Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ
ΛΟΓΓΟΥ
ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΙ ΧΛΟΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑ
ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ"
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
Όταν ο ξεπεσμός των αρχαίων Ελληνικών γραμμάτων σ' όλα τα είδη του
λόγου, στην ποίηση, στο δράμα και στην πεζογραφία, είχε προχωρήσει
τόσο, που κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία έργων σαν τα
αρχαιότερα έδειχνε περισσότερο τις αδυναμίες των μιμητών, οι
σοφιστές στοχαστήκανε να μορφώσουνε καινούργιο είδος λόγου: να
διατυπώνουνε δηλαδή ποιητικά νοήματα σε πεζογραφήματα. Και για να
εφαρμόσουν το στοχασμό τους αυτόν έπλασαν το μυθιστόρημα ή, όπως
έλεγαν τότε την τέτοια πεζογραφία, τους «ερωτικούς λόγους», όπου
τα πλάσματα της φαντασίας μπορούσανε να πάρουνε την κάπως ποιητική
μορφή του λόγου χωρίς να μένουνε προσηλωμένα στους κανόνες της
ποιητικής τέχνης κι ακόμη και στην ιστορική αλήθεια ή και στην
παράδοση. Τέτοια, απάνω-κάτω, είναι η γραμματολογική εξήγηση του
πώς γεννήθηκε το μυθιστόρημα. Ένα από τα πρώτα-πρώτα
δημιουργήματα του καινούργιου αυτού είδους του λόγου είναι και το
μυθιστόρημα του Λόγγου «Δάφνης και Χλόη».
Για την εποχή που εγράφηκε το έργο τούτο και για το συγγραφέα του
δεν έχουμε καμιά ωρισμένη πληροφορία. Παλαιότεροι και νεώτεροι
φιλόλογοι νομίζουν, ότι ο Λόγγος δε μπορεί να έζησε ύστερ' από το
Β' αιώνα μ. Χ. στηρίζοντας τη γνώμη τους τούτη πιο πολύ στο ότι
τον εμιμήθηκεν ο Αλκίφρονας στις «Επιστολές» του· μα και του
Αλκίφρονα η εποχή είναι κάπως δυσκολοπροσδιόριστη, επειδή και γι'
αυτόνε δεν υπάρχει τίποτα θετικό, που να βεβαιώνη τον καιρόν, όπου
έζησε κ' έγραψε, δηλαδή το χρονικό διάστημα ανάμεσα στα 170 και
229 μ. Χ. όπως θέλει π. χ. ο Herman Reich, φέρνοντας γι' απόδειξη
της γνώμης του το ότι ο Αλκίφρονας εμιμήθηκε το Λουκιανό και τον
Αλκίφρονα ο Αιλιανός. Πιο θετικά μπορεί να προσδιοριστή η πατρίδα
του Λόγγου. Επειδή στο μυθιστόρημά του περιγράφονται ζωηρά και
πιστά τοποθεσίες και συνήθειες της Λέσβος και ξεχωριστά της
Μιτυλήνης, πολλοί φιλόλογοι υποστηρίζουν, ότι ο Λόγγος ήταν από τη
Λέσβο· γνώμη ίσως όχι παράλογη κι αδικαιολόγητη.
Ένα όμως είναι θετικό και βέβαιο: Ότι το μυθιστόρημα «Δάφνης και
Χλόη» είναι το καλλίτερο κι ομορφότερο από όσα εγράφηκαν πριν κ'
ύστερα απ' αυτό και ότι φαίνεται σαν την πιο ευτυχισμένη
εξακολούθηση της βουκολικής ποίησης — αν και σε πεζό λόγο — και
σαν αληθινό γέννημα της μούσας του Θεόκριτου. Όλοι οι κριτικοί της
αρχαίας φιλολογίας παινεύουν τη αφηγηματική χάρη, τη ζωηρότητα της
περιγραφής, τις ζωντανές εικόνες των τόπων και των προσώπων, τη
δροσιά και την απλότητα του ύφους, τη σύντομη φρασεολογία — σαν το
πιο όμορφο δείγμα εκείνου, που οι αρχαίοι το έλεγαν «αφελής λέξις»
και που ταιριάζει τόσο στα τέτοιου είδους έργα. Μπορεί από τη
μεριά τούτη το μυθιστόρημα του Λόγγου να συγκριθή αζημίωτα με τον
περίφημο «Ευβοϊκό ή Κυνηγό» του Δίωνα του Χρυσόστομου, αφού
μάλιστα έχει και το προτέρημα να μην είναι γεμάτο ουτοπία, όπως
είναι το τελευταίο τούτο έργο κι άλλα όμοια του.
Το μυθιστόρημα στην εποχή του Λόγγου το εχαρακτήριζε ο πολύς
νεοπλατωνισμός. Μα ο συγγραφέας του «Δάφνη και της Χλόης» μπόρεσε
να τον ξεφύγη και να δώση στο έργο του καθαρά βουκολική μορφή, ενώ
το εγέμιζε και με λεπτή ερωτική πνοή. Κατηγορήθηκε το μυθιστόρημα
του Λόγγου, ότι κι αυτό έχει καθέκαστα και περιγραφές
ξαδιάντροπες, όπως είναι το επεισόδιο της Λυκαίνιο και το άλλο του
Γνάθωνα. Μα όταν θυμηθούμε ποιες ξαδιαντροπιές κλειούνε τα
μυθιστορήματα της εποχής εκείνης — εξόν από το «Χαιρέα και
Καλλιρρόη» του Χαρίτωνα του Αφροδισιέα — βλέπουμε πόσο μετρημένος
εστάθηκε ο Λόγγος στο σημείο τούτο. Οι σκηνές, που ξετυλίγονται σε
κάθε κεφάλαιο και παρουσιάζονται με την πιο καλλιτεχνική αφέλεια
και φυσικότητα, είναι χαριτωμένες ζωγραφιές αγροτικής ζωής και μας
δείχνουν καθαρά πόσο βασιλεύει σ' αυτές το αίσθημα της ομορφιάς
και της αλήθειας μαζί. Δεν πλέκονται στο έργο τούτο περιστατικά
βγαλμένα από ζωή πολυτάραχη, όπως γίνεται στο νεώτερο μυθιστόρημα.
Η υπόθεση είναι απλή, ήρεμη στο μεγαλείτερο μέρος της και δίχως
πολύμορφες και πολυσύνθετες σκηνογραφίες. Είναι κάποιο παραμύθι,
σαν εκείνα που τ' ακούμε μ' όλη της παρθενιάς τους τη χάρη και μ'
όλη τη γητεία του μύθου: Ο Δάφνης κ' η Χλόη, παιδιά παραρριγμένα
από τους γονέους τους, είχαν την τύχη να περιμαζευτούν από καλούς
κι απλοϊκούς ανθρώπους, που ζούσανε στην εξοχή· τα παιδιά αυτά
μεγαλώσανε μαζί, έβοσκαν όλη τη μέρα μαζί, εγνώρισαν ο ένας τον
άλλο πολύ και φυσικά αγαπήθηκαν τόσο, που η ζωή του ενός ήτανε ζωή
του άλλου. Για τούτο και βασιλεύει τόσο μέσα σ' όλο το μυθιστόρημα
ο έρωτας, ο ανίκητος και βασανιστής, μα και δημιουργός, και τίποτε
άλλο.
Η ιστορία του Δάφνη και της Χλόης έχει μερικά επεισόδια, που δεν
τα σηκώνει η σημερινή αίσθησή μας· μα αυτά είναι το παραγέμισμα
για να φανερωθή πιο πολύ και πιο έντονα η δύναμη του έρωτα των δυο
παιδιών· είναι τα χαριτωμένα κινήματα της φαντασίας του συγγραφέα
για να δείξη την αντίθεση της αθωότητας και της πονηριάς. Ο Λόγγος
ζωγραφίζει πιστά τη φύση και τη ζωή· για τούτο δίπλα στη θαυμάσια
κάθε τόσο περιγραφή της φύσης, που άνθιζε και γελούσε γύρω στο
Δάφνη και στη Χλόη, βρίσκουμε και την αμίμητη εκείνη σκηνή, όπου η
Λυκαίνιο πρωτομαθαίνει το Δάφνη να νοιώση, ότι είναι άντρας. Η
σκηνή τούτη μας λέει κάτι περισσότερο από ό,τι γίνεται αφορμή να
διαμαρτυρηθή η νεώτερη σεμνοτυφία· δεν πρέπει να βλέπουμε στο
επεισόδιο αυτό μόνο τη σαρκική όρεξη της Λυκαίνιο· περισσότερο
πρέπει να ιδούμε με πόση τέχνη θέλησε ο Λόγγος να μπάση τον ήρωά
του στα γνωρίσματα της ζωής για να δώση κατόπι ο ίδιος τον
ιδεαλισμό στον έρωτά του. Η γυμνή αυτή σκηνή μας προετοιμάζει ν'
αντικρύσουμε τον ανώτερο βαθμό της ηθικής ομορφιάς. Μα μήτε αφίνει
ο Λόγγος στο νου μας καιρό για να στοχαστή το ξαδιάντροπο, όσο
προχωρούμε στα καθέκαστα του περιστατικού, που έκαμε τον αθώο
Δάφνη να μάθη τα έργα του έρωτα, επειδή ακολουθούν οι δισταγμοί
του, που υψώνουν τον έρωτά του σε ανώτερο κόσμο. Μπορούμε να
ειπούμε, ότι και η σκηνή αυτή έχει το μυστήριο της αρχαίας
Ελληνικής τέχνης, που μας αναγκάζει να θαυμάζουμε σε κάθε γυμνό
την ομορφιά μονάχα, δίχως να προφταίνη ο νους μας να στοχαστή και
το ταπεινό.
Το επεισόδιο του Γνάθωνα είναι βέβαια πιο ξαδιάντροπο και μας
σκανδαλίζει σήμερα με την αισχρότητά του. Οι αποκρυσταλλωμένες
ιδέες μας για κάποιες συνήθειες των αρχαίων εξαγριώνονται εμπρός
σε περιγραφές σαν αυτές που μας παρουσιάζουν τα καμώματα του
Γνάθωνα. Μα για το επεισόδιο τούτο χωράει κάποια δικαιολογημένη
εξήγηση: Ο Λόγγος ζωγραφίζει πιστά τη ζωή του τόπου του και ίσως
και την εποχή του. Ο Γνάθωνας είναι τύπος, που αντιπροσωπεύει
ωρισμένη τάξη ανθρώπων του αρχαίου κόσμου και ωρισμένη ελληνική
συνήθεια, και μαζί και την προστυχεμένη αντίληψη για το θαυμασμό
προς την ομορφιά. Όπως περιγράφει ο Λόγγος το Γνάθωνα και όπως τον
κάνει να μιλή, μας δείχνει το συχαμερό τύπο του ακόλαστου άνθρωπου
και σοφιστή, που εστρέβλωσε και την πλατωνική ιδέα για την
ομορφιά. Με το αναστάτωμα, που φέρνουνε στο Δάφνη και στον Εύδρομο
και στην οικογένεια του Λάμωνα τα καμώματα και οι πιθυμιές του
Γνάθωνα, μας φανερώνεται καθαρά και του Λόγγου η αποδοκιμασία στις
τέτοιες συνήθειες και στους τέτοιους ανθρώπους. Από τα καθέκαστα,
που έρχονται κατόπι για να γεννήσουνε στην ψυχή του ακόλαστου
Γνάθωνα το φόβο για ό,τι έκαμε, βγαίνει το νόημα — χωρίς να υπάρχη
ανάγκη κι από λόγια για να δειχτή — ότι ο συγγραφέας φανερώνει την
αποστροφή του σε κάτι τέτοιες ακολασίες των συγκαιρινών του. Το
επεισόδιο έχει φυσικά το ηθικό συμπέρασμά του. Με όλα αυτά θέλω να
ειπώ, ότι στο έργο του Λόγγου δεν υπάρχει καμιά — οποιαδήποτε —
ασχήμια.
***
Το μυθιστόρημα του Λόγγου διαβαζότανε πολύ στα κατοπινά χρόνια και
μάλιστα στην εποχή της «Αναγέννησης.» Και δε θάτανε ίσως
παράτολμο, αν έλεγε κανείς, ότι τούτο εστάθηκε το κυριώτερο αχνάρι
να γραφούν απάνω του τα τόσα και τόσα βουκολικά και ειδυλλιακά
μυθιστορήματα, που εφάνηκαν ύστερ' από τα 1500 μ. Χ. στην Ιταλία,
Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία και που το τελειότερό τους είναι η
περίφημη «Αστραία» του Ονώριου ντ' Ουρφέ, ως που παρουσιάστηκε στο
τέλος του ΙΗ' αιώνα το έργο του Bernardin de Saint-Pierre
«Παύλος και Βιργινία» για να σκεπάση όλα τ' άλλα.
«Ο Δάφνης και η Χλόη» είχε μεταφραστή στις περισσότερες Ευρωπαϊκές
γλώσσες, ύστερα μάλιστα από τη Γαλλική μετάφραση του Αμυό. Μα το
αρχαίο κείμενο δεν ήταν ολάκαιρο· έλειπε κάποιο μέρος από την αρχή
του πρώτου βιβλίου, που το εζημίωνε αρκετά. Όμως ο Γάλλος σοφός
και ελληνιστής Paul-Louis Courier είχε την ευτυχία στα 1808,
όταν ήτανε στη Φλωρεντία, ν' ανακαλύψη κάποιο χειρόγραφο του
μυθιστορήματος του Λόγγου του ΙΓ' αιώνα, όπου βρισκότανε και το
μέρος που έλειπε. Κ' έτσι το κείμενο τόχουμε πια σωστό.
Στα διάφορα γράμματα, που έστελνε ο Courier (1) σε φίλους του πότε
για να τους ειπή για την ανακάλυψι των σελίδων που έλειπαν ως τότε
από το Λόγγο και πότε για το τύπωμα των σελίδων τούτων κι όλου του
έργου, υπάρχουνε μερικές γνώμες του για το μυθιστόρημα, που είναι
σαν χαρακτηρισμοί του. Στην πριγκηπέσσα π. χ. de Salm-Dyck (2)
έγραφε από τη Φλωρεντία στις 3 του Μάρτη 1808:
«Κυρία, μαζί με το γραμματάκι μου τούτο θα λάβετε κ' ένα φυλλάδιο,
όπου υπάρχουνε μερικές σελίδες δικής μου κατασκευής· δηλαδή
κατασκευής μεταφραστή. Είναι ένα μυθιστόρημα όχι καινούργιο·
απεναντίας μάλιστα πολύ παλαιό και σεβάσμιο. Εξέθαψα κατά τύχη
κάποιο κομμάτι του, που είχε χαθή: το μετάφρασα και με την
ευκαιρία τούτη εδιόρθωσα και την παλιά μετάφραση, που, καθώς θα
ιδήτε,
Μέσα στο παλιό της ύφος έχει ακόμη χάρες νέες (3)
Εάν σας διασκεδάζη, να μη διστάξετε καθόλου, εξαιτίας μερικών
σημείων λίγο απλοϊκών, να εξακολουθήστε το διάβασμα. Ο Αμυό, ο
επίσκοπος και ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του Τριδέντου
είναι ο αληθινός εργάτης της μετάφρασης αυτής, που εγώ την απόσωσα
μόνο· δε θα κάμετε αμαρτία, αν διαβάσετε ό,τι έγραψεν εκείνος».
Από τη Φλωρεντία πάλι τις 13 του Μάρτη 1808 έγραφε στην κυρία
Clavier (4): «Διαβάστε κυρία, το «Δάφνη και τη Χλόη»· είναι το
καλλίτερο βουκολικό, που έγραψε ποτέ ένας επίσκοπος. Ο άρχοντας
Ιάκωβος (5) το μετάφρασε, όσο μπορούσε καλλίτερα, για τους πιστούς
της επισκοπής του· μα ο καλός άνθρωπος έκαμε στην εργασία του
τούτη αλλόκοτες απροσεξίες, που εγώ τις αποδίδω στο θέμα και σε
μερικά καθέκαστα σπάνιας αφέλειας. Εμένα, καθώς ξέρετε, με
κατηγορούν, ότι προσέχω πιο πολύ στις λέξες παρά στα πράγματα· μα
σας βεβαιόνω, ότι ζητώντας λέξες για τους δυο μικρούς αυτούς
αχρείους, εστοχαζόμουνα συχνά τα πράγματα. Συχωρέστε μου την
&αστειότητα& τούτη, όπως έλεγε η Κα Σεβινιέ, και να μην έχετε ποτέ
αμφιβολία για το βαθύ σεβασμό μου. Έχω όμως κάτι περισσότερο να
σας ειπώ: Ο Αμυό ήταν ένας από τους πατέρες της Σύνοδος του
Τριδέντου· ό,τι έγραψε είναι άρθρο πίστης. Τώρα κάμετε τρόπο να
διαβάστε το Λόγγο του. Αλήθεια, δεν υπάρχει καθόλου καλλίτερο
διάβασμα: είναι βιβλίο για να το βάλετε στα χέρια των δεσποινίδων
θυγατέρων σας αμέσως ύστερα από την κατήχησή τους».
Με το ίδιο νόημα έγραφε και στην κυρία Pigalle τις 30 του Γενάρη
1811 από τη Ρώμη: «Έπρεπε να διαβάστε το «Δάφνη και Χλόη» όταν
ήσαστε δέκα πέντε χρονών. Τι δε θα μαθαίνατε τότε! Αν έσμιγαν τα
φώτα μου με τη φυσική σας εξυπνάδα θα είχε, θαρρώ, το βιβλίο τούτο
λίγα μέρη σκοτεινά για σας· μα ύστερ' από πέντε παιδιά, που
εκάματε, τι μπορεί να σας μάθη παρόμοιο έργο; έτσι, το αντίτυπο,
που σας στέλνω, είναι για τη διδαχή των κοριτσιών σας. Αλήθεια·
δεν υπάρχει καλλίτερο βιβλίο για τις νέες, που δε θέλουνε, να
είναι — όταν παντρευτούνε — μεγάλες ανίδεες· και περιμένω να
κάμουν κάποια όμορφη έκδοση για τις μαθήτριες της κυρίας Campan».
Την πραγματική όμως ιδέα της αξίας του έργου μας τη δίνει ο
Γκαίτε. Στο βιβλίο του Έκερμαν «Συνομιλίες του Έκερμαν με το
Γκαίτε» βρίσκουμε την πολύτιμη κρίση του ποιητή του Φάουστ. Την
αντιγράφω εδώ:
«20 του Μάρτη 1831.
Ο Γκαίτε επάνω στο δείπνο μου είπε, πως τις
ημέρες αυτές εδιάβασε το βιβλίο «Δάφνης και Χλόη.»
— Είναι τόσο όμορφο το ποίημα, είπε, ώστε στους άθλιους καιρούς
όπου ζούμε δε μας είναι βολετό να κρατήσουμε την εσωτερική
εντύπωση, που μας δίνει· και κάθε φορά, που το ξαναδιαβάζει
κανείς, δοκιμάζει και καινούργιο πάντα σάστιμα. Είναι γεμάτο από
καθαρότατο φως· θαρρεί κανένας πως ολούθε βλέπει εικόνες του
Ερκουλάνου και οι εικόνες αυτές βοηθούνε τη φαντασία μας όταν το
διαβάζουμε.
— Το μέτρο, που κλείνει μέσα του ολάκαιρο το έργο, μου φάνηκε
θαυμάσιο, είπα· δύσκολα μπορεί κανείς να βρη υπαινιγμό για
πράγματα έξω από το θέμα, που θα μας έσπρωχναν έξω από τον
ευτυχισμένο κύκλο. Οι μόνες θεότητες που ενεργούν είναι ο Πάνας
και οι Νύμφες· δεν κάνει λόγο γι' άλλες και βλέπουμε, αλήθεια, ότι
οι θεότητες αυτές είναι αρκετές για τις ανάγκες των βοσκών.
— Κι όμως, είπε ο Γκαίτε, μέσα στο αυστηρό αυτό μέτρο
ξεδιπλώνεται ολάκαιρος κόσμος! Βλέπουμε κάθε είδους βοσκούς,
ζευγολάτες, κηπουρούς, τρυγητάδες, ναύτες, κουρσάρους, στρατιώτες,
νοικοκυραίους από την πολιτεία, δυνατούς αφεντάδες, σκλάβους.
— Υπάρχουν ακόμη, είπα, όλοι οι βαθμοί της ανθρώπινης ζωής· από
τη γέννηση ίσαμε τα γεράματα· κ' οι διάφορες οικιακές εικόνες, που
φέρνουνε μαζί τους οι εποχές του χρόνου, περνούνε μία-μία εμπρός
από τα μάτια μας.
— Κ' οι τοποθεσίες! είπεν ο Γκαίτε, είναι ζωγραφισμένες με λίγες
γραμμές και με τόση ακρίβεια, ώστε πίσω από τα πρόσωπα βλέπουμε
στα ψηλά μέρη τα βουναλάκια τα γεμάτα από αμπέλια, τα λιβάδια,
τους λαχανόκηπους, και πιο χαμηλά τις βοσκές, το ποτάμι, τα
μικρούτσικα δάση και πέρα μακριά την ατέλειωτη θάλασσα. Δεν
υπάρχει μια μέρα σκοτεινιασμένη, συννεφιασμένη, με καταχνιά κ'
υγρασία· ο ουρανός είναι πάντα καθαρότατα γαλανός, το αγέρι γλυκό
και το χώμα παντού στεγνό και μπορείς να ξαπλωθής γυμνός επάνω σ'
αυτό. Όλο το ποίημα αναδίνει κάποια λεπτότατη τέχνη και μόρφωση.
Όλα έχουνε μετρηθή με ακρίβεια και τα περιστατικά είναι
προετοιμασμένα και εξηγούνται θαυμάσια, όπως είναι π. χ. ο
θησαυρός που βρέθηκε κοντά σ' ένα δελφίνι σαπισμένο στην
ακρογιαλιά. Και ποια καλαισθησία, ποια τελειότητα, ποια ευγένεια
αισθήματος, που μπορεί να συγκριθή μονάχα με τα καλλίτερα έργα.
Όλα τα δυσάρεστα επεισόδια, τα ξαφνιάσματα, οι κλεψιές, οι
πόλεμοι, που ταράζουν την ευτυχία της κυρίας ιστορίας,
ανιστορούνται πολύ γλήγορα και περνούν αμέσως χωρίς ν' αφίνουνε
ξοπίσω τους καμιά θύμηση. Η κακία παρουσιάζεται σαν συνοδεία των
κατοίκων της πολιτείας και δε φανερώνεται σε κανένα από τους
πρώτους ήρωες, παρά σ' ένα πρόσωπο κατώτερης τάξης και που δεν
παίζει κύριο μέρος. Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα.
— Μ' άρεσαν ακόμη, είπα, οι σχέσες των αφεντικών με τους δούλους.
Τ' αφεντικά φέρνονται με μεγάλη καλωσύνη, οι δούλοι, μ' απλοϊκή
ελευθερία μα και με βαθύ σεβασμό και με τον πόθο ν' αρέσουνε στ'
αφεντικά.
— Αυτό είναι απόδειξη μεγάλης εξυπνάδας, είπε ο Γκαίτε· ακόμη
έκαμε θαυμάσια ο συγγραφέας, που εφύλαξε την παρθενιά της Χλόης
ίσαμε το τέλος της ιστορίας, αφού οι ερωτευμένοι δεν ήξεραν τίποτα
πιο όμορφο από το να ξαπλώνουνται γυμνοί ο ένας κοντά στον άλλο· η
εξήγηση της διαγωγής τούτης δίνει αφορμή στο συγγραφέα να
ανακινήση τις πιο αψηλές ιδέες. Πρέπει να γράψη κανένας ολάκαιρο
βιβλίο για να δείξη όλες τις ομορφιές του έργου αυτού. Καλό είναι
να το διαβάζουμε μια φορά το χρόνο· πάντα κάτι μαθαίνουμε και
νοιώθουμε όλη τη δροσερή εντύπωση της σπάνιας ομορφιάς του».
***
Για τη μετάφραση του Λόγγου ακολούθησα την έκδοση του Μ. Β. G. L.
Boden, Λειψία 1777, και του P. L. Courier, Παρίσια 1829. Ο
χωρισμός των κεφαλαίων έγινε σύμφωνα με την έκδοση του Courier.
Πρέπει να σημειώσω ότι πολλές φορές δεν ακολούθησα στη διόρθωση
του κειμένου μήτε τον ένα, μήτε τον άλλο εκδότη, αφίνοντας τη λέξη
ή τη φράση όπως είχε από την αρχή, όταν η αρχική γραφή μού
εφαίνονταν πιο σωστή και μ' εβοηθούσε καλλίτερα για τη μετάφραση.
Μεταφράζοντας επροσπάθησα να κρατήσω όσο μπορούσα περισσότερο το
ύφος του συγγραφέα χωρίς να προδίνω και το νόημα. Και τούτο μ'
έκανε πολλές φορές να μη προσέχω και στις ερμηνείες των ξένων
εκδοτών. Ένα αρχαίο Έλληνα συγγραφέα όχι και τόσο δύσκολο και που
μιλάει για πράγματα που τα βλέπουμε και τα ζούμε ίδια κι
απαράλλακτα και οι σημερινοί Έλληνες, μπορούμε, θαρρώ, να τον
νοιώθουμε και να τον εξηγούμε εμείς καλλίτερα και σωστότερα από
κάθε ξένο ερμηνευτή.
Αθήνα Δεκέβρης 1920.
Ηλ. Π. Βουτιερίδης
Δ Α Φ Ν Η Σ ΚΑΙ Χ Λ Ο Η
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Κυνηγώντας στη Λέσβο, μέσα σε δάσος, που ήταν αφιερωμένο στις
Νύμφες, είδα το πιο ωραίο πράγμα από όσα έχω ιδή. Ζωγραφιά,
εξιστόρηση έρωτα. Όμορφο ήταν και το δάσος, πολύδενδρο, ανθισμένο,
καλοποτιζούμενο· μια πηγή τάθρεφε όλα, και τα άνθη και τα δέντρα.
Μα η ζωγραφιά ήταν πιο ευχάριστη, επειδή και τύχη είχε παραπανιστή
και τέχνη ερωτιάρικη, ως που πολλοί ξένοι, έχοντας ακουστά γι'
αυτή, επήγαιναν να παρακαλέσουν τις Νύμφες και να ιδούν την
εικόνα. Ήτανε σ' αυτή γυναίκες που εγεννούσαν κι άλλες που
ετύλιγαν σε σπάργανα μωρά παραρριγμένα· κοπάδια που τάθρεφαν·
βοσκοί που τα σήκωναν· νέοι που έσμιγαν, ληστάδων διαγούμισμα,
εχθρών έμπασμα.
Αφού κι άλλα πολλά κι όλα ερωτιάρικα είδα κ' εθαύμασα, μου
γεννήθηκε πιθυμιά ναντιγράψω τη ζωγραφιά. Κι αφού εζήτησα εξηγητή
της εικόνας, έγραψα τέσσερα βιβλία, τάμα στον Έρωτα, στις Νύμφες
και στον Πάνα κι απόχτημα ευχάριστο για όλους τους ανθρώπους, που
και τον άρρωστο θα γιατρέψη και το λυπημένο θα παρηγορήση και τον
ερωτευμένο θα τον κάνη να θυμηθή και τον ανερώτευτο θα διδάξη.
Επειδή βέβαια κανένας δεν ξέφυγε τον έρωτα, μήτε θα τον ξεφύγη όσο
που υπάρχει ομορφιά και τα μάτια βλέπουν. Κ' εμάς ας μας βοηθήση ο
θεός σαν φρόνιμοι να γράψουμε την ιστορία των άλλων.
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
1. Η Μιτυλήνη είναι της Λέσβος πολιτεία, μεγάλη κι' όμορφη, επειδή
χωρίζεται από περάματα, γιατί η θάλασσα σιγομπαίνει στην ξηρά, κ'
είναι στολισμένη με γεφύρια από πελεκητή και λευκή πέτρα. Θα
νόμιζες πώς δε βλέπεις πολιτεία παρά νησί. Μακριά από την πολιτεία
αυτή, τη Μιτυλήνη, ίσαμε διακόσια στάδια ήταν υποστατικό ανθρώπου
πλούσιου, χτήμα ωραιότατο· βουνά που έθρεφαν αγρίμια, κάμποι όλο
χωράφια, λόφοι γεμάτοι αμπέλια, βοσκοτόπια κοπαδιών· κ' η θάλασσα
σιγοχτυπούσε στην ακρογιαλιά, που απλωνότανε σε μαλακή αμμουδιά.
2. Στο χτήμα αυτό βόσκοντας κάποιος γιδάρης, που τον έλεγαν
Λάμωνα, βρήκε παιδί, που τόθρεφε μια γίδα. Ήτανε δάσος και κάτω
χαμόδεντρα και κισσός απλωμένος και χορτάρι μαλακό, που απάνω του
κείτονταν το παιδί. Στο μέρος αυτό τρέχοντας η γίδα ταχτικά
γινόταν πολλές φορές άφαντη· κι αφίνοντας το κατσικάκι της έμενε
κοντά στο μωρό. Παραφυλάει τα περάσματα ο Λάμωνας, επειδή λυπήθηκε
το παραμελούμενο κατσικάκι, κι απάνω στο καταμεσήμερο, αφού πήρε
κατά πόδι τη γίδα, τη βλέπει να στέκεται μ' ανοιχτά τα πόδια
προσεχτικά μήπως πατώντας με τα νύχια της το μωρό του κάνει κανένα
κακό, και τούτο σαν από μάννας βυζί να βυζαίνη το γάλα.
Σαστισμένος, καθώς ήτανε φυσικό, πλησιάζει και βρίσκει παιδί
αρσενικό, μεγάλο κ' όμορφο και μέσα σε σπάργανα, που δεν ταίριαζαν
με την τύχη του να είναι παραρριγμένο. Εφορούσε δηλαδή πανωφοράκι
κόκκινο με θηλυκωτήρι χρυσό κ' ήταν κοντά του και σπαθάκι με χέρι
φιλντισένιο.
3. Στην αρχή στοχάστηκε, αφού πάρη μοναχά τα σημάδια, ν'
αδιαφορήση για το μωρό. Μα ύστερα από ντροπή να μη μιμηθή μήτε της
γίδας τη φιλανθρωπία, αφού περίμενε να βραδυάση, τα φέρνει όλα στη
γυναίκα του τη Μυρτάλη, και τα σημάδια και το παιδί και τη γίδα.
Κ' επειδή εκείνη απορούσε, πώς μπορούν οι γίδες να γεννούνε
παιδιά, της τα ιστορεί όλα: πως το βρήκε πεταμένο, πως το είδε να
θρέφεται, πως ντράπηκε να το αφίση να πεθάνη. Κι αφού παραδέχτηκε
κ' εκείνη, κρύβουν τα πράγματα, που ήταν βαλμένα κοντά του, κάνουν
το παιδί δικό τους κι αφίνουν τη γίδα να το αναθρέφη· και για να
φαίνεται και τ' όνομα του παιδιού ποιμενικό, αποφάσισαν να το
φωνάζουνε Δάφνη.
4. Κι όταν πια είχαν περάσει δυο χρόνια, βοσκός από γειτονικά
χτήματα, που τον έλεγαν Δρύαντα, ενώ έβοσκε, βρίσκει κι αυτός κατά
τύχη παρόμοια πράγματα και βλέπει τα ίδια. Για σπηλιά των Νυμφών
ήταν ένας μεγάλος βράχος, από μέσα βαθουλός και απ' έξω
στρογγυλός· τα αγάλματα των Νυμφών αυτών ήτανε καμωμένα από πέτρα.
Ήταν ξυπόλητες· τα χέρια τους γυμνά ίσαμε τους ώμους, τα μαλλιά
ίσαμε το λαιμό ριγμένα, ζώνη γύρω στη μέση, πρόσωπο γελαζούμενο.
Όλο τους το φτιάσιμο ήτανε σαν να χόρευαν στη σειρά. Η καμάρα της
σπηλιάς ήτανε το πιο μεσιανό μέρος του μεγάλου βράχου. Και νερό
αναβρύζοντας από κάποια πηγή έκανε να τρέχη ποταμάκι ως που και
λειβάδι χαριτωμένο απλώνονταν εμπρός στη σπηλιά, επειδή από την
υγρασία φύτρωνε πολύ και μαλακό χορτάρι. Κ' ήταν εκεί κρεμασμένα
και καρδάρες και παγιαύλια και σουραύλια και φλογέρες,
γεροντότερων βοσκών τάματα.
5. Στη σπηλιά αυτή των Νυμφών πηγαίνοντας συχνά προβατίνα
νιόγεννη, έκανε πολλές φορές να θαρρούν πως χάθηκε. Θέλοντας ο
Δρύαντας να τη συμμαζέψη και να τη βάλη στην προτητερινή τάξη,
αφού λύγισε δεμάτι από χλωρές βέργες και τόκαμε παρόμοιο με θηλιά,
εζύγωσε στο βράχο για να την πιάση εκεί. Μα άμα έφτασε κοντά, δεν
είδε τίποτε από όσα περίμενε, παρά την προβατίνα να δίνη σαν
άνθρωπος το μαστάρι της για να τρέχη μπόλικο το γάλα κ' ένα παιδί,
χωρίς να κλαίη, να φέρνη λαίμαργα από το ένα μαστάρι στάλλο το
στόμα, παστρικό και χαρούμενο, επειδή η προβατίνα του έγλυφε με τη
γλώσσα το πρόσωπο, άμα χόρταινε. Θηλυκό ήταν το παιδί τούτο· και
κείτοντας κοντά του σπάργανα και σημάδια, φασκιά ολόχρυση,
ποδήματα χρυσοκέντητα και βρακάκια χρυσοΰφαντα.
6. Κ' επειδή ενόμισε σαν κάτι θεοτικό το ηύρεμα κ' έπαιρνε
παράδειγμα από την προβατίνα να λυπηθή το παιδί και να τ' αγαπάη,
παίρνη το μωρό στην αγκαλιά του, ρίχνει τα σημάδια στο ταγάρι του
και παρακαλεί τις Νύμφες καλότυχη να αναθρέψη την ικέτιδά τους. Κι
όταν ήταν ώρα να γυρίση πίσω το κοπάδι, φθάνοντας στο ζευγολατιό
ιστορεί στη γυναίκα του τα όσα είδε, της δείχνει τα όσα βρήκε, την
παρακινάει να το θαρρή κοριτσάκι της και να το αναθρέφη κρυφά σαν
δικό της. Κ' η Νάπη λοιπόν (επειδή έτσι την έλεγαν), γίνεται
αμέσως μητέρα κι αγαπούσε το παιδί τόσο, που εφοβότανε μήπως και
την ξαπεράση στην αγάπη η προβατίνα· και για να πιστευτή πως ήτανε
δικό της τούβγαλε κι αυτή ποιμενικό όνομα: Χλόη.
7. Τα παιδιά αυτά εμεγάλωσαν πολύ γλήγορα και γίνονταν ομορφότερα
από όσο ταίριαζε σε χωριατόπουλα. Κ' ήτανε πια ο ένας δέκα πέντε
χρονών κ' η άλλη μικρότερη δυο χρόνια, όταν ο Δρύαντας κι ο
Λάμωνας βλέπουν την ίδια νύχτα τέτοιο όνειρο. Τους φάνηκεν ότι οι
Νύμφες εκείνες, που ήτανε στη σπηλιά, όπου η πηγή, όπου βρήκε το
παιδί ο Δρύαντας, παράδωσαν το Δάφνη και τη Χλόη σε παιδί πολύ
ζωηρό κι όμορφο, που είχε φτερά στους ώμους κ' εκρατούσε σαΐτες
μικρές μαζί με δοξάρι. Κι αφού άγγιξε και τα δυο παιδιά με μια
σαΐτα, τα πρόσταξε να βόσκουνε στο εξής ο ένας τα γίδια κ' η άλλη
τα πρόβατα.
8. Όταν είδαν το όνειρο αυτό, πικραίνονταν πως θα γίνουν κ' εκείνα
τσοπάνηδες, ενώ τα σπάργανά τους μηνούσαν καλλίτερη τύχη, για
τούτο και τάθρεφαν με πιο διαλεχτές θροφές και τα μάθαιναν
γράμματα κι' όλα τα καλά που ήτανε στην εξοχή. Μα αποφάσισαν να
υπακούσουνε στους θεούς για κείνους που σώθηκαν με τη φροντίδα των
θεών. Κι' αφού είπαν ο ένας στον άλλο τ' όνειρο κ' έκαναν στη
σπηλιά των Νυμφών θυσία στο φτερωτό παιδί (επειδή δεν ήξεραν να
λένε τ' όνομά του) τα στέλνουν σα βοσκούς μαζί με τα κοπάδια, όταν
τους έμαθαν καλά το καθετί· πώς να βόσκουν πριν το μεσημέρι, πώς
να τα οδηγούν άμα πέση η ζέστη, πότε να τα πηγαίνουν για πότισμα,
πότε να τα γυρίζουν στο μαντρί, για ποια να μεταχειρίζονται την
αγκλίτσα, για ποια μονάχα τη φωνή· κ' εκείνα ήταν πολύ χαρούμενα
σαν νάπαιρναν μεγάλη εξουσία· κι' αγαπούσαν τα γίδια και τα
πρόβατα περισσότερο από όσο συνηθίζουν οι βοσκοί, επειδή η μια
θαρρούσε για αιτία τον γλυτωμού της το κοπάδι κι' ο άλλος εθυμόταν
ότι γίδα τον ανάθρεψε, όταν ήταν πεταμένος.
9. Άνοιξης ήταν αρχή κι' όλα τ' άνθη λουλούδιζαν στα δάση, στα
λειβάδια, στα βουνά. Τώρα άρχιζε το βουητό της μέλισσας, των
πουλιών το κελάδημα, τα χοροπηδήματα των νιογέννητων κοπαδιών· τ'
αρνιά χοροπηδούσαν στα βουνά· βούηζαν στα λειβάδια οι μέλισσες· τα
πουλιά γέμιζαν με τραγούδια τα χαμόδενδρα. Και καθώς λοιπόν όλα
ήτανε στην όμορφη ώρα τους, κι' αυτοί, σαν τρυφεροί και νέοι που
ήταν, εμιμούνταν όσα άκουαν κ' έβλεπαν. Ακούοντας τα πουλιά να
κελαδούν, τραγουδούσαν· βλέποντας ταρνιά να χοροπηδούν,
αλαφροπηδούσαν· και κάνοντας τις μέλισσες, σύναζαν τάνθη· κι' απ'
αυτά άλλα τάβαναν στα στήθια τους κι' άλλα, πλέκοντάς τα
στεφανάκια, τα πήγαιναν στις Νύμφες.
10. Κ' έκαναν το καθετί μαζί, βόσκοντας ο ένας κοντά στον άλλο.
Πολλές φορές ο Δάφνης περιμάζευε όσα πρόβατα ξεμάκραιναν· και
πολλές φορές η Χλόη τα πιο ζωηρά γίδια τα σαλαγούσε από τους
γκρεμνούς· μα και τα δυο κοπάδια εφύλαξε ο ένας, επειδή ο άλλος
καταγινότανε να παίζη. Κ' ήτανε τα παιγνίδια τους τσοπάνικα και
παιδιάτικα. Εκείνη μαζεύοντας βούρλα έπλεκεν ακριδοπαγίδες· κ'
έχοντας σε τούτο το νου της, παραμελούσε το κοπάδι. Εκείνος, αφού
έκοφτε καλάμια ψιλά και τρυπούσε τα χωρίσματα στους κόμπους και τα
κολλούσε τόνα με τάλλο με μαλακό κερί, γυμνάζονταν ως στο βράδυ να
μάθη σουραύλι. Και καμιά φορά έπιναν γάλα και κρασί και
μοιράζονταν τις θροφές πούφερναν από το σπίτι τους. Συχνότερα
θάβλεπε κανένας να είναι χωρισμένα τα κοπάδια παρά η Χλόη κι' ο
Δάφνης.
11. Κ' ενώ έπαιζαν έτσι, τέτοια μελέτησε γι' αυτούς ο Έρωτας.
Λύκισσα, που έθρεφε λυκάκια, άρπαζε πολλές φορές από άλλα κοπάδια
από τα κοντινά χτήματα, επειδή εχρειαζόταν πολλή θροφή για να
θρέψη τα μικρά της. Για τούτο, αφού μαζεύτηκαν νύχτα οι χωριανοί,
άνοιξαν λάκκους μια οργιά το πλάτος και τέσσερες το βάθος. Το
περισσότερο χώμα το σκόρπισαν, φέρνοντάς το μακριά· κ' ύστερις,
αφού άπλωσαν απάνω από το στόμα του λάκκου ξύλα ξερά, επάτησαν
καλά τ' αποδέλοιπο χώμα για να κάμουν τη γις όμοια με πριν, ώστε
κι' αν λαγώς περνούσε τρέχοντας να σπάση τα ξύλα, που ήταν πιο
αδύνατα κι' από άχερα, και τότε να μπορέση να μάθη ότι δεν ήτανε
γις παρά απομίμηση γις. Αν κι' άνοιξαν πολλούς τέτοιους λάκκους
και στα βουνά και στους κάμπους, δε μπόρεσαν να πιάσουν τη
λύκισσα, επειδή αυτή καταλαβαίνει την ψεύτικη γις· μόνο πολλά
τραγιά και πρόβατα αφάνισαν οι λάκκοι και παραλίγο και τον ίδιο το
Δάφνη από τούτη την αιτία.
12. Τράγοι, αφού εθύμωσαν, επιάστηκαν· και σαν έγιναν πιο δυνατά
τα κουντρίσματα σπάει του ενός το ένα κέρατο· και μουγκρίζοντας
τούτος από τον πόνο τόβαλε στη φευγάλα· μα ο νικητής ακολουθώντάς
τον καταπόδι τον κυνηγούσε αδιάκοπα. Λυπάται ο Δάφνης τον τράγο με
το σπασμένο κέρατο και θυμωμένος από την κακία του νικητή τον
κυνηγούσε, αφού άρπαξε την αγκλίτσα του. Και καθώς ο τράγος
ξέφευγε κ' εκείνος τον κυνηγούσε με θυμό, δεν έβλεπαν καλά μπροστά
τους κ' έτσι πέφτουν κ' οι δυο μέσα σε λάκκο· πρώτα ο τράγος κ'
ύστερα ο Δάφνης. Αυτό όμως έσωσε το Δάφνη, επειδή ο τράγος του
στάθηκε σαν στήριγμα στο πέσιμο. Ο Δάφνης λοιπόν κλαίοντας
περίμενε μήπως θα ερχότανε κανένας να τον τραβήξη. Κ' η Χλόη, όταν
είδε το τι έγινε, φτάνει τρέχοντας στο λάκκο· κι' άμα είδε πως ζη,
φωνάζει βοήθεια κάποιο γελαδάρη από τα κοντινά χτήματα. Σαν ήλθε
αυτός, εζήταε σχοινί μακρί για να το ρίξη του Δάφνη και να τον
βγάλη από το λάκκο τραβώντας τον. Μα σχοινί δεν ήταν πουθενά· η
Χλόη όμως αφού έλυσε μια κορδέλα της τη δίνει στο γελαδάρη για να
την ρίξη· κ' έτσι εκείνοι στεκάμενοι στην άκρη του λάκκου
τραβούσαν κι' ο Δάφνης ανέβηκε κρατώντας την κορδέλα, που την
έσερναν. Έπειτα έβγαλαν και τον κακότυχο τον τράγο, που είχε
σπασμένα και τα δύο κέρατα, (τόσο τον ξεδικήθηκε ο νικημένος
τράγος) και τόνε χαρίζουνε στο γελαδάρη για τη βοήθεια, που τους
έδωκε· κι' αποφασίζουν να ειπούν ψέματα στους δικούς τους, ότι τον
άρπαξαν λύκοι, αν τον αναζητούσε κανένας. Ύστερα αυτοί αφού
γύρισαν πίσω, εξέταζαν τα κοπάδια τους· και σαν είδαν πως έβοσκαν
ήσυχα και τα γίδια και τα πρόβατα, κάθησαν σε κούτσουρο βελανιδιάς
και κοίταζαν μήπως ο Δάφνης, όταν έπεσε, ματώθηκε σε κανένα μέρος
του κορμιού του. Δεν είχε πληγωθή καθόλου, μήτε είχε ματώσει· μα
ήτανε γεμάτος χώμα και λάσπη και στα μαλλιά και στάλλο κορμί.
Αποφάσισαν λοιπόν να λουστή, προτού ο Λάμωνας κ' η Μυρτάλη μάθουν
τι έγινε.
13. Κι αφού ο Δάφνης πήγε μαζί με τη Χλόη στη σπηλιά των Νυμφών,
της έδωκε και το ρούχο του και το ταγάρι να τα φυλάη κι' αυτός
στεκάμενος εμπρός στην πηγή έπλενε τα μαλλιά κι όλο το σώμα του.
Κ' ήτανε τα μαλλιά του μαύρα και πολλά και το κορμί του μαυρισμένο
από τον ήλιο. Θάλεγε κανένας ότι κι αυτό είχε πάρει από τη μαυρίλα
των μαλλιών. Και στη Χλόη, που τον εκοίταζε, εφαινόταν όμορφος ο
Δάφνης, και επειδή δεν τον είχε προσέξει πριν ότι ήτανε όμορφος,
ενόμιζε πως το λουτρό ήτανε η αφορμή της ομορφιάς του. Κι όταν του
έπλενε τις πλάτες ένοιωθε το κρέας του πιο μαλακό· και πολλές
φορές άγγιξε κρυφά το δικό της για να δοκιμάση μήπως ήτανε
τρυφερότερο. Κι άμα πια εβασίλεψε ο ήλιος έφερναν τα κοπάδια στις
στάνες· κ' η Χλόη δεν έπαθε τίποτε παραπάνω παρά ότι επιθυμούσε να
ιδή και πάλι τον Δάφνη να λούζεται. Την άλλη μέρα, μόλις εβγήκανε
στη βοσκή, ο Δάφνης καθούμενος κάτω από τη συνηθισμένη βαλανιδιά
έπαιζε το σουραύλι και μαζί επρόσεχε και τα γίδια, που είχαν
ξαπλωθή κάτω σαν ν' άκουγαν τους σκοπούς· κ' η Χλόη καθισμένη
κοντά εφύλαε τα πρόβατα, μα πιο πολύ εκοίταζε το Δάφνη· και πάλι
ενώ αυτός έπαιζε το σουραύλι τής εφαινότανε όμορφος κ' ενόμιζε τη
μουσική αφορμή της ομορφιάς, ώστε να πάρη κι αυτή ύστερ' από
κείνον το σουραύλι μήπως γινότανε κι αυτή όμορφη. Και τον έπεισε
να ξαναλουστή· κι αφού τον είδε, τον άγγιξε· κ' έφυγε πάλι αφού
τον επαίνεψε· και το παίνεμα ήτανε αρχή έρωτα. Τι λοιπόν είχε
πάθει δεν ήξερε, επειδή ήτανε κορίτσι μικρό κ' είχε αναθραφή στην
εξοχή και μήτε είχε ακούσει κανέναν άλλονε να λέη τ' όνομα του
έρωτα. Κ' ήτανε γεμάτη λύπη η ψυχή της και δεν κρατούσε τα δάκρυα·
και μιλούσε πολύ για το Δάφνη. Δεν την έμελε για φαΐ, αγρυπνούσε
τη νύχτα, παραμελούσε το κοπάδι· πότε γελούσε, πότε έκλαιγε· πότε
εκοιμόταν, πότε πεταγόταν από τον ύπνο της· το πρόσωπό της
εχλώμαινε και πότε πάλι άναβε· μήτε αν την έπιανε των βωδιών η
μυίγα, θα πάθαινε τέτοια. Και κάποτε σαν έμεινε μόνη είπε και
τέτοια λόγια:
14. — Τώρα εγώ είμαι άρρωστη, μα δεν ξέρω ποια η αρρώστια· πονώ
και δεν έχω πληγή· λυπάμαι κι όμως κανένα από τα πρόβατά μου δεν
έχασα. Καψόνω κι όμως κάθουμαι σε τέτοιον ίσκιο. Πόσα βάτα μ'
αγκύλωσαν πολλές φορές και δεν έκλαψα. Πόσες μέλισσες μ'
εκέντρισαν, μα έφαγα. Αυτό που μου τρυπάει τώρα την καρδιά είναι
σκληρότερο από όλα εκείνα. Όμορφος είναι ο Δάφνης όπως και τα
λουλούδια· όμορφα μιλάει το σουραύλι του όπως και τ' αηδόνια· για
κείνα όμως δε λέω τίποτε. Άμποτε να γινόμουνα σουραύλι του για να
με φυσάη· άμποτε να γινόμουνα κατσίκι για να με βόσκη εκείνος. Ω!
κακό νερό, μονάχα το Δάφνη έκαμες όμορφο κ' εγώ του κάκου
ελούστηκα. Χάνουμαι, αγαπημένες Νύμφες, και μήτ' εσείς δε σώζετε
την κόρη, που αναθράφηκε κοντά σας. Ποιος θα σας βάλη στεφάνια
ύστερ' από μένα; ποιος θα αναθρέψη τα δυστυχισμένα τ' αρνιά; ποιος
θα περιποιηθή τον τραγουδιστή το τζίτζικα, που εγώ τον έπιασα με
πολύ κόπο για να με κοιμίζη, λαλώντας κοντά στη σπηλιά; να τώρα
εγώ αγρυπνώ για το Δάφνη κ' εκείνος του κάκου λαλάει.
15. Τέτοια υπόφερνε, τέτοια έλεγε, μην ηξέροντας το όνομα του
έρωτα. Μα ο Δόρκωνας ο γελαδάρης που είχε ανασύρει το Δάφνη και
τον τράγο από το λάκκο, παλληκάρι που μόλις έβγανε γένια και που
ήξερε και τ' όνομα και τα έργα του έρωτα, αμέσως από κείνη την
ημέρα ερωτεύτηκε τη Χλόη· κι όταν επέρασαν κι άλλες πολλές ημέρες
πιο πολύ εφλογιζόταν η ψυχή του· και περιφρονώντας το Δάφνη, σαν
παιδί που ήτανε, εστοχάστηκε να τον παραμερίση ή με δώρα ή με
φοβερίσματα. Τους επήγε λοιπόν πρώτα τα δώρα· για το Δάφνη
σουραύλι τσοπάνικο, που είχεν εννιά καλάμια κολλημένα, τόνα με
τάλλο, με χάλκωμα αντί με κερί· και για τη Χλόη βακχικό
αλαφόπουλο· και το χρώμα του ήτανε σαν ζωγραφισμένο μ' άσπρες
βούλες. Από τη στιγμή αυτή, περνώντας για φίλος, το Δάφνη σιγά-
σιγά δεν τον επρόσεχε καθόλου, μα μονάχα στη Χλόη έφερνε κάθε μέρα
ή φρέσκο τυρί ή στεφάνι άνθινο ή όμορφο μήλο· της επήγε κάποτε και
μουσχάρι στο βουνό γεννημένο και καρδάρα χρυσοκέντητη και τα μικρά
βουνήσιων πουλιών. Κ' η Χλόη, επειδή δεν ήξερε τις πονηριές του
ερωτευμένου, χαρούμενη έπαιρνε τα δώρα, κ' έχαιρε περισσότερο που
τα είχε για να τα χαρίζη αυτή του Δάφνη· κ' επειδή έπρεπε πια να
μάθη κι' ο Δάφνης τα έργα του έρωτα, έστησε φιλονεικία ο Δόρκωνας
μ' αυτόν ποιος είναι ομορφότερος κ έγινε κριτής η Χλόη· και
βραβείο για το νικητή ήτανε να φιλήση τη Χλόη· και πρώτος ο
Δόρκωνας τέτοια έλεγε:
16. — Εγώ, παρθένα, είμαι μεγαλείτερος από το Δάφνη· εγώ είμαι
γελαδάρης κι αυτός γιδάρης· μα είμαι και τόσο καλλίτερός του όσο
είναι τα βώδια από τα γίδια· είμαι κι άσπρος σαν το γάλα και
ξανθός σαν το στάρι που θα το θερίσουν· εμένα με ανάθρεψε μητέρα
κι όχι αγρίμι. Τούτος όμως είναι μικρός και άτριχος σαν γυναίκα
και μελαψός σαν λύκος. Βόσκει τράγους και βρωμάει τρομερά. Είναι
και φτωχός ώστε να μη μπορή να θρέψη μήτε σκυλί. Κι' αν, καθώς
λένε, τον εβύζαξε και γίδα, δεν ξεχωρίζει καθόλου από γίδι.
Αυτά και τέτοια είπε ο Δόρκωνας· κ' ύστερα ο Δάφνης τούτα:
— Εμένα με ανάθρεψε γίδα καθώς τον Δία. Και βόσκω τράγους που θα
τους κάμω μεγαλείτερους από τα βώδια τουτουνού· και δε βρωμάω
καθόλου εξαιτίας τους, αφού δε βρωμάει κι' ο Πάνας, που στο
περισσότερο μέρος του κορμιού του είναι τράγος. Και μου είναι
αρκετό το τυρί και το ψημένο ψωμί και τ' άσπρο κρασί, όσα έχουνε
πλούσιοι χωριάτες. Είμαι άτριχος· μα είναι κι' ο Διόνυσος·
μελαχροινός· μα κι' ο υάκινθος είναι μελαψός· όμως κ' ο Διόνυσος
είναι ομορφότερος από τους σάτυρους κι' ο υάκινθος από τους
κρίνους. Αυτός είναι ξανθός σαν αλεπού και μουσάτος σαν τράγος
κι' άσπρος σαν γυναίκα από τη χώρα. Κι' αν είναι ανάγκη να φιλήσης
εσύ, εμένα θα μου φιλήσης το στόμα, τουτουνού όμως τις τρίχες του
γενιού του. Και θυμήσου, παρθένα, ότι σε ανάθρεψε προβατίνα, μα
κι' ότι είσαι όμορφη.
17. Δεν περίμενε πια η Χλόη, αλλά επειδή από τη μια εχάρηκε για
τον έπαινο κ' επειδή από την άλλη επιθυμούσε από καιρό να φιλήση
το Δάφνη, αφού επετάχτηκε επάνω τον εφίλησε· κ' ήτανε το φιλί της
φυσικό κι άτεχνο· μα μπορούσε ν' ανάψη παραπολύ την ψυχή. Ο
Δόρκωνας λοιπόν αφού λυπήθηκε, έφυγε γυρεύοντας άλλο δρόμο έρωτα·
κι ο Δάφνης σαν να μη φιλήθηκε παρά σαν να δαγκώθηκε, αμέσως έγινε
μελαγχολικός και συχνά ένοιωθε κρυάδες και την καρδιά του άκουε να
χτυπάει πολύ· κ' ήθελε να βλέπη τη Χλόη κι όταν την έβλεπε
γινότανε κατακόκκινος. Τότε εθαύμασε για πρώτη φορά και τα μαλλιά
της ότι ήτανε ξανθά και τα μάτια της ότι ήτανε μεγάλα σαν του
βωδιού, και το πρόσωπό της πιο άσπρο αληθινά κι από το γάλα των
γιδιών, σαν να πρωτοαπόκτησε τότε μάτια κι' όλο τον άλλο καιρό
πριν ήτανε στραβός. Μήτε φαΐ έτρωγε πια παρά όσο για να το
δοκιμάζη· και πιοτό, αν καμμιά φορά ένοιωθε ανάγκη, έπινε μόνο όσο
για να βρέξη το στόμα του. Ήτανε σιγανός αυτός που εμιλούσε πριν
περισσότερο κι από τα τζιτζίκια· αργός αυτός που εκινιόταν
περισσότερο κι από τα γίδια· παραμελήθηκε και το κοπάδι·
επετάχτηκε και το σουραύλι· το πρόσωπό του γινότανε κιτρινότερο κι
από το χορτάρι του καλοκαιριού. Μονάχα στη Χλόη μιλούσε. Κι αν
καμιά φορά εβρισκότανε χώρια της, τέτοια έλεγε μόνος του.
18. — Τι λοιπόν μούκαμε της Χλόης το φιλί; Τα χείλη της είναι πιο
τρυφερά κι από τα τριαντάφυλλα και το στόμα της πιο γλυκό κι από
τις κερήθρες· μα το φιλί της πιο φαρμακερό κι από το κεντρί της
μέλισσας. Πολλές φορές εφίλησα κατσικάκια· πολλές φορές εφίλησα
σκυλάκια νιογέννητα και το μουσκάρι που εχάρισε ο Δόρκωνας· μα το
φιλί τούτο είναι αλλιώτικο. Πιάνεται η αναπνοιά μου, χτυπάει η
καρδιά μου, λυόνει η ψυχή μου κι όμως θέλω να ξαναφιλήσω. Ω νίκη
κακή! Ω αρρώστια παράξενη, που μήτε τ' όνομά της δεν ξέρω να ειπώ.
Άρα γε μαγιοβότανο είχε φάει η Χλόη, προτού να με φιλήση; μα πώς
δεν πέθανε; Πώς λαλούνε τ' αηδόνια και το σουραύλι μου σωπαίνει!
πώς χοροπηδούν τα γίδια κ' εγώ κάθουμαι! πώς λουλουδίζουν τ' άνθη
κ' εγώ στεφάνια δεν πλέκω! Οι μενεξέδες και τα γιατσέντα ανθίζουν
κι ο Δάφνης μαραίνεται! Τάχα κι ο Δόρκωνας πιο όμορφος από μένα θα
φανή;
19. Τέτοια ο καημένος ο Δάφνης υπόφερνε κ' έλεγε, επειδή πρώτη
φορά εμάθαινε του έρωτα τα έργα και τα λόγια. Ο Δόρκωνας όμως ο
γελαδάρης, που αγαπούσε τη Χλόη, αφού παραφύλαξε το Δρύαντα εκεί
που παράχωνε παλούκι κοντά σ' ένα κλήμα, τόνε σιμόνει κρατώντας
κάμποσα κεφάλια τυρί. Και του δίνει τα τυριά σαν δώρο, επειδή ήταν
από καιρό φίλος, από τότε που έβοσκε κι αυτός. Κάνοντας αρχή από
δω άρχισε να του λέη και για την παντρειά της Χλόης. Κι αν την
έπαιρνε αυτός γυναίκα, έταζε χαρίσματα πολλά και πλούσια, σαν
γελαδάρης: ένα ζευγάρι καματερά, τέσσερα μελίσσια, πενήντα ρίζες
μηλιές, βουβαλοτόμαρο για να κόψη ποδήματα, και κάθε χρόνο ένα
μουσκάρι αποκομμένο· ώστε λίγο έλειψε μαγεμένος ο Δρύαντας από τα
χαρίσματα να στέρξη το γάμο. Μα συλλογίστηκε, ότι η κορασιά άξιζε
καλλίτερο γαμπρό κι από το φόβο μήπως, αν φαναρωθή καμιά φορά πως
δεν είναι κόρη του, του λάχουν αγιάτρευτες συφορές, και το γάμο
αρνήθηκε και να μη του ξανακάμη λόγο εζήτησε κι από τα δώρα, που
του αράδιασε, παρατήθηκε.
20. Αφού λοιπόν και δεύτερη φορά γελάστηκε ο Δόρκωνας στην ελπίδα
του και του κάκου έχασε τα καλά τυριά, αποφάσισε ν' αρπάξη τη
Χλόη, όταν βρεθή μονάχη της. Και σαν παραφύλαξε κ' είδε, ότι τη
μια μέρα πήγαινε τα κοπάδια στο πότισμα ο Δάφνης και την άλλη η
κορασιά, σοφίζεται πονηριά, που ταίριαζε σε βοσκό. Αφού πήρε το
τομάρι λύκου μεγάλου, που κάποτε βουβάλι, προστατεύοντας τα
βόιδια, τον εσκότωσε με τα κέρατά του, το άπλωσε γύρω στο κορμί
του, ρίχνοντάς το απάνω του, από τους ώμους ίσαμε τα πόδια, ως που
τα μπροστινά πόδια του λύκου ν' απλωθούν στα χέρια του και τα
πισινά στα πόδια του ίσαμε τη φτέρνα και το άνοιγμα του στομάτου
να σκεπάση το κεφάλι του σαν περικεφαλαία πολεμιστή· κ' αφού
γίνηκε σαν θεριό όσο μπορούσε καλλίτερα, πηγαίνει κοντά στην πηγή,
όπου ποτίζονταν τα γίδια και τα πρόβατα ύστερ' από τη βοσκή. Κ'
ήταν η πηγή σε πολύ γούπατο και γύρω της όλος ο τόπος γεμάτος από
αρκουδόβατα και βάτα και χαμηλούς κέντρους κι' ασκόλυμπρους·
εύκολα μπορούσε να κάνη εκεί καρτέρι και λύκος αληθινός. Αφού
κρύφτηκε στο μέρος αυτό ο Δόρκωνας περίμενε την ώρα του ποτίσματος
κ' έλπιζε πολύ ν' αρπάξη τη Χλόη, τρομάζοντάς τη με τη θωριά του.
21. Δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Χλόη οδηγούσε τα κοπάδια στην πηγή,
αφίνοντας το Δάφνη να κόβη χλωρά φύλλα για θροφή των γιδιών ύστερ'
από τη βοσκή. Μα τα σκυλιά, που φυλάνε τα πρόβατα και τα γίδια από
πίσω ακολουθώντας, καθώς έψαχναν με τη μύτη, όπως συνηθίζουν τα
σκυλιά, μόλις ανακάλυψαν το Δόρκωνα που σάλευε για να επιτεθή του
κοριτσιού, αφού εγαύγισαν άγρια, εχύμιξαν απάνω σε λύκο και σαν
τον ετριγύρισαν, προτού να σηκωθή καθόλου από τη σαστισμάρα του,
δάγκωναν το τομάρι. Στην αρχή από ντροπή να μην φανερωθή κ' επειδή
προφυλάγονταν από το τομάρι, που τον εσκέπαζε, έμενε βουβός μέσα
στ' αγκάθια. Μα όταν κ' η Χλόη κατατρομαγμένη, καθώς τον
πρωτόειδε, εφώναζε το Δάφνη βοήθεια και τα σκυλιά ξεσκίζοντας το
τομάρι εδάγκωναν το κορμί του, έκλαψε δυνατά και παρακαλούσε την
κορασιά και το Δάφνη, που είχε πια φθάσει, να τόνε βοηθήσουν. Τα
σκυλιά τα μέρωσαν γλήγορα με συνηθισμένο μαύλισμα· έπειτα έφεραν
στην πηγή το Δόρκωνα, δαγκωμένο στα μεριά και στους ώμους, του
έπλυναν τις δαγκωματιές, όπου είχαν μπει τα δόντια των σκυλιών,
και ύστερα του έβαναν επάνω χλωρή φλούδα φτελιάς, αφού την
καλοκοπάνησαν. Και επειδή ήταν αμάθητοι από ερωτικές αποκοτιές,
ενόμισαν ποιμενικό αστείο το ότι είχε κάμει ο Δόρκωνας και δεν
εθύμωσαν καθόλου, παρά και, παρηγορώντας τον, αφού τον επήγαν ως
παρά πέρα, τον ξεπροβόδησαν.
22. Κι' ο Δόρκωνας σαν εγλύτωσε από τέτοιο κίνδυνο και σώθηκε από
του σκυλιού κι' όχι, καθώς λένε, από του λύκου το στόμα, εγιάτρευε
το κορμί του. Ο Δάφνης όμως κ' η Χλόη εβασανίστηκαν πολύ ίσαμε τη
νύχτα για να περιμαζεύουν τα γίδια και τα πρόβατα. Επειδή
φοβισμένα από το λυκοτόμαρο και τρομαγμένα από τα γαυγίσματα των
σκυλιών, άλλα σκαρφάλωσαν στα βράχια κι' άλλα έτρεξαν ίσαμε κάτου
στη θάλασσα. Αν και είχανε μάθει ν' ακούνε στη φωνή και να
μερόνουν με το σουραύλι και να μαζεύουνται με το χτύπημα των
χεριών, όμως τότες ο φόβος τάκανε να τα λησμονήσουν όλα. Και μόλις
βρίσκοντάς τα από τ' αχνάρια σαν τους λαγούς, τα πήγανε στα
μαντριά. Εκείνη μονάχα τη νύχτα κοιμήθηκαν ύπνο βαθύ κ' η κούραση
γίνηκε γιατρικό στον ερωτικό τους πόνο. Μα όταν ξημέρωσε πάλι,
πάλι υπόφερναν τα ίδια. Χαίρονταν που ξαναϊδώθηκαν, ελυπόνταν όταν
χωρίστηκαν, επονούσαν, κάτι ήθελαν, δεν ήξεραν τι θέλουν. Τούτο
μονάχα ήξεραν: ότι τον έναν τον αφάνισε το φιλί και την άλλη το
λουτρό. Τους ξάναβε όμως περισσότερο κ' η εποχή.
23. Άνοιξης ήταν πια τέλος κι' αρχή του καλοκαιριού κι όλα στον
καιρό τους· τα δέντρα γεμάτα καρπούς, οι κάμποι όλο σπαρτά.
Χαρούμενο ήταν των τζιτζικιών το λάλημα, γλυκιά και των οπωρικών η
μυρουδιά, ευχάριστο και των κοπαδιών το βέλασμα. Θάλεγε κανένας
πως και τα ποτάμια τραγουδούσαν, καθώς σιγότρεχαν· πως κ' οι
αγέρηδες έπαιζαν φλογέρες, καθώς φυσούσανε μέσα στα πεύκα· πως και
τα μήλα ερωτευμένα έπεφταν κάτω· πως κι' ο ήλιος αγαπώντας την
ομορφιά, όλους τους ξεγύμνωνε. Κι ο Δάφνης λοιπόν, ανάφτοντας από
όλα αυτά, έμπαινε στα ποτάμια και πότε λούζονταν και πότε
κυνηγούσε όσα ψάρια στρυφογυρίζανε μέσα στο νερό· και έπινε πολλές
φορές για να σβύση τη φωτιά που είχε μέσα του. Κ' η Χλόη άμα
άρμεγε τα πρόβατα και τα περισσότερα γίδια, πολύ υπόφερνε όταν
έπηζε το γάλα· επειδή οι μυίγες την ενοχλούσαν φοβερά και την
ετσιμπούσαν, αν και τις έδιωχνε· ύστερα όμως, αφού έπλενε το
πρόσωπό της, εφορούσε στεφάνι από κλαδιά πεύκου και ζώνονταν το
λαφοτόμαρο· κι αφού εγέμιζε το καρδάρι κρασί και γάλα, έπινε μαζί
με το Δάφνη.
24. Μα όταν ερχότανε το μεσημέρι τα μάτια τους ελιγώνονταν πια,
επειδή εκείνη βλέποντας γυμνό το Δάφνη ένοιωθε ολανθισμένη την
ομορφιά του κ' έλυονε· μήτε μπορούσε να του βρη κανένα ψεγάδι· κι'
ο Δάφνης όταν την έβλεπε με το λαφοτόμαρο και με το πεύκινο
στεφάνι να του δίνη το καρδάρι, θαρρούσε πως βλέπει καμιά από τις
Νύμφες που ήτανε στη σπηλιά· και τότες αρπάζοντας το πεύκο από το
κεφάλι της φορούσε το στεφάνι κι αυτός, αφού πρώτα το φιλούσε· μα
κ' εκείνη έβαζε το φόρεμα του Δάφνη όταν λούζονταν κ' έμενε γυμνός
αφού πρώτα το φιλούσε κι αυτή. Και κάποτε πετούσαν ο ένας στον
άλλο μήλα και κτένιζαν ο ένας του αλλουνού το κεφάλι, κάνοντας
χωρίστρα τα μαλλιά τους. Η Χλόη παρομοίαζε τα μαλλιά του με
σμέρτα, επειδή ήτανε μαύρα, κι ο Δάφνης το πρόσωπο της Χλόης με
μήλο, επειδή ήτανε λευκό και ρόδινο. Τη μάθαινε ακόμη να παίζη το
σουραύλι· κι όταν εκείνη άρχιζε να φυσάη, αυτός, αρπάζοντας το
σουραύλι περνούσε γλήγορα τα χείλη του απάνω από τις τρύπες· και
φαίνονταν πως τη διόρθωνε που έκανε λάθος, μα με τρόπο στο
σουραύλι φιλούσε τη Χλόη.
25. Κ' ενώ έπαιζε μεσημεριάτικο σκοπό και τα κοπάδια στάλιζαν, η
Χλόη αποκοιμήθηκε χωρίς να το νοιώση. Όταν είδεν αυτό ο Δάφνης,
αφίνοντας καταγίς το σουραύλι, την εκοίταζεν αχόρταγα από πάνω ως
κάτου, επειδή δεν ντρέπονταν καθόλου τότε, και συνάμα σιγομιλούσε
μονάχος του:
— Πώς κοιμούνται τα μάτια της· πώς μοσκοβολάει το στόμα της· μήτε
τα μήλα έτσι, μήτε τα θυμάρια. Μα φοβάμαι να τη φιλήσω· δαγκόνει
την καρδιά το φιλί και καθώς το νιο μέλι με κάνει να
τρελλαίνουμαι· και φοβάμαι μήπως την ξυπνήσω, άμα τη φιλήσω. Ω τα
φωνακλάδικα τα τζιτζίκια, δε θα την αφίσουνε να κοιμηθή, επειδή
λαλούνε δυνατά. Μα κ' οι τράγοι μαλόνοντας χτυπούν τα κέρατά τους.
Ω τους λύκους, τους πιο φοβιτσάρηδες κι' από τις αλεπούδες, αφού
δεν άρπαξαν τους τράγους.
26. Κ' εκεί που έλεγεν αυτά, τζίτζικας φεύγοντας χελιδόνι, που
ήθελε να τον πιάση, έπεσε μες στον κόρφο της Χλόης· το χελιδόνι
πετώντας το κατόπι του δεν μπόρεσε να τον πιάση, μα με τις
φτερούγες του άγγιξε τα μάγουλά της, επειδή κυνηγώντας το τζίτζικα
επέρασε πολύ κοντά της. Κ' η Χλόη μην ηξέροντας τι συνέβηκε, αφού
φώναξε δυνατά, πετάχτηκε από τον ύπνο. Μα όταν είδε και το
χελιδόνι να πετάη ακόμη σιμά της και το Δάφνη να γελάη για το φόβο
της, έπαψε να φοβάται κ' έτριβε τα μάτια της που ήθελαν ακόμη να
κοιμηθούν. Κι' ο τζίτζικας άρχισε να τραγουδάη μες στον κόρφο της
σαν ικέτης, που ευχαριστούσε για το γλυτωμό του. Πάλι λοιπόν
εφώναξε δυνατά η Χλόη· κι ο Δάφνης εγέλασε. Και, ευρόντας αφορμή,
έχωσε τα χέρια του στα στήθη της να βγάνει το φιλαράκο το
τζίτζικα, που δεν εσώπαινε μήτε μέσα στο χέρι του. Η Χλόη εχάρηκε
καθώς τον είδε κι αφού τόνε πήρε τον εφίλησε και τον έβαλε πάλι
μέσα στον κόρφο της να τραγουδάη.
27. Τους διασκέδασε ύστερα μια φάσα, που ελάλησε από το δάσος. Κ'
επειδή η Χλόη ρωτούσε να μάθη τι λέει, της διηγιέται ο Δάφνης σαν
παραμύθι ότι είχεν ακούσει.
— Ήταν, αγάπη μου, μια κόρη όμορφη σαν κ' εσένα και που στην
εδική σου την ηλικία έβοσκε βόιδια πολλά· τραγουδούσε κι όμορφα
και τα βόιδια της ευχαριστιόνταν με το τραγούδι της· και τα έβοσκε
χωρίς αγκλίτσας χτύπημα, χωρίς βουκέντρας κέντημα, μόνο, καθούμενη
κάτω από πεύκο και φορώντας στεφάνι πεύκινο, τραγουδούσε τον Πάνα
και το Πεύκο. Και τα βόιδια με το τραγούδι έμεναν κοντά της. Ένα
αγόρι βόσκοντας εκεί σιμά βόιδια, όμορφο κι αυτό και τραγουδιστής
σαν την κόρη, παραβγαίνοντας στο τραγούδι έδειξε φωνή, πιο δυνατή
σαν άντρας που ήταν και γλυκιά σαν κορίτσι. Κι αφού ξελόγιασε από
τα βόιδια της οχτώ τα καλλίτερα, τάσυρε στο δικό του κοπάδι.
Λυπάται η κόρη για τη ζημιά του κοπαδιού της και που νικήθηκε στο
τραγούδι· και παρακαλάει τους θεούς να γίνη πουλί, προτού να φτάση
σπίτι της. Ακούν οι θεοί τα παρακάλια της και την κάνουν αυτό το
πουλί, βουνήσιο σαν την κόρη, γλυκόλαλο σαν εκείνη. Κι ακόμη και
τώρα τραγουδώντας διαλαλάει τη συφορά της, ότι αναζητάει τα
ξεπλανεμένα βόιδια.
28. Τέτοιες χαρές τους έδινε το καλοκαίρι. Κι όταν άρχιζε το
χυνόπωρο και το σταφύλι ήτανε στον καιρό του, κουρσάροι από την
Τύρο με τρεχαντήρι Καρικό, για να μη φαίνουνται βάρβαροι, έπιασαν
στην εξοχή αυτή· και βγαίνοντας με σπάθες και μισοθωράκια,
διαγούμισαν όλα όσα βρήκαν εμπρός τους· κρασί μοσκάτο, στάρι
μπόλικο, κερήθρες· άρπαξαν κι από το κοπάδι του Δόρκωνα μερικά
βόιδια. Πιάνουν και το Δάφνη, που τριγυρνούσε κοντά στη θάλασσα. Η
Χλόη, σαν κορίτσι που ήταν, έβγανε αργότερο στη βοσκή τα πρόβατα
του Δρύαντα, από το φόβο των άγριων βοσκών. Όταν οι κουρσάροι
είδαν παλληκάρι ψηλό κι όμορφο και καλλίτερο από καθετί που θ'
άρπαζαν από τα χτήματα, μη δίνοντας πια προσοχή μήτε στα γίδια
μήτε στ' άλλα υποστατικά, τον έφερναν στο τρεχαντήρι κλαίγοντας
και μην ηξέροντας τι να κάνη και δυνατά τη Χλόη φωνάζοντας. Κ' οι
κουρσάροι, αφού έλυσαν γλήγορα το παλαμάρι και πήρανε τα κουπιά
στα χέρια, ανοίγονταν στο πέλαγος. Τότε κ' η Χλόη οδηγούσε το
κοπάδι, φέρνοντας δώρο στο Δάφνη ένα καινούργιο σουραύλι. Μα όταν
είδε τα γίδια τρομαγμένα κι άκουσε το Δάφνη να τήνε φωνάζει πάντα
πιο δυνατά, παρατάει τα πρόβατα, πετάει το σουραύλι και φτάνει
τρεχάτη στο Δόρκωνα για να τον παρακαλέση νάρθη σε βοήθεια.
29. Μα ο Δόρκωνας κείτονταν χάμω με βαθιές πληγές κομματιασμένος
από τους κορσάρους και ψυχομαχώντας, επειδή είχε χάσει αίμα πολύ.
Όταν όμως είδε τη Χλόη και πήρε λίγη ζωή από την προτητερινή του
αγάπη, είπε:
— Εγώ, Χλόη, σε λίγο πεθαίνω, επειδή οι κακούργοι κουρσάροι, ενώ
προστάτευα τα βόιδια μου, με κατακομμάτιασαν σαν βόιδι. Μα εσύ και
το Δάφνη σου σώσε κ' έμενα εκδικήσου κ' εκείνους αφάνισέ τους.
Συνήθισα τα βόιδια μου ν' ακολουθούνε το σκοπό του σουραυλιού και
να τρέχουνε στο λάλημά του κι αν βοσκούνε κάπου μακριά. Να, πάρε
το σουραύλι ετούτο, παίξε το σκοπό εκείνο, που κάποτε είχα μάθει
του Δάφνη κι ο Δάφνης εσένα· και για τα κατοπινά θα φροντίσουν το
σουραύλι και τα βόιδια εκεί πέρα. Σου χαρίζω και το σουραύλι, που
με δαύτο, παραβγαίνοντας στο τραγούδι ενίκησα πολλούς γελαδάρηδες
και γιδάρηδες. Κ' εσύ για πληρωμή μου κ' ενώ ακόμη ζω φίλησέ με
και πεθαμένο κλάψε με. Κι αν ιδής άλλονε να βόσκη τα βόιδια μου,
θυμήσου με.