ΑΙΑΚΟΣ

Κι' αν ειπής και για τους άλλους, μήπως δέχεται κι' αυτούς

πως μπορούνε νάχουν γνώμη

και για ποιητάς ακόμη;

Έτσι τον αφεντικό σου για κριτή θα φέρουν γύρα

που χει [λένε] για την τέχνη του θεάτρου [κάποια] πείρα. {100}

Έλα τώρα πάμε μέσα• γιατί, σαν ταφεντικά μας

κάτι γρήγορα γυρεύουν, το ξεσπάνε στα πλευρά μας!

(Εισέρχονται αμφότεροι εις το Ανάκτορον).

* * * * *

{94} Ως εξηγείται και διά των εν ταις ακύλαις παρεντεθειμένων, η

επιτήρησις των Μυστηρίων εθεωρείτο μεγάλη τιμή και ιερά υπηρεσία.

{95} Ούτως απεδόθη η λέξις «ομόγνιε»: θαυμάζει την ομοιότητα των

πραγμάτων, δηλαδή τα όμοια ελαττώματα των υπηρετών, αντί να είπη «ω της

ομοιότητος!»

{96} Μεταφέρει το εν Αθήναις έθιμον και εις τον Άδην. Το Πρυτανείον ήτο,

ως γνωστόν, δημόσιον κτίριον, ένθα συνεδρίαζον οι Πρυτάνεις, διετήρουν τα

αγήματα, εφιλοξενούντο οι επίσημοι ξένοι και έτρωγον οι πολίται εις

δημοσίαν σίτισιν, εις νεωτέρους δε χρόνους μόνον οι ανεγνωρισμένοι σοφοί.

{97} Πατραλοίας.

{98} Κατ' άλλους υιός του Σοφοκλέους, κατά δε τον Απολλώνιον υποκριτής των

σοφοκλείων τραγωδιών, κωμωδούμενος ως ξένος.

{99} Εννοεί την μεγαλοπρέπειαν του ποιητικού ύφους του Αισχύλου.

{100} Ο Διόνυσος ήτο θεός και προστάτης της τέχνης, ανεφέρθη ως και

αλλαχού.

ΣΚΗΝΗ Ι'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Στην ψυχή του δίχως άλλο

ο βροντόφωνος Αισχύλος θάχη το θυμό μεγάλο,

όταν τον αντίπαλό του τον σκουξιάρη θ' αντικρύζη,

που τα δόντια θ'ακονίζη.

Απ' τη μανία τη μεγάλη

και τρομερή

θα γίνη πάλη

με λόγια, που θα μοιάζουνε με κράνη αστραφτερά

που νάχουν κι' αλογοουρά,

[λόγια]—αγκίδες καλαμιού—παρακινδυνευμένα,

μα κ' έργα τορνευμένα•

Κι' ο [Ευριπίδης] από δω προφύλαξι θα πάρη

[απ' τον Αισχύλο τον αντίπαλο του],

που μοιάζει κάθε λόγος του με καβαλλάρη,

κ' έχει την τέχνη μέσα στο μυαλό του.

Και ο [Αισχύλος από κει] τη χαίτη του τινάζοντας

απ' τα δικά του τα μαλλιά, τα πυκνωμένα,

θα ειπή με βροντερή φωνή και σκουντουφλιάζοντας

λόγια σφιχτοδεμένα,

και ξεκολλώντας [τώνα με το άλλο],

όπως σανίδες καραβιού από σεισμό μεγάλο! {101}

Μα και του άλλου η γλώσσα η γυαλιστερή

και η καλοδεμένη,

θα βγη ξετυλιγμένη•

οι χαλινοί της οι φθονεροί

θα κινηθούνε, και [δεν θ' αργήση]

να κομματιάση, να λεπτολογήση,

τα λόγια, που [για να τα ειπή κανένας μόνο,

θα νοιώση να του φέρνουνε μέσ'] στα πλεμόνια πόνο!

ΑΥΛΑΙΑ

* * * * *

{101} Αδύνατος δι' εμέ τουλάχιστον η ακριβεστέρα απόδοσις εις στίχους

ομοιοκαταλήκτους του χορικού τούτου, έχοντος επί λέξει εν τω κειμένω ως

εξής:

«...τότε δη μανίας υπό δεινής

όμματα στροβήσεται.

έσται δ' ιππολόφων τε λόγων κορυθαίολα νείκη,

σκινδαλάμων τε παραξόνια, σμιλεύματα τ' έργων,

φωτός αμυνομένου φρενοτέκτονος ανδρός

ρήμαθ' ιπποβάμονα.

φρίξας δ' αυτοκόμου λοφιάς λασιαύχενα χαίταν,

δεινόν επισκύνιον ξυνάγων βρυχώμενος ήσει

ρήματα γομφοπαγή, πινακηδόν αποσπών

γηγενεί φυσήματι.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

[Αίθουσα του εν τω Άδη ανακτόρου του Πλούτωνος, εν είδει προαυλίου. — Ο

Πλούτων κάθηται επί θρόνου εις το μέσον του βάθους της σκηνής, παραπλεύρως

δε αυτού επί μικροτέρου θρόνου ο Αισχύλος.—Ο Διόνυσος κάθηται εις έτερον

θρόνον, τοποθετημένον προς το αριστερόν παρασκήνιον, ο δε Ξανθίας ίσταται

όπισθέν του.— Ο Χορός των Μυστών έναντι του Διονύσου προς το δεξιόν

παρασκήνιον και προ αυτού ο Ευριπίδης όρθιος, με την δεξιάν χείρα

προκλητικώς τοποθετημένην επί του θρόνου του Αισχύλου].

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ — ΑΙΣΧΥΛΟΣ — ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ — ΠΛΟΥΤΩΝ — (ΞΑΝΘΙΑΣ) ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Διόνυσον)

Μη χάνης τα λογάκια σου• το θρόνο δεν αφίνω•

είμαι στην τέχνη πειο καλός απ' [τον Αισχύλο] εκείνο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αισχύλε, τι εσώπασες ; Ακούς το τι σου ψάλλει;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Στάσου, τη σοβαρότητα να πάρη τη μεγάλη,

όπως στης τραγωδίες του φορές παρά πολλές

μας το σκαρώνει.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, και συ! πολύ χονδρά τα λες!

ευλογημένε άνθρωπε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τον ξέρω από προτήτερα

κι' απ' όλους πειο καλήτερα:

που φτιάνει άγριους ήρωας [στα έργα του], κι' ακόμα:

έχει τη γλώσσ' αυθάδικη, μα έχει και το στόμα

ακράτητο κι' απύλωτο και δίχως χαλινούς•

που [ο δικός του νους]

δεν είπε τίποτε σωστά,

και βγαίνουνε τα λόγια του ξυλοδεματιαστά. {102}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ω γυιέ της Λαχανοθεάς! {103} να λες αλήθεια τάχα ;

συ, που μαζεύεις όπου βρης φαφλαταριές {104} μονάχα

[κ' έχεις για μόνη σου δουλειά]

φτωχόν τον κάθε βασιληά {105}

να φτιάνης,—συ λοιπόν μιλείς 'ς εμένα με τη γλώσσ' αυτή,

ω κουρελομπαλωματή ;{106}

Ησύχασε, κι' ώρες πολλές

δεν θα χαρής γι' αυτό που λες!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κόφ το, Αισχύλε! [στάσου!]

δεν πρέπει και ν' αναφτούνε πολύ τα αίματά σου.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Δεν παύω τούτη τη φορά,

πριν αποδείξω καθαρά

ποιος είν' η αφεντιά του,

που φτιάνει [όλο ήρωας] κουτσούς [στα δράματά του]. {107}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Χορόν)

Μαύρο αρνί φέρτε, παιδιά! {108} όπου κι' αν ήνε τώρα

θα μας πλακώσ' η μπόρα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (προς τον Ευριπίδην)

Συ, μονολόγους κρητικούς στα έργα σου συνάζεις, {109}

και γάμους όλο ανόσιους μέσα στην τέχνη βάζεις {110}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αισχύλε πολυτίμητε! κρατήσου απ' το βρισίδι.

— Και συ, αν είσαι φρόνιμος, ω πονηρέ Ευριπίδη,

φυλάξου απ' το χαλάζι αυτό, μήπως και σου τινάξη

κανένα λόγο απ' το θυμό βαρύ στον κρόταφό σου,

σαν το ραπανοκέφαλο, {111} και όξω σου πετάξη

τον Τήλεφό σου!

— Αλλά και συ δίχως θυμούς, Αισχύλε, ρώτησε τον

κ' ήσυχα ξέτασέ τον

γιατί κανείς δεν πρέπει

τους ποιητάς να βλέπη

ως είδος τι φουρνάρισσες ν'αλλάζουνε βρισίδια•

μα σαν πουρνάρι, που άναψε, τριζοβολάς τα ίδια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Εγώ είμαι τώρα έτοιμος και τόπο δεν θα δώσω,

ή πρώτα τον δαγκώσω,

ή πρώτα δαγκωθώ εγώ• ας κάμη όπως ξέρει,—

στους στίχους και στα λυρικά και 'ς [όσ' ακόμα μέρη

έχουνε] νεύρο τραγικό• [κι' αν θέλη ας ορίση

να' βάλουμε σε κρίσι]

Αίολο και Μελέαγρο και τον Πυλέα ακόμη. {112}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και συ ποιάν έχεις γνώμη ;

για πες, Αισχύλε, τι ζητείς ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Θα ήθελα η κρίσι

να μη γενή στον τόπο αυτόν, γιατί δεν είνε ίση

η θέσις καθενός.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Γιατί;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Γιατί μαζύ μ' εμένα

τα έργα δεν πεθάνανε. που έχω εγώ γραμμένα,

[και μένουν με τους ζωντανούς μαζύ], μα η δική του

η ποίησις, επέθανε και ήλθ' εδώ μαζύ του,

και θάχη να μας ψάλλη•

μα σαν σου φαίνεται καλό, κ' έτσι θα γίν'η πάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον χορόν)

Εμπρός! ας έλθη κάποιος να μου φέρη

λίγο λιβάνι και φωτιά στο χέρι•

θέλω να ευχηθώ προτού ν' αρχίση

των επιχειρήματων τους η κρίσι,

να κρίνω τούτον τον αγώνα

με κάθε μουσικόν κανόνα.

Και τώρα σεις ν' αρχίσετε,

στης Μούσες έναν ύμνο σας να σιγοτραγουδήσετε.

(Είς εκ του Χορού προχωρεί και φέρει εις τον Διόνυσον πύραυνον και

λιβανωτόν).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Ω Μούσες, [κόρες] του Διός, αγνές εννηά παρθένες,

που των ανδρών της φρόνιμες και λεπτολόγες φρένες,

με της μεγάλες σκέψεις τους,{113} απάνωθε κυττάτε,

όταν καυγάδες πιάνουνε,

και τρικλοποδιά {114} βάνουνε,

κι' αντιλογούν,—-ελάτε,

για να επιτηρήσετε

δυο στόματα, που έχουνε τη δύναμι την ίδια,

και λόγια να χαρίσετε

και λογοπριονίδια {115}!

(Προς τους Ευριπίδην και Αισχύλον)

— Ελάτε τώρα εμπρός,

ο αγώνας της σοφίας ν' αρχίση ο λαμπρός,

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(προς τον Ευριπίδην και Αισχύλον)

Πρέπει και σεις να ευχηθήτε

τους στίχους σας προτού να ειπήτε.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Δήμητρα! που την ψυχή μου έθρεψες [με τόσα δώρα], {116}

και για τα μυστήρια σου να με κρίνης άξιον τώρα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ευριπίδην)

Να και συ λιβάνι, ρίχ' το.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

(λαμβάνων και ρίπτων εις το πυρ τον λιβανωτόν)

Ναι, καλά• μα είνε άλλοι

οι θεοί, όπου θα κάνω προσευχήν εγώ [μεγάλη],

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τι; θεούς δικούς σου ; έχεις και 'ς αυτούς καινούργιο κόμμα ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Βέβαια.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, προσευχήσου και στους ιδικούς σου ακόμα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Αιθέρια μου βοσκίσματα, {117}

γλώσσας στριφογυρίσματα,

σκέψι με πονηρό σκοπό,

ρουθούνια που βοηθάτε στη φωνή, {118} —

δόστε, δόστε να βγουν αληθινοί

οι λόγοι που θα ειπώ.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Κ' εμείς επιθυμούμε

λόγους καλούς, αρμονικούς,

από δυο άνδρες λογικούς

ν' ακούσουμε, και το σοφό το δρόμο τους να ιδούμε.

Η γλώσσ' αγρίεψε βαρειά,

και η καρδιά του καθενός έχει αρκετή παλληκαριά.

κι' ο νους τους δεν είν' ήσυχος κι' ακίνητος δεν μένει.

Πρέπει να περιμένη

καθένας μας ν' ακούση, από τον ένα

(δεικνύει τον Ευριπίδην)

λόγια κομψά, καλολιμαρισμένα,

κι' από τον άλλο

να βγη με κάθε λόγο του μεγάλο

και με ορμή πολλή,

και λογομπουρμπουλήθρες {119} να διαλή!

Το λόγο γρήγορα λοιπόν καθένας σας ας πάρη

και να μιλήσετε κ' οι δυο με ευγένεια και με χάρι

δίχως πολλές εικόνες

κι' αυτά, που άλλοι θάκαναν [σε όμοιους αγώνες].

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Α, όσο πεια για μένα

ποιος είμαι για την ποίησι [και τι έχω καμωμένα],

αυτό στο τέλος θα το ειπώ•

έχω προτήτερα σκοπό

αυτόν να εξετάσω,

και να τον ξεσκεπάσω,

η ψωροπερηφάνεια του, που είχε, να φανή

και η απάτη [του η τρανή],

οπού τους κουτοθεατάς τους είχε κοροϊδέψη,

με όλο που ο Φρύνιχος {120} [καλά] τους είχε θρέψη.

Και πρώτα-πρώτα έβγαλε πρόσωπα καθισμένα

και καλοσκεπασμένα:

τον Αχιλλέα [δηλαδή], ή τη Νιόβη [στη σκηνή], {121}

πρόσωπο δίχως να φανή,

— τύπους μονάχα τραγικούς, —

χωρίς ούτ' ένα τόσο δα μουρμούρισμα ν' ακούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα τον Δία, έχει δίκηο• ούτε λέξι δεν μιλούσαν.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κι' από τέσσαρες αρμάθες οι χοροί εκοπανούσαν

της στροφές, κι' εκείνοι πάλι

απ' το στόμα τους δεν είχαν ούτε μία λέξι βγάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Με διασκεδάζει τούτο και μ' αρέσει πειο πολύ

απ' τα λόγια, που καθένας στον καιρόν αυτόν μιλεί.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τότε, ξέρε το καλά,

είσαι βλάκας στα μυαλά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ναι, αυτό κ' εγώ νομίζω. Μα [για πες μου, σε ρωτώ]

και γιατί το κάνει αυτό ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Πονηριά: το θεατή του να τον κάνη να καθίση,

και να περιμένη πότε η Νιόβη θα μιλήση.

Κ' έτσι πεια [μ' αυτό το πράμα]

παίρνει δρόμο του το δράμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εννοών τον Αισχύλον)

Κύτταξε τον πονηρό!

μ' όλ' αυτά πούχε σκαρώση μας κορόιδευε καιρό!

(προς τον Ευριπίδην, ο οποίος εντείνει τα νεύρα του ωσεί ετοιμαζόμενος

προς πάλην:)

— Τώρα τι ανακλαριέσαι; {122}

βλέπω που στενοχωριέσαι.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Να τον ελέγξω πρόκειται. Και φλυαρώντας αρκετά,

όταν η τραγωδία του στη μέση φθάνη, μας πετά

και δώδεκα βοϊδόλογα, με φρύδια [σοβαρά]

και με λοφίο, άγνωστα και σκιάχτρα φοβερά

στους θεατάς.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (ειρωνικώς)

Αλλοίμονο! τρανή μου συφορά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον)

Σώπα λοιπόν!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και τίποτε δεν είπε καθαρά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ως άνω)

Μην τρίζης συ τα δόντια σου!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και άλλο δεν λέει παρ' αυτούς

Σκαμάνδρους,{123} τάφρους, γρυπαητούς

'ς ασπίδες καθισμένους

κι' από χαλκό φτιασμένους,

και λόγους αλογογκρεμούς, {124} που να τους εννοήση

κανένας δεν είν' εύκολο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κ' εγώ χω ξενυχτίση,

μα τους θεούς, πολύ,

σπάζοντας το κεφάλι μου να μάθω τι πουλί

είν' ο αλογοπετεινός. {125}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (προς τον Διόνυσον)

Βρε αμαθή! στα πλοία

ζωγραφισμένος βρίσκεται.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

[Για κύττα τι βλακεία!]

κ' ενόμιζα τον Έρυξι, το γυιό του Φιλοξένου.{126}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κ' ήταν ανάγκη πετεινού στα δράματα χωμένου ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Και συ, βρε αθεόφοβε! τι έχεις καμωμένα;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Εγώ ; αλογοπετεινό δεν έφτιασα κανένα,

μα ούτε και τραγέλαφους ακόμα, σαν κ' εσένα,

που βρίσκονται στα περσικά πανιά ζωγραφισμένα•

μα μόλις την παράλαβα την τέχνην από σένα,

πρησμένην από λόγια σου βαρειά και φουσκωμένα,

την έκαμα πειο αχαμνή, της έβγαλα τα βάρη

με στίχους όλο χάρι,

με λόγια, σαν περίπατο [ανακουφιστικά],

και σέσκουλα καθαρτικά,

και την ετάισα χυλό με τόση φλυαρία,

που όλη την εστράγγισα απ' τάλλα τα βιβλία.

Έπειτα την ανάθρεψα [καλά] με μονολόγους,

και δος του κι' ο Κηφισοφών στη μέση•{127} ούτε λόγος

ό,τι μου τύχη αρμάθιαζα,

και ούτε τα σαλάτιαζα,

μα οποίος είχε πρωτοβγή,

εκείνος και του δράματος έλεγε την καταγωγή.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, κάλλιο για το δράμα σου, παρά να λέη για σένα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Μ' από τον πρώτο λόγο αργόν δεν άφησα κανένα•

και η παρθένες, κ' η γρηές, αφεντικά και δούλοι,

μα κ' η γυναίκες [αν ρωτάς], τα ίδια λένε ούλοι.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Και δεν ήθελες σκότωμα λοιπόν, πούχες τολμήση

να κάμης [πρώτος] χρήσι

σε τούτο [το κακό] ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Το βρήκα δημοκρατικό]{128}

αυτό, μα τον Απόλλωνα, [για νάνε όλοι ίσοι]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, κάλλιο τη συζήτησι αυτή νάχες αφήση,

φίλτατε, γιατί δεν θαρρώ προς όφελος σου νάνε.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (δεικνύων το κοινόν)

Κ' έπειτα 'γω τους έμαθα και τούτους να μιλάνε.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μάλιστα• τούτο λέω κ' εγώ: πως έπρεπε να σκάσης

προτού αυτό τους φτιάσης.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και των λεπτών κανόνων

τη χρήσι εγώ μόνον

τους δίδαξα, και πως [μπορεί καθένας τους] τη σκέψι

προς τα λοξά να στρέψη,

να νοιώθουνε, να βλέπουνε, να στρίβουν, ν' αγαπάνε,

να κάνουνε τεχνάσματα και να φιλονεικάνε,

και να καταλαβαίνουν

μ' αλληγορίες το κακό, κ' εις κάθε τι να μπαίνουν.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Σωστά• μα τούτο λέω κ' εγώ.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Έβαλα στη σκηνή

και πράματ' από'τη ζωή την καθημερινή,

πράματα που τα ξέρουμε κ' εμπρός μας έχουν γίνη,

κ' έτσι μπορεί την τέχνη μου καθέναν να την κρίνη.

[Δράμα εγώ κανένα]

ποτέ δεν παραγέμισα με λόγια φουσκωμένα, {129}

την προσοχή των θεατών με βια να την τραβήξω,

ούτε να τους εκπλήξω

με Κύκνους και με Μέμνονες {130}, να βγαίνουνε στο δράμα

φουντοκουδουνοστόλιστοι {131} σαν τ άλογα. Τι πράμα

είν' οι δικοί μου μαθηταί και τ' είν οι μαθηταί του,

ευθύς θα καταλάβετε, περί του Μεγαινέτου

αν πω του Μαγνησίου, {132}

μα και του Φορμησίου {133}

[πούνε παλληκαράδες]

σαλπιγγολογχογένηδες, {134} χονδροκοροϊδευτάδες. {135}

Δικός μου είν' ο Κλειτοφών {136} [αυτός ο χασομέρης]

κι ο Θηραμένης ο κομψός. {137}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ο Θηραμένης ; [ξέρεις]

είν’ άνθρωπος πολύ σοφός και άξιος [ο καϋμένος],

κι' όπου βρεθή βρωμοδουλειά είν’ ανακατωμένος•

μα τη γλυτώνει, λέγοντας [με τρόπο πούχει τακτικό]

πότε πως είν από τη Χιό, πότε πως είν' από την Κώ. {138}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Να λοιπόν το κάθε πράμα

πούχω για την κριτική•

εγώ έβαλα στο δράμα

σκέψι, μα και λογική,

που να νοιώθη όπως πρέπει

ο καθένας, και να βλέπη

εις το βάθος καθετί.

και το σπίτι να κρατή

πειο καλά και από πρώτα, και να μπαίνη ν' ανακρίνη:

«πώς εγίνη αυτό; κ' εκείνο ποιος το πήρε ; τι έχει γίνη;»

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ναι, μα τους θεούς, το πράμα [όπως συ το λες] συμβαίνει•

γι' αυτό τώρα και στο σπίτι όποιος [Αθηναίος] μπαίνει,

τα κοπέλια του ρωτάει:

— «Πούχετε τη χύτρα βάλη;»

— « Από σας ποιος έχει φάη

της μαρίδας το κεφάλι;»

« —Ποιος έσπασε το περσινό

το πιάτο;»—«Ποιος το χθεσινό

το σκόρδο έχει φάη;»

— «Ποιος έφαγε και της εληές» ; Κι' ως τώρα [έτσι πάει]

και μένουνε ακόμα

[οι Αθηναίοι] σαν χαζοί και μ' ανοιχτό το στόμα.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (προς τον Αισχύλον)

Ω ένδοξ' Αχιλλέα! αυτά τα βλέπεις [τάχα]; {139}

να ιδούμε τώρα 'ς όλα τι έχεις ναπαντήσης ;

μα πρόσεξε μονάχα

μην τύχη και πηδήσης

τα όρια [και πάλι] {140},

γιατί κατηγορία σου σκάρωσε μεγάλη.

Μα πρέπει, παλληκάρι μου, ν' αρχίσης,

χωρίς και με θυμό, ναντιμιλήσης,

το δρόμο σου να λιγοστέψης

και τα πανιά σου να μαζέψης•

λίγο-λίγο να oρμήσης

με προφύλαξι πολλή,

ως που αγέρα ναπαντήσης.

ελαφρό και ασφαλή.

Με θάρρος λοιπόν άφησε τη βρύσι [την ορμητική],

που μόνος συ στους Έλληνας λόγια επύργωσες τρανά

κ' εστόλισες [παντοτινά]...

την φλυαρία την τραγική.{141}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Αυτό το συναπάντημα [δω κάτω] με θυμώνει

κι' αγανακτούν τα σπλάγχνα μου, που με υποχρεώνει

για ν' απαντήσω εγώ 'ς αυτόν. Αλλά, μην [καταντήση]

να ειπή πως εσυγχύσθηκα, ρωτώ κι' ας απαντήση:

[να μας είπη λοιπόν] σε τι

θαυμάζουνε τον ποιητή;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Στην επιτηδειότητα

και συμβουλευτικότητα,

[να βρίσκουμε τους τρόπους]

να φτιάνουμε καλήτερους στης πόλεις τους ανθρώπους.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Και αν δεν το καμες αυτό, και οι καλοί [στην πόλι]

και οι γενναίοι, από σε κακοί εβγήκαν όλοι,

τι πρέπει,—πες και μόνος σου—κανένας να του κάνη;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αυτόν τον ίδιον μη ρωτάς• νά, πρέπει να πεθάνη!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Σκέψου, τι Αθηναίους

πρωτοπαράλαβε από 'με: εις την ψυχή γενναίους,

τετράπηχους, χωρίς ποτέ να κρύβωνται στη χώρα,

κι' όχι ανθρώπους πρόστυχους και πονηρούς {142} σαν τώρα,

αλλά που επιθυμούσανε τη λόγχη, το κοντάρι,

[που τους ανάβανε] θυμοί μ' εφτά βωδιών τομάρι, {143}

περκεφαλαίες τρίλοφες, περικνημίδες, κράνη!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (με κωμικήν απελπισίαν)

Αν πάη έτσι το κακό θρίψαλα θα με κάνη

με την κ ρ α ν ο π ο ι η τ ι κ ή {144}! Ποια τέχνην είχες πάρη,

που έτσι δα τον έφτιασες καθένα παλληκάρι ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Εμπρός, Αισχύλε, μίλησε και μη στενοχωρήσαι•

μόνον αρκεί περήφανος κι' αυθάδης να μην ήσαι.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Με δράμα μου πολεμικό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ποιό είνε ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

«Οι επτά

οι επί Θήβας». Είδανε [οι Αθηναίοι αυτά

που έγραψα], κ' ηθέλησαν να γίνουνε γενναίοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Με τούτο έκαμες κακό• εβγήκαν οι Θηβαίοι

πειο δυνατοί στον πόλεμο•—- και ξύλο σου χρειάζεται.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Αλλά για τούτο έπρεπε και σεις να τους ωμοιάζετε,

και όμως δεν το κάνατε. Και με τους «Πέρσας» [πάλι],

το δράμα μου το άριστο, τέχνη σας έμαθ' άλλη,

πώς να νικάτε τους εχθρούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αλήθεια• μια φορά

πως ο Δαρείος πέθανε ακούοντας, πολλή χαρά

αισθάνθηκα• μα κι' ο χορός [το ίδιο], απ' τη χαρά του

φώναξε: «α!» και χτύπησε τα χέρια [τα δικά] του.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ναι, τούτο πρέπει [πάντοτε] οι ποιηταί ν' ακολουθούν,

κι' απ' την αρχήν να το σκεφθούν,

πως οι γενναίοι ωφελούν τον κάθε ποιητή.

Μα κι'ο Ορφεύς μας δίδαξε την ιερά την τελετή

κι' από τους φόνους αποχή.

Μα κι' ο Μουσαίος {145} των χρησμών [μας έκαμε τη διδαχή]

και κάθε αρρώστιας γιατρειά• το έδαφος το καρπερό

μας έμαθ' ο Ησίοδος, και των καρπών κάθε καιρό,

και τώργωμα• κι' ο Όμηρος ο θείος, πούθε πάλι

τη δόξα [τη μεγάλη]

και της τιμές του έλαβε, παρ' από της περιγραφές

όπλων, της αρετές ανδρών, της παρατάξες και στροφές

πολέμου ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και όμως μάθημα δεν έδωκε πολύ καλό

στον Παντακλέα {146} τον δειλό,

[αυτόν] που βγήκε μια φορά

εις την πομπή την ιερά,

και έβαλε προτήτερα το κράνος στο κεφάλι,

χωρίς και το λοφίο του να θυμηθή να βάλη.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μα δίδαξε το Λάμαχο {147} τον ήρωα, κι' άλλους πολλούς

μεγάλους και καλούς.

Σαν το σφουγγάρι ερρούφηξε το πνεύμα μου της αρετές

κ' έφτιασε κι' άλλες σαν αυτές,

Πατρόκλους λεοντόκαρδους και Τεύκρους,{148} για να δώσω

στον κάθε άνδρα τόσο

φρόνημα, που ίσα μ' αυτούς να την τεντώνη την ψυχή,

όταν ακούη σάλπισμα πολέμου ν' αντηχή.

Και πόρνες και Σθενέβοιες και Φαίδρες {149}—[τέτοια πράματα]

δεν έφτιασα σε δράματα,

ούτε γυναίκα είδε κάνεις ερωτευμένη μια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Η Αφροδίτη χάρι της δεν σου 'δωκε καμμιά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Τι λες! δεν μου χειάστηκε!

Στο σβέρκο σου θρονιάστηκε

μονάχα η Αφροδίτη,

κ' εχτύπησε και σένανε, και όλο σου το σπίτι! {150}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα το θεό, πολύ σωστά• ό,τι με κάθε άλλη

έφτιασες συ προτήτερα, σε βρήκε στο κεφάλι!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Αισχύλον)

Δυστυχισμένε άνθρωπε! τι; έχεις καταλάβη

πως έφερε η Σθενέβοια στην πόλι καμμιά βλάβη;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Γυναίκες τίμιων ανδρών, όπου κι' αυτές είχαν τιμή,

με τους Βελλεροφόντες σου, κώνειο πήραν [στη στιγμή]

απ' τη ντροπή.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και ποιος θα 'πη

πως σύμφωνα δεν έγραψα και με την ιστορία

της Φαίδρας;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μα τον Δία

υπάρχει το ιστορικό,

μα πρέπει πάντα ο ποιητής να κρύβη το κακό,

και όχι, δείχνοντας αυτό [στους θεατάς κάθε φορά],

να το διδάσκη [φανερά]•

γιατ' οι δάσκαλοι δίνουνε εις τα παιδιά μαθήματα,

κ οι ποιηταί διδάσκουνε τους νέους με ποιήματα,

και πρέπει πράματα καλά να λέμε πάντοτε 'ς αυτούς.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Με το να ψάλλης Παρνασσούς μεγάλους και Λυκαβηττούς

αυτά είνε τάχα τα καλά, που πρέπει να τους λένε

οι ποιηταί, κι' ανθρωπινά ;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μα, βρε δυστυχισμένε,

[δεν ένοιωσες ακόμη]

πως είν’ ανάγκη πάντοτε από μεγάλη γνώμη

και από σκέψιν υψηλή,

που απ' αυτές να γεννηθούν λόγοι μεγάλοι και καλοί;

μα πρέπει κ' οι ημίθεοι λόγια να λεν τρανότερα,

Όπως φορούνε κι' από μας τα ρούχα πειο σεμνότερα.

Για τούτο λοιπόν, όσα

είπα σεμνά, τα λέρωσες [με τη δική σου γλώσσα]!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τι έκαμα;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Τους βασιλείς τους έβγαλες ντυμένους

κουρέλια, που ελεεινούς και κακομοιριασμένους

τους είδανε οι άνθρωποι. {151}

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τι έβλαψα με τούτο;

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Γιατί, όσ' είχαν πλούτο

και ήσαν άξιοι την αρχή να πάρουνε στην πόλι,

εκλαίγανε την φτώχεια τους, και όξω βγαίναν όλοι

κουρελοφορεμένοι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αλήθεια, μα τη Δήμητρα• μα ήσανε ντυμένοι

[και απ'αυτούς πολλοί]

μ' ένα χιτώνα κάτωθε με κατσαρό μαλλί•

κ' ενώ τον κόσμο μ' όλ' αυτά εκοροϊδεύαν άδικα,

[από την άλλη τη μεριά] τραβούσαν στα ψαράδικα {152}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Έπειτα τους εδίδαξες λόγια πονηρεμένα

και επιτηδευμένα,

τους τόπους της γυμναστικής άφησες όλους αδειανούς,

κι όπου γλωσσούδικα παιδιά, τους χάλασες τους πισινούς,

και έκαμες τους άτιμους να βγαίνουνε στη χώρα

και φανερά στους άρχοντες ν' αντιλογούνε τώρα.

Στην εποχή που ζούσα εγώ, άλλο δεν ήξευρε να ειπή

κανείς, παρά «ξερό ψωμί» {153} και να φωνάζη «στο κουπί». {154}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ω ναι, μα τον Απόλλωνα• και κλάνανε ακόμα

οι κωπηλάται, που έστεκαν ψηλότερα, στο στόμα

των άλλων, που ήσαν χαμηλά, {155} και τους μοσχομυρίζανε,

και βγαίνοντας, με τη κλεψιά κάποιον θα συγυρίζανε.

Μα ο κωπηλάτης σήμερα σου κάνει αντιλογία,

και πάει το πλοίο 'δω κ' εκεί.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Και ποιών κακών αιτία

δεν είν' αυτός ; δεν έφτιασε προαγωγούς [ένα σωρό] ;

γυναίκες που κατάφυγαν και γέννησαν στο ιερό ; {156}

κι' άλλες, που της πλακώνανε [κρυφά] οι αδελφοί τους,{157}

κι' άλλες που λέγαν τη ζωή πως δεν είνε ζωή [τους] ; {158}

Απ' όλ' αυτά στην πόλι

γραφειάδες βγήκαν όλοι,

στα λόγια τους ανήθικοι

κι' ως είδος δημοπίθηκοι,

και απατούν τη χώρα.

Αγύμναστ' είνε τώρα,

κι' ούτε μπορεί να φέρη

κανένας τη λαμπάδα [του παλαιστού στο χέρι]. {159}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα το θεό, κανένας δεν είνε [στην εντέλεια]•

ξεράθηκα στα γέλια,

όταν στα Παναθήναια εγώ

έτυχε να παρατηρήσω

άνθρωπον άσπρο, παχουλό κι' αργό,

μένοντας όλο πίσω-πίσω,

να φτιάνη τουρλωμένος πολύ κακή δουλειά.

Κι' όσ' ήσαν στου Κεραμεικού της πύλες [στους αγώνες]

τον εχτυπούσαν {160} στης πλευρές και στην κοιλιά,

στον κώλο, στους λαγόνες,

κ' εκείνος, τρώγοντας πλατειές ξυλιές, επήρε πόδι

σβύνοντας τη λαμπάδα του με μια πορδή [ευώδη]!

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Πράμ' αρχίζει σοβαρό•

θάχουμε τρανό καυγά,

και θα ιδούμε φοβερό

πόλεμο [σιγά-σιγά].

Είνε δύσκολο κανένας

έννοια σωστή να παίρνη,

σαν με βια χτυπάη ο ένας

και ο άλλος γύρω φέρνη,

κ' είνε άξιος [ταχτικά]

ν' απαντάη παστρικά.

(προς τους Ευριπίδην και Αισχύλον)

— Μα μην κάθεσθε στα ίδια, [ξεκολλήστε και μια στάλα]•

έχετε πολλά να ειπήτε και σοφίσματα μεγάλα.

Εμπρός λοιπόν κ' οι δυο ριχθήτε

και πιάστε στον καυγά [δουλειά],

να ειπήτε και να ξαναειπήτε

τα νέα [σας] και τα παληά,

και κάποιο πράμα με γενναιότητα

και με σοφία και με λεπτότητα,

και αν φοβήσθε μήπως ποτέ

δεν καταλάβουν οι θεαταί

όποιο θα πήτε πράμα λεπτό,

να μη σας μέλη όσο γι' αυτό.

Δεν είνε πεια το ίδιο σαν και τότε

[όλ' οι ικανοί στην τέχνη του κριτή]•

έγιναν όλοι τώρα στρατιώται•

αλλά μπορεί στο χέρι να κρατή

καθένας το βιβλίο για να βλέπη,,

και να καταλαβαίνη ό,τι πρέπει.

Πάντοτε είχανε πολύ καλή τη φύσι,

κ' έχουνε τώρα και το νου τους ακονίση.

Είν' οι θεαταί σοφοί• τίποτε μη φοβηθήτε,

και να ειπήτε [καθαρά] ό,τι έχετε να ειπήτε

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (προς τον Αισχύλον)

Και λοιπόν [θα προχωρήσω

κι'] απ' τους ίδιους σου προλόγους την εξέτασι θ' αρχίσω,

— πρώτο μέρος απ' το δράμα,

πούνε μπερδεμένο πράμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, και ποιόν θα εξετάσης ;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ποιόν να πάρω, ποιόν ν' αφήσω!

Ας ειπή της «Ορεστείας» {161} [λίγον πρόλογο—[ν' αρχίσω].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον χορόν)

Έλα! όλοι! σιωπή!

— ο Αισχύλος ας ειπή!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων)

«Ερμή χθόνιε, πατρώ εποπτεύων κράτη,

σωτήρ γενού μοι σύμμαχος τ' αιτουμένω,

ήκω γαρ ες γην τήνδε και κατέρχομαι» {162}

(προς τον Ευριπίδην)

Βρίσκεις λάθη 'ς όλα τούτα για να τα χτυπήσης; [χτύπα]!.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και περσσότερ' από δέκα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μα εγώ τρεις στίχους είπα!

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ε καλά• μα βρίσκω λάθη δυο δεκάδες στον καθένα.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Τι μας λες ; καταλαβαίνεις ; Αλλά τι με νοιάζει εμένα!

[ό,τι θέλει ας ειπή].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Συμβουλεύω σιωπή

στον Αισχύλο• γιατ' οι στίχοι θα γίνουν, οι τρεις, αιτία

που να του χρωστάς στο τέλος κι' άλλη μια κατηγορία.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Μα εγώ να σιωπήσω μπρος 'ς αυτόν;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Άκουσ' εμένα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Νά, αμέσως έκαν' ένα

'μέγα λάθος, όπου φθάνει

ως τον ουρανό!

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Αλήθεια; σαν τι λάθος νάχω κάνη;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

[Στάσου και θα το πιτύχω]•

πες απ' την αρχή το στίχο.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων)

Ερμή χθόνιε, πατρώ' εποπτεύων κράτη».

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Δεν μου λες ; αυτά τα λέει

ο Ορέστης εις τον τάφο του πατέρα του [που κλαίει];

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Βέβαια.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Και τι μας είπε ; ότι ο Ερμής στεκόταν

από πάνω [απ' το κρεββάτι] κ' επιθεωρούσεν, όταν

ο πατέρας του, με δόλιο και με φονικό μαχαίρι],

σκοτωνόταν απ' της ιδίας της γυναίκας του το χέρι; {163}

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Για τον [δόλιον] δεν λέει τον Ερμή, μα για τον άλλο,

(που για] βοηθό μεγάλο {164}

[τον λατρεύουν] και για τούτο χθόνιον τον εκαλούσε•

μ' άλλους λόγους εννοούσε

πως, μαζί με τον πατέρα,

ήταν κι' ο Ερμής κει πέρα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τα μπέρδεψες περσσότερο, [στους στίχους και στα κείμενα]

παρ' ό,τι εγώ περίμενα:

να λέη τον πατέρα του, που ήταν πεθαμένος,

και χθόνιον, σαν τον Ερμή!..

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Θα ήταν επομένως

και τυμβωρύχος! ο Ερμής δεν κάθετ' όλο κάτω {165}...

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Διόνυσε! πίνεις κρασί που δεν είνε μοσχάτο! {166}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον)

Πες κι' άλλο στίχο απ' τους δικούς σου.

(Προς τον Ευριπίδην)

Κ' έχε στα λάθη εσύ το νου σου.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ (απαγγέλλων)

«Σωτήρ γενού μοι σύμμαχός τ' αιτουμένω•

«ήκω γαρ ες γην τήνδε και κατέρχομαι».

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Είπ' ο Αισχύλος ο σοφός τα ίδια για διπλή φορά.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Διπλή φορά ;

Βάτραχοι · 第 3 / 5 段