***

{136} Η Πλατωνική εξήγησις της κυκλικής κινήσεως της εισπνοής και

εκπνοής εφαρμόζεται εις την ελάττωσιν της ζωικής θερμότητος. Τίμ. 79

Α.

{137} Διά των πόρων της σαρκός εις τον θώρακα.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η αναπνοή δεν γίνεται, προς συντήρηαιν της εσωτερικής θερμότητος,

ήτις παράγεται προ πάντων εκ των τροφών.&

1. Αλλά προσέτι δεν πρέπει να νομίζωμεν, ότι η αναπνοή σκοπόν έχει την

τροφήν της εσωτερικής θερμότητος, ως εάν αύτη ετρέφετο διά του αέρος

(ον εισπνέομεν), και ως εάν η αναπνοή ήτο τρόπον τινά επίθεσις

καυσίμου ύλης εις το πυρ {138}, η δε εκπνοή εγίνετο, όταν ήθελε τραφή

το πυρ. 2. Κατά της δοξασίας ταύτης θα είπωμεν πάλιν τα αυτά, τα οποία

είπομεν κατά των προηγουμένων. Τω όντι έπρεπε τούτο να συμβαίνη και

επί των άλλων ζώων, η όμοιόν τι με αυτό. Διότι πάντα έχουσι ζωτικήν

θερμότητα. 3. Έπειτα, αν η θερμότης γίνεται εκ της αναπνοής, πρέπει να

είπωμεν κατά ποίον τρόπον γίνεται. Αληθώς είναι όλως φανταστική η

γνώμη αύτη. Τω όντι βλέπομεν, ότι η θερμότης προέρχεται μάλλον εκ της

τροφής. 4. (Κατά την δόξαν ταύτην) συμβαίνει προσέτι το αυτό όργανον

να δέχηται την τροφήν και να αποβάλλη το περίττωμα, αλλά τούτο δεν

βλέπομεν να γίνηται εις ουδεμίαν άλλην περίπτωσιν.

***

{138} Σήμερον όμως η αναπνοή θεωρείται ως καύσις.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Αναίρεσις της δόξης του Εμπεδοκλέους περί αναπνοής.&

1. Επραγματεύθη δε και ο Εμπεδοκλής περί αναπνοής, αλλ' ουδέν είπε

σαφές προς ποίον σκοπόν και αν πάντα τα ζώα αναπνέουσιν ή όχι. 2.

Ομιλών δε περί της αναπνοής, ήτις γίνεται διά των μυκτήρων, νομίζει

ότι ομιλεί περί της κυρίας αναπνοής. Αλλ' απατάται, διότι υπάρχει και

η αναπνοή διά της τραχείας αρτηρίας γινομένη εκ του στήθους, και η διά

των μυκτήρων• άνευ όμως της πρώτης δεν δύνανται να αναπνεύσωσι μόνοι

οι μυκτήρες. Και αν τα ζώα στερηθώσι της διά των μυκτήρων γινομένης

αναπνοής, δεν πάσχουσι τίποτε, αν όμως στερηθώσι της διά της αρτηρίας

αναπνοής, αποθνήσκουσιν. 3. Η φύσις είς τινα ζωα μεταχειρίζεται ως

πάρεργόν τι την διά των μυκτήρων αναπνοήν χάριν της οσφρήσεως. Διά

τούτο πάντα σχεδόν τα ζώα έχουσιν όσφρησιν, αλλά δεν έχουσι το αυτό

αισθητήριον προς τον σκοπόν τούτον. Περί αυτού ωμιλήσαμεν αλλαχού

σαφέστερον. 4. Λέγει δε ο Εμπεδοκλής, ότι η αναπνοή και εκπνοή

γίνεται, διότι υπάρχουσι φλέβες τινές αίτινες έχουσιν αίμα, αλλά δεν

είναι πλήρεις αίματος, και έχουσι πόρους, ίνα δέχωνται τον εξωτερικόν

αέρα, λίαν μικρούς ή ώστε να δέχονται τα μόρια του σώματος, μεγάλους

δε αρκούντως, ίνα δέχωνται τα μόρια του αέρος. Όθεν, επειδή το αίμα

φύσει κινείται άνω και κάτω, όταν φέρηται εις τα κάτω, τότε εισρέει ο

αήρ και γίνεται αναπνοή, όταν δε αναβαίνη εις τα άνω το αίμα, τότε ο

αήρ πίπτει έξω και γίνεται η εκπνοή. Παρομοιάζων δε την κίνησιν ταύτην

με την των κλεψύδρων, ο Εμπεδοκλής λέγει ότι: «Όλα τα ζώα αναπνέουσι

και εκπνέουσι κατά τον εξής τρόπον: Επί της επιφανείας του σώματός των

εκτείνονται σαρκώδεις σωλήνες (αρτηρίαι) άναιμοι. Υπεράνω του στόματός

των υπάρχουν τα έσχατα άκρα των ρινών τρυπημένα από το έν εις το άλλο

μέρος διά πυκνών αυλακιών, ούτως ώστε να εμτοδίζηται η εκροή του

αίματος και να εισχωρή ευκόλως ο αήρ διά των διόδων. Έπειτα δε, όταν

μεν το τρυφερόν αίμα ορμήση προς τα κάτω, ο αήρ φυσών καταβαίνει εντός

με ρεύμα ορμητικόν, όταν όμως το αίμα αναπηδά επάνω, εξέρχεται πάλιν ο

αήρ, όπως όταν κόρη παίζη με κλεψύδραν εκ λείου χαλκού

κατεσκευασμένην. Αφού σκεπάση με την κομψήν χείρα της το στόμιον του

σωλήνος και εμβαπτίση εις το υποχωρούν σώμα του αργυρού ύδατος, δεν

εισέρχεται τότε το ύδωρ εις το αγγείον, αλλά το αποκλείει ο όγκος του

αέρος, όστις έσωθεν εισεχώρησεν εις τας πυκνάς οπάς, έως ου απομακρύνη

την χείρα της και αφήση ελεύθερον τον πυκνόν ρουν του ύδατος• τότε δε

ελλείποντος του αέρος εισέρχεται ακωλύτως το ύδωρ. Ώσαύτως δε, όταν

αφ' ενός μεν το ύδωρ κατέχη τον πυθμένα του χαλκού αγγείου,

σκεπασθέντος του στομίου του σωλήνος και παντός πόρου διά της χειρός,

αφ' ετέρου δε ο εξωτερικός αήρ ορμών να εισέλθη εντός, εμποδίζη την

εκροήν του ύδατος περί τας οπάς του συρίττοντος λαιμού, ούτινος

κατέχει τα άκρα, τότε πάλιν συμβαίνει το εναντίον παρά πρότερον.

Εισχωρούντος του αέρος, εκτρέχει ελεύθερον τα ύδωρ.

Κατά τον αυτόν τρόπον το τρυφερόν αίμα εξακοντιζόμενον διά των μελών

του σώματος, οσάκις μεν οπισθοδρομικώς ορμά προς το βάθος, αμέσως

κατέρχεται ρεύμα αέρος με ορμητικόν φύσημα, οσάκις δε εκείνο αναπηδά

επάνω, πάλιν ο αήρ εξ ίσου οπίσω εξέρχεται».

Ταύτα λοιπόν λέγει ο Εμπεδοκλής περί της αναπνοής. Αλλ', ως είπομεν,

τα ζώα, τα οποία φανερώς αναπνέουσι διά της αρτηρίας, αναπνέουσι και

διά του στόματος συνάμα και των μυκτήρων. Ώστε, εάν μεν περί τοιαύτης

αναπνοής ομιλή ο Εμπεδοκλής, πρέπει να εξετάσωμεν πώς συμφωνεί με τα

πράγματα η υπ' αυτού αναφερομένη εξήγησις. /5-6/7. Αλλά φαίνεται ότι

δεν συμβιβάζεται με αυτά. Τω όντι ανυψούντα το μέρος, όπως ανυψούσι τα

φυσερά εις τα σιδηρουργεία, αναπνέουσι τα ζώα. Εύλογον δε να δεχθώμεν

ότι τούτο ανυψώνουσι {139} η θερμότης και το αίμα, όπερ λαμβάνει τον

τόπον της θερμότητος {140}. Εξ άλλου τα ζώα εκπνέουσι συμπιεζόμενα και

συσφιγγόμενα, όπως και τα φυσερά εις τα σιδηρουργεία. Πλην τα μεν

φυσερά δεν δέχονται και δεν εξάγουσι τον αέρα διά της αυτής οπής, ενώ

οι αναπνέοντες εισάγουσι και εξάγουσι τον αέρα διά της αυτής οπής. 8.

Εάν όμως ο Εμπεδοκλής ομιλή περί μόνης της διά μυκτήρων αναπνοής,

σφάλλει πολύ, διότι η αναπνοή δεν γίνεται ιδία μόνον διά των μυκτήρων,

αλλά κατά την περί τον σταφυλίτην αύλακα, όπου είναι το άκρον του εν

τω στόματι ουρανίσκου, μέρος του αέρος εισχωρεί διά των δύο ανοιγμάτων

των μυκτήρων, μέρος δε διά του στόματος, και ούτω συμβαίνει και όταν

εισέρχηται και όταν εξέρχηται.

9. Όσα λοιπόν είπον άλλοι περί αναπνοής έχουσι τοιαύτας και τοσαύτας

αντιρρήσεις.

***

{139} Διότι διαστέλλει η θερμότης.

{140} Η επέκτασις λοιπόν ή ανύψωσις δεν εξηγείται δια του αέρος εν τη

θεωρία του Εμπεδοκλέους.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Αναγκαία η φυσική θερμότης προς θρέψιν και ζωήν. Η καρδία όργανον

αυτής. Ανάγκη ψύξεως προς συντήρησιν του ζώου.&

1. Είπομεν πρότερον, ότι η ζωή και η ψυχή υπάρχει εις τα ζώα πάντοτε

μετά τινος θερμότητος. Διότι και η πέψις, διά της οποίας γίνεται η

θρέψις των ζώων, δεν υπάρχει ούτε άνευ ψυχής, ούτε άνευ θερμότητος,

επειδή διά του πυρός γίνονται πάσαι αι λειτουργίαι 2. Διά τούτο εις

τον πρώτον τόπον του σώματος, και εις το πρώτον μέρος του πρώτου

τούτου τόπου αναγκαίως είναι η τοιαύτη αρχή, και ενταύθα αναγκαίως

υπάρχει και η πρώτη ψυχή {141}, η θρεπτική. 3. O τόπος δε ούτος (ο

κεντρικός) είναι ο μέσος μεταξύ του δεχομένου την τροφήν και του

αποβάλλοντος το περίττωμα. Και εις μεν τα μη έχοντα αίμα ζώα {142} το

μέρος τούτο δεν έχει ίδιον όνομα, εις δε τα έχοντα αίμα το μέρος τούτο

είναι η λεγομένη καρδία. 4. Η τροφή, εκ της οποίας γεννώνται αμέσως τα

μέρη των ζώων, είναι το αίμα. Αναγκαίως δε είναι η αυτή η αρχή του

αίματος και η των φλεβών, διότι το έν υπάρχει χάριν του άλλου, ως

αγγείον ικανόν να δέχηται (το αίμα). Η αρχή δε των φλεβών εις τα

έναιμα είναι η καρδία, διότι όλα είναι εξηρτημένα εξ αυτής, και δεν

διέρχονται δι' αυτής, αλλά έρχονται εξ αυτής. Φανερόν δε είναι τούτο

από τας ανατομάς των σωμάτων {143}.

5. Αι μεν άλλαι δυνάμεις της ψυχής είναι αδύνατον να υπάρχωσιν άνευ

της θρεπτικής, την αιτίαν δε τούτου είπομεν πρότερον εις τα περί

ψυχής. Η θρεπτική δε δεν δύναται να υπάρχη άνευ φυσικής θερμότητος,

διότι διά ταύτης η φύσις επύρωσε και την δύναμιν ταύτην {144} 6. Αλλ' η

φθορά του πυρός είναι, ως είπομεν, η σβέσις (υπ' άλλου) η μάρανσις

(αφ' εαυτού). Σβέσις δηλ. είναι όταν προέρχηται από τα εναντία

στοιχεία, διά τούτο δε το πυρ και όταν είναι ηθροισμένον ως μία μάζα

δύναται να σβεσθή υπό της ψυχρότητος (του στοιχείου, αέρος ή ύδατος)

του περιέχοντος (το ζώον), και ταχύτερον όταν είναι διεσπαρμένον. Αυτή

λοιπόν η βίαιος φθορά του πυρός γίνεται ομοίως και εις τα έμψυχα και

εις τα άψυχα{145}. Διότι τα ζώα, όταν κόπτονται δι' οργάνων ή όταν

παγώνωσιν εξ υπερβολικού ψύχους, αποθνήσκουσιν. 7. Η μάρανσις όμως

έρχεται εκ της πολλής θερμότατος. Διότι, αν η πέριξ θερμότης γίνηται

υπερβολική, και δεν λαμβάνηται πλέον εσωτερική τροφή, καταστρέφεται το

πυρούμενον ουχί εκ του ψύχους αλλ' αφ' εαυτού σβυνόμενον. Ώστε

αναγκαίον είναι να γίνηται κατάψυξις, εάν μέλλη να διατηρήται τι,

διότι τούτο μόνον βοηθεί κατά της καταστροφής ταύτης.

***

{141} Η θρεπτική ψυχή καλείται πρώτη, διότι η θρέψις είναι απαραιτήτως

αναγκαία εις τας άλλας δυνάμεις, ενώ αύτη δύναται να υπάρχη και άνευ

των άλλων.

{142} Ως είναι τα έντομα και τα μαλάκια.

{143} Ο Αριστοτέλης ανέταμε σώματα ζώων, αλλ' αμφίβολον αν και

ανθρώπων. Εκ των ζώων συμπεραίνει περί ανθρώπων. Το ανθρώπινον σώμα

εθεωρείτο ιερόν, και διά τούτο δεν υπεβάλλετο εις ανατομήν.

{144} Η φύσις διά της φυσικής θερμότητος παρέσχε και εις την θρεπτικήν

δύναμιν θερμότητα.

{145} Εις τε την ζωικήν θερμότητα και εις το άψυχον πυρ.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Τρόποι καταψύξεως αναγκαίας εις την αναπνοήν. Οργανισμός βομβούντων

εντόμων. Ζώα έχοντα πνεύμονας και δυνάμενα να ζώσι πολύ άνευ αναπνοής.

Αμφίβια.&

1. Εκ των ζώων τα μεν ζώσιν εν τω ύδατι, τα δε εν τη ξηρά. Εκ τούτων

τα όλως μικρά και τα άναιμα, η ψύξις, ήτις γίνεται εκ του περιέχοντος,

είτε ύδατος είτε αέρος, αρκεί, ίνα προφυλάξη από της καταστροφής

ταύτης {146}. Διότι, επειδή έχουσιν ολίγην θερμότητα, ολίγην

χρειάζονται βοήθειαν. Δια τούτο όλα σχεδόν ταύτα τα ζώα είναι

βραχύβια, διότι μικρά μόνον μεταβολή προς το έν ή το άλλο μέρος

καταστρέφει την ισορροπίαν.

2. Όσα δε των εντόμων ζώσι περισσότερον χρόνον, και ως πάντα τα

έντομα {147} δεν έχουσιν αίμα, εις ταύτα το υποκάτω του διαζώματος

μέρος είναι εσχισμένον εις δύο μέρη, ίνα ψύχωνται διά της μεμβράνης,

ήτις είναι λεπτοτάτη εις το μέρος τούτο. Διότι επειδή είναι

περισσότερον θερμά, έχουσι χρείαν περισσοτέρας ψύξεως, ως αι μέλισσαι,

3, (τω όντι τινές των μελισσών ζώσιν επτά έτη) και πάντα τα άλλα

έντομα, όσα βομβούσιν, ως αι σφήκες, αι μηλολόνθαι και οι τέττιγες.

Διότι τούτον τον ήχον παράγουσι διά της πνοής των ως να ήσθμαινον·

διότι υπ' αυτό το διάφραγμα, διά της εμφύτου πνοής, ήτις υψούται και

καταβαίνει, γίνεται η σύγκρουσις (του εσωτερικού αέρος) προς την

μεμβράνην. Διότι τα έντομα κινούσι το μέρος τούτο, καθώς τα άλλα, όσα

αναπνέουσι, τον εξωτερικόν αέρα κινούσι διά του πνεύμονος, ή οι ιχθύες

διά των βραγχίων. 4. Συμβαίνει δήλα δή εις ταύτα τα έντομα όμοιόν τι

με το συμβαίνον, εάν τις πνίγη τι εκ των αναπνεόντων κρατών το στόμα

αυτού. Διότι και ταύτα διά του πνεύμονος ποιούσι την ανύψωσιν του

στήθους {148}. Αλλ' η τοιαύτη κίνησις δεν προξενεί εις ταύτα ικανήν

κατάψυξιν, εις τα έντομα όμως παράγει αρκετήν. Και ταύτα διά της

τρίψεως του αέρος προς την μεμβράνην παράγουσι τον βόμβον, ως είπομεν,

όπως τα παιδία διά των τρυπημένων καλάμων, όταν επιθέσωσι λεπτήν

μεμβράνην. Διά του τρόπου τούτου τραγωδούσι και οι τέττιγες, όσοι

τραγωδούσι, διότι έχουσι περισσοτέραν θερμότητα παρά τους άλλους και

είναι διηρημένον το υπό το διάφραγμα μέρος. Αλλ' οι μη ωδικοί δεν

έχουσι το σχίσμα τούτο. /5/6. Και εκ των ζώων δε, τα οποία έχουσιν

αίμα και πνεύμονα ολιγόαιμον και σπογγώδη, μερικά δύνανται πολύν

χρόνον να ζώσι χωρίς να αναπνέωσι, διότι ο πνεύμων αυτών δύναται να

λάβη μεγάλην διαστολήν και έχει ολίγην ποσότητα αίματος και υγρού. Και

ούτως η ιδία αυτού κίνησις αρκεί να ψύξη το ζώον επί πολύν χρόνον. Επί

τέλους όμως δεν δύναται να εξακολούθηση τούτο, αλλ' αποπνίγονται εάν

δεν αναπνέωσιν, ως είπομεν πρότερον. 7. O μαρασμός, όστις συνίσταται

εις καταστροφήν δι' έλλειψιν ψύχους, καλείται πνίξις, και τα ούτως

αποθνήσκοντα ζώα, λέγομεν ότι πνίγονται. 8. Ότι δε τα έντομα δεν

αναπνέουσιν είπομεν και πρότερον, αλλ' ευκόλως αποδεικνύεται από τα

μικρά ζώα, οποία είναι αι μυίαι και αι μέλισσαι, διότι ταύτα δύνανται

πολύν χρόνον να κολυμβώσιν εις το υγρόν, εάν τούτο δεν είναι λίαν

ψυχρόν ή λίαν θερμόν. 9. Όμως τα ζώα, τα οποία έχουσι μικράν δύναμιν,

ζητούσι να αναπνέωσι συχνότερον• αλλ' αποθνήσκουσι ταύτα και, ως

λέγεται, πνίγονται, όταν γίνηται πλήρες το στήθος αυτών και αφανίζεται

το υγρόν, το οποίον είναι εις το υπόζωμα αυτών. Διά τούτο, και όταν

μείνωσι πολύν χρόνον εις την τέφραν, εγείρονται πάλιν.

10. Και εκ των ζώων δε, τα οποία ζώσιν εις το υγρόν, πάντα όσα δεν

έχουσιν αίμα, ζώσιν εις τον αέρα περισσότερον χρόνον παρά τα έχοντα

αίμα και δεχόμενα το θαλάσσιον υγρόν, ως οι ιχθύς. Τω όντι, επειδή

έχουσιν ολίγην θερμότητα, ο αήρ είναι ικανός να ψύχη αυτά επί πολύν

χρόνον, και τοιαύτα είναι τα μαλακόστρακα και οι πολύποδες. Αλλ' όμως

ο αήρ επί τέλους δεν αρκεί ίνα ζήσωσι ταύτα διαρκώς, διότι έχουσιν

ολίγην θερμότητα.

11. Διότι και πολλοί των ιχθύων ζώσιν εν τη ξηρά, αλλά μένουσιν

ακίνητοι, και ανευρίσκονται όταν εξορύττωνται. 12. Όσα δε ζώα δεν

έχουσι πνεύμονα, ή έχουσι πνεύμονα εστερημένον αίματος, έχουσιν

ανάγκην ολίγιστα συχνής καταψύξεως.

***

{146} Φυσικής αποσβέσεως.

{147} Των εντόμων το αίμα είναι συνήθως άχρουν υγρόν, ενίοτε κίτρινον

ή πρασινωπόν, σπανίως ερυθρόν, και ο Αριστοτέλης δεν εθεώρει αυτό

αίμα.

{148} Ίνα επαναλάβωσι την αναπνοήν.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Τρόποι ψύξεως ζώων εχόντων πνεύμονας και αίμα. Ζωοτόκα και ωοτόκα.

Πνεύμονες και βράγχια.&

1. Είπομεν περί των ζώων, τα οποία δεν έχουσιν αίμα, ότι άλλα {149}

μεν ο αήρ ο περιέχων αυτά, άλλα {150} δε το υγρόν βοηθεί, ίνα

συντηρώσι την ζωήν των. 2. Εκ των εχόντων δε αίμα και καρδίαν, όσα

αυτών έχουσι πνεύμονα, πάντα δέχονται τον αέρα και ψύχονται διά της

αναπνοής και εκπνοής. 3. Πνεύμονα δε έχουσιν εκείνα, τα οποία

ζωοτοκούσιν εντός εαυτών και ουχί εκτός, (όπως τα σελαχώδη, τα οποία

γεννώσι μικρά ζώα, αλλ' ουχί εντός εαυτών) {151} και εξ εκείνων τα

οποία γεννώσιν ωά τα έχοντα πτέρυγας, λ.χ. τα πτηνά, και τα έχοντα

φολίδας, λ.χ. αι χελώναι, αι σαύραι και οι όφεις. Των ζωοτόκων ο

πνεύμων έχει αίμα, των ωοτόκων δε των πλείστων είναι σπογγώδης• διό

ταύτα αραιότερον αναπνέουσιν, ως είπομεν και πρότερον. 4. Αναπνέουσι

δε πάντα, και προσέτι όσα μένουσι και ζώσιν εις το ύδωρ, ως τα

υδρόφειδα, οι βάτραχοι, οι κροκόδειλοι, και αι μύδαι και αι χελώναι,

αι θαλάσσιαι και αι χερσαίαι {152}, και αι φώκαι. Διότι πάντα ταύτα τα

ζώα και τα της αυτής τάξεως γεννώσιν εις την ξηράν και κοιμώνται ή εις

την ξηράν ή εις το υγρόν ανέχοντα έξω το στόμα, ίνα αναπνέωσιν. 5. Όσα

όμως έχουσι βράγχια, πάντα ψύχονται δεχόμενα το ύδωρ {153}, βράγχια δε

έχουσι το γένος των ιχθύων, οίτινες καλούνται σαλάχια, και άλλα ζώα,

τα οποία δεν έχουσι πόδας. Πάντες δε οι ιχθύς είναι άποδες, διότι, και

όταν έχωσι πόδας, έχουσι τούτους ομοίους με πτέρυγας {154}. Εκ δε των

εχόντων πόδας έν μόνον εκ των γνωστών έχει βράγχιον, ο λεγόμενος

κορδύλος.

6. Ουδέν όμως ζώον εφάνη ποτέ έχον πνεύμονα ομού και βράγχια. Αίτιον

δε τούτου είναι ότι ο μεν πνεύμων πρωρισμόν έχει την κατάψυξιν την

γινομένην υπό του αναπνεομένου αέρος• φαίνεται δ' ότι ο πνεύμων έλαβε

και το όνομα, διότι δέχεται το πνεύμα (πνοήν). Τα δε βράγχια είναι

προωρισμένα προς την κατάψυξιν την εκ του ύδατος προερχομένην. Αλλά έν

όργανον είναι χρήσιμον προς ένα σκοπόν, και μία κατάψυξις αρκεί εις

έκαστον ζώον. Ώστε, επειδή βλέπομεν ότι η φύσις ουδέν ποιεί μάτην, και

(αν δύο όργανα καταψύξεως ήσαν), το έν εξ αυτών θα ήτο περιττόν, διά

τούτο άλλα μεν ζώα έχουσι βράγχια, άλλα δε πνεύμονα, και τα δύο όμως

ουδέν.

***

{149} Τα έντομα.

{150} Τα μαλάκια και τα οστρακόδερμα.

{151} Τα ζωοτοκούντα εν εαυτοίς είναι τα μαστοφόρα. Τα ζωοτοκούντα

εκτός εαυτών είναι τα ωοτόκα.

{152} Τα ζώα ταύτα είναι αμφίβια.

{153} Εντός του σώματός των.

{154} Μάλλον παρά με πόδας

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Αναφοραί αναπνοής και θρέψεως. Στόματος και βραγχίων χρησιμότης.&

1. Επειδή δε, ίνα ζη έκαστον ζώον, έχει χρείαν τροφής, ίνα δε

συντηρήται έχει χρείαν καταψύξεως, η φύσις χρησιμοποιεί το αυτό

όργανον προς τας δύο ταύτας λειτουργίας, όπως είς τινα ζώα

χρησιμοποιεί την γλώσσαν προς τους χυμούς και προς την διάλεκτον. Ούτω

και εις τα έχοντα πνεύμονα μεταχειρίζεται, η φύσις το στόμα διά την

κατεργασίαν της τροφής και διά την εκπνοήν και την αναπνοήν. 2. Εις δε

τα ζώα, τα οποία δεν έχουσι πνεύμονα και δεν αναπνέουσι, το μεν στόμα

χρησιμοποιεί εις την επεξεργασίαν της τροφής, προς δε την κατάψυξιν

υπάρχουσι τα βράγχια εις όσα έχουσι χρείαν καταψύξεως. 3. Πώς δε η

λειτουργία των ρηθέντων οργάνων ενεργεί την κατάψυξιν, θα είπωμεν

ύστερον. 4. Ίνα δε μη εμποδίζηται η τροφή, όμοιόν τι συμβαίνει και εις

τα ζώα, τα οποία αναπνέουσι {155} και εις εκείνα τα οποία δέχονται το

υγρόν {156}. Τω όντι, δεν καταταπίνουσι την τροφήν καθ' ον χρόνον

αναπνέουσιν, άλλως θα συμβαίνη να πνίγωνται, διότι η τροφή, είτε ξηρά

είτε υγρά, θα εισέρχηται εις τον πνεύμονα διά της αρτηρίας. 5. Διότι η

αρτηρία κείται έμπροσθεν του οισοφάγου, διά του οποίου η τροφή

εισέρχεται εις τον καλούμενον στόμαχον. Εις τα τετράποδα μεν τα έχοντα

αίμα η αρτηρία έχει ως πώμα την επιγλωττίδα. Τα πτηνά όμως και τα

τετράποδα, τα οποία γεννώσιν ωά, δεν έχουσιν επιγλωττίδα, αλλά διά της

συστολής (του λάρυγγος) κάμνουσι την αυτήν ενέργειαν. 6. Διότι, όταν

καταπίνωσι την τροφήν, τα ωοτόκα μεν συστέλλουσι την τραχείαν, ενώ τα

ζωοτόκα κλείουσι την επιγλωττίδα. Όταν δε η τροφή εισέλθη, τα μεν

ωοτόκα εκτείνουσι την τραχείαν, τα δε ζωοτόκα ανοίγουσι την

επιγλωττίδα, και τότε δέχονται το πνεύμα το αναγκαιούν εις την

κατάψυξιν. 7 Όσα δε έχουσι βράγχια απορρίπτουσι διά τούτων το υγρόν,

και διά του στομάχου δέχονται την τροφήν• διότι αρτηρίαν δεν έχουσιν,

ώστε, αν εις ταύτην παρενέπιπτε το υγρόν, ουδόλως θα εβλάπτοντο, αλλά

μόνον αν το ύδωρ εισήρχετο εις τον στόμαχον αυτών. Διά τούτο ταχέως

απορρίπτουσι το υγρόν και καταπίνουσι την τροφήν, και έχουσιν οξείς

τους οδόντας, και σχεδόν πάντα έχουσιν αυτούς πριονοειδώς, διότι δεν

δύνανται να λειοτριβώσι (μασσώσι) την τροφήν.

***

{155} Και έχουσι πνεύμονα.

{156} Και έχουσι βράγχια.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Αναπνοή των κητωδών, των εχόντων αυλόν, των καράβων, καρκίνων,

μαλακίων, πολυπόδων.&

1. δύναταιίτις να απορήση ως προς τα κητώδη εκ των ζώων, τα οποία

ζώσιν εις το ύδωρ, αλλά και ταύτα συμφωνούσι προς την θεωρίαν ημών, ως

οι δελφίνες και αι φάλαιναι και άλλα, όσα έχουσι τον λεγόμενον αυλόν.

Ταύτα μεν δεν έχουσι πόδας {157}, αλλά καίτοι έχουσι πνεύμονα,

δέχονται το ύδωρ της θαλάσσης. 2. Αίτιον δε τούτου είναι εκείνο το

οποίον είπομεν. Τω όντι, ταύτα δεν δέχονται το υγρόν χάριν καταψύξεως,

διότι αύτη γίνεται, όταν αναπνέωσιν, επειδή έχουσι πνεύμονα. Διά τούτο

και κοιμώνται έχοντα το στόμα υπεράνω του ύδατος, οι δελφίνες μάλιστα

ρέγχουσι. Προσέτι δε, όταν συλληφθώσι με τα δίκτυα, ταχέως πνίγονται,

διότι δεν αναπνέουσι. Και φαίνονται τα τοιαύτα ότι μένουσιν επάνω εις

την θάλασσαν, ίνα αναπνέωσιν. 3. Αλλ' επειδή πρέπει αναγκαίως να

λαμβάνωσι την τροφήν των εκ του ύδατος, αναγκαίως {158} απορρίπτουσι

το υγρόν άμα το ροφήσωσι. Και διά τούτο πάντα έχουσι τον αυλόν• διότι,

όταν ροφήσωσι το υγρόν, τότε, ως οι ιχθύς διά των βραγχίων, ταύτα διά

του αυλού απορρίπτουσι το ροφηθέν ύδωρ. Απόδειξις δε τούτου είναι και

η θέσις του αυλού, διότι δεν άγει εις κανέν από τα μέρη τα οποία

έχουσιν αίμα, αλλά κείται έμπροσθεν του εγκεφάλου και εκείθεν ρίπτει

το ύδωρ. 4. Διά την αυτήν δε ταύτην αιτίαν και τα μαλάκια και τα

μαλακόστρακα ροφώσι το ύδωρ, θέλω να είπω π.χ. τους καλουμένους

καράβους και τους καρκίνους. Διότι ουδέν εκ τούτων των ζώων έχει

ανάγκην καταψύξεως• διότι έκαστον έχει ολίγην θερμότητα και δεν έχει

αίμα• ώστε αρκετά ψύχονται υπό του υγρού του περιέχοντος αυτά. Αλλά

χάριν της τροφής (είναι ούτως ωργανωμένα) ώστε, όταν δέχωνται την

τροφήν, να μη εισρέη μετ' αυτής το υγρόν. Τα μεν λοιπόν μαλακόστρακα,

ως οι καρκίνοι και οι κάραβοι, απορρίπτουσι το ύδωρ διά των κατά το

τριχωτόν επικάλυμμα αυτών πτυχών. 5. Αλλ' αι σηπίαι και οι πολύποδες

το ρίπτουσι διά του κοιλώματος, όπερ είναι υπεράνω της λεγομένης

κεφαλής των.

6. Περί τούτων εγράψαμεν μετά μείζονος ακριβείας εις τας περί «ζώων

ιστορίας». Ενταύθα δε εξηγήσαμεν ότι τα ζώα, των οποίων η φύσις είναι

να ζώσιν εν τω ύδατι, δέχονται το ύδωρ εν εαυτοίς, διότι έχουσιν

ανάγκην της καταψύξεως {159} και διότι πρέπει να λαμβάνωσι την τροφήν

των εκ του υγρού (εν ω ζώσιν).

***

{157} Όπως πάντες οι ιχθύς.

{158} Αναγκάζονται να δεχθώσι συγχρόνως το υγρόν, όπερ εισάγεται μετά

της τροφής των.

{159} Εξαιρουμένων των κητωδών, τα οποία έχουσι πνεύμονας και

λαμβάνουσι την κατάψυξιν εαυτών εκ του αέρος.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Τελειότερα ζώα είναι τα έχοντα τελειοτέραν την αναπνοήν. —

Πλεονεκτήματα ανθρώπου&.

1. Περί δε της καταψύξεως, με ποίον τρόπον γίνεται εις τα ζώα, τα

οποία αναπνέουσι, και εις τα έχοντα βράγχια, δέον να είπωμεν μετά

ταύτα. 2. Είπομεν πρότερον, ότι αναπνέουσιν όσα ζώα έχουσι πνεύμονα.

Διατί δε ζωά τινα έχουσι το όργανον τούτο, και διατί έχοντα αυτό

έχουσι χρείαν αναπνοής; το αίτιον δι' ο έχουσι πνεύμονα είναι ότι τα

τελειότερα των ζώων έχουσι θερμότητα μείζονα των άλλων• ταύτα δε κατ'

ανάγκην έχουσι και ψυχήν τελειοτέραν{160}. Διότι η φύσις τούτων είναι

ανωτέρα της των φυτών. Διά τούτο και όσα έχουσι τον πνεύμονα πλήρη

αίματος και θερμότατον έχουσι και μεγαλυτέρας σωματικάς διαστάσεις,

και ο άνθρωπος όστις έχει το αφθονώτατον και καθαρώτατον αίμα παρά

πάντα τα ζώα, είναι εξ όλων το ορθότατον και το μόνον, όπερ έχει το

άνω του στόματός του προς τα άνω του σύμπαντος, διότι έχει

τοιουτοτρόπως πεπλασμένον το όργανον τούτο (πνεύμονα). /3/4. Ώστε

πρέπει να δεχθώμεν, ότι ο πνεύμων είναι εις τον άνθρωπον και τα άλλα

ζώα αίτιον της υπάρξεως, όπως και οιονδήποτε άλλο εκ των μελών. Ένεκα

τούτων λοιπόν έχουσι πνεύμονα. 5. Πρέπει δε να νομίζωμεν, ότι η υλική

αιτία και η της κινήσεως συνέστησαν ταύτα τα ζώα τοιουτοτρόπως, όπως

και πολλά μη όντα τοιαύτα• διότι άλλα μεν αποτελούνται περισσότερον εκ

γης, ως τα φυτά, άλλα δε περισσότερον εξ ύδατος, ως τα ένυδρα ζώα, εκ

των πτηνών δε και χερσαίων τα μεν έγειναν εξ αέρος{161}, τα δε εκ

πυρός. Έκαστον δε αυτών έχει την θέσιν του εις τας καταλλήλους δι'

αυτά χώρας.

***

{160} Ου μόνον θρεπτικήν αλλά και αισθητικήν και νοητικήν.

{161} Τ /?/ εν τη συστάσει αυτών επικρατεί έν στοιχείον, ο αήρ, κ.λ.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Αναίρεσις δόξης Εμπεδοκλέους ότι θερμότατα είναι τα ένυδρα.— Αναφοραί

τόπων και οργανισμών.&

1. Ο Εμπεδοκλής όμως δεν είπεν ορθά, ισχυρισθείς ότι τα ένυδρα είναι

τα θερμότατα και τα έχοντα πυρ πολύ περισσότερον των άλλων ζώων,

αποφεύγουσι δε την υπερβολικήν θερμότητα την εν τη φύσει υπάρχουσαν,

όπως, επειδή έχουσιν έλλειψιν του υγρού και του ψυχρού διά μέσου

στοιχείου, προς το οποίον έχουσιν εναντίας ιδιότητας, εύρωσι σωτηρίαν.

Διότι το υγρόν είναι ολιγώτερον θερμόν παρά τον αέρα. 2. Αλλ' όμως

είναι όλως ακατανόητον πώς έκαστον των ζώων τούτων, όπερ εγεννήθη επί

της ξηράς, ηδυνήθη να μεταβάλη τόπον διαμονής και να υπάγη εις το

ύδωρ• διότι σχεδόν τα πλείστα αυτών δεν έχουσι πόδας. Ο Εμπεδοκλής δε

εξηγών την απ' αρχής σύστασιν αυτών, λέγει ότι εγεννήθησαν μεν εις την

ξηράν, αλλά φεύγοντα ήλθον εις το υγρόν. 3. Προσέτι δε δεν φαίνονται

τα ένυδρα θερμότερα των χερσαίων, διότι άλλα μεν δεν έχουσιν ουδόλως

αίμα, άλλα δε έχουσι πολύ ολίγον. 4. Αλλά ποία όντα πρέπει να λέγωμεν

θερμά και ποία ψυχρά; περί τούτου δέον να πραγματευθώμεν ιδία. Η αιτία

δε, την οποίαν αναφέρει ο Εμπεδοκλής, εν μέρει περιέχει την ζητουμένην

εξήγησιν, αλλ' όμως εκείνο, όπερ λέγει, δεν είναι όλον αληθές. 5.

Διότι οι τόποι και αι εποχαί, αι οποίαι έχουσι καθ' υπερβολήν τας

ιδιότητας τας εναντίας (προς τα ζώα), συντηρούσι μεν ταύτα. Αλλ' η

φύσις (παντός όντος) συντηρείται προ πάντων εις τους τόπους, οίτινες

είναι οικείοι προς αυτό. Διότι η ύλη, εξ ης αποτελείται έκαστον είδος

ζώων, δεν πρέπει να συγχέηται προς τας διαφόρους ιδιότητας και

διαθέσεις αυτής. Εννοώ π.χ. ότι εάν η φύσις ήθελε πλάσει ον τι εκ

κηρού ή πάγου, δεν θα το συνετήρει θέτουσα αυτό εις θερμόν περιέχον,

διότι θα κατεστρέφετο ταχέως υπό του εναντίου του, επειδή η θερμότης

διαλύει παν ό,τι επλάσθη εκ του εναντίου αυτής. Και αν ήθελε συστήσει

τι από άλας ή νίτρον, δεν θα το έθετε βεβαίως εις το ύδωρ, διότι το

υγρόν φθείρει τα αποτελεσθέντα εξ υγρού και ψυχρού. 6. Εάν λοιπόν το

ξηρόν και το υγρόν {162} είναι η ύλη πάντων των σωμάτων εύλογον να

υποθέσωμεν ότι τα συσταθέντα από υγρόν και ψυχρόν θα είναι εις υγρόν

περιέχον, και τα εκ ξηρού (στερεού) ποιηθέντα θα είναι εις το ξηρόν

(στερεόν). 7. Διά τούτο τα δένδρα δεν φύονται εις το ύδωρ, αλλ' εις

την ξηράν. Και όμως, κατά την εξήγησιν του Εμπεδοκλέους, έπρεπε να

έρχωνται εις το ύδωρ, διότι είναι λίαν ξηρά, ή, καθώς λέγει, είναι

«λίαν πυρώδη». Διότι θα ήρχοντο εις αυτό τα δένδρα, ουχί διότι είναι

ψυχρόν, αλλά διότι είναι υγρόν.

Μικρά Φυσικά, Τόμος Δεύτερος · 第 4 / 5 段