεις, μόνον ότι δεν εσήμαιναν και οι κώδωνες των ναών. Όμιλοι

παμπληθείς από τα υψώματα της άνω Γειτονιάς εθεώρουν προς την

παραλίαν και τον λιμένα, και μία βοή αόριστος ανέβαινε προς τα επάνω.

Ταύτης ενωτισθείς και ο γέρων ήρχισε να ακροάται μετά προσοχής, όταν

ακούωνται φωναί.

— Ήλθεν ο Μοναχάκης! Ήλθεν η σκούνα του Μοναχάκη!

— Τι; Τι; εψιθύρισεν ο γέρων· και με ένα άλμα νεανικόν ευρέθη αίφνης

όρθιος. Εκείνος ο ποδαλγός! Και επροχώρει προς την θύραν βαστάζων την

επιστολήν ανοικτήν ακόμη και επαναλαμβάνων ως εν παραληρήματι:

— Ποιος; Ποιος ήλθεν;

Ότε εμβαίνει με χαράν η νύμφη του βαστάζουσα και αυτή την άρτι

κομισθείσαν επιστολήν της ανοικτήν· ηκολούθει δε η γραία μητέρα της,

χαζή από την εξαφνικήν χαράν της και παραπαίουσα ως από οίνου.

— Καλώς τον δεχθήκαμε, κραυγάζουν και αι δύο συγχρόνως, καλώς τον

δεχθήκαμε!

— Ναι! απαντά ο γέρων και ατενίζων εκ του παραθύρου προς τον λιμένα

κραυγάζει.

— Νά! Νά τηνε! Η σκούνα μου! Νά τηνε! Η σκούνα μου η καλοτάξειδη, η

τυχηρή μου σκούνα, όπως ήτανε και τότε, όπως την είχα εγώ! Και

εκρότει τας χείρας του από την χαράν του, κρατών συνάμα και το

τσιμπούκι του. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ζωηρότατα και ο κρότος της

αγκύρας του καταπλεύσαντος σκάφους βαρύς και παρατεταμένος.

Και παρατηρών τότε ο γέρων την ημερομηνίαν των δύο επιστολών

επανελάμβανε:

— Βέβαια! Δεκαπέντε ημερών γράμμα· ο καιρός καλός, βέβαια ήλθε.

Καλώς μας ήλθε! Και από την χαράν του εχόρευεν ο γέρων στρέφων γύρω-

γύρω και το τσιμπούκι του, όπερ έτυχε να κρατή εις χείρας, ως

ξιφομάχος γυμνασμένος· και ανεγίνωσκε πάλιν το γράμμα έξαλλος.

Ε'.

Ανήμερα των Φώτων, ημέρα θαυμασία χειμερινή. «Χαρά 'ς τα Φώτα τα

στεγνά!» Επάνω εις την κορυφήν του Βράχου, της επάνω Γειτονιάς,

έλαμπε κάτασπρο το εύμορφο το μικρό σπιτάκι της κοντούλας Ξενιώς, με

την κάτασπρη αυλίτσα του, με μίαν μυγδαλίτσαν καταμεσής. Η κοντούλα η

Ξενιώ, που είχε τόσα χρόνια την κάλτσα κρεμασμένη από τον λαιμόν της,

έγεινε πάλιν δύο μηνών νειόνυμφη, όπως ήτανε μια φορά, και εστόλισεν

εύμορφα το σπιτάκι της.

Φορούσα τα νυμφικά της, χρυσά προικιά, βαρειά προικιά, χρυσά

στολίδια, μεταξωτά στολίδια, έστεκεν εις το παράθυρον σαν της χαράς

κ' ευδαιμονίας τάγαλμα, κ' έβλεπε την πομπήν την μεγαλοπρεπή, που

εβγήκαν οι ιερείς από την εκκλησίαν να ρίψουν τον Σταυρόν εις την

θάλασσαν, ν' αγιασθώσι τα νερά. Κοντά της ίστατο ο καπετάν-Μοναχάκης

εύμορφος, στολισμένος, καπετάνιος ευτυχής. Με το ένα μάτι έβλεπε την

εύμορφη, γυναίκα του, 'ς τους ώμους του επάνω ακκουμβώσαν, και με το

άλλο εκαμάρωνε την τυχηρή την σκούνα, την κατάμαυρη, με το άσπρο

μπούρδο σκούνα του, που ήτον αραγμένη, ωσάν ζωγραφιά από κάτω από το

μικρό σπιτάκι του, από την φωλίτσαν εκείνην την ζηλευτήν, φορτωμένη

σιτάρι για την Ζάκυνθον. Αι μεγάλαι ελληνικαί σημαίαι της υπερηφάνως

αερίζοντο, και τα πολύχρωμα σινιάλα τ' αναρίθμητα με τον αέρα έπαιζαν

χαρούμενα. Η λιτανεία της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού εχώρει προς

την προκυμαίαν σεμνή, πανηγυρική. Αι λαμπάδες και τα εξαπτέρυγα

εμπρός, ο κόσμος αμέτρητος οπίσω, κ' εν μέσω αλλόμενος και σκιρτών ο

γέρων Παπά-Νικόλας, κρατών τον Τίμιον Σταυρόν και ψάλλων «Τριάδος η

φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονεν». Η θάλασα ήτον ήσυχος την ημέραν

εκείνην. Τα μικροκάικα όλα γύρω-γύρω σημαιοστόλιστα. Η βάρκαις άφησαν

θέσιν, ως μιας ορχήστρας θέσιν, να πέση εκεί ο Σταυρός. Νέοι

ναυτικοί, ημίγυμνοι, κολυμβηταί με ταθλητικά των σώματα, ήσαν έτοιμοι

να πέσουν εις την θάλασσαν, να πάρουν τον Σταυρόν. Τον στέφανον της

νίκης.

Οποίον στάδιον! Όπου ο νικητής λαμβάνει το ενδοξότερον και ωραιότερον

των άθλων! Και όταν ο Παπά-Νικόλας, φθάσας εις το άκρον της

προκυμαίας, έρριψε τον Σταυρόν εις την θάλασσαν εν ιερά συγκινήσει,

εν τω άμα τρεις ναύται μέσα εις την σκούναν του καπετάν Μοναχάκη, την

κατάμαυρην σκούναν με το άσπρο μπούρδο, εκρότησαν τρία τρομπόνια

κραταιώς, όπου εσείσθη, όλον το χωρίον, κ' εχόρευσεν από χαράν και το

μικρό κάτασπρο σπιτάκι επάνω εις την κορυφήν του Βράχου, 'σαν ντάμπια

υψηλά εκεί καλοσυγυρισμένη, κ' εφάνη ως να έπεσαν από εκεί τα τρία

χαρμόσυνα κροτήματα, της ιεράς ημέρας χαιρετίσματα.

Βράδυ-βράδυ ο Παπά-Νικόλας, αφού αγίασε μερικά σπίτια τα οποία δεν

επρόφθασε την παραμονήν, φορών τα εορταστικά του ράσσα καινουργή και

ευωδιάζοντα αγιωσύνην, επήγε να χαιρετίση τον καλόν του φίλον

καπετάν-Μαμμήν, ευτυχισμένον πλέον ωσάν εις τα παληά του τα χρόνια,

και να πη το καλώς ώρισες εις τον καπετάν-Μοναχάκην.

— Είδες πως δεν πρέπει ο Χριστιανός ποτέ να απελπίζεται; Έλεγε με

την πανηγυρικήν του φωνήν, χαρμόσυνον ωσάν την ψαλμωδίαν του την

αλησμόνητον. Γύρω του περιίσταντο με σεβασμόν η κοντούλα η Ξενιώ

πανευδαίμων με την μητέρα της και ο Μοναχάκης με δακρυσμένους τους

οφθαλμούς του από την χαράν. Ο καπετάν-Μαμμής κουρασμένος από τας

αιφνιδιαστικάς αυτάς συγκινήσεις είχεν ακκουμβήσει εις το διβάνι του,

κατηγλαϊσμένος από την ευτυχίαν. Και τους εδιηγείτο πάλιν ο

Μοναχάκης, λεπτομερώς τώρα και πολύ ζωηρά, το πώς εσώθη με την

βοήθειαν της Παναγίας της Πορταΐτισσας, πώς επανέκτησε την πρώτην του

γαλήνην και φιλοπονίαν σαν να ξαναγεννήθηκε, και πώς λαβών με

ευκολίαν ποσόν ικανόν απέναντι του ναύλου από τον έμπορόν του,

ανεκαίνισε τα άρμενα όλα του πλοίου του, οπού είχαν παραλύσει και

αυτά από την ασωτείαν του, το εχρωμάτισε και το έκαμε πάλιν σαν να

τώρριξεν εκείνην την ώραν εις την θάλασσαν ο πατέρας του.

— Λες κ' ήτανε κι' αυτό μαζί μου βουλιαγμένο μέσα εις τον βούρκον,

πατέρα μου!

Και αποτεινόμενος προς τον ιερέα ερωτά:

— Και έχουν αληθινά δύναμιν τα μάγια;

Διηγήματα, Τόμος Β · 第 8 / 12 段