Δεν εφοβείτο να πλέη και διά νυκτός εις τόσα γνωστά πελάγη.
Εκαυχάτο ότι «κ' η ξέρες και τα γεφύρια τον εγνώριζαν».
Ητοιμάζετο ν' ανασπάση την άγκυραν.
Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η
βάρκα».
Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τυφεκίου από την ξηράν.
Εκεί βλέπει κάτι τι κ' έλαμψεν έξω επί τινος βράχου της παραλίας.
Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινος λίαν αμαυρού, λίαν θαμβού.
Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο
δεσπόζουσα του σκότους.
Ακούει μίαν φωνήν, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν·
— Βρε καραβά!
Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά όπως διακρίνη εν
μέσω του λυκόφωτος.
Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν
αυτώ, δι' ου σνερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν,
βλέπει δύο άνδρας ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα
πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των.
Ο μπάρμπ’-Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν
ότι ήσαν λησταί.
Ακούει δευτέραν φωνήν·
— Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης.
— Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπάρμπ’-Αλέξης.
Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνη
προς την ξηράν, εχαμήλωσε την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του
εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τας
χείρας ή με τους πόδας, όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνη προς το
πέλαγος.
Οι δύο από της ξηράς, ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται
και να τον υβρίζωσι με τα φαυλώτατα των επιθέτων.
Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με
τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του
έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον.
Ηκούσθη μία τουφεκιά.
Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου.
Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν.
Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα
πόντον.
Ο μπάρμπ’-Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη.
Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη
και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του.
— Ω! διάβολε! &άλτρος κάβος κονταρέμους.&
Και προσέθηκεν·
— Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πώς θα χαρή η καϋμένη η γρηά.
Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος, είτε πραγματικός, του μπάρμπ’-
Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη».
Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί οι δύο εκείνοι
άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην είχε γείνει εν Ελλάδι σπουδαία
και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι
τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων,
συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων,
εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον.
Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα
τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας.
Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν
εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας.
Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσαρμοσθή μίαν ημέραν.
Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξη τα χαρτιά του»,
απείχεν εκείθεν ημισείας ώρας οδόν.
Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις
διετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκαν,
και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν.
Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη
απουσία του κλέπται να του πάρουν ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε.
Τούτο δε ακριβώς συνέβη.
Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα
πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας.
Του άφησαν μόνον τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς.
Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους εβγάλουν από της
σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν δι' αδεξιότητα από
τας κώπας.
Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να
ταξειδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία;
Και έκτοτε ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί
ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξειδεύση πλέον
με τον Γιάννην τον Πανταρώταν.
Η ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗ
Είχα τάξιμο να υπάγω στην Κεχριάν να ψάλω το «Πεποικιλμένη». Από
χρόνων δέκα κεδέν είχα επισκεφθή την Παναγίαν την Κεχριάν. Δέκα
χρόνια είχα ν' ασπασθώ την σεβασμίαν παλαιάν Εικόνα της Κοιμήσεως,
όπου είνε ζωγραφισμένοι, επάνω εις δυο υπερώα ένθεν και ένθεν, ο
ιερός Κοσμάς (αυτός ο θεσπέσιος ποιητής της &Πεποικιλμένης&) και ο
θείος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω προς την σύνθεσιν της
Εικόνος, εφ' ων είνε γραμμένα δύο τροπάρια, το «Γυναίκα σε θνητήν,
αλλ' υπερφυώς και Μητέρα Θεού», και το «Αξίως ως έμψυχόν σε
ουρανόν υπεδέξαντο . . . » Και δεν είχα αγναντέψει ούτε μακρόθεν
τον περικαλλή θόλον του σεμνού ναΐσκου, οπού αστράπτει εις τον
ήλιον, όλως πεποικιλμένος από τα ωραία παλαιά πινάκια, τα
εγκολλημένα εις το κτίριον ως όστρακα μαργαριτοφόρα.
Και παρημέλησα το τάξιμόν μου, και δεν απεφάσιζα να υπάγω.
Ενύκτωσε κ' εκαθόμουν έξωθεν του μαγαζείου του αγαπητού νεαρού
φίλου μου του Κωστή του Τσαμασφόρου, πολλά ρεμβάζων και ουδέν
σκεπτόμενος. Ο Κωστάκης μου έφερε ποτήριον ρακίου να με κεράση και
μου είπε·
— Δεν πήγες, μπάρμπ’-Αλέξανδρε, στην Παναγία την Κεχριά; Εγώ θα
πάω.
— Τώρα που νύκτωσε; Τι λες!
— Έχει φεγγαράκι.
Έπια, κ' εισήλθεν εις το μαγαζί του κρατών τον δίσκον. Μόλις αυτός
εισήλθε, και πάραυτα εισώρμησα μέχρι του κυλικείου, όπου απέθετε
τον δίσκον με τα ποτά.
— Θα πας σίγουρα, Κωσταντή; . . . Πώς σου ήρθε . . . έχεις
συντροφιά;
— Έχω, αν δεν με γελάση.
— Ποιον;
— Τον Αργύρη τον Τσαλαβούτη.
Έτρεξα έξω. Επήγα εις έν υποδηματοποιείον δύο ή τρεις πόρτες
παρέκει, διά να εύρω τον μικρόν ανεψιόν μου τον Διαμάντην,
εργαζόμενον ως κάλφαν εις την τέχνην αυτήν. Δυστυχώς το
υποδηματοποιείον είχε κλείσει. Επλησίαζεν ογδόη ώρα· δύο ώρες
νύκτα.
Επέστρεψα εις του Τσαμασφόρου.
— Κωσταντή, δεν ηύρα τον ανεψιό μου. Ο μάστορής του έκλεισε από
νωρίς. Ήθελα να του πω, να πη χαμπάρι στο σπίτι. Δεν συμφέρει να
πάω ο ίδιος εκεί. θα φωνάζουν η αδελφές μου: «Πού θα πας τέτοια
ώρα», και τα λοιπά. Μιζέριες γυναικών . . . Ακούς να σου πω; . . .
— Λέγε.
— Αναλαμβάνεις να στείλης είδησιν στο σπίτι μου διά να μη με
γυρεύουν και ανησυχούν όλη νύκτα; Στείλε έναν, όποιον βρης, ή ένα
παιδί, ή ένα πουλί.
— Καλά.
— Μην ξεχάσης.
— Εγώ θα πάω πεζός και μοναχός μου. Εσύ έλα με τα άλογό σου και
με την παρέα σου.
— Θα πάρης και κουμπάνια;
— Θα πάρω.
— Σε περιμένω στον Άι-Λια. Εκεί θα σμίξουμε.
— Καλά.
Ο Κωστής, ο νεαρός φίλος μου, μου είχε κάμει αληθή υποβολήν, αν
όχι υπόμνησιν του ταξίματός μου. Δεν εκρατούμην και εκίνησα
πάραυτα. Το φεγγάρι ήτο εννέα ή δέκα ημερών. Ελογάριαζα μιας ώρας
ανήφορον έως τον Άγιον Ηλίαν, μιας ώρας συνάντησιν και διατριβήν
μετά προχείρου δείπνου, εις την τοποθεσίαν αυτήν, και τριών
τετάρτων περίπου κατήφορον έως την Παναγίαν. Η σελήνη θα μας
έφεγγεν ακριβώς έως να φθάσωμεν εις το τέρμα.
Επήρα τον ανήφορον, βαδίζων τον φράκτην-φράκτην εν μέσω αμπέλων
και ελαιώνων, ανέβην εις το Κοτρωνάκι, εις τους Σακαλάρους, έφθασα
εις του Βαραντά το ρέμμα, όπου «εκρότιζεν» ο τόπος, αλλ' εγώ δεν
εκροτιζόμην· δεν είχα εις τον νουν μου στοιχειά και φαντάσματα,
αλλά προαπήλαυα το «πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα το ρέμμα,
εμβήκα εις τον Μεγάλον Ανήφορον, στο Μεροβόλι, και τέλος με πολύ
άσθμα και ιδρώτα έφθασα εις τον Άι-Λια. Αντικρύ εις το πελώριον
κτίριον, το Κελλί του Παππά-Ιερεμία, δύο ή τρία σκυλιά μ'
εγαύγισαν, αλλ' όταν επάτησα επί του οροπεδίου, όπου είνε ο
ναΐσκος του προφήτου, παραδόξως εσιώπησαν κ' εκρύβησαν εις δύο ή
τρεις καλύβας, όπου εφαίνοντο ανάμεσα εις τους κήπους.
Ψυχήν δεν είχα συναντήσει. Γλυκύς ζέφυρος εφύσα εις τους πελωρίους
πλατάνους, τριγύρω εις την μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, όπου
εκελάρυζε τα νερά της στ' αυλάκια, το ρέμμα-ρέμμα τον κατήφορον.
Έκαμα τον σταυρόν μου, έξωθεν του παραθύρου, εις το γλυκύ φως των
κανδηλίων, όπου έφεγγον εμπρός εις τον Χριστόν και την Παναγίαν
και τον Πρόδρομον και τον Προφήτην Ηλίαν, με την μάχαιραν και με
την μηλωτήν. Έψαλα το «ο ένσαρκος άγγελος». Εκάθησα επί της
πεζούλας. Αγνάντευα εις το μελαγχολικόν φως της σελήνης το χωρίον
μας κάτασπρον, κτισμένον επί δύο λόφων και μεσαζούσης κοιλάδος,
παραθαλάσσιον, και τον λιμένα τον τρίκολπον, με τα τρυφερά
κηπάκια, όπου φαίνονται ως να «εγκαινίζωνται» εις τα φωσφορίζοντα
νερά.
Μετά τέταρτον ώρας ήκουσα κρότον και βάδισμα αλόγου. Εσηκώθην.
Ήρχετο ο Κωσταντής.
— Εδώ είσαι, μπάρμπ’-Αλέξανδρε;
— Εδώ. Μοναχός σου ήρθες; πού είνε η παρέα σου;
— Μ' εγέλασε . . . Μην τα ρωτάς, μπάρμπ’-Αλέξανδρε. Όσα τροπάρια
είξερα — και ξέρω πολλά ολίγα — όλα τα είπα στον δρόμον.
— Γιατί; φοβήθηκες;
— Κρότιζε ο τόπος. Εσένα δεν σ' έμελε;
— Όχι τόσο. Απ' του Βαραντά ήρθες;
— Απ' το Πετράλωνο. Εσύ απ' του Βαραντά;
— Ναι.
— Δεν εφοβήθηκες, εκεί στο ρέμμα;
— Δεν έβαλα στο νου μου . . . τίποτε.
Επέζευξεν. Εξεφόρτωσε το ζεμπίλι με τα τρόφιμα και την φλάσκαν με
το κρασί. Έβγαλε από το ζεμπίλι έν κηρίον σπαρματσέτον, έτριψε
πυρείον και το ήναψεν. Έως να καθήσωμεν προς το κατώφλιον της
μικράς εκκλησίας και να στρώσωμεν το τραπέζι, ησθάνθημεν ότι ο
Μπαλής, το άλογον, όπου το είχεν αφήσει λυτόν ο Κωσταντής, μας
έφυγε. Πριν κάμωμεν τον σταυρόν μας εσηκώθηκεν ο Κωστής.
Αλλά το υποζύγιον θα επήγεν εκεί προς ανατολάς, εις το σύσκιον
μέρος, ανάμεσα εις λόχμας και φράκτας, και δεν το εβλέπαμεν.
Ανάγκη να τρέξη ο Κωστής, διά να το ανακαλύψη κάπου. Αλλά θα ήτο
μεγαλειτέρα ευκολία, είς να κρατή το κηρίον, και άλλος να έχη τας
χείρας ελευθέρας διά να συλλάβη το ζώον άμα το εύρισκε. Ο
Κωσταντής ήτο ο μόνος αρμόδιος προς το τελευταίον τούτο· εγώ εις
τι άλλο θα εχρησίμευα, ειμή διά να κρατώ το κερί;
Δυστυχώς είχα βγάλει το υπόδημά μου το αριστερόν, πριν καθήσωμεν
εις το δείπνον, επειδή με ηνώχλει ο κάλος κατόπιν της οδοιπορίας,
κ' ευρέθην μονοπέδιλος την ώραν όπου είχε γείνει άφαντον το ζώον.
Και όμως ανάγκη ήτο να συμμορφωθώ. Επήγα μαζί με τον Κωσταντήν
πολλά βήματα πέραν του ιερού της εκκλησίας με έν υπόδημα, χωλαίνων
και πατών επί ακανθών. Ευτυχώς ο Μπαλής δεν είχε υπάγει μακράν,
ήτο διακριτικόν άλογον. Είχεν απομακρυνθή απλώς διά να βοσκήση,
και δεν είχε βάλει κακόν εις την κεφαλήν του.
Όταν εγυρίσαμεν πίσω εγώ κρατών το κηρίον, ο Κωνσταντής κρατών τον
Μπαλήν, τον οποίον και έδεσε προχείρως εις την ρίζαν θάμνου
αντικρύ μας, ο Κωστής εξέχασε πού είχε βάλει το μαχαίρι καθώς το
είχε βγάλει από το ζεμπίλι, διά να κόψη ψωμί, και ψωμί δεν έκοψε,
αλλ' ετρέξαμεν αποτόμως προς ανεύρεσιν του Μπαλή. Ο Κωστής το
ανεζήτει τώρα εις το ζεμπίλι, αλλ' εις το ζεμπίλι δεν ήτο, ούτε
επήδησε μοναχόν του οπίσω, αφού άπαξ το είχε βγάλει εκείθεν.
Εψάξαμεν πολλήν ώραν με το κερί, τέλος το ηύραμεν σιγά εις την
βοοειοδυτικήν γωνίαν του εκκλησιδίου, παρά τας ανθοδόχας, όπου
ευωδίαζον εκεί βασιλικά και ρεσμαρή και δενδρολίβανα. Εφάγομεν το
λιτόν δείπνον μας, επίομεν, εδευτερώσαμεν με την φλάσκαν.
— Όλα καλά, μπάρμπ’-Αλέξανδρε· μα έλα που ξέχασα να στείλω
χαμπάρι στο σπίτι μας.
— Αλήθεια; Επόμενον ήτο. Δεν πειράζει, Κωσταντή.
Την επαύριον έμαθα ότι η αδελφή μου η νεωτέρα επήγε μεσάνυκτα,
μαζί με τον ανεψιόν μου μ' ένα φανάρι, κ' εξύπνησε την νεαράν
γυναίκα τον Κωσταντή, όπου ήτο έγγυος εις τον μήνα της, διά να
πληροφορηθή. Τέλος έμαθαν ότι είχα υπάγει στο πανηγύρι, και
ησύχασαν.
— Σήκω τώρα να πηγαίνουμε. Θα είνε παρά πάνω από δέκα η ώρα . . .
Το φεγγάρι όσο πάει και γέρνει εκεί κάτω, και θα τα βρούμε σκούρα
στον κατήφορον, ανάμεσα στα ρέμματα και στον ελαιώνα.
Πάμε, μπάρμπ’-Αλέξανδρε.
Εσηκώθη κ' εφόρτωσε τα πράγματα εις το ζώον. Αλλά την τελευταίαν
στιγμήν ανεζήτει το ψάθινο καπέλλο του, και δεν ενθυμείτο πού το
είχε πετάξει. Τέλος το ηύραμεν τη βοηθεία του κηρίου (ή του
Κυρίου).
Εγώ είχα φορέσει το υπόδημά μου. Εσβύσαμεν το κερί, και το έβαλα
εγώ στην τσέπη μου. Ανέβημεν τον μικρόν ανηφορίσκον έως τον ζυγόν
των δύο βουνών, μεταξύ των δύο υψωμάτων, του Αγίου Αθανασίου και
του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί εκατηφορίσαμεν, διά να φθάσωμεν εις
την Κεχριάν.
Το φεγγάρι, ήμισυ και κάτι, έγερνε προς τον Αραδιάν τον δρυμώνα,
κ' εχαμήλωνεν. Αντικρύ εις το Πήλιον έμελλε να κρυφθή μετά μίαν
ώραν το πολύ, αλλά πριν να κρυφθή θα έχανε σχεδόν το φέγγος του,
όσον θα εκοντοζύγωνεν εις το μέγα βουνόν. Αι δρύες του Αραδιά
εφαίνοντο ως να έρριπτον την σκιάν των προς τον ουρανόν και το
φεγγάρι εθόλωνεν, εθόλωνεν.
Εγώ είχα την ιδέαν ότι ο Κωστής θα είξευρε καλλίτερ' από εμέ τον
δρόμον, ως νέος και κατοικών διαρκώς εις τον τόπον. Εκείνος
εφρόνει ότι εγώ θα ενθυμούμην καλλίτερα τα κατατόπια, ως παλαιός
και αγαπών τα εξωκκλήσια. Αλλ' είχα δέκα χρόνια να υπάγω στην
Κεχριάν, ο δε Κωστής, αν και βαθυκτήμων, δεν είχεν ελαιώνα προς
αυτό το μέρος, και δεν εσύχναζεν. Οι δρομίσκοι της εξοχής είνε
σκολιοί και άτακτοι. Άλλος καταπατεί του γείτονος το κτήμα, ή το
δημοτικόν ή το μοναστηριακόν, και ωθεί τον δρόμον παρά έξω, άλλος
ανοίγει μονοπάτι όπου φθάση, μέσα εις τους αγρούς, και συντομεύει
τον δρόμον, άλλος κτίζει καλύβην, στρώνει άλωνα και κατασκευάζει
φράκτην προς το συμφέρον του. Και το φεγγάρι εχαμήλωνε. Τέλος
εχάσαμεν, ως εικός, τον δρόμον. Έβγαλα το σπερματσέτον και το
ήναψα. Ετρεπόμεθα δεξιά και αριστερά, αποδώ κι' αποκεί, εκείνος
καβάλλα, εγώ πεζός. (Ο Κώτσος μοι επρότεινε φιλοφρόνως να κατέλθη
και να ιππεύσω, αλλ' εγώ δεν συνηθίζω ποτέ το τοιούτον εις την
μικράν νήσον μου).
Τέλος ο Κωσταντής κατήλθεν εξ ύψους του υποζυγίου του, μου επήρε
το κερί κ' εκύτταζε να εύρη τον δρόμον. Ύστερα είπεν ότι τον ηύρε,
έσβυσε το κερί, το έβαλε δεν ξεύρω πού και ίππευσε πάλιν.
Και πάλιν απεπλανήθημεν. Εκοντεύαμεν ως τόσον να φθάσωμεν εις την
Παναγίαν. Μας εφαίνετο ότι εβλέπαμεν κάτι ως κτίριον, ως εκκλησία,
ως μοναστηράκι· μίαν ακτίνα ωσάν από πυρ κατακλυσμού ανθρώπων
αγρυπνούντων, αλλά τον δρόμον δεν τον ευρίσκαμεν· πώς να
κατέλθωμεν εκεί; Ησθάνθημεν ότι επέσαμεν δέκα πήχεις κάτω από το
επίπεδον όπου ήτο το μικρόν παλαιόν μονύδριον. Εφθάσαμεν εις
άβατον. Ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Ο Κωσταντής επέζευσε και πάλιν από
το ύψος του σαμαριού, και μου εζήτει το κηρίον, διά ν' ανάψη να
βρη τον δρόμον. Αλλ' εγώ ενθυμούμην ότι δεν μου είχε δώσει το
κηρίον. Τέλος έψαξεν εις τον κόρφον του, εις της τσέπες του, εις
το ζεμπίλι και το ηύρε δεν ξεύρω πού. Έτριψεν έν πυρείον, δύο,
τρία, πέντε, αλλά τοιούτον αεράκι, απόγειον, εξήρχετο από το
βουνόν, ώστε τα σπίρτα έσβυναν πριν ανάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν'
ανάψη το κερί, αλλά μίαν στιγμήν το έσβυσε το αεράκι.
Τέλος ο Παπάς — τοιούτον παρατσούκλι έφερεν είς κηπουρός, όστις
ήτο εις εκείνο το μέρος, δεν ειξεύρω διατί ο αυτός εκαλείτο και
Σκαρλάτος, αλλά το καθαυτό όνομά του δεν κατώρθωσα να το μάθω —
μας ησθάνθη ότι ευρισκόμεθα προς εκείνο το μέρος, και ήλθεν εις
βοήθειάν μας προτού φωνάξωμεν — διότι εντρεπόμεθα να φωνάξωμεν.
Ήλθε και μας ανέβασε προς τα επάνω, και μας ωδήγησεν εις την
Παναγίαν την Κεχριάν.
Ο Γούμενος, νεαρός ρασοφόρος, τον οποίον είχε στείλει ο
νεοχειροτόνητος Επίσκοπος, είχε κοιμηθή, αφού έκαμε τον εσπερινόν,
διαρκέσαντα ως την δεκάτην ώραν. Ήτο παρά μικρόν μεσάνυκτα, όταν
εφθάσαμεν. Ο Γούμενος δεν εγνώριζε τα παλαιά έθιμά μας, και δεν τα
ησπάζετο. Τα κελλία κατερειπωμένα· έν μόνον είχεν ανακαινισθή
εσχάτως δαπάνη ενός κοσμικού χριστιανού. Ο ολίγος κόσμος, όστις
είχεν οδοιπορήσει προς τα εκεί διά να εορτάση — τριάντα περίπου
ευλαβείς οικοκυράδες, και άνδρες δέκα ή δεκαπέντε, και άλλα τόσα
παιδία, είχαν υπάγει διά ν' αγρυπνήσουν· άλλως, ποίος θα εκόμιζε
ρούχα διά να κοιμηθή; και ποίος θα επήγαινε διά να κοιμηθή εν
υπαίθρω; Ο Γούμενος είχε κοιμηθή στο κελλί.
Ο Γιώργης το Μπονακάκι, ψάλτης, όστις είχεν υπάγει αφ' εσπέρας, μ'
επληροφόρησεν ότι ο πάτερ Γεράσιμος είχεν υποσχεθή να σηκωθή μετά
μίαν ώραν, και ν' αρχίση τον όρθρον. Καλά. Σημείωσις ότι το
παλαιόν μονύδριον της Κεχριάς ήτο προσκολλημένον ως μετόχι εις το
πάλαι ποτέ σεβάσμιον κοινόβιον του Ευαγγελισμού, κ' εκείθεν είχεν
έλθει διά να τελειώση την πανήγυριν ο παππα-Γεράσιμος.
Φωτιά ήτον αναμμένη εις το προαύλιον. Γυναίκες και παιδία
εθερμαίνοντο εις το πυρ. Έκαμνε ψύχραν.
— Πέτε μας καμμίαν ιστορίαν για κανένα στοιχειό, χριστιανοί, είπα
εγώ, και εκάθησα πλησίον εις το πυρ. Εδώ στο σπίτια, τον κατήφορο,
πόσα στοιχειά έβλεπα τον παλαιόν καιρόν! Πού κείνα τα χρόνια!
Άρχισε το Μαριώ του Μουσκαδού, κ' η γρηά Αγάλλαινα, κ' η παππαδιά
του Μπονάκη η χήρα, η μήτηρ του Ιεροψάλτη, να μας διηγώνται διά
στοιχειά. Αλλά διεφώνησεν ο κυρ-Μενέλαος, όστις δεν λείπει απ' όλα
τα πανηγύρια, κι' ο Στέργιος της Καλαματίνας, λέγοντες ότι αυτοί
δεν πιστεύουν τα στοιχειά.
Παντού παρουσιάζονται Ρωμηοί διά συζήτησιν περί του αν υπάρχουν
στοιχειά. Εγώ εις αυτούς τους ανθρώπους, αν είχα εξουσίαν, θα
έθετα φίμωτρον.
Έγεινε δύο η ώρα, κι' ο Γούμενος εκοιμάτο κι' ο κόσμος εκρύωνεν. Ο
Γιώργης το Μπονακάκι μου προσεφέρθη να υπάγη να ξυπνήση τον
Γούμενον.
— Όχι, μην τον ξυπνάς. Δεν έχομε θάρρος στον άνθρωπον. Πάμε μέσα,
κ' εγώ θ' αρχίσω τον «Πολυέλεον», διά να πάρω την μπόρα . . .
δηλαδή διά ν' αναλάβω την ευθύνην. Και συ άνοιξε το βιβλίο σου το
μουσικό και κελάδει το. Εγώ θ' αρχίσω το «Δούλοι Κυρίου». Κατόπιν
εσύ αρχινάς το «Λόγον αγαθόν». Εγώ δεν ήλθα διά τον «Πολυέλεον»
ήλθα, διά το «Πεποικιλμένη».
Εισήλθομεν εις τον σεπτόν ναΐσκον — Βυζαντινόν με χιβάδας και με
τοιχογραφίας — και αρχίσαμεν τον «Πολυέλεον». Ο κόσμος έτρεξε
κατόπιν μας, ήναψαν πολλά κηρία αι γυναίκες, και ηύραν θάλπος και
παραμυθίαν.
Μετά είκοσι λεπτά ο Γούμενος επαρουσιάσθη. Είτε η ψαλμωδία μας τον
εξύπνησεν, είτε ήθελε να εξυπνήση. Επλησίασα προς την πύλην του
ιερού την βορείαν και του εξηγήθην·
— Πάτερ, διά να μαζωχθή ο κόσμος και να ζεσταθή, εκρίναμεν καλόν
ν' αρχίσωμεν τον « Πολυέλεον», χωρίς να σας βιάσωμεν εις τίποτε.
Πιστεύω ότι δεν ηνωχλήθητε.
— Καλά, καλά.
Τέλος ηξιώθην να ψάλω το «Πεποικιλμένη» και τούτο αρκεί. Όταν
εξήλθομεν από την λειτουργίαν, περί το λυκαυγές, ο Γούμενος
μειδιών, μας προσέφερεν επί της πεζούλας έξω του ναού, όπου
εκαθήσαμεν, ροδάκινα και ρακί, ευλογίαν του Μοναστηρίου. Είχα
αποποιηθή να πίω καφέν, όταν μου προσέφεραν αι γυναίκες αι
πανηγυρίστριαι, αλλ' όταν ο Γούμενος έστειλε τον πάτερ Παφιώτιον,
πρώην υπενωματάρχην, όστις είχε καλογηρέψει εις το κελλί, και μου
έφερε μεγάλην κούπαν καφέν μοναστηριακόν, θαυμάσιον, δεν ηδυνήθην
ν' αρνηθώ.
Ύστερον έμαθα ότι την ώραν που είχε καταβή «μαχμουρλής» ο Γούμενος
από το κελλίον, μία των γυναικών, η ρηθείσα Μαριώ του Μουσκαδού,
τον επλησίασε και του είπε·
— Γέροντα, να μου κάμης μια παράκλησι, σαν απολύση η λειτουργία.
— Δεν λες αυτουνού, που είνε μέσα, να σου την κάμη, απήντησεν ο
Γούμενος.
Εννοούσεν εμέ.
Τ Ε Λ Ο Σ
1) Όλοι οι στίχοι είνε παράφρασις εκ του ΠΓ' Ψαλμού, ου η αρχή: «
Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου. Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και
εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου».