Έξω υπό το φέγγος της σελήνης, δεξιόθεν του ναΐσκου, έβρεμε

γενναίον πυρ, και ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ο εκ των

πλησιοχώρων της πολίχνης ελθών ποιμήν, είχεν οβελίσει ήδη έναν

αμνόν και τον έψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διά να τον βοηθή εκάθητο,

ακουμβών επ' αυτού του τοίχου της εκκλησίας, ανθρωπίσκος τις εκ

της πόλεως, όστις δεν είχεν εννοηθή πότε και πώς είχεν έλθη εκεί,

ο Γιάννης ο Μπουκώσης. Ανάμεσα εις την πυράν και εις τον τοίχον, ο

μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης, με την κίτρινην ζωνάραν, το

ξυραφισμένον γένειον και τον αγκιστροειδή μύστακα, είχεν αφήσει το

μαχαίρι του μετά του θηκαρίου, και ο Γιάννης Μπουκώσης από πολλής

ώρας δεν είχε παύσει να ρίπτη το βλέμμα εναλλάξ, εις το

ροδοκοκκινίζον σφαχτόν και εις το μαχαίριον. Αντικρύ, παρά την

ρίζαν ενός σχοίνου, ίστατο μεγάλη οκταόκαδος φλάσκα. Εκ του τρόπου

μεθ' ου ίστατο ακουμβημένη εις το κλαδίον του σχοίνου εφαίνετο

πλήρης οίνου, μοσχάτου και μαύρου μεμιγμένου. Το ροδοκοκκινίζον

σφαχτόν έκνιζε και έσιζεν εις το πυρ, η φλάσκα, ως άλλη κλώσσα

καλούσα τους νεοσσούς της υπό τας πτέρυγας, εφαίνετο καλούσα τους

βοσκούς εις ευωχίαν υπό τους ατμούς της, έτοιμη να κλώξη και να

φυσήση εις την ελαχίστην επαφήν της χειρός, εις την ελαχίστην

προσέγγισιν του χείλους εις την θηλήν της.

Δύο χωρικοί όρθιοι, πέντε βήματα μακράν του ψητού, της φλάσκας και

του σχοίνου, ίσταντο και συνωμίλουν ζωηρώς. Είχαν εύρη την ώραν

και τον τόπον να λογομαχήσωσι δι' έν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων,

περί του οποίου εμάχοντο από ετών.

Αντικρύ, προς μεσημβρίαν, επί του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις

πέντε βράχους, εις τρία μονοπάτια και εις κρημνόν, ευρίσκετο το

διαφιλονεικούμενον χωράφιον. Ο είς των χωρικών εχειρονόμει, κ'

εδείκνυε προς τα εκεί, και ισχυρίζετο ότι το χωράφιον το ιδικόν

του είχε σύνορον ακριβώς τον τρίτον βράχον προς τα δεξιά.

— Εγώ το ηύρα παππουδικό μου, έλεγε· δε ρωτάς και το Γιάννη της

Ψαροδήμαινας, που είμαστε γειτόνοι, εδώ και τριάντα χρόνια...

— Το σύνορο είνε μες τη μέση, ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο

βράχο, εκεί που βαθουλαίνει ο τόπος, διετείνετο ο άλλος χωρικός·

φαίνεται ακόμη που ήτον, τον παλαιόν καιρό, αποσκαφή....

— Κοδζάμ-βράχος, αντέκρουσεν ο πρώτος, κ' εγώ θα πάω να γυρέψω

ναυρώ την αποσκαφή, για να την κάμω σύνορό μου;....

Ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης ήρχισε να γυρίζη αμελέστερον την

σούβλαν με το σφαχτόν, και η προσοχή του όλη απερροφήθη υπό των

δύο χωρικών και της λογομαχίας των.

Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβε σιγά-σιγά το μαχαίριον το απεγύμνωσεν

από το θηκάριόν του, έκοψεν επιτηδείως τεμάχιον από τα νεφραιμιά

του σφαχτού, το οποίον έπαυσε σχεδόν να περιστρέφεται, και το

κατεβρόχθισεν απλήστως.

Ο μπάρμα-Δημήτρης ουδέ παρετήρησε καν την κλοπήν και την

λαιμαργίαν του ανθρωπίσκου. Εξηκολούθησε να προσέχη εις τους δύο

ερίζοντας.

— Και είνε και μέσα στο μπολέτι καθαρά γραμμένο, έλεγεν ο πρώτος

των δύο· το πήγα στον παπά-Λευθέρη, που ξέρει να διαβάζη τα παλαιά

γράμματα, και μου το διάβασε τόσαις φοραίς.

— Από μπολετιά δεν ιδρώνει εμένα το μάτι μου, αντέλεγεν ο

δεύτερος· σαν έχης όρεξι, δεν πας στον μπάρμπ' Αναγνώστη τον

Αγέλαστο, να σου φτιάση όσα ψεύτικα μπολετιά θέλης...

Ο Δημήτρης ο Καμπογιάννης επρόσεχεν όλος εις την λόγομαχίαν των

δύο αγροτών. Ο Γιάννης ο Μπουκώσης έλαβεν εκ νέου το μαχαίριον, το

οποίον δεν είχεν επιστρέψει εις το θηκάριόν του, έκοψε δεύτερον,

γενναιότερον τεμάχιον από το μισοψημένον σφαχτόν, και το κατέπιε

μονοκόμματον.

Η έρις των δύο χωρικών εξηκολούθει, και η προσοχή μεθ' ης την

παρηκολούθει ο Καμπογιάννης ήτο αδιάπτωτος. Ο Μπουκώσης, όστις

ενόει την μυστηριώδη γλώσσαν της φλάσκας, δι' ης αύτη εκάλει τους

φίλους της, ως η κλώσσα τους νεοσσούς της, έκαμεν έν βήμα με τον

δεξιόν πόδα, εν σχήματι ορθής γωνίας, δεύτερον βήμα με το

αριστερόν γόνυ εις το έδαφος, εξηπλώθη τετραποδίζων, επλησίασεν

εις τον σχοίνον, και λαβών την μεγάλην οινοβριθή φλάσκαν την

επλησίασεν εις τα χείλη του, και έπιε γενναίαν δόσιν απνευστί.

Είτα, φύσει φρόνιμος και γνωρίζων ότι, αν έκαμνε και τρίτην

απόπειραν κατά του σφακτού, ήτο φόβος μη φωραθή επί τέλους,

επέστρεψε παρά τον τοίχον της εκκλησίας, ολίγον τι απώτερον της

πυράς εμαζεύθη κ' εφαίνετο τόσον άκακος και νήστις, ως να μην είχε

πασχάσει όλως.

***

Όταν, αφού ο ιερεύς εξήλθε τελευταίος από της λειτουργίας, και

εστρώθη η τράπεζα εις τα πρόθυρα του ναού (ήτον περί τα

γλυκοχαράμματα), ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης επεχείρησε να

τεμαχίση το ψητόν, παρετήρησεν ότι κάτι έλειπεν από τα νεφραιμιά,

αλλ' εκαμώθη ότι δεν εννόησε τίποτε, και αποτεινόμενος προς τον

Γιάννην τον Μπουκώσην, είπε:

— Κύτταξε!... Περίεργο... Δεν είνε παράξενο να γεννήθηκε σακάτικο

αυτό το αρνί, παιδί μου Γιάννη.

Εξηκολούθησεν ησύχως να κατακόπτη το ψητόν, είτα επανέλαβε:

— Πολλά παράξενα σημεία και θάμματα γίνονται 'ς αυτά τα στερνά τα

χρόνια... Για βάλε με το νου σου, να φέρω αρνί σακάτικο γεννημένο

απ' τη μάνα του, και να μην το καταλάβω!.. Τι να γένη, ας έχη δόξα

ο Θεός!

Ο Γιάννης ο Μπουκώσης δεν είπε γρυ. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν,

καθ' ην παρετίθετο επί της τραπέζης το ψητόν, ο μπάρμπα-Δημήτρης

έκρυψεν επιτηδείως τας δύο στάμνας του νερού οπού είχεν ακόμη

γεμάταις, κ' επαρουσίασεν εις την τράπεζαν δύο άδειαις, λέγων ότι

δυστυχώς είχε λησμονήσει να στείλη εγκαίρως εις του Χαιρημονά την

βρύσιν να πάρη νερόν, και ήτον ανάγκη να υπάγη τώρα κάποιος.

— 'Σ εσένα πέφτει ο κλήρος, παιδί μου Γιάννη, είπεν αποτεινόμενος

προς τον Μπουκώσην. Σύρε να γεμίσης τα δυο σταμνιά, νάχης την ευκή

του παπά μας, και σε καρτερούμε, δεν τρώμε... Πάρε και μια

αναμμένη λαμπάδα να βλέπης στο δρόμο, και πάτει γερά, ώμορφα

ώμορφα... να μη σπάσης τα σταμνιά, και το πάθης σαν το τραγούδι

που λένε... και μας αφήσης κ' εμάς χωρίς νερό.

Ο Γιάννης ο Μπουκώσης επεθύμει ν' αρνηθή, αλλά δεν ετόλμα.

Εφορτώθη τα δύο σταμνία κ' εξεκίνησε διά την πηγήν του Χαιρημονά,

ήτις απείχε περί τα δύο μίλια, και ήτις έτρεχε τόσον φειδωλή ως το

δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. Εχρειάζετο σωστήν μίαν ώραν διά

να υπάγη να γεμίση τα σταμνία και να επιστρέψη.

Ευθύς ως ανεχώρησεν ούτος, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης,

έβγαλεν εις το φανερόν τας δύο πλήρεις στάμνας, και επειδή ο

ιερεύς δεν εννόει, εξηγήθη και είπεν:

— Είχα νερό, μα ήθελα να τονε παιδέψω, τον αφιλότιμο... Ακούς

εκεί, να μου κάμη γρουσουζιά χρονιάρα μέρα, να μου κόψη μεζέδες

απ' το σφαχτό, ενώ το έψηνα, και να μην πάρω κάβο!...

***

Όταν επέστρεψεν από την βρύσιν του Χαιρημονά, φέρων τα δύο σταμνία

ο Γιάννης ο Μπουκώσης, ήτο ήδη ημέρα, το ψητόν είχε καταβροχθισθή,

και μόνη η διακριτική φιλαδελφία της θειά Μαθηνώς της

Ψευτομετάνισσας, και της θειά Σεραΐνας, της σημαιοφόρου των

πανηγυριών, του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να φάγη

και κάμη Λαμπρήν, ο πειναλέος ανθρωπίσκος.

ΤΕΛΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩΝ ΗΛΙΑ Ν. ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΡΓΑ

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ

ΚΑΙ

ΠΩΛΟΥΜΕΝΑ ΕΝ ΤΩ ΗΜΕΤΕΡΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ · · · · ΔΡΑΧ. 2.50

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ « 2.50

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ « 2.50

***

1) Κούτρης, (ήτοι κέσφος = κεφαλάς) καλείται παρ' ημίν το

αβάπτιστον άρρεν, &Κοσσού& δε το θήλυ· &Δράκος& και &Δρακούλα&,

καλούνται τα βαπτισμένα βρέφη, κατόπιν δυσχερούς τινος ή επιφόβου

και αντιπαθούς νόσου, οίον σπασμών, επιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα την

προσηγορίαν ταύτην ως αλεξητήριον και φυλακτικόν κατά πάσης

βασκανίας. Εν τω κειμένω ο Κούτρης = σπανός.

2) άσ'βος, άσουβος = άβυσος.

3) Αι Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκονται, κατά το αρχαίον

Τυπικόν, εν τοις ιεροίς μοναστηρίοις αφ' εσπέρας του Μ. Σαββάτου,

προ της Παννυχίδος δηλ. και του όρθρου του Πάσχα.

4) Ιδιόρρυθμα λέγονται τα μοναστήρια όσα δεν είνε Κ ο ι ν ό β ι

α, δεν τηρούσι δηλ. την αρχαίαν αυστηράν κοινοβιακήν τάξιν.

Πασχαλινές ιστορίες · 第 5 / 5 段