Σωκράτης.

Το μέτρημα όμως άλλο τίποτε θα ειπούμεν, παρά εξέτασιν διά να εύρωμεν

πόσος αριθμός υπάρχει;

Θεαίτητος.

Αυτό βεβαίως.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν εκείνο το οποίον γνωρίζει, τόρα αποδεικνύεται ότι τα

εξετάζει, ως να μην το γνωρίζη, αυτός ο οποίος, καθώς παρεδέχθημεν,

γνωρίζει όλους τους αριθμούς. Έχεις ακούσει δηλαδή ότι πολλοί τα

διαφιλονικούν αυτά εις τας συζητήσεις των;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Λοιπόν ημείς παρομοιάζοντες αυτά προς το κυνήγιον και την σύλληψιν

των περιστερών, θα ειπούμεν ότι το κυνήγιον είναι δύο ειδών. Το έν

ήτο πριν να τας συλλάβωμεν, διά να τας έχωμεν κτήμα μας, το δε άλλο

διά να τας συλλάβωμεν και να κρατούμεν εις το χέρι εκείνο, το οποίον

προ πολλού είχαμεν κτήμα μας. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον είναι δυνατόν

και όσα κανείς προ πολλού είχε μάθει και τα εγνώριζε, να τα μάθη και

πάλιν αυτά τα ίδια, αποκτών πάλιν την επιστήμην εκάστου και κρατών

πρόχειρον εις τον νουν του τόρα, αυτήν την οποίαν εγνώρισε προ

πολλού.

Θεαίτητος.

Πραγματικώς.

Σωκράτης.

Ακριβώς λοιπόν αυτό σε ερωτούσα προ ολίγου, τι ονόματα πρέπει κανείς

να δώση εις αυτά, όταν λόγου χάριν ο αριθμητικός πρόκειται να μετρήση

κανέν πράγμα, ή ο γραμματοδιδάσκαλος να αναγνώση, άραγε θα ειπούμεν

ότι το γνωρίζει και έρχεται τόρα πάλιν να μάθη από τον εαυτόν του,

αυτό το οποίον γνωρίζει;

Θεαίτητος.

Αυτό είναι παράλογον, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης.

Αλλά τότε λοιπόν θα ειπούμεν ότι θα αναγνώση και θα αριθμήση όσα δεν

γνωρίζει, ενώ παρεδέχθημεν ότι γνωρίζει όλα τα γράμματα και όλους

τους αριθμούς;

Θεαίτητος.

Και αυτό βεβαίως είναι παράλογον.

Σωκράτης.

Λοιπόν θέλεις να ειπούμεν ότι όσον διά τα ονόματα ημάς δεν μας μέλει

διόλου, εάν επεκτείνη κανείς όπως θέλει την σημασίαν του γνωρίζω και

μανθάνω. Αφού όμως ωρίσαμεν ότι άλλο πράγμα είναι η απόκτησις της

επιστήμης και άλλο η πρόχειρος κατοχή αυτής, δεχόμεθα ότι είναι

αδύνατον να μην έχη κτήμα του κανείς εκείνο το οποίον απέκτησε, ώστε

ποτέ δεν συμβαίνει να μη γνωρίζη εκείνο το οποίον γνωρίζει, είναι

όμως δυνατόν να κάμη ψευδή κρίσιν περί αυτού. Διότι είναι δυνατόν να

μην έχη την επιστήμην τούτου, αλλά άλλην εις την θέσιν εκείνης, όταν

κυνηγά την ώραν που ξεπετούν και συλλάβη κατά λάθος άλλην αντί άλλης,

και τότε βεβαίως συμβαίνει να εκλάβη τα ένδεκα ως δώδεκα, διότι

συνέλαβε μέσα του την επιστήμην των ένδεκα αντί των δώδεκα, ωσάν

κανέν αγριοπερίστερο αντί περιστεράς.

Θεαίτητος.

Αυτό φαίνεται λογικόν.

Σωκράτης.

Όταν όμως συλλάβη εκείνην την οποίαν προσπαθεί να συλλάβη, τότε δεν

κάμνει λάθος και κρίνει το πράγμα καθώς είναι. Κατ' αυτόν λοιπόν τον

τρόπον υπάρχει και αληθής και ψευδής κρίσις, και όσα προηγουμένως μας

εστενοχώρησαν, κανέν δεν είναι εμπόδιον. Ίσως λοιπόν θα μείνης

σύμφωνος μαζί μου, ει δε μη τι σκοπόν έχεις;

Θεαίτητος.

Το παραδέχομαι καθώς το λέγεις.

Σωκράτης.

Και βεβαίως, διότι τόρα πλέον είμεθα απηλλαγμένοι από το να γνωρίζη

κανείς όσα δεν γνωρίζει, διότι όσα έχομεν κτήμα μας δεν συμβαίνει

πουθενά, να μην τα έχωμεν ιδικά μας ούτε κατά λάθος ούτε χωρίς λάθος.

Τόρα όμως εγώ νομίζω ότι παρουσιάζεται ένα άλλο πάθημα πολύ

φοβερώτερον.

Θεαίτητος.

Ποίον είναι αυτό;

Σωκράτης.

Εάν ημπορή να θεωρηθή ψευδής κρίσις η αλλαγή της μιας επιστήμης με

την άλλην.

Θεαίτητος.

Πώς δηλαδή;

Σωκράτης.

Πρώτον μεν, ενώ κατέχει κανείς ενός πράγματος την επιστήμην, να μη

γνωρίζη αυτό το ίδιον, όχι πλέον με αμάθειαν αλλά με την επιστήμην

του. Έπειτα πάλιν ένα άλλο πράγμα να το θεωρήση ως τούτο εδώ, και

τούτο εδώ ως άλλο. Πώς δεν είναι μέγας παραλογισμός, αφού υπάρχει η

επιστήμη, να μη γνωρίζη τίποτε η ψυχή, αλλά να αγνοή όλα τα πράγματα;

Διότι συμφώνως με τον λόγον αυτόν δεν είναι δύσκολον και η αμάθεια

(!), όταν υπάρχη, να μας κάμη να γνωρίζωμεν ένα πράγμα, και η

τύφλωσις (!) να μας κάμνη να βλέπωμεν, αφού και η επιστήμη ημπορεί να

κάμη ποτέ κανένα να μη γνωρίζη (!)

Θεαίτητος.

Πραγματικώς, Σωκράτη μου, ίσως ουχί ορθώς παρεδέχθημεν τα πουλιά

μόνον ως επιστήμας, ενώ έπρεπε να δεχθώμεν και ως ανεπιστημοσύνας και

να πετούν εναλλάξ μέσα εις την ψυχήν μας. Και όστις κυνηγά, ότι

άλλοτε συλλαμβάνει επιστήμην και άλλοτε ανεπιστημοσύνην διά το ίδιον

πράγμα, και διά τούτο κάμνει ψευδή κρίσιν με την ανεπιστημοσύνην, και

αληθινήν με την επιστήμην.

Σωκράτης.

Είναι βεβαίως δύσκολον, καλέ Θεαίτητε, να μη σε επαινέση κανείς. Αυτό

όμως το οποίον είπες εξέτασέ το και πάλιν. Οπωσδήποτε ας το δεχθώμεν

(!) καθώς το λέγεις. Αλλά τότε, όστις συλλάβη την ανεπιστημοσύνην,

λέγεις ότι θα κάμη ψευδή κρίσιν. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Όχι όμως και ότι θα φρονή συγχρόνως ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος.

Αλλά πώς;

Σωκράτης.

Αλλά αληθινήν, και θα φαίνεται ως να γνωρίζη αυτά εις τα οποία

απατάται.

Θεαίτητος.

Πώς αλλέως βέβαια;

Σωκράτης.

Επομένως θα φρονή ότι συνέλαβε εις το κυνήγι και κατέχει επιστήμην

και όχι ανεπιστημοσύνην.

Θεαίτητος.

Αυτό είναι φανερόν.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν εκάμαμεν ένα μεγάλον γύρον και πάλιν εφθάσαμεν εις την ιδίαν

απορίαν (!). Διότι εκείνος ο εριστικός θα γελάση και θα μας ειπή. Πώς

το εννοείτε, ευλογημένοι άνθρωποι; Και τας δύο γνωρίζει κανείς,

δηλαδή και την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και αυτήν που

γνωρίζει νομίζει ότι είναι κάποια άλλη, από εκείνας που γνωρίζει; Ή

δεν γνωρίζει καμμίαν από τας δύο, και τότε εκείνην που δεν την

γνωρίζει, την νομίζει ως κάποιαν άλλην από εκείνας που δεν γνωρίζει;

Ή την μίαν γνωρίζει και την άλλην δεν την γνωρίζει, και αυτήν που

γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που δεν γνωρίζει; Ή αυτήν που

γνωρίζει την νομίζει ως εκείνην που γνωρίζει; Ή θα μου ειπήτε τόρα

πάλιν, ότι υπάρχουν και επιστήμαι των επιστημών και ανεπιστημοσυνών,

τας οποίας όστις τας έχει κτήμα του, τας κλείει μέσα εις άλλους

γελοίους περιστερεώνας ή κήρινα πλάσματα, και ενόσω τας έχει κτήμα

του τας γνωρίζει, και όταν ακόμη δεν τας έχη προχείρους εις τον νουν

του; Και κατ' αυτόν τον τρόπον πλέον θα αναγκασθήτε εις το ίδιον

μέρος να στριφογυρίζετε χίλιες φορές, χωρίς να φέρετε κανέν

αποτέλεσμα; Τι θα απαντήσωμεν εις αυτά, καλέ Θεαίτητε;

Θεαίτητος.

Εγώ μα τον Δία, Σωκράτη μου, δεν γνωρίζω τι πρέπει να απαντήσωμεν.

Σωκράτης.

Λοιπόν, παιδί μου, άραγε έχει δίκαιον αυτός ο λόγος που μας

επιπλήττει και μας αποδεικνύει, ότι δεν είναι ορθόν να ζητούμεν

προηγουμένως από την επιστήμην, τι είναι η ψευδής κρίσις, αφίνοντες

εκείνην κατά μέρος; Και όμως είναι απολύτως αδύνατος πάσα γνώσις, εάν

προηγουμένως δεν κατέχωμεν καλώς τι είναι επιστήμη.

Θεαίτητος.

Προς το παρόν, Σωκράτη μου, είναι ανάγκη να παραδεχθώμεν αυτό το

οποίον λέγεις.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν πώς θα ορίσωμεν τόρα πάλιν την επιστήμην από την αρχήν;

διότι δεν πιστεύω από τόρα να είμεθα κουρασμένοι.

Θεαίτητος.

Διόλου μάλιστα, αρκεί συ να μην αποκάμης.

Σωκράτης.

Λέγε λοιπόν, πώς πρέπει να την ονομάσωμεν, ώστε να μην αντιφάσκωμεν

προς τον εαυτόν μας.

Θεαίτητος.

Εκείνο, καλέ Σωκράτη, το οποίον εδοκιμάσαμεν προηγουμένως, διότι εγώ

δεν γνωρίζω κανέν άλλο όνομα.

Σωκράτης.

Ποίον δηλαδή;

Θεαίτητος.

Ότι η αληθής κρίσις είναι επιστήμη. Διότι βεβαίως η αληθής κρίσις

είναι αλάνθαστος, και όσα πηγάζουν από αυτήν όλα γίνονται καλά και

αγαθά.

Σωκράτης.

Όστις οδηγεί εις την διάβασιν του ποταμού, φίλε Θεαίτητε, ορθώς λέγει

ότι μόνος του θα δείξη τι πρέπει να γίνη. Ομοίως και εις τούτο το

ζήτημα, όσον προχωρούμεν ίσως παρουσιασθή κανέν εμπόδιον, και μόνον

του μας φανερώση αυτό το οποίον ερευνώμεν, ενώ όταν μένωμεν ακίνητοι

δεν θα ιδούμεν τίποτε.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά ομιλείς, ώστε ας προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν.

Σωκράτης.

Και λοιπόν τούτο δεν θέλει πολλήν σκέψιν. Διότι μία ολόκληρος τέχνη

σου λέγει ότι δεν είναι επιστήμη.

Θεαίτητος.

Πώς δηλαδή; Και ποία είναι αυτή;

Σωκράτης.

Η τέχνη εκείνων οι οποίοι είναι οι ανώτεροι εις την πολυμάθειαν, τους

οποίους ακριβώς ονομάζουν ρήτορας και δικηγόρους. Διότι αυτοί

καταπείθουν με την τέχνην των όχι διότι διαφωτίζουν (!) τους άλλους,

αλλά διότι τους κάμνουν να φρονούν όσα θέλουν αυτοί. Ή μήπως συ

νομίζεις ότι υπάρχουν διδάσκαλοι τόσον ικανοί, ώστε εις ανθρώπους οι

οποίοι δεν παρευρέθησαν εις καμμίαν λωποδυσίαν ή κανένα άλλον

εκβιασμόν, να ημπορούν να εξηγήσουν πειστικώς την αλήθειαν των

γεγονότων, την ώραν που τρέχει το ολίγον νερόν της κλεψύδρας;

Θεαίτητος.

Εγώ διόλου δεν νομίζω αυτό, αλλά πιστεύω ότι πείθουν.

Σωκράτης.

Το να πείθουν όμως άλλο τι σημαίνει, παρά να τους καταφέρουν να

νομίζουν;

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης.

Λοιπόν όταν οι δικασταί πεισθούν δικαίως (!), δι' όσα μόνον όταν τα

ιδή κανείς είναι εις θέσιν να γνωρίζη, όχι όμως κατ' άλλον τρόπον,

δεν έπεται ότι η δικαία (!) των κρίσις, εάν βεβαίως εδίκασαν ορθώς

(!), στηρίζεται εις τας εξ ακοής πληροφορίας, από τας οποίας

εσχημάτισαν αληθή κρίσιν (!), χωρίς να τας γνωρίζουν;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Αί λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε, εάν ήτο το ίδιον πράγμα η αληθής και

δικαστική (!) κρίσις με την επιστήμην, δεν ήτο δυνατόν ποτέ ο

καλλίτερος δικαστής να κάμη ορθήν κρίσιν άνευ της επιστήμης. Τόρα

όμως φαίνεται ότι είναι διαφορετικά αυτά το έν από το άλλο.

Θεαίτητος.

Τόρα εννοώ, καλέ Σωκράτη, εκείνο που είπε κάποιος και το είχα

λησμονήσει. Αυτός δε είπε ότι επιστήμη είναι η αληθής κρίσις, όταν

συνοδεύεται και με τον λόγον, ενώ άνευ λόγου είναι έξω από την

επιστήμην. Και εις όσα πράγματα δεν υπάρχει ο λόγος, δεν μανθάνονται

επιστημονικώς, — με αυτάς τας λέξεις τα έλεγε μάλιστα — , εις όσα

όμως υπάρχει λόγος, μανθάνονται.

Σωκράτης.

Πολύ ορθά. Τόρα όμως όσα μανθάνονται και όσα δεν μανθάνονται, ειπέ

μου πώς τα διέκρινε, διότι θέλω να ιδώ αν τα ήκουσες και συ καθώς

εγώ.

Θεαίτητος.

Δεν ηξεύρω αν θα το ενθυμηθώ. Νομίζω όμως ότι θα ημπορούσα να

παρακολουθήσω, αν το έλεγε άλλος κανείς.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν άκουσε ένα όνειρον εις την θέσιν άλλου ονείρου. Διότι και

εγώ πάλιν νομίζω ότι ήκουσα από κάποιον, ότι τα πρώτα στοιχεία από τα

οποία αποτελούμεθα και ημείς και τα άλλα πράγματα, δεν έχουν λόγον.

Διότι δι' έκαστον από αυτά μόνον το όνομά του είναι δυνατόν να

ειπούμεν και τίποτε άλλο ούτε δηλαδή ότι υπάρχει, ούτε ότι δεν

υπάρχει. Διότι τότε πλέον προσθέτομεν εις αυτό και την ύπαρξιν, ενώ

δεν πρέπει να προσθέσωμεν τίποτε, αφού πρέπει να το ονομάσωμεν μόνον

του. Αφού μάλιστα δεν πρέπει να προσθέσωμεν ούτε την λέξιν αυτό, ούτε

εκείνο, ούτε έκαστον, ούτε μόνον, ούτε τούτο εδώ, ούτε κανέν άλλο,

από τα παρόμοια προσδιοριστικά επίθετα. Διότι αυτά τριγυρίζουν όλα τα

άλλα και προσκολλώνται εις αυτά, ενώ είναι διαφορετικά από εκείνα εις

τα οποία προστίθενται. Έπρεπε όμως αυτό το στοιχείον, εάν ήτο δυνατόν

να λέγεται, και αν είχε ιδιαίτερον ορισμόν, να λέγεται χωριστά από

όλα τα άλλα. Τόρα όμως είναι αδύνατον, έν οποιονδήποτε από τα πρώτα

στοιχεία να εκφρασθή διά λόγου. Διότι τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν

να γίνη δι' αυτό, παρά μόνον να το ονομάσωμεν. Διότι μόνον όνομα

έχει. Όσα όμως αποτελούνται από αυτά τα στοιχεία, καθώς συμπλέκονται

τα ίδια, ομοίως συμπλέκονται και τα ονόματά των και σχηματίζεται

λόγος. Διότι η συμπλοκή των λέξεων είναι η ουσία του λόγου. Λοιπόν

κατ' αυτόν τον τρόπον τα μεν στοιχεία είναι απροσδιόριστα με τον

λόγον και άγνωστα, και απλώς αισθητά. Αι συλλαβαί όμως είναι γνωσταί

και εκφράζονται διά λόγου και κρίνονται με αληθή κρίσιν. Όταν λοιπόν

χωρίς λόγον συλλάβη κανείς την αληθινήν κρίσιν ενός πράγματος,

κατέχει μεν η ψυχή του την αλήθειαν ως προς αυτό, αλλ' όμως δεν το

γνωρίζει. Διότι όστις δεν ημπορεί να δώση και να δεχθή λόγον δεν έχει

επιστημονικήν γνώσιν αυτού του πράγματος. Όταν όμως αποκτήση και τον

λόγον, τότε γίνεται ικανός εις όλα αυτά, και είναι τέλειος διά την

επιστήμην. Έτσι το ήκουσες και συ το όνειρον αυτό ή αλλέως;

Θεαίτητος.

Ακριβώς το ίδιον, σε βεβαιώ.

Σωκράτης.

Σου αρέσει λοιπόν και είσαι σύμφορος με αυτό, ότι η αληθής κρίσις

όταν συνοδεύεται με τον λόγον είναι επιστήμη:

Θεαίτητος.

Είμαι εντελώς σύμφωνος.

Σωκράτης.

Καλέ Θεαίτητε, είναι δυνατόν άραγε τόσον εύκολα σήμερον να επετύχαμεν

εκείνο, το οποίον δεν ημπόρεσαν να εύρουν σοφοί άνθρωποι ερευνώντες

αυτό μέχρι του γήρατός των;

Θεαίτητος.

Εγώ τουλάχιστον, Σωκράτη μου, φρονώ ότι είναι ορθόν αυτό, το οποίον

είπαμεν προ ολίγου.

Σωκράτης.

Και είναι λογικόν να είναι ορθόν βεβαίως, διότι αλλέως, ποία επιστήμη

ήτο δυνατόν να υπάρξη, χωρίς να συνοδεύεται από τον λόγον και την

ορθήν κρίσιν; Ένα όμως ελαφρόν (!) πράγμα δεν μου αρέσει από τα

προηγούμενα.

Θεαίτητος.

Ποίον δηλαδή;

Σωκράτης.

Ακριβώς αυτό το οποίον εφάνη ότι ήτο το ευφυέστερον, ότι δηλαδή τα

μεν στοιχεία είναι άγνωστα, ενώ όλαι αι συλλαβαί είναι γνωσταί.

Θεαίτητος.

Και μήπως δεν εφάνη ορθώς;

Σωκράτης.

Αυτό λοιπόν ας το εύρωμεν. Διότι έχομεν ως άλλους ομήρους τα

παραδείγματα του λόγου, τα οποία μετεχειρίσθη, όταν διισχυρίζετο όλα

αυτά.

Θεαίτητος.

Ποία είναι λοιπόν;

Σωκράτης.

Τα στοιχεία των γραμμάτων και αι συλλαβαί. Ή νομίζεις ότι εις άλλα

απέβλεπε, όταν είπε αυτά που είπαμεν, όστις τα είπε;

Θεαίτητος.

Όχι, αλλά εις αυτά.

Σωκράτης.

Λοιπόν ας τα βασανίσωμεν αυτά από την αρχήν, ή μάλλον τον ίδιον

εαυτόν μας, άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον εμάθαμεν τα γράμματα ή όχι.

Και πρώτον: Άραγε μόνον αι συλλαβαί έχουν λόγον, και τα στοιχεία δεν

έχουν;

Θεαίτητος.

Πιθανόν.

Σωκράτης.

Βεβαίως και εις εμέ φαίνεται πιθανόν (!). Και λοιπόν, αν κανείς

ερωτήση ποία είναι η πρώτη συλλαβή του Σωκράτους, ως λόγου χάριν:

Ειπέ μου, φίλε Θεαίτητε, τι είναι Σω; Τι θα απαντήσης;

Θεαίτητος.

Ότι είναι σίγμα και ω μέγα.

Σωκράτης.

Λοιπόν δεν είναι αυτό ο λόγος της συλλαβής αυτής;

Θεαίτητος.

Βεβαίως.

Σωκράτης.

Έλα λοιπόν τόρα ειπέ μας και τον λόγον του σίγμα.

Θεαίτητος.

Και πώς είνε δυνατόν να έχωμεν στοιχεία των στοιχείων; Διότι, καλέ

Σωκράτη, το σίγμα είναι ένα από τα άφωνα, δηλαδή ένας απλούς ήχος,

ωσάν να σφυρίζη η γλώσσα. Και το βήτα πάλιν δεν έχει ούτε ήχον ούτε

κρότον, ούτε τα περισσότερα στοιχεία. Ώστε πολύ ορθόν είναι να

λέγωνται αυτά ότι δεν έχουν λόγον, αφού από όλα αυτά, τα ζωηρότερα

επτά, μόνον φωνήν έχουν, λόγον όμως δεν έχουν ουδέ τον παραμικρόν.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν, καλέ φίλε, καλά τα καταφέραμεν διά την επιστήμην (!);

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Τι λοιπόν; Ορθώς απεδείξαμεν άραγε ότι το στοιχείον δεν είναι δυνατόν

να γνωρισθή αλλά μόνον η συλλαβή;

Θεαίτητος.

Ορθώς βεβαίως.

Σωκράτης.

Ειπέ μου λοιπόν, τι ονομάζομεν συλλαβήν, δηλαδή και τα δύο στοιχεία

και μάλιστα, αν είναι περισσότερα από δύο, όλα μαζί, ή ένα σύνολον

μορφής, το οποίον απετελέσθη από την σύνθεσιν αυτών;

Θεαίτητος.

Νομίζω το όλον μαζί.

Σωκράτης.

Πρόσεξε λοιπόν εις τα δύο, δηλαδή εις το σίγμα και το ω μέγα, τα

οποία είναι και τα δύο μαζί η πρώτη συλλαβή του ονόματός μου. Δεν

είναι αληθές ότι, όστις γνωρίζει αυτήν, γνωρίζει και τα δύο αυτά;

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης.

Επομένως γνωρίζει το σίγμα και το ω μέγα.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Και πώς αυτό (!); Είπες ότι το καθέν χωριστά δεν το γνωρίζει, και

αφού δεν γνωρίζει κανέν από αυτά, τόρα γνωρίζει και τα δύο;

Θεαίτητος.

Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, αυτό είναι τρομερός παραλογισμός.

Σωκράτης.

Τόρα όμως, αφού κατ' ανάγκην γνωρίζει το καθέν όστις γνωρίζει και τα

δύο, έπεται λογικώτατα, ότι γνωρίζει προηγουμένως τα στοιχεία

εκείνος, ο οποίος πρόκειται να μάθη την συλλαβήν, και τότε πλέον μας

φεύγει εκείνος ο καλός (!) λόγος και τον χάνομεν.

Θεαίτητος.

Και πολύ μάλιστα εξαφνικά.

Σωκράτης.

Διότι δεν τον φυλάττομεν καλά. Διότι ίσως έπρεπε να μη θεωρήσωμεν ως

συλλαβήν τα στοιχεία, αλλά ως ένα τύπον, ο οποίος παρήχθη από εκείνα,

ως μίαν ιδιαιτέραν μορφήν διάφορον από τα στοιχεία.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα. Και διόλου παράδοξον να είναι καθώς το λέγεις τόρα, παρά

τότε.

Σωκράτης.

Πρέπει να εξετάσωμεν και όχι να εγκαταλείψωμεν ανάνδρως τόσον

σεβάσμιον λόγον.

Θεαίτητος.

Όχι βέβαια.

Σωκράτης.

Ας είναι λοιπόν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, η συλλαβή είναι μία

ιδιαιτέρα μορφή σχηματιζομένη από όλα τα προσαρμοζόμενα στοιχεία, όχι

μόνον ως προς τα γράμματα, αλλά και ως προς όλα τα άλλα.

Θεαίτητος.

Πολύ καλά.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν δεν πρέπει να υπάρχουν μέρη αυτής.

Θεαίτητος.

Διατί άραγε;

Σωκράτης.

Διότι παν ότι έχει μέρη, κατ' ανάγκην το όλον του είναι όλα τα μέρη.

Ή μήπως εννοείς ότι και το όλον πάλιν αποτελεί ιδιαιτέραν μορφήν,

διάφορον από όλα τα μέρη;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν το όλον και το ολόκληρον άραγε τα θεωρείς το ίδιον ή

διαφορετικόν το καθέν;

Θεαίτητος.

Δεν έχω σαφή ιδέαν αυτών, επειδή όμως με προτρέπεις να είμαι πρόθυμος

εις τας απαντήσεις, ριψοκινδυνεύων σου λέγω ότι είναι διαφορετικόν.

Σωκράτης.

Η προθυμία σου, φίλε Θεαίτητε, είναι ορθή, αν όμως είναι ορθή και

απάντησις, αυτό πρέπει να το εξετάσωμεν.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πρέπει.

Σωκράτης.

Λοιπόν δεν είπες ότι διαφέρει το ολόκληρον από το όλον;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Τι φρονείς όμως; το ενικόν όλον έχει καμμίαν διαφοράν από το

πληθυντικόν όλα; Λόγου χάριν, όταν αριθμούμεν ένα, δύο, τρία,

τέσσαρα, πέντε, έξ, εάν ειπούμεν δύο φοράς τρία ή τρεις φοράς δύο, ή

τέσσαρα συν δύο, ή τρία συν δύο συν έν, άραγε εις όλας αυτάς τας

περιπτώσεις το ίδιον λέγομεν ή διάφορον:

Θεαίτητος.

Το ίδιον.

Σωκράτης.

Άραγε άλλο τίποτε παρά έξ;

Θεαίτητος.

Όχι άλλο.

Σωκράτης.

Επομένως εις όλας τας περιπτώσεις δεν είπαμεν όλα τα έξ.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Εξ άλλου όμως αφού τα λέγομεν όλα δεν λέγομεν και ένα.

Θεαίτητος.

Είναι ανάγκη.

Σωκράτης.

Διάφορον άραγε από τα έξ;

Θεαίτητος.

Διόλου μάλιστα.

Σωκράτης.

Επομένως εις όσα συνίστανται από αριθμόν δεν θεωρούμεν ως το ίδιον το

ολόκληρον και όλον;

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Λοιπόν ας το εκφράζωμεν αυτό κατά τον εξής τρόπον: Ο αριθμός ενός

στρέμματος και το στρέμμα είναι το ίδιον. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Και του ενός σταδίου λοιπόν επίσης.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Σωκράτης.

Αλλά μήπως και ο αριθμός ενός στρατοπέδου δεν είναι το ίδιον με το

στρατόπεδον, και όλα τα παρόμοια ομοίως; Διότι ολόκληρος ο αριθμός

αποτελεί όλην την ουσίαν εκάστου από αυτά.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Ο δε αριθμός εκάστου από αυτά, άραγε άλλο τίποτε είναι, παρά τα μέρη

του;

Θεαίτητος.

Δεν είναι άλλο.

Σωκράτης.

Όσα λοιπόν έχουν μέρη δεν αποτελούνται από τα μέρη των;

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Ναι, αλλά όλα τα μέρη είπαμεν ότι είναι το ολόκληρον, αφού και ο

ολικός αριθμός είναι το ολόκληρον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν το ολόκληρον δεν αποτελείται από μέρη, διότι αν ήτο

άθροισμα των μερών θα ήτο όλον.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Αφού δε είναι μέρος, άραγε κανενός άλλου πράγματος είναι μέρος παρά

του ολοκλήρου;

Θεαίτητος.

Βεβαίως του ολοκλήρου.

Σωκράτης.

Παλικαρίστικα πολεμείς, φίλε Θεαίτητε. Το όλον όμως δεν είναι

κυριολεκτικώς όλον, όταν δεν του λείπη τίποτε;

Θεαίτητος.

Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης.

Αλλά και το ολόκληρον δεν είναι άραγε ακριβώς τοιούτον όταν πουθενά

δεν του λείπη τίποτε; Ενώ όταν λείπη κάτι τι, δεν είναι ούτε

ολόκληρον ούτε όλον, και αυτά τα δύο γίνονται με το ίδιον πάθος το

ίδιον πράγμα;

Θεαίτητος.

Τόρα μου φαίνεται ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν το όλον και το

ολόκληρον.

Σωκράτης.

Δεν ελέγαμεν λοιπόν ότι εις παν ότι έχει μέρη, το όλον του ή το

ολόκληρόν του είναι όλα τα μέρη του;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Τόρα λοιπόν πάλιν, καθώς προ ολίγου εδοκίμασα να ειπώ, εάν η συλλαβή

δεν είναι τα στοιχεία, δεν έπεται ότι δεν τα έχει τα στοιχεία ως μέρη

ιδικά της; Άλλως, αν αυτή είναι το ίδιον με αυτά, οφείλει να είναι εξ

ίσου με εκείνα γνωστή;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Λοιπόν, διά να μη γίνη αυτό, δεν παρεδέχθημεν ότι αυτή είναι διάφορος

από αυτά;

Θεαίτητος.

Βεβαίως;

Σωκράτης.

Τόρα όμως; Αφού τα στοιχεία δεν είναι μέρη της συλλαβής, ημπορείς να

αναφέρης άλλα, τα οποία είναι μέρη της συλλαβής χωρίς να είναι

στοιχεία αυτής (!);

Θεαίτητος.

Διόλου μάλιστα. Διότι, καλέ Σωκράτη, εάν παρεδεχόμην μέρη αυτής, θα

ήτο κωμικόν να αφήσω τα στοιχεία και να ζητώ άλλα.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, σύμφωνα με αυτόν τον διισχυρισμόν,

ωρισμένως η συλλαβή είναι μία αδιαίρετος έννοια.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Ενθυμείσαι λοιπόν, φίλε μου, ότι προ ολίγου προηγουμένως παρεδέχθημεν

ως ορθόν, ότι δεν υπάρχει λόγος των στοιχείων από τα οποία σύγκεινται

τα άλλα πράγματα, διότι έκαστον από αυτά τα στοιχεία καθ' εαυτό είναι

ασύνθετον, και ούτε την ύπαρξιν είναι ορθόν να προσθέσωμεν εις αυτό,

ούτε το δεικτικόν τούτο, διότι αυτά είναι διαφορετικά και άσχετα, και

αυτή είναι η αιτία η οποία τα καθιστά ανεπίδεκτα ορισμού και άγνωστα.

Θεαίτητος.

Το ενθυμούμαι.

Σωκράτης.

Άραγε λοιπόν άλλη καμμία είναι η αιτία παρά ότι το αυτό είναι

απλόμορφον και αδιαίρετον;

Θεαίτητος.

Δεν φαίνεται πραγματικώς να είναι άλλη.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν και η συλλαβή δεν καταντά εις την ιδίαν μορφήν με εκείνο,

αφού δεν έχει μέρη και είναι μία έννοια;

Θεαίτητος.

Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης.

Εάν λοιπόν η συλλαβή αποτελήται από πολλά στοιχεία, ως ένα ολόκληρον

πράγμα από τα μέρη του, τότε και αι συλλαβαί και τα στοιχεία είναι εξ

ίσου γνωστά και επιδέχονται ορισμόν, αφού απεδείχθη ότι όλα τα μέρη

είναι ίσα με ολόκληρον το πράγμα.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Ενώ όταν η συλλαβή είναι έν και αδιαίρετον, τότε είναι και αυτά καθώς

και το στοιχείον ανεπίδεκτον ορισμού και άγνωστον. Διότι, η ιδία

αιτία θα τα κάμη τοιαύτα.

Θεαίτητος.

Δεν ημπορώ να ειπώ διαφορετικήν γνώμην.

Σωκράτης.

Λοιπόν ας μη παραδεχθώμεν, όταν μας ειπή κανείς ότι η συλλαβή είναι

γνωστή και επιδέχεται ορισμόν, ενώ το στοιχείον αντιθέτως είναι

άγνωστον και ανεπίδεκτον ορισμού.

Θεαίτητος.

Βεβαίως ας μη το παραδεχθώμεν, εάν πρόκειται να υποταχθώμεν εις τον

λόγον που είπαμεν.

Σωκράτης.

Τόρα όμως; Αν αυτός μας ειπή το αντίθετον, συ άραγε δεν θα το

παραδεχθής, από όσα γνωρίζεις ότι σου συνέβησαν, όταν εμάνθανες τα

γράμματα;

Θεαίτητος.

Ποίον είναι αυτό;

Σωκράτης.

Ότι όλον τον καιρόν σου, που εσπούδαζες, δεν εμάνθανες άλλο τίποτε

παρά τα στοιχεία, δοκιμάζων να διακρίνης το καθέν χωριστά, όχι μόνον

με το βλέμμα αλλά και με την ακοήν, διά να μη συγχύζη η αλλαγή της

θέσεως των, όταν προφέρωνται και όταν γράφωνται.

Θεαίτητος.

Πολύ αληθινά το λέγεις.

Σωκράτης.

Αλλά άραγε εις το μάθημα του κιθαριστού, διά να γίνης τέλειος, άλλο

τίποτε εχρειάζετο, παρά να ημπορής να αποδίδης έκαστον τόνον, και να

γνωρίζης το όνομά του, από την χορδήν η οποία τον παράγει; Πράγματα

τα οποία έκαστος θα ομολογήση ότι είναι τα στοιχεία της μουσικής.

Θεαίτητος.

Όχι άλλο τίποτε.

Σωκράτης.

Εξ όσων λοιπόν όλοι εκ πείρας γνωρίζομεν περί των στοιχείων και των

συλλαβών, εάν πρόκειται από αυτά να συμπεράνωμεν και διά τα άλλα, θα

δεχθώμεν ότι η τάξις των στοιχείων μανθάνεται πολύ σαφέστερον και

αποτελεσματικώτερον παρά η συλλαβή, και αν κανείς διισχυρισθή ότι η

συλλαβή είναι γνωστή, το στοιχείον όμως ότι είναι εκ φύσεως άγνωστον,

θα είπωμεν ότι αυτός αστειεύεται είτε εν γνώσει του είτε

ανεπιγνώστως.

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Σωκράτης.

Αλλά όσον δι' αυτό, είναι δυνατόν να ευρεθούν και άλλαι αποδείξεις,

καθώς μου φαίνεται. Ας μη λησμονήσωμεν όμως δι' αυτά να προσέξωμεν

εις το προκείμενον. Δηλαδή τι εννοούν λέγοντες ότι η τελειοτάτη

επιστήμη είναι η αληθής κρίσις, όταν συνοδεύεται και από τον λόγον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πρέπει να το προσέξωμεν αυτό.

Σωκράτης.

Εμπρός λοιπόν, τι άραγε εννοεί ότι είναι αυτός ο λόγος; Διότι εγώ

νομίζω ότι είναι έν από τα εξής τρία.

Θεαίτητος.

Ποία δηλαδή;

Σωκράτης.

Το πρώτον μου φαίνεται ότι είναι το να εκφράζη την σκέψιν του διά της

φωνής του με ρήματα και ονόματα, αποτυπόνων την κρίσιν του εις το

ρεύμα που διέρχεται από το στόμα του ως να είναι κάτοπτρον ή νερά. Ή

μήπως συ δεν φρονείς ότι ένα τοιούτον πράγμα είναι ο λόγος;

Θεαίτητος.

Αυτό φρονώ. Τουλάχιστον όστις κάμνει ένα τοιούτον πράγμα λέγομεν ότι

λέγει λόγον.

Σωκράτης.

Αυτό όμως ο καθείς είναι ικανός να το κάμη, άλλος ταχύτερα και άλλος

με αργοπορίαν, δηλαδή να δηλώση ποίαν γνώμην έχει να ειπή δι' έκαστον

πράγμα, αρκεί να μην είναι κωφάλαλος. Κατ' αυτόν τον τρόπον όσοι

έχουν μίαν ορθήν κρίσιν όλοι την συνοδεύουν με λόγον, και τότε πλέον

εις κανέν μέρος δεν θα υπάρχη ορθή κρίσις άνευ λόγου.

Θεαίτητος.

Αυτό είναι αληθές.

Σωκράτης.

Και όμως ας μη κατακρίνωμεν τόσον ευκόλως εκείνον, ο οποίος είπε αυτό

που εξετάζομεν τόρα. Διότι ίσως αυτός δεν εννοούσε τούτο, αλλά το να

είναι κανείς ικανός, όταν τον ερωτήσουν τι είναι έκαστον πράγμα, να

δώση την απάντησιν με τα στοιχεία.

Θεαίτητος.

Ειπέ μου ένα παράδειγμα, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης.

Καθώς λόγου χάριν ο Ησίοδος (Έργ, 454) λέγει περί της αμάξης, ότι

έχει εκατόν ξύλα. Αυτά εγώ δεν θα ημπορούσα να τα μετρήσω, καθώς

νομίζω, ούτε συ. Και απλώς, όταν μας ερωτήσουν τι είναι άμαξα, θα

είμεθα ευχαριστημένοι αν ημπορέσωμεν να απαντήσωμεν ότι είναι τροχοί,

άξων, πάτωμα, κανάτια, ζυγός.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Θεαίτητος · 第 7 / 8 段