6. Τοσαύτα έθνη Ελλήνων και βαρβάρων κατώκουν την Σικελίαν και κατά

τοιαύτης εκτεταμένης νήσου επεχείρησαν να εκστρατεύσουν οι Αθηναίοι.

Και η μεν αληθής αιτία ήτο να γίνουν κύριοι όλης της νήσου· η

πρόφασις δε με την οποίαν περιεκάλυπτον την επιχείρησιν ταύτην ήτο

να βοηθήσουν τους έχοντας την αυτήν καταγωγήν λαούς και εκείνους οι

οποίοι είχον γίνει πρότερον σύμμαχοι των. Προ πάντων όμως παρώτρυναν

αυτούς οι πρέσβεις των Εγεσταίων, οι οποίοι ήσαν εις τας Αθήνας και

οι οποίοι επεκαλούντο ζωηρώς την βοήθειαν των. Οι Εγεσταίοι,

γείτονες όντες με τους Σελινουντίους, επολέμουν προς αυτούς διά τινα

ζητήματα σχετικά με τας εκ γάμων σχέσεις αυτών και διά τα

αμφισβητούμενα όρια της χώρας· και οι Σελινούντιοι προσκαλέσαντες

εις βοήθειαν των τους συμμάχους των Συρακούσιους επίεζαν αυτούς

ζωηρώς και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες

εις τους Αθηναίους την γενομένην επί Λάχητος συμμαχίαν και τον

προηγούμενον πόλεμον των Λεοντίνων, παρεκάλουν να τους στείλουν

πλοία προς βοήθειαν, προτάσσοντες μεταξύ άλλων επιχειρημάτων το

ακόλουθον, ότι, εάν οι Συρακούσιοι, αφού έδιωξαν τους Λεοντίνους εκ

της πόλεως των, έμεναν ατιμώρητοι, εάν, καταστρέφοντες τους

υπολειπομένους ακόμη συμμάχους των Αθηναίων, κατελάμβαναν αυτοί

μόνοι την όλην δύναμιν της Σικελίας, υπήρχε φόβος μήπως και οι

Δωριείς έλθουν ποτέ μετά μεγάλων παρασκευών να βοηθήσουν τους

Δωριείς της Πελοποννήσου, ως συγγενείς των και ως θεμελιωτάς, και

καταλύσουν μετ' αυτών την ηγεμονίαν των Αθηναίων· ότι δε ήτο

φρόνιμον να αντισταθούν εις τους Συρακουσίους μετά των υπολοίπων

ακόμη συμμάχων· ότι άλλως και ως προς αυτούς ιδιαιτέρως ήθελον,

δώσει εις τους Αθηναίους χρήματα ικανά διά τας δαπάνας του πολέμου.

Επί των προτάσεων τούτων, αι οποίαι επανελήφθησαν συχνάκις εις τας

δημοσίας συνεδριάσεις και υπό των Εγεσταίων και υπό των

υπερασπιζόντων αυτούς, οι Αθηναίοι εψήφισαν να πέμψουν πρώτον

πρέσβεις εις την Έγεσταν, διά να βεβαιωθούν αν, ως έλεγον οι

Εγεσταίοι, υπήρχον αληθώς χρήματα εις το κοινόν ταμείον και εις τους

ναούς, και συγχρόνως να πληροφορηθούν εις ποίον σημείον ήτο ο προς

τους Σελινουντίους πόλεμος.

7. Και οι μεν πρέσβεις των Αθηναίων απεστάλησαν εις την Σικελίαν. Οι

δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, πλην των Κορινθίων, εξεστράτευσαν

τον αυτόν χειμώνα κατά της Αργολίδος, ελεηλάτησαν μικρόν μέρος αυτής

και επήραν σίτον επί τινων αμαξίων, τα οποία είχον φέρει μαζί των.

Αποκαταστήσαντες δε, εις τας Ορνεάς τους φυγάδας των Αργείων άφησαν

εις αυτούς μικρόν μέρος στρατού, και συνθηκολογήσαντες επί ωρισμένον

χρόνον να μη λεηλατούν αμοιβαίως τας χώρας των οι Ορνεάται και οι

Αργείοι, επέστρεψαν εις τα ίδια μετά του υπολοίπου στρατού. Επειδή

όμως όχι μετά πολύν καιρόν ήλθον οι Αθηναίοι μετά τριάκοντα πλοίων

και εξακοσίων οπλιτών, οι Αργείοι εξήλθον μετ' αυτών πανστρατιά και

επολιόρκησαν επί μίαν ημέραν τας Ορνεάς· αλλά κατά την νύκτα, ενώ ο

εχθρικός στρατός ήτο κατεσκηνωμένος μακράν, οι Ορνεάται διέφυγον·

την επομένην δε ημέραν οι Αργείοι, εννοήσαντες τούτο, κατέσκαψαν την

πόλιν και ανεχώρησαν, επίσης δε και οι Αθηναίοι επέστρεψαν ακολούθως

μετά των πλοίων των εις τα ίδια. Μετέφεραν δε οι Αθηναίοι διά

θαλάσσης και εις την Μεθώνην την γειτονικήν με την Μακεδονίαν ιππείς

Αθηναίους και εξορίστους Μακεδόνας οι οποίοι είχον καταφύγει εις τας

Αθήνας και ελεηλάτουν την χώραν του Περδίκκου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι

πέμψαντες πρέσβεις προς τους εν τη Θράκη Χαλκιδείς, οι οποίοι είχον

μετά των Αθηναίων δέκα ημερών σπονδάς, τους προσεκάλεσαν να ενώσουν

τας δυνάμεις των με τας του Περδίκκου· ούτοι όμως δεν ηθέλησαν, και

με αυτά ετελείωσεν ο χειμών, και το δέκατον έκτον έτος του πολέμου

τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

8. Κατά το ακόλουθον θέρος, άμα ήρχισεν η άνοιξις, οι των Αθηναίων

πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Σικελίας και μετ' αυτών οι των Εγεσταίων

φέροντες μεθ' εαυτών εξήκοντα τάλαντα εις άργυρον διά μηνιαίον

μισθόν εξήκοντα πλοίων, τα οποία έμελλαν να παρακαλέσουν τους

Αθηναίους να τους στείλουν. Και οι Αθηναίοι συγκαλέσαντες εκκλησίαν

και ακούσαντες τας επαγωγούς αλλά ψευδείς εκθέσεις των πρέσβεων των

Εγεσταίων και των ιδικών των, οι οποίοι εβεβαίωναν ότι είδον πολλά

χρήματα έτοιμα εις τους ναούς και εις τα δημόσια ταμεία, εψήφισαν να

στείλουν εις την Σικελίαν εξήκοντα πλοία και στρατηγούς πάσαν

εξουσίαν έχοντας Αλκιβιάδην τον Κλεινίου, Νικίαν τον Νικηράτου και

Λάμαχον τον Ξενοφάνους με την διαταγήν να βοηθήσουν τους Εγεσταίους

κατά των Σελινουντίων, να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, εάν ο

πόλεμος ελάμβανε στροφήν ευνοϊκήν, και να τακτοποιήσουν τα πάντα εις

την Σικελίαν κατά τον τρόπον, όστις ήθελε τοις φανή ο μάλλον

συμφέρων διά τους Αθηναίους. Μετά πέντε δε ημέρας συνεκάλεσαν πάλιν

εκκλησίαν, διά να σκεφθούν περί των μέσων της ταχείας προετοιμασίας

των πλοίων και διά να ψηφίσουν διά την αναχώρησιν των στρατηγών παν

ό,τι ήθελε κριθή αναγκαίον. Και ο Νικίας, ο οποίος εξελέγη μεν

ακουσίως στρατηγός, αλλ' εσκέπτετο ότι η πόλις κακήν έλαβεν απόφασιν

συλλαβούσα το σχέδιον, υπό πρόφασιν εύσχημον και ευπρεπή, να

κατακτήση όλην την Σικελίαν, ανέβη εις το βήμα και, διά ναποτρέψη

τους Αθηναίους από την επιχείρησιν ταύτην, συνεβούλευσε τα εξής :

9. Η μεν συνέλευσις αύτη συνεκλήθη όπως σκεφθώμεν περί των

προετοιμασιών, και των μέσων πώς πρέπει να μεταβώμεν εις την

Σικελίαν· εγώ όμως νομίζω ότι έπρεπεν ίσως να εξετάσωμεν ακόμη αν

συμφέρει εις ημάς να στείλωμεν εκεί πλοία· ίσως δεν έπρεπε, μετά

τόσον βραχείαν διάσκεψιν περί τοιούτων σοβαρών υποθέσεων,

ναναδεχθώμεν, πειθόμενοι εις άνδρας αλλοφύλους, πόλεμον, ο οποίος

διόλου δεν αφορά εις ημάς. Και όμως εγώ και τιμήν λαμβάνω εξ αιτίας

μιας τοιαύτης επιχειρήσεως και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι· όχι

διότι δεν θεωρώ ως επίσης καλόν πολίτην εκείνον, όστις φείδεται της

ζωής του ή της περιουσίας του· διότι ούτος προ πάντων, διά το ίδιον

αυτού συμφέρον, επιθυμεί την ευτυχίαν της πόλεως. Αλλ' ουδέποτε

μέχρι της σήμερον, ωμίλησα εναντίον της συνειδήσεως μου, διά να τύχω

περισσοτέρων τιμών, και σήμερον ακόμη δεν θα είπω παρά ό,τι νομίζω

ωφέλιμον. Διά λαόν έχοντα τον χαρακτήρά σας ο λόγος μου θα απέβαινεν

ασθενής, εάν σας παρώτρυνα να διατηρήσετε όσα έχετε και να μη

διακινδυνεύσετε τα βέβαια χάριν των αβεβαίων, τα πραγματικά αντί των

φανταστικών· διά τούτο θα περιορισθώ να σας διδάξω ότι η προθυμία

σας είναι άκαιρος και ότι ο σκοπός, τον οποίον προτίθεσθε, δεν είναι

εύκολος να πραγματοποιηθή.

10. «Υποστηρίζω λοιπόν ότι σεις αφήνοντες εδώ τόσους εχθρούς και

μεταβαίνοντες εις την Σικελίαν είναι ως να ηθέλετε να προσελκύσετε

εναντίον σας και άλλους. Νομίζετε ίσως ότι έχουν κάτι σταθερόν αι

γενόμεναι σπονδαί, αι οποίαι, ενόσω μεν μένετε ήσυχοι, θα υφίστανται

ονομαστικώς (διότι μόνον προς τον σκοπόν τούτον έγιναν υπό τινων εκ

των συμπολιτών μας και υπό των αντιπάλων μας), άμα όμως με τοιαύτας

σημαντικάς δυνάμεις υποστήτε ατυχίαν τινά, οι εχθροί θα σπεύσουν να

επιτεθούν εναντίον μας, πρώτον μεν διότι η σύμβασις έγινε κατ'

ανάγκην εν ώρα δυσχερών περιστάσεων και μετά περισσοτέρας αισχύνης

δι' αυτούς παρά δι' ημάς· έπειτα δε διότι εντός αυτής της ιδίας

συμβάσεως έχομεν πολλά τα αμφισβητούμενα. Υπάρχουν μάλιστα τινές, οι

οποίοι ούτε καν εδέχθησαν την σύμβασιν ταύτην, και δεν είναι ούτοι

οι ασθενέστατοι· αλλ' άλλοι μεν μας πολεμούν αναφανδόν, άλλοι δε

συγκρατούνται από την απραξίαν των Λακεδαιμονίων και υπό δεκαημέρων

σπονδών. Ίσως δε μάλιστα, εάν εύρουν τας δυνάμεις μας διηρημένας (το

οποίον τώρα σπεύδομεν να πράξωμεν), ενωθούν εναντίον μας, εκ

συμφώνου μετά των Σικελιωτών, των οποίων την συμμαχίαν πολύ

επεζήτουν άλλοτε. Τούτο πρέπει λοιπόν να σκεφθώμεν, και, ενώ η πόλις

ημών ακόμη πλέει εις τανοικτά, να μη ζητώμεν τον κίνδυνον μήτε να

θέλωμεν να επεκτείνωμεν την ηγεμονίαν μας πριν εξασφαλίσωμεν την

υπάρχουσαν. Οι εν τη Θράκη Χαλκιδείς, αποσπασθέντες από την

συμμαχίαν μας προ τοσούτων ετών, δεν υπετάγησαν ακόμη, και υπάρχουν

άλλοι των πόλεων της στερεάς, οι οποίοι μας υπακούουν κάπως

αμφίβολα. Εν τούτοις ημείς μεν σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους

Εγεσταίους ως συμμάχους δήθεν αδικούμενους, βραδύνομεν δε να

εκδικηθώμεν διά τας ύβρεις αυτών εκείνων, οι οποίοι απεστάτησαν προ

πολλού χρόνου.

11. »Και όμως, τους μεν, εάν ενικώμεν, θα ηδυνάμεθα και να τους

κρατήσωμεν υπό την εξουσίαν μας, τους δε, και επί τη υποθέσει ότι

ηθέλομεν τους νικήσει, δεν θα ηδυνάμεθα να τους κρατήσωμεν υπό την

εξουσίαν μας, ένεκα της αποστάσεως και του αριθμού αυτών. Είναι

λοιπόν ανόητον να εκστρατεύσωμεν εναντίον ανθρώπων, τους οποίους,

και αν νικήσωμεν, δεν θα υποτάξωμεν, προ πάντων διότι, εν περιπτώσει

αποτυχίας, δεν θα ευρεθώμεν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν

είμεθα προ της επιχειρήσεως. Σήμερον δε οι Σικελιώται νομίζω ότι δεν

είναι επίφοβοι δι' ημάς, θα είναι δε πολύ ολιγώτερον, εάν αποκτήσουν

την επ' αυτών ηγεμονίαν οι Συρακούσιοι, και διά ταύτης προ πάντων

της εικασίας ζητούν οι Εγεσταίοι να μας εκφοβίσουν. Εις την παρούσαν

κατάστασιν των πραγμάτων ίσως έκαστος των λαών εκείνων έλθη εναντίον

μας προς χάριν των Λακεδαιμονίων, εάν όμως υποτάξωσιν αυτούς οι

Συρακούσιοι, δεν είναι πιθανόν να εκστρατεύση η μία ηγεμονία κατά

της άλλης· διότι, όπως ενούμενοι μετά των Πελοποννησίων ήθελον

καταλύσει την ημετέραν ηγεμονίαν, διά του αυτού τρόπου ήθελε

καταλυθή και η ιδική των υπό των αυτών Πελοποννησίων. Δι' ημάς δε το

καλλίτερον μέσον διά να φαινώμεθα φοβεροί εις τους εκεί Έλληνας,

είναι να μένωμεν μακράν, ή, αφού δείξωμεν εις αυτούς τας δυνάμεις

μας, να επιστρέφωμεν ταχέως οπίσω· άλλως, εις την πρώτην αποτυχίαν,

ήθελον μας περιφρονήσει και ενωθή μετά των εχθρών, τους οποίους

έχομεν εδώ. Πάντες γνωρίζομεν ότι θαυμάζονται τα πολύ μακράν

ευρισκόμενα όντα και τα μη παράσχοντα ακόμη απόδειξιν της φήμης, την

οποίαν έχουν. Πείραν τούτου ελάβετε, ω Αθηναίοι, εκ μέρους των

Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Αφού εθριαμβεύσατε κατ' αυτών παρά

τας προσδοκίας σας και τους πρώτους σας φόβους, τους περιεφρονήσατε,

και τώρα ποθείτε την κατάκτησιν της Σικελίας. Εν τούτοις δεν πρέπει

τις να επαίρεται διά τας δυστυχίας του εχθρού, αλλά κύριος της

σκέψεως αυτού διαμένων να διατηρή πάντοτε το θάρρος του. Και ας μη

νομίζωμεν άλλο τι παρά ότι οι Λακεδαιμόνιοι, αποβλέποντες εις την

ταπείνωσιν την οποίαν έλαβαν, δεν σκέπτονται ειμή πως να μας

περιπλέξουν ακόμη και σήμερον, εάν δύνανται, και να αποπλύνουν την

ιδίαν των ατιμίαν· τοσούτω μάλλον όσω πλέον από κάθε άλλο και

ανέκαθεν θηρεύουν φήμην ανδρείας. Ώστε, εάν είμεθα φρόνιμοι δεν

πρέπει να ενασχοληθώμεν περί των εν Σικελία Εγεσταίων, ανδρών

βαρβάρων, αλλά πώς να προφυλαχθώμεν ταχέως από τας επιβουλάς πόλεως

ολιγαρχικώς διοικουμένης.

12. »Και πρέπει να ενθυμούμεθα ότι μόλις απαλλαγέντες μεγάλης νόσου

και πολέμου αναλαμβάνομεν τας δυνάμεις μας εις χρήματα και εις τον

πληθυσμόν· ότι είναι δίκαιον να μεταχειρισθώμεν τα μέσα ταύτα μόνον

διά τας ανάγκας μας, και όχι διά τους φυγάδας τούτους, οι οποίοι

ζητούν επικουρίας και εις τους οποίους το να ψεύδεται κανείς

επιτηδείως είναι χρήσιμον· μη έχοντες να καταβάλουν ειμή μόνον

λόγους αφήνουν τον κίνδυνον εις τους άλλους· και εν περιπτώσει μεν

επιτυχίας η ευγνωμοσύνη των δεν θα είναι ίση με την παρασχεθείσαν

υπηρεσίαν, εν περιπτώσει δε αποτυχίας θα παρασύρουν εις την

καταστροφήν τους φίλους των. Εάν τις, πλήρης χαράς διότι εξελέγη

στρατηγός, μόνον τα ιδιαίτερά του συμφέροντα έχων υπ' όψει και ων

πολύ νέος ακόμη διά να άρχη, σας παρακινήση να εκστρατεύσετε, διά να

θαυμάσουν τους ίππους του και διά να ωφεληθή τι εκ της στρατηγίας,

όπως επαρκέση εις τα μεγάλα έξοδα του, μη επιτρέψετε να αλαζονεύεται

με κίνδυνον της πόλεως. Σκεφθήτε ότι τοιούτοι πολίται την μεν

πολιτείαν βλάπτουν, τα δε ίδια σπαταλώσι· ότι το έργον τούτο είναι

μέγα, και τοιούτον, ώστε δεν αρμόζει εις νεώτερον την ηλικίαν να

σκέπτεται και να αναλαμβάνη βιαστικά την εκτέλεσιν αυτού.

13. »Φοβούμαι τους ανθρώπους, οι οποίοι προσεκλήθησαν επί τούτω,

βλέπων αυτούς καθημένους περί εκείνον τον άνδρα, και αντιπροσκαλώ

τους πρεσβυτέρους, όσοι κάθηνται μεταξύ αυτών, να μη συσταλούν να

δώσουν ψήφον κατά του πολέμου· μήτε να επιθυμήσουν μάταια, ως αυτοί

οι άλλοι, απόντα πράγματα· ας σκεφθούν ότι ολίγιστα επιτυγχάνονται

διά της επιθυμίας, πλείστα δε διά της προνοίας. Χάριν της πατρίδος,

η οποία ουδέποτε διέτρεξε μεγαλυτέρους κινδύνους, υψώσατε την χείρα

ως σημείον αντιστάσεως και ψηφίσατε, ότι οι μεν Σικελιώται θα

διατηρήσουν τα όρια, τα οποία έχουν την σήμερον απέναντί σας και εις

τα οποία πρέπει να αρκεσθούν, τον Ιόνιον κόλπον εις τον ακτοπλοούντα

και τον Σικελικόν εις τον πλέοντα διά του πελάγους, και νεμόμενοι τα

ιδικά των ας συμβιβάζωνται μεταξύ των όπως δύνανται· εις δε τους

Εγεσταίους να είπητε ιδιαιτέρως ότι καθώς συνήψαν τον πρώτον κατά

των Σελινουντίων πόλεμον άνευ των Αθηναίων, ούτως ας τον διεξαγάγουν

και τώρα μόνοι, και εις το εξής ας μη δεχώμεθα, κατά την συνήθειάν

μας, συμμάχους, τους οποίους να βοηθώμεν μεν, όταν ευρίσκωνται εις

δυστυχίαν, να μη τους έχωμεν δε ωφελίμους διόλου, εάν λάβωμεν

ανάγκην.

14. »Συ δε, ω πρύτανι, εάν νομίζης ότι έχεις καθήκον να κήδεσαι περί

της πόλεως και θέλης να είσαι πολίτης αγαθός, υπόβαλε το ζήτημα

πάλιν εις συζήτησιν και νέαν ψηφοφορίαν. Εάν δειλιάς να πράξης

τούτο, νομίζων ότι θα παραβής τους νόμους, πείσθητι ότι δεν θέλεις

ενοχοποιηθή, αφού τόσοι αναγνωρίζοντες τούτο υπάρχουν. Σκέφθητι

επίσης ότι θέλεις σώσει την πόλιν, αν και άπαξ απεφάσισε, και ότι

καλός άρχων είναι ο ωφελών μεγάλως την πατρίδα του ή τουλάχιστον ο

μηδόλως βλάπτων αυτήν εκουσίως».

15. Ο μεν Νικίας ταύτα είπεν· οι πλείστοι δε των Αθηναίων

παρελθόντες εις το μέσον συνεβούλευον να κάμουν την εκστρατείαν και

να μη καταργήσουν τα προαποφασισθέντα, τινές δε αντέλεγον. Αλλ' ο

Αλκιβιάδης ο υιός του Κλεινίου επέμενε θερμώς υπέρ της εκστρατείας·

επειδή και αντίπαλος ήτο του Νικίου επί άλλων πολιτικών αντικειμένων

και διότι εναντίον αυτού έκαμε τον προσβλητικόν υπαινιγμόν εκείνος,

ήθελε νανταγωνισθή προς αυτόν, και προ πάντων επεθύμει την

στρατηγίαν· διά του μέσου τούτου ήλπιζε να καταλάβη την Σικελίαν και

την Καρχηδόνα, και συγχρόνως, βελτιών την ιδίαν του κατάστασιν, να

πλουτήση και δοξασθή. Απολαύων της υπολήψεως των πολιτών είχεν

επιθυμίας ανωτέρας της καταστάσεως του τόσον διά την διατήρησιν των

ίππων του, όσον και διά τας άλλας δαπάνας· τούτο δε και συνετέλεσεν

ύστερον όχι ολίγον εις την καταστροφήν των Αθηνών. Πολλοί,

φοβούμενοι την απεριόριστον πολυτέλειαν της διαίτης του και την

υπερηφάνειαν, την οποίαν είχεν εις πάσαν περίστασιν, τον εμίσουν και

τον υπώπτευον ως επιθυμούντα την τυραννίδα. Και μολονότι ως

στρατηγός διηύθυνε τα πάντα στρατηγικότατα, η ιδιωτική όμως διαγωγή

του τοσούτον είχε δυσαρεστήσει όλους, ώστε η διεύθυνσις των κοινών

ανετέθη εις άλλους, οι οποίοι επέσπευσαν την καταστροφήν της πόλεως.

Τότε λοιπόν ελθών εις το μέσον της συνελεύσεως συνεβούλευσεν εις

τους Αθηναίους τα ακόλουθα:

16. Και εις εμέ αρμόζει η στρατηγία μάλλον παρά εις πάντα άλλον, ω

Αθηναίοι (διότι είναι ανάγκη να αρχίσω εκ τούτου, αφού ο Νικίας με

προσέβαλε), και συγχρόνως νομίζω ότι είμαι άξιος αυτής. Εκείνα, διά

τα οποία είμαι διαβόητος, εις μεν τους προγόνους μου και εις εμέ

φέρουν δόξαν, εις δε την πατρίδα ωφέλειαν. Τωόντι οι Ελληνες, οι

οποίοι πρότερον ενόμιζον την πόλιν εξηντλημένην εκ του πολέμου,

εσχημάτισαν περί της δυνάμεως της ιδέαν καλυτέραν βλέποντες την

μεγαλοπρέπειάν μου εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, διότι εις μεν τον

αγώνα κατεβίβασα επτά άρματα, όσα ουδείς μέχρι τούδε ιδιώτης

πρότερον, ενίκησα δε όχι μόνον πρώτος αλλά και δεύτερος και

τέταρτος, και ανέπτυξα εις όλα μεγαλοπρέπειαν αξίαν της νίκης μου.

Ταύτα κατά την συνήθειαν νομίζονται τιμή, και τοιαύται πράξεις

μαρτυρούν δύναμιν. Δι' όσας πάλιν λαμπράς επιδείξεις κάμνω εις την

πόλιν διά των χορηγιών μου και των άλλων δαπανών, οι μεν πολίται

φύσει με φθονούν, αλλ' οι ξένοι δεν βλέπουν και εις τούτο ειμή

δύναμιν. Δεν είναι λοιπόν ανωφελής η ανοησία εκείνου, ο οποίος

δαπανών εξ ιδίων όχι μόνον εαυτόν του αλλά και την πόλιν ωφελεί· και

ουδέ είναι άδικον να μη θεωρή κανείς τον εαυτόν του ίσον με τους

άλλους, όταν αισθάνεται την υπεροχήν του, διότι και ο δυστυχών δεν

μοιράζει την δυστυχίαν του με κανένα· και καθώς όταν δυστυχούμεν δεν

μας υποδεξιούνται, ούτω πρέπει να ανεχώμεθα την υπεροψίαν των

ευτυχούντων παρά να απαιτώμεν να προσφέρωνται προς ημάς εξ ίσου.

Ηξεύρω εν τούτοις ότι οι τοιούτοι και όσοι διεκρίθησαν διά τινος

λαμπρού κατορθώματος ζώντες μεν ήσαν οχληροί εις τους ομοίους των

και ακόμη και εις εκείνους, οι οποίοι τους περιεστοίχιζον, μετά δε

τον θάνατόν των κατέλιπον είς τινας των μεταγενεστέρων απαιτήσεις

συγγενείας ενίοτε και ψευδείς, και η πατρίς των τους θεωρεί μεθ'

υπερηφανείας, ουχί ως ξένους ή ως ανθρώπους κακής διαγωγής, αλλ' ως

ίδια αυτής τέκνα και ένδοξα έργα πράξαντας.

Τοιαύτην δόξαν ποθών και δυσφημούμενος κατά τα ιδιωτικά μου πράγματα

παρατηρήσατε αν διαχειρίζομαι τα δημόσια χειρότερον άλλου τινός.

Ενώσας τους δυνατωτάτους της Πελοποννήσου, άνευ μεγάλου κινδύνου και

δαπάνης δι' ημάς, ηνάγκασα τους Λακεδαιμονίους να αγωνισθούν περί

των όλων εις μίαν ημέραν εν Μαντινεία. Και μολονότι ενίκησαν εις την

μάχην δεν ανέλαβαν και μέχρι της σήμερον ακόμη ασφαλές θάρρος.

17. Και ταύτα εγώ, η ιδική μου νεότης και η νομιζομένη υπέρμετρος

ανοησία επέφερεν εις τους Λακεδαιμονίους μεταχειριζομένη πρέποντας

λόγους και μετά πολλού ζήλου και προθυμίας προκαλέσασα εις εαυτήν

εμπιστοσύνην κατέπεισεν εκείνους· λοιπόν μη φοβήσθε τας ιδιότητας

ταύτας, αλλ' ενόσω εγώ είμαι ακμαίος με αυτάς τας ιδιότητάς μου, και

ο Νικίας νομίζεται τυχηρός, ωφεληθήτε όσον το δυνατόν περισσότερον

παρ' ημών. Μη ακυρώσετε την κατά της Σικελίας εκστρατείαν νομίζοντες

ότι μέλλετε να πολεμήσετε εναντίον μεγάλης δυνάμεως· διότι αι πόλεις

αύται είναι μεν πολυάνθρωποι, σύγκεινται δε από στοιχεία ετερογενή

και διά τούτο ευκόλως μεταβάλλουσι πολιτεύματα και πολιτογραφούσι

ξένους και φυγάδας, Διά τούτο ουδείς μεριμνά ως θα εμερίμνα περί της

ιδίας του πατρίδος, είτε διά να προμηθευθή όπλα διά το σώμα του είτε

διά να κατασκευάση δημόσια κτίρια, αλλ' έκαστος φροντίζει διά της

πειθούς ή διά της στάσεως να ωφεληθή τι· εάν δε αποτύχη, μεταβαίνει

εις άλλον τόπον. Εύκολον λοιπόν είναι να συμπεράνη τις ότι τα

τοιαύτα πλήθη ούτε ομονοούν ούτε κοινήν ενέργειαν έχουν, ταχέως δε

οι μεν σήμερον, οι δε αύριον θα συνταχθώσι μεθ' ημών εις την πρώτην

ευάρεστον συνομιλίαν, και δι' άλλους λόγους και μάλιστα εάν είναι

διηρημένοι ως ακούομεν. Εκτός τούτου ούτε στρατόν έχουν τόσον, όσον

διακηρύττουν με στόμφον ότι έχουν· το βέβαιον είναι ότι και παρ'

αυτοίς συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και με τους άλλους Έλληνας των

οποίων αι πραγματικαί δυνάμεις ευρέθησαν πολύ κατώτεραι των

αυθαιρέτων εκτιμήσεων, τας οποίας έκαστος χωριστά έκαμνεν· η Ελλάς,

εις μεγίστην πλάνην διατελούσα επί του αντικειμένου τούτου, μόλις

ηδυνήθη κατά τον παρόντα πόλεμον να συναθροίση τας απολύτως

αναγκαίας δυνάμεις. Τοιαύτη είναι, εάν αι πληροφορίαι μου είναι

ακριβείς, η κατάστασις της Σικελίας· θα μας είναι μάλιστα έτι μάλλον

ευνοϊκή, διότι θα έχωμεν πολλούς βαρβάρους, οι οποίοι εκ μίσους προς

τους Συρακουσίους θα επιτεθούν εναντίον αυτών μεθ' ημών, και ο εδώ

πόλεμος δεν θέλει μας παρεμποδίσει, εάν λάβωμεν καλώς τα μέτρα μας.

Οι πατέρες μας όχι μόνον άφησαν τους ιδίους αυτούς πολεμίους, τους

οποίους τώρα λέγουν οι περί τον Νικίαν ότι ηθέλομεν αφήσει οπίσω αν

αναχωρήσωμεν, αλλά και επρόκειτο να πολεμήσωσι κατά των Μήδων· τούτο

όμως δεν τους ημπόδισε να θεμελιώσουν την ηγεμονίαν των, ουδέν άλλο

στήριγμα έχοντες ή την υπεροχήν της ναυτικής των δυνάμεως. Και μέχρι

τούδε ακόμη οι Πελοποννήσιοι ποτέ δεν συνέλαβαν ολιγωτέρας ελπίδας

εναντίον μας. Αλλά και μεγίστην προθυμίαν αν έχουν, διά να εισβάλουν

εις την χώραν μας, είναι ικανοί να το πράξουν, και εάν δεν

εκπλεύσωμεν διά θαλάσσης όμως να μας βλάψουν είναι αδύνατον, διότι

αφήνομεν εδώ ναυτικόν ισοδύναμον με εκείνο των Πελοποννησίων.

18. » Ώστε τίνα πιθανόν λόγον λέγοντες ηθέλομεν διστάσει ή τίνα

πιθανήν πρόφασιν προφασιζόμενοι ηθέλομεν αρνηθή να βοηθήσωμεν τους

εκεί συμμάχους, αφού άπαξ, ως γνωστόν, δι' όρκων υπεχρεώθημεν να

βοηθώμεν αυτούς χωρίς να προφασιζώμεθα ότι εκείνοι δεν θα μας

βοηθήσουν; Προσελάβομεν αυτούς ως συμμάχους, ουχί διά να μας

βοηθήσουν ενταύθα, αλλ' ίνα ενοχλούντες τους εν τη Σικελία εχθρούς

μας εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν ημών

τοιουτοτρόπως απεκτήσαμεν και ημείς όπως και πάντες όσοι απέκτησαν

τοιαύτην, προθύμως πάντοτε βοηθούντες τους Έλληνας και τους

βαρβάρους, οίτινες εζήτουν την βοήθειάν μας. Διότι, εάν εμέναμεν

όλοι ησυχάζοντες ή ελεπτολογούμεν εξετάζοντες ποίας φυλής ήσαν οι

ζητούντες βοήθειαν, ολίγον θα προσεθέτομεν εις την δύναμιν μας, ή

μάλλον ηθέλομεν εκθέτει αυτήν ταύτην περισσότερον. Τωόντι δεν πρέπει

τις μόνον να υπερασπίζη εαυτόν κατά του επερχομένου ισχυρού, αλλά

και να προλαμβάνη την επίθεσιν αυτού. Δεν είμεθα ελεύθεροι να

μεταχειριζώμεθα την δύναμιν ημών κατά βούλησιν, αλλ' ανάγκη, αφού

ανήλθομεν εις το σημείον τούτο, τους μεν να απειλώμεν τους δε να

συγκρατώμεν, διότι άλλως θα εκινδυνεύομεν να κυριαρχηθώμεν υπό

άλλων, εάν επαύομεν να κυριαρχώμεν ημείς. Και δεν πρέπει να θεωρήτε

την ησυχίαν ομοίως με τους άλλους εκτός εάν παραδεχθήτε και την

πολιτικήν των άλλων. Πεποιθότες ότι η δύναμις ημών ακόμη

περισσότερον θέλει αυξήσει, εάν εκστρατεύσωμεν κατά της Σικελίας, ας

εισέλθωμεν εις τα πλοία, ίνα ταπεινώσωμεν την μεγαλοφροσύνην των

Πελοποννησίων δεικνύοντες ότι, μη λαμβάνοντες καν υπ' όψιν την

παρούσαν ησυχίαν, πλέομεν και κατ' αυτής της Σικελίας. Εκ τούτου έν

από τα δύο θα προκύψη· ή θα γίνωμεν κύριοι της Σικελίας και κατά

πάσαν πιθανότητα θα ηγεμονεύσωμεν εφ' όλης της Ελλάδος, ή

τουλάχιστον θα προξενήσωμεν μεγίστην βλάβην εις τους Συρακουσίους,

το οποίον επίσης θέλει ωφελήσει και ημάς και τους συμμάχους ημών.

Την δε ασφάλειαν θα μας δώσουν τα πλοία, και να μείνωμεν, εάν τινες

ενωθώσι με ημάς, και να απέλθωμεν, διότι το ναυτικόν μας θα είναι

πάντοτε ανώτερον του ναυτικού όλων ομού των Σικελιωτών. Και ας μη

σας αποτρέψη η εν τοις λόγοις του Νικίου συσταινομένη απραγμοσύνη

και η διάκρισις των νέων από των πρεσβυτέρων, αλλά πιστοί εις την

επικρατούσαν τάξιν και την συνήθειαν των πατέρων μας, οι οποίοι

συσκεπτόμενοι νέοι μετά γερόντων ανύψωσαν την πατρίδα ημών εις το

σημείον τούτο της δυνάμεως, προσπαθήσατε σήμερον να προαγάγετε την

πόλιν διά του αυτού τρόπου. Σκεφθήτε ότι άνευ αλλήλων η νεότης και

το γήρας ουδέν δύνανται, και ότι η απερισκεψία, η μεσότης και η άκρα

σύνεσις, εάν συναναμιχθούν, αποτελούν την ισχύν· πεισθήτε ότι, εάν η

πόλις ησυχάζη, θα κατατριβή αφ' εαυτής καθώς και οιονδήποτε άλλο

πράγμα, και η γνώσις παντός επαγγέλματος θα φθαρή υπό του γήρατος,

ενώ, εάν διηνεκώς αγωνίζεται, θα αποκτηση την χρειαστήν εμπειρίαν

και θα συνηθίση όχι τόσον εις την διά του λόγου άμυναν, όσον εις την

διά του έργου. Εν γένει δε φρονώ, κατά την γνώμην μου, ότι πόλις μη

απράγμων καταστρέφεται ταχέως, εάν μεταβληθή εις απράγμονα, και ότι

η σωτηρία των πολιτών ασφαλίζεται μόνον, όταν ούτοι διάγουν όσον το

δυνατόν σύμφωνα προς τα υπάρχοντα ήθη και τους νόμους, έστω και αν

είναι χειρότεροι άλλων».

19. Ούτω μεν ωμίλησεν ο Αλκιβιάδης. Οι δε Αθηναίοι, ακούσαντες αυτού

και των Εγεσταίων και Λεοντίνων φυγάδων, οι οποίοι παρελθόντες εις

το μέσον της συνελεύσεως παρεκάλουν και ικέτευον να τους βοηθήσουν

υπενθυμίζοντες τους αρχαίους όρκους διετέθησαν ευνοϊκώτερον ή

πρότερον υπέρ της εκστρατείας. Ο Νικίας εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο

πλέον διά της αυτής γλώσσης να τους αποτρέψη από την απόφασιν των,

και νομίσας ότι ήθελε τους μεταπείσει διά του μεγέθους των

προπαρασκευών, εάν εζήτει πολλάς, ανέβη εκ δευτέρου επί το βήμα και

είπε ταύτα :

20. «Επειδή σας βλέπω, ω Αθηναίοι, ότι έχετε απόφασιν να

εκστρατεύσετε εξ άπαντος, εύχομαι μεν να αποβή εις καλόν η

εκστρατεία, θα σας υποδείξω όμως όσα θεωρώ ωφέλιμα κατ' αυτήν την

στιγμήν. Μέλλομεν να επιτεθώμεν κατά πόλεων, πού φημίζονται ως

μεγάλαι, ανεξάρτητοι και μη έχουσαι ανάγκην πολιτικής μεταβολής, εις

την οποίαν άλλαι καταφεύγουν μετά χαράς, διά να μεταβούν εκ της

αναγκαστικής υποταγής εις ανετωτέραν κατάστασιν· κατά πόλεων τέλος,

αι οποίαι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα θελήσουν νανταλλάξουν την

ελευθερίαν των με την ηγεμονίαν μας. ’λλως μεταξύ των πόλεων τούτων

ο αριθμός των Ελληνίδων είναι σημαντικός διά μίαν νήσον. Εκτός της

Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι ελπίζω να προστεθούν εις ημάς διά

την κοινήν μετά των Λεοντίνων καταγωγήν των, υπάρχουν επτά άλλαι

πόλεις παρεσκευασμέναι καθ' όλα όσον το δυνατόν ομοίως με ημάς, και

προ πάντων ο Σελινούς και αι Συράκουσαι, κατά των οποίων έχομεν

σκοπόν να πλεύσωμεν. Οπλίται και τοξόται και ακοντισταί υπάρχουν

πολλοί, καθώς και τριήρεις και άνθρωποι διά να καταρτίσουν τα

πληρώματα των. Προσέτι έχουν χρήματα και ιδιωτικά και κοινά εις τα

ιερά των Σελινουντίων· προς τούτοις οι Συρακούσιοι λαμβάνουν φόρον

παρά τινων βαρβάρων λαών. Εκείνο δε, κατά το οποίον προ πάντων μας

υπερτερούν, είναι ότι έχουν πολλούς ίππους και σίτον εγχώριον και

όχι έξωθεν εισκομιζόμενον.

Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος · 第 6 / 11 段