ΑΜΛΕΤΟΣ

Στέλνονται σφραγισμένα γράμματα, και οι δύο

συμμαθηταί μου, οπού τους έχω πίστην όσην

να έχω δύναμαι 'ς οχιαίς φαρμακωμέναις,

φέρνουν την εντολήν, και αυτοί τον δρόμον πρώτοι

θα μου δείξουν να φθάσω 'ς την κακοτροπίαν.

Ας δουλεύση· τι αξίζει απ' την υπόνομόν του

να τιναχθή μηχανικός εις τον αέρα!

Βαρύν αγώνα θα υποφέρω, αλλ' αποκάτω

απ' τα λαγούμια τους θα σκάψω εγώ 'ς το βάθος

μίαν οργυιά, να τους πετάξ' ως το φεγγάρι.

Ω πράγμα ηδονικό το ν' απαντήσ' εις μίαν

γραμμήν αντίκρ' η μια την άλλην πονηρίαν!

Τούτος εδώ βαστάζον θα με κάμη τώρα·

τον εντερόσακκον αυτόν να σύρω πρέπει

'ς το πλαγινό δωμάτιον· καλή νύκτα, μάννα.

Ιδέ τον σύμβουλον αυτόν της βασιλείας·

ο κατεργάρης, 'ς την ζωήν του μωρολόγος,

σοβαρός είναι, μυστικός, σπουδαιολόγος.

Καιρός με σε να τελειώσω, Κύριέ μου. —

Μητέρα μου, σου αφίνω πάλιν καλήν νύκτα.

[Εξέρχονται από δύο αντίθετα μέρη· ο ΑΜΛΕΤΟΣ σύρει το σώμα

του ΠΟΛΩΝΙΟΥ]

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

και ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Εις τους βαθείς σου στεναγμούς υπάρχει λόγος·

το βογγητό σου αυτό να μου εξηγήσης πρέπει·

πού είν' ο υιός σου;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Ολίγο αφήσετέ μας μόνους. —

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Αχ! Κύριέ μου, τ' είδ' απόψε!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τι, Γελτρούδη;

πώς είν' ο Αμλέτος;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αχ! τρελλός, καθώς μανίζουν

θάλασσα και άνεμος, οπότε αντιπαλαίουν

καθένας τους να δείξη την υπεροχήν του.

Εις τον παροξυσμόν του, 'πού δεν έχει νόμον,

καθώς άκουσε κάτι οπίσω απ' την αυλαίαν

να σαλεύη, το ξίφος σύρει και φωνάζει·

«ένα ποντίκι, ένα ποντίκι», και ως τον σπρώχνει

ο μανιακός του φόβος, δίχως να τον βλέπη

τον καλόν γέροντα φονεύει.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Βαρυτάτη

πράξις! αυτό 'θελε γενή 'ς το πρόσωπο μας (1),

εάν ήμασθε αυτού. Πολλούς κινδύνους φέρνει

η ελευθερία του, 'ς εσέ, 'ς εμάς, εις όλους.

Ωιμέ! του φόνου τούτου ποιος θα δώση λόγον;

'Σ εμάς θ' αποδοθή, διότ' η πρόνοιά μας

έπρεπε να 'χη ευθύς περιορίση τούτον

τον τρελλόν νέον και απ' ανθρώπων κοινωνίαν

μακράν καθόλου να τον κλείση· αλλ' ήταν τόση

η αγάπη μας οπού το πρέπον αμελήθη.

Ωμοιάσαμεν ανθρώπου, 'πώχει αισχρήν αρρώστιαν,

και, όπως μη γνωρισθή, να τρώγη την αφίνει

ως εις την ρίζαν της ζωής. Πού πήγε τώρα;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Τον φονευμένον του να σύρη κατά μέρος·

κ' επάνω εις τον νεκρόν, αυτή του (2) η τρέλλ' ακόμη,

ως άδολο χρυσάφι μέσα εις αλλ' αχρεία

μέταλλα, δείχνει την αγνήν του γνώμην· κλαίει

διά την πράξιν του.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Εδώθε ας φύγωμε, ω Γελτρούδη!

Μόλις ροδίση 'ς το βουνό, θα τον προστάξω

'ς το πλοίο ν' ανεβή, να φύγη ευθύς, και τούτο

το κακούργημα πρέπει μ' όσην εξουσίαν

και τέχνην έχω να ελαφρύνω, να σκεπάσω.

Ε! Γυιλδενστέρνη!

Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Σεις, καλοί φίλοι και οι δύο,

πηγαίνετε και πάρετ' άλλους βοηθούς σας.

Ο Αμλέτος μανιακός εφόνευσε τον γέρον

Πολώνιον, κ' έσυρε το σώμ' απ' το δωμάτιον

της μητρός του· θα πάτ' ευθύς να τον ευρήτε

μ' εύμορφον τρόπον, και θα φέρετε το πτώμα

'ς το παρεκκλήσι· ω φίλοι, μην αργοπορήτε.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Έλα, Γελτρούδη, θα καλέσωμε των φίλων

τους πλέον συνετούς, να τους ειπούμεν ό,τι

θα πράξωμεν εμείς και ό,τι κακό συνέβη·

ίσως με τούτο η δολερή συκοφαντία,

'πού το φαρμακερό της βόλι στέλνει πέρα,

μέσ' απ' την διάμετρον της γης, εις τον σκοπόν της

ίσια, καθώς από κανόνι 'ς το σημάδι,

δεν εύρη τ' όνομά μας, και κτυπήση μόνον

τον άσχιστον αέρα. Αχ! φύγε μαζί μου·

αγώνα, τρόμον φοβερόν, έχ' η ψυχή μου. [Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Άλλο δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τον ετοποθέτησα ασφαλώς.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ [Από μέσα]

Αμλέτε! Κύριε Αμλέτε!

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αγάλι! Τι θόρυβος; Ποίος φωνάζει τον Αμλέτον; Α!

ιδού έρχονται.

Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Τον νεκρόν τι τον έκαμες, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τον έβαλα 'ς το χώμα, 'πού 'ναι συγγενής του.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Πού τον έχεις ειπέ μας διά να δυνηθούμε

να τον πάρωμ' εκείθεν εις το παρεκκλήσι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Μη το πιστεύσετε.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Τι να μη πιστεύσωμε;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ότι (3) είμαι ικανός να φυλάξω το μυστικό σας και όχι

το δικό μου. Κ' έπειτα ποίαν απόκρισιν να δώση ένα βασι-

λόπαιδο όταν ερωτάται από ένα σφογγάρι;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Διά σφογγάρι με παίρνεις, Κύριέ μου!

ΑΜΛΕΤΟΣ

Μάλιστα, Κύριε, οπού ποτίζεται με την προστασίαν,

με ταις ανταμοιβαίς και με τ' αξιώματα, οπού δίδει ο βα-

σιλέας. Αλλά τέτοιοι αξιωματικοί προσφέρουν εις τον βα-

σιλέα την καλήτερην υπηρεσίαν εις το τέλος· τους κρατεί,

καθώς η μαϊμού φυλά καρύδι, εις μίαν γωνιά 'ς το σαγόνι

του· τους πρωτοχάφτει διά να τους υστεροκαταπιή· όταν (4)

του χρειασθή να πάρη ό,τι εμαζεύσετε, δεν έχει να κάμη

άλλο παρά να σας ζίψη, και, σφογγάρι μου, θα μείνης

ξερό ωσάν πρώτα.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Δεν σε καταλαμβάνω, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Χαίρομαι δι' αυτό· ένα κατεργαρόλογο 'ς αυτί μωρού

κοιμάται.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Κύριέ μου, πρέπει να μας ειπής πού είναι το σώμα,

και να έλθης μαζί μας εις τον Βασιλέα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Το σώμα (5) είναι με τον Βασιλέα, αλλά ο Βασιλέας δεν

είναι με το σώμα· ο Βασιλέας είναι ένα πράγμα -

ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

«Ένα πράγμα», Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τιποτένιο· οδηγήσετέ με εις αυτόν. Κρύψου (6), αλωπού,

και όλοι κατόπι σου.

[Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Άλλο Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχεται ΒΑΣΙΛΕΑΣ με ακολουθίαν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Έστειλα να τον φέρουν κ' ενταυτώ να εύρουν

το σώμα· ο κίνδυνος δεν παύει κ' είναι μέγας,

ενόσω αυτός μένει λυτός. Και όμως δεν πρέπει

να τον κτυπήσω με την δύναμιν του νόμου·

τον λατρεύει ο μωρός λαός 'πού από το μάτι,

και όχι απ' την κρίσιν, 'ς την αγάπην του οδηγείται·

και όπου συμβαίνει αυτό, το βάρος δεν ζυγίζουν

ποτέ του εγκλήματος, αλλά της τιμωρίας.

Και, όπως όλα ομαλά και αθόρυβα περάσουν,

η έξαφνη απομάκρυνσίς του τώρα πρέπει

να πιστευθή 'πού από καιρόν μ' ώριμην σκέψιν

είχε αποφασισθή· τ' απελπισμένα πάθη

ή δεν ιατρεύονται ποσώς ή απελπισμένα

φάρμακα θέλουν.

Εισέρχεται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τι λοιπόν συμβαίν', ειπέτε;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Πού ετοποθέτησε το σώμα, Κύριέ μου,

να μας ειπή δεν θέλει.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Αλλ' αυτός πού είναι;

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Έξω εδώ, Κύριέ μου, κ' είναι φυλαγμένος

ως να προστάξης.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Φέρετέ τον έμπροσθέν μου.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Οδήγησε τον πρίγκιπά μου, Γυιλδενστέρνη.

Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Λοιπόν, Αμλέτε, πού είναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εις δείπνον.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

«Εις δείπνον;» πού;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Όχι εκεί, όπου τρώγει, αλλ' όπου τρώγεται· ολοένα

συνεδριάζουν ολόγυρά του κάμποσα διπλωματικά (7) σκου-

λήκια. Το σκουλήκι, Κύριέ μου, όσο διά το καλό φαγητό,

είναι ο μόνος αυτοκράτορας. Παχαίνομε όλα τ' άλλα πλά-

σματα διά να μας παχαίνουν, και παχαίνομε τον εαυτόν

μας διά τα σκουλήκια. Ο παχύς βασιλέας σας και ο άσαρ-

κος ζητιάνος σας δεν είναι ειμή διαφορετικά φαγητά, δύο

πιάτα, αλλά δι' ένα τραπέζι· αυτού όλα τελειόνουν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Αλοίμονον! Αλοίμονον!

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ημπορεί άνθρωπος να ψαρεύη με το σκουλήκι, οπού

έφαγε από βασιλέα, και να φάγη το ψάρι οπού επάχυνε

μ' εκείνο το σκουλήκι.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τι εννοείς με τούτο;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τίποτε, ειμή να σου δείξω πώς ένας βασιλέας εις την

περιοδείαν του ημπορεί να περάση από τα έντερα ενός ζη-

τιάνου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Πού είναι ο Πολώνιος;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εις τους Ουρανούς· στείλε αυτού να ιδής· αν ο απεσταλ-

μένος σου δεν τον εύρη αυτού, ζήτησέ τον συ ο ίδιος εις

τον άλλον (8) τόπον. Όμως, μα την αλήθειαν, αν δεν τον

εύρης εις το διάστημα τούτου του μηνός, θα τον μυρισθής

καθώς ανεβαίνεις την σκάλαν προς την αίθουσαν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

[Προς τους ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣ] Πηγαίνετ' εκεί να τον εύρετε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Θα σας περιμείνη (9) έως να πάτε. [Εξέρχονται ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Αμλέτε, αν θέλεις να φυλάξης την ζωήν σου,

'πού μας είναι ακριβή, καθώς πολύ μας θλίβει

τούτη σου η πράξις, πρέπει ογλήγορα να φύγης.

Να συνταχθής λοιπόν· είν' έτοιμο το πλοίο,

ο άνεμος βοηθός και οι σύντροφοι προσμένουν·

όλα σε σπρώχνουν διά να πας εις την Αγγλίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εις την Αγγλίαν;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ναι, Αμλέτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καλό πράγμα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τωόντι, αν γνωστοί σου ήσαν οι σκοποί μας.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Βλέπω ένα Χερουβίμ, οπού τους βλέπει. — Αλλά εμ-

πρός· εις την Αγγλίαν! — Υγίαινε, καλή μητέρα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ο τρυφερός σου πατέρας, Αμλέτε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Η μητέρα μου· πατέρας και μητέρα είναι άνδρας και

γυναίκα, άνδρας και γυναίκα είναι δύο εις σάρκα μίαν, και

λοιπόν, ω μητέρα μου — Εμπρός, εις την Αγγλίαν.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ακολουθείτε τον στενά· γοργά 'ς το πλοίο

κάμετέ τον να εμπή· μη στέκεσθε· τον θέλω

μακράν απόψε εμπρός! όσ' αποβλέπουν τούτην

την υπόθεσιν όλα τα χω σφραγισμένα,

εις τάξιν όλα· φίλοι, μη χρονοτριβήτε.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Και, Αγγλία, συ, αν την αγάπην μου λογιάζεις,

(καθώς να το αισθανθής σου λέγ' η δύναμίς μου,

αφού το λάβωμα νωπό σου κοκκινίζει

του δανικού σπαθιού, και αβίαστο προσφέρεις

το σέβας σου 'ς εμάς), δεν πρέπει ν' αψηφήσης

το υψηλό μας τούτο θέλημα, 'πού ορίζει,

εις τα γράμματα εκείνα καθαρά, να δώσης

του Αμλέτου θάνατον ευθύς. Κάμε το, Αγγλία!

διότι αυτός ως θέρμη (10) τηκτική μανίζει

'ς το αίμα μου, και συ να με ιατρεύσης πρέπει.

Ως 'πού δεν μάθ' ότι το πράγμα εκατορθώθη,

χαράν δεν βλέπω και αν τερπνά μου η μοίρα κλώθη.

[Εξέρχεται.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Πεδιάδα εις την Δανίαν.

Εισέρχονται ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ ένας ΛΟΧΑΓΟΣ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙΣ

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Πήγαινε, λοχαγέ, τους ασπασμούς μου φέρε

του Βασιλέως των Δανών, και ανάγγειλέ του

ότι θα λάβη ο Φορτιμπράς, όπως του εδόθη

υπόσχεσις, την άδειαν να περάση μέσα

από το κράτος του. Γνωστός σας είναι ο τόπος

της συγκεντρώσεως, και αν ζητήση ο Βασιλέας

να ομιλήση μ' εμάς, θα του παρουσιασθούμε,

ως έχομε το χρέος· τούτο ανάγγειλέ του.

ΛΟΧΑΓΟΣ

Κύριε, θα γίνη.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Μ' αργό βήμα προχωρείτε.

[Εξέρχονται ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙΣ

Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

και άλλοι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Κύριε, έχετε την καλοσύνην να μου ειπήτε τίνος είναι

τούτος ο στρατός;

ΛΟΧΑΓΟΣ

Της Νορβηγίας, Κύριε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και διά πού είναι κινημένος, παρακαλώ;

ΛΟΧΑΓΟΣ

Να προσβάλη ένα μέρος της Πολωνίας.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ποίος είναι ο αρχηγός, Κύριε;

ΛΟΧΑΓΟΣ

Ο ανεψιός του γέρου βασιλέως της Νορβηγίας, ο Φορ-

τιμπράς.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Την Πολωνίαν όλην αποβλέπει τούτος

ο πόλεμος, ή μόνον κάποιο σύνορό της;

ΛΟΧΑΓΟΣ

Την αλήθειαν θα ειπώ· εκίνησε ο στρατός μας

μόνον διά να κερδίση μιαν λουρίδα τόπον,

οπού μόλις αξίζει, Κύριε, τ' όνομά της.

Δεν την έπαιρνα εις πάκτο ουδέ δουκάτα πέντε,

ουδέ πλειότερα θα λάβη αν την μισθώση

ο Νορβηγός ή ο Πολωνός.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τότε βεβαίως

ο Πολωνός δεν θέλει την υπερασπίση.

ΛΟΧΑΓΟΣ

Πώς! ήδη με στρατόν την έχει φρουρημένην.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τ' άχυρο τούτο θα χαλάση δυο χιλιάδαις

ανθρώπους κ' είκοσι φοραίς χίλια δουκάτα·

ιδού μεγάλου πλούτου και βαθειάς ειρήνης

απόστημα είναι αυτό, 'πού σπα 'ς το μέσα μέρος

κ' έξω δεν δείχνει πώς ο άνθρωπος πεθαίνει.

Ευχαριστώ σε, Κύριε.

ΛΟΧΑΓΟΣ

Κύριε, χαιρετώ σε.

[Εξέρχεται.

ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ

Να προχωρήσωμε δεν θέλεις, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Θα σας προφθάσω ευθύς· προπορευθήτε ολίγο.

[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ

Ω! πώς κάθε αφορμή μ' ελέγχει και κεντάει

την ναρκωμένην τόσο εκδίκησιν μου! Τι 'ναι

ένας άνθρωπος αν έχη ευτυχίαν μόνην

και ωφέλειαν της ζωής να τρώγη, να κοιμάται;

Κτήνος και μόνον τούτο. Αυτός, οπού μας έχει

κάμη με τόσο πλάτος λογικού, να βλέπη

κ' εμπρός του και κατόπι, δεν μας έχει δώση

την δύναμιν αυτήν και τον ισόθεον λόγον,

διά να μουχλιάζη του κακού μες την ψυχήν μας.

Τώρα, είτ' είναι λησμονιά κτηνώδης, είτε

άνανδρη εντήρησις (11), 'πού υπέρμετρα λογιάζει

την έκβασιν — μια σκέψις, 'πού, αν την διαμοιράσης,

τέταρτον ένα φρονιμάδας περιέχει,

δειλίας τρία, — δεν ηξεύρω πώς ακόμη

ζω διά να λέγω «αυτό το πράγμα δεν εγίνη».

Κ' αιτίαν έχω να το κάμω· ουδέ μου λείπουν

θέλησις, δύναμις και μέσα. Με προτρέπουν

όσον ο κόσμος παραδείγματα μεγάλα.

Είδες; εκείνος ο στρατός τρανός, ανδρείος,

αρχηγόν έχει τρυφερό βασιλοπαίδι,

'πού, ως τον ανάφτει θεϊκή φιλοδοξία,

τ' άγνωστο τέλος αψηφά, και ό,τι έχ' η φύσις

φθαρτόν, αβέβαιο, το προβάλλ' εις όσα η τύχη,

ο κίνδυνος τολμούν και ο θάνατος· και μόνον

δι' έν' αυγόφλουδο! Δεν είναι αλήθεια μέγας

οποίος κινείται χωρίς μέγαν να 'χη λόγον,

αλλ' όποιος, όταν παίζεται η τιμή του, ευρίσκει

και εις έν' άχυρο αφορμήν να πολεμήση.

Κ' εγώ τι γίνομαι; Εφονεύθη μου ο πατέρας,

μού ατιμάσθ' η μητέρα, αιτίαις να μου ανάψουν

αίμα και νουν, κ' εγ' όλα να κοιμώνται αφίνω,

έτοιμον ενώ βλέπω, ωσάν να με ονειδίζη,

χιλιάδων είκοσι τον θάνατον εμπρός μου,

'πού, γελασμένοι από λαμπρό φάντασμα φήμης,

'ς τους τάφους των πηγαίνουν ως να ήσαν κλίναις,

χάριν μιας σπιθαμής, οπού δεν δίδει τόπον

'ς τα πλήθη αυτά ν' αγωνισθούν διά να διαλύσουν

την διαφοράν τους, και αρκετός δεν είναι λάκκος

τα λείψανά τους όλα μέσα του να κρύψη.

Αν 'ς το εξής των λογισμών μου όλα τα βάθη

δεν είναι φονικά, θα ειπώ 'πού ο νους μου εχάθη.

[Εξέρχεται.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΕΛΣΙΝΟΡΗ. Δωμάτων εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΡΑΤΙΟΣ και ένας ΕΥΓΕΝΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Δεν θα της ομιλήσω.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ανησυχεί, τωόντι

έξω φρενών· καθείς το πάθημά της πρέπει

να σπλαχνισθή.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Τι θέλει;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Συχνομελετάει

τον πατέρα της· λέγει πως, καθώς ακούει,

ο κόσμος είναι πλάνος· βόγγει και κτυπιέται

εις την καρδίαν· κακιωμένη από σιμά της,

άχυρα (12) διώχνει· λόγι' αμφίβολα προφέρει

με νόημα μισό· δεν είν' η ομιλιά της

τίποτε, αλλά, και ακατασκεύαστη όπως είναι,

φέρν' εις διαλογισμούς εκείνον οπού ακούει·

καθένας την σπουδάζει και ταις λέξες όλαις (13)

διορθόνει να ταιριάσουν με τους στοχασμούς του·

και ως αυτή νεύει και κουνεί την κεφαλήν της,

και όπως χειρονομεί, καθείς βάζει 'ς τον νουν του

πως δύναται απ' αυτά να νοηθή κανένα,

αν και όχι φανερό, δυστύχημα μεγάλο,

Θα ήταν καλό να ομιληθή, μήπως γεννήση

ολέθριαις εικασίαις εις το πνεύμα εκείνων

οπού και μόνοι πλάθουν το κακό.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Ας έλθη.

[Εξέρχεται ΕΥΓΕΝΗΣ

[Μόνη της] Ωιμέ! καθώς συμβαίν' εις ένοχην καρδίαν,

κάθε σκιά μου προλογίζει δυστυχίαν·

τόσο άτεχν' υποψία πλημμυρεί το κρίμα,

ώστε από φόβον μη το χύσουν κάμνει χύμα.

Εισέρχονται ΕΥΓΕΝΗΣ και ΟΦΗΛΙΑ

ΟΦΗΛΙΑ

Πού είναι η ωραία χάρις της Δανιμαρκίας;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Λοιπόν, Οφηλία;

ΟΦΗΛΙΑ [Τραγουδά]

(14)_«'Σ τους άλλους μέσ', αγάπη μου,

πώς θα σε ξεχωρίσω; —»

«Όταν με στρειδοκόλλητο

σκιάδι σού προβάλη,

και με τα σανδαλάκια του

και με το δεκανίκι»._

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Ωιμέ! γλυκειά μου κόρη, τ' άσμα σου τι λέγει;

ΟΦΗΛΙΑ

Πιστεύετε; Όχι, όχι· παρακαλώ, προσέχετε·

[Τραγουδά] Κυρά μου, εσβύσθηκε

απεθαμένος·

επήγε, απέθανε

ο στεναγμένος·

τώχουν προσκέφαλο

χλωρό σβωλάρι,

του βάλαν πρόσποδα

ψυχρό λιθάρι.

Ω! ω!

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αλλά, Οφηλία, —

ΟΦΗΛΙΑ

Παρακαλώ, προσέχετε·

[Τραγουδά] _Άσπρο 'σάν βουνήσιο χιόνι

τον τυλίζει το σινδόνι,_

Εισέρχεται ΒΑΣΙΛΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αλοίμονον! κύττα εδώ, Κύριέ μου.

ΟΦΗΛΙΑ [Τραγουδά]

_όλο μ' άνθη ευωδιασμένα,

'πού κατέβηκαν 'ς το μνήμα

όλα γλυκοποτισμένα

από αγνής αγάπης κύμα_.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Πώς είσαι, χαριτωμένη Κυρία;

ΟΦΗΛΙΑ

Καλά, έτσι ο Θεός να σας γίνη ίλεος! Λέγουν ότι η κου-

κουβάγια ήταν ενός (15) ψωμά θυγατέρα, Θεέ μου! γνωρί-

ζομε τι είμεθα, αλλά δεν γνωρίζομε τι τυχαίνει να γίνωμε.

Ο Θεός να ευλογήση το τραπέζι σας.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

[Μόνος του] Έβαλε 'ς τον νουν της τον πατέρα της.

ΟΦΗΛΙΑ

Σας παρακαλώ να μη γίνη λόγος δι' αυτό· αλλ' εάν ερω-

τηθήτε τι δηλοί, ειπέτε τούτο·

[Τραγουδά] _«Του (16) αγίου Βαλεντίνου την ημέρα,

αύριο, μόλις ο ουρανός ροδίση,

εις το παράθυρό σου περιστέρα

θα έλθη, ομορφονειέ, να σε ξυπνήση.»

Ήλθε με της αυγούλας τ' αεράκι,

και ο νέος της επήρ' ένα φιλάκι._

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Χαριτωμένη Οφηλία!

ΟΦΗΛΙΑ

Τωόντι, ιδέ· χωρίς να κάμω όρκον, θα βάλω το τέλος·

[Τραγουδά] _«Μα τον Θεόν, είν' εντροπή μεγάλη·

παίρνουν εύκολ', αν εύρουν, τώρα οι νέοι·

πριν με φιλήση, μου 'πε θα μου βάλη

τα στέφανα, και τώρα το ξελέει.»-_

Εκείνος απαντά·

_«Τον λόγον θα κρατούσα, μα την νειότη,

αν το φιλί δεν μου ζητούσες πρώτη.»_

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Πόσον καιρόν ευρίσκεται εις αυτήν την κατάστασιν;

ΟΦΗΛΙΑ

Ελπίζω ότι όλα θα διορθωθούν. Πρέπει να έχωμε υπο-

μονήν· αλλά πώς να κρατήσω τα δάκρυα όταν συλλογί-

ζωμαι ότι θα τον έβαλαν μέσα εις το κρύο χώμα; Ο αδελ-

φός μου θα το μάθη. Ιδού, σας ευχαριστώ διά την καλήν

σας συμβουλήν. — Ε! το αμάξι μου! — Νύκτα σας καλή,

Κυρίαις χαριτωμέναις· Κυρίαις, καλή νύκτα· καλή σας

νύκτα, καλή σας νύκτα.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Κατόπι της, παρακαλώ, και φύλαξέ την

[Εξέρχεται ΟΡΑΤΙΟΣ

προσεκτικά. Την έχει, ωιμένα! φαρμακώση

πόνος βαθύς· όλ' απ' τον θάνατον πηγάζουν

του πατρός της· και ιδέ, Γελτρούδη μου, ω Γελτρούδη!

όχι μοναίς, αλλά πυκναίς, ως λεγεώνες,

έρχονται η θλίψες! του πατρός της πρώτα ο φόνος,

κατόπιν η φυγή του υιού σου, — και δικαίως

τον εξώρισ' εδώθε τ' άγριο κίνημά του —

αναβρασμός εις τον λαόν, 'πού βουρκωμένος

πονηρά συλλογιέται, κρυφομουρμουρίζει,

από την ώραν οπού ο θάνατος εγνώσθη

του καλού Πολωνίου· κ' ήταν μέγα λάθος

να ταφή μυστικώς· η δύστυχη Οφηλία

από τον εαυτόν της χωρισμένη, δίχως

τον ωραίον της νουν, — και όταν αυτό μας λείψη

'σάν ζωγραφίσματ' απομένομε ή 'σάν κτήνη· —

κ' ύστερο απ' όλα, και βαρύτερο από τ' άλλα,

ο αδελφός της ήλθεν από την Γαλλίαν

κρυφά, κ' έχει τροφήν (17) την απορίαν, μέσα

'ς τα σύννεφα κλεισμένος, και άνθρωποι δεν λείπουν,

'πού με φαρμακωμένα λόγια του εικονίζουν

το τέλος του πατρός του^ και η συκοφαντία

ποσώς δεν θα διστάση, 'ς την ανέχειάν της,

εις του κόσμου τ' αυτιά να μας αδικοβάλη.

Ω γλυκειά μου Γελτρούδη, αυτό με θανατόνει,

ως μηχανή 'πού περισσούς κροτεί θανάτους.

[Θόρυβος από μέσα]

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Ωιμέ, τι θόρυβος;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Πού είναι οι φύλακές μου;

την θύραν ας φρουρήσουν.

Εισέρχεται ένας ΕΥΓΕΝΗΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τι 'ναι;

ΕΥΓΕΝΗΣ

Σεβαστέ μου

Κύριε, να φυλαχθής· τα πέλαγο, αν πηδάει

τα όρια του, με ορμήν τόσην δεν κατατρώγει

το περιγιάλι, μ' όσην βίαν ο Λαέρτης

μ' ανταρτών πλήθος τους φρουρούς σου στρώνει κάτω.

Αυτόν ο όχλος ονομάζει κύριόν του·

και ωσάν ο κόσμος τώρα να 'μελλε ν' αρχίση,

και να λησμονηθούν συνήθεια και αρχαιότης,

'πού κάθε λόγον βεβαιόνουν και στηρίζουν,

φωνάζουν· «Ο Εκλεκτός μας! θα 'ναι βασιλέας

ο Λαέρτης!» και σκούφοι, χέρια, γλώσσαις, όλα

έως τον θόλον τ' ουρανού τον ήχον στέλνουν·

«Θα 'ναι ο Λαέρτης βασιλέας, ο Λαέρτης!»

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Πόσο (18) αλυκτούν φαιδροί 'ς το ψεύτικο κυνήγι!

Το χνάρι εχάσετε, σκυλιά, Δανοί προδόταις!

[Θόρυβος από μέσα]

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ταις θύραις σπάσαν.

Εισέρχεται ΛΑΕΡΤΗΣ ωπλισμένος, ΔΑΝΟΙ κατόπι του.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Πού 'ναι ο Βασιλέας; — Κύριοι,

σεις όλοι μείνετ' έξω.

ΔΑΝΟΙ

Θε να μας αφήσης

να εμπούμε.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μη με ακολουθήτε, αν μ' αγαπάτε.

ΔΑΝΟΙ

Σε υπακούμε. [Αποσύρονται]

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ευχαριστώ σας· να κρατήτε

την θύραν. — Βασιλειά ξεντροπιασμένε, δος μου

τον πατέρα μου!

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αγάλι, αγαπητέ Λαέρτη

ΛΑΕΡΤΗΣ

Αίματος στάλ' αν ησυχάζη με κηρύττει

νόθον, μου λέγει ξεχασμένον τον πατέρα,

και το αγνό της μητρός μου μέτωπο πυρόνει

'ς το μεσόφρυδο, εδώ, με βούλλαν ατιμίας.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Διατί, Λαέρτη, τόσο γιγαντώδες σχήμα

η ανταρσία σου επήρεν; — Άφησε (19) να κάμη,

Γελτρούδη, και διά μας μη φοβηθής· η Χάρις

τόσο φρουρεί τους βασιλείς, 'πού η προδοσία

μόνον από μακράν προσβλέπει 'ς τον σκοπόν της

και δεν τον εκτελεί. — Λαέρτη, τώρα ειπέ μου,

διατί 'σαι τόσο θυμωμένος; — Συ, Γελτρούδη,

άφησε τον να κάμη. — Άνθρωπε, δεν λέγεις;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ο πατέρας μου πού 'ναι;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Απεθαμένος.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Όμως

όχι από αυτόν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Να ερωτά θα τον αφήσης

όσο θέλει.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Και πώς συνέβη ο θάνατός του;

Δεν θα με παίξουν· στέλνω μες τον μαύρον Άδην

όρκους και υποταγήν! συνείδησιν και χάριν

παραδίδω 'ς τα βάθη της φρικτής αβύσσου!

Ας κολασθώ! Μ' έχουν εις τούτο καταντήση,

οπού τον κόσμον τούτον και τον άλλον έχω

έξω από τον νουν μου· ας έλθη ό,τι και αν έλθη, θέλω

εκδίκησιν καλήν να λάβω του θανάτου

του πατρός μου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Και ποίος θα σε σταματήση;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μόνον η θέλησίς μου και όχι ο κόσμος όλος·

και ως προς τα μέσα, θα τα οικονομήσω εις τρόπον

ώστε θα υπάγω εμπρός με ολίγον.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ω καλέ μου

Λαέρτη, αν ποθείς να μάθης πώς συνέβη

του αγαπητού πατρός σου ο θάνατος, με τούτο

η εκδίκησίς σου θέλει εχθρόν ομού και φίλον,

πταίστην και αθώον ενταυτώ, να τιμωρήση;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Κανέναν άλλον, μόνον τους εχθρούς του.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Θέλεις

να τους μάθης λοιπόν;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Εις τους καλούς του φίλους

ταις αγκάλαις μου ανοίγω, και, ως ο ζωοδότης

πελεκάνος (20), 'ς αυτούς είμ' έτοιμος να δώσω

το αίμα μου τροφήν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τώρα ομιλείς, Λαέρτη,

ως αγαθός υιός και ως ευγενής τωόντι.

Ότ' είμαι αθώος του θανάτου του πατρός σου,

και ότι κατάκαρδα λυπούμαι και τον κλαίω,

τούτ' ως ίσια γραμμή 'ς τον νουν σου θα περάση

όπως το φως 'ς τον οφθαλμόν σου.

ΔΑΝΟΙ [Από μέσα]

Αφήσετέ την

να έμπη.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τι; ποια ταραχή 'ναι τούτη;

Εισέρχεται ΟΦΗΛΙΑ

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ω θέρμη (21),

τα μυαλά μου φρύξε! επτάπικρα τα δάκρυα

την αίσθησιν να κάψουν όλην των ματιών μου. —

Η τρέλλα σου, μα τον Θεόν, με τόσο βάρος

θα πλερωθή, 'πού η ζυγαριά 'ς εμάς θα κλίνη.

Ω του Μαΐου τριανταφυλλάκι! αγαπημένη

κόρη, αδελφούλα μου, γλυκύτατη Οφηλία! —

Πώς το θέλει ο Θεός η φρένες μίας νέας

θνηταίς (22) να ήναι ως η ζωή του γέρου ανθρώπου;

Τόσο (23) λεπτή 'ναι η φύσις 'ς την αγάπην, ώστε

'ς ό,τι αγαπά στέλνει κατόπι κάποιο δείγμα

πολύτιμο παρμένο από τον εαυτόν της.

ΟΦΗΛΙΑ [Τραγουδά]

_Με ξέσκεπο το πρόσωπο

'ς την νεκρικήν του κλίνη,

αλοίμονον, αλοίμονον, αλοί!

τον φέραν, και 'ς τον τάφον του

δάκρυ πολύ και θρήνοι._

Έχε υγείαν, περιστέρι μου.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τα λογικά σου αν είχες κ' ήθελε με σπρώχνης

να εκδικηθώ, δεν θα 'ταν τόσ' η δύναμίς σου.

ΟΦΗΛΙΑ

Πρέπει να τραγουδήσετ' έτσι·

_Κάτω αν τον κράξης

θα κατεβή_.

Ω! πόσο (24) του ταιριάζει τα ροδάνι· είναι ο επίβουλος οι-

κονόμος οπού έκλεψε την θυγατέρα του κυρίου του.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Το (25) μηδέν αυτό λέγει το παν.

ΟΦΗΛΙΑ

Εδώ δενδρολίβανο· είναι διά θυμητικό· να ζης, αγάπη

μου, θυμήσου με· κ' εδώ πανσέδες διά να συλλογίζεσαι.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μέσα εις την τρέλλαν νουθεσία (26), συλλογισμός και εν-

θύμησις ταιριασμένα.

ΟΦΗΛΙΑ

Συ, πάρε μάραθο (27) και πήγανο· συ, τα Πάθη (28), κ' εγώ

κρατώ ένα μέρος· ημπορούσα να τ' ονομάσω το άνθος της

Χάριτος διά την Αγίαν Ανάστασιν. Ω! συ πρέπει να κρα-

τής τα πάθη σου με κάποιαν (29) διαφοράν. Ιδού μία μαρ-

γαρίτα (30)· ήθελα να σου δώσω ολίγα γιοφύλλια (31), αλλά

εμαράθηκαν όλα, άμ' απέθανε ο πατέρας μου· λέγουν ότι

έκαμ' ένα καλό τέλος.

[Τραγουδά] _O γλυκός μου Κωνσταντίνος

είναι η μόνη μου χαρά._

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μαράζι, θλίψιν, πάθος, και τον ίδιον Άδην,

τα στρέφει όλα εις ομορφιά, χάριν και αγάπην.

ΟΦΗΛΙΑ [Τραγουδά]

_Και 'ς τον αιώνα δεν θα γυρίση;

και 'ς τον αιώνα δεν θα γυρίση;

Όχι, απέθανε, μη καρτερής,

γύρε το μνήμα σου και συ ναυρής.

Ωσάν τουλούπαις χιόνι τα γενάκια,

ωσάν σκουλί λινάρι τα μαλλάκια·

εχάθη από τον κόσμον τούτον, πάει,

και χαμένα το δάκρυ μας κυλάει·

την ψυχήν του ο Θεός να συγχωράη._

καθώς και όλων των Χριστιανών· παρακαλώ τον Θεόν να

σας γίνη ίλεος. [Εξέρχεται.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Το βλέπεις; (32) Ω Θεέ!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Λαέρτη, αν δεν μου δώσης

εις τον πόνον σου μέρος, μ' αδικείς. Τώρ' άμε,

και των φίλων, 'πού έχεις, τους φρονιμωτέρους

όποιους και αν θέλης πάρε, και όταν μας ακούσουν

ας μας κρίνουν αυτοί, και αν εύρουν 'πού 'μαι πταίστης,

είτε με το δικό μου χέρ' είτε με ξένο,

θε να σου παραδώσω το βασίλειό μου,

τον θρόνον, την ζωήν μου, και ό,τι και αν μου ανήκη,

διά να δικαιωθής· αλλ', αν με ειπούν αθώον,

στέρξε να μου χαρίσης την υπομονήν σου,

και μαζί θα εργασθούμε διά να λάβης όσην

ευχαρίστησιν πρέπει.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ας γίνη καθώς λέγεις.

Ο τρόπος του θανάτου, η σκοτεινή ταφή του,

τρόπαιον όχι, ξίφος όχι, και όχι στέμμα

'ς το λείψανό του επάνω, ουδέ πομπή καμμία,

ουδέ παράταξις τιμής, φωνάζουν τόσο

από τον ουρανόν 'ς την γην, ώστε με βιάζουν

το πράγμα να εξετάσω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Αυτό πρέπει να γίνη

και οπού το έγκλημα ευρεθή να πέσ' η αξίνη.

Τώρα, παρακαλώ σε, φίλ', έλα μαζί μου.

[Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ ΣΤ’.

Άλλο Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχονται ΟΡΑΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ

ΟΡΑΤΙΟΣ

Αυτοί, 'πού με ζητούσαν, τίνες είναι;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ναύταις,

Κύριε, — λέγουν ότι γράμματα σού φέρνουν.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ας έλθουν. — [ΥΠΗΡΕΤΗΣ εξέρχεται.

Ασπασμούς από κανένα μέρος

δεν περιμένω, ειμή του Πρίγκιπος Αμλέτου.

Εισέρχονται ΝΑΥΤΑΙΣ

Α’ ΝΑΥΤΗΣ

Κύριε, ο Θεός να σε πολυχρονίση.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Και σε ομοίως.

Α’ ΝΑΥΤΗΣ

Θα με πολυχρονίση, Κύριε, αν το θέλη. Ιδού ένα

γράμμα, Κύριε, διά σε — είναι του απεσταλμένου, οπού

ήταν κινημένος διά την Αγγλίαν, — αν αληθεύη ότι ονο-

μάζεσαι Οράτιος, καθώς μ' επληροφόρησαν.

ΟΡΑΤΙΟΣ

[Αναγινώσκει] _Οράτιε, άμα διατρέξης το γράμμα μου,

κάμε ώστε τούτοι οι άνθρωποι να παρουσιασθούν εις τον

Βασιλέα· έχουν γράμματα δι' αυτόν. Δεν είχαμε ζήση

ακόμη δυο ημερόνυκτα εις την θάλασσαν, όταν ένα πει-

ρατικό καράβι καλά αρματωμένο μας εκυνήγησε· επειδή

το καράβι μας δεν ήταν καλοθάλασσο, αναγκασθήκαμε

να ανδρειευθούμε και να πολεμήσωμε· καθώς επιασθή-

καμε, εγώ επήδησα μέσα εις το πειρατικό, κ' ευθύς εκεί-

νοι το εξεκόλλησαν από το δικό μας, κ' εγώ έμεινα μό-

νος εις τα χέρια τους. Αυτοί εφέρθηκαν προς εμέ ως

πειραταί γενναίοι· αλλά ήξευραν τι έκαμναν· εγώ θα

τους ευεργετήσω. Κάμε να λάβη ο Βασιλέας τα γράμ-

ματά μου, και συ τρέξε προς εμέ με όσην σπουδήν ήθελε

φεύγης από τον θάνατον. Έχω να σου προφέρω λόγια

οπού άμα τ' ακούσης θα μείνης άλαλος, και μ' όλον

τούτο είναι πολύ ελαφρά, αν συγκριθούν με το βάρος

της υποθέσεως. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι θέλει σε οδη-

γήσουν εκεί οπού είμαι. Ο Ροζενκράς και ο Γυιλδεν-

στέρνης εξακολουθούν το ταξείδι τους διά την Αγγλίαν·

δι' αυτούς έχω πολλά να σου ειπώ. Υγίαινε. Ο γνω-

στός σου φίλος_

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ελάτε να σας δείξω πού τα γράμματά σας

θα δώσετε, κ' ευθύς να γίνετε οδηγοί μου

να εύρωμεν εκείνον 'που σας τα 'χει δώση.

[Εξέρχονται

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Άλλο δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ και ΛΑΕΡΤΗΣ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τώρα (33) η συνείδησίς σου την απόλυσίν μου

χρεωστεί να σφραγίση, και μες την καρδιά σου

να με βάλης ως φίλον, άμα εβεβαιώθης

με τ' αυτιά σου ότι εκείνος, 'πού τον ευγενή σου

πατέρα εφόνευσεν, εμέ να θανατώση

είχε σκοπόν.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Βεβαίως, είναι αποδειγμένο.

Αλλ' ειπέ μου διατί δεν έχεις κατατρέξη

εγκλήματα ως αυτά θανάσιμα και μαύρα,

οπόταν σε ανάγκαζαν η ασφάλειά σου,

η φρόνησις και τόσα πράγματ' αλλ' ακόμη;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Είχα δυο λόγους μερικούς 'πού δεν μ' αφίναν·

θα σου φανούν ίσως μικροί, και όμως μεγάλο

έχουν δι' εμέ το βάρος· η βασίλισσά μου,

η μητέρα του, ζη και βλέπει με το φως του·

και ως προς εμέ (δεν ξεύρω πώς να τ' ονομάσω

αρετήν μου ή πληγήν), τόσο μ' αυτήν δεμένη

είναι η ζωή μου και η ψυχή, 'πού, καθώς (34) τ' άστρο

δεν κινείται ειμή μέσα εις την δικήν του σφαίραν,

κ' εγώ πνοήν δεν έχω ειμή με την πνοήν της.

Ο άλλος λόγος, 'πού μ' εμπόδιζε ν' ανοίξω

μιαν κρίσιν δημοσίαν, ήταν η μεγάλη

αγάπη, 'πού ο κοινός λαός 'ς εκείνον έχει,

ώστε τα πταίσματά του χρωματίζ' εις τρόπον,

οπού, καθώς το ξύλο (35) η βρύση αλλάζ' εις πέτραν,

ήθελε μετατρέψ' εις χάρες τα δεσμά του (36),

και 'ς την ορμήν του τόσου άνεμου τα ελαφρά μου

ακόντια θα 'σαν λυγιστά και θα εγυρίζαν

'ς το τόξο μου χωρίς να φθάσουν 'ς το σημάδι.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ένα ευγενή πατέρα ωστόσο εγώ στερούμαι,

έχω μιαν αδελφήν 'ς απελπισμένην θέσιν,

κ' η αρετή της — αν οι έπαινοι εμπορούσαν

εις ό,τι εχάθη να στραφούν — ήταν στημένη

'ς την κορυφήν της γενεάς μας, να προβάλη

με θάρρος εις τον κόσμον την εντέλειάν της.

Αλλ' η εκδίκησις θα έλθη.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Μη διά τούτο

τους ύπνους σου ταράξης· μη πιστεύσης ότι

τόσο είμασθε χοντροί και αναίσθητοι πλασμένοι,

ώστε ν' αφίνωμε (37) απ' τα γένεια να μας πιάνη

ο κίνδυνος, κ' εμείς να τό' χωμε παιγνίδι.

'Σ ολίγο (38) κάτι περισσότερο θ' ακούσης·

τον αγαπούσα τον πατέρα σου, κ' εμένα

τον ίδιον δεν μισώ, και απ' όλ' αυτά, νομίζω,

μπορείς (39) να φαντασθής, —

Εισέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

Τι τρέχει; τι 'ναι νέο;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

Γράμματ' απ' τον Αμλέτον, Κύριέ μου· τούτο

διά την Μεγαλειότητά σου και το άλλο

διά την Βασίλισσαν.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Απ' τον Αμλέτον! ποίος

τα 'φερε;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

Ναύταις, καθώς μου 'παν, Κύριέ μου·

αλλ' εγώ δεν τους είδα· ο Κλαύδιος τα 'χει λάβη

από τον κομιστήν και τα δωκε 'ς εμένα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Λαέρτη, θα τ' ακούσης. — Μόνους άφησέ μας.

[Εξέρχεται ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

[Αναγινώσκει] _Υψηλότατε και Κραταιότατε! Μάθε ότι

είμαι βγαλμένος γυμνός εις το βασίλειό σου. Αύριο θα

ζητήσω την άδειαν ν' απαντήσω τους βασιλικούς σου

οφθαλμούς· θα σε παρακαλέσω ταπεινώς ν' ακούσης τα

περιστατικά 'πού έφεραν την έξαφνην και τόσο θαυμα-

στήν επιστροφήν μου_.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τι να σημαίνη τούτο; Επέστρεψαν κ' οι άλλοι;

Μη τάχα υπάρχη δόλος κ' είναι τούτο μύθος;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Το χέρι το γνωρίζεις;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Είναι ο χαρακτήρας

του Αμλέτου· «γυμνός!» κ' εδώ κάτω προσθέτει

«μόνος» — δεν με βοηθείς;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Κύριε, τον νουν μου χάνω.

Όμως ας έλθη· τούτ' η άρρωστη καρδιά μου

μέσα ζεσταίνεται, 'πού θα τον ανταμώσω,

και θα του ειπώ· «Συ τούτο μώκαμες».

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Λαέρτη,

εάν (40) το πράγμα τρέχει ως τρέχει, — κ' είναι ακόμη

αμφιβολία; — στέργεις οδηγόν να μ' έχης;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ναι, Κύριέ μου, αρκεί να μη με οδηγήσης

εις την ειρήνην.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

'Σ την ειρήνην της ψυχής σου.

Αν εγύρισε τώρα και απεστράφη τούτο

τα ταξείδι, ουδέ θέλει να το κάμη πλέον,

θε να τον σπρώξω εγώ να επιχειρήση αγώνα

κάποιον, 'πού ωρίμασεν ο νους μου, και όπου θαύρη

τον εξολοθρευμόν του αφεύκτως, και ουδέ χείλος

γογγυσμόν θε να βγάλη διά τον θάνατόν του,

και το μηχάνημα ποσώς δεν θα νοήση

μήτε η μητέρα, και θα ειπή πώς πταί' η Τύχη.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Με ζήλον θα σ' ακολουθήσω, Κύριέ μου,

αν να οργανίσης ημπορούσες όλα εις τρόπον

ώστε να γίν' ο εκτελεστής εγώ.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Το πράγμα

συντρέχει θαυμαστά! Εις τον καιρόν 'πού ήσουν

'ς την ξενιτειά, πολλαίς φοραίς έγινε λόγος

'ς τον Αμλέτον εμπρός δι' ένα χάρισμά σου,

'πού εξόχως, λέγουν, σε στολίζει· και αυτό μόνο

τον φθόνον του εκινούσεν, όσο δεν μπορούσαν

όλα σου τ' άλλα προτερήματα ενωμένα,

αν κ' είναι, ως εγώ κρίνω, το μικρότερό σου.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τι πράγμα, Κύριε;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

'Σ της νεότητος τον σκούφον

απλό γαϊτάνι, και όμως χρήσιμο στολίδι·

ότ' η φαιδρή και αμελημένη ενδυμασία

'πού η νεότης φορεί, την χάριν της αυξαίνει,

καθώς η γούνα και τα μαύρα ρούχα δίδουν

υγείαν κ' ήθος σοβαρό του ωρίμου ανθρώπου.

Είναι δυο μήνες, κάποιος εδώ πέρα ευρέθη

ευγενής Νορμανδός· — εγώ τους Γάλλους είδα

κ' εναντίον τους έχω υπηρετήση· ξεύρω

πόσο λαμπρά 'ς τ' άλογο στέκουν· αλλ' ο νέος

πως είχε μαγικά θαρρούσες· φυτεμένος

'ς την σέλλαν έδειχνεν αυτός, και το γενναίο

τετράποδον εις τόσα θαυμαστά και ωραία

κινήματα ωδηγούσε, οπού τα δυο κορμιά τους

και η δυο ψυχαίς ακόμη εφαίνοντο ενωμένα,

και όσα παιγνίδια και μορφαίς και αν ημπορούσε

να πλάση ο νους μου, εμέναν όλα οπίσω απ' ό,τι

εκατόρθον' εκείνος.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Νορμανδός δεν ήταν;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ναι, Νορμανδός.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Είναι ο Λαμόνδος, 'ς την ζωήν μου!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Μάλιστ', αυτός.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Καλά τον ξεύρω, και τωόντι

εις το γένος του λάμπει ως πρώτος μαργαρίτης.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Την αξιότητά σου ωμολογούσε εις όλους·

και 'ς την περιγραφήν της τέχνης, οπού εξέχεις,

της οπλασκίας, κ' εξαιρέτως του σπαθιού σου,

εκήρυττε πως θαύμα το 'χε να ημπορούσε

άλλος με σε να συγκριθή· κ' έκαμνεν όρκον

'πού, αντίπαλον αν σ' είχαν, ως και οι ξιφομάχοι

του γένους του θα έχαναν όσην τέχνην έχουν

εις την ορμήν, εις την προφύλαξιν, 'ς το μάτι.

Τούτ' η περιγραφή του, Κύριε, τον Αμλέτον

έκαυσε τόσο με του φθόνου το φαρμάκι,

ώστ' άλλο δεν παρακαλούσε ειμή να φθάσης

πάλιν εδώ κ' ευθύς να μετρηθή με σένα.

Τώρα με τούτο —

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τι με τούτο, Κύριέ μου;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Είχες αγάπην, ω Λαέρτη, του πατρός σου;

ή μήπως είναι μόνον λύπης ζωγραφιά,

θωριά χωρίς καρδιά;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τι το ερωτάς;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Δεν λέγω

πως του πατρός σου αγάπην συ δεν είχες· όμως

γνωρίζω πως με τον καιρόν (41) γεννάτ' η αγάπη,

και πάλιν βλέπω τον καιρόν να μετριάζη

του αισθήματος το πυρ εις την δοκιμασίαν.

Αυτού 'ς την φλόγα της αγάπης μέσα υπάρχει

κάτι ωσάν φτίλ' ή ωσάν στουππί, που την χωνεύει·

πράγμα 'ς την ίδιαν στάσιν του καλού δεν μένει,

διότι το καλό, 'ς την κορυφήν του αν φθάση,

απ' την υπερβολήν του πρέπει ν' αποθάνη.

Ό,τι να πράξης θέλεις πρέπει να το πράξης

όταν το θέλης· ότι αυτό το «θέλω» πάσχει

μεταλλαγαίς, αναβολαίς κ' εμπόδια τόσα,

όσα 'ναι χείλη, χέρια και συμβάντα εμπρός του·

ώστ' εκείνο το «πρέπει» στεναγμόν (42) ομοιάζει,

'πού με τα ανάσαμά του βλάπτει· αλλά 'ς την ρίζαν

της πληγής μας· ο Αμλέτος, βλέπεις, επανήλθε·

συ τι θα επιχειρούσες διά να δείξης, όχι

με λόγια, μ' έργα, 'πού 'σαι του πατρός σου γόνος;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μες τ' Άγιο Βήμα να τον σφάξω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ναι, τωόντι,

τόπος, ουδ' ιερός, δεν πρέπει να φυλάξη

δολοφόνον· να έχ' η εκδίκησις δεν πρέπει

περιορισμόν· αλλ' αν, Λαέρτη, αυτό θα κάμης,

πρέπει κλειστός να μείνης 'ς το δωμάτιόν σου.

Ο Αμλέτος άμα φθάση θέλει μάθη ότ' είσαι

εις την πατρίδα· ωστόσο εμείς θα βάλωμ' άλλους

να σε υπερεπαινούν και στίλβωμα να δίδουν

διπλό 'ς την φήμην, οπού ο Γάλλος σώχει κάμη·

θέλει σας φέρουν 'ς τον αγώνα· θέλει βάλουν

στοιχήματα, και αυτός, αστόχαστος, γενναίος,

οπού ποσώς δεν βάζει δόλον εις τον νουν του,

δεν θα εξετάση τα σπαθιά, και συ με τέχνην

έν' ακούμπωτο παίρνεις, κ' έπειτα 'ς την μάχην

μ' εκείνο τον περνάς, εκδίκησιν να λάβης

διά τον πατέρα σου.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Θα γίνη, και διά τούτο

θ' αλείψω το σπαθί μου· αγορασμένην έχω

από αγύρτην αλοιφήν θανατηφόρον,

ώστε κοπίδα 'πού 'ς αυτήν βουτήση μόλις,

αν ένα μέρος αιματώση δεν υπάρχει

κατάπλασμα εκλεκτό πλασμένο απ' όσα τρέφει

βότανα το φεγγάρι, να ημπορή να σώση

από τον θάνατον το σώμα, 'πού εχαράχθη

καν ελαφρά. Κ' εγώ μ' εκείνην την πανούκλαν

θα χρίσω το σπαθί μου, και άμεσον θα φέρη

τον θάνατον, και αν μόνον ξώδερμα τον πάρω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Το πράγμα πρέπει να εξετάσωμεν ακόμη·

να ιδούμε ποιος αρμόζει τρόπος 'ς τον σκοπόν μας,

ποια μέσα, ποιος καιρός· αν τούτο θ' αποτύχη

κ' η εκτέλεσις κακή το σχέδιο μας προδώση,

κάλλιο αρχή να μη γίνη· και δι' αυτόν τον λόγον

το στρατήγημα τούτο πρέπει να 'χη οπίσω

δεύτερο 'πού να στέκη ολόρθο, αν ξεθυμάνη

το πρώτο μες την δοκιμήν. — Γειά! στάσου — αγάλι!

στοίχημα επίσημο 'ς την τέχνην σας επάνω

θα κηρύξωμ' εμείς· — το ηύρα! — μες την ώραν

οπού ζεστοί, φρυγμένοι θα 'σθε απ' τον αγώνα

(κ' επίτηδες γοργά συ θα κινής τα ξίφος),

και αυτός να πιή ζητήση, θα' χω ετοιμασμένο

ποτήρι, οπού, και αν τύχη την φαρμακωμένην

κεντιά σου να ξεφύγη αυτός, αρκεί να πάρη

μιαν ρουφησιά κ' επίτυχε ο σκοπός μας. — Στάσου!

Τι θόρυβος;

Έρχεται ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Βασίλισσά μου, τι συμβαίνει;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Μια συμφορά πατεί κατάφτερνα την άλλην,

τόσο έρχονται γοργά. — Λαέρτ', η αδελφή σου

επνίγη.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Επνίγη! Ω! πού;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

'Σ ένα ρυάκι επάνω

ιτιά γυρμένη τα χλωμά της φύλλα δείχνει

μες τον καθρέφτην του νερού 'πού αγάλι ρέει·

έφερε η κόρη αυτού φανταστικά στεφάνια

από τσουκνίδαις, χρυσολούλουδα και κρίνα,

και από τα κόκκιν' άνθη, 'πού οι βοσκοί διακρίνουν

μ' επίθετο χοντρό, και 'πού η ψυχραίς παρθέναις

τα λέγουν δάκτυλα νεκρών· και ως προσπαθούσε

αυτού σκαρφαλωμένη τα πλεκτά της άνθη

'ς τα κλωνάρια, 'πού έκλιναν, να κρεμάση, εκόπη

έν' άσπλαχνο κλαδί, και αυτή με τα χλωρά της

τρόπαια πέφτει 'ς το ποτάμι οπού την κλαίει.

Το απλομένο φόρεμά της την βαστούσε

επάν' ως νύμφην του νερού, κ' εκείνη ωστόσο

άσματα παλαιά κομμένα ετραγουδούσε,

ως αίσθησιν της συμφοράς της να μην είχε,

ή ωσάν πλάσμα εκ γενετής του μαθημένο

'ς εκείνο το στοιχείον· αλλ' αγάλι, αγάλι

ποτισμένα βάρυναν τα φορέματά της,

και την δυστυχισμένην κόρην κάτω εσύραν

απ' το γλυκό της άσμα εις βουρκωμένο μνήμα.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Αλοίμονον! λοιπόν επνίγη;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Επνίγη, επνίγη.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τόσον έχεις νερό, καϋμένη μου Οφηλία,

ώστε τα δάκρυα μου να ρεύσουν δεν θ' αφήσω

Όμως η φύσις θέλει το δικαίωμά της,

κ' η εντροπή δεν ημπορεί να την κρατήση·

με τούτ', άμα στερέψουν, θέλει φύγη ό,τ' είναι

γυναίκει' αδυναμία. Κύριέ μου, χαίρε·

γλώσσαν είχα πυρός, 'πού ν' αναδώση φλόγα

ήθελε, αλλά την πνίγει τούτ' (43) η ανοησία.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Γελτρούδη μου, κατόπιν ας του πάμε· πόσο

είχα κοπιάση να ημερώσω την οργήν του!

Τώρα φοβούμαι μήπως την ξυπνήση τούτη

η αφορμή· λοιπόν κατόπιν ας του πάμε. [Εξέρχονται.

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ. Εισέρχονται δύο ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΑΙΣ

με δίκοπαις κλ.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Γίνεται να δοθή χριστιανική ταφή εκείνης, οπού θελη-

ματικώς ηθέλησε να σωθή; (1)

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Γίνεται, σου λέγω· σκάψε της λοιπόν ογλήγορα τον λάκ-

κον· ο βασιλικός κριτής εκάθισε να την κρίνη κ' ευρίσκει

ότι τούτος ο ενταφιασμός είναι χριστιανικός.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Πώς γίνεται αυτό; εκτός αν αυτή επήγε να πνιγή διά

να υπερασπίση τον εαυτόν της.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Έλα τώρα, αυτό ηύραν.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Πρέπει εξ ανάγκης να ήταν εις θέσιν προσβολής του

εαυτού της, — διαφορετικά δεν γίνεται· διότι ιδού πώς

στέκει το πράγμα· αν εγώ 'ξάργου πηγαίνω να πνιγώ,

τούτο αποδείχνει μίαν πράξιν, και η πράξις (2) έχει κλάδους

τρεις· πράξιν, ενέργειαν, εκτέλεσιν· αραγούν αυτή 'ξάργου

επήγε να πνιγή.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Καλά, μόν' άκουσε, αγαθέ μου σκαφτιά.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Άσε με να ομιλήσω· εδώ είναι το νερό· εξαίρετα· εδώ

στέκει ο άνθρωπος· εξαίρετα· αν ο άνθρωπος πηγαίνη προς

τούτο το νερό και πνιγή, τούτο πάει να ειπή ότι, θέλει δεν

θέλει, επήγε· αυτό να σημειώσης· αλλ' αν το νερό πηγαίνη

προς αυτόν και τον πνίξη, τότε δεν πνίγει αυτός τον εαυ-

τον του· αραγούν οποίος δεν είναι πταίστης διά τον θάνα-

τον του, εκείνος δεν συντομεύει την ζωήν του.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Αλλ' αυτός είναι ο νόμος;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Βεβαιότατα, είναι του βασιλικού κριτού ο νόμος.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Θέλεις να πιάσης την αλήθειαν; Αν αυτή δεν ήταν αρ-

χοντοπούλα, θα την έθαπταν έξω από τον τόπον των Χρι-

στιανών.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ναι, τώρα ωμίλησες σωστά· και είναι τωόντι αμαρτία,

οι τρανοί εις τούτον τον κόσμον να έχουν θάρρος να πνί-

γωνται και να κρεμιώνται, περισσότερο παρά οι εις Χρι-

στόν αδελφοί των. — Κόπιασε, δίκοπή μου. Άλλοι άρ-

χοντες αρχαίοι δεν είναι παρά οι κηπουροί, οι σκαφτιάδες

και οι νεκροθάπταις· κρατούν ακόμη την επιστήμην του

Αδάμ.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ήταν άρχοντας ο Αδάμ;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ήταν ο πρώτος οπού εφόρεσεν άρματα.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Καλέ, δεν είχε άρματα.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Τι; είσαι αβάπτιστος; Πώς εννοείς την Αγίαν Γραφήν;

η Αγία Γραφή μας λέγει «ο Αδάμ έσκαπτε»· χωρίς άρ-

ματα ημπορούσε να σκάπτη; Θα σου βάλω και ένα άλλο

ζήτημα· εάν δεν μου δώσης σωστήν απόκρισιν, τότε εξο-

μολογήσου (3) πρώτα και —

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Λέγε λοιπόν.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ποίος είναι εκείνος οπού οικοδομεί στερεώτερα και από

τον κτίστην, και από τον ναυπηγόν και από τον ξυλουργόν;

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ο κρεμαλοφτειάστης· διότι εκείν' η οικοδομή, και χι-

λιάδαις ανθρώπους αν φιλοξενήση, όλους τους τρώγει.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Μα την πίστιν μου, το πνεύμα σου μ' αρέσει· καλή

είναι η κρεμάλα· αλλά πώς καλή; καλή δι' αυτούς οπού

κάμνουν το κακό· τώρα συ κάμνεις κακά να λέγης ότι η

κρεμάλα είναι κτίσμα στερεώτερο από την εκκλησίαν· αρα-

γούν η κρεμάλα είναι καλή διά σε. Εις το προκείμενο πάλι·

εμπρός.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

«Ποίος (4) είναι εκείνος οπού οικοδομεί στερεώτερα και

από τον κτίστην, και από τον ναυπηγόν και από τον ξυ-

λουργόν;»

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Έλα, ειπέ μου αυτό, και κατόπι (5) λύσε το ζευγάρι σου.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Μα τον Θεόν, τώρα το εύρηκα.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Εμπρός λοιπόν.

Β’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Μα το βάπτισμα, δεν το εύρηκα· μου έφυγε.

Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ και ΟΡΑΤΙΟΣ εις απόστασιν.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Μη στραγγίζης περισσότερο το μυαλό σου μ' αυτό· τ'

οκνό σου γαϊδούρι, όσο και αν το ξυλοκοπάς, δεν αλλάζει

το πάτημά του και αν σε ξαναερωτήση κανείς, αποκρίσου·

ο νεκροθάπτης· τα σπίτια οπού κατασκευάζει εκείνος κρα-

τούν έως την ημέραν της Κρίσεως. Έλα πήγαινε εις το

καπηλειό και φέρε μου ένα γυαλί ρακή.

[Εξέρχεται Β' ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

[Σκάπτει και τραγουδά]

_Ω πόσον ήταν ιλαρός (6)

της νειότης μου ο καλός καιρός,

οπ' αγαπούσα!

Με την αγάπην 'ς την ψυχήν,

με την αγάπην μοναχήν,

γλυκοπερνούσα._

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν έχει αυτός ο άνθρωπος αίσθησιν απ' ό,τι κάμνει, και

τραγουδά ενώ σκάπτει τάφον;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Τόσο εσυνήθισε ώστε αυτή η εργασία του έγινε φυσική

και εύκολη.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αυτό είναι· το χέρι (7) όσο ολιγώτερο εργάζεται τόσο

τρυφερώτερα αισθάνεται.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ [Τραγουδά]

_Αλλά με κλεφτοπάτημα, τρεκλίζοντας οπίσω,

το γήρας αχ! μ' επρόφθασε χωρίς να το νοήσω,

μ' άρπαξε από τον κούτικα με τα παληονυχά του

και 'ς το καράβι μ' έρριξε 'πού είναι του θανάτου._

[Ρίχνει έξω ένα κρανίον]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εκείνο το καύκαλο μια φορά είχε γλώσσαν μέσα του,

και ημπορούσε να τραγουδά· κύττα πώς εκείνος ο κακούρ-

γος το πετά κατά γης ως να ήταν το σαγονοκόκκαλο του

Κάιν, οπού έκαμε τον πρώτον φόνον! Ίσως ενδέχεται να

ήταν η κεφαλή κανενός διπλωμάτη, και τούτος ο γάιδαρος

τώρα τον καταδυναστεύει, — ανθρώπου ικανού να περι-

πλέξη και τον Θεόν, — δεν ενδέχεται;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ενδέχεται, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ή κανενός αυλικού, οπού εσυνηθούσε να λέγη· «Καλή

σας ημέρα, γλυκέ μου Κύριε! Πώς είσθε, αγαθέ μου Κύ-

ριε;» Τούτος ενδέχεται να ήταν ο Κύριος Δείνα, οπού

επαινούσε τα πουλάρι του Κυρίου Δείνα, ενώ είχε σκοπόν

να το ζητήση· δεν ενδέχεται;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Μάλιστα, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ακριβώς αυτό· και τώρα είναι της Κυράς Σκουλήκας,

άσαρκος, και κτυπημένα τα κατακλείδια του από την δί-

κοπην ενός νεκροθάπτη! Ε! ωραίο αναποδογύρισμα οπού

συμβαίνει εδώ, αν είχαμε μάτια να το βλέπωμε! Τόσο

ολίγο άξιζαν να μορφωθούν τούτα τα κόκκαλα, ώστε να

μη χρησιμεύουν εις άλλο ειμή να (8) παίζουν με αυτά ταις

αμάδαις; Μου πονούν τα δικά μου, ενώ το συλλογίζομαι.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ [Τραγουδά]

_Φτυάρια, δουλεύτε, και τσαπιά,

για τον σαβανωμένον·

την γην ανοίξετε βαθυά·

τον σκότους είναι η κατοικιά

καλή για τέτοιον ξένον._

[Ρίχνει ένα άλλο κρανίον]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εδώ έχομε ένα άλλο· διατί αυτό να μην είναι το καύ-

καλο ενός δικηγόρου; Πού είναι τώρα η ακριβολογίαις του,

η λεπτολογίαις του, τα προηγούμενά του, τα κατοχικά

του ζητήματα και τα σοφίσματά του; Πώς υποφέρει τώρα

να του κοπανίζη το κεφάλι τούτος ο κακούργος μ' ένα βρώ-

μιο φτυάρι, και δεν του κάμνει μήνυσιν διά σωματικά

τραύματα; Ουφ! Τούτος πάλιν ήταν ίσως εις τον καιρόν

του αγοραστής πολλής γης, με τα προκαταρκτικά έγγραφά

του, με τα ομόλογά του, με τα αποξενωτικά δικαιόγραφά

του, με ταις διπλαίς ασφάλειαίς του, με ταις εξαγοραίς

του· τούτ' είναι η αποξένωσις των αποξενώσεων του, η εξα-

γορά των εξαγορών του, το εκλεκτό του καύκαλο να φιλο-

ξενή ξένην εκλεκτήν βρώμα; η ασφάλειαίς του, και δι-

πλαίς μάλιστα, δεν του ασφαλίζουν, απ' όλα του τα απο-

κτήματα, διάστημα γης κάτι μεγαλήτερο από το μάκρος

και τα πλάτος μιας διπλογραφημένης συμφωνίας; Τα κτη-

ματικά του δικαιόγραφα μόλις θα εχωρούσαν μέσα εις τούτο

το κιβώτιον, και ο ιδιοκτήτης δεν έπρεπε να πιάνη αυτός

κάτι περισσότερον τόπον; Α!

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ουδέ ένα ιώτα περισσότερο, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Η περγαμηνή δεν γίνεται από τραγοτόμαρο;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Μάλιστα, Κύριέ μου, και από βωδοτόμαρο ακόμη.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ειπέ ότι είναι τράγοι και βώδια όσοι νομίζουν πως με

αυτήν ασφαλίζονται. — Θα ομιλήσω αυτού του ανθρώ-

που. — Τίνος είναι ο τάφος, άνθρωπε;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Δικός μου, Κύριε.

[Τραγουδά] _Την γην ανοίξετε βαθυά·

του σκότους είναι, η κατοικιά

καλή για τέτοιον ξένον_.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πραγματικώς δικός σου είναι, όσο στέκεσαι αυτού μέσα.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Συ στέκεσ' έξω, Κύριε, και επομένως δεν είναι δικός

σου· εγώ στέκομαι μέσα, και, μ' όλον ότι δεν κείτομαι δί-

πλα, όμως είναι δικός μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αν δεν κείτεσαι δίπλα, όμως διπλά ομιλείς, όταν λέ-

γης ότι είναι δικός σου, αλλ' όχι διότι τώρα στέκεσαι μέσα·

αυτά είναι διά τους απεθαμένους, όχι διά τους ζωντανούς·

άρα είπες ψέμα.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Και ψέμα ζωντανό τόσο 'πού από εμέ πετά να εύρη σε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ποίου τον λάκκον σκάπτεις;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Κανενός, Κύριε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ποίας λοιπόν;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Κανενός και καμμίας.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ποίος θα ενταφιασθή λοιπόν;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ένα τι οπού ήταν γυναίκα, Κύριέ μου, αλλά — ο Θεός

να αναπαύση την ψυχήν της — απέθανε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Είδες ο κατεργάρης πώς σου σχίζει την τρίχα! πρέπει

να ομιλούμε με το νυ και με το σίγμα, ειδεμή μας ξεκά-

μνουν με την αμφιλογίαν. Οράτιε, μα τον Θεόν, το έχω

παρατηρήση, εις αυτά τα τρία ύστερα χρόνια, ο κόσμος

ετροχίσθη τόσον ώστε ο χωρικός πατεί την πτέρναν του

αυλικού, και του γδέρνει την χιονίστραν. — Πόσον καιρόν

έχεις νεκροθάπτης;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Απ' όσαις ημέραις έχει ο χρόνος, εμπήκα εις αυτήν την

τέχνην την ημέραν οπού ο μακαρίτης βασιλέας Αμλέτος

ενίκησε τον Φορτιμπράς.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πόσος καιρός είναι από τότε;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Δεν το συμπεραίνεις; και ένας μωρός ημπορεί να το

συμπεράνη· είναι σωστά σωστά η ημέρα οπού εγεννήθη

ο Αμλέτος ο νέος, αυτός οπού ετρελλάθη και τον έστει-

λαν εις την Αγγλίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ε! καλό. Και διατί τον έστειλαν εις την Αγγλίαν;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Διότι ήταν τρελλός· εκεί θα έλθη εις τα λογικά του,

κ' εάν δεν έλθη εις τα λογικά του, ολίγο το κακό εκεί.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Διατί;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Εκεί δεν του φαίνεται· εκεί όλοι οι άνθρωποι είναι τρελ-

λοί καθώς είναι αυτός.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πώς του συνέβη να τρελλαθή;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Με τρόπον πολύ παράδοξον, ως λέγουν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πώς «παράδοξον;»

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ωιμένα! με το να χάση τα λογικά του.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και πόθεν έλαβε αρχήν;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Από εδώ, από την Δανίαν. Έχω τριάντα χρόνους νε-

κροθάπτης, πρώτα κοπέλι, μάστορας κατόπι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πόσον καιρόν θέλει ο άνθρωπος μέσα εις το χώμα διά

να σαπή;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Μα την αλήθειαν, αν δεν είναι σάπιος πριν αποθάνη (κα-

θώς μας έτυχαν αυταίς ταις ημέραις κάμποσα μολυσμένα

κουφάρια, οπού σωριάζονται όσο να ενταφιασθούν), ημπορεί

να μείνη άλυτος οκτώ χρόνους ή και εννέα· ο τομαράς σού

μένει εννέα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Διατί αυτός περισσότερο;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Διότι, Κύριέ μου, τα δέρμα του είναι τόσο εργασμένο

από την τέχνην του, ώστε σου διώχνει το νερό διά πολύν

καιρόν, και το νερό, ηξεύρεις, είναι φοβερός καταλύτης του

βρωμερού κορμιού μας. Ιδού, πάλι ένα καύκαλο εδώ· τούτο

το καύκαλο έμεινε από κάτω από την γην εικοσιτρία χρόνια.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τίνος ήταν;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Ήταν ενός... υιού! Τι θεότρελλος ήταν! Τον μαν-

τεύεις;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Όχι, δεν τον μαντεύω.

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

'Πού να τον θερίση η πανούκλα! τον παλαβόν, τον κα-

κούργον! Μια φορά μου έσπασε ένα φλασκί κρασί του Ρή-

νου εις το κεφάλι! Τούτο το ίδιο καύκαλο, Κύριε, ήταν

του Τόρικ το καύκαλο, του γελωτοποιού του Βασιλέως.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τούτο;

Α’ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΗΣ

Αυτό, αυτό.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Άφησε να ιδώ. [Πέρνει το κρανίον] — Ωιμέ! καϋμένε Τό-

ρικ! Τον εγνώρισα, Οράτιε· τι πνεύμα απέραντο εις το με-

τώρισμα! τι εκλεκτή φαντασία! Μ' έχει σηκώση εις τους

ώμους του αμέτρηταις φοραίς, και τώρα εκείνο, ω! πόσο

το αποστρέφεται το πνεύμα μου! μου βάζει το στομάχι

άνω κάτω. Εδώ (9) εκρεμιώνταν εκείνα τα χείλη, οπού δεν

ηξεύρω πόσαις φοραίς τα έχω φιλήση. Πού είναι τώρα τα

νοστιμόλογά σου; τα πηδήματά σου; τα τραγούδια σου

που η αστραψιαίς της ιλαρότητός σου, οπού κάθε φορά εις

το τραπέζι ετρικύμιζαν όλην την συντροφιά των καλεσμέ-

νων; Απ' όλα εκείνα δεν σου μένει ουδέ ένα διά να ανα-

παίξης τώρα αυτό σου το πικρόγελο; ξεμαγούλωτος τε-

λείως; — Πηγαίνετε τώρα εις την κάμαραν της σεβαστής

μου κυράς και ειπέτε της να βάφεται με ένα δάκτυλο φτεια-

σίδι, και πάλιν τέτοια θα καταντήση η θωριά της· κάμε

την να γελάση με τούτο. — Οράτιε, παρακαλώ σε, ειπέ

μου ένα πράγμα.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Τι, Κύριέ μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Στοχάζεσαι ότι τέτοιος εφαίνετο και ο Αλέξανδρος μέσα

εις την γην;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Τέτοιος.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και να εμυρίζ' έτσι; Πα! [Βάζει κάτω το κρανίον]

ΟΡΑΤΙΟΣ

Έτσι, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εις πόσα αχρεία πράγματα συμβαίνει να χρησιμεύσωμε,

Οράτιε! Διατί τάχα δεν θα ήταν συγχωρημένο της φαν-

τασίας να αναζητήση την εξαισίαν σκόνην του Αλεξάνδρου

έως να την εύρη να στουμπόνη κάποιο βαρέλι;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Να εξετάζωμε τα πράγματα κατ' αυτόν τον τρόπον θα

ήταν σπρωγμένη ακριβολογία.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καθόλου, σε βεβαιόνω· ημπορούμε χωρίς καμμίαν υπερ-

βολήν να τον ακολουθήσωμε, και με πολλήν ομοιαλήθειαν

να τον φέρωμε έως αυτού· λόγου χάριν, ο Αλέξανδρος

απέθανε, ο Αλέξανδρος ετάφη, ο Αλέξανδρος εξαναγίνηκε

σκόνη· η σκόνη είναι χώμα, από το χώμα γίνεται ο πη-

λός· και διατί με αυτόν τον πηλόν, όπου εκείνος εκατάν-

τησε, δεν ημπορούν να σφαλίσουν μίαν κρασοβαρέλαν;

_Καίσαρ ο κοσμοκράτορας, νεκρός και χώμα καμωμένος,

εις κάποιαν τρύπαν έτυχε ως φραγμός του ανέμου διωρισμένος·

θαύμα! ο πηλός εκείνος, 'πού την γην είχε κατατρομάξη,

τοίχον, ιδέ, σου χρίζει απ' τον Βορειά τους άλλους να φυλάξη._

Πλην στάσου! στάσου! παραμέρισε! Δεν βλέπεις;

ο Βασιλέας, η Βασίλισσα και όλοι

Εισέρχονται ΙΕΡΕΙΣ οπού προπορεύονται με το λείψανο της

ΟΦΗΛΙΑΣ, ακολουθούν ΛΑΕΡΤΗΣ και ΛΥΠΗΜΕΝΟΙ· ΒΑΣΙΛΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ με την συνοδίαν των.

έρχοντ' οι Αυλικοί! Ποιόν τάχα συνοδεύουν

με τέτοιο ξόδι κολοβό; Τούτο σημαίνει

ότι με χέρι απελπισμένο εις την ζωήν του

τέλος έδωκε αυτός, 'πού φέρουν εις τον τάφον·

θα ήταν και από γένος· ας σταθούμε οπίσω

εδώ να ιδούμε. [Αποσύρεται με τον Οράτιον.]

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τελετή δεν γίνετ' άλλη;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αυτός είναι ο Λαέρτης· ευγενής ο νέος!

Πρόσεχε τώρα.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τελετή δεν γίνετ' άλλη;

Α’ ΙΕΡΕΑΣ

Έκτασις, όση μας εσυγχωρείτο, εδόθη

εις τον ενταφιασμόν της· ύποπτος εφάνη

ο θάνατός της· και αν ανώτερη εξουσία

'ς τον ιερόν μας νόμον δεν μεσολαβούσε,

απ' τ' άγια χώματα μακράν θα κατοικούσε

ως 'πού να ηχήση της δευτέρας παρουσίας

η σάλπιγγα· και αντί των ευσεβών ευχών μας,

επάνω της θα ερρίχναν τρίψαλα και πέτραις·

αλλ' εδώ δεν της λείψαν μήτε τα στεφάνια

της παρθενίας, μήτε τ' άνθη οπού σκορπίζουν

'ς ταις κορασίδαις, μήτε η νεκρική καμπάνα.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Δεν μένει τίποτ' άλλο;

Α’ ΙΕΡΕΑΣ

Τίποτ άλλο· ασέβεια

προς την νεκρώσιμην θα ήτο ακολουθίαν

δι' αυτήν το α ν ά π α υ σ ο ν τ η ν δ ο ύ λ η ν σου να

[ειπούμε,

ωσάν διά ταις ψυχαίς εκείνων 'πού εν ειρήνη

ετελειώσαν.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Θέσετε την εις το χώμα,

και γιούλια (10) να βλαστήσουν, αχ! από τ' ωραίο

και αμόλυντό της σώμα! Και συ, ρασοφόρε

σκληρόκαρδε, να μάθης ότ' η αδελφή μου

άγγελος λειτουργός του Υψίστου θα καθίζη,

ενώ συ θα κυλιέσαι και θα ουρλιάζης.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Θε μου!

η εύμορφη Οφηλία;

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ [Ρίχνει άνθη]

Τα χαριτωμένα

εις την χαριτωμένην! Χαιρετώ σε! Ελπίδα

είχα του Αμλέτου μου γυναίκα να σε κάμω·

την νυμφικήν σου κλίνην έλεγα να στρώσω,

γλυκειά παρθένα, και όχι την ταφήν σου μ' άνθη

εγώ να ράνω.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Οργή τετράδιπλη να πέση

εις την κατηραμένην κεφαλήν του ανθρώπου,

που απ' το λαμπρό σου πνεύμα σ' έχει αποστερήση,

ο κακούργος! — Το χώμα ολίγο αυτού κρατείτε,

[Πηδά μέσα εις τον τάφον]

ως 'πού 'ς την αγκαλιά μου να την κλείσω ακόμη

μία φορά! Σωρεύτε χώμα τώρα επάνω

'ς τον ζωντανόν και 'ς την απεθαμένην, όσον

απ' το σιάδι τούτο να μορφώσετ' όρος,

'πού με την κορυφήν του να υπερβή το αρχαίον

Πήλιον ή την γαλάζιαν κεφαλήν του Ολύμπου.

ΑΜΛΕΤΟΣ [Προχωρεί]

Ποιος είναι αυτός, οπού την θλίψιν του προφέρει

με τόσην έμφασιν, οπού του πόνου η γλώσσα

ξορκίζει τα πλανώμεν' άστρα και τα βιάζει

εκστατικά να στέκουν και ν' ακούν; Εκείνος (11)

εγώ 'μαι, Αμλέτος ο Δανός. [Πηδά μέσα' ς τον τάφον]

ΛΑΕΡΤΗΣ

Την μιαρήν σου

ψυχήν να πάρη ο Πειρασμός. [Πιάνονται]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν (12) είναι τούτη

ευχή καλή. Παρακαλώ, τα δάκτυλά σου

μάκρυνε απ' τον λαιμόν μου· αν κ' εγώ δεν είμαι

αράθυμος και προπετής, αλλ' όμως κάτι

επικίνδυνον έχω, 'πού σε συμβουλεύω,

αν είσαι συνετός, να το φοβήσαι. Κάτω

το χέρι σου!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Χωρίστε τους.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Αμλέτε, Αμλέτε!

ΟΛΟΙ

Ω Κύριοί μου, —

ΟΡΑΤΙΟΣ

Κύριέ μου, να ησυχάσης.

[Οι ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ τους χωρίζουν και αυτοί εξέρχονται από τον τάφον]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και πώς; εις τούτον τον αγώνα θα παλαίσω

εγώ μ' αυτόν όσο κινώ τα βλέφαρά μου.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Ποιον αγώνα, παιδί μου;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εγώ την Οφηλίαν

αγαπούσα· χιλιάδες αδελφοί σαράντα

δεν θα ημπορέσουν, και αν ενώσουν της αγάπης

όλο τους τ' άθροισμα, να φθάσουν 'ς το δικό μου.

Τι θα κάμης δι' αυτήν;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Τρελλός είναι, Λαέρτη.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Συγχώρεσέ τον, προς Θεού.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Θα την ιδούμε!

Δείξε μου τι θέλεις να κάμης; θε να κλάψης;

θα πολεμήσης, θα νηστεύσης; θα ξεσκλήσης

το σώμα σου; θα πιής χολήν; θα φάγης έναν

κροκόδειλον; Τα κάμνω εγώ· να κλαίης ήλθες,

'ς τον τάφον της να πέσης διά να μ' ονειδίσης;

Θάψου μαζί της, μην αργής, κ' εγώ κοντά σας·

και αν για βουνά φλυαρείς, επάνω μας ας ρίξουν

στρέμματα εκατομμύρια γης, ως 'πού η ταφή μας

την κορυφήν της 'ς την καυτήν (13) ζώνην να φρύξη,

κ' η Όσσα χαμοβούνι να φανή! Και αν πάλιν

σ' αρέσει να βοάς, κ' εγώ δεν μέν' οπίσω.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Τούτ' είναι τρέλλα καθαρή, και θα ενεργήση

'ς αυτόν κάμποσην ώραν ο παροξυσμός της,

κ' ευθύς κατόπι πράος κ' ήσυχος θα μείνη

ως είναι η περιστέρα ευθύς 'πού ξεκλωσσήση

το χρυσό της ζευγάρι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Κύριε, θα μ' ακούσης·

διατί να φέρνεσαι μ' εμέ 'ς αυτόν τον τρόπον;

πάντοτ' εγώ σ' έχω αγαπήση· αλλά δεν βλάπτει·

και (14) ο Ηρακλής αν προσμαχή να το εμποδίζη,

θα νιαουρίζ' η γάτα, ο σκύλλος θα γαυγίζη.

[Εξέρχεται.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Οράτιε μου, αν μ' αγαπάς, συνόδευσέ τον.

[Εξέρχεται ΟΡΑΤΙΟΣ

[Προς τον ΛΑΕΡΤ.] Συ πρέπει να στηρίξης την υπομονήν σου

'ς την ύστερήν μας της νυκτός συνομιλίαν·

θα τα σπρώξωμ' ευθύς να τελειώσουν. — Βάλε,

καλή Γελτρούδη, να φυλάγουν τον υιόν σου. —

Μνημείο (15) ζωντανό τούτος ο τάφος θέλει·

της γαλήνης την ώραν σύντομα θα ιδούμε·

με υπομονήν ωστόσο εμείς να οδηγηθούμε.

[Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ Β'.

Αίθουσα εις το ΚΑΣΤΕΛΙ

Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ και ΟΡΑΤΙΟΣ

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ως προς τούτο αρκετά· τώρ' ας ιδούμε τ' άλλο·

την περίστασιν όλην, Κύριε, την θυμάσαι;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Αν την θυμούμαι, Κύριέ μου!

ΑΜΛΕΤΟΣ

'Σ την καρδιά μου

πόλεμον είχα, οπού μου σήκονε τον ύπνον·

ανήσυχος κειτόμουν, ως αντάρταις ναύταις

'ς τα σίδερα δεμένοι· απόκοτα — και ας έχη

έπαινον κείν' η αποκοτιά· να μάθωμ' ότι

με την αστοχασιά μας να σωθούν συμβαίνει

τα βαθυά σχέδιά μας, όταν αποτύχουν,

και ας διδαχθούμεν ότι 'ς τους σκοπούς μας, όπως

και αν εμείς χοντρά τους πελεκούμε, δίδει

κάποια θεότης την μορφήν —

ΟΡΑΤΙΟΣ

Μεγάλη αλήθεια.

ΑΜΛΕΤΟΣ

απ' την καμπίναν μου ξεκίνησα, κλεισμένος

'ς την κάπαν μου, και μες το σκότος να τους εύρω

πασπάτευσα κ' επίτυχα ό,τι επιθυμούσα·

τον φάκελλόν τους εξεσκάλισα και οπίσω

γυρίζω 'ς τα δωμάτιόν μου και αυθαδιάζω —

ενίκησεν ο φόβος τα καλά μου ήθη —

να ξεβουλλώσω την μεγάλην εντολήν τους·

αυτού, φίλε μου, ευρήκα — ιδέ, κακοτροπία

βασιλική! — μιαν προσταγήν καθαρωτάτην,

με πολλούς λόγους αρτυμένην, 'πού αποβλέπαν

των Δανών και των Άγγλων το κοινό συμφέρον,

ως να εγεννούσε σκιάκτρα, τρόμους, η ζωή μου,

μόλις το γράμμ' αναγνωσθή, χωρίς να χάσουν

καιρόν, ουδ' όσον να τροχίσουν λαιμητόμον,

η κεφαλή μου να κοπή.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Να το πιστεύσω;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Πιάσε την εντολήν και με την ησυχίαν

ανάγνωσέ την. Πώς ενέργησα θ' ακούσης;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Να μου το ειπής παρακαλώ.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Παγιδευμένος

από κακούργους καθώς ήμουν — προτού (16) κάμω

τον πρόλογον μες τον εγκέφαλόν μου, τούτος

είχε αρχίση το δράμα — κάθομαι και νέαν

σχεδιάζω εντολήν και την καθαρογράφω·

θεωρούσα κ' εγώ με τους πολιτικούς μας,

άλλοτε, ως έργο ποταπό να γράφ' ωραία,

κ' εμόχθησα πολύ την τέχνην να ξεμάθω,

αλλά 'ς την χρείαν μου καλήν υπηρεσίαν

μώκαμε τώρα· επιθυμείς τώρα να μάθης

ό,τ' είχ' αυτού γραμμένο;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Κύριέ μου, λέγε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εξορκισμούς δεινούς από τον βασιλέα,

αν θέλ' η Αγγλία, καθώς είναι υποτελής του,

την πίστιν να του δείξη, την υποταγήν της,

αν θέλ' η αγάπη τους ν' ανθίζη ως το φοινίκι,

αν θέλη της ειρήνης το σταχυοφόρο

στεφάνι αμάραντο να μένη και ωσάν κόμμα (17)

ταις δύο τους καρδιαίς γλυκοδεμέναις να 'χη,

και μ' άλλ' «αν θέλη», βαρετόν επανωγόμι,

ευθύς 'πού ιδή το γράμμα και ό,τι περιέχει

γνωρίση, δίχως να σκεφθή, δίχως να κρίνη

ολίγον ή πολύ, 'ς τον θάνατον να στείλη

τους κομιστάς, χωρίς καιρόν να τους αφήση

να εξομολογηθούν.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ποιαν έβαλες σφραγίδα;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και εις τούτο, βλέπεις, πρόβλεψε ο Θεός· συνέβη

να 'χω μαζί μου την σφραγίδα του πατρός μου,

ομοίωμα της βούλλας της Δανιμαρκίας.

Το γράμμα εδίπλωσα 'ς τα σχήμα 'πού 'χε πρώτα,

το επανωγράφω, το βουλλόνω και το βάζω

'ς την θέσιν του ασφαλώς, και τ' αλλαγμένο βρέφος

δεν εγνωρίσθη· την ακόλουθην ημέραν

έγινε η ναυμαχία· τα κατόπιν ξεύρεις.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Λοιπόν ο Ροζενκράς και ο Γυιλδενστέρνης πήγαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ε! φίλε μου, δεν βλέπεις; κείνοι αφ' εαυτού των

τούτην την εντολήν εζήλευσαν να λάβουν·

βάρος δι' αυτούς δεν έχω 'ς την συνείδησίν μου·

από τον δουλικόν τους ζήλον εχαθήκαν.

Παθαίνουν οι αγενείς, όταν τον εαυτόν τους

'ς την μέσην βάζουν από ξίφη μανιωμένα

δυνατών αντιπάλων.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Θε! τι βασιλέας

είναι τούτος!

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν έχω, ειπέ μου, τώρα χρέος —

του βασιλέως μου τον άτιμον φονέα,

τον μοιχόν της μητρός μου, αυτόν 'πού εχώθη σφήνα

της εκλογής και των ελπίδων μου 'ς την μέσην,

αυτόν, οπού τ' ορμίδι του έχει ρίξη ακόμη

με τόσον δόλον να ψαρεύση την ζωήν μου, —

μήπως δεν το απαιτεί συνείδησις δικαία

εγώ μ' αυτό το χέρι να τον τιμωρήσω;

και δεν κολάζομαι αν αφήσω τον καρκίνον

τούτον της φύσεώς μας να γεννήση και άλλην

καταστροφήν;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Δεν θέλει αργήση απ' την Αγγλίαν,

ό,τι συνέβη εκεί, να μάθη.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν θ' αργήση

το πράγμα· ο μεταξύ καιρός είναι δικός μου·

και όσον έ ν α να ειπής τόσ' η ζωή του ανθρώπου.

Αλλά κατάκαρδα λυπούμαι, Οράτιε φίλε,

'πού τόσο μέσ' από τα όριά μου εβγήκα

με τον Λαέρτην· επειδή, μέσ' από την όψιν

του αγώνος μου, βλέπω του ιδικού του εικόνα.

Θέλει ζητήσω να τον έχω φίλον· μόνον

η έπαρσις της θλίψεώς του μ' έχει φέρη

'ς την κορυφήν του πάθους.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Σιωπή! Ποιος είναι;

Εισέρχεται ΟΣΡΙΚΟΣ

ΟΣΡΙΚΟΣ

Υψηλότατε, καλώς επανήλθες εις την Δανίαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ταπεινώς ευχαριστώ σε, Κύριε. — [Προς τον ΟΡΑΤΙΟΝ

ιδιαιτέρως] Γνωρίζεις τούτην την νεροψυχαρούδα;

ΟΡΑΤΙΟΣ

[Προς τον ΑΜΛΕΤΟΝ ιδιαιτέρως] Όχι, καλέ μου Κύριε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Είσαι πλησιέστερος εις την Θείαν Χάριν· διότι όποιος

τον γνωρίζει κολάζεται· έχει πολλά χωράφια και καρπο-

φόρα· αρκεί ένα ζώο να εξουσιάζη ζώα, και το παχνί του

έχει θέσιν εις τα βασιλικό τραπέζι. Είναι μία καρακάξα·

αλλά, καθώς είπα, μέγας ιδιοκτήτης κοπριάς.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Χαριτωμένε μου Κύριε, αν η Υψηλότης σου ευκαι-

ρούσε, ήθελε της ανακοινώσω κάτι από μέρος της Μεγα-

λειότητός του.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Έτοιμος είμαι να το δεχθώ με όλην την προθυμίαν του

πνεύματός μου. — Κάμε την ορθήν χρήσιν του καλύμμα-

τός σου· χρησιμεύει διά την κεφαλήν.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ευχαριστώ σε, Υψηλότατε, κάμνει πολλήν ζέστην.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Όχι, πίστευσέ με, κάμνει πολύ ψύχος· πνέει βορράς.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Κάμνει (18) αρκετό ψύχος τωόντι, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και όμως ο καιρός, αισθάνομαι, είναι πολύ πληκτικός

και ζεστός, ή το 'χει η κράσις μου —

ΟΣΡΙΚΟΣ

Υπερβολικά, Κύριέ μου· πολύ πληκτικός, — οπωςδή-

ποτε, — δεν ηξεύρω πώς! Αλλά, Κύριέ μου, η Μεγαλειό-

της του μ' επρόσταξε να σου αναγγείλω ότι εβαλεν ένα

στοίχημα διά λογαριασμόν σου. Κύριε, ιδού το πράγμα —

ΑΜΛΕΤΟΣ

[Του κάμνει νεύμα να σκεπασθή] Παρακαλώ, παρακαλώ, ενθυ-

μήσου —

ΟΣΡΙΚΟΣ

Όχι, 'ς την τιμήν μου· το κάμνω διότι μ' ευχαριστεί,

'ς την τιμήν μου. Κύριε, νεόφερτος από την Γαλλίαν ήλ-

θεν ο Λαέρτης· ένας (19) τέλειος ευγενής, πίστευσέ με· γε-

μάτος αξιόλογα διακριτικά, γλυκοκοινώνητος και παρρη-

σιαστικός· τωόντι, αν δι' αυτόν θα ομιλήσωμεν αισθαντι-

κώς, είναι ο χάρτης ή το ημερολόγι της ευγενείας, διότι

εις αυτόν θα εύρης το περιεχόμενο των προτερημάτων, όσα

δύναται να επιθυμήση κάθε ευγενής.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εις την περιγραφήν σου, Κύριε, ο νέος σώζεται όλος·

αν και καλώς γνωρίζω ότι, αν θελήσωμε να τον καταμε-

ρίσωμεν απογραφικώς, θα ζαλίσωμε την αριθμητικήν του

μνημονικού, και ότι τούτο θα μείνη οπίσω, τόσο ογλήγορα

αρμενίζει εκείνος. Αλλά, διά να τον υμνολογήσωμεν αλη-

θώς, λέγω ότι είναι ψυχή με άπειρην προίκα, και ο χυλός

του είναι τόσο ακριβός και δυσκολοεύρετος, ώστε, αν θα τον

χαρακτηρίσωμεν όπως πρέπει, δεν έχει ομοίωμα άλλο ειμή

τον καθρέφτην του, και οποίος θα τον ακολουθήση θα μείνη

σκιά του, τίποτε άλλο.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Η Εξοχότης σου εξαίσια τον χαρακτηρίζει.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αλλά εις τα προκείμενο, Κύριε· προς τι να περιζώνω-

μεν αυτόν τον ευγενή με την εξαγριωμένην πνοήν μας;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Κύριε;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Δεν γίνεται τέλος πάντων να εννοηθήτε εις άλλην γλώσ-

σαν; Θα το κάμης, Κύριε· είναι ώρα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Προς τι ανέφερες αυτόν τον Κύριον;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Τον Λαέρτην;

ΟΡΑΤΙΟΣ

[Ιδιαιτέρως προς τον ΑΜΛΕΤΟΝ] Το πουγγί του άδειασε· τα

χρυσά του λόγια ετελείωσαν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Μάλιστα, Κύριε, αυτόν.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Γνωρίζω ότι έχετε γνώσιν —

ΑΜΛΕΤΟΣ

Άμποτε (20) να το εγνώριζες, Κύριε· μ' όλον ότι αν συ

το ανεγνώριζες, τούτο δεν θα μ' εσύσταινε παρά πολύ. Λοι-

πόν, Κύριε;

ΟΣΡΙΚΟΣ

ότι έχετε γνώσιν της μεγάλης αξίας του Λαέρτη —

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν τολμώ να ομολογήσω τούτο, εκτός αν ήθελα να συγ-

κριθώ με αυτόν εις την αξίαν· διότι το να γνωρίζη τις τους

άλλους σημαίνει να γνωρίζη τον εαυτόν του.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Εννοώ, Κύριε, εις το όπλο του· όλος ο κόσμος ομο-

λογεί ότι εις αυτό είναι ασύγκριτος.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ποίο είναι το όπλο του;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Το ξίφος και η μάχαιρα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Έως τώρα έχομε δύο όπλα του· αλλά ας ήναι.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ο Βασιλέας, Κύριε, εστοιχημάτισε μαζί του έξι άλογα

της Βαρβαρίας, και απέναντι αυτών εκείνος έβαλε κάτω,

νομίζω, έξι γαλλικά ξίφη και εγχειρίδια με τα ευτρεπί-

σματά τους, δηλαδή ζωνάρια, κρεμαστάρια και λοιπά·

τρία από αυτά τα εφοδιάσματα, μα την αλήθειαν, είναι

πολύ χαριτωμένα, πολύ ταιριασμένα με τα χερούλια,

εξαίσια εφοδιάσματα, γενναίο εφεύρημα της τέχνης.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τι εννοείς με εφοδιάσματα;

ΟΡΑΤΙΟΣ

[Ιδιαιτέρως προς τον ΑΜΛΕΤΟΝ] Το ήξευρα ότι ήθελες να

νοστιμευθής και το περιθώρι, πριν τελειώση.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Τα εφοδιάσματα, Κύριε, είναι τα κρεμαστάρια.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Η λέξις θα εταίριαζε καλήτερα με το πράγμα, αν

έπρεπε να εφοδιάσωμε κανόνια· πριν γίνη τούτο, θα επρο-

τιμούσα να τα λέγωμεν απλώς κρεμαστάρια. Αλλά, εμ-

πρός· έξι βαρβαρικά άλογα από το ένα μέρος, και από το

άλλο έξι γαλλικά ξίφη με τα ευτρεπίσματά τους και τρία

γενναιοτάτης εφευρέσεως εφοδιάσματα, τούτο είναι το γαλ-

λικό στοίχημα απέναντι του δανικού. Διατί λοιπόν τα έβα-

λαν, Κύριε;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ο Βασιλέας, Κύριε, εστοιχημάτισε, Κύριε, ότι εις

δώδεκα ξιφομαχήματα μεταξύ σας ο Λαέρτης δεν θα σε

υπερβή τρία κτυπήματα· εστοιχημάτισε (21) εννέα προς δώ-

δεκα· και δύναται να γίνη αμέσως ο αγώνας, αν η Υψη-

λότης σου ευδοκήση να τον απαντήση.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Και αν απαντήσω όχι;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Εννοώ, Κύριέ μου, να ειπώ την έκθεσιν του προσώπου

σου εις τον αγώνα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Κύριε, εγώ θα περιπατώ εδώ εις την αίθουσαν· με την

άδειαν της Μεγαλειότητός του, τούτη είναι η ώρα οπού

έρχομαι να αναπνέω καθαρόν αέρα· ας φέρουν τα ξίφη, και

αν αυτός ο κύριος θέλη, και ο Βασιλέας μένη εις την γνώ-

μην του, εγώ θα κερδίσω δι' αυτόν το στοίχημα, αν δυ-

νηθώ· ειδεμή δεν θα κερδίσω παρά την εντροπήν μου και

τα περισσότερα κτυπήματα.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Τούτο θα αναφέρω ακριβώς, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αυτό είναι το νόημα, Κύριε· καλλώπισέ το έπειτα συ

όπως θέλεις.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Συσταίνομαι πιστός υπηρέτης της Υψηλότητός σου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εγώ 'ς εσάς, εγώ. [Εξέρχεται ΟΣΡΙΚΟΣ] Κάμνει καλά

να συσταίνεται μόνος του· ποιος άλλος θα τον συστήση;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Τούτο το σχοινοπούλι φεύγει και φορεί ακόμη το αυγό-

φλουδο 'ς το κεφάλι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τούτος επροσκύνησε την ρώγαν της μητρός του πριν

την πιάση να την βυζάξη. Κατ' αυτόν τον τρόπον τούτος

και τόσοι άλλοι από την ίδιαν φωλιά και οπού τους καμα-

ρόνει ο αιώνας ο αχρείος, επήραν τον ρυθμόν του καιρού,

το γυάλισμα της συμπεριφοράς, ωσάν έναν συμμαζωμένον

αφρόν, οπού τους βγάζει πέρα ανάμεσα και από ταις ανόη-

ταις και από ταις λιχνισμέναις γνώμαις των ανθρώπων·

αλλά, φύσα επάνω τους να τους δοκιμάσης, και σπαν η

φουσκαλίδαις.

Εισέρχεται ένας ΕΥΓΕΝΗΣ

ΕΥΓΕΝΗΣ

Κύριε, η Μεγαλειότης του σας έχη εκφράση την επι-

θυμίαν του με τον νέον Οσρίκον, και τούτος του ανέφερε

ότι τον περιμένετε εδώ· τώρα με στέλνει διά να μάθη αν

ακόμη ευχαριστείσθε να ξιφομαχήσετε με τον Λαέρτην, ή

μήπως επιθυμείτε να αναβάλετε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εγώ δεν αλλάζω γνώμην· αυτή συμμορφόνεται με την

επιθυμίαν του Βασιλέως· αν ευκαιρεί αυτός ευκαιρώ και

εγώ, τώρα ή εις οποιανδήποτε ώραν, αρκεί να δύναμαι,

όπως εις τούτην την στιγμήν.

ΕΥΓΕΝΗΣ

Ο Βασιλέας και η Βασίλισσα και η συνοδία τους έρ-

χονται όλοι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Με την καλήν ώραν.

ΕΥΓΕΝΗΣ

Η Βασίλισσα επιθυμεί να κάμετε κάποιαν περιποίησιν

του Λαέρτη πριν ξιφομαχήσετε.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καλά με συμβουλεύει.

[Εξέρχεται ΕΥΓΕΝΗΣ

ΟΡΑΤΙΟΣ

Θα χάσης τούτο το στοίχημα, Κύριέ μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δεν το πιστεύω· αφού αυτός επήγε εις την Γαλλίαν,

εγώ δεν έπαυσα να γυμνάζωμαι· όπως έβαλαν το στοίχημα

θα το κερδίσω. Αλλά δεν ημπορείς να φαντασθής πόσην

στενοχωρίαν αισθάνομαι εδώ εις την καρδίαν μου· όμως δεν

πειράζει.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Αλλά, Κύριέ μου —

ΑΜΛΕΤΟΣ

Είναι ανοησία, και όμως είναι τέτοιας λογής προαί-

σθημα οπού ημπορούσε να ταράξη γυναίκα.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Αν η ψυχή σου αποστρέφεται τι, υπάκουσέ την· εγώ

θα προλάβω τον ερχομόν τους εδώ και θα ειπώ ότι δεν

έχεις διάθεσιν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καθόλου· αψηφούμε τα προγνωστικά· και εις το (22) πέ-

σιμο ενός στρουθίου υπάρχει ιδιαίτερη πρόνοια. Αν είναι

τώρα, δεν είναι ερχόμενον· αν δεν είναι ερχόμενον, θα ήναι

τώρα· αν δεν είναι τώρα, όμως θα έλθη· το (23) παν είναι να

ήσαι έτοιμος. Αφού (24) κάνεις δεν γνωρίζει τίποτε απ' όσα

αφίνει, τι σημαίνει αν τ' αφίνει γλήγορα; Ας γίνη.

Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΛΑΕΡΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ

ΟΣΡΙΚΟΣ και άλλοι ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ οπού φέρνουν ξίφη

και χειρόχτια. Ένα τραπέζι με φλασκιά κρασί επάνω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Έλ', Αμλέτε, από εμέ το χέρι τούτο λάβε.

[Βάζει το χέρι του ΛΑΕΡΤΗ εις το χέρι του ΑΜΛΕΤΟΥ]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δώσε μου, Κύριέ μου, την συγχώρεσίν σου·

σ' έχω αδικήση, αλλά συγχώρεσέ με, ως είσαι

άνθρωπος ευγενής· γνωρίζουν οι παρόντες,

και συ θα 'χης ακούση, πως με βασανίζει

ταραχή του νοός. Ό,τι και αν έχω κάμη

'πού την ευαίσθητην καρδιά και την τιμήν σου

να επλήγωσε σκληρά, δηλόν' ότ' ήταν τρέλλα.

Αδίκησ' ο Αμλέτος τον Λαέρτην; Όχι,

ο Αμλέτος ποτέ· και αν ο Αμλέτος χάση

τον εαυτόν του και 'ς τον εαυτόν του ξένος

αδικεί· τον Λαέρτην, πταίστης διά την πράξιν

δεν είν' ο Αμλέτος· ο Αμλέτος την αρνείται.

Ποιος το 'καμε λοιπόν; Η τρέλλα του· και, αν είναι

τούτο, καθώς το λέγω, αληθινόν, ο Αμλέτος

ευρίσκεται και αυτός 'ς το αδικημένο μέρος·

η τρέλλα του είν' ο εχθρός του καϋμένου Αμλέτου.

Κ' εάν κηρύττω εμπρός 'ς αυτούς, 'πού μας ακούουν,

ότι προαίρεσιν δεν είχα να σε βλάψω,

εις την γενναίαν σου ψυχήν τούτο ας αρκέση

να με απολύσης, και να ειπής πως ένα βέλος

έρριξα επάνω από την σκέπην του σπιτιού μου

κ' ελάβωσε τον αδελφόν μου.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Τούτο φθάνει

διά την καρδιά μου, — μ' όλον ότι αυτή δικαίως

έπρεπε να με σπρώξη 'ς την εκδίκησίν μου.

Πλην, όσον αποβλέπει της τιμής τους νόμους,

εξ ανάγκης θ' απέχω τώρα, και δεν θέλω

φιλίωσιν πριν ή με συμβουλεύσουν άνδρες,

ηλικιωμένοι και γνωστοί διά την τιμήν τους,

ότ' ημπορώ ν' αγαπηθώ χωρίς να μείνη

εις τ' όνομά μου στίγμα· ωστόσο την αγάπην,

'πού μου προσφέρεις, δέχομ' ως απλήν αγάπην

και θα την σεβασθώ.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Με την καρδιά το στέργω,

και ως αγών' αδελφών το στοίχημα θα παίξω. —

Δώστε τα ξίφη. — Εμπρός.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Εμπρός, δώστε μου ένα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Λαέρτη, ωσάν πετάλι (25) θα σου χρησιμεύσω·

προς την αμάθειάν μου τρομερά θ' αστράπτη

η τέχνη σου, 'σάν άστρο 'ς το βαθύ σκοτάδι.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Κύριε, με περιπαίζεις.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Όχι, 'ς την τιμήν μου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Οσρίκε φίλε, δώσε τους τα ξίφη. — Αμλέτε

ανεψιέ μου, ηξεύρεις πως έχομε βάλη

το στοίχημα;

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καλώς το ηξεύρω, Κύριέ μου·

ετέθ' η διαφορά 'ς το μέρος του αδυνάτου

από την χάριν σου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ποσώς δεν το φοβούμαι·

σας είδα και τους δύο· πλην ο αντίπαλός σου

επρόκοψε από τότε και δι' αυτό να γίνη

έπρεπε η διαφορά.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Πολύ βαρύ 'ναι τούτο·

δώστε μ' άλλο να ιδώ.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Τούτο μ' αρέσει. — Μάκρος

όμοιον έχουν τα σπαθιά;

[Ετοιμάζονται να παίξουν]

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ναι, Κύριέ μου.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Εις το τραπέζι αυτού ποτήρια βάλετέ μου

κρασί γεμάτα· και αν τον επιτύχη πρώτην

ή δεύτερην φοράν ο Αμλέτος ή 'ς την τρίτην

το κτύπημα του ανταποδώσ' οι προμαχώνες

όλοι ας κροτήσουν όλα τα πυροβόλα των,

και 'ς το ξανάσαμα του Αμλέτου θα προπίη

ο Βασιλέας, και θα ρίξη 'ς το ποτήρι

μαργαριτάρι τιμιώτερο από κείνο,

'πού τέσσεροι κατά σειράν έχουν φορέση,

ως τώρα, βασιλείς 'ς το στέμμα της Δανίας.

Δώστε μου τα ποτήρια· μήνυμα θα δώση

το τύμπανο 'ς την σάλπιγγα, και τούτη πάλιν

των πυροβολιστών, και όλα τα πυροβόλα

'ς τους ουρανούς, κ' οι ουρανοί 'ς την γην θα λέγουν·

«Του Αμλέτου εις την υγείαν πίνει ο Βασιλέας».

Ελάτε, αρχίστε. — Σεις, κριταί, τον νουν σας τώρα.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ορίστε, Κύριε.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Πρίγκιπά μου, ορίστε. [Παίζουν]

ΑΜΛΕΤΟΣ

Μία.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ποσώς.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ας κρίνουν.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Είναι φανερό 'πού σ' έχει

'πιτύχη.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ας είναι· πάλιν,

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Στάσου — φέρετέ μου

κρασί. — Δικός σου (26) ο μαργαρίτης τούτος είναι,

Αμλέτε· 'ς την υγειά σου εδώ.

[Σαλπισμοί και πυροβολισμοί μέσα]

Σεις, δώσετέ του

το ποτήρι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Θα παίξω τούτο πρώτα· κάτω

βάλε το. — Εμπρός - [Παίζουν] Και άλλη· συ τι λέγεις;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Μία

κτυπιά, τ' ομολογώ.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Ο υιός μας θα κερδίση.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Είναι παχύς και δύσκολ' ανασαίνει. — Αμλέτε,

με το μαντίλι μου το πρόσωπο σφογγίσου·

η βασίλισσα ιδού 'ς την τύχην σου προπίνει,

Αμλέτε μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Καλή μου δέσποινα.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Γελτρούδη,

μη πιης.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Θα πιώ, με συγχωρείς.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ [Μόνος του]

Αυτή 'ναι η κούπα

με το φαρμάκι! αργά είναι πλέον!

ΑΜΛΕΤΟΣ

Δέσποινά μου,

ακόμη δεν τολμώ να πιώ — 'ς ολίγο πίνω.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Έλα, το πρόσωπο να σου σφογγίσω.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Κύριε,

τώρα θα τον 'πιτύχω.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Δεν πιστεύω.

ΛΑΕΡΤΗΣ [Μόνος του]

Και όμως

τ' αποστρέφεται κάπως η συνείδησίς μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Εμπρός, Λαέρτη, διά την τρίτην· χωρατεύεις·

παρακαλώ σε, κτύπα με την δύναμίν σου·

φοβούμαι μη με παίρνης διά παιδάκι.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Αλήθεια;

Εμπρός! [Παίζουν]

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ούτε 'ς το ένα μέρος ούτε 'ς τ' άλλο

τίποτε.

ΛΑΕΡΤΗΣ

Πάρε αυτήν.

Ο ΛΑΕΡΤΗΣ λαβόνει τον ΑΜΛΕΤΟΝ, κατόπιν εις τον διαξιφισμόν

αλλάζουν τα ξίφη και ο ΑΜΛΕΤΟΣ λαβόνει τον ΛΑΕΡΤΗΝ

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Χωρίσετέ τους· είναι

θυμωμένοι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Όχι, εμπρός και πάλιν.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ πέφτει.

ΟΣΡΙΚΟΣ

Βοηθάτε

την Βασίλισσαν, ω!

ΟΡΑΤΙΟΣ

Αιμάτωσαν και οι δύο — Κύριέ μου, πώς είσαι;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Πώς είσαι, Λαέρτη;

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ωσάν ξυλόρνιθα πιασμένος εις το βρόχι

'πώστησα, Οσρίκε· με φονεύ' η προδοσιά μου

δικαίως.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Η Βασίλισσα πώς είναι;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Άμα

τους είδε να αιματώσουν δείλιασε.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Όχι, όχι·

το πιοτό, το πιοτό — Αμλέτε μου, ψυχή μου —

το πιοτό, το πιοτό· είμαι φαρμακωμένη.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Κακούργημα! την θύραν κλείστε! Προδοσία!

ζητήσετέ την! [Ο ΛΑΕΡΤΗΣ πέφτει]

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ω Αμλέτ', εδώ την έχεις·

Αμλέτε, σκοτωμένος είσαι, ουδέ κανένα

ιατρικό 'ς τον κόσμον να σε ιάνη αξίζει·

ώρα μισή ζωής 'ς εσέ δεν απομένει·

αυτό 'πού σφίγγεις είναι τ' όργανο του φόνου,

ακούμπωτο, φαρμακωμένο· ιδού το μαύρο

μηχάνημα οπού σπα 'ς την κεφαλήν μου· ιδού με

κείτομαι χάμω εδώ να μη σηκωθώ πλέον·

από φαρμάκι και η μητέρα σου πεθαίνει·

άλλην δεν έχω εγώ πνοήν· ο Βασιλέας —

ο Βασιλέας είναι ο πταίστης.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ως κ' η άκρη

φαρμακωμένη! Εμπρός! τα έργο σου, φαρμάκι,

κάμε λοιπόν! [Πληγόνει τον ΒΑΣΙΛΕΑ]

ΟΛΟΙ

Ω! Προδοσία, προδοσία!

ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Προφθάστε, ω φίλοι· μόνον λαβωμένος είμαι.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αιμομίκτη, φονιά, Δανέ κατηραμένε,

πιάσε, άδειασέ το! ο μαργαρίτης σου είναι μέσα

Άμε κατόπιν της μητρός μου. [Ο ΒΑΣΙΛΕΑΣ αποθνήσει]

ΛΑΕΡΤΗΣ

Ό,τι του ανήκει

έλαβε· τα φαρμάκι αυτός το 'χει ετοιμάση.

Μεγαλόψυχε Αμλέτε, τώρα μεταξύ μας

ν' αντισυγχωρηθούμε· επάνω σου ας μη πέση

ο θάνατός μου, μήτ' εκείνος του πατρός μου,

και μήτε ο θάνατός σου επάνω μου.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ας σου δώση

άφεσιν ο Θεός! σ' ακολουθώ· πεθαίνω,

Οράτιε. — Δυστυχής βασίλισσα, καληώρα!

Εσείς, 'πού εμπρός 'ς το συμβάν τούτο αχνίζετ' όλοι,

τρέμετε και άφων' είσθε πρόσωπα ή και μόνον

ακροαταί 'ς το δράμα τούτο, αν καιρόν είχα

(αλλ' όταν έρχεται ο σκληρός τούτος κλητήρας (27)

ο θάνατος, εδώ, στιγμήν δεν μας χαρίζει)

ω! είχα να σας είπω — πλην ας ήναι. — Οράτιε,

πεθαίνω, ζης εσύ· 'ς εκείνους 'πού αμφιβάλλουν

ιστόρησε κ' εμέ και όλα τα δίκαιά μου.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ποτέ μη το πιστεύσης· είμ' εγώ αρχαίος

Ρωμαίος πλέον ή Δανός· σώζεται ακόμη

εδώ πιοτό.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Αν άνδρας είσαι, το ποτήρι

δος μου· άφησέ το· εγώ το θέλω· Οράτιε φίλε,

α! λαβωμένο 'πού θα ζήση τ' όνομά μου,

τα πράγματ' αν θα μείνουν άγνωστα όπως είναι!

Αν μέσα 'ς την καρδιά σου μ' είχες όσο εζούσα,

ακόμη ολίγο μείνε από την μακαρίαν

ζωήν μακράν και στέρξε την πνοήν με κόπον

να σέρνης 'ς τον τραχύν αέρ' αυτού του κόσμου,

την ιστορίαν μου να ειπής.-[Ακούεται μακρόθεν πορεία στρα-

τού και μέσα πυροβολισμοί]

Τι κρότος είναι

τούτος πολεμικός;

ΟΣΡΙΚΟΣ

Ο Φορτιμπράς ο νέος,

'πού νικητής των Πολωνών τώρα επιστρέφει,

εις τους απεσταλμένους της Αγγλίας δίδει

τον στρατιωτικόν χαιρετισμόν.

ΑΜΛΕΤΟΣ

Ωιμένα!

πεθαίν', Οράτιε· το σφοδρό φαρμάκι πνίγει

το πνεύμα μου· δεν θε να ζήσ' όσο να μάθω

τα νέ' απ' την Αγγλίαν· μόνον προφητεύω

ότι 'ς τον Φορτιμπράς η εκλογή θα πέση·

έχει από εμέ την επιθάνατην φωνήν μου·

ειπέ του αυτό και ακόμη τα μικρά μεγάλα

συμβεβηκότα, 'πώχουν σπρώξη — ό,τι απομένει

είναι σιωπή.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Εδώ συντρίβεται καρδία

ευγενεστάτη. — Καλή νύκτ', αγαπημένε

Πρίγκιπα· να σε φέρουν 'ς την ανάπαυσίν σου

Αγγέλων πτέρυγες και ύμνοι. — Τι προβαίνουν

εδώ τα τύμπανα;

Εισέρχονται ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ και οι ΑΓΓΛΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΣ

με τύμπανα και σημαίαις και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Το θέαμα πού είναι;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Και τι θέλεις να ιδής; αν συμφοράν, αν θαύμα,

μη ζητήσης αλλού.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Τα λείψανα, οπού βλέπω,

φόνους καταβοούν! — 'Σ τ' αθάνατό σου δώμα,

ω Θάνατε δοξομανή, τι κάλεσμά 'χεις

και τόσους βασιλείς εκτύπησες με μίαν

βολήν φονικωτάτην;

Α’ ΠΡΕΣΒΥΣ

Φρίκης θεωρία!

Και τα μηνύματά μας από την Αγγλίαν

έρχονται αργά· και πλέον αίσθησιν δεν έχουν

τ' αυτιά, 'πού έμελλαν από μας ν' ακούσουν ότι

κατά την προσταγήν του (28) σκοτωμένοι έπεσαν

ο Ροζενκράς και ο Γυιλδενστέρνης· τώρα ποίος

θα μας ευχαριστήση;

ΟΡΑΤΙΟΣ

Ουδέ το στόμα εκείνου,

και αν ήταν ζωντανός, θα σας ευχαριστούσε·

δεν είχε αυτός τον θάνατόν τους παραγγείλη.

και αφού τυχαίνει ξάφνου να ευρεθήτ' επάνω

'ς το φονικό τούτο μυστήριον, απ' ταις μάχαις

της Πολωνίας σεις, και σεις απ' την Αγγλίαν

δώσετε προσταγήν τα λείψανα να βάλουν

εις υψηλό πατάρι, να τα βλέπουν όλοι,

κ' εγώ του κόσμου, 'πού αγνοεί, θα φανερώσω

πώς εσυνέβηκαν αυτά· θ' ακούσετ' έργα

σαρκικά (29), φονικά και παρά φύσιν· κρίσες (30)

της τύχης, φόνους (31) κατά σύμπτωσιν, θανάτους (32)

της πανουργίας έργον και δεινής ανάγκης,

και, 'ς την έκβασιν τούτην, σχέδια (33) πώχουν σφάλη

και αφάνισαν τους γεννητάς των· όλα τούτα

δύναμ' εγώ να εκθέσω καθαρά.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Και αμέσως

να τ' ακούσωμε ας πάμε· και όλ' οι μεγιστάνες

ας καλεσθούν εις τούτην την συνάθροισίν μας.

Και ως προς εμέ, αν και με λύπην, αγκαλιάζω

την τύχην μου· μου ανήκουν εις το κράτος τούτο

δικαιώματ' αρχαία και να τ' απαιτήσω

η ώρα τούτη με καλεί.

ΟΡΑΤΙΟΣ

Διά τούτο ακόμη

θα έχω λόγον να ομιλήσω, και απ' τα χείλη

ανδρός, οπού η φωνή του θέλει σύρη και άλλους.

Αλλ' ό,τ' ειπώθη ας γίνη ευθύς, ενόσω ακόμη

τα πνεύματ' είν' ερεθισμένα, μήπως άλλη

μας τύχη συμφορά, 'πού δύναται να φέρη

δόλος ή πλάνη.

ΦΟΡΤΙΜΠΡΑΣ

Καθώς πρέπ' εις στρατιώτην

τέσσεροι τον Αμλέτον 'ς το υψηλό πατάρι

οπλαρχηγοί θα φέρουν· έδιδεν ελπίδαις,

αν είχεν ανεβή 'ς τον θρόνον, βασιλέας

αληθινός να δείξη· και θα τον υμνήση

εις τον ενταφιασμόν του η μουσική μας μ' όλαις

των όπλων ταις τιμαίς. Τα λείψανα σηκώστε·

θέαμα τέτοιο 'ς του πολέμου τα πεδία

ταιριάζει, εδ' όμως είναι ανάρμοστη ασχημία.

Προστάξτε τους στρατιώταις να πυροβολήσουν.

[Νεκρώσιμη πορεία. Εξέρχονται με τα λείψανα· κατόπιν

πυροβολισμός.]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Με τον αστερίσκον διακρίνονται αι εξηγήσεις των Κριτικών.

ΠΡΑΞΙΣ Α'

1) &Τις ει;& ο Βερνάρδος κάμνει την στρατιωτικήν ερώτησιν, η οποία

δεν ανήκει εις αυτόν αλλά εις τον σκοπόν· ερωτά τον Φραγκίσκον εάν

επέρασεν ήσυχα· τον παραγγέλλει να είπη εις τον Οράτιον και εις

τον Μάρκελλον να μη αργήσουν· όλα αυτά προέρχονται από την ταραχήν

του και από τον φόβον μη ευρεθή μόνος όταν παρουσιασθή το

φάντασμα.

2) &Κακώς εκείνος&. Εις το κείμενον «a piece of him, ένα μέρος

αυτού». Δηλαδή, είμαι εδώ και δεν είμαι· ο αστεϊσμός φανερόνει την

ιλαράν διάθεσιν του Ορατίου, ο οποίος δεν πιστεύει εις τα

φαντάσματα και έρχεται αυτού απλώς διά να ευχαριστήση τους φίλους

του.

3) &σπουδασμένος είσαι&. * Και επομένως δυνάμενος να ομιλή

λατινικά, διότι οι εξορκισμοί ήσαν γραμμένοι εις λατινικήν

γλώσσαν.

4) &Να τον ομιλήσουν θέλει&. * Επιστεύετο και πιστεύεται ακόμη ότι

ένα Πνεύμα δεν δύναται να ομιλήση πριν του ομιλήσουν.

5) &Ποιος είσαι συ, 'πού αρπάζεις κλ.& Δηλαδή, οπού έχεις την

δύναμιν να εμφανίζεσαι εις ωρισμένην ώραν και να ιδιοποιηθής τα

σχήμα του αποθαμένου Βασιλέως.

6) &του θαμμένου Δανού&. Του Βασιλέως της Δανίας.

7) &Κάρφος διά να θολώση κλ&. Καθώς ένα κάρφος εμποδίζει την

φυσικήν όρασιν, ομοίως τοιαύτη εμφάνισις έρχεται διά να φέρη

ταραχήν, απορίαν εις τον νουν μας.

8) 'Σ την Ρώμην κλ. Πρβ. Vergil. Georgie. I. v.466 sq. Ovid.

Metam. XV. v. 782 sq.

9) &'ς τον ήλιον χαλασμοί&. Πρβ. Πλουτ. Καίσ. LXIII. «Το περί τον

ήλιον αμαύρωμα της αυγής· όλον γαρ εκείνον τον ενιαυτόν ωχρός μεν

ο κύκλος και μαρμαρυγάς ουκ έχων ανέτελλεν».

10) &'ς της Κρίσεως την ημέραν&. Διότι κατά τον Ματθαίον κεφ. κδ'.

29 «μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος σκοτισθήσεται και η

σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής».

11) &Το δώρο αν έχεις της φωνής κλ&. Δηλαδή, αν έχεις ανθρωπίνην

φωνήν ή κάποιον άλλον ήχον. Εις τον Όμηρον (Οδ. Ω. στ. 5) αι ψυχαί

των μνηστήρων «τρίζουσαι έποντο», και ο λαός μας αποδίδει εις τους

Βρυκόλακας όχι ανθρωπίνην φωνήν, αλλά ένα άναρθρον μούγκρισμα.

12) &θησαυρόν της αδικιάς&. Αντί, αδίκως συναγμένον· εδανείσθημεν

την φράσιν από την λαϊκήν παροιμίαν «της αδικιάς το γέννημα σε

καταποντισμένο μύλο».

Το κείμενον «extorted treasure», δηλαδή, θησαυρόν τον οποίον

άρπαξες από τον αδύνατον. Ενομίζετο ότι περιπλανώμενον Πνεύμα δεν

δύναται να εύρη ανάπαυσιν έως να αποκαλύψη τον κρυμμένον θησαυρόν.

Και εις τον λαόν μας υπάρχει η πρόληψις ότι τα Πνεύματα

εμφανίζονται διά να καταδείξουν κρυμμένον θησαυρόν.

13) &'ς τα σύνορά του&. Εκεί όπου είναι καταδικασμένος να μένη, ή

εις τον Άδην ή εις το Καθαρτήριον πυρ.

14) &άστρο δεν πληγόνει&. * Η επιρροή των πλανητών εθεωρείτο

κακοποιός.

15) &Νύμφη καμμιά δεν βλάπτει&. Fairy γαλλιστί Fée, θεότης της

μεσαιωνικής μυθολογίας· διαφέρει από την ιδικήν μας Νεράιδα.

16) &'ς αυτόν, θαρρώ, θα κρίνη&. Είναι πιθανόν ότι το Πνεύμα του

Βασιλέως θα είπη εις τον υιόν του ό,τι δεν δύναται να είπη εις

άλλον.

17) &εδώ γραμμένα&. Εις την επιστολήν την οποίαν εγχειρίζει εις

αυτούς.

18) &Κεφαλή και καρδιά κ.λ.& Η ψυχολογική σχέσις του νου και της

καρδίας και η μηχανική του στόματος και της χειρός δεν είναι τόσον

στεναί όσον εκείνη του Συμβούλου προς τον Βασιλέα του.

19) &Κάπως — ανέβηκ' η συγγένεια&. Απεδώκαμεν το λογοπαίγνιον του

κειμένου· «a little more than kin and less than kind» «κάτι

περισσότερον παρά συγγενής και ολιγώτερον παρά ευμενής». Ο άνομος

γάμος με την Γελτρούδην αύξησε τον συγγενικόν δεσμόν του Κλαυδίου

με τον Αμλέτον αλλά συγχρόνως εγέννησε τα μίσος τούτου προς τον

Κλαύδιον.

20) &πολύ 'ς τον ήλιον είμαι&. Δηλαδή, υποφέρω πολύ· κατά την

αγγλικήν παροιμίαν «out of God's blessing in the warm sun = έξω

από την χάριν του Θεού εις τον θερμόν ήλιον».

21) &το μαύρο χρώμα&. Τα πένθιμα φορέματα· μόνος ο Αμλέτος

μαυροφορεί διά τον θάνατον του Βασιλέως.

22) &Ναι, δέσποινα, κοινό&. Ειρωνικώς.

23) &'ς της Βυττεμβέργης την σχολήν&. Το Πανεπιστήμιον της

Βυττεμβέργης εσυστήθη το 1502, δηλαδή μετά την εποχήν εις την

οποίαν ανήκει ο μύθος του Αμλέτου. Ο Shakespeare δεν αποφεύγει

αναχρονισμούς, όταν μάλιστα χρησιμεύουν εις το νόημά του.

24) Ο Μάρκελλος; Χαιρετισμός προς τον Μάρκελλον.

25) &θα μάθης κλ&. Πρβ. σκ. δ. στ. 15 και εξής.

26) &Απ' το νεκρόδειπνο&. Το κατόπιν της κηδείας συμπόσιον

συγγενών και φίλων. Εις τον Όμηρον ονομάζεται «τάφος» (Οδ. Γ. 309

και Ιλ. Ψ. 29). Εις την Κέρκυραν ονομάζεται Συχώριο, αλλού

Μακαριά, και, κατά τον Κοραήν, Νεκρόδειπνο. Εις την Αγγλίαν

επικρατεί ακόμη το έθιμον είς τινας πόλεις.

27) &Να είχ' απαντήση κλ&. Παρά να δοκιμάσω παρομοίαν λύπην θα

επροτιμούσα ν' αποθάνω και ν' απαντήσω εις τον τόπον της

μακαριότητος τον χειρότερον εχθρόν μου.

28) &Έργα μιαρά κλ&. ο Shakespeare, καθώς και οι σύγχρονοί του

δραματικοί άγγλοι ποιηταί, συνηθίζει να κλείη μίαν ομιλίαν με

δίστιχον ομοιοκατάληκτον, ιδίως εις το τέλος της σκηνής, ως διά να

δώση εις την έννοιαν τύπον επιγραμματικόν.

29) &ο ναός&. Δηλαδή, το σώμα. Πρβ. Ιωάν. κεφ. β'. 22. «εκείνος (ο

Χριστός) δε έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού».

30) &της ψυχής και του νου&. Πρβ. Ηρόδ. Γ'. 134. «αυξανομένω γαρ

τω σώματι συναύξονται και αι φρένες».

31) &το κάλλος της κλ&. Πρβ. Δημοτικό τραγούδι· «Μάννα με τους

εννιά σου υιούς και με τη μια σου κόρη — 'ς τα σκοτεινά την

έλουζες, 'ς το φέγγος την επλέκες».

32) &'Σ τους στοχασμούς σου γλώσσαν κλ&. Όμοιαι σχολαστικαί

παραγγελίαι περιέχονται εις το «Παραινετικόν Ποίημα Αλεξίου του

Κομνηνού» (Wagner, Carmina Graeca Medii Aevi). «Μη προλαμβάν' η

γλώσσα σου ποτέ τους λογισμούς σου· — πολλούς γαρ εκ συναρπαγής

παρέδωκεν η γλώσσα — και διά τούτο πρόσεχε πρώτον καλά και σκόπει

— και τότε λάλει ταπεινά και μεμελετημένα... Απόφευγε τας

ταραχάς, φεύγε και τους κινδύνους — ει δε συμβή σε κ' εμπλακής εις

κίνδυνον πολλάκις — ως άνδρας αγωνίστησε να ζήσης, ν' αποθάνης...

Μη κάμης φίλους σύντομα και πάλιν τους αφήσης· — ώσπερ γαρ ένι

σιχαντόν το να μη έχης φίλους — ούτως ένι υπόψογον συχνά να κάμης

φίλους — να τους αφήσης σύντομα και να γυρεύης άλλους· — ένεκεν

τούτου πρόσεχε πρώτον καλά και σκόπει, — και τότε γύρεψε καλώς να

κάμης την φιλίαν· — αφ' ότου φθάσης κ' εύρης τον εκείνον σου τον

φίλον, — τότε προχείρου μετ' αυτόν μετά πολλής αγάπης».

31) &κάλπικα σημεία&. Το λογοπαίγνιον εις την μετάφρασίν μας,

καθώς εις το κείμενον, γίνεται με τρεις διαφόρους σημασίας της

αυτής λέξεως.

34) &ασπέδιστος&. Σπεδίζουν τον ίππον, δηλαδή δένουν μεταξύ των τα

δύο του εμπρόσθινά πόδια, ώστε δύναται μεν να τα κινή, αλλ' όχι

και να βηματίζη ευκόλως μακράν από τον τόπον της βοσκής του.

35) &τον θρίαμβόν του&. Ειρωνικώς.

36) &το δράμι — όνειδός του&. Η μετάφρασίς μας αποδίδει το

κείμενον κατά την καλητέραν διόρθωσιν των Κριτικών «the drom of

bale - doth all the noble substance off and out - to his own

scandal», αντί της φθαρμένης γραφής των πρωτοτύπων εκδόσεων.

37) &με σχήμα τόσο αξιομίλητον&. questionable = αξιομίλητον

και = αξιερώτητον. Του πατρός του η μορφή, με την οποίαν εμφανίζεται

το Πνεύμα, αναγκάζει τον υιόν να του ομιλήση (ή να τον ερωτήση),

διά να μάθη τον λόγον της εμφανίσεώς του. Άλλη εμφάνισις δεν θα

ήταν ικανή να τον υποχρεώση εις τούτο.

38) &της φύσεως τα εμπαίγματα&. Η φύσις, ως περικυκλόνει τον

άνθρωπον με τ' ανεξήγητα φαινόμενά της, φαίνεται ότι εμπαίζει την

άγνοιάν του.

39) &εις το ποτάμ' ή 'ς τον φρικτόν βράχον&. Υποτίθεται εκεί

πλησίον ποταμός ή βράχος επάνω εις την θάλασσαν, δια να χρησιμεύση

εις την ποιητικήν παράστασιν.

40) &θηρίον της Νεμέας&. Ο λέων τον οποίον εφόνευσεν ο Ηρακλής.

41) &Πού θα με πας; ομίλει&. Ο Αμλέτος, αφού διά κάμποσο διάστημα

ακολούθησε το Πνεύμα, απαιτεί από αυτό να σταματήση τέλος πάντων

και να του ομιλήση.

42) &μες ταις φλόγαις να λιμάζω&. Οι κολαζόμενοι υποφέρουν και

πείναν και δίψαν. Πρβ. Ευαγγέλ. Λουκ. ις'. 24. και Dante Inferno

XXX. 64. «ed ora lasso, un gocciol d'aqua bramo».

43) &Θεέ μου!& Επικαλείται τον Θεόν μάρτυρα της προς τον πατέρα

του αγάπης του.

44) &ομοίως κ' η ασέλγεια κλ&. Πρβ. Ευριπ. Αντιόπη, απόσπασμα 212.

«Κόρος δε πάντων· και γαρ εκ καλλιόνων — λέκτροις επ' αισχροίς

είδον εκπεπληγμένους, — δαιτός δε πληρωθείς τις άσμενος πάλιν —

φαύλη διαίτη προσβαλών ήσθη στόμα».

45) &μηλοχόρτου&. ούτως ονομάζεται τώρα κατά τον Κοραήν (Άτακτα V.

45) ο υοσκύαμος· είναι φυτόν «μανιώδες και καρωτικόν» κατά

Διοσκορίδην (IV. 69). Hyoscyamus. Oleum fit ex semine quod ipsum

auribus infusum tentat mentem. Plin. Hist. Nat. Lib. XXV. c.17.

46) &ως του Λαζάρου λώβα&. Η λέπρα. Πρβ. Ευαγγέλ. Λουκ. ις'. 20.

47) &χωρίς να λάβω μύρον&. L' extrême onction, το χρίσμα το οποίον

οι Λατίνοι δίδουν εις τον ετοιμοθάνατον.

48) &η λαμπυρίδα — φως&. Δηλαδή, το να ολιγοστεύη η λάμψις της

λαμπυρίδας προμηνά τα χαράματα· «άνεργο», διότι λάμπει χωρίς

θερμότητα ή προληπτικώς, διότι θα αφανισθή με το φως της ημέρας.

49) &την σαλευμένην τούτην σφαίραν&. Πιάνει την κεφαλήν του την

οποίαν ονομάζει σφαίραν διά το σχήμα της.

50) &Γυνή&. Αποστροφή προς την μητέρα του, κατόπιν προς τον θείον

του.

51) &Το σημειωματάρι μου&. Ο Αμλέτος αναγράφει εις το σημειωματάρι

του την υποκρισίαν και την μοχθηρίαν του Κλαυδίου ως πράγμα, το

οποίον ήταν δυνατόν να λησμονήση· η φαινομενική αυτή ελαφρότης

προέρχεται από τον παροξυσμόν του πάθους του.

52) &ω πουλί μου — κατέβα&. Αστειευόμενος ομιλεί ως κυνηγός οπού

ανακαλεί το γεράκι, το οποίον είχεν απολύση διά να κυνηγήση·

λέγει, «κατέβα», διότι, ως φαίνεται, οι φίλοι κατεβαίνουν από

λόφον διά να τον εύρουν.

53) &δεν σώζεται κακούργος κλ&. Ήθελε να είπη «όμοιος του βασιλέως

Κλαυδίου», αλλά διά να μη φανερώση το μυστικό του συμπληρόνει την

περίοδον με ανόητον ταυτολογίαν.

54) &προσβολή&. Αινίττεται το κακούργημα του θείου του.

55) &Εις το σπαθί μου&. Ή διότι η λαβή είχε σταυρόν, ή διότι εις

τα βόρεια έθνη ήταν συνήθεια να ορκίζωνται επάνω εις το ξίφος.

56) Τώρα εδώκαμ' όρκον. Δηλαδή, όταν έδωκαν την διαβεβαίωσιν εις

την τιμήν των.

57) &τιμημέν' εργάτη&. Εννοεί εργάτην των μεταλλείων. Το Πνεύμα

οπού προχωρεί κάτω από την γην και του οποίου η φωνή ακούεται από

τα βάθη της, παραβάλλεται με μεταλλευτήν, με κελλάρην ευρισκόμενον

μέσα εις υπόγειον αποθήκην (κατωκέλλι), με σκαπανέα και με

χαμώρυγα (άλλως τυφλοπόντικα) ακόμη διά την ταχύτητα με την οποίαν

τούτο το ερπετόν διέρχεται το χώμα.

58) &πρέπει τόπον — ν' αλλάξωμεν&. Ο Αμλέτος προσκαλεί τους φίλους

να μεταβούν παρέκει, διότι είναι βέβαιος ότι όπου και αν υπάγουν η

φωνή του Πνεύματος θ' ακουσθή και επομένως αυτοί θα πεισθούν ότι

αυτό το Φάντασμα, ως υπερφυσική δύναμις, τους επιβάλλει να

ορκισθούν εχεμυθίαν.

59) &αυτό 'πού τώρ' ακούσετε&. Πρώτα ωρκίσθησαν να μη ειπούν τι

είδαν, τώρα προσκαλούνται να ορκισθούν να μη είπουν τι άκουσαν,

δηλαδή την από τα βάθη της γης φωνήν του Πνεύματος.

60) &ως ξένον&. Κατά την πιθανωτέραν ερμηνείαν· καλοδέξου το,

καθώς δεχόμεθα τους ξένους, χάριν φιλοξενίας, χωρίς να εξετάζωμεν

προηγουμένως το πρόσωπον του φιλοξενουμένου.

61) &Πολλά πράγματα, Οράτιε κλ&. Εκτός των όσα διδάσκονται εις τα

Σχολεία περί των φυσικών πραγμάτων και των υπερφυσικών, υπάρχουν

άλλα πολλά ανεξερεύνητα μυστήρια.

62) &Αλλά ελάτ' εδώ, 'σάν πρώτα&. Δηλαδή, ορκισθήτε πάλιν εδώ

επάνω εις το σπαθί μου. Εδιατηρήσαμεν εις τους επομένους στίχους

έως το «ορκισθήτε» το υπερβατόν, διότι το μετέωρον της φράσεως

καθιστάνει σεμνήν και επιβλητικήν την παραγγελίαν του Αμλέτου.

63) &τα χέρια να σταυρώσετ', έτσι κλ.& Συνοδεύει την ομιλίαν του

με σχήματα ανάλογα προς ό,τι λέγει.

64) &δεν λείπουν, αν μπορούσαν&. Δηλαδή, υπάρχουν όνθρωποι οπού

γνωρίζουν τα μυστικόν, αλλά δεν συγχωρείται εις αυτούς να

εξηγηθούν.

ΠΡΑΞΙΣ Β.

1) &Κρίνε συ την διάθεσίν του κλ&. Δηλαδή, ως νέος κρίνε, μάντευε

την κλίσιν του ομηλίκου σου.

2) &Και άφησέ τον&. Δηλαδή, άφησέ τον να κάμνη ό,τι του αρέσει.

Άλλοι εξηγούν· κάμε ώστε να σου ειπή τα μυστικά του.

3) &συρταίς, 'σάν κλάπαις, 'ς τ' αστραγάλι&. Τα περιπόδια μαζωμένα

κάτω εις τους πόδας ωμοίαζαν με κλάπαις ( = κλοιόποδες. Ίδ. Κοραή

Άτακτα Α'. 68) καταδίκου.

4) &απ' τον αρμόν&. ο λαός μας ονομάζει αρμούς τας αρθρώσεις εν

γένει και ιδίως την μεταξύ της χειρός και του βραχίονος.

5) &έτσι επάνω — 'ς τα φρύδια του&. Διά να σκιάση τους οφθαλμούς

όπως ανεμπόδιστος από το φως δυνηθή να παρατηρήση καλήτερα.

6) &ο έρωτας — γεννήση&. Δηλαδή, κατά το κακόζηλον ύφος του

Πολωνίου, η αποκάλυψις του έρωτος του Αμλέτου διά την Οφηλίαν

δύναται να κινήση εναντίον του πατρός της την οργήν του Αμλέτου (ή

του Βασιλέως), αλλά πάλιν η αποσιώπησις δύναται να φέρη χειρότερα,

δηλαδή να κάμη τον Αμλέτον να χάση όλως δι' όλου τας φρένας του.

7) &του δείπνου εκείνον παραφάγια&. Αι ειδήσεις τας οποίας

κομίζουν οι πρέσβεις από την Αγγλίαν είναι ο δείπνος, η ανακάλυψις

του λόγου της παραφροσύνης του Αμλέτου τα παραφάγια (εις την

αρχαίαν «επιδόρπιον»).

8) &Βασιλειά μου σεπτέ κλ&. Εννοεί να είπη ότι αυτός καλώς

γνωρίζει τα καθήκοντά του προς τους Βασιλείς του, και ότι τούτου

έδωκε νέαν απόδειξιν με το να ανακαλύψη, ως πιστεύει αυτός, τον

λόγον της παραφροσύνης του Αμλέτου.

9) &του φαινομένου τούτου&. Εις το κείμενον το λογοπαίγνιον

γίνεται με την ομοίαν κατάληξιν των λέξεων «effect και defect»·

εις την μετάφρασιν διπλήν σημασίαν της λέξεως λόγος =αιτία και =

έννοια.

10) &τούτο απομένει — κρίνετε&. Δηλαδή, τούτο είναι το συμπέρασμα,

τουτέστιν ότι ο Αμλέτος είναι τρελλός, και ιδού πώς θα το

εξηγήσετε (όταν σας δείξω το ερωτικό γράμμα του Αμλέτου).

11) &την ωραιωμένην&. Κακόζηλος λέξις των μεσαιωνικών μας

ποιημάτων (Διηγ. Πλάτσια Φλώρης στ. 6 «εξαίρετος εις ηλικιάν πλην

ήτον ωραιωμένη»)· αντιστοιχεί προς την κακόζηλον του κειμένου

Beautified.

12) &υπέρλευκον κόλπον της&. * Εις την εποχήν του Shakespeare αι

κυρίαι είχαν εις το σωκάρδι των ένα φυλακτήριον διά τα γράμματα.

13) &τούτ' η μηχανή&. Το σώμα του.

14) &'σαν αναλόγ' ή 'σαν γραφείο». Δηλαδή, εάν, ενώ εγνώριζα ότι

έχουν αλληλογραφίαν, έμενα αναίσθητος ως το γραφείον οπού

γράφονται, ή ως το αναλόγι, οπού αναγινώσκονται αι επιστολαί.

15) &Διότι αν ο ήλιος — κόρη σου&. Εδιατηρήσαμεν την γραφήν των

αρχετύπων εκδόσεων «being a good kissing carrion» (την οποίαν

εδιόρθωσαν «a god kissing carrion», θεός οπού φιλεί ψοφίμι). ο

συλλογισμός του Αμλέτου, με την αταξίαν και τας αποσιωπήσεις της

πλαστής παραφροσύνης του, προχωρεί ως εξής· η τιμιότης είναι

εξαίρεσις, η διαφθορά κανών, τόσον ώστε και η αγαθωτέρα ενέργεια,

όταν εις το αντικείμενόν της ευρίσκει διάθεσιν προς το κακόν, αντί

να το καλητερεύση το χειροτερεύει, καθώς η ευεργετική δύναμις του

ηλίου επιταχύνει το σάπισμα εις το ψοφίμι, το οποίον είναι πράγμα

«καλό να φιληθή από τον ήλιον», διότι ανταποκρίνεται εις το φίλημα

με το να γεννοβολήση πολλά σκουλήκια. Διά τούτο σε συμβουλεύω να

μη αφήσης την θυγατέρα σου να εκτεθή εις τας ακτίνας του ηλίου,

διότι η σύλληψις (=κατανόησις) είναι καλή, όχι όμως και η φυσική

σύλληψις, όπως δύναται να συμβή της θυγατρός σου. Πρβ. του ιδίου

Shakespeare, Measure for Measure Act IΙ. sc. 2... «εγώ 'μαι ο

πταίστης, 'πού, 'ς τον ήλιον — ενώ μένω σιμά 'ς τα γιούλι, μου

συμβαίνει — ό,τι παθαίνει το ψοφίμι, και όχι τ' άνθος — φθείρομαι

απ' την καλήν ενέργειαν...»

Αμλέτος · 第 3 / 7 题