Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. Words in italics are included in _. Footnotes have
been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις
με πλάγιους χαρακτήρες συμπεριλαμβάνονται σε _.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ" ΑΡΙΘ. 48
ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΤΟΥ
ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,, αριθ.48
ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΤΟΥ
ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟ
ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ
1921
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα είναι δημοτικώτατος σ' όλους τους
Ανατολικούς λαούς, συνεπώς και σ' εμάς τους Έλληνες. Τ'
ανέκδοτά του, τ' αστεία του, οι ιστορίες του, οι παροιμίες του
φέρονται από στόμα σε στόμα. κι' αποτελούν, οιωνεί, την λαϊκήν
σοφίαν. Μ* όλο το άβαθό τους — πολλές φορές — και την ανοησία
τους, ο λαός βρίσκει πάντα την κατάλληλη ευκαιρία να τις
εφαρμόση και να δώση σ' αυτές πλάτος εννοίας και φιλοσοφική
βαθύτητα. Πόσες φορές — μιλώντας με ανθρώπους του λαού, δεν
ακούς το στερεότυπο «Μια φορά ο Στρατηχόντζας . . . . .» Γιατί
στο στόμα του λαού, που έχει την ιδιοφυΐα όλα τα ξενικά ονόματα
να τα συμμορφώνη με τη φθογγολογία του και με το τυπικό του, το
αραβικό όνομα &Νασρ-εν-Ντιν Χότζα& (που αραβικά σημαίνει &Νίκη
της θρησκείας&) έγεινε ρωμαίικα, στην αρχή &Ναστρεδίν Χόντζας&,
και σιγά, σιγά ξέπεσε σε ποιο ρωμαίικο, &Στρατηχόντζας&.
Ο Στρατηχότζας, λοιπόν, ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους
φιλόσοφους του Ελληνικού λαού και τ' ανέκδοτά του, πότε
αλλαγμένα σύρριζα και πότε παρατεντωμένα σα λάστιχα αλατίζουν
και νοστιμίζουν συχνά τις κουβέντες και τις συζητήσεις του λαού
μας.
Αν ερωτήσης έναν άνθρωπο του λαού τι ήταν ο Στρατηχότζας, θα
σου πη δίχως δισταγμό:
— Έλληνας! . . .
Ίσως, μάλιστα, να σου προσθέση πως τον είχε γνωρίση κι' ο
πάππους του γιατί ήτανε συχωριανός του! Απαράλλακτα όπως και,
οι Τούρκοι τον θέλουν Τούρκο με πατρίδα και με τόπο δράσεως
πότε το Ικόνιον, πότε την Προύσσα, πότε το Αβρί Σεχίρ κλπ. Ο
Τουρκικός λαός πιστεύει, μάλιστα, πως στην Προύσσα υπάρχει ο
τάφος του, και τόνε δείχνουν κιόλας! Οι Πέρσαι τον θέλουν
Πέρση, κ' οι Άραβες Άραβα. Τι είνε επί τέλους αυτός ο
πολυθρύλητοςς Χότζας; Είνε απλούστατα, ο λαός ο ίδιος, ο λαός
της Ανατολής που δημιούργησε ένα όνομα για να του φορτώση στη
ράχη του όλην τη λαϊκή θυμοσοφία. Κι' όταν αμφισβητείται η
ύπαρξι του Ομήρου, κι αυτού ακόμα του Σαίξπηρ η ύπαρξι, δεν
είνε τόσο σπουδαίο και τόσο αδύνατο ν' αμφισβητηθή και η ύπαρξι
ενός αγαθού Χότζα.
Οι ιστορίες του στο Ελληνικό κοινό είνε γνωστές από μια παληά
έκδοση της Βενετίας, μετάφραση από το Τουρκικό, όπου ο ανώνυμος
μεταφραστής μας παρουσιάζει το Χότζα ως Τούρκο. Προ είκοσι
περίπου ετών, έγεινε κ' εδώ μια έκδοση της ανθρωπιάς, σε δύο ή
τρία τυπογραφικά φύλλα, από το μακαρίτη Βασίλειο Κάνδη,
αρχιλογιστή του Κεντρικού Πρακτορείου των Εφημερίδων. Στη
μετάφρασί του αυτή, ο μακαρίτης Κάνδης υπεστήριζε πως έδινε
τους αληθινούς μύθους «του Τούρκου Αισώπου».
Ως τόσο και μ' όλη τη βεβαίωσι του Κάνδη, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας
δεν ήταν Τούρκος, ούτε οι ιστορίες του είνε τούρκικες. Τον
ευτράπελον αυτόν τύπο του λαϊκού σοφού, τον έχουν, και τον
θέλουν δικό τους — όπως είπα παραπάνω — και οι Πέρσες και οι
Άραβες, και τον συναντούμε σε πολλά αρχαία λαΐκά βιβλία των δύο
αυτών λαών, όπως λ.χ. στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο «Περσικό
Μυθολόγιο», που είνε κάτι παραπλήσιο με τη «Χαλιμά», και σε
πολλά έργα ξακουστών ποιητών, γραμμένα σ' εποχή που οι Τούρκοι
δεν είχαν ακόμα φιλολογία.
Σ' όλα τα έργα αυτά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είνε άλλοτε ο τύπος.
ο μωρός και, συγχρόνως, πανούργος, ο απλοϊκός, συγχρόνως, και
κατεργάρης, δόλιος και μουζαβίρης, άλλοτε ο τύπος του
αγράμματου και αμαθούς δασκάλου και ιερωμένου που κάνει πως όλα
τα ξέρει και από την αμάθειά του είνε καταδικασμένος πάντα να
πέφτη σε γκάφες και να γίνεται γελοίος — ιδιότητες που απέδιδαν
εκείνην την εποχή στους Τούρκους οι Άραβες και οι Πέρσες.
Αυτοί, λαοί προωδευμένοι, τότε ραφιναρισμένοι και τετραπέρατοι,
δεν παρέλειψαν να πλουτήσουν τη φιλολογία τους με πλήθος
πνευματώδεις ιστορίες, όπου ζωγράφιζαν τις πνευματικές ατέλειες
των Τούρκων, λαού αμαθούς και αξέστου, τον οποίον είχαν
κατακτήση τότε, και με πολύν κόπο τον διαπαιδαγωγούσαν, ένεκα
ακριβώς της πουνταλωσύνης του, και για τον οποίον έτρεφαν, και
μπορώ να πω, και τρέφουν ακόμα, μια φυσική αντιπάθεια.
Για τούτο, συχνά, μέσα στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο μεγάλο
αυτό μνημείο της Αραβικής Φιλολογίας και σ' άλλα, παρόμοια,
βλέπομε πλήθος τέτοιες κωμικές ιστορίες που ο γελοίος ήρως τους
είνε: «Ένας Τούρκος, αμούστακο παλληκάρι, . . . . . ή «Ένας
Τούρκος Σέχος (γέρος ιερωμένος) με θεόρατο σαρίκι . . . . . . ή
«Ένας Τούρκος που έκανε το δάσκαλο του Νόμου και της Θρησκείας
. . .» κτλ. κτλ. Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζουν πολλές ιστορίες
του παρόντος τόμου, στο βιβλίο της «Χαλιμάς», όπως παρ. χαρ. η
υπ' αριθμ. 8, «ο Χότζας . . . ξεμαυλιστής» (Χίλιες και Μια
Νύχτες: 385η νύχτα) η υπ' αριθ. 13, «Ο Γάιδαρος που . . . δε
γίνεται άνθρωπος» (383η νύχτα), η υπ' αριθ. 17. «Η ιστορία του
Ψαριού» (393η νύχτα) κτλ. κτλ. ενώ πάλι, άλλες, που στις
«Χίλιες και Μια Νύχτες» αναφέρονται σε πρόσωπα ιστορικά,
πριελήφθησαν στο βιβλίο του Χότζα και παρουσιάσθηκαν σαν
επεισόδια που συνέβησαν σ' αυτόν, όπως λ. χ. η υπ' αριθ. 18, «Η
Συνταγή» (395η Νύχτα) που στη «Χαλιμά» αναφέρεται ως επεισόδιο
του περιφήμου Χαλίφη της Βαγδάτης Χιρούν-ερ-Ρασσίντ και του
βεζύρη του Γκάαφαρ του Βαρμεκίδη, μ' έναν από τους Βεδουΐνους
της ερήμου, που είνε ξακουστοί για την ελευθεροστομία τους.
Αργότερα, τον 17ον ή 18ον αιώνα, κάποιος Άραβας, άγνωστο ποιος,
συνέλεξε από τη «Χαλιμά» από το «Περσικό Μυθολόγιο» και άλλες
αραβικές και περσικές πηγές, τις ευτράπελες αυτές ιστορίες και
τις μετάφερε ή ολόκληρες όπως ήταν, ή συντομευμένες,
(παίρνοντας μόνο αποσπάσματα αυτών, που αποτελούν στα μακρά
εκείνα ιστορήματα, απλά επεισόδια — κι' αυτές είνε οι
περισσότερες) σε ξεχωριστό βιβλίο, βάζοντες για γενικό ήρωά
τους ένα μόνο πρόσωπο τον _Νασρ-εν-Ντιν-Χότζα_, ή,
ακριβέστερον, _Γκόχα_ λέξι που σημαίνει τον εγγράμματο, τον
άνθρωπο του Νόμου και της θρησκείας, μα, που αποδίδεται γενικώς
ως τίτλος σε ανθρώπους ελαφρόμυαλους κι' απλοϊκούς. Αυτά τα
_Ναουάντιρ ελ Γκόχα_ («Τα παράξενα και κωμικά ιστορήματα του
Γκόχα») είνε πολύ διαδεδομένα στην Ανατολή, ιδίως στη Συρία και
Αίγυπτο, όπου αριθμούν χιλιάδες λαϊκών εκδόσεων και όπου
διαβάζονται από τους εντοπίους, χωρίς ποτέ αυτοί να
κουράζονται.
Αργότερα, ακόμα, οι Τούρκοι μετέφρασαν ένα μεγάλο μέρος απ'
αυτά στη γλώσσα τους, και έκαναν, όπως είπα, τον ήρωα τους δικό
τους, μεταφέροντας ακόμα και τον τόπο της δράσεώς του στη Μικρά
Ασία.
Πριν κλείσω τις πεταχτές αυτές σημειώσεις μου, οφείλω να
προσθέσω, ότι στην αραβική έκδοσι που ακολούθησα, υπάρχουν και
άλλα ανέκδοτα πολλά του Χότζα, πενήντα περίπου τον αριθμό, που
θεώρησα περιττό να συμπεριλάβω στη μετάφρασι τούτη, γιατί
μερικά απ' αυτά είνε απλώς ελαφρές παραλλαγές άλλων, και θάταν
παράλογη η επανάληψί των, άλλα είνε πολύ ανόητα και ανάλατα,
και θα κούραζαν τον αναγνώστη, και άλλα, τέλος, είνε πάρα πολύ
«ελεύθερα» και μπαίνουν στον κύκλο του Αισχρού και του
Ανηθίκου, και δεν θα ήθελα η μετάφρασί μου ν' αποκλεισθή από
την κοσμία και ηθική ελληνική οικογένεια.
Αθήνα, Νοέμβριος 1921.
Κ. Τρικογλίδης.
ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΤΟΥ
ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ-ΧΟΤΖΑ
I. — Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ
Μια μέρα, ένας χωρικός έπιασε μιαν άγρια χήνα, και την πήγε
πεσκέσι του Χότζα. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; Άνθρωπος
που ανακατεύεται με τους μεγάλους είνε, και μπορεί, καμμιά ώρα,
να τόνε λάβω ανάγκη!»
Ο Χότζας δέχτηκε με πολλές ευχαριστίες το δώρο, περιποιήθηκε με
τιμή το δωρητή, τόνε φιλοξένησε στο σπίτι του, εκείνην τη
νύκτα, και μαζύ του ευφράνθηκε τη χήνα, που η γυναίκα του την
είχε κάνη εξαίρετη σούπα.
Ύστερα από καμιά βδομάδα, ή δυο, ο χωρικός έτυχε να κατεβή στην
πόλι, κ' επειδή τον πρόλαβε η νύχτα, πήγε στο σπίτι του Χότζα
και χτύπησε την πόρτα:
— Ποιος είνε; ρώτησε ο Χότζας.
— Είμαι ο άνθρωπος που σούφερε τη χήνα.
— Α! Κόπιασε! Κόπιασε!
Και πρόθυμα του άνοιξε την πόρτα, και τον έβαλε στον οντά του
και τον εφιλοξένησε με τις ίδιες περιποιήσεις όπως και την
πρώτη φορά. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; άνθρωπος
φιλότιμος φαίνεται: μπορεί να μου στείλη και κανένα άλλο
πεσκέσι απ' το χωριό!»
Ύστερα από κάμποσες μέρες, ήρθαν, ένα βράδυ, στο σπίτι του
Χότζα μερικοί χωριάτες, και του ζήτησαν φιλοξενία.
— Ποιοι είσθε σεις; ρώτησε ο Χότζας.
— Είμαστε οι γειτόνοι του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα,
απάντησαν εκείνοι.
Ο Χότζας τους δέχτηκε με καλωσύνη, τους έβαλε κ' έφαγαν, και
τους κράτησε να κοιμηθούν στο σπίτι του, τη νύχτα. Μα, όταν,
ύστερα από κάμποσες μέρες, παρουσιάστηκαν κι' άλλοι, κ' είπαν:
«Είμαστε οι γειτόνοι των γειτόνων του ανθρώπου που σούφερε τη
χήνα!», ο Χότζας είπε μέσα του: «Βρε, το πράμμα, βλέπω, πάει
κορδόνι!» Όμως, δε μίλησε τίποτα, μόνε τους είπε:
— Καλώς ωρίσατε, καλώς ωρίσατε! Κοπιάστε στ' αρχοντικό μου!
Κι' αφού τους κάθισε στον οντά του, κ' έστρωσε το τραπέζι έβαλε
μπρος στον καθένα από ένα πιάτο βαθύ, γεμάτο νερό. Οι ξένοι,
κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους κ' είπαν:
— Τι είνε τούτο;
— Είνε η σούπα της σούπας της χήνας, καταδεχθήτε την, φίλοι
μου! είπε ο Χότζας.
Φυσικά, εκείνοι πήρανε τα βρεμμένα τους και φύγανε κ' έτσι ο
Χόντζας γλύτωσε κι' απ' εκείνον που τούφερε τη χήνα, κι' από
τους οχληρούς γειτόνους και παραγειτόνους «εκείνου που τούφερε
τη χήνα».
2. — Ο ΚΑΛΟΣ ΤΟΠΟΣ
Μια φορά, ο Χότζας ταξιδεύοντας στην Ανατολή έφθασε σε μια
πόλι, κ' ενώ τριγυρνούσε στους δρόμους, πέρασε από ένα
χαλβατζίδικο, όπου μόλις είχαν φτιάξη χαλβά σιμιγδαλένιο, κ' η
μυρουδιά του τόσο τον ελίγωσε, ώστε μπήκε ντουγρού μέσα, κι'
άρχισε να παίρνη με τα χέρια του κομμάτια του χαλβά από την
πιατέλα και να τα χάφτη.
— Βρε, θεοκατάρατε, τι κάνεις εκεί; φώναξε με οργή ο μάγερας,
και πήρε μια μαγκούρα και την κατάφερε στη ράχη του Χότζα, που
τώβαλε αμέσως στα πόδια.
Εκείνο το βράδυ, ο Χότζας φιλοξενήθηκε από τον Καδή της πόλεως,
που, απάνω στην κουβέντα, έκανε λόγο και για τον τόπο εκείνον,
κ' εξεθείαζε τα καλά του.
— Ναι! είπε ο Χότζας επιβεβαιωτικά. Το είδα!
Είνε πολύ καλός αυτός ο τόπος, αφού και το χαλβά τόνε φιλεύουνε
στον άνθρωπο με ξύλο!. . . .
3. ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ
Ένα πρωί, ο Χότζας κατέβηκε στο παζάρι και παράδωσε τον γάϊδαρό
του σ' ένα μεσίτη για να του τον πουλήση.
Σε λίγο, παρουσιάστηκε ένας αγοραστής, που άνοιξε το στόμα του
γαϊδάρου για να καταλάβη από τα δόντια του την ηλικία του, μα,
κει που παρατηρούσε, ο γάιδαρος άνοιξε τα σαγόνια του και
δάγκασε το χέρι του αγοραστή.
Σε λίγο, παρουσιάστηκε κι' άλλος αγοραστής, που ψηλάφησε του
γαϊδάρου τα πισινά και σήκωσε την ουρά του για να ιδή τα μηριά
του αν ήταν παχύς, μα, ο γάιδαρος σήκωσε τα πισινά του πόδια
και τούδωσε μια κλωτσά.
Τότε, ο μεσίτης γύρισε στο Χότζα και τούπε:
— Βρε καλέ μου άνθρωπε, πάρε πίσω το γάιδαρό σου και ξεφόρτωνέ
με. Γιατί, ποιος αγοράζει ένα τέτοιο ζω, που κ' εκείνον που
περνά από μπρος του τον δαγκάνει, κ' εκείνον που περνά από πίσω
του τόνε κλωτσά;
Ο Χότζας ξεκαρδίστηκε απ' τα γέλια και του απάντησε:
— Άκουσε, να σου πω την αλήθεια: εγώ δε σ' τον έφερα για να
τον πουλήσης, μα, για να δουν οι άνθρωποι απ' τα καμώματά του,
τι τραβώ απ' αυτόνε!
4. — Η ΜΟΙΡΑΣΙΑ
Μια μέρα, τρεις άνθρωποι, που πηγαίνανε μαζύ, βρήκανε στο δρόμο
ένα σακκί καρύδια, κ' επειδή δε μπορούσαν να συμφωνήσουν στη
μοιρασιά, πήγανε στο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα και τούπαν: — Σε
παρακαλούμε, Χότζα, καλό νάχης, μοίρασέ μας αυτά τα καρύδια.
— Μετά χαράς σας! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Μα, πρώτα, πέστε
μου πώς θέλετε να σας τα μοιράσω; σαν άνθρωπος, ή σα Θεός;
— Δίκαια, σαν το Θεό! τούπαν εκείνοι.
Τότε, ο Χότζας άνοιξε το σακκί, κ' έδωσε καμιά δεκαριά καρύδια
στον έναν απ' τους τρεις, καμιά εικοσαριά στο δεύτρο, και όλα
τα άλλα τάδωσε στον τρίτο.
Μείναν απορημένοι οι άνθρωποι απ' αυτό, κ' οι δυο αδικημένοι
είπαν με μια φωνή:
— Μα, Χότζα μου, δε μοιράζεις καλά!
— Βρε βλάκες, τους απάντησε, δε μούπατε να σας τα μοιράσω σα
Θεός; Μάθετε λοιπόν, πως έτσι μοιράζει ο Θεός: σ' άλλους δίνει
λίγα, σ' άλλους πολλά. Αν μου λέγατε να σας τα μοιράσω σαν
άνθρωπος, θάδινα, βέβαια, σ' όλους σας ίσα.
5. — Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν έτρεφε στο σπίτι του ένα αρνί, για
να το σφάξη στην εορτή του Κουρμπάν Μπαϊράμ.
Μερικοί του φίλοι, που το ξέρανε, συνεννοήθηκαν, μια μέρα, να
του φτιάξουνε παιγνίδι, και πήγανε και τούπαν:
— Ω Νασρ-εν-Ντιν, τι κάθεσαι και το τρέφεις, και παν οι κόποι
σου χαμένοι; Δεν ξέρεις πως αύριο είνε η Συντέλεια των Αιώνων,
κι' ο χαλασμός του κόσμου, κατά πως βεβαιώνουν οι αστρολόγοι;
Σφάχτο να το φάμε, και να το ευφρανθούμε, τουλάχιστον, στη λίγη
ζωή που μας μένει.
Ο Χότζας, στην αρχή, δεν πίστεψε στα λόγια τους, μα, όταν ήρθαν
κι' άλλοι, πούσαν κι' αυτοί συνεννοημένοι με τους πρώτους, και
τούπαν τα ίδια, έδωσε πια πίστι, και δίχως να χάνη καιρό,
έσφαξε τ' αρνί.
Ύστερα, το φορτώθηκε στον ώμο του, και παίρνοντας τους φίλους
του, βγήκε μαζύ τους στην εξοχή, όπου διάλεξαν ένα τερπνό μέρος
για να ψήσουνε το αρνί και να καθήσουν να γλεντήσουν ως την
άλλη μέρα, που θάρριχνε ο Θεός την Αιώνια Φωτιά Του και θα
χαλούσε τον Κόσμο, κι' αυτούς μαζύ.
Ενώ ο Νασρ-εν-Ντιν καταγινόταν ν' ανάψη τη φωτιά, και να
ετοιμάση όλα τ' απαιτούμενα, οι φίλοι του έβγαλαν τα εξωτερικά
τους ρούχα, τα παράδωσαν σ' αυτόν για να τους τα προσέχη, και
σκόρπισαν στο λιβάδι για να ρίξουν το λιθάρι, ή να παίξουν άλλα
παιγνίδια, ως που να ψηθή τ' αρνί.
Μόλις αυτοί απομακρυθήκανε αρκετά, ο Χότζας πήρε τα ρούχα τους
και τάρριχνε ένα ένα στη φωτιά, όπου, σε λίγο, όλα κάηκαν και
γενήκαν στάχτη.
Όταν, ύστερα από κάμποση ώρα, οι φίλοι βαρέθηκαν τα παιγνίδια,
και γύρισαν να ιδούν αν ψήθηκε το αρνί, γιατί άρχισαν κιόλας να
πινούν, είδαν πως έλειπαν τα ρούχα τους, κι' απόρησαν πολύ γι'
αυτό.
— Χότζα, τούπαν, πούνε τα ρούχα που σου τ' αφήσαμε να μας τα
φυλάξης;
— Αμ, με τι έψησα το αρνί; απάντησε ο Χότζας δείχνοντας τη
φωτιά.
— Πώς; Τι; Τάρριξες στη φωτιά και τάκαψες;
— Ναι, ντε!
— Και γιατί;
— Πώς, γιατί; απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Αύριο είνε η Συντέλεια
των Αιώνων, και χαλασμός του Κόσμου. Τι τα χρειάζεστε πια; . .
.
6. — ΟΠΟΥ ΔΕ ΦΤΕΕΙ Ο ΘΕΟΣ, ΜΑ, ΑΥΤΟΣ
Κάποτε, ο Χότζας, με κάτι οικονομίες που είχε κάνη, αγόρασε ένα
μικρό χωράφι, όπου άρχισε να πηγαίνη κάθε πρωί, και να σηκώνη
τα μάτια του στον ουρανό, και να λέη:
— Θεέ μου, ρίξε τα μάτια Σου και ιδές: αυτό είνε το χωράφι του
πιστού Σου δούλου, που ολοχρονίς Σε προσκυνάει. Σε παρακαλώ,
λοιπόν, μην το παραμελήσης, μόνε ρίχτου μπόλικο νερό για να μου
καρποφορήση.
Κ' εξακολούθησε να το κάνη αυτό για κάμποσον καιρό. Εννοείται
δα ούτε τσάπα πήρε ποτέ του να το σκάψη, ούτε αλέτρι να το
οργώση, και να σπείρη, παρά μόνο αφέθηκε στο έλεος και στη
βοήθεια του Θεού.
Λοιπόν, μια νύχτα, κει που κοιμόταν, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας
άκουσε απάνω στον ύπνο του ταραχή κι' ανεμοζάλη. Σηκώθηκε
αμέσως κ' είδε πως είχαν ανοίξη οι καταρράκτες τ' ουρανού, κ' η
βροχή έπεφτε με τα τουλούμια.
Πήγε να μουρλαθή από τη χαρά του:
— Μπράβο, έλεγε, μπράβο! Δοξασμένο τ' όνομα του Θεού, που
άκουσε τη δέησί μου! Τώρα, το χωράφι μου θα πετάξη στάχυα πιο
ψηλά κι' απ' το ανάστημά μου.
Και δεν έβλεπε την ώρα, πότε να ξημερώση, για να πάη να ιδή
αυτό το πολύ ευχάριστο θέαμα.
Τέλος, ξημέρωσε, και, χωρίς να χάνη ούτε στιγμή, ανέβηκε στο
γάιδαρό του και ξεκίνησε για το χωράφι του. Μα, όταν επλησίασε
σ' εκείνο το μέρος, δε γνώρισε ούτε τον τόπο, όπου ήταν το
χωράφι του, γιατί όλη γύρω η περιφέρεια είχε πλημμηρίση απ' τη
βροχή, και φαινόταν σαν μιαν απέραντη λίμνη.
Τότε, ο Νασρ-εν-Ντιν, βλέποντας αυτήν την κατάστασι του
χωραφιού του, ύψωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό
και είπε με μεγάλη φωνή:
— Δεν φταις εσύ, Θεέ μου! Φταίω εγώ, που φάνηκα τόσο κουτός,
να σου δείξω το χωράφι μου!
7. — «ΑΝ ΘΕΛΗ Ο ΘΕΟΣ»
Άλλη μια φορά, πάλι, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κουβεντιάζοντας,
μια νύχτα, στο κρεββάτι του, με τη γυναίκα του, της είπε:
— Αύριο, αν βρέξη, θα πάω στο χωράφι, αν δε βρέξη θα πάω στ'
αμπέλι.
Τούπε η γυναίκα του:
— Αν θέλη ο Θεός, άνδρα μου!
Απάντησε ο Χόντζας:
— Βρε, θέλει δε θέλει, ο Θεός, εγώ, ή στο ένα θα πάω ή στο
άλλο.
Τούπε πάλι η γυναίκα του:
— Χότζα, μην το λες αυτό! Λέγε «αν θέλη ο Θεός!»
Πάλι απάντησε ο Χότζας:
— Βρε, αυτό που σου λέω, γυναίκα! Αύριο, ή στ' αμπέλι θα πάω ή
στο χωράφι!
Λοιπόν, εκείνην την νύχτα, έβρεξε, και, το πρωί, ο Χότζας,
παίρνοντας ένα καλάθι, ξεκίνησε για τ' αμπέλι.
Τώρα, δεν είχε φθάση ακόμα στο μισό το δρόμο, όταν, για κακή
του τύχη, τον αντάμωσαν άνθρωποι σταλμένοι από του Αντιβασιλέα
για να εισπράξουν καθυστερημένους φόρους από τους χωρικούς, κ'
επειδή πρώτη φορά κατέβαιναν σ' εκείνην την περιφέρεια,
αγγάρεψαν του Νασρ-εν-Ντιν για να τους δείξη τους δρόμους.
Έτσι, ο Χότζας, άφησε το δρόμο του αμπελιού, και πήγε μαζύ τους
όλην την ήμερα και το βράδυ, γυρίζοντας, τον πρόλαβε η νύχτα,
ώστε μόλις τα μεσάνυχτα έφθασε στο σπίτι του, και χτύπησε την
πόρτα.
Ρώτησε η γυναίκα του από μέσα:
— Ποιος είνε;
Απάντησε:
— Αν θέλη ο Θεός, εγώ είμαι, γυναίκα!
8. — Ο ΧΟΤΖΑΣ . . . ΞΕΜΑΥΛΙΣΤΗΣ
Μαζύ με τα παιδιά, που πήγαιναν στο σχολείο του Χότζα, μια
χρονιά, ήταν κ' ένα αγόρι ελεύθερο, και μια κοπελλούδα σκλάβα,
και τ' αγόρι είχε πέση σε τρελλό ερωτικό πάθος για την κόρη.
Λοιπόν, μια μέρα, στο διάλειμμα, ενώ τ' άλλα παιδιά, έπαιζαν
στον αυλόγυρο, ο μικρός ερωτευμένος πήρε την πλάκα του
κοριτσιού κ' έγραψε απάνω αυτούς τους στίχους:
_«Τι θα πης για εκείνον, που τον έλυωσε της αγάπης ο καημός, κ'
έχασε το λογικόν του, για σένα;
»Τι θα πης για εκείνον, που ο φλογερός του πόνος τον κάνει
κρυφά να βαρειαναστενάζη, και δεν αντέχει πια, η καρδιά του,
στο βάρος αυτού του μυστικού;»_
Όταν η μικρούλα πήρε την πλάκα της, διάβασε τους στίχους που
ήσαν γραμμένοι απάνω, τους έννοιωσε και δάκρυσε. Ύστερα, έβγαλε
το κοντύλι κ' έγραψε, από κάτω, αυτούς τους στίχους:
_«Σα βλέπω έναν εραστή έτσι για μένα να υποφέρη, και να μ'
επιθυμή, πως μπορεί η καρδιά μου να μην του αποκριθή;
»Ναι, ό,τι θέλεις από μένα έλα πάρτο, καλέ μου κι' ας πάθω ό,τι
πάθω.»_
Τώρα, συνέβη, στο δεύτερο διάλειμμα, ο Χότζας να μείνη στην
τάξι, και, περνώντας πλάι από το θρανίο της μικρής σκλάβας, να
πάρη από περιέργεια στα χέρια του την πλάκα της και να διαβάση
τους στίχους του αγοριού και την απάντησι της κόρης.
Λοιπόν, τόσο συγκινήθηκε η γέρικη καρδιά του από το αίσθημα των
δυο παιδιών, ώστε έβγαλε αμέσως από την τσέπη του ένα κοντύλι
κ' έγραψε από κάτω αυτούς τους στίχους απευθυνομένους στην
κόρη:
_«Παρηγόρησε τον εραστή σου, και μη φοβάσαι τις συνέπειες.
Κοίτα πώς τώλυωσε ο καημός, το κακόμοιρο το αγόρι!
»Ούτε απ' το δάσκαλό σου, μη φοβάσαι: Δε θα σε μαλώση: γιατί —
ε! — κι' αυτός δοκίμασε, μια φορά, τον πόνο της αγάπης.»_
Ύστερα, άφησε την πλάκα στη θέσι της και βγήκε από την τάξι.
Μα, μόλις βγήκε, μπήκε μέσα ο αφέντης της σκλάβας, που
βλέποντας την πλάκα στο θρανίο της, την πήρε και διάβασε όσα
είχαν γράψη το αγόρι, η κόρη κι' ο δάσκαλος• και παίρνοντας κι'
αυτός ένα κοντύλι έγραψε από κάτω:
_«Άμποτε, ο Θεός να ευλογάη τον έρωτά σας πάντα, και να μου
βγουν τα μάτια αν δοκιμάσω να φέρω εμπόδια στην ένωσί σας.
»Μα, όσο για το δάσκαλο, μα την ψυχή μου, στη ζήσι μου δεν είδα
μεγαλείτερο ξεμαυλιστή απ' αυτόν»._ (11)
9. — ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
Μια νύχτα, που δεν είχε ύπνο ο Νασρ-εν-Ντιν-Χοτζας τινάχτηκε
απάνω, ξαφνικά, και φώναξε στη γυναίκα του, που κοιμόταν:
— Σήκω, σήκω! Άναψε γρήγορα το κερί και φέρε μου χαρτί και
καλαμάρι για να γράψω ένα δίστιχο, που μούρθε στο νου, και που
θα το θαυμάση η οικουμένη.
Η γυναίκα του άναψε το κερί, του έφερε το καλαμάρι κ' ένα φύλλο
χαρτί, κ' εκείνος κάθησε κ' έγραψε δυο γραμμές, βάζοντας όλη
του την προσοχή στην ορθογραφία και στην καλλιγραφία.
Όταν τέλειωσε, του είπε η γυναίκα του:
— Άνδρα μου, δε μου διαβάζεις και μένα αυτό το δίστιχο που θα
σε δοξάση;
— Μετά χαράς σου! Άκου και θαύμαζε:
«Μέσα σε μια πυκνή και πράσινη φυλλωσιά,
»ένας κότσυφας με κόκκινη μύτη».
»Ε; Τι σου λέει; . . .
10. ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα έπλυνε το πουκάμισό του, κι αφού
πέρασε τα μανίκια του σε μια βέργα, το κρέμασε στην άκρη του
χαγιατιού, και τ' άφησε εκεί τη νύχτα, για να στεγνώση.
Τώρα, τη νύχτα, τούρθε του Χότζα να κάνη το ψιλό του νερό, και
σηκώθηκε για ναύγη έξω.
Μα μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε στο φως του φεγγαριού το
πουκάμισο που σάλευε από τον αέρα στο χαγιάτι. κι έσκασε η χολή
του, γιατί το πήρε πως ήτανε ληστής. Μπήκε αμέσως μέσα, άρπαξε
το τόξο του, κι έρριξε ένα βέλος καταπάνω στο φανταστικό
επισκέπτη.
Ύστερα, μαντάλωσε καλά την πόρτα, κι έπεσε πάλι να κοιμηθή.
Λένε, μα ποιος ξέρει; πως εκείνην τη νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν,
επειδή εμποδίστηκε να πάη στο «μέρος», κατουρήθηκε απάνω του,
και πως άκουσε φωνές πολλές γι' αυτό από τη γυναίκα του, που
τότε μόνο έπαψε τις γκρίνιες και μέρεψε, όταν της είπε την
αφορμή . . .
Το πρωί, μόλις εξύπνησε, ο Χότζας, παίρνοντας τη γυναίκα του,
βγήκε έξω για να ιδή τι απόγινε ο άνθρωπος που χτύπησε τη
νύχτα.
Μα, είδε πως ήταν το πουκάμισό του, κρεμασμένο στο χαγιάτι, και
τρυπημένο, από τη μια μεριά ως στην άλλη, από το βέλος.
Τότε γύρισε με θαυμασμό στη γυναίκα του και της είπε:
— Μωρέ γυναίκα, να δοξάζης, το Θεό, που δεν έτυχε να το φορώ
το πουκάμισο, αλληώτικα θάσουν, σήμερα, χήρα, κακομοίρα!
11 — ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ
Κάποτε, ο Χότζας πήγαινε σε κάποιο χωριό, και στο δρόμο
αντάμωσε ένα τσομπάνο που τούπε:
— Πες μου, Χότζα! Αλήθεια είσαι δάσκαλος του Νόμου και της
Θρησκείας, όπως λένε, και σοφός;
— Αμ, τι θαρρείς; του απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν
— Άκου, λοιπόν: Έχω από πολύν καιρό μιαν απορία, που ρώτησα
πολλούς ως τώρα διαβασμένους, περαστικούς από τούτα τα μέρη,
μα, κανείς δεν μπόρεσε να μου το λύση. Αν μπορέσης εσύ, θα σε
πω στ' αλήθεια μεγάλον άνθρωπο, και σοφό, που δεν παραβγαίνει
μπρος του ούτε ο Σολομώντας.
— Λέγε να την ακούσωμε, τούπε ο Χότζας, κ' εκείνος άρχισε:
— Όταν βγαίνει το νέο φεγγάρι, βγαίνει μικρό και λίγο-λίγο
μεγαλώνει ως που γίνεται σαν το τροχό της άμαξας. Ύστερα
αρχίζει νέο φεγγάρι. Τι γίνεται το παληό φεγγάρι; Εδώ! . . .
Μπορείς να μου πης;
— Ου! Καϋμένε! είπε ο Νασρ-εν-Ντιν. Τόσο πράμμα δεν ξέρεις; Τα
παληά φεγγάρια κόβουνται σε ψιλές-ψιλές φέτες και γίνονται
αστραπές. Δε βλέπεις κάθε φορά που βροντά, πως λάμπουν σα
σπαθιά;
— Μπράβο! Μπράβο! Χότζα μου! . . . Να σε φιλήσω! . . . φώναξε
ο τσομπάνος μ' ενθουσιασμό. Είσαι, στ' αλήθεια, σοφός άνθρωπος
. . . Ναι! Έτσι είνε . . . Κ' εγώ αυτή τη γνώμη είχα! (21)
12. — ΤΟ ΚΑΖΑΝΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ
Μια φορά, ο Νάσρ-Ντιν-Χότζας δανείστηκε από το γείτονά του ένα
καζάνι, για να βράση, όπως έλεγε, μούστο.
Ύστερα από μερικές ημέρες, γύρισε στο γείτονα το καζάνι, μαζύ
μ' ένα μικρόν τέντζερε.
Ρώτησε ο γείτονας:
— Τι είνε αυτός ο τέντζερες, Χότζα;
Αποκρίθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν:
— Τόνε γέννησε το καζάνι σου, τις μέρες που τώχα στα χέρια
μου.
Ο γείτονας δέχτηκε με χαρά τον τέντζερε, ευχαρίστησε τον Νάσρ-
εν-Ντιν, θερμά και του ζήτησε συμπάθειο για την ενόχλησί που
τούδωσε το καζάνι του με τον τοκετό του.
Ύστερα, από κανένα μήνα, ο Νασρ-εν-Ντιν δανείστηκε πάλι από το
γείτονά του το καζάνι, μα, τούτη τη φορά, δεν του το επέστρεψε
πια.
Ο γείτονας βλέποντας πως περνούσε ο καιρός κι' ο Χόντζας δεν
τούφερνε πίσω το καζάνι, πήγε, μόνος του, στο σπίτι του μια
μέρα, και το ζήτησε. Ο Χότζας του αποκρίθηκε:
— Ζωή σε λόγου σου! Το καζάνι σου πέθανε!
— Πώς; αναφώνησε ο γείτονας. Πεθαίνει ποτέ το καζάνι;
— Μπα! είπε ο Χότζας. Πως γεννάει, το πιστεύεις, πως πεθαίνει,
δεν το πιστεύεις;
— Εγώ δεν τ ακούω αυτά, απάντησε ο γείτονας, αγριεμένος. Να
πάμε στον Καδή να μας κρίνη.
— Και στον Καδή, και στο Σουλτάνο, ακόμα, αν θέλης πάμε. Σήκω!
Πήγαν, λοιπόν, στο δικαστήριο, κι' όταν ήρθε η σειρά τους ο
Χότζας μίλησε πρώτος κ' είπε στον Καδή:
— Καδή μου, κάθε πράμμα που γεννά, δεν πεθαίνει;
— Βέβαια, είπε ο Καδής.
— Λοιπόν, εξακολούθησε ο Νασρ-εν-Ντιν, όταν γέννησε το καζάνι
του ανθρώπου από δω, αυτός δέχτηκε με χαρά και το καζάνι και το
μικρό του. Τώρα, το καζάνι του πέθανε και δεν το πιστεύει. Σε
παρακαλώ, κρίνε μας!
Ο Καδής, μην μπορώντας ν' αναιρέση την προηγούμενη απόφασί του,
ότι κάθε πράμμα που γεννά, πεθαίνει, έδωσε δίκηο στο Νασρ-εν-
Ντιν-Χότζα κ' έστειλε το γείτονά του να χαίρεται τον τέντζερέ
του.
13. — Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ . . . «ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
Μια μέρα, δυο απατεώνες είδαν το Νασρ-εν-Ντιν Χότζα να γυρίζη
από τ' αμπέλι του, σέρνοντας πίσω του το γάιδαρό του από το
καπίστρι. Κ' είπε ο ένας στον άλλον:
— Έρχεσαι να του τον πάρουμε;
— Με τι τρόπο;
— Μη σε νοιάζη! Έλα μαζύ μου και θα δης!
Λοιπόν σηκώθηκε, πλησίασε σιγά σιγά το γάιδαρο, τούβγαλε το
καπίστρι, παράδωσε το ζω στο σύντροφό του, πέρασε το καπίστρι
στο δικό του το λαιμό κ' εξακολούθησε να περιπατή πίσω από το
Χότζα.
Μα, όταν είδε πως ο σύντροφός του ήταν πια αρκετά μακρυά, και
δε φαινόταν, στάθηκε στη μέση του δρόμου, και δεν το κουνούσε.
Ο Χότζας, αναμμένος από το θυμό, γύρισε πίσω για να ιδή «τι
διάβολος μπήκε, πάλι» στο πεισματάρικο το ζω του, και δεν
προχωρούσε, μα, έμεινε με το φράσι ατέλειωτη στο στόμα του,
βλέποντας πως αντί γάιδαρο, έσερνε πίσω του έναν άνθρωπο
καπιστρωμένο.
— Ποιος είσαι συ; του φώναξε.
— Αχ! Χότζα μου! αποκρίθηκε ο λωποδύτης. Η ιστορία, η δική
μου, είνε καταπληκτική, και θλιβερή συνάμα, κι' αν θέλης άκουσέ
την: Έχω μια γρηά μάννα, καλή και θεοφοβούμενη. Λοιπόν, μια
μέρα, πήγα σπίτι σκνίπα στο μεθήσι, κ' εκείνη, η κακομοίρα, με
μάλωσε, όπως κάνει κάθε μάννα καλή που βλέπει το παιδί της να
παραστρατή. Όμως, εμένα δεν μου άρεσαν τα λόγια της, και,
παίρνοντας μια μαγκούρα, της έσπασα τα πλευρά της. Τότε, με
καταράστηκε, κι' αμέσως ο Θεός με μεταμόρφωσε σε γάιδαρο, και
μ' έρριξε στα χέρια σου όπου έμεινα ως τούτη το στιγμή. Λοιπόν,
τώρα, που γυρίζαμε απ' τ' αμπέλι, δεν ξέρω πώς μούρθε, ξαφνικά,
στο νου μου η μάννα μου, κ' η καρδιά μου σφίχτηκε απ' τη λύπη
και τη λαχτάρησε. Είπα μέσα μου: «Θεέ μου! Κάνε το θαύμα να
γίνω πάλι άνθρωπος σαν πρώτα, και ποτέ πια δε θα την πικράνω.»
Και, ξαφνικά, βλέπω πως πήρα πάλι την πρώτη μου μορφή. Ο Θεός,
μεγάλη Του η χάρι, άκουσε τη δέησί μου!
Ο Χότζας ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και έκραξε.
— Μεγάλος είσαι Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!
Ύστερα, γυρίζοντας στο λωποδύτη τούπε:
— Άει, παιδί μου, στη μαννούλα σου και πρόσεχε, άλλη φορά, μην
τη δυσαρεστής. Και συμπάθα με κ' εμένα για το παίδεμα που
σούκανα και για το ξύλο που έφαγε από μένα η ράχη σου. Βλέπεις,
δεν τώξερα.
Γύρισε στο σπίτι, ζαλισμένος από τη λύπη κι' από τη στενοχώρια,
σαν νάχε πιή κρασί. Βλέποντάς τον έτσι η γυναίκα του, τούπε:
— Τι έπαθες, άνδρα μου; Και πού είνε ο γάιδαρος;
Απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν:
— Ξέρεις τι ήταν αυτός ο γάιδαρος; Άκου και θαύμαζε!
Και της αφηγήθηκε την ιστορία του λωποδύτη.
— Πω! Πω! Άνδρα μου, αναφώνησε εκείνη. Τι αμαρτία κάναμε να
χρησιμοποιήσουμε έναν άνθρωπο για γάιδαρο! Τώρα, θα μας παιδέψη
ο Θεός στην Κόλασι γι' αυτό!
Κ' έταξε να κάνη ελεημοσύνες στους φτωχούς, και εννενήντα εννιά
μετάνοιες για να τους συγχωρήση ο Θεός.
Τώρα, επειδή ο Νασρ-εν-Ντιν είχε ανάγκη από ένα γάιδαρο,
κατέβηκε στο παζάρι για ν' αγοράση έναν. Και κει που
τριγυρνούσε βλέπει ένα ντελάλη να κρατά για πούλημα τον ίδιο το
γάιδαρό του.
Τρέχει μονομιάς, και ζυγώνοντας το στόμα του στο αφτί του ζώου
τούπε:
— Ου! Να χαθής, να χαθής! Θα πήγες πάλι κ' έγεινες σκνίπα στο
μεθήσι, και βάρεσες τη δύστυχη τη μάννα σου. Έλα, λοιπόν, πίσω
στο σταύλο μου, γιατί συ δε γίνεσαι άνθρωπος! (3)
Κι' αφού απόδειξε πως ήταν δικός του, τον πήρε πίσω, πάλι.
14. — ΤΑ ΠΑΣΟΥΜΑΚΙΑ
Μια φορά, τούτυχε του Χότζα ανάγκη να πάη σε μιαν άλλη πόλι,
όπου κάτι υποθέσεις τόνε κράτησαν κάμποσον καιρό.
Πριν φύγη, είχε ρωτήση τη γυναίκα του τι ήθελε να της φέρη για
πεσκέσι στο γυρισμό του, κ' εκείνη τον είχε παρακαλέση να της
αγοράση ένα ζευγάρι χρυσοκέντητα πασουμάκια, που λέγανε πως
έφτιαχναν στην πολιτεία εκείνη, ωραία και γερά.
Ο Χότζας με προθυμία της το υποσχέθηκε, μα, ενώ βρισκόταν ακόμα
στην ξένη πόλι, πληροφορήθηκε πως στην απουσία του η γυναίκα
του είχε πιάση πολλούς ερωμένους. Και σαν ήρθε, τέλος, ο καιρός
για να γυρίση, της αγόρασε ένα ζευγάρι πρόστυχες παντόφλες από
χαρτόνι, αντίς, όπως επιθυμούσε εκείνη, χρυσοκέντητα
πασουμάκια.
— Βρε άνδρα, δεν ντράπηκες τα μούτρα σου να μου φέρης τέτοιες
πρόστυχες παντόφλες, που δε θα βαστήξουν ούτε μια ημέρα;
ξεφώνησε με θυμό η γυναίκα του σαν τις είδε.
Κι' ο Χότζας:
— Σώπα γυναίκα, γιατί με τη δουλειά που άρχισες τώρα, δέκα
χρόνια θα τις έχης αυτές τις παντόφλες και δεν θα σου
καταλυούνται . . .
15. — «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΣΕ . . .»
Μια φορά, ο Χότζας απεφάσισε, για λόγους οικονομίας, να
συνηθίση το γάιδαρό του να μην τρώη, κ' έπαψε να του δίνη φαΐ.
Φυσικά το δυστυχισμένο ζώο ψόφησε ύστερα από λίγες μέρες από
ασιτία.
Κι' ο Χότζας, βλέποντας σωριασμένο χάμου το κουφάρι, ανεφώνησε
με απογοήτευσι και αγανάκτησι:
— Να πάρη ο διάολος να πάρη! Τώρα που έμαθε μια χαρά να μην
τρώη, τώρα βρέθηκε να μου ψοφήση, το τρισκατάρατο!
16. — ΚΑΥΓΑΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ
Μια νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είδε στο ύπνο του, πως κάποιος
φίλος του τού χάριζε εννιά φλουριά, κι' αυτός καυγάτζιζε μαζύ
του, απαιτώντας να του τα κάνη δέκα.
Ξαφνικά, άνοιξε τα μάτια του, και βλέποντας πως δεν είχε τίποτα
στα χέρια του, τάκλεισε πάλι, αμέσως, κι' απλώνοντας το χέρι
του, φώναζε;
— Έλα, άει στο διάολο! Δος τα, κι' ας είν' κ' εννέα!
17. — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΑΡΙΟΥ
Όταν ο Νασρ-εν-Ντιν ήταν νέος, πήγε, μια Παρασκευή, στη γυναίκα
του ένα ψάρι ζωντανό, κι' αφού τη διέταξε να το μαγερέψη και να
τώχη έτοιμο, όταν θα γύριζε από το Τζαμί, μετά τη Μεγάλη
Προσευχή, έφυγε και πήγε στις δουλειές του.
Τώρα, η γυναίκα του εκείνη ήταν τρελλή κ' ελαφρόμυαλη, και
τάπαιζε μ' όλους τους νέους της γειτονιάς, και για τούτο, ο
Χότζας την έδιωξε, αργότερα, όταν την κατάλαβε, και πήρε άλλη.
Λοιπόν, εκείνην την ημέρα, ενώ ο άνδρας της ήταν ακόμα στο
Τζαμί, ήρθε ένας της φίλος και την προσκάλεσε σ' ένα γάμο που
θα γινόταν στο σπίτι του.
Εκείνη δέχτηκε με χαρά, και ρίχνοντας το ψάρι μέσα σ' ένα
κιούπι με νερό, έφυγε μαζύ του κ' έλειψε μιαν αλάκαιρη βδομάδα,
ως την ακόλουθη Παρασκευή (4), ενώ ο Χότζας την εζητούσε από
σπίτι σε σπίτι, χωρίς κανείς να μπορέση να του δώση πληροφορίες
πού ήταν.
Ήταν, λοιπόν, έξω φρενών εναντίον της, κι' όταν την είδε, (την
επόμενη παρασκευή) νάρχεται, ώρμησε απάνω της, την περιέλουσε
με τα πιο βρωμερά επίθετα και χύμηξε ναν τη χτυπήση με μια
μαγκούρα.
Μα, εκείνη τούφερε το ψάρι ζωντανό από το κιούπι, κι' αφού
τώβαλε μπροστά του έμπηξε τέτοιες αγριοφωνάρες, ώστε μαζώχτηκαν
όλοι οι γειτόνοι να ιδούνε τι συμβαίνει.
Τότε, τραβώντας τα μαλλιά της και ξεσχίζοντας τα μάγουλά της με
τα νύχια της, τους είπε τα παράπονά της, κι' ανάφερε με τι
τρόπο της φέρθηκε ο άνδρας της, «ο κακούργος, που βάλθηκε να
την πεθάνη».
Είπε κι' αυτός τα παράπονά του, μα, κανείς δεν ήθελε να τον
πιστέψη, γιατί όλοι πήγανε με το μέρος της γυναίκας, κι' όλοι,
με μια φωνή, είπαν:
— Δεν μπορεί νάνε έτσι όπως το λες, γιατί, πώς μπορούσε το
ψάρι να μείνη ζωντανό όλον αυτόν τον καιρό;
Και γέλασαν μαζύ του, και τόνε κορόιδεψαν, και τον έβγαλαν πως
ήτανε τρελλός.
Λένε πως ποτέ από τότε ο Χότζας δεν έβαλε στο σπίτι του ψάρι,
κι' όταν μια φορά, ένας φίλος του τόνε ρώτησε το γιατί, του
απάντησε.
— Άκουσε, φίλε μου: μια φορά, πήγα ένα ψάρι σπίτι μου και μ'
έβγαλαν τρελλό, τη δεύτερη φορά, ασφαλώς θα με δέσουν.
18. — Η ΣΥΝΤΑΓΗ
Μια μέρα, ο Εμίρης του τόπου, βγαίνοντας σε περίπατο στην
εξοχή, με το γραμματικό του, αντάμωσε στο γυρισμό του το Νασρ-
εν-Ντιν, που πήγαινε με το γάιδαρό του στ' αμπέλι, και θέλοντας
να γελάση λιγάκι, είπε του γραμματικού του να τόνε ρωτήση από
πού ερχόταν.
Λοιπόν, ο γραμματικός τόνε ρώτησε.
— Πούθε έρχεσαι, Νασρ-εν-Ντιν;
— Από τη Βασσόρα! απάντησε εκείνος.
— Και πού πας, με το καλό;
— Στη Βαγδάτη.
— Και τι πας να κάνης εκεί;
— Πάω να ζητήσω γιατρικό για τα μάτια μου, αποκρίθηκε ο
Χότζας.
Ο Εμίρης έσκυψε στ' αφτί του γραμματικού του και τούπε:
— Πες του κι' άλλες σαχλαμάρες να γελάσωμε!
— Πασσά μου, είπε ο γραμματικός, αυτός είνε βρωμόγλωσσα και
φοβούμαι πως δε θα μπορέσωμε να τα βγάλωμε πέρα, μαζύ του.
— Βρε, κάνε αυτό που σου λέω! διέταξε ο Εμίρης, κι' ο
γραμματικός άρχισε:
— Αν σου πω, εγώ, ένα γιατρικό, τι θα μου δώσης γι' αμοιβή;
Είπε ο Χότζας:
— Βρε, κάνε συ το καλό, και κάτι θα βρω να σου δώσω γι'
αμοιβή, Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει μιαν ευεργεσία.
— Λοιπόν, δάνεισέ μου τ' αφτιά σου, κι' άκου μια συνταγή που
δεν την έχω δώση ακόμα ούτε στο παιδί μου.
— Λέγε, ακούω, είπε ο Νασρ-εν-Ντιν, κι' ο γραμματικός άρχισε:
— Πάρε τρεις ουγγίες δροσερό αεράκι, (προτίμησε το Μπάτη),
τρεις ουγγίες ακτίνες του ήλιου, άλλες τόσες ακτίνες του
φεγγαριού, κι' άλλο τόσο φως της λάμπας. Ανακάτεψέ τα όλα αυτά
καλά κι' άφησε τα τρεις μήνες στον αέρα. Ύστερα βάλε τα σ' ένα
γουδί δίχως πάτο και τρίφτα καλά ως που να γίνουν σκόνη. Βάλε
τη σκόνη σ' ένα τρυπητό, κι' άφησέ τη στον αέρα άλλους τρεις
μήνες. Ύστερα, βάζε απ' αυτό το γιατρικό στα μάτια σου, τρία
δράμια κάθε βράδυ όταν κοιμάσαι, και, με τη βοήθεια του Νασρ-
εν, θα βρης τη γιατρειά σου.
Τώρα, όταν ο Χότζας άκουσε αυτά, έγειρε μπρος όλο το κορμί του,
καθώς καθόταν απάνω στο γάιδαρό του, κι' άφησε να του φύγη μια
βροντερή πορδή (5), και τούπε:
— Αυτό για πληρωμή της συνταγής σου. Κι' όταν την ακολουθήσω
και βρω, όπως λες, τη γιατρειά μου, θα πάω, μα το Θεό, να σου
αγοράσω μια σκλάβα, που θα σε υπηρετήση με τέτοιον τρόπο ώστε
να σε στείλη μια ώρα αρχήτερα στον άλλο κόσμο. Κι' όταν ο Θεός
σε ρίξη στα καζάνια της Κολάσεως, αυτή θ' αλείψη τη μούρη σου
με τριάντα δράμια κόπρο από τη θλίψι της, και τριάντα δράμια
κάτουρο από τα κλάματά της και θα πη: «Ω σκατόγερε, πέθανες;
Στο διάολο και πάρα πέρα!»
Ακούοντας αυτά ο Εμίρης, έσκασε από τα γέλια και παίρνοντας το
γραμματικό του έφυγε βιαστικά απ' εκεί, από φόβο μην τον αρχίση
κι' αυτόνε ο Χότζας.
19. — «ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ!»
Κάποτε, ο Χότζας κατέβηκε στον κήπο του και ξαπλώθηκε κάτω από
μια καρυδιά. Και βλέποντας, κει που καθόταν, τις κολοκυθιές και
τις πεπονιές, που ήσαν πιο πέρα, φορτωμένες από θεώρατες
κολοκύθες και πεπόνια, μπήκε σε σκέψεις για του τρόπο που
δημιούργησε ο Θεός του κόσμο.
«Περίεργο πράγμα, αλήθεια,» έλεγε. «Αυτός ο Θεός δεν ήξερε τι
έκανε. Έδωσε σε τόσο λιγνά χαμόδενδρα τόσο θεώρατους καρπούς,
και σ' ένα δένδρο τόσο μεγάλο σαν αυτήν την καρυδιά, τόσο
μικρούλικους καρπούς, ενώ — αν πας με τη λογική — το σωστό ήταν
να κάνη το αντίθετο.»
Μα, ενώ συλλογιζόταν έτσι κι' απορούσε μέσα του φύσηξε αέρας
δυνατός κ' ένα καρύδι έπεσε από την καρυδιά και τόνε χτύπησε
στο κούτελο με τέτοια ορμή που του προξένησε δυνατόν πόνο.
Τότε τινάχτηκε απάνω, και ξεφώνησε με θαυμασμό.
— Μπρε, ήξερε τι έκανε ο Θεός! Δεν τώχα σκεφθή καλά. Γιατί για
σκέψου αν το καρύδι που έπεσε και με χτύπησε, ήταν μεγάλο και
βαρύ σαν ένα πεπόνι ή σα μια κολοκύθα, τι θα γενόμουν! Θα
μούκανε λυώμα το κεφάλι μου και θα πήγαινα άψαλτος.
20. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΚΑΔΗΣ
Την εποχή που ο Χότζας εκτελούσε χρέη Καδή, παρουσιάστηκαν, σ'
αυτόν, μια μέρα, δυο άνθρωποι για να τους δικάση.
— Ποια είνε η διαφορά σας; τους ρώτησε.
Είπε ο πρώτος:
— Αυτός ο άνθρωπος μου δάγκασε τ' αφτί.
— Δεν του το δάγκασα εγώ, Καδή μου, μόνος του το δάγκασε.
Ο Νασρ-εν-Ντιν αφού σκέφθηκε λιγάκι τους είπε:
— Καλά, πηγαίνετε, κ' ελάτε σε λίγο ν' ακούσετε την απόφασί
μου.
Όταν έφυγαν αυτοί, ο Χότζας μπήκε μέσα στον οντά του, κι' αφού
έκλεισε την πόρτα, προσπάθησε να δαγκάση τ' αφτί του.
Παιδεύτηκε ώρα πολλή, ως που ζαλίστηκε κ' έπεσε χάμου κ' έσπασε
το κεφάλι του.
Ακούοντας τον κρότο η γυναίκα του, έτρεξε τρομαγμένη, και τόνε
ρώτησε απ' έξω:
— Τι έπαθες, Χότζα μου;
— Τίποτα, γυναίκα! Μια δοκιμή, μια δοκιμή! . . . της είπε από
μέσα ο Νασρ-εν-Ντιν, ενώ έπλενε την πληγή του κ' έδενε το
κεφάλι του μ' ένα μαντήλι.
Κ' έτσι με δεμένο κεφάλι γύρισε στο δικαστήριο και κάθησε στην
έδρα του.
Σε λίγο μπήκαν μέσα οι δύο αντίδικοι. Μόλις τους είδε ο Χότζας,
έγνεψε στον έναν, (σ' εκείνον που είχε δαγκομένο το αφτί) και
τούπε:
— Βρε παιδί, πρόσεχε, μη δαγκάνης, άλλη φορά, τ' αφτί σου, μην
πέσης καμμιά ώρα, και σπάσης το κεφάλι σου, σαν κ' εμένα . . .
Κοίτα! . . .
21. — Ο ΧΟΤΖΑΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ
Την εποχή, που ο Χότζας ήταν δάσκαλος, κι' ανύπαντρος ακόμα,
ένας πολύ στενός κι' αγαπητός του φίλος, περνώντας, μια μέρα,
έξω απ' το σχολείο του, τώδε κλειστό, κ' είπε μέσα του:
«Κάποιος πέθανε, σήμερα, του Χότζα. Είνε χρέος μου να πάω να
τον συλλυπηθώ και να τον παρηγορήσω».
Πήγε, και τόνε βρήκε μονάχο, κλεισμένο στον οντά του, καθισμένο
σταυροπόδι απάνω στον καναπέ, με το σαρίκι του βγαλμένο απ' το
κεφάλι, και το μέτωπό του δεμένο με το μαντήλι του πένθους, κι'
όλην την ώρα να κλαίη και να χτυπιέται και να μην παύη μηδέ
στιγμή το θρήνος και το μοιρολόι.
Άμα τον είδε σ' αυτήν την κατάστασι ο φίλος του, ράγισε η
καρδιά του, και τούπε:
— Ζωή σε λόγου σου Χότζα! Μα, δεν πρέπει να κάνης έτσι,
καϋμένε! Ε! Απ' το Θεό ήτανε! Μη δα όλοι μας δε θα πάμε απ'
αυτόν το δρόμο; Υπομονή! Τι θα κάνης με το κλάμα; Μπορείς να
τον ξαναφέρης πίσω; . . . Μα, πες μου, αλήθεια, ποιος σου
πέθανε;
— Αχ! φίλε μου, μου πέθανε το πιο ακριβό κι' αγαπημένο πλάσμα
που είχα στον κόσμο.
— Ποιος; Ο πατέρας σου;
— Όχι!
— Η μητέρα σου;
— Όχι!
— Ο αδελφός σου;
— Όχι!
— Κανένας συγγενής σου;
— Όχι!
— Τότε, ποιος;
— Η αγαπημένη μου!
— Ου! Καϋμένε! Θλιβερό, δε σου λέω, μα, υπάρχουν τόσες άλλες
στον κόσμο, και πιο ωραίες!. . .
— Δεν την είδα ποτέ μου, για τούτο δε μπορώ να κρίνω αν
υπάρχουν άλλες ωραιότερες απ' αυτήν στον κόσμο!
Σ' αυτά τα λόγια, απόρησε πολύ ο φίλος του και τόνε ρώτησε:
— Και πώς την αγάπησες, αφού ποτέ σου δεν την είδες;
Απάντησε ο Χότζας:
— Άκουσε: Προχθές το πρωί καθόμουν στο παράθυρό μου, όταν,
ξαφνικά, άκουσα έναν άνθρωπο, που περνούσε από το δρόμο, να
τραγουδάη αυτό το τραγουδάκι.
«Ω Αμίνα, γλυκειά κι' ωραία Αμίνα!
»Οι χάρες σου με σκλάβωσαν,
»και τα νάζια σου μου κομμάτιασαν
»την καρδιά μου.
Ω Αμίνα, αγγελοκάμωτη Αμίνα!
Δος μου πίσω την καρδιά μου,
Κι' ας είν' κομματιασμένη . . .»
»Άμα άκουσα αυτόν του άνθρωπο να λέη αυτά τα λόγια, καθώς
περνούσε από το δρόμο, είπα μέσα μου: «Βέβαια, αν η Αμίνα δεν
ήτανε γυναίκα που να μην υπάρχη όμοια της στον κόσμο, οι
ποιητές δε θα την εξυμνούσαν με ωδές και τραγούδια. Για τούτο
την αγάπησα τρελλά. Μα, δυο μέρες κατόπι, δηλαδή σήμερα το
πρωί, ο ίδιος άνθρωπος πέρασε πάλι από κάτω, τραγουδώντας ένα
λυπητερό τραγούδι που τέλειωνε μ' αυτούς τους στίχους:
«Πάνε, πάνε: η Αμίνα κι' ο γάιδαρός της,
«έφυγαν, και δεν ξαναγυρίζουν πια . . .»
»Κατάλαβα, τότε, πως πέθανε η Αμίνα, η αγαπημένη μου Αμίνα, και
για τούτο κλαίω και θρηνώ για το χαμό της. Αχ! Πού θα ξαναβρώ
μια τέτοια Αμίνα;
22. — ΤΟ ΖΩΔΙΟ ΤΟΥ
Κάποιος, μια μέρα, ρώτησε το Χότζα:
— Σε ποιο ζώδιο γεννήθηκες;
— Στο ζώδιο του Τράγου, απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν.
— Μα, δεν υπάρχει κανένα ζώδιο νάχη αυτό το όνομα! παρατήρησε
ο φίλος του.
— Όταν ήμουνα μικρό παιδί, η μητέρα μου μούλεγε πως γεννήθηκα
στο ζώδιο του Αιγόκερου.
— Έτσι, λέγε, λοιπόν! Γιατί Αιγόκερος θα πη κατσικάκι, όχι
τράγος.
— Βρε ηλίθιε, απάντησε ο Χότζας, από τότε πέρασαν καμμιά
εξηνταριά χρόνια: το παιδί γένηκε γέρος με άσπρα γένια, και το
κατσικάκι δε γένηκε τράγος;
23. — Η ΠΩΛΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΛΑΔΑΣ
Μια μέρα, ο Χότζας κατέβασε στο παζάρι τη γελάδα του, και την
τριγυρνούσε πέρα δώθε, μα, κανείς δε βρισκόταν να την αγοράση.
Έξαφνα, ένας ντελάλης τον πλησιάζει και του λέει:
-Από το πρωί, και δεν μπόρεσες ακόμα να πουλήσης τη γελάδα σου;
Δος μου την σε μένα και θα δης πως θα στην πουλήσω άψε σβύσε!
-Πάρ' την! είπε ο Χότζας.
Ο ντελάλης πήρε τη γελάδα, κι' άρχισε να την τριγυρνά μέσα στο
παζάρι διαλαλώντας τα χαρίσματά της, λέγοντας.
-Ποιος παίρνει αυτήν τη γελάδα; Είνε έξη μηνών έγκυος, και
πρωτάρα τεσσάρων χρονών.
Κ' έτσι, δεν άργησε να βρη αγοραστή.
24. — ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΒΓΑΝΕΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΑΤΟ
Ένα πρωί, ο Νασρ-εν-Ντιν βγήκε λίγο έξω από την πόλι, για ν'
αναπνεύση αέρα, όταν είδε από μακρυά μερικούς καβαλλάρηδες
νάρχουνται προς το μέρος του.
Του πέρασε ιδέα πως ήσαν λησταί και κακούργοι κ' ήθελαν να του
πάρουν τη ζωή, κι' απ' το φόβο του έτρεξε μέσα σ' ένα
νεκροταφείο που ήταν εκεί κοντά, κι' αφού έβγαλε βιαστικά όλα
τα ρούχα του, χώθηκε και ξαπλώθηκε γυμνός μέσα σ' έναν τάφο.
Μα, οι καβαλλάρηδες τον είχαν πάρη νόγα, και πλησιάζοντας
τούπαν:
-Βρε άνθρωπε, γιατί είσαι πλαγιασμένος εδώ μέσα;
Ο Νασρ-εν-Ντιν, μη θέλοντας να φανερώση τους φόβους του,
απάντησε:
-Είμαι από τους πεθαμένους που αναπαύουνται σε τούτο το
νεκροταφείο, και, σήμερα την αυγή, βγήκα απ' του τάφο μου για
να κάνω ένα μικρόν περίπατο με τη δροσιά!
25. — «ΝΑ ΠΑΩ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ;»
Μια νύχτα, κει που κοιμόταν ο Χότζας μαζύ με τη γυναίκα του,
έξαφνα, αυτή του λέει απάνω στον ύπνο της:
— Άιντε πιο πέρα, καϋμένε!
Ο Νασρ-εν-Ντιν σηκώνεται αμέσως, ντύνεται, βγαίνει έξω, και
τραβάει κατά την εξοχή.
Δεν έπαψε να οδοιπορή όλην την νύκτα, και την άλλη μέρα ως το
μεσημέρι, όταν αντάμωσε ένα γνωστό του.
— Στην πόλι κατεβαίνεις; του είπε.
— Ναι, Χότζα μου, έχεις καμιά παραγγελία να μου δώσης;
— Ναι, θα σε παρακαλέσω να περάσης από το σπίτι μου και να
ρωτήσης τη γυναίκα μου: «Να πάω ακόμα πιο πέρα, ή φτάνει πια ως
εδώ;>
26. — ΤΟ ΚΟΨΙΜΟ ΤΟΥ ΑΦΑΛΟΥ
Όταν, μια φορά, η γυναίκα του Χότζα έκανε αγόρι, η μαμή κ' οι
άλλες γυναίκες φώναξαν τον πατέρα του νεογέννητου και τούπαν:
— Έλα, Χότζα, κόψε συ ο ίδιος τον αφαλό του γιού σου, γιατί το
χέρι σου είνε γούρικο.
Ο Χότζας πήρε στο χέρι του το άντερο του αφαλού του μωρού, κι'
αντί να το κόψη εκεί που έπρεπε, με το ψαλίδι, το τράβηξε
δυνατά και τώβγαλε όλο από τη ρίζα, αφήνοντας μια τρύπα απάνω
στην κοιλιά του παιδιού.
— Τι κάνεις; φώναξαν οι γυναίκες, τρομαγμένες.
— Δεν πειράζει, είπε. Έχει τόσες τρύπες αλλού, ας έχη κ' εκεί
μια.
27. — Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, σαν προνοητικός άνθρωπος που ήταν, πήρε,
μια φθινοπωρινή μέρα, το τσικούρι του και κατέβηκε να κόψη ξύλα
για το χειμώνα.
Ανέβηκε σ' ένα δένδρο κι' άρχισε να κόβη ακριβώς του κλάδο όπου
καθόταν.
Κάποιος φίλος του, περνώντας από κάτω, τον είδε και του φώναξε:
— Μωρέ Χότζα, τι κάνεις εκεί; Θα πέσης!
Ο Χότζας γύρισε μόνο και τούρριξε μια ματιά χωρίς να καταδεχτή
να του απαντήση κ' εξακολούθησε τη δουλειά του.
Μα, σε λίγο, φυσικά, το κλαδί κόπηκε κι' ο Νασρ-εν-Ντιν
κουτρουβαλιάστηκε χάμου.
Ο Χότζας θαύμασε την προορατικότητα του φίλου του, και
τρέχοντας πίσω του τού φώναξε:
— Φίλε μου! Ε! Φίλε μου! Συ που ήξερες πως θα πέσω, βέβαια θα
ξέρης και πότε θα πεθάνω. Δε μου το λες;
Εκείνος, για να του ξεφορτωθή του είπε:
— Την ημέρα που θα κατεβάζης φορτωμένο το γάιδαρό σου απ' το
βουνό, και θα τον ακούσης να κλάση δυο φορές, τότε θα πεθάνης.
Στην πρώτη πορδή, η ψυχή σου θανεβή στα χείλη σου, στη δεύτερη
θα πετάξη στους ουρανούς.
Λοιπόν, ύστερα από μερικές ημέρες, ο Νασρ-εν-Ντιν συνέβη να
κατεβαίνη με το γάιδαρό του φορτωμένο από το βουνό, όταν,
ξαφνικά, το ζώο πόρδισε δυο φορές.
Ο Χότζας θυμήθηκε αμέσως την προφητεία του φίλου, κι' αφήνοντας
το γάιδαρό του, ξαπλώθηκε χάμου, λέγοντας:
— Πάει, πέθανα πια!
Ύστερα από κάμποση ώρα, μερικοί άνθρωποι περνώντας από κει και
βλέποντάς τον σ' εκείνην τη θέσι, του νόμισαν πεθαμένο, και
κάνοντας ένα πρόχειρο φορείο, τον ξάπλωσαν απάνω για να του
μεταφέρουν στο σπίτι του.
Μα, φθάνοντας σ' ένα μέρος όπου ο δρόμος ήταν αδιάβατος από τις
πολλές λάσπες, στάθηκαν και ρωτούσαν ο ένας του άλλον από πού
θα τον περνούσαν τώρα.
Έξαφνα, ο Χότζας έχασε την υπομονή του και σηκώνοντας το κεφάλι
τους φώναξε:
— Βρε, τι μαλώνετε έτσι; Εγώ από δω περνούσα, όταν ήμουν
ζωντανός.
28. — ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ
Μια φορά, ο Χότζας βαρέθηκε να επιμελήται το γαϊδούρι, κάθε
μέρα, μοναχός του, κ' εδήλωσε καθαρά στη γυναίκα του ότι έπρεπε
ν' αρχίση κι' αυτή να το περιποιείται.
— Αυτό δε θα το φας! του απάντησε η γυναίκα του.
Μια τέτοια άρνησι δεν μπορούσε παρά να ερεθίση φοβερά του
ευερέθιστο Χότζα, που άρχισε να στολίζη το τρυφερό του ταίρι με
τα πιο κομψά επίθετα. Μα, κι' αυτή, που δεν ήταν από κείνες που
άφηνε να της πατούν την κάπα, δεν του άφησε αναπάντητο.
Ο καυγάς ανάμεσα στ' ανδρόγυνο βάσταξε έτσι κάμποση ώρα, μα,
στα πολλά, σώπασαν κ' οι δυο τους, κι' αποφάσισαν να κάνουνε
μια συμφωνία, όποιος από τους δυο μιλούσε πρώτος, εκείνος ν'
αναλάβαινε την περιποίησι του γαϊδάρου.
Τότε, ο ένας τραβήχτηκε στη μια γωνιά, κι' ο άλλος στην άλλη,
και ώρες πολλές βάλανε πείσμα να μην προφέρουν λέξι. Μα, η
γυναίκα του Χότζα, σα γυναίκα που ήταν, βαρέθηκε πια ν' αφήνη
έτσι άπρακτη τη γλώσσα της, και βάζοντας την μαντήλα της
κατέβηκε και πήγε σ' ένα γειτονικό σπίτι, όπου έμενε ως το
βράδυ. Εκεί ανάφερε όσα συνέβηκαν με τον άνδρα της, κ' εξέφρασε
το φόβο της ότι θάχανε αυτή το στοίχημα, γιατί ήξερε πως ο
Χότζας ήταν πεισματάρης και πως θα προτιμούσε να πεθάνη
καλλίτερα παρά να βγάλη λέξι από το στόμα του.
Οι γυναίκες βάλθηκαν τότε να βοηθήσουν την γειτόνισσά τους, και
για μια πρώτη δοκιμή, έστειλαν μ' ένα παιδί στο Χότζα ένα πιάτο
ζεστή σούπα, για να ιδούν τι θα κάνη.
Στο αναμεταξύ, όμως, όταν η γυναίκα του Νασρ-εν-Ντιν απουσίαζε,
μπήκαν κλέφτες στο σπίτι κι' άρχισαν να μαζεύουν ό,τι βρίσκανε.
Σε λίγο μπήκαν και στον οντά, του Χότζα, και του είδαν που
καθόταν στη γωνιά, ακίνητος. Στην αρχή φοβήθηκαν, κ' ήθελαν να
το βάλουν στα πόδια, μα, βλέποντας το Χότζα να μένη ατάραχος
και να μη βγάζη μιλιά, νόμισαν πως κοιμόταν με ανοιχτά τα
μάτια, κι' άφοβα άρχισαν να μαζεύουν κι' απ' εκεί όσα πράγματα
μπορούσαν να σηκώσουν. Και τέτοιο θάρρος πήραν από τη σιωπή του
Χότζα, ώστε του αφαίρεσαν και τη σκούφια που φορούσε, κ' ύστερα
φύγανε.
Σε λίγο, έφτασε το παιδί με το πιάτο τη σούπα, που τούστελναν
οι γειτόνισσες. Απόρησε βλέποντας το σπίτι σχεδόν γυμνό από τα
έπιπλα, και το Χότζα καθισμένο στο γωνιά, δίχως σκούφια στο
κεφάλι, κι' αμίλητο κι' ακίνητο σαν νάταν πετρωμένος.
Του είπε:
— Χότζα, σου έφερα ένα πιάτο σούπα.
Ο Χότζας του σφύριζε με το στόμα και κάνοντας με το χέρι του
δυο τρεις κύκλους στον αέρα τούδειξε το κεφάλι του. Το παιδί
νόμισε πως τού' λεγε να του κενώση τη σούπα στην κεφαλή, και,
χωρίς να περιμένη άλλο λόγο, αναποδογύρισε επάνω του το πιάτο,
και τα ζεματιστά ζουμιά του περιλούσανε από την κορφή ως κάτω,
και στάζανε από τα γένια του και τα μουστάκια του μπρος, κι'
από τα μαλλιά του πίσω.
Μα, με όλο το ζεμάτισμα που αισθάνθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας,
πάλι δεν έβγαλε μιλιά. Απορημένο το παιδί, γύρισε στο γειτονικό
σπίτι και αφηγήθηκε όλα όσα συνέβηκαν.
Τότε η γυναίκα του Χότζα ανησύχησε στα σοβαρά, κ' έτρεξε στο
σπίτι της, όπου, βλέποντας του άντρα της σ' εκείνην την
κατάστασι, του φώναξε:
— Χότζα μου, τι χάλια είνε αυτά;
— Α! Βρωμερό θηλυκό! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Απεφάσισες τέλος
πάντων να μιλήσης; Πήγαινε τώρα να ταγίσης το γάιδαρο, και πάρε
σημείωσι για άλλη φορά πως αυτά τ' αποτελέσματα έχει το πείσμα.
29. — ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
Μια μέρα, κάποιος έδωσε στο Χότζα ένα πουκάμισο για να πάη να
το πουλήση στο παζάρι. Ο Χότζας το πήρε και κατέβηκε στην
αγορά, όπου, κει που χάζευε μέσα στο πλήθος, κάποιος επιτήδειος
λωποδύτης του τώκλεψε δίχως να το καταλάβη.
Τώρα, το πουκάμισο εκείνο ήταν κλεμμένο, κι' ο Χότζας τώξερε,
για τούτο όταν εγύρισε, κ' εκείνος που του τώχε δώση τόνε
ρώτησε: «Πόσο το πούλησες;» του απάντησε:
— Μωρέ, τι κεσάτια είχε σήμερα στο παζάρι; Θα το πιστέψης; Το
πουκάμισό σου μόλις μπόρεσα και το πούλησα στην αξία του,
δηλαδή όσο τώχες αγοράση . . .
30. — Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ (6)
Μια καλοκεριάτικη νύχτα, ο Χότζας κει που κοιμόταν με τη
γυναίκα του στο στενό χαγιάτι τους, την άκουσε έξαφνα να καλή
απάνω στον ύπνο της, τον πρώτο της άνδρα, που τον έλεγαν
Αγκίμπ, και να τον ευχαριστή με λόγια τρυφερά για τα χάδια που
φαίνεται της έκανε στ' όνειρό της.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορούσε να το ανεχθή ο αξιοπρεπής Νασρ-εν-
Ντιν, που έξω φρενών απ' το θυμό, της έδωσε μια κλωτσά και την
έρριξε κάτω απ' το χαγιάτι.
Ευτυχώς η γυναίκα έπεσε στα μαλακά, κάτω στο κήπο, και δεν
έπαθε τίποτα, μα, τόσο ωργίσθηκε με τον άνδρα της που της
τώκανε αυτό, ώστε απεφάσισε να τον χωρίση. Έτρεξε, λοιπόν,
αμέσως στο σπίτι των γονιών της και τους έκανε τα παράπονά της,
και το πρωί, όλοι μαζύ, πήγαν στον Καδή, για να του ζητήσουν το
διαζύγιο.
Ο Καδής, σαν άνθρωπος δίκαιος που ήταν, θέλησε ν' ακούση και
την απολογία του Νασρ-εν-Ντιν, για τούτο έστειλε και τον
εφώναξε.
— Αλήθεια, Χότζα, τούπε όταν εκείνος ήρθε, έρριξες την γυναίκα
σου κάτω απ' το χαγιάτι, την περασμένη νύχτα;
— Ναι Καδή μου!
— Και γιατί;
— Άκου να δης! απάντησε ο Χότζας. Κοιμόμαστε στο χαγιάτι μας,
που είνε τόσο στενό, ώστε μόλις μπορούν να χωρέσουν δυο
άνθρωποι, όταν η γυναίκα μου ωνειρεύτηκε τον πρώτο της άνδρα•
του μιλούσε κ' εκείνος τη χάιδευε. Ψέματα, γυναίκα;
— Δεν μπορώ να τ' αρνηθώ, είπε εκείνη χαμηλώνοντας τα μάτια
της από ντροπή.
— Ήταν, λοιπόν, φανερό, ότι ο Αγκίμπ, βρισκόταν ξαπλωμένος
ανάμεσά μας. Μα, αμέσως σκέφθηκα πως το δυστυχισμένο το παιδί
έπιανε πολύ λίγη θέσι απάνω στην ψάθα μας, και βέβαια θα
στενοχωριόταν υπερβολικά. Αυτό δεν μπορούσα εγώ να τ' ανεχθώ,
αν ήθελα να μείνω πιστός στους τύπους της φιλοξενίας. Για τούτο
έσπρωξα το γυναίκα μου και την έστειλα στον κήπο, όπου
μπορούσε, τέλος πάντων, σαν άνθρωπος του σπιτιού, να περάση μια
νύχτα, χάριν του μουσαφίρη. Σε βεβαιώ, λυπήθηκα που βρέθηκα σ'
αυτήν την ανάγκη, αλλά, τουλάχιστον, ησύχασα τη συνείδησί μου,
ότι ο καλότυχος Αγκίμπ μπόρεσε να κοιμηθή αναπαυτικά, μια
νύχτα, στο φτωχικό μου, που είχε την καλωσύνη να το τιμήση με
την επίσκεψί του.
31. — ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ