Σωκράτης.

Πρόσεξε λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το εξής: Δεν ελέγαμεν ότι την

γέννησιν της θερμότητος και της λευκότητος και οποιουδήποτε άλλου από

τα όμοια, αυτοί την εξηγούν ούτω πως, ότι δηλαδή έκαστον από αυτά

μεταφέρεται μαζί με την αίσθησιν μεταξύ του ενεργητικού και του

παθητικού, και το μεν παθητικόν γίνεται αισθητόν και όχι πλέον

αίσθησις, το δε ενεργητικόν γίνεται έν ωρισμένον είδος και όχι

γενικώς ποιότης; Ίσως όμως η ποιότης σου φαίνεται παράδοξον όνομα και

συγχρόνως δεν εννοείς το πράγμα με αυτήν την γενικήν έκφρασιν. Ώστε

άκουσε χωριστά τα μέρη του. Δηλαδή το ενεργητικόν δεν γίνεται ούτε

θερμότης ούτε λευκότης, αλλά θερμόν και λευκόν και τα άλλα ομοίως.

Διότι ενθυμείσαι βεβαίως ότι αυτό ελέγαμεν και προηγουμένως, ότι

δηλαδή κανέν δεν είναι έν μόνον του, ούτε πάλιν το ενεργητικόν ή

παθητικόν, αλλά από αυτά τα δύο, αφού πλησιάσουν μεταξύ των,

γεννώνται αι αισθήσεις και τα αισθητά και άλλα μεν αποκτούν μίαν

ωρισμένην ποιότητα, άλλα δε την αίσθησιν αυτής.

Θεόδωρος.

Πώς δεν το ενθυμούμαι;

Σωκράτης.

Και λοιπόν τα άλλα μεν, ας τα αφήσωμεν κατά μέρος, χωρίς να

σκοτιζώμεθα αν τα λέγουν κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον. Εκείνο όμως

χάριν του οποίου τα λέγομεν, ας προσέχωμεν όταν τους ερωτούμεν:

Κινούνται και ρέουν, λέγετε, τα πάντα; Δεν είναι έτσι;

Θεόδωρος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Άραγε όχι με τας δύο κινήσεις, τας οποίας διεκρίναμεν, δηλαδή με την

μεταφοράν και με την μεταβολήν;

Θεόδωρος.

Πώς όχι; αφού πρόκειται να είναι τελεία η κίνησίς των;

Σωκράτης.

Λοιπόν εάν μόνον μετεφέροντο χωρίς να μεταβάλλωνται, θα ημπορούσαμεν

ίσως να ειπούμεν ποίου είδους είναι αυτά τα οποία ρέουν, όταν

μεταφέρονται. Ή όχι;

Θεόδωρος.

Πολύ ορθά.

Σωκράτης.

Αφού όμως δεν παραδεχόμεθα ούτε αυτό ως μόνιμον, ότι δηλαδή

μεταφέρεται ως λευκόν αυτό που ρέει, αλλά ότι μεταβάλλεται, ώστε να

υπάρχη ροή και αυτού του ιδίου, δηλαδή της λευκότητος, και μεταβολή

αυτού εις άλλο χρώμα, άραγε διά να μη αποδειχθή ότι μένει με αυτό το

χρώμα, είναι ποτέ δυνατόν να του αποδώσωμεν ένα οιονδήποτε χρώμα,

ώστε να είναι ορθός ο χαρακτηρισμός του;

Θεόδωρος.

Πού να ευρεθή τοιούτον μηχάνημα, καλέ Σωκράτη, δι' αυτό το χρώμα ή

διά κανέν άλλο από αυτά, αφού διαρκώς την ώραν που το λέγομεν

ξεφεύγει, διότι είπαμεν ότι ρέει διαρκώς;

Σωκράτης.

Και τι θα απαντήσωμεν δι' οποιανδήποτε αίσθησιν, λόγου χάριν την

όρασιν ή την ακοήν; μένει ποτέ εντός αυτής το να βλέπη ή να ακούη;

Θεόδωρος.

Βεβαίως δεν μένει, αφού τα πάντα κινούνται.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν δεν έχομεν δικαίωμα να την χαρακτηρίσωμεν ούτε ως όρασιν

περισσότερον παρά έλλειψιν οράσεως, ούτε ως άλλην καμμίαν αίσθησιν

περισσότερον παρά έλλειψιν αυτής, αφού όλα κινούνται απολύτως.

Θεόδωρος.

Όχι βέβαια.

Σωκράτης.

Και όμως η αίσθησις είναι επιστήμη, καθώς είπαμεν εγώ και

ο Θεαίτητος.

Θεόδωρος.

Το είπατε αυτό.

Σωκράτης.

Επομένως δεν απαντήσαμεν περισσότερον διά την επιστήμην παρά διά την

έλλειψιν επιστήμης, όταν μας ερώτησαν τι είναι επιστήμη.

Θεόδωρος.

Αυτό εκάματε, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης.

Ωραία διόρθωσις της απαντήσεώς μας είναι αυτή, που εφάνημεν πρόθυμοι

να αποδείξωμεν ότι τα πάντα κινούνται, διά να φανή πλέον ορθή εκείνη

η απάντησις(!). Και όμως καθώς φαίνεται, εάν όλα κινούνται, πάσα

απάντησις, δι' οτιδήποτε απαντά κανείς, αποδεικνύεται ορθή, είτε

ειπής ότι είναι ούτω πως είτε ότι δεν είναι, και μάλιστα αν θέλης

ειπέ το καλλίτερον ότι γίνεται, διά να μη παραστήσωμεν τον εαυτόν μας

ως ακίνητον με τον λόγον μας.

Θεόδωρος.

Πολύ ορθά ομιλείς.

Σωκράτης.

Με την εξαίρεσιν βέβαια, καλέ Θεόδωρε, ότι εγώ δεν είπα και ούτω πως

και όχι ούτω πως. Και πραγματικώς και αυτό το ούτω πως δεν πρέπει να

το λέγωμεν, διότι τότε δεν είναι δυνατόν να κινήται αυτό το ούτω πως

(!). Ούτε πάλιν πρέπει να λέγωμεν: όχι ούτω πως, διότι και αυτό δεν

θα εκινείτο. Αλλά άλλην καμμίαν λέξιν πρέπει να νομοθετήσουν αυτοί οι

οποίοι λέγουν αυτήν την θεωρίαν, διότι τόρα δεν υπάρχει κατάλληλος

λέξις διά την υπόθεσίν των εκτός ίσως το: με κανένα τρόπον (!). Προ

πάντων όμως ίσως τούτο αρμόζει εις αυτούς, διότι είναι απεριόριστον

(!)(7).

Θεόδωρος.

Πραγματικώς αυτή η γλώσσα είναι η αρμοδιωτέρα δι' αυτούς.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν; φίλε Θεόδωρε, και από τον επιστήθιον σου φίλον είμεθα

απηλλαγμένοι, και πλέον δεν δεχόμεθα τον λόγον του, ότι δηλαδή πας

άνθρωπος είναι πήχυς όλων των πραγμάτων, εκτός εάν είναι κανείς

φρόνιμος. Και την επιστήμην δεν την παραδεχόμεθα ως αίσθησιν διά της

μεθόδου της κινήσεως των πάντων, εκτός εάν μας ειπή άλλο τίποτε ο

Θεαίτητος απ' εδώ.

Θεόδωρος.

Έξοχα το είπες, Σωκράτη μου. Διότι τόρα, που έλαβαν τέλος αυτά,

πρέπει και εγώ κατά την συμφωνίαν μας να απαλλαχθώ από το να απαντώ

εις εσέ, αφού πλέον έλαβε τέλος η συζήτησίς μας διά τον λόγον του

Πρωταγόρου.

Θεαίτητος.

Μη, σας παρακαλώ, καλέ Θεόδωρε, πριν τόρα πάλιν ο Σωκράτης και συ

ερωτήσετε εκείνους, οι οποίοι λέγουν ότι το παν μένει ακίνητον, καθώς

προ ολίγου είχατε σκοπόν.

Θεόδωρος.

Συ που είσαι νέος, καλέ Θεαίτητε, διδάσκεις ημάς τους γεροντοτέρους

να κάμνωμεν αδικίαν και να παραβαίνωμεν τας συμφωνίας; Τότε λοιπόν

ετοιμάσου, διά να δώσης λόγον διά τα επίλοιπα εις τον Σωκράτη.

Θεαίτητος.

Εάν θέλη, διατί όχι. Εγώ, σε βεβαιώ, ευχαριστούμαι να τον ακούω, όταν

ομιλή δι' όσα λέγω εγώ.

Θεόδωρος.

Ιππικόν άνδρα προκαλείς εις την πεδιάδα, όταν προκαλής τον Σωκράτην

εις την συζήτησιν. Ερώτα τον λοιπόν και θα ακούσης.

Σωκράτης.

Ναι, αλλά εγώ, φίλε Θεόδωρε, δεν έχω σκοπόν να ακούσω τον Θεαίτητον

εις ό,τι αυτός επιβάλλει.

Θεόδωρος.

Διατί άραγε δεν θα τον ακούσης;

Σωκράτης.

Διότι τον Μέλισσον και τους άλλους οι οποίοι λέγουν ότι το παν είναι

έν ακίνητον, και αυτούς μεν τους εντρέπομαι μήπως τους εξετάσωμεν με

βαναυσότητα, αλλά πάλιν δεν τους εντρέπομαι περισσότερον από τον

Παρμενίδην ο οποίος είναι μόνος. Ο Παρμενίδης όμως μου φαίνεται,

καθώς λέγει ο Όμηρος (8), ότι είναι συγχρόνως σεβαστός και τρομερός.

Διότι εγώ εσχετίσθην αυτόν τον άνθρωπον, όταν ήμην πολύ νέος, ενώ

αυτός ήτο γέρων, και μου εφάνη ότι έχει βαθύτητα όλως διόλου ασυνήθη.

Δι' αυτό φοβούμαι μήπως ημείς και τους λόγους του δεν εννοούμεν και

πολύ περισσότερον απέχομεν να εννοήσωμεν τι είχε εις τον νουν του,

όταν έλεγε αυτούς. Και το κυριώτερον, εκείνο διά το οποίον ακριβώς

αρχίσαμεν την συζήτησιν μας, δηλαδή τι πράγμα είναι άραγε η επιστήμη,

φοβούμαι μήπως αυτό μείνη ανεξέταστον, διότι διαρκώς μας έρχονται

πατινάδες από λόγους, εάν έχη κανείς καιρόν να τους ακούη. Άλλως τε

και αυτός ακόμη τον οποίον εστήσαμεν έχει τόσον ατελείωτον έκτασιν,

ώστε αν μεν το εξετάσωμεν παρέργως, θα αναξιοπαθήση, εάν δε όσον

χρειάζεται, θα παραταθή και χάνεται πλέον το ζήτημα της επιστήμης.

Από αυτά όμως δεν πρέπει να γίνη ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλά πρέπει

ημείς να προσπαθήσωμεν να ελευθερώσωμεν τον Θεαίτητον από όσα

εγκυμονεί διά την επιστήμην.

Θεόδωρος.

Βέβαια, αφού το θέλεις, αυτό πρέπει να γίνη.

Σωκράτης.

Λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, τόσον μόνον πρόσεξε ως προς εκείνα τα οποία

είπαμεν. Δηλαδή απήντησες ότι η αίσθησις είναι επιστήμη. Δεν είναι

έτσι;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Εάν λοιπόν σε ερωτήση κανείς: Με τι βλέπει τα λευκά ο άνθρωπος και με

τι ακούει τους οξείς και βαρείς ήχους; Νομίζω ότι θα έλεγες με τα

μάτια του και με τα αυτιά του.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Συνήθως η πρόχειρος χρήσις των ονομάτων και των βημάτων άνευ της

ακριβούς εξετάσεως δεν είναι αγένεια, αλλά μάλλον το αντίθετον από

αυτό είναι δουλοπρεπές. Κάποτε όμως είναι και αναγκαίον, καθώς λόγου

χάριν τόρα είναι ανάγκη να προσέξωμεν εις την απάντησιν που έδωκες,

κατά τι δεν είναι ορθή. Πρόσεξε να ιδής, ποία είναι ορθοτέρα

απάντησις; Εκείνο με το οποίον βλέπομεν είναι οφθαλμός, ή εκείνο διά

μέσου του οποίου βλέπομεν; Και πάλιν εκείνο με το οποίον ακούομεν

είναι αυτί, ή εκείνο διά μέσου του οποίου ακούομεν;

Θεαίτητος.

Εκείνα διά μέσου των οποίων αισθανόμεθα ένα πράγμα, μου φαίνεται

περισσότερον, καλέ Σωκράτη, παρά με τα οποία αισθανόμεθα.

Σωκράτης.

Διότι βεβαίως, παιδί μου, θα ήτο φρίκη εάν είχαμεν εντός μας

εγκαθέτους πολλάς αισθήσεις, ως να είμεθα δούρειοι ίπποι, και δεν

συγκεντρούνται όλα αυτά εις μίαν γνώσιν, είτε θέλεις να την ονομάσης

αυτήν ψυχήν, είτε οτιδήποτε άλλο, με την οποίαν αισθανόμεθα ημείς διά

μέσου αυτών ως άλλων οργάνων, όσα είναι αισθητά.

Θεαίτητος.

Πραγματικώς τούτο μου φαίνεται ορθότερον παρά εκείνο.

Σωκράτης.

Αλλ' άραγε διά ποίον λόγον σου λέγω αυτάς τας λεπτολογίας; Διά να

ιδούμεν αν υπάρχει έν και το αυτό πράγμα, με το οποίον ημείς διά

μέσου μεν των οφθαλμών μας φθάνομεν έως εις τα λευκά και τα μαύρα,

διά μέσου δε των άλλων αισθήσεων εις άλλα παρόμοια, και αν ημπορείς

όλα αυτά να τα αποδώσης εις το σώμα, όταν ερωτηθής. Ίσως όμως είναι

καλλίτερον συ να απαντάς και να τα λέγης αυτά, παρά εγώ να

παραβαρύνωμαι διά σε. Και λοιπόν λέγε μου. Εκείνα διά μέσου των

οποίων αισθάνεσαι τα θερμά και τα σκληρά και τα ελαφρά και τα γλυκά,

δεν τα θεωρείς όλα μέρη του σώματος; ή μήπως κανενός άλλου;

Θεαίτητος.

Όχι κανενός άλλου.

Σωκράτης.

Άραγε θα παραδεχθής ακόμη ότι, όσα αισθάνεσαι διά μέσου μιας

δυνάμεως, είναι αδύνατον να τα αισθανθής διά μέσου άλλης, ως λόγου

χάριν, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της ακοής, να τα αισθανθής διά μέσου

της οράσεως, και αντιστρόφως, όσα αισθάνεσαι διά μέσου της οράσεως,

να τα αισθανθής διά μέσου της ακοής;

Θεαίτητος.

Και πώς δεν θα το παραδεχθώ;

Σωκράτης.

Επομένως, εάν έχης εις τον νουν σου κάτι κοινόν δι' αυτά τα δύο, αυτό

το κοινόν διά τα δύο δεν είναι δυνατόν να το αισθανθής ούτε διά μέσου

του ενός μόνου από αυτά, ούτε διά μέσου του άλλου.

Θεαίτητος.

Όχι βέβαια.

Σωκράτης.

Διά την φωνήν όμως και τα χρώματα μαζί, δεν έχεις άραγε εις τον νουν

σου αυτό το ίδιον, δηλαδή τι είναι και τα δύο;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Και ακόμη ότι το καθέν από τα δύο είναι διάφορον μεν από το άλλο,

όμοιον όμως με τον εαυτόν του;

Θεαίτητος.

Πώς αλλέως;

Σωκράτης.

Και ότι τα δύο μαζί είναι δύο, χωριστά όμως το καθέν είναι έν;

Θεαίτητος.

Και αυτό.

Σωκράτης.

Αί λοιπόν και αν είναι όμοια το έν με το άλλο ή ανόμοια, δεν είσαι

άραγε ικανός να το σκεφθής;

Θεαίτητος.

Πιθανόν.

Σωκράτης.

Αυτά λοιπόν όλα διά μέσου ποίου οργάνου τα σκέπτεσαι δι' αυτά τα δύο;

Διότι βεβαίως ούτε διά μέσου της ακοής, ούτε διά μέσου της οράσεως

είναι δυνατόν να συλλάβης το κοινόν δι' αυτά. Ακόμη δε και το εξής

είναι απόδειξις δι' όσα λέγομεν. Ότι δηλαδή αν ήτο δυνατόν να

σκεφθώμεν διά τα δύο μαζί, άραγε είναι αλμυρά ή όχι, θα γνωρίζης να

μου ειπής διά μέσου ποίου οργάνου θα το σκεφθής, και αυτό δεν είναι

ούτε η όρασις ούτε η ακοή, αλλά κάτι άλλο.

Θεαίτητος.

Πώς δεν θα είναι άλλο, αφού είναι η διά μέσου της γλώσσης ενεργούσα

δύναμις;

Σωκράτης.

Πολύ καλά το είπες. Τόρα όμως η διά μέσου ποίου οργάνου ενεργούσα

δύναμις θα φανερώση εις σε το κοινόν εις όλα αυτά, διά μέσου της

οποίας εκφράζεις το ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, και όλα τα άλλα, όσα

προ ολίγου ερωτούσαμεν δι' όλα αυτά; εις όλα αυτά ποία όργανα θα

παραδεχθής διά μέσου των οποίων αισθάνεται έκαστον από αυτά η εντός

ημών αισθανομένη δύναμις;

Θεαίτητος.

Χωρίς άλλο εννοείς την ύπαρξιν και ανυπαρξίαν, και την ομοιότητα και

την ανομοιότητα, και την ταυτότητα και την διάκρισιν, και ακόμη το έν

και τους άλλους αριθμούς. Είναι δε φανερόν ότι ερωτάς: διά μέσου

ποίου οργάνου του σώματός μας άραγε αισθανόμεθα με την ψυχήν μας και

τον άρτιον και περιττόν αριθμόν και όλα τα άλλα όσα είναι συνέπεια

τούτων.

Σωκράτης.

Έξοχα παρακολουθείς, καλέ Θεαίτητε, και αυτά ακριβώς σε ερώτησα.

Θεαίτητος.

Ναι, αλλά μα τον Δία, Σωκράτη μου, εγώ τουλάχιστον δεν έχω να

απαντήσω τίποτε άλλο, εκτός ότι κατ' αρχήν ουδέ υπάρχει καν δι' αυτά

ιδιαίτερον όργανον, καθώς δι' εκείνα, αλλά μόνη της η ψυχή διά μέσου

της δυνάμεώς της φαίνεται ότι επιθεωρεί τα κοινά εις όλα αυτά.

Σωκράτης.

Εύγε, καλέ Θεαίτητε, συ είσαι ωραίος και όχι άσχημος, καθώς έλεγε ο

Θεόδωρος. Διότι όστις ομιλεί καλά είναι ωραίος και αγαθός. Εκτός δε

του ωραίου μου έκαμες ευεργεσίαν, διότι με απήλλαξες από μίαν μεγάλην

πολυλογίαν, αφού νομίζεις ότι άλλα μεν η ψυχή επιθεωρεί διά μέσου της

ιδικής της δυνάμεως, άλλα δε διά μέσου των δυνάμεων του σώματος.

Διότι αυτό ακριβώς ενόμιζα και εγώ, ήθελα όμως να το παραδεχθής και

συ.

Θεαίτητος.

Αι λοιπόν το παραδέχομαι.

Σωκράτης.

Εις ποία λοιπόν από τα δύο κατατάσσεις την ύπαρξιν; Διότι αυτό προ

πάντων συμβαδίζει με όλα τα πράγματα.

Θεαίτητος.

Εγώ μεν την κατατάσσω μεταξύ εκείνων τα οποία συλλαμβάνει μόνη της η

ψυχή.

Σωκράτης.

Άραγε και την ομοιότητα και ανομοιότητα και την ταυτότητα και

διάκρισιν;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Αλλά το ωραίον και το άσχημον και το αγαθόν και το κακόν;

Θεαίτητος.

Νομίζω ότι μεταξύ των πρώτων η ψυχή και αυτών των πραγμάτων επιθεωρεί

την ουσίαν, συλλογιζομένη μόνη της τα παρελθόντα και τα παρόντα εν

συγκρίσει προς τα μέλλοντα.

Σωκράτης.

Στάσου λοιπόν. Δεν παραδέχεσαι ότι αυτή του μεν σκληρού την

σκληρότητα θα την αισθανθή διά της επαφής, ομοίως δε και του μαλακού

την μαλακότητα;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Την ουσίαν (ύπαρξίν) των όμως και το τι είναι και την αντίθεσιν του

ενός προς το άλλο, και πάλιν την ύπαρξιν αυτής της αντιθέσεως μόνη

της η ψυχή προσπαθεί να τα κρίνη επιστρέφουσα πολλάκις εις αυτά και

συγκρίνουσα το έν με το άλλο.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Και λοιπόν μόλις γεννηθούν και οι άνθρωποι και τα ζώα αμέσως δεν

έχουσι την αίσθησιν των πραγμάτων, όσα προχωρούν διά μέσου του

σώματος προς την ψυχήν; Ενώ οι συλλογισμοί δι' αυτά και ως προς την

ύπαρξιν και ως προς την ωφέλειαν έρχονται με πολύν κόπον και με τον

καιρόν διά μέσου πολλών δυσκολιών και διά της εκπαιδεύσεως, και πάλιν

εις όσους έρχονται;

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά!

Σωκράτης.

Είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη την αλήθειαν δι' εκείνο, διά το

οποίον δεν επιτυγχάνει ουδέ την ύπαρξιν;

Θεαίτητος.

Αδύνατον.

Σωκράτης.

Και εις ό,τι πράγμα δεν επιτύχη κανείς την αλήθειαν, είναι δυνατόν να

γίνη επιστήμων αυτού;

Θεαίτητος.

Πώς είναι δυνατόν, καλέ Σωκράτη;

Σωκράτης.

Επομένως εις τα παθήματα δεν υπάρχει επιστήμη, αλλά μόνον εις τον

συλλογισμόν αυτών. Διότι καθώς φαίνεται, εδώ μεν είναι δυνατόν να

συλλάβωμεν την ύπαρξιν και την αλήθειαν, εκεί όμως είναι αδύνατον.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Αί λοιπόν το ίδιον θεωρείς εκείνο και τούτο, αφού έχουν τόσον μεγάλην

διαφοράν;

Θεαίτητος.

Όχι, διότι δεν είναι δίκαιον.

Σωκράτης.

Τι όνομα λοιπόν αποδίδεις εις εκείνο, δηλαδή το να βλέπης, να ακούης,

να οσφραίνεσαι, να κρυώνης, να θερμαίνεσαι;

Θεαίτητος.

Αίσθησιν το ονομάζω εγώ· τι άλλο βέβαια;

Σωκράτης.

Άραγε ολόκληρον αυτό το ονομάζεις αίσθησιν;

Θεαίτητος.

Κατ' ανάγκην.

Σωκράτης.

Δηλαδή αυτό, το οποίον δεν έχει την ικανότητα να συλλάβη την

αλήθειαν, διότι δεν συλλαμβάνει ουδέ την ύπαρξιν.

Θεαίτητος.

Όχι βέβαια.

Σωκράτης.

Επομένως ούτε την επιστήμην.

Θεαίτητος.

Ούτε.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν, φίλε Θεαίτητε, δεν είναι δυνατόν να είναι το ίδιον

πράγμα η αίσθησις και η επιστήμη.

Θεαίτητος.

Όχι, καθώς φαίνεται, καλέ Σωκράτη. Τόρα μάλιστα έγινε εντελώς φανερόν

ότι η επιστήμη είναι διάφορος από την αίσθησιν.

Σωκράτης.

Αλλά ημείς δεν αρχίσαμεν την συζήτησιν μας δι' αυτό και μόνον, δηλαδή

διά να εύρωμεν τι δεν είναι η επιστήμη, αλλά τι είναι. Τόρα όμως

τόσον μόνον επροχωρήσαμεν, ώστε διόλου να μην την ζητούμεν μέσα εις

την αίσθησιν, αλλά εις εκείνο το όνομα, οποιονδήποτε είναι αυτό το

οποίον έχει η ψυχή, όταν μόνη της ασχολήται εις τα υπάρχοντα.

Θεαίτητος.

Αυτό βεβαίως, καλέ Σωκράτη, καθώς εγώ νομίζω, ονομάζεται κρίσις.

Σωκράτης.

Πολύ καλά το νομίζεις, φίλε μου. Και τόρα πάλιν πρόσεξε από την αρχήν

αφού σβύσης όλα τα προηγούμενα, μήπως εννοείς τίποτε περισσότερον,

αφού επροχώρησες εις αυτό το σημείον. Και τόρα πάλιν λέγε τι είναι

επιστήμη.

Θεαίτητος.

Να την ονομάσωμεν ολόκληρον την επιστήμην κρίσιν, Σωκράτη μου, δεν

είναι δυνατόν, διότι υπάρχει και ψευδής κρίσις. Σχεδόν όμως η αληθής

κρίσις είναι επιστήμη και αυτό θεώρησε ως απάντησίν μου. Διότι, ενώ

προχωρούμεν, αν δεν το εγκρίνωμεν καθώς και το προηγούμενον, τότε θα

προσπαθήσωμεν να ειπούμεν άλλο.

Σωκράτης.

Και βέβαια έτσι πρέπει, καλέ Θεαίτητε, να ομιλής με περισσοτέραν

προθυμίαν, παρά καθώς προηγουμένως εβαρύνεσο να απαντήσης. Διότι, εάν

κάμωμεν έτσι, τότε έν από τα δύο, ή θα εύρωμεν αυτό το οποίον

ζητούμεν, ή τουλάχιστον δεν θα νομίζωμεν ότι γνωρίζομεν εκείνο, το

οποίον δεν γνωρίζομεν με κανένα τρόπον. Και βεβαίως αυτή η αμοιβή δεν

είναι αξιόμεμπτος. Και τόρα λοιπόν τι λέγεις; Από τα δύο είδη της

κρίσεως, δηλαδή την αληθινήν και την ψευδή, παραδέχεσαι ότι η αληθινή

κρίσις είναι επιστήμη;

Θεαίτητος.

Μάλιστα το παραδέχομαι, διότι αυτό μου φαίνεται ορθόν τόρα πάλιν (!).

Σωκράτης.

Αλλ' άραγε δεν αξίζει τον κόπον να αρχίσωμεν πάλιν περί κρίσεως;

Θεαίτητος.

Τι πράγμα να αρχίσωμεν;

Σωκράτης.

Αυτό το πράγμα πολλές φορές έως τόρα με ετάραξε, ώστε ευρέθην εις

δυσκολίαν και απέναντι του εαυτού μου και απέναντι του άλλου, διότι

δεν γνωρίζω να ειπώ τι είναι αυτό το πάθημα, το οποίον μας συμβαίνει,

και με ποίον τρόπον συμβαίνει.

Θεαίτητος.

Ποίον δηλαδή;

Σωκράτης.

Το να κάμνωμεν ψευδή κρίσιν. Δι' αυτό λοιπόν και τόρα με δισταγμόν

παρατηρώ, αν πρέπει να το αφήσωμεν κατά μέρος, ή να το εξετάσωμεν με

τρόπον διάφορον από τον προηγούμενον.

Θεαίτητος.

Διατί όχι, καλέ Σωκράτη, αφού παρεδέχθημεν, ότι πρέπει να το

εξετάσωμεν και με οποιονδήποτε τρόπον; Διότι προ ολίγου πολύ καλά συ

και ο Θεόδωρος ελέγατε ως προς την ευκαιρίαν, ότι τίποτε δεν μας

βιάζει εις αυτά τα ζητήματα.

Σωκράτης.

Καλά που μου το ενθύμισες. Διότι ίσως δεν είναι παράκαιρον να το

ακολουθήσωμεν πάλιν ωσάν ίχνος. Διότι είναι καλλίτερον να τελειώσωμεν

ολίγον μέρος καλά, παρά περισσότερον χωρίς να ικανοποιηθώμεν.

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Σωκράτης.

Πώς λοιπόν; Τι είπαμεν τόρα; Δεν είπαμεν ότι υπάρχει πολλάκις ψευδής

κρίσις, και ότι άλλος μεν έχει ψευδή κρίσιν, άλλος δε πάλιν αληθινήν,

διότι εκ φύσεως επλάσθησαν κατ' αυτόν τον τρόπον;

Θεαίτητος.

Αυτό είπαμεν βεβαίως.

Σωκράτης.

Λοιπόν δι' όλα τα πράγματα ομού και δι' έκαστον χωριστά δεν μας εδόθη

το εξής, δηλαδή να τα γνωρίζωμεν ή να μη τα γνωρίζωμεν; Διότι προς το

παρόν αφήνω κατά μέρος την μάθησιν και την επιλησμοσύνην, τα οποία

κείνται εις το μέσον αυτών, διότι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με το

παρόν ζήτημα.

Θεαίτητος.

Πραγματικώς, Σωκράτη μου, τίποτε άλλο δεν μας μένει δι' έκαστον

πράγμα, παρά να το γνωρίζωμεν ή να μη το γνωρίζωμεν.

Σωκράτης.

Τόρα λοιπόν δεν είναι λογικόν όστις κρίνει, ή να κρίνη κανέν πράγμα

από όσα γνωρίζει, ή από όσα δεν γνωρίζει;

Θεαίτητος.

Αυτό είναι λογικόν.

Σωκράτης.

Και βεβαίως είναι αδύνατον, αν το γνωρίζη, να μην το γνωρίζη το ίδιον

πράγμα, ή, αν δεν το γνωρίζη, να το γνωρίζη.

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Σωκράτης.

Αλλ' όμως όστις έχει ψευδή κρίσιν, άραγε όσα γνωρίζει, τα νομίζει ότι

δεν είναι αυτά, αλλά κάποια άλλα από όσα γνωρίζει επίσης, και ενώ

γνωρίζει και τα δύο, νομίζει ότι και τα δύο δεν τα γνωρίζει;

Θεαίτητος.

Αυτό είναι αδύνατον, καλέ Σωκράτη.

Σωκράτης.

Αλλά τότε μήπως αντιθέτως, όσα δεν γνωρίζει, τα νομίζει ότι είναι

κάποια άλλα από όσα επίσης δεν γνωρίζει; Και τούτο ισοδυναμεί ως να

μη γνωρίζη ούτε εσέ τον Θεαίτητον ούτε εμέ τον Σωκράτη και να βάλη

εις τον νουν του ότι ο Σωκράτης είναι Θεαίτητος, ή ο Θεαίτητος

Σωκράτης;

Θεαίτητος.

Βεβαίως πώς αλλέως;

Σωκράτης.

Ποτέ όμως, όσα γνωρίζει κανείς, δεν νομίζει ότι είναι εκείνα τα οποία

δεν γνωρίζει, ούτε πάλιν όσα δεν γνωρίζει ότι είναι εκείνα τα οποία

γνωρίζει.

Θεαίτητος.

Όχι βεβαίως, διότι αυτό θα ήτο τερατώδες.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν πώς είναι δυνατόν να έχωμεν ψευδή κρίσιν; Διότι έξω από

αυτούς τους τρόπους είναι αδύνατον να έχωμεν κρίσιν, διότι όλα ή τα

γνωρίζομεν ή δεν τα γνωρίζομεν, εις αυτά τα δύο όμως δεν υπάρχει

τρόπος να έχωμεν ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν μήπως πρέπει άραγε να σκεπτώμεθα όχι κατ' αυτόν τον

τρόπον δι' αυτό το οποίον εξετάζομεν, δηλαδή με την μέθοδον της

γνώσεως και της αγνοίας, αλλά με την μέθοδον της υπάρξεως και

ανυπαρξίας;

Θεαίτητος.

Πώς το εννοείς;

Σωκράτης.

Μήπως είναι αυταπόδεικτον, ότι όστις δι' οποιονδήποτε πράγμα κρίνει

τα μη υπάρχοντα είναι αδύνατον να μη έχη ψευδή κρίσιν, οποιανδήποτε

άλλην σκέψιν και αν έχη εις τον νουν του.

Θεαίτητος.

Αυτό πάλιν είναι βεβαίως λογικόν, Σωκράτη μου.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν τι θα ειπούμεν, φίλε Θεαίτητε, εάν κανείς μας ερωτήση:

άραγε αυτό το οποίον λέγετε, είναι δυνατόν να συμβή εις τον καθένα

και υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να κρίνη το ανύπαρκτον, είτε ως προς

κανέν από τα όντα είτε καθ' εαυτό; Και ημείς λοιπόν, καθώς φαίνεται,

θα απαντήσωμεν εις αυτόν ότι υπάρχει, όταν δεν κρίνη την αλήθειαν. Τι

άλλο ημπορούμεν να απαντήσωμεν;

Θεαίτητος.

Τίποτε άλλο.

Σωκράτης.

Αλλ' όμως άραγε συμβαίνει αυτό και εις κανέν άλλον μέρος;

Θεαίτητος.

Τι πράγμα;

Σωκράτης.

Το να βλέπη κάτι τι, να μη βλέπη όμως τίποτε;

Θεαίτητος.

Πώς είναι δυνατόν;

Σωκράτης.

Και όμως όταν βλέπη έν οποιονδήποτε πράγμα βλέπει κάποιο από τα

υπάρχοντα. Ή μήπως νομίζεις, ότι αυτό το έν ανήκει εις τα μη

υπάρχοντα;

Θεαίτητος.

Όχι βεβαίως.

Σωκράτης.

Επομένως όστις βλέπει έν οποιονδήποτε, βλέπει πράγμα που υπάρχει.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Και όστις ακούει οποιονδήποτε πράγμα, και έν ακούει και πράγμα που

υπάρχει ακούει.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Σωκράτης.

Επομένως και όστις άπτεται κάτι τι, άπτεται έν οποιονδήποτε πράγμα,

και πράγμα που υπάρχει, αφού είναι έν;

Θεαίτητος.

Επίσης.

Σωκράτης.

Τόρα λοιπόν όστις κρίνει, δεν κρίνει έν οποιονδήποτε πράγμα;

Θεαίτητος.

Αυτό είναι λογικόν,

Σωκράτης.

Και όστις κρίνει έν, δεν κρίνει πράγμα που υπάρχει;

Θεαίτητος.

Συμφωνώ μαζί σου.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν όστις δεν κρίνει πράγμα το οποίον υπάρχει, τίποτε δεν

κρίνει.

Θεαίτητος.

Φαίνεται ότι δεν κρίνει.

Σωκράτης.

Αλλά όστις δεν κρίνει τίποτε, δεν κάμνει όλως διόλου κρίσιν.

Θεαίτητος.

Αυτό είναι επόμενον, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης.

Επομένως δεν είναι δυνατόν να κρίνωμεν πράγμα, που δεν υπάρχει, ούτε

ως προς τα όντα ούτε καθ' εαυτό.

Θεαίτητος.

Όχι, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν κάτι άλλο είναι η ψευδής κρίσις, παρά το να κρίνωμεν

πράγματα, τα οποία δεν υπάρχουν.

Θεαίτητος.

Άλλο, καθώς φαίνεται.

Σωκράτης.

Διότι ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε καθώς εσκεπτόμεθα

προηγουμένως, υπάρχει εντός μας ψευδής κρίσις.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα όχι.

Σωκράτης.

Αλλ' άραγε μήπως πρέπει να ειπούμεν ότι αυτό γίνεται ως εξής;

Θεαίτητος.

Πώς;

Σωκράτης.

Μήπως είναι ένα είδος λάθος αυτό το οποίον λέγομεν ψευδή κρίσιν, όταν

δηλαδή κανείς εκλάβη έν πράγμα με τον νουν του ως άλλο, και ειπή ότι

αυτό είναι. Διότι τότε, πάλιν μεν κρίνει πράγμα που υπάρχει, άλλο

όμως αντ' άλλου, και επειδή αποτυγχάνει εκείνο το οποίον είχε κατά

νουν, είναι δίκαιον να θεωρηθή ότι κάμνει ψευδή κρίσιν.

Θεαίτητος.

Μου φαίνεται, ότι το είπες πολύ ορθά. Διότι όταν κανείς κρίνη αντί

ωραίου άσχημον, ή αντί ασχήμου ωραίον, τότε πραγματικώς κάμνει ψευδή

κρίσιν.

Σωκράτης.

Σε εννόησα, φίλε Θεαίτητε, ότι μου πήρες τον αέρα και δεν με τρέμεις.

Θεαίτητος.

Από πού κυρίως;

Σωκράτης.

Ίσως σου φαίνομαι ότι δεν αντελήφθην το πραγματικώς ψευδές, και δεν

σε ερώτησα αν είναι δυνατόν ένα ταχύ πράγμα να γίνη αργόν, ή ένα

ελαφρόν πράγμα να γίνη με τρόπον βαρύν ή κανέν άλλο να γίνη όχι

συμφώνως με το φυσικόν του, αλλά συμφώνως με το φυσικόν του

αντιθέτου, αντιθέτως προς τον εαυτόν του. Αυτό λοιπόν θα το

παραλείψω, διά να μη χαθή εις μάτην το θάρρος σου. Παραδέχεσαι

λοιπόν, καθώς είπες, ότι η ψευδής κρίσις είναι ένα είδος λάθος;

Θεαίτητος.

Παραδέχομαι.

Σωκράτης.

Επομένως κατά την ιδικήν σου κρίσιν είναι δυνατόν να δεχθώμεν με τον

νουν ένα πράγμα ως άλλο και όχι ως εκείνο το ίδιον.

Θεαίτητος.

Βέβαια είναι δυνατόν.

Σωκράτης.

Όταν λοιπόν κάμνη τούτο ο νους ενός ανθρώπου, δεν είναι συγχρόνως

ανάγκη να συλλογίζεται ή και τα δύο ή το έν από τα δύο;

Θεαίτητος.

Βέβαια είναι ανάγκη να τα συλλογίζεται ή συγχρόνως ή εν μέρει.

Σωκράτης.

Έξοχα. Αλλ' άραγε το να συλλογίζεται το εννοείς όπως εγώ;

Θεαίτητος.

Συ πώς το εννοείς;

Σωκράτης.

Ως λόγον τον οποίον διηγείται μόνη της η ψυχή εις τον εαυτόν της δι'

όσα πράγματα εξετάζει. Καθώς λόγου χάριν την ώραν, που εγώ δεν

γνωρίζω τι να σου απαντήσω (!), Διότι μου φαίνεται ότι, όταν

συλλογίζεται, δεν κάμνει άλλο τίποτε παρά συνομιλεί η ιδία με τον

εαυτόν της, ερωτώσα και απαντώσα και παραδεχομένη και μη

παραδεχομένη. Όταν όμως πλέον αποφασίση, είτε με ένα αργότερον είτε

με ένα ταχύτερον πήδημα, και πλέον παραδέχεται το ίδιον πράγμα και

δεν διστάζει, αυτό το ονομάζομεν κρίσιν αυτής. Επομένως εγώ την

κρίσιν την θεωρώ λόγον ο οποίος ελέχθη, όχι όμως προς άλλο πρόσωπον,

ούτε με την φωνήν, αλλά σιωπηρώς προς τον εαυτόν μας. Συ όμως τι την

θεωρείς;

Θεαίτητος.

Και εγώ το ίδιον.

Σωκράτης.

Τότε λοιπόν όταν κανείς κρίνη έν πράγμα ως άλλο πράγμα, τότε, καθώς

φαίνεται, λέγει και προς τον εαυτόν του, ότι ένα πράγμα είναι άλλο

πράγμα.

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Θεαίτητος · 第 5 / 8 段