ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The Table of contents is not included in the book. It has been

created to help the reader. Numbers in curly brackets relate to the

footnotes that have been transferred at the end of each scene. Their

wording, wherever it refers to other footnotes, has been changed according

to the new numbering. Brackets within the play are used by the translator

for words not included in the ancient text to help the rhyming. I have

used in two instances 2 brackets [[ ]] to denote erased text within the

book. The four words have a high probability of being the correct ones, as

some letters were showing and I have used other translations to determine

their meaning.

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.

Spelling mistakes noted in a table at the end of the book have been

taken into account. The spelling of the book has not been changed

otherwise.

Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε

προς διευκόλυνση του αναγνώστη. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις

υποσημειώσεις που έχουν μεταφερθεί από το τέλος κάθε σελίδας στο τέλος

κάθε σκηνής. Το λεκτικό τους, όπου αναφέρεται σε άλλες υποσημειώσεις, έχει

αλλαχτεί σύμφωνα με την νέα αρίθμηση. Μέσα στο βιβλίο, οι αγκύλες []

χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο

μεταφραστής για να διευκολύνει την ομοιοκαταληξία. Σε δυο περιπτώσεις έχω

χρησιμοποιήσει διπλές αγκύλες [[ ]] για να υποδείξω σβησμένο κείμενο. Οι

τέσσερις λέξεις είναι μάλλον οι σωστές, μια και μερικά γράμματα

διαβαζόντουσαν και χρησιμοποίησα άλλες μεταφράσεις για να αποφασίσω το

νόημά τους.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα που

είχαν σημειωθεί στο τέλος του βιβλίου, έχουν διορθωθεί. Κατά τα άλλα έχει

διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. { 1}-{ 6}

ΣΚΗΝΗ Β'. { 7}-{29}

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. {30}-{33}

ΣΚΗΝΗ Β'. {34}-{36}

ΣΚΗΝΗ Γ'. {37}-{45}

ΣΚΗΝΗ Δ'. {46}-{56}

ΣΚΗΝΗ Ε'. {57}

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. {58}-{63}

ΣΚΗΝΗ Β'. {64}-{67}

ΣΚΗΝΗ Γ'. {68}-{70}

ΣΚΗΝΗ Δ'. {71}-{73}

ΣΚΗΝΗ Ε'. {74}-{76}

ΣΚΗΝΗ ς'. {77}

ΣΚΗΝΗ Ζ'. {78}-{84}

ΣΚΗΝΗ Η'. {85}-{93}

ΣΚΗΝΗ Θ'. {94}-{100}

ΣΚΗΝΗ Ι'. {101}

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. {102}-{223}

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

(POL ARCAS)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1910

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΙΣ ΤΟΥΣ "ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ"

Η παρούσα κωμωδία έχει κυρίως φιλολογικόν χαρακτήρα, αποτελούσα είδος

συγκριτικής μεταξύ του Αισχυλείου θεάτρου και του Ευριπιδείου, και

κατακρίνουσα την μετά τους μεγάλους τραγικούς επελθούσαν κατάπτωσιν της

υψηλής θεατρικής παραγωγής εν Αθήναις. Ως εμφαίνεται εκ του συμπεράσματος

του όλου έργου, ο Αριστοφάνης προκρίνει τον Αισχύλον, του οποίου κηρύττει

και την αθανασίαν. Εις το έργον τούτο σατυρίζει ωσαύτως ο ποιητής τας περί

του Άδου δοξασίας, την εμμονήν εις το θρησκευτικόν γράμμα και παρερμηνείαν

του πνεύματος και του ηθικού συμβολισμού των μυστηρίων και εορτών, τας

καταχρήσεις των στρατηγών και λοιπών αρχόντων, την εξίσωσιν των ατίμων

προς τους εντίμους και εν γένει πάσαν πολιτειακήν διαφθοράν, κατά το

σύνηθες αυτώ.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Βάκχος)

ΞΑΝΘΙΑΣ (υπηρέτης)

ΗΡΑΚΛΗΣ

ΕΙΣ ΝΕΚΡΟΣ

ΧΑΡΩΝ

ΑΙΑΚΟΣ κριτής του Άδου

ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ της Περσεφόνης

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

ΠΛΟΥΤΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

ΠΑΝΔΟΧΕΥΤΡΙΑ (Ξενοδόχος)

(ΠΛΑΘΑΝΗ)

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

Β Α Τ Ρ Α Χ Ο I

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Η σκηνή παριστά οδόν τινα παρά την Τίρυνθα, εις την οποίαν βλέπει μικρός

οικίσκος—κατοικία του Ηρακλέους. Εισέρχεται ο Διόνυσος, ενδεδυμένος,

κιτρίνην πολυτελή εσθήτα, άνωθεν αυτής φέρει λεοντήν, εις τους πόδας

κόθορνον θεατρικόν και σύρων ρόπαλον βαρύ, ως Ηρακλής. Ακολουθεί ο Ξανθίας

επί όνου, φέρων επί της ράχεώς του δέμα στρωμνής προσηρμοσμένον επί ξύλου.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ - ΞΑΝΘΙΑΣ

ΞΑΝΘΙΑΣ

Να ειπώ, αφέντη, κάτι τι απ' τα συνηθισμένα

που του θεάτρου οι θεαταί γελάνε ολοένα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πες ό,τι θέλεις• πρόσεξε μη βγάλης απ' το στόμα σου

ότι το φόρτωμά σου αυτό ετσάκισε το σώμα σου,

γιατί αρκετά της άκουσα και αυτές της αηδίες

[σε τόσες κωμωδίες {1}]

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ε, άλλο χωρατό να ειπώ κανένα ό,τι λάχη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Εξ απ' αυτό: « μου τσάκισε το φόρτωμα τη ράχη».

ΞΑΝΘΙΑΣ

Χεμ! τι να ειπώ για χωρατό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ό,τι αγαπάς, εξ' απ' αυτό.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ποιό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Απ' τον ένα νώμο σου τραβάς το φόρτωμά σου

στον άλλο νώμο, σαν να θες να κάνης τα κακά σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Να μην ειπώ, το πως αυτό το βάρος μ' έχει σπάση,

και αν κανένας δεν βρεθή να μου το κατεβάση

θ' αναγκασθώ να κλάσω ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ούτε κι' αυτό• η όρεξι σαν μούρθη να ξεράσω,

ο ίδιος να το ειπής, εγώ, θα σε παρακαλέσω.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τότε γιατί τα πράματα στη ράχη μου να θέσω,

μην έχοντας δικαίωμα να ειπώ κ' εγώ αστεία,

καθώς αυτή του Φρύνιχου {2} του Λύκι κι' Αμειψία {3},

που φορτωμένος πάντοτε στης κωμωδίες χώνουνε,

[κι' αστεία ξεφορτώνουνε;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Να μην το κάμης, γιατί εγώ και να τ' ακούσω μόνο

τέτοια σαχλά στο θέατρο, μα κι' από ένα χρόνο

περσσότερο μου φαίνεται πως φεύγω γερασμένος.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ωχ! ο δυστυχισμένος!

ο σβέρκος μου τσακίσθηκε και τώρα δεν αντέχω!

κ' έπειτα να μην έχω

δικαίωμα, βρε αδελφέ, να ειπώ και δυο αστεία;!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έπειτα είνε τεμπελιά τρανή κι' αχαριστία,

Διόνυσος εγώ, θεός,

γυιός του Σταμνίου {4} [του Διός],

να παίρνω τέτοια κούρασι, πεζός να ταξιδεύω,

και να τον έχω αυτόν εδώ να τον κ α β α λ λ ι κ ε ύ ω {5}

για να μην υποφέρη,

και βάρος να μη φέρη.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Και πώς ; δεν φέρνω απάνου μου μια φορτωσιά μεγάλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πώς φέρνεις, βρε, που φέρνεται σε άλλο πράμα πάλι ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Νά, φέρνω αυτά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τα φέρνεις πώς ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Δεν υποφέρω τάχα;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αυτά τα φέρνει ο γάιδαρος και όχι εσύ, [βρε χάχα]!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μα το θεό, και όμως

ο γάιδαρος δεν τάχει αυτά πούχει ο δικός μου νώμος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αφού και άλλος φέρνει εσέ, πώς συ το φέρνεις τάχα

το φόρτωμα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ξέρω κ' εγώ ; νά, ξέρω αυτό μονάχα:

ο νώμος μου πως έσπασε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αφού μου λες εμένα

το πως δεν βρίσκεις όφελος στο γάιδαρο κανένα,

πάρ' τον κι' αυτόν στον ώμο σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μωρέ, τι δυστυχία!

που μέρος αν ελάβαινα κ' εγώ στη ναυμαχία

[στης Αργινούσες, που μαζύ πολέμησαν κ' οι δούλοι

και γι' αμοιβή της νίκης τους λευθερωθήκαν ούλοι] {6}

θα σου 'λεγα: βουρλίσου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Παληάνθρωπε! γκρεμίσου!

γκρεμίσου κάτω! — Έφθασα στην πόρτα τούτη τώρα

που' πρεπε να την κτύπαγα εδώ και τόσην ώρα.

(Κρούει την θύραν).

Ε, παιδί! παιδί!

(Εμφανίζεται ο Ηρακλής εις την θύραν φέρων ωσαύτως λεοντήν και ρόπαλον)

* * * * *

{1} Ο Αρ. σατυρίζει δια τούτου τους κωμικούς ποιητάς, οι οποίοι

επαρουσίαζον συνεχώς φορτωμένους υπηρέτας επί της σκηνής, και προκαλούντας

με τας μεμψιμοιρίας των τον γέλωτα των θεατών.

{2} Ποιητής ανουσίων και κακομέτρων ποιημάτων, κωμωδούμενος και ως ξένος•

αναφέρονται και άλλοι τρεις Φρύνιχοι, εκτός αυτού.

{3} Ωσαύτως ως τοιούτοι σατυρίζονται ο Λύκις και ο Αμειψίας. Ο τελευταίος

ούτος όμως ενίκησε τον Αρ. εις δύο διαγωνισμούς, των Νεφελών και των

Ορνίθων.

{4} Παρωδεί τον τίτλον του Διός δια του «Σταμνίου», κατά τον τύπον του

Ξενίου, Φιλίου (Διός) κλπ, διότι ο Διόνυσος είνε θεός του οίνου.

{5} «Τούτον δ' οχώ» το «οχώ» επέχει διπλήν έννοιαν ενταύθα σημαίνον: κάμνω

τούτον να ιππεύη, ταυτοχρόνως δε υποσημαίνον και το οχώ=οχεύω

(συνουσιάζομαι), διά τούτο και απεδόθη εις την δημοτικήν διά της λέξεως

«καβαλλικεύω» εις την διπλήν της ωσαύτως σημασίαν.

{6} Μήνας τινάς προ της συγγραφής της κωμωδίας ταύτης είχε συγκροτηθή η εν

Αργινούσαις ναυμαχία, κατά την οποίαν λαβόντες μέρος και οι δούλοι και

επιδείξαντες παραδειγματικήν ανδρείαν, εκηρύχθησαν ελεύθεροι.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΗΡΑΚΛΗΣ και οι ανωτέρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Τι τρέχει ; ποιος κτυπά τη θύρα [πάλι

και με δύναμι μεγάλη]

σαν τον Κένταυρο ; Ποιος είσαι ; μίλησε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εξακολουθών να καλή ως έμφοβος)

Παιδί!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τι τρέχει;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)

Δεν επρόσεξες ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τι πράμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (δεικνύων τον Ηρακλέα)

Μωρέ φόβο που τον έχει!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Θα σε πήρε, μα τον Δία, για ζουρλόν εις την εντέλεια.

ΗΡΑΚΛΗΣ

(παρατηρών περιέργως τον Διόνυσον και γελών)

Δεν μπορώ να τα κρατήσω, μα τη Δήμητρα, τα γέλια•

σφίγγομαι... μα τι να κάνω;... θα γελάσω...δεν αντέχω....

(καγχάζει θορυβωδώς)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ηρακλέα)

Βρε ευλογημένε, έλα, κι' από σε ανάγκην έχω.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μα μπορεί λοιπόν το γέλιο, αδελφέ να μη με πάρη,

που σε ρούχο από μετάξι{7} βάζεις λιονταριού τομάρι;

Δεν μου λες: ποιά σκέψι τάχα σ' έφερε 'ς αυτά τα μέρη

με τον κόθορνο {8} στο πόδι, με το ρόπαλο στο χέρι;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ξέρεις, ήμουν επιβάτης{9} του Κλεισθένη μέσ' στα πλοία.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μπα! αλήθεια ; και συ μέρος έλαβες στη ναυμαχία ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κ' εβουλιάξαμε και πλοία

δώδεκα ως δεκατρία,

ΗΡΑΚΛΗΣ

Εσείς ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα τον Απόλλωνα!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς)

Βέβαια• και σε λίγο.

εξύπνησα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έτσι λοιπόν, [σαν έτυχε να φύγω]

διαβάζοντας μονάχος μου 'ς εκείνο το ταξίδι

την Ανδρομέδα, [δηλαδή το δράμα του Ευριπίδη],

άξαφνα ένα πόθο

μέσ' στην καρδιά μου νοιώθω,

βάλε με νου σου πόσο.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Πόθο; και πόσος ήτανε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πολύ μικρός, να, τόσο...

(κάμνει σχήμα μεγάλου)

μικρός καθώς ο Μόλων.{10}

ΗΡΑΚΛΗΣ

Κι' αυτόν τον πόθον όλον

τον είχες για γυναίκα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (αρνητικώς)

Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ

Παιδί;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ως άνω)

Μπα!

ΗΡΑΚΛΗΣ (με κάποιαν στενοχωρίαν)

[Τι συμβαίνει!]

μήπως... για άνδρα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετ' αηδίας)

Τατατά!

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μήπως με τον Κλεισθένη...

τη φτιάσατε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ωχ αδερφέ! την κοροϊδεία πάφ'τη•

μα και γι' αυτό είμ' άσχημα και μέσα μου ανάφτει

τέτοια φωτιά.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Σαν πόση,

βρε αδελφούλη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τόση,

που είναι απερίγραπτη, μα θα στην εξηγήσω

λιγάκι αλληγορικά•

πες μου θα σ' ερωτήσω:

μήπως και σούρθε όρεξι για φάβα ξαφνικά

καμμιά φορά ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (με έκφρασιν λαιμαργίας).

Για φάβα ; ου!... [και μια φορά μονάχα];

χίλιες φορές!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Να σου δωκα να καταλάβης τάχα,

αυτό που θέλω να σου ειπώ, ή να σου το εξηγήσω

αλλοιώτικα ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μην ξαναπής το ίδιο πράμα πίσω•

όσο για φάβα, νοιώθω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τέτοιο λοιπόν αισθάνθηκα μέσ' στη καρδία μου πόθο

γι' αυτόν τον Ευριπίδη.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μπα! [δεν το καταλαβαίνω]•

πόθο αισθάνθης στην καρδιά για ένα πεθαμένο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

[Κ' επιθυμία μεγάλη],

που δεν μπορεί από το νου κανένας να μου βγάλη

το να μην τρέξω να τον βρω.

ΗΡΑΚΛΗΣ

πού ; κάτω από το χώμα,

στον Άδη ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κι' αν βρισκότανε και παρά κάτω ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Καλά• και όλ' αυτά γιατί ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Γυρεύω έναν ποιητή•

κανένα πεια δεν έχουμε, και όσους έχουμ' άφ'τους,

ούτε κι' αξίζει τίποτα κανένας από δαύτους.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μα τι, [μ' αυτούς τους ποιητάς, που λες, τους τελευταίους]

τάχα δεν ζη κι' ο Ιοφών {11} [ο γυιός του Σοφοκλέους,

αυτός, που στον πατέρα του έφτιασε τόσα πράματα,

κ' είπε πως ήταν και ζουρλός, μα τούκλεφτε τα δράματα ;]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, μόνον τούτο το καλό έχουμ' απάνου-κάτου,

κι' αν τώχουμε• τα έργα του αν είνε ιδικά του

ποιος ξέρ' ή του πατέρα του ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Και δεν μου λες: γιατί

από κει κάτω που ζητείς να φέρης ποιητή,

δεν οδηγείς τον Σοφοκλή, που είνε και τρανότερος

από τον Ευριπίδη αυτόν, κι' ακόμα γεροντότερος ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Όχι, ποτέ, πριν πιάσω

και κατά μέρος μια φορά το γυιό του δοκιμάσω,

με δίχως τον πατέρα του, να ιδώ τι τάχα φτιάνει.

Κι' ο Ευριπίδης πονηριές μπορεί κ' εκεί να κάνη

και να επιχειρήση,

κολλώντας εις το Σοφοκλή, στον κόσμο να γυρίση,

ενώ αυτού του Σοφοκλή [είν' η ψυχή του μαλακή],

ήταν καλόβολος κ' εδώ, Θάνε καλόβολος κ' εκεί.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Και ο Αγάθων ; {12}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μού φυγε και πάει. Ήταν άριστος

για ποιητής, και ποθητός στους φίλους του κ' ευχάριστος.

ΗΡΑΚΛΗΣ

πού βρίσκεται;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Στους μάκαρας κι' αυτός γλεντοκοπάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Κι' ο Ξενοκλής ;{13}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Επέθανε, μα το θεό, και πάει.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Και ο Πυθάγγελος ; {14}

ΞΑΝΘΙΑΣ

Για με κανένας λόγος όμως,

που μου τσακίσθηκε μ' αυτό το φόρτωμα ο νώμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Και πώς τάχα, δεν υπάρχουν παιδαρέλια χίλια τόσα

που να φτιάνουν τραγωδίες, δρόμο παίρνοντας στη γλώσσα,

πειο πολύ κι' απ' Ευριπίδες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ναι, γλωσσούδικα είν' όλα και ως είδος αγουρίδες,

φλύαρα σαν χελιδόνια, που την τέχνη τη χαλούνε,

κι' όταν πεια τα επαινούνε

χάνοντ' από τη χαρά τους,

μόλις προς την τραγωδίαν ρίξουνε τα κάτουρά τους.{15}

Τώρα γόνιμον κανένα ποιητή δεν θ' απαντήσης,

να γεννά μεγάλα λόγια, όσο θέλεις κι' αν ζητήσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Γόνιμον ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Που ευκολία νάχη δηλαδή μεγάλη

ναραδιάζη κάτι τέτοια που θα τούρθουν στο κεφάλι:

Σπίτι του Διός [να λέη] και παλάτι τον αιθέρα {16}

για του χρόνου το ποδάρι{17}• [να σου λέη πάρα πέρα],

και για γλώσσα [να σου λέη] όπου κάνει επιορκία

δίχως της ψυχής κακία! {18}

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ε, κι' αυτά σ' αρέσουν τάχα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και τρελλαίνομαι ακόμα.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Δεν σου φαίνονται κ' εσένα πως γεμάτα είνε' από βρώμα ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Σπίτι έχεις• μην τρυπώνης μέσ' στο νου μου.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Και για μένα

σαχλαμάρες είνε όλα όσα έχουν ειπωμένα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

[Συ για κριτικός δεν κάνεις]• να με μάθης πώς να τρώγω.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Και για μένα ούτε λόγο;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ήλθα να σε βρω δω πέρα, όπως είσ' εσύ ντυμένος,

να μου ειπής εκεί στον Άδη, όπου ήσουν παγεμένος,

για το κάθε κατατόπι, αν μου το καλέσ' η χρεία,

δηλαδή σταθμούς, λιμάνια, φούρνους με ψωμιά, πορνεία,

βρύσες, πύλες, μονοπάτια, κατοικίες, κάθε στράτα,

τέλος και ξενοδοχεία όχι με κορηούς γεμάτα.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Και για μένα ούτε λόγο ;

ΗΡΑΚΛΗΣ (προς τον Ξανθίαν)

Δύστυχε! και θα τολμήσης

για να πας και συ επίσης ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Άφησέ τον τούτον τώρα

και μη χάνουμε την ώρα•

πες μου για το δρόμο μόνο

που οδηγεί στον Άδη κάτω, νάχω κέρδος μου το χρόνο,

Θέλω να μην είνε όμως

ούτε κρύος-παγωμένος, ούτε και ζεστός ο δρόμος.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Για να ιδούμε σαν ποιό δρόμο να σου πρωτοδείξω τάχα ;

του σκαμνιού και της κρεμάλας {19},-τούτον ξέρω εγώ μονάχα

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Δρόμο πνιγηρό μου είπες.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Είνε κι' άλλος [δεν σου είπα]:

είνε' ένα στενό, που βγαίνει από του γουδιού την τρύπα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Α, το κώνειον ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Τι άλλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Είνε δρόμος παγωμένος

και κακοχειμωνιασμένος

και παγώνει και τα πόδια {20}.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Να σου ειπώ και έναν άλλο

δρόμο, γρήγορον ακόμα, με κατήφορο μεγάλο ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ναι, τον προτιμώ αυτό

που δυσκολοπερπατώ.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Στον Κεραμεικό να τρέξης...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κ' ύστερα, παρακαλώ;

Ν' ανεβής εκεί απάνου εις τον πύργο τον ψηλό... {21}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τι να κάνω ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Αναμμένη τη λαμπάδα να κυττάς,

κι' όταν δης τους θεατάς

να φωνάζουν για το δρόμο, πέφτεις κάτω...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πού;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Στο χώμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Δυο τ ο λ μ ά δ ε ς{22} το μυαλό μου θα γενή ευθύς και λυώμα.

Δεν τον παίρνω τέτοιο δρόμο που εσύ μου συμβουλεύεις.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Τι θα κάνης;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Θα κατέβω απ' το δρόμο που κατέβης.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μα θα σου φανή μεγάλο το ταξίδι τούτο πάλι•

θα περάσης και μια λίμνη σαν την άβυσσο μεγάλη. {23}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, και πώς θα την περάσω πέρα-πέρα;

ΗΡΑΚΛΗΣ

'Σ ένα μέρος

με μια τόση δα σχεδία θα προσμένη ένας γέρος {24},

οπού για να μπης σε δαύτη

δύο οβολούς για ναύλο θα πληρώσης εις το ναύτη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μωρέ! τι δύναμι πολλή

πούχουν οι δυο οι οβολοί!

Και πώς ήλθες από κείθε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μ' έφερ' ο Θησεύς. Και φείδια

τρομερά θα βρης κει κάτω, και θεριά θα βρης τα ίδια.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μ' ό,τι πης να με τρομάξης, κι' ό,τι πης να με φοβίσης,

ξέρε, δεν θα μ' εμποδίσης.

ΗΡΑΚΛΗΣ

Έπειτα και λάσπην έχει,

μα πολύ παχειά κει πέρα• και σκατό θα ιδής να τρέχη,

κ' εκεί μέσα βουτηγμένους:

όποιον, μια φορά που ζούσεν, είχεν αδικήση ξένους {25},

ή παιδιά είχε βατέψη,

ή και χρήματα είχε κλέψη,

ή την μάννα είχε χτυπήση,

ή του ίδιου του πατέρα τα σαγώνια κοπανίση,

είτε είχ' επιορκήση, ή και γράψη κάτι τι

εναντίον του Μορσίμου {26} [του γιατρού και ποιητή ].

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έπρεπε με τούτους όλους να υπάρχη, μα τον Δία,

κι' όποιος έχει μάθη ως τώρα το χορό του Κινησία {27}

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ύστερ' από κει και πέρα

ήχους των αυλών θ' ακούσης κι ώμορφο [σαν την ημέρα

ένα φως θα ιδής—-σαν τούτο,

και θα ιδής ακόμα κήπους

με μυρσίνες φυτεμένες,

θα ιδής άνδρες και γυναίκες, συντροφιές ευτυχισμένες,

και χεριών θ' ακούσης κτύπους.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μπα! κι' αυτοί ποιοι τάχα νάνε ;

ΗΡΑΚΛΗΣ

Στα μυστήρια όσοι πάνε {28}.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μα τον Δία! να κ' εγώ

τα μυστήρια κομίζω, σαν γαϊδούρι φορτηγό {29}

ε λοιπόν, δεν τα κρατώ

πειο πολλές ακόμη ώρες, [κι' όλα κάτω τα πετώ].

(Ρίπτει το φορτίον του κατά γης)

ΗΡΑΚΛΗΣ

Μόνο εκείνοι θα σου δώσουν κάθε μια πληροφορία,

που θα τύχη νάχης χρεία•

γιατί αυτούς κοντά στο δρόμο πρώτους θα τους βρης μπροστά σου

και στου Πλούτωνα της θύρες. Αδελφέ μου, τώρα γεια σου!

(Εισέρχεται και κλείει την θύραν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα τον Δία, και συ χαίρε!

* * * * *

{7} «Κροκωτός» φόρεμα του Διονύσου λεπτόν και κίτρινον εκ μετάξης,

χρήσιμον εις τας γυναίκας ως ένδυμα πολυτελείας.

{8} «Κόθορνος» υπόδημα αριστεροδέξιον (τσόκαρο), το οποίον έφερον οι

υποκριταί εις το θέατρον.

{9} 0 Κλεισθένης, ως και πολλαχού κωμωδείται, ήτο αισχρόβιος, σπανός και

όμοιος με ευνούχον• επομένως η φράσις «επεβάτευον Κλεισθένει» επέχει

διπλήν σημασίαν, ήτις απεδόθη ως ανωτέρω.

{10} Δύο αναφέρονται Μόλωνες, είς λωποδύτης μεγαλόσωμος, και έτερος

υποκριτής μικρόσωμος• οι αρχαίοι σχολιασταί διαφωνούσι περί του τίνα

εννοεί εκ των δύο• προτιμητέος ο μεγαλόσωμος δια την κωμικήν αντίθεσιν.

{11} Ιοφών, υιός του Σοφοκλέους διά τον οποίον υπήρχεν υποψία ότι

ωκειοποιείτο τα δράματα του πατρός του, όστις και τον εισήγαγεν εις δράμα

του ως φθονερόν. Προς το γήρας του Σοφοκλέους ο Ιοφών, ορεγόμενος την

περιουσίαν του, κατηγόρησεν αυτόν ως παράφρονα• ο δε Σοφοκλής, διά να

αποδείξη ότι δεν είχε χάση τας φρένας του, ηρκέσθη ν' αναγνώση εις τους

Φράτορας τον Ύμνον εις τον Κολωνόν, εκείνοι δε θαυμάσαντες επετίμησαν τον

αχάριστον υιόν. Τότε είπεν ο Σοφοκλής το παροιμιώδες: «ει μεν είμι

Σοφοκλής, ου παραφρονώ• ει δε παραφρονώ, ουκ είμι Σοφοκλής!».

{12} Τραγικός ποιητής, κωμωδούμενος διά θηλυπρέπειαν και διακωμωδήσας το

διδασκαλείον του Σωκράτους.

{13} Ποιητής άξεστος εν τη ποιήσει και συμβολικός.

{14} Τραγικός ποιητής μοχθηρός και άσημος• διά να δείξη δε πλειοτέραν την

ασημότητά του ο Αρ. παρεισάγει τον Ξανθίαν διακόπτοντα τον λόγον και

ομιλούντα περί εαυτού!

{15} «Άπαξ π ρ ο σ ο υ ρ ή σ α ν τ α τη Τραγωδία»: παίζει με την λέξιν

λαμβάνων αυτήν υπό διπλήν σημασίαν: του ο υ ρ ί ζ ω (πλέω προς ούριον

άνεμον) και του ο υ ρ ώ• η διπλή απόδοσις ήτο αδύνατος εις την δημοτικήν

και επροτίμησα την δευτέραν έννοιαν, συνηγορούσης και της γραφής του

κειμένου: —ρήσαντα: (με η).

{16} Εκ της «Μελανίππης» του Ευριπίδου:

όμνυμι δ' ιρόν αιθέρα, οίκησιν Διός.

{17} Εκ της «Αλεξάνδρας» του αυτού•

και χρόνου προύβαινε πους.

{18} Εκ του Ιππολύτου του αυτού (612)•

η γλώττ' ομώμοχ', η δε φρήν ανώμοτος.

{19} « Από κάλω και θρανίου» εννοεί το σχοινίον της αγχόνης και το

εδώλιον, επί του οποίου ανέρχεται ο κατάδικος, διά να φθάση μέχρις αυτού.

Τον συμβουλεύει ν' απαγχονισθή, διά να κατέλθη εις τον Άδην ταχύτερον.

{20} Λέγεται ότι ο διά του κωνείου επερχόμενος θάνατος χαρακτηρίζεται

πρώτον διά της ψύξεως των κνημών, κατά την βεβαίωσιν του Σωκράτους.

{21} Λέγεται ότι εγένοντο τρις του έτους αγώνες λαμπαδηδρομίας εις τον

Κεραμεικόν, κατά τας εορτάς της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Προμηθέως•

υπήρχε δε πύργος υψηλός εις τον Κεραμεικόν, επί του οποίου συμβουλεύει τον

Διόνυσον ν' αναβή και να παρατηρή την λαμπάδα του, όταν δε οι

λαμπαδηδρομείς εκκινήσουν, να ριφθή και αυτός κάτω.

{22} «θρίω δύο»: θ ρ ί ο ν είνε το φύλλον της συκής, εντός του οποίου

περιετύλισσον κρέας κρεουργημένον (κιμάν) στέαρ, ωά και σεμιγδάλι και

παρεσκεύαζον φαγητόν όμοιον με τους παρ' ημίν «τολμάδες», διά τούτο και

επροτίμησα την λέξιν.

{23} Η Αχερουσία λίμνη, δια της οποίας ο Χάρων μεταφέρει επί ελαφρού

ακατίου τας ψυχάς των νεκρών.

{24} Ο Χάρων.

{25} Το χωρίον τούτο παρέχει υποψίας ότι εκ των « Βατράχων » ενεπνεύσθη

και ο Δάντης προς συγγραφήν της « Κολάσεως ».

{26} Αδέξιος ποιητής τραγωδίας, ταυτοχρόνως δε και οφθαλμίατρος• δια

τούτου υπονοεί ο Αρ. τας εναντίον των φαρμακέων γραφομένας κατηγορίας.

{27} Κινησίας, πολλαχού αναφερόμενος εις τας κωμωδίας του Αρ. ως φλύαρος

διθυραμβοποιός ιδέ « Όρνιθας » μετάφρασίν μου σελ. 111 κ. ε.) και ως

διδάσκαλος του πολεμικού χορού της πυρρίχης.

{28} Εννοεί τους μεμυημένους εις τα Ελευσίνια μυστήρια.

{29} Τα μυστήρια μετεκομίζοντο εξ Αθηνών εις Ελευσίνα επί όνων.

ΣΚΗΝΗ Γ’.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ και μετ' ολίγον ΝΕΚΡΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)

Συ κατέβα τώρα κάτω και τα στρώματά μου φέρε.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Πριν να ξεκαβαλλικέψω

πώς μπορώ να τα μαζέψω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κάμε γρήγορα σου λέω.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Καλέ άφησε μ' εμένα,

σε παρακαλώ, και πάρε με μισθό νεκρό κανένα,

έτσι κ' έτσι που θα πάη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κι' αν δεν βρω ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τότε πηγαίνω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Καλά λες. Μα να που βγάζουν τώρα κ' ένα παθαμένο.

(Εισέρχονται τέσσαρες νεκροφόροι φέροντες νεκρόν επί σανίδος, προς τον

οποίον αποτείνεται ο Διόνυσος)

Ε! άνθρωπε του λόγου σου! άκουσε, σε παρακαλώ!

'ς εσένα το νεκρό μιλώ!

Μου πηγαίνεις το μπαλότο εις του Πλούτωνος τον τόπο ;

Ο ΝΕΚΡΟΣ

(ημιεγειρόμενος επί του φορείου του)

Πόσο είνε ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Νά, εκείνο.

Ο ΝΕΚΡΟΣ

Θα μου δώσης για τον κόπο

δυο δραχμούλες.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Βρε πειο λίγα δεν γυρεύεις, μα τον Δία ;

Ο ΝΕΚΡΟΣ [προς τους φορείς)

Δρόμο σεις για την κηδεία.

(επαναπίπτει)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα για στάσου, ευλογημένε, ίσως γίνη συμφωνία.

Ο ΝΕΚΡΟΣ

Αν δεν δώσης δυο δραχμούλες, λέξι μη μου λες καμμία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Οβολούς εννηά σου δίνω.

Ο ΝΕΚΡΟΣ (ανακαθήμενος ζωηρώς)

Χωπ! και ζωντανεύω πάλι!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Βρε το θεοσκοτωμένο! δεν του σκάτε το κεφάλι;!

(μετά πείσματος)

Όχι! πάω μοναχός μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Για σου! είσαι παλληκάρι!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ας τραβήξουμε στο Χάρο, με το πλοίο να μας πάρη

(Ο νεκρός φέρεται εκ νέου εκτός της σκηνής• ενώ ο Ξανθίας, λαμβάνων επί

ώμου τα στρώματα απέρχεται προς το αυτό μέρος της εξόδου του Νεκρού, σύρων

τον όνον και ακολουθούμενος υπό του Διονύσου).

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Όχθη της Αχερουσίας λίμνης, προς την οποίαν φαίνεται προσεγγίζων ο Χάρων

με το πλοιάριόν του. Εισέρχονται ο Ξανθίας και ο Διόνυσος, καθ' ον τρόπον

εξήλθον εις το τέλος του προηγουμένου μέρους.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΧΑΡΩΝ—ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΧΑΡΩΝ

(ρίπτων ναυτικήν αρπάγην εις την όχθην)

Προσάροξον!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μπα ' τ' είν' αυτό ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Η λίμνη, μα τον Δία,

οπού μας ειπ' [ο Ηρακλής]• βλέπω και τη σχεδία.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Στον Ποσειδώνα! είνε' αυτός ο Χάρος [πούχει φθάση] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, Χάρο! Χάρο! Χάρο, έ!

ΧΑΡΩΝ

Ποιος ήλθε να περάση

από του κόσμου τα κακά κι' απ' τη σκοτούρα την πολλή

στον κάμπο της Λησμονησιάς και στου γαϊδάρου το μαλλί,{30}

[μακράν απ' τους ανθρώπους],

στου Τάρταρου, στους Κόρακες, στου Κέρβερου τους τόπους;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Εγώ.

ΧΑΡΩΝ

Πέρασε γρήγορα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Το πλοίο σου θα πάρη

το δρόμο «για τους κόρακας ;...» {31}

ΧΑΡΩΝ

Ναι, για δική σου χάρι,

μα το θεό. Μα πέρασε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)

Έλα παιδί!

ΧΑΡΩΝ

Το σκλάβο

δεν θα τον παραλάβω,

αν ίσως δεν πολέμησε κι' αυτός στη ναυμαχία,

ελεύθερο το κρέας του να γίνη. {32}

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μα τον Δία

δεν είχα μέρος λάβη

μη έχοντας στα μάτια μου ασθένεια και βλάβη.

ΧΑΡΩΝ

Λοιπόν θα πάρης γύρωθε τη λίμνη αυτή.

ΞΑΝΘΙΑΣ

[Πηγαίνω]•

και πού θα περιμένω;

ΧΑΡΩΝ

Νά, στην Ξερόπετρα {33} εκεί, που οι πεθαμένοι [φαίνονται

και] στέκουν και ξεραίνονται,

και στα Ξενοδοχεία.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ε, καταλαβαίνεις ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Και πολύ.

(φορτωνόμενος τα ρούχα)

Αλλοίμονον και τρισαλλοί!

πώς τό παθ' απ' το σπίτι μου κ εγώ να ξεμυτίσω

και τούτον ν' απαντήσω!

(φεύγει με το δέμα των στρωμάτων).

* * * * *

{30} Ειρωνεία, διά το αχρησιμοποίητον της τριχός του όνου, κατ' ακολουθίαν

δε και δια την αχρηστίαν του Άδου εις τον πρακτικόν σκοπόν της ζωής.

{31} Το ες κ ό ρ α κ α ς ισοδυναμεί, ως γνωστόν, με το σημερινόν «εις τον

Διάβολον» εν τούτοις υπήρχει τόπος ούτω καλούμενος και εις τας Αθήνας εις

τον οποίον έρριπτον ή εφόνευον τους εγκληματίας.

{32} Ιδέ υποσημείωσιν {6}

{33} Α υ ν α ί ο υ λίθος: εκ του αύνος = ξηρός• υπήρχεν και εις τας Αθήνας

βράχος ούτω καλούμενος.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΧΑΡΩΝ—ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

ΧΑΡΩΝ

Κάθησε τώρα στο κουπί [την ώρα να μη χάνης]•

(Ο Διόνυσος εισέρχεται εις την σχεδίαν και κάθηται εκ παρεξηγήσεως επί

της κώπης)

και όποιος αγαπάει να μπη, ας έλθη,— Ε, τι κάνεις

αυτού εσύ ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τι κάνω ;

αυτό που μούπες: έκατσα εις το κουπί απάνω.

ΧΑΡΩΝ

Κάθησ' εδώθε, κοιλαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (μετατοπιζόμενος)

Νά!

ΧΑΡΩΝ (οδηγών αυτόν)

Φέρ’ τα χέρια μπρος καλά

και τέντωσε τα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εκτελών)

Νά!

ΧΑΡΩΝ

Λοιπόν άφησ'τα λόγια τα πολλά•

τράβηξε γρήγορα κουπί και όλο μπρος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Για στάσου,

πώς θα μπορέσω μόνος μου να σύρω τα κουπιά σου,

πούμ' άπειρος στη θάλασσα, και ούτε μια φορά

στη Σαλαμίνα πήγα ;

ΧΑΡΩΝ

Α, θα μάθης μια χαρά•

σαν θα τραβάς κουπί

θ'ακούς τραγούδια όμορφα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ποιος τάχα θα τα ειπή ;

ΧΑΡΩΝ

Οι κύκνοι θα σου τραγουδούν, κ' οι βάτραχοι, χορός λαμπρός.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Καλά• δος το παράγγελμα.

ΧΑΡΩΝ

Άπωσον! άπωσον! εμπρός!

(Η λέμβος εκκινεί, ακούεται δε αόρατος ο Χορός των Βατράχων).

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Βρεκεκέξ, κοάξ—κοάξ!

βρεκεκέξ, κοάξ—κοάξ!

Παιδιά της βρύσης, ζούμε

στης λίμνης τα νερά,

και ύμνους τραγουδούμε

με αυλούς κάθε φορά,

και με φωνή αρμονική

τραγούδι ψέλνουμε γλυκύ,

—κοάξ —κοάξ! —

για το Βάκχο του Διός,

που στη Νύσα {34} είνε θεός

και στης Λίμνες{35}, στον καιρόν

που τραγούδια μεθυσμένα των Χυτρών των ιερών {36}

ψέλνονται απ' το λαό

στον δικό μου το ναό—

βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Βρε, «Κοάξ-κοάξ» [καϋμένα]!

σεις τραβάτε το χορό σας,

αλλά δεν ρωτάτ' εμένα

που πονώ στο [[κολωνούρι]];

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Βρεκεκέξι, και ξερό σας!

που δεν είσθε τίποτ' άλλο

από 'να «κοάξ» [μεγάλο].

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Τώπες αυτό πολύ καλά,

εσύ, που φτιάνεις τα πολλά.

Η μούσες η γλυκόλυρες εμένα μ' αγαπάν'

και ο κερατοπόδαρος καλαμοπαίχτης Παν•

και στον Απόλλωνα το λυράρη

φέρνω χαρά,

για χάρι

του καλαμιού του τρυφερού, που μέσ' στης λίμνης τα νερά

το τρέφω για τη λύρα—

βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα εγώ καρούλες [πήρα

κ'] έχω γεμίση όλος•

[τράβα και τράβα το κουπί],

όπου θαρρώ κι' αυτός θα 'πη:

βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Βρεκεκέξ κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πάψε, τραγουδιστάδικη γενηά!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Θα τραγουδήσουμε

και θα χοροπηδήσουμε

όπως και κάθε μια φορά,

σε μέρες ήλιου καφτερού,

μέσα πηδάμε με χαρά

στης κύππερες [της δροσερές] και στα καλάμια του νερού,

χαρούμενοι, με της γλυκές

ωδές, της κολυμβητικές,—

ή, του Διός γυρεύοντας της μπόρες ν' αποφύγουμε,

δρόμο στης λίμνης το βυθό γρήγορα τότε ανοίγουμε,

και ψάλλουμε κάθε φορά

τραγούδια ταιριασμένα

μαζύ με τα νερά

τα κυματοαφρισμένα—

βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Α! το βρεκεκέξ αυτό

τώρα πεια σας το κρατώ.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (ειρωνικώς)

Ω! τι κακό που πάθαμε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Κ' εγώ θα δοκιμάσω

πολύ περσσότερο κακό, απ' το κουπί αν σκάσω.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ (μετά πείσματος)

Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Σκούζετε και δεν με μέλει.

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

'Μεις θα σκούζουμ' εδώ πέρα

όσο αντέχει ο λάρυγγάς μας και για όλην την ημέρα---

βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ-!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Όσο κι' αν ξεφωνίσετε

μα δεν θα με νικήσετε!

ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Ούτε και συ εμάς μπορείς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ούτε κ' εμένα πάλι εσείς, γιατί θα σκούζ' ολημερής

το «βρεκεκέξ-κοάξ-κοάξ», ως πού η φωνή να φθάση

και το δικό σας το «κοάξ» στο τέλος] να σκεπάση.

ΧΟΡΟΙ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Βρεκεκέξ, κοάξ-κοάξ!

(Το ακάτιον του Χάρωνος φθάνει εις την αντιπέραν όχθην. Ο Χορός των

Βατράχων σιγά).

ΔΙΟΝΥΣΟΣ μετ' ανακουφήσεως)

Ε! δεν το καταλάβατε

πως το «κοάξ-κοάξ» αυτό στο τέλος θα το παύατε ;

ΧΑΡΩΝ

Ε! βάλε κάτω το κουπί, άφησ' τους λόγους τους πολλούς,

και βγαίνε!... Δος το ναύλο σου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(εγχειρίζων νόμισμα και εξερχόμενος)

Πάρε τους δυο σου οβολούς.

(Ο Χάρων λαμβάνει το νόμισμα και απομακρύνεται με την λέμβον του, ενώ εις

την όχθην εμφανίζεται ο Ξανθίας, φορτωμένος πάντοτε τα στρώματα).

* * * * *

{34} Νύσα: τόπος της Αραβίας, εις τον οποίον ο Διόνυσος εγεννήθη• κατ'

άλλους ο Διόνυσος εκαλείτο Νύσιος από της εν Ινδίαις Νύσης, κατά την

βεβαίωσιν του Φιλοστράτου εν β. Απολλωνίου Τυανέως.

{35} Λίμναι: τόπος ιερός του Διονύσου και ναός εν Αττική.

{36} Χύτροι: εορτή του Βάκχου (και του Ερμού) εν Αθήναις, αγομένη κατά την

τρίτην ημέραν των Ανθεστηρίων εν μηνί Ανθεστηριώνι (Φεβρουάριος προς

Μάρτιον), καθ' ην προσέφερον όσπρια εντός χυτρών. Ετελούντο δε και αγώνες

καλούμενοι «χύτρινοι».

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και ο Ξανθίας, πούνε τος;...Ξανθία!... Ε!... πού είσαι;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ου!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έλα δω, βρε!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Γεια χαρά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και δεν μου διηγείσαι

τ' είν' από δώθε ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Λασπουριά και σκότος.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Δώθε πέρα

είδες κανένα απ' αυτούς που δέρνουν τον πατέρα,

κ' επίορκο κανένα,

κατά που είπ' ο Ηρακλής σε μένα και σε σένα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Εσύ δεν είδες απ' αυτούς [σε τούτη εδώ τη χώρα] ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Στον Ποσειδώνα! βέβαια• τους βλέπω, νά, και τώρα.

Και τι θα κάνουμε λοιπόν ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Ο πειο καλός ο τρόπος

είνε να πάμ' εμπρός, θαρρώ, γιατί αυτός ο τόπος,

[κι' αυτή δω πέρα η μεριά],

όπως μας είπ' ο Ηρακλής, έχει τα φοβερά θεριά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Σκασμό να βγάλη στο λαιμό,

που μού κανε παλληκαριές, γιατ' ήξερε πώς πολεμώ

και ζήλεψε! Μωρέ κανείς δεν είνε γεννημένος

από τον Ηρακλή αυτόν πειο ψωροφαντασμένος!

Εύχομαι νάβρω κάτι τι κ' εγώ σε τούτη τη μεριά,

κι' αντάξια του ταξειδιού να κάνω μια παλληκαριά.

ΞΑΝΘΙΑΣ (ακροώμενος)

Μα το θεό! σαν τρίξιμον ακούσανε ταυτιά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έμφοβος)

Πού;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Πίσω.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(τοποθετούμενος ταχέως προ του Ξανθίου)

Έλα πίσω μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μροστά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ερχόμενος όπισθεν του)

Έλα μπροστά μου.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μα το θεό, ένα θεριό πολύ τρανό θωρώ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος πάντοτε)

Τι λόγο είνε;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Φοβερό.

πολλές μορφές αλλάζει,

πότε βωδιού ή μουλαριού, πότε γυναίκας μοιάζει..

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

πού είνε; δείξε μου να ιδώ.

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων προς τα παρασκήνια)

Νά κύττα τώρα πάλι:

δεν φαίνεται γυναίκα πεια, σαν σκύλλα έχει προβάλη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (παρατηρών)

Μα τότε Θάνε Μπόμπιρας. {37}

ΞΑΝΘΙΑΣ

Φωτιές που βγάζει [και κακό]

το μούτρο της ολόκληρο!...

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Και είν' από χαλκό

το ένα της το πόδι...

ΞΑΝΘΙΑΣ

Και τάλλο είνε κοπριά από γαϊδούρ' ή βώδι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (έντρομος)

Πούθε να κάνω τώρα εγώ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Κ' εγώ που θα το σκάσω;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Φύλαξε, Ιερέα μου{38}, κ' εγώ θα σε κεράσω

κρασί, να πιής μαζύ μου

ΞΑΝΘΙΑΣ

Χανόμαστε, Ηρακλή μου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Άνθρωπε, σε παρακαλώ αφ' της προσκλήσεις της πολλές,

και τώνομα του Ηρακλή μη μου το ξαναλές.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Θέλεις Διόνυσο λοιπόν [και πάλι να σε βγάλω];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Να λες και τούτο τώνομα λιγώτερ' από τάλλο.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Για έλ', αφέντη, από δω, και τράβ' αυτόν το δρόμο.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Τι τρέχει;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Πάρε θάρρος πεια, [και άφησε τον τρόμο]•

τώρα καλά την έχουμε, όπου μπορεί να ειπούμε

κ' εμείς σαν τον [ηθοποιό] Ηγέλοχο: «θωρούμε

γαλήν' υπό τα κύματα »! {39} Μπόμπιρας [κι' όλα], πάνε.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αλήθεια ; όρκο κάνε!

ΞΑΝΘΙΑΣ

Στο Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ξανακάμε τον.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Στο Δία•

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μια φορά

και πάλι.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μά τον Δία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ωχ! τρανή μου συφορά!

τι κιτρινάδα έλαβα στο πρόσωπο μεγάλη!

ΞΑΝΘΙΑΣ (δεικνύων τον Ιερέα) {40}

Και τον [κοκκινομάλλη] {41}

τον ιερέα κύτταξε, που γίνηκε στο χρώμα

πειο κόκκινος ακόμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αχ! από που τα βάσανα μου πέσαν στο κεφάλι,

και ποιος θεός εβάλθηκε λοιπόν να με ξεβγάλη ;

Μη το «παλάτι του Διός» που λένε τον αιθέρα

ή «το ποδάρι του καιρού». {42}

ΞΑΝΘΙΑΣ

(παρατηρών προς τα παρασκήνια και αποτεινόμενος προς τον Διόνυσον)

Ε, ε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ανησύχως)

Τ' είν' αυτού πέρα ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Δεν άκουσες;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ν' ακούσω τι;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τον ήχο μιας φλογέρας.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Αλήθεια• κάποιος μυστικός μ' εχτύπησεν αγέρας

που έχει και μια μυρουδιά,

σαν νάρχεται από δαδιά.

Στάσου ν' ακούσουμε καλά• [το μόνο που θα πράξουμε

θα είνε] να λουφάξουμε.

(Λαμβάνουν αμφότεροι πλαγίαν τινά θέσιν εις το δεξιόν πρόσθιον της σκηνής

και ακροώνται).

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ (έσωθεν)

Ίακχε! {43} ω Ίακχε!

Ίακχε! ω Ίακχε!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ιδία προς τον Διόνυσον)

Άκουσ', αφέντη, άκουσε... θα παίζουν με φλογέρα

αυτοί που μυηθήκανε{44} [και βρίσκοντ' εδώ πέρα]

—κατά που είπ' ο Ηρακλής—και τραγουδούνε τώρα

κι' αυτοί εδώ τον Ίακχο, ωσάν το Διαγόρα. {45}

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έτσι θαρρώ• μα πειό καλά θα ήταν να ησυχάσουμε,

να μάθουμε τι γίνεται και λέξι να μη χάσουμε.

(Ακροώνται. — Εισέρχεται ο Χορός των Μυστών αριστερόθεν και λαμβάνει θέσιν

επί της σκηνής• όλοι κρατούν δάδας ανημμένας)

* * * * *

{37} Έ μ π ο υ σ α: εμυθολογείτο ως δαίμων φασματώδης αποστελλόμενος υπό

της Εκάτης προς εκφόβισιν των οδοιπορούντων την νύκτα• κατ' άλλους ήτο

μονόπους, ή ενίπους, εξ ου το όνομα• κατ' άλλους δε εναλλάσσουσα μορφάς,

ως και ανωτέρω σημειούται, ή ταυτόσημος της Εκάτης, ως εν τη απολεσθείση

κωμωδία του ιδίου Αρ. «Ταγηνισταίς», αναφέρεται, κατά τον Σχολιαστήν.

Απέδωκα ανωτέρω την λέξιν διά της συγχρόνου Μπόμπιρας, καθ' όσον είνε αυτή

η ιδία η λέξις Έ μ π ο υ σ α, ανταποκρινομένη εις την γαλλικήν vαmpire και

εις την ιταλικήν vαmpiro, εξ ης επανήλθεν εις την καθ' ημάς ομιλουμένην

υπό την παραφθοράν β ό μ π ι ρ α ς-—-μ π ό μ π ι ρ α ς. Παρά τω Έλλην λαώ

ο Μπόμπιρας είνε δαίμων (νάνος) ροφών το αίμα των βρεφών.

{38} Ενταύθα διπλή υπόθεσις: ή ακολουθεί τον Διόνυσον ιερεύς, προς ον

αποτείνεται ούτος, ή ότι ο Διόνυσος στρέφεται από της σκηνής προς τον εν

τω ακροατηρίω ευρισκόμενον ιερέα του Διονύσου και αποτείνεται προς αυτόν

διά την επίτασιν της κωμικότητος της σκηνής• η δευτέρα υπόθεσις είνε και η

πιθανωτέρα, καθόσον η πρώτη εις ουδένα στηρίζεται προηγούμενον υπαινιγμόν

εν τω κειμένω.

{39} Παρωδεί ενταύθα ο Αρ. κακόζηλον στίχον του Ευριπίδου εν Ορέστη (269)

« εκ κυμάτων γαρ αύθις αυ γαλήν' ορώ»

τον οποίον και ο Πλάτων κατακρίνει• τον στίχον τούτον κατά την παράστασιν

του Ορέστου εν Αθήναις ο υποκρινόμενος τον ήρωα τραγικός υποκριτής

Ηγέλοχος τόσον κακώς απήγγειλεν, ώστε αντί της λέξεως γ α λ ή ν (α), την

οποίαν ενόει ο ποιητής, ηκούσθη η λέξις γ α λ ή ν, αιτιατική της λ. γαλή.

{40} Ανάγεται εις την προηγουμένην μου σημείωσιν {38}, ότι ο Διόνυσος

δεικνύει τον μεταξύ των θεατών Ιερέα του Διονύσου.

{41} Πολλαί επεξηγήσεις υπάρχουν της φράσεως ταύτης παρά τοις Σχολιασταίς:

τινές λέγουν ότι ο ιερεύς του Διονύσου ήτο πυρρός το χρώμα, συσχετίζοντες

τούτο προς το του Ευπόλιδος, ονομάζοντος τον ιερέα του Διον. αιγόπυρρον• ο

Αρίσταρχος εννοεί τον ίδιον Ξανθίαν, έχοντα το όνομα εκ του χρώματος της

κόμης. Αναφέρεται δε και ετέρα επεξήγησις, ότι ο Ξανθίας, «εκκαλύψας το

αιδοίον είπε τούτο, προς το επυρρίασε παίζων• πυρρόν γαρ ήν και το

αιδοίον» (Σχολιαστής).

{42} Παρωδεί και πάλιν στίχους του Ευριπίδου, ως αναφέρεται και εν τη

σημειώσει μου {39}

{43} Ίακχος: επώνυμον του Βάκχου, (ή άλλης υποχθονίας θετότητος), τον

οποίον επεκαλούντο κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια.

{44} Εννοεί τον χορόν των μεμυημένων εις τα Ελευσίνια Μυστήρια.

{45} Ποιητής και φιλόσοφος Μήλιος άθεος, καταδικασθείς επί εξυβρίσει και

ασεβεία προς τα Ελευσίνια Μυστήρια. Περί τούτου ιδέ και σημείωσιν εις την

μετάφρασίν μου των «Ορνίθων» έκδοσιν Φέξη, 1910, σελ. 91.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Ίακχε! που εδώ πέρα μεγαλότιμο έχεις θρόνο,

— Ίακχε! ω Ίακχε!—

έλα με τους αγιασμένους τους συντρόφους σου και μόνο,

έλα στήσε το χορό

στο λιβάδι [το ιερό],

το πολύκαρπο στεφάνι, που έχεις βάλη

ένα γύρω στο κεφάλι,

έλα, τίναξε το κάτω,

πουν' από μυρτιές γεμάτο,

και μαζύ μ' εμάς τους μύστες κτύπα πόδι ζωηρό

εις τον άγιο αυτό χορό,

τον γεμάτον από χάρες, τον αγνό, τον ιερό.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Θεία και πολυτίμητη της Δήμητρας κοπέλλα! {46}

μια ευωδία, τρέλλα,

μου έφθασεν ως εδώ νά...

από κρεάτα χοιρινά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ήσυχα• θα κάνης έτσι

αν θα φας και κοκορέτσι;

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Σήκω, τίναχτ' της λαμπάδες που κρατείς

φλογισμένες μέσ' στο χέρι,

για να φωτισθή ο λειμώνας απ' το φως της τελετής

και να λάμψη σαν αστέρι.

Τα γεροντικά τεντώνουν

γόνατα, και ξανανειώνουν •

κ' η τιμές η ιερές

της παληές και φοβερές

λύπες διώχνουν και τους πόνους

από περασμένους χρόνους.

Έλα, τη λαμπάδα κράτει

και με το ρυθμό περπάτει,

ευτυχής, ξανανειωμένος,

για να φωτισθή ο λειμώνας του χορού ο ανθισμένος.

(ΗΜΙΧΟΡΟΣ)

Ας φύγη απ' αυτά τα μέρη

όποιος τα λόγια μου δεν ξέρει

κι' ούτ' έχει σκέψι καθαρή, κι' όσοι δεν ήσαν χορευτές

εις των Μουσών της τελετές,

ούτ' έμαθαν τη γλώσσα εκείνου

του ταυροφάγου του Κρατίνου, {47}

κι' όσοι αστειότητες γυρεύουν

ξετοπισμένες και χαζές,

και γύρω απ'τους βωμούς λοχεύουν

για να τους έλθη ένας μεζές {48}

ή εχθρική οποίος αφίνει

στάσι, και δεν την καταλεί,

κ' η κοινωνία δεν του δίνει

τιμή κ' υπόληψι πολλή,

αλλά κι' ο ίδιος κάνει στάσεις

κι' ανάβει έχθρα φοβερή,

οπού να βρίσκη περιστάσεις

για να κερδίζη ό,τι μπορεί• ή σε καιρό, που όλ' η χώρα

σε δυστυχίες υποφέρει,

ως άρχοντας δέχεται δώρα, ή και της πόλεως προσφέρει

φρούριον στον εχθρό, ή πλοίον,

κι' όπως αυτός ο Θωρυκίων,{49}

που εικοστή μας έχει βάλη,

ο φορομπήχτης! ένα-ένα

τραβάει ταπαγορευμένα

από την Αίγινα να βγάλη,

πίσσα, [πανιά], πετσιά, λινάρι,

η Επίδαυρος για να τα πάρη

η οποίος πάλι κατορθώση

άλλον [πειο πλούσιο] να 'πείση

και χρήμα στον εχθρό να δώση

το στόλο του για να βοηθήση,

ή εχθρός είνε της Εκάτης

και τους χορούς της τραγουδάει

τους κυκλικούς στ' αγάλματά της,

ή ρήτορας, που έχει φάη

το χρήμα κάθε ποιητή

και κοροϊδείες τούχουν ψάλη

στου Διονύσου τη μεγάλη

πατροπαράδοτη γιορτή.

'Σ αυτούς όλους καθαρά

λέω με φωνή μεγάλη

και για δεύτερη φορά

και για τρίτη λέω πάλι:

ας τραβούν απ' τους χορούς

των μυστών τους ιερούς.

Σεις ωδές να πήτε θείες

μέσα στης ολονυχτίες,

όπως πρέπουνε 'ς αυτή

την [ατέλειωτη] γιορτή.

(ΗΜΙΧΟΡΟΣ)

Με θάρρος ας προβαίνη

καθείς, και με ρυθμό ποδιών,

στην αγκαλιά των λιβαδιών

την πολυανθισμένη,

ψέλνοντας, και μ' αστεία

και κάθε κοροϊδεία•

κ' εκεί όπου θα πάη

θα βρη πολλά να φάη.

Μα έμβα μέσα να υψώσης τώρα

με δόξες και τραγούδια [γιορτινά],

την Σώτειρα θεά, την Αθηνά,

όπου 'ς αυτήν τη χώρα

τη σωτηρία πάντοτε στέλλει,

κι' ο Θωρυκίων αν δεν το θέλη.

Ελάτε τώρα πάλι

κι' άλλα τραγούδι' αρχίσετε

με ύμνους θείους να στολίσετε

τη Δήμητρα την καρπερή και τη μεγάλη.

Έλα, ω Δήμητρα, κυρά,

στα όργια τα ιερά

και τους χορούς σου σώσε!

Δύναμι έλα δώσε,

[που να μπορώ]

ολομερής να παίζω και να τραβώ χορό,

πολλά να λέω κάθε φορά

και χωρατά και σοβαρά•

και όταν άξια, [με τη δύναμί σου]

και παίξω και γελάσω στη γιορτή σου,

και της νίκης να μπορέσω

το στεφάνι να φορέσω.

Και τον θεό παρακαλέστε τούτο

με άλλον ύμνον ιερό,

οπού της ωμορφιάς έχει τον πλούτο

και συντροφεύει το χορό.

Ίακχε πολυτίμητε! τραγούδι να ζητήσης

για τούτη τη γιορτή γλυκό, κ' έλα ν' ακολουθήσης

μαζύ με τη θεά και συ, και ν' αποδείξης πάλι

πως δεν σου φέρνουν κούρασι κ' οι δρόμοι οι μεγάλοι.

Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα!

όπου, για γέλια, μας φορείς κουρέλια και σχισμένα.

και ρούχα και ‘ποδήματα, {50}

και, δίχως έξοδα πολλά,

παιγνίδια κάνουμε τρελλά

και του χορού πηδήματα

Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα•

επήρε τώρα ένα

η ματιά μου κοριτσάκι,

που παίζει κάπου δω κοντά, μ' ώμορφο προσωπάκι,

κι' απ' τα πουκαμισάκια του,

που φαίνονται σκασμένα,

πετιώνται τα βυζάκια του,

Ίακχε φιλοχορευτή! έλα μαζύ μ' εμένα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μ' αρέσουνε η συντροφιές και θέλω με παιγνίδια

και με χορούς να βρίσκωμαι μ'αυτή. {51}

ΞΑΝΘΙΑΣ

Κ' εγώ τα ίδια.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Θέλετε τον Αρχίδαμο να κοροϊδέψουμε μαζύ,

που χρόνια ολόκληρα εφτά μέσα στην πόλι τώρα ζη,

μα δεν του φύτρωσε κανείς

ακόμα συγγενής, {52}

που κάνει το δημαγωγό στους πεθαμένους τώρα

πούχ η απάνω χώρα, {53}

κι' έχει στη μοχθηρία

παρμένα τα πρωτεία ;

Ξέρω και για τον Κλεισθένη {54}

που στους τάφους των ηρώων [στον Κεραμεικό πηδά]

κι' από πάνου τους πηγαίνει

και τα γένεια του τραβάει, και τον κώλο του μαδά•

που σκυμμένος μια φορά

είχε κλάψη φοβερά

προσκαλώντας το Σ ε γ ά μ η, {55}

που είνε' ένας ψωλοτρίφτης, και το γυιό του Α λ ο γ ο γ ά μ η,

όπως λένε τον Καλλία,

οπού και στη ναυμαχία

μέρος θέλοντας να πάρη,

εφορτώθηκε στη ράχη ένα λιονταριού τομάρι.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

(προς τον χορόν, εξερχόμενος της κρύπτης του)

Δεν μας λέτε πού ο Πλούτων κατοικεί; είμαστε ξένοι

και οι δυο νεοφερμένοι.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Ούτε μακρυά από δώθε, ούτε να ξαναρωτήσης:

βρίσκεσαι μπροστά στη θύρα [που μπορείς και να κτυπήσης]

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ξανθίαν)

Ε, παιδί! και πάλι [δρόμο]•

πάρ' τα στρώματα στο νώμο.

ΞΑΝΘΙΑΣ

(εγείρων το φορτίον του με κόπον)

Ωχ! αυτό το σύρε κι' έλα θα τραβήξη τάχ' ακόμα ;

«Διός Κόρινθος» {56} χωμένος μήπως βρίσκεται στο στρώμα;

(Εξέρχεται δεξιόθεν με το φορτίον του ακολουθών τον Διόνυσον)

* * * * *

{46} Εννοεί την Περσεφόνην.

{47} Ο Κρατίνος ήτο κωμικός ποιητής, σατυρίσας με πολλήν ελευθεροστομίαν

και δριμύτητα τας αθηναϊκάς ασχημίας, σκωπτόμενος και από τον Αρ. ως

μαλθακός και μέθυσος• διά τούτο δε ο ποιητής αποδίδει αυτώ και τον τίτλον

του Ταυροφάγου, όστις είνε επίθετον του Βάκχου, ως θεού του οίνου ή διότι

εθύετο εις αυτόν ταύρος, ή διότι οι νικηταί εις τα Διονύσια ελάμβανον

ταύρον ως βραβείον.

{48} Βωμολόχοι εκαλούντο οι περί τους βωμούς ιστάμενοι πειναλέοι, οι

οποίοι διά διαφόρων αστειοτήτων και χυδαιοτήτων προεκάλουν την προσοχήν

των θυτών, εκλιπαρούντες τεμάχια ή εντόσθια των σφαγίων• εκ τούτου και η

λέξις βωμολοχία.

{49} Στρατηγός κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου, κατηγορούμενος

επί προδοσία, της οποίας τας λεπτομερείας βλέπει ο αναγνώστης εν τω

κειμένω.

{50} Υπαινίσσεται ενταύθα ο Αρ. την πενιχρότητα των παραστάσεων των

θεατρικών έργων κατά τα Διονύσια, ελλείψει πλουσίων χορηγών.

{51} Εννοεί την κορασίδα, περί ης ανωτέρω.

{52} Αθηναίος δημαγωγός, κωμωδούμενος και ως ξένος, όστις πολιτογραφηθείς,

επί επτά ολόκληρα έτη δεν είχεν αποκτήση συγγενείς— (φράτορας)• ενταύθα

παίζει ο Αρ. με την λέξιν φράτορες και φ ρ α σ τ ή ρ ε ς (=οι οδόντες του

ποιδίου) λέγων: «ος επταετής ών ουκ έφυσε φ ρ α τ ο ρ α ς», όπως ημείς θα

ελέγομεν εις άλλην συνεκδοχήν τραπεζίτας.

{53} Εννοεί τους Αθηναίους.

{54} Σατυρίζει τούτον ο Αρ. κατά κόρον ως φαυλόβιον εις τας πλείστας των

κωμωδιών του.

{55} Σ ε β ί ν ο ς: όνομα πλαστόν εκ του σ έ και β ι ν ώ,

(=συνουσιάζομαι)• ομοίαν έπλασε κατωτέρω και την λέξιν ι π π ο β ί ν ο ς,

εκ του β ι ν ώ — ί π π ο ν, ή ως ίππος, ην απέδωκα δια της ανωτέρω εν τω

κειμένω λέξεως.

{56} Παροιμία επί των επαναλαμβανόντων τα αυτά πράγματα, προελθούσα εκ του

μύθου, ότι ο Κόρινθος, υιός του Διός έκτισε την ομώνυμον πόλιν, αποθανόντα

δε οι Κορίνθιοι τον ετίμησαν ως θεόν• οι δε Κερκυραίοι, άποικοι των

Κορινθίων όντες και αποστατήσαντες, εδέχοντο καθ' εκάστην προτροπάς παρά

των Κορινθίων ν' αφοσιωθώσιν εις την μητρόπολιν διά πρέσβεων, οίτινες

επανελάμβανον συνεχώς «μέμνησθε του Διός Κορίνθου» μέχρις ότου οι

Κερκυραίοι, απήλασαν τους κήρυκας δια ραβδισμών λέγοντες: «παίε, παίε του

Διός Κόρινθον»!

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ

Εμπρός! σύρετε τώρα το χορό

τον κυκλικό και ιερό,

παίζοντας στ' ανθοσκέπαστα εκεί

της Δήμητρας λιβάδια,

όσοι έχετε την άδεια

για τη γιορτή τη θεϊκή.

Κ' εγώ με της γυναίκες και της κόρες,

οπού για τη θεά περνούν ολονυχτίας ώρες,

στον ίδιο τον καιρό

το φως θα φέρνω το ιερό.

Με τους δικούς μας τρόπους,

μέσα στους ανθισμένους

και ροδοσκεπασμένους

των λιβαδιών μας τόπους,

πάμε, οι ώμορφοι χοροί να γίνουν,

που ευτυχισμένες Μοίρες διευθύνουν.

Για μας που μυηθήκαμε

και πάντοτε φερθήκαμε

σε ξένους και πολίτας μας με τρόπο ευγενικό,

ο ήλιος είνε' ευχάριστος κ' είνε το φως γλυκό.

(Εκκινούν και διασχίζουν βραδέως την σκηνήν με τας λαμπάδας εις τας

χείρας, υπό τον ήχον μουσικής μελωδίας).{57}

ΑΥΛΑΙΑ

* * * * *

{57} Επειδή αι συνθήκαι της από σκηνής σημερινού θεάτρου παραστάσεως

απαιτούν δράσιν, το Δεύτερον τούτο μέρος δύναται να συγχωνευθή με το

επόμενον, αφού περικοπούν τα χορικά τα αναγόμενα εις πρόσωπα ωρισμένα,

τοποθετηθή δε εξ αρχής το Ανάκτορον του Πλούτωνος επί της σκηνής και

έναντι το μικρόν ξενοδοχείον της Πανδοκευτρίας.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Επί της σκηνής βλέπει η πρόσοψις και η θύρα του Ανακτόρου του

Πλούτωνος.—-Αριστερά προς το παρασκήνιον μικρός οικίσκος της Ξενοδόχου.—

Εισέρχεται ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ακολουθούμενος από τον ΞΑΝΘΙΑΝ, φορτωμένον πάντοτε

τα στρώματα.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ και μετά στιγμήν ΑΙΑΚΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Πες μου, πώς θα κτυπήσουμε τη θύρα; με ποιόν τρόπο ;

της θύρες τάχα πως κτυπούν εδώ, 'ς αυτόν τον τόπο ;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μη χάνης και την ώρα σου• κτύπα τη θύρα δυνατά,

σαν έχης σχήμα Ηρακλή και τα φορέματα σου αυτά.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (κτυπών την θύραν)

Παιδί! παιδί!

(εξέρχεται ο ΑΙΑΚΟΣ {58})

ΑΙΑΚΟΣ

(εκπληττόμενος επί τη θέα του Διονύσου ως Ηρακλέους)

Ποιος είν' αυτός;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (με στόμφον)

Ο Ηρακλής ο δυνατός.

ΑΙΑΚΟΣ(μετ' οργής)

Ω σιχαμένε τολμηρέ, και ω ξεντροπιασμένε!

ω μολυσμένε! μιαρέ και χιλιοσιχαμένε!

που έπνιξες και, φεύγοντας, πήρες από δω χάμου

το σκύλλο μας τον Κέρβερο, που είχα φύλακά μου.

Μα τώρα επιάσθης στα γερά,

και θα σου φτιάσουνε φρουρά

του ποταμού Αχέρωνα ο ματωμένος βράχος,

και τα σκυλλιά του Κωκυτού, {59} που τρέχουνε με τάχος,

και τούτ' η πέτρα της Στυγός {60} με την καρδιά τη μαύρη,

κ' η Εκατοντακέφαλη Οχιά,{61} που τώρα θαύρη

τα σπλάγχνα σου να σχίση,

κ' η Σμύρνα η Ταρτήσια {62} πλεμόνι δεν θ' αφήση

αξέθαφτο 'ς εσένα•

και τάντερα και τα νεφρά τα δυο σου ματωμένα

Γοργόνες η Τιθράσιες {63} θα σου τα χύσουν έξω

να τα κατασπαράξουνε! 'Σ αυτές κ' εγώ θα τρέξω!

(Εξέρχεται του Ανακτόρου και απέρχεται ταχέως.—Ο Διόνυσος εκ του φόβου του

αφοδεύει επί της σκηνής)

* * * * *

{58} Αιακός: υιός του Διός και της Αιγίνης, από της όποιας έλαβε το όνομα

και η ομώνυμος νήσος. Εβασίλευσε με τόσην δικαιοσύνην, ώστε μετά θάνατον

εμυθολογήθη ως αποτελέσας μέρος του τριπλού δικαστηρίου του Άδου, του

οποίου εκράτει και τας κλείδας.

{59} Ποταμός του Άδου.

{60} Πηγή της Αρκαδίας, της οποίας τα ύδωρ, ως εκ της ψυχρότητάς του,

εθεωρείτο θανατηφόρον. Εις την πηγήν ταύτην ώμνυον τον φρικτότερον όρκον.

{61} Θηρίον του Άδου, το οποίον εφαντάσθη πρώτος ο Ευριπίδης εις τον

«Θησέα».

{62} Ταρτησία Μύραινα: Φοβερά δαίμων. Την ωνόμασε Ταρτησίαν κατά κωμικήν

συνεκδοχήν, καθόσον αι Ταρτήσιαι γαλαί εθεωρούντο ως αι μεγαλοσωμότεραι

του καιρού εκείνου. Η Τάρτησος ήτο πόλις της Ιβηρίας παρά την Άορνον

λίμνην, η δε Μ ύ ρ α ι ν α είνε είδος θαλασσίου ιχθύος, κοινώς παρ' ημίν

σμύρνα.

{63} Διπλή απόδοσις: Ή από ομωνύμου δήμου της Αττικής πενομένου και κακού,

ανήκοντος εις την Αγηίδα φυλήν, ή από του Τιθρασίου, τόπου της Λιβύης,

ένθα μυθολογείται ότι διητώντο αι Γοργόνες.

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ—ΞΑΝΘΙΑΣ

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τι κάνεις αυτού χάμου ;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

κάλεσ' το θεό [να ρθη βοήθεια μου]. {64}

ΞΑΝΘΙΑΣ

Γελοίε! δεν σηκώνεσαι, μήπως κανένας ξένος

σε ιδή [κατά που είσαι καθισμένος];

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Παράλυσαν τα γόνατά μου •

πάρε σφουγγάρι γρήγορα και βρέξε την καρδιά μου.

(Ο Ξανθίας εξάγει μετά σπουδής σπόγγον εκ του δέματος, τον οποίον βρέχει

εις το ύδωρ της λίμνης και προσφέρει εις τον καθήμενον Διόνυσον)

ΞΑΝΘΙΑΣ

Πάρε και βρέξου μόνος σου...

(Ο Διόνυσος βρέχει τα οπίσθια του αντί της καρδίας.— Ο Ξανθίας έκπληκτος:)

πού είνε τα; [για στάσου]!

Χρυσοί θεοί! εδώ λοιπόν την έχεις την καρδιά σου;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Γλίστρησε απ' το φόβο της στην κάτω μου κοιλία.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Εσύ κι' ανθρώπους και θεούς πέρασες στη δειλία!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ (εγειρόμενος)

Εγώ είμαι δειλός, μωρέ, που ζήτησα σφουγγάρι ;

κανένας δεν θα τόλμαγε τα μούτρα του να πάρη,

να κάνη αυτό.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Τι θά κανε;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Δειλός, θάπεφτε κάτου,

όπου θα μυριζότανε στο χώμα τα κακά του•

ενώ εγώ σηκώθηκα και,[μ' ανδρειά περίσσια],

σκουπίσθηκα.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μα το θεό! πολύ παλληκαρίσια!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Έτσι κ' εμέ μου φαίνεται• και πώς ; σέν' αυτού πέρα

τάχα δεν σε τρομάξανε τα λόγια κ' η φοβέρα;

ΞΑΝΘΙΑΣ

Μπα, ούτε τα λογάριασα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Σαν είσαι παλληκάρι

κ'είν' άφοβα τα σπλάγχνα σου, να, πάρε το τομάρι

το λιονταρίσιο• να κι' αυτό το ρόπαλο στο χέρι,

κι' αφού η καρδιά σου [όπως λες] το φόβο δεν τον ξέρει,

έλα να γίνης συ εγώ• κ' έτσι εγώ μαζύ σου

μ' αυτόν τον τρόπο θάρχωμαι σκευοκουβαλητής σου.

ΞΑΝΘΙΑΣ

Φέρτα λοιπόν, για να πεισθώ 'ς αυτή τη συμφωνία,

και κύτταξε τώρα καλά τον Ηρακλο-Ξανθία, {65}

αν θάμαι φοβιτσιάρης

μ' όλην αυτή τη φορεσιά, που βρήκες συ να πάρης.

(Ο Διόνυσος παραδίδει την περιβολήν του Ηρακλέους εις τον Ξανθίαν)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Μα το θεό, πολύ καλά τα καταφέρνει [ως τόσο]

το Μελιτοκοπέλλι{66} μου. Ε, φέρε να σηκώσω

εγώ τα στρώματα λοιπόν.

(Ο Ξανθίας βοηθεί τον Διόνυσον να φορτωθή το δέμα των στρωμάτων.—Εξέρχεται

εις την θύραν του Ανακτόρου του Πλούτωνος η θεράπαινα {67} της Περσεφόνης)

* * * * *

{64} Εννοεί βεβαίως τον εν τω εγγύς ανακτόρω Πλούτωνα

{65} Εννοεί τον εαυτόν του φέροντα την περιβολήν του Ηρακλέους.

{66} «Ο εκ Μελίτης μαστιγίας»: Αντί του «ο εκ Μελίτης Ηρακλής», τούτο

διότι εις την Μελίτην, δήμον της Αττικής, ο Ηρακλής εμυήθη εις τα Μικρά

Μυστήρια, υπήρχε δε εκεί και ιερόν του Αλεξικάκου Ηρακλέους• ο δήμος

εκείνος είχε λάβει τόνομα από της Νύμφης Μελίτης, ερωμένης του Ηρακλέους.

Κατ' άλλους χλευάζει τον Καλλίαν Ιππονίκου, κατοικούντα εις Μελίτην, περί

του οποίου ιδέ εκτενέστερον εις μετάφρασίν μου «Ορνίθων». Εκδ. Φέξη 1910,

σελ. 29, σημ. 2.

{67} Κατ' άλλους εξέρχεται θεράπων, αλλά προτιμοτέρα διά το θέατρον είνε η

Θεράπαινα.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ (προς τον Ξανθίαν)

Και πάντα με καλό,

Ω Ηρακλή αγαπητέ! ορίστε [σε παρακαλώ],

πέρασε μέσα. Η θεά, {68} σαν έμαθεν ότι θα 'ρθής,

εζύμωσε ψωμιά ευθύς,

σε δυο-τρεις χύτρες [σου] βρασε τη φάβα, βώδι ένα

ολόκληρο σου έψησε στη θράκα, και ψημένα

σούχει ψωμιά τετράγωνα, {69} και πίττες σου φτιασε πολλές.

Μα έλα, πέρασε λοιπόν!

ΞΑΝΘΙΑΣ (ειρωνικώς και αρνητικώς)

Μπα! μωρέ μπράβο! τι μας λες;

Η ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ

Εγώ, μα τον Απόλλωνα, ποτέ δεν θα σε ιδώ,

[χωρίς να πάρης τίποτε], να φύγης από δω,

γιατί και κρέας έβρασε πουλερικών, να φας εσύ,

στραγάλια σου καβούρδισε κ' εκέρασε γλυκό κρασί.

Μα έλα γρήγορα λοιπόν, έμβα μαζύ μ' εμένα.

ΞΑΝΘΙΑΣ (ως ανωτέρω)

Μωρ' τι μας λες ;! πολύ λαμπρά!...

Βάτραχοι · 第 1 / 5 段