I. Ζερβός

ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μεταξύ των έργων του Αριστοτέλους, τα οποία είτε συνετάχθησαν

διά την &εξωτερικήν ή εν κοινώ& διδασκαλίαν, περί της οποίας

εις τας προτασσομένας σημειώσεις έγινε λόγος, είτε εξ αυτής

προέκυψαν, είναι και το απολεσθέν πολύτομον έργον του «Συναγωγή

Πολιτειών» ή απλώς «Πολιτείαι» τιτλοφορούμενον. Εις το

σύγγραμμα δε τούτο περιεγράφοντο και ανελύοντο κατά μεν τον

Διογένην Λαέρτιον και τον Ησύχιον 158 πολιτεύματα διαφόρων

πόλεων και κρατών, κατά δε τον Αραβικόν κατάλογον τον λεγόμενον

του Πτολεμαίου 161, κατά δε τον Αμμώνιον 240, κατά δε τον

Μενάγιον 245 και κατ' άλλους τέλος 250 ή και 255 πολιτεύματα,

(1) εκ των οποίων πλείστα Ελληνικά, τινά δε βαρβαρικά. Ταύτα

μάλιστα, ως φαίνεται, περιελαμβάνοντο εις μίαν μόνην

πραγματείαν υπό τον τίτλον «Νόμιμα βαρβαρικά», πλην του

πολιτεύματος των Καρχηδονίων, αποτελούντος ιδίαν πραγματείαν.

Την τοιαύτην έκτασιν της Συναγωγής Πολιτειών προσμαρτυρεί και ο

Κικέρων, παρέχων νύξιν και περί της ύλης εν συνόλω της

συγγραφής (2).

Προ του Αριστοτέλους ιστορικήν και κριτικήν ανάλυσιν

πολιτευμάτων είχεν επιχειρήσει ο Κριτίας, ο μαθητής του Γοργίου

και του Σωκράτους, ο κατόπιν γενόμενος εκ των τριάκοντα

τυράννων, συγγράψας περί Λακεδαιμονίων, περί Θεσσαλών και περί

Αθηναίων πολιτείας, λαών δηλαδή, παρά τοις οποίοις επί πολύ

είχε διατρίψει. Τα σωζόμενα αποσπάσματα (3) μαρτυρούσι τάσιν

υπερβολικήν προς λεπτομερή και παραστατικήν περιγραφήν των

εθίμων και ιστόρησιν αμφιβόλων ανεκδότων, ουχί δε και ιστορικήν

εμβρίθειαν. Αντιθέτως ο Αριστοτέλης αποφυγών σχεδόν από

συστήματος την περιγραφικότητα, αν και περιγράψας τα έθιμα εφ'

όσον εχρειάζετο τούτο προς τον σκοπόν του, απέβλεψε κυρίως εις

την ιστορικήν διευκρίνησιν της εξελίξεως των πολιτευμάτων και

εις την επ' αυτών συγχρονιστικήν επί των γεγονότων κρίσιν. Ούτω

κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμόν του Θεοδ. Ραϊνάχ η «Συναγωγή

Πολιτειών» ήτο &ανάλυσις& των γεγονότων και των ιδεών του

φιλοσόφου, των οποίων τα &Πολιτικά& του απετέλουν την

&σύνθεσιν&.

Διά την προπαρασκευήν της ύλης του συγγράμματός του ο

Αριστοτέλης θα εχρησιμοποίησε βεβαίως πολλούς συνεργάτας και

μάλιστα τους επιδεξιωτέρους εκ των μαθητών του, την συγγραφήν

όμως, καθ' ά και ασφαλώς δυνάμεθα να εικάσωμεν εκ της Αθηναίων

Πολιτείας και εξ άλλων αποσπασμάτων, έκαμεν αυτός ο ίδιος. Η

βεβαίωσις αύτη αποβλέπει, εννοείται, εις τας αυθεντικάς του

έργου πραγματείας, διότι ως συνέχεια του Αριστοτελικού

συγγράμματος προέκυψαν αναμφιβόλως βραδύτερον ομοιότυποι άλλων

μεταγενεστέρων πραγματείαι, μαθητών ή μη του Αριστοτέλους,

αποδοθείσαι εις αυτόν. Μεταξύ των συγγραφέων τοιούτων

πραγματειών δέον να καταλεχθώσιν ο Ηρακλείδης ο Ποντικός (4)

και ο Δικαίαρχος (5), του οποίου η Λακεδαιμονίων Πολιτεία

υπήρξε διάσημος. Τόσον δε πολύ υπήρξεν, ως φαίνεται, το πλήθος

των μιμήσεων, ώστε από της αρχαιότητος ήδη η κριτική διέστελλε

τας γνησίας από τας μη γνησίας &πολιτείας& του Αριστοτέλους

(6).

Πρώτη εις το όλον έργον, ίσως τακτοποιηθέν αρχικώς με

αλφαβητικήν (κατά στοιχείον) τάξιν, υπήρχεν η Αθηναίων

Πολιτεία, ανέκαθεν μεν ως αυθεντική φερομένη, παλαιόθεν δε

απολεσθείσα. Διότι και ο Φώτιος (7) ο εξ επιτομής γνωρίσας

αυτήν και ο παλαιότερος τούτου Ησύχιος ουδέν αυθεντικόν αυτής

απόσπασμα αναφέρουσιν. Είναι δε περίεργος η τόσον ενωρίς

συμβάσα απώλεια, διότι βεβαίως υπήρχον πολλά αυτής αντίγραφα,

μεγίστη δε απεδίδετο σημασία εις αυτήν, καθ' ό γραφείσαν εξ

ιδίας και προσωπικής αντιλήψεως του Αριστοτέλους, ο οποίος το

πλείστον της ζωής του έμεινεν εις τας Αθήνας. Εκ του έργου

πλείστοι των σημαντικών μεταγενεστέρων συγγραφέων εδανείζοντο

πληροφορίας, κρίσεις και περικοπάς. Ο Κικέρων είχε το έργον

τούτο εις την βιβλιοθήκην του, ο Πλούταρχος εξ αυτού ιδίως

ήντλησε τον βίον του Σόλωνος και δι' αυτού διηυκρίνησε πολλά

εις τους βίους του Θησέως, του Περικλέους και του Νικίου, ο

Αρποκρατίων δε τέλος και άλλοι λεξικογράφοι εξ αυτού ηρύσθησαν

τα πλείστα και σαφέστερα περί των Αθηναϊκών θεσμών. Την υπό

πολλών και πολυτρόπως μνημόνευσιν ταύτην του έργου φέρει, όχι

βέβαια και πειστικώς, ο Θεόδ. Ραϊνάχ ως αιτίαν της απωλείας,

ισχυριζόμενος ότι οι Βυζαντινοί αντιγραφείς ελόγιζον ανωφελές

να επιχειρώσι την συγγραφήν έργου ολοκλήρου σχεδόν, κατά την

αντίληψίν των, περιλαμβανομένου αποσπασματικώς εις άλλα

συγγράμματα.

Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι ήδη από της εποχής της

Αναγεννήσεως η Αθηναίων Πολιτεία εθεωρείτο απολεσθείσα

οριστικώς, και έκτοτε μόνον τα πολλαχόθεν συλλεγέντα αυθεντικά

ή ηλλοιωμένα αποσπάσματα, 90 περίπου, και η δισέλιδος κολοβή

περίληψις των περιεχομένων αυτής, η γνωστή υπό τον τίτλον «εκ

των Ηρακλείδου περί πολιτείας Αθηναίων» (8) έδιδαν ιδέαν τινά

της όλης πραγματείας (9).

Τω 1885 όμως επί εφθαρμένου παπύρου της βιβλιοθήκης του

Βερολίνου ανέγνωσαν περικοπάς ιστορικάς, αι οποίαι ευκόλως

ανεγνωρίσθησαν ως ανήκουσαι εις την Αριστοτέλους Αθηναίων

Πολιτείαν. Επειδή δε ο πάπυρος προήρχετο εξ Αιγύπτου, όπου

είχον ήδη ανευρεθή οι λόγοι του ρήτορος Υπερείδου και το

Παρθένιον του ποιητού Αλκμάνος, εγεννήθη έκτοτε η ελπίς της

εκεί ανευρέσεως της Αθηναίων Πολιτείας, καθ' όσον μάλιστα έκ

τινος εν Πετρουπόλει αποκειμένου καταλόγου Αιγυπτιακής

βιβλιοθήκης εβεβαιούτο ότι το έργον εσώζετο εκεί κατά τον

τρίτον μ. Χ. αιώνα.

Και η ελπίς εντός ολίγου επραγματοποιήθη. Το 1891 ηγγέλθη εκ

Λονδίνου ότι μεταξύ δέσμης παπύρων, άγνωστον πώς και πότε

εισαχθέντων εις το Βρεταννικόν Μουσείον, ανευρέθη η Αθηναίων

Πολιτεία του Αριστοτέλους. Μετ' ολίγας δε εβδομάδας εξεδόθη

αύτη υπό του κ. Kenyon το πρώτον.

Ευθύς εξ αρχής το κείμενον, σύμφωνον άλλως προς τα σωζόμενα

αποσπάσματα, ανεγνωρίσθη αυθεντικόν, διεπιστώθη δε μάλιστα και

του αντιγράφου η μεγάλη αρχαιότης, αναγομένου εις τον πρώτον μ.

Χ. αιώνα. Αποτελείται δε τούτο εκ τεσσάρων ταινιών παπύρου

ανίσων διαστάσεων, μήκους εν όλω έξ σχεδόν μέτρων και μέσου

πλάτους εικοσιοκτώ εκατοστών. Επί της κυρίας όψεως ευρίσκονται

γραμμένοι λογαριασμοί ιδιωτικού τινός κτήματος, έχοντες

χρονολογίαν το 11ον έτος της βασιλείας του Βεσπασιανού, ήτοι το

78 ή 79 Μ. Χ. Επί της αντιθέτου δε όψεως (In verso) υπάρχει το

κείμενον της Αθηναίων Πολιτείας με τέσσαρας διαφόρους

χαρακτήρας. Με τον γραφικόν δε χαρακτήρα του πρώτου

αντιγραφέως, πιθανώς ειδικωτέρου, υπάρχουν διορθώσεις επί των

άλλων τριών τεμαχίων.

Και μολονότι ο γραφικός χαρακτήρ εν συνόλω είναι κανονικός και

επιμελημένος, η ανάγνωσις όμως παρουσίασε δυσχερείας ένεκα της

συνεχούς γραφής όλων των λέξεων, της μη στίξεως, της συντμήσεως

των τελικών συλλαβών των λέξεων και της πολλαχού φθοράς του

παπύρου, ώστε μέγα πράγματι κατόρθωμα ήτον η πρώτη αυτού

ανάγνωσις υπό του Άγγλου φιλολόγου Κένυον. Μολονότι δε και τα

ολίγα σχετικώς λάθη της πρώτης εκδόσεως διωρθώθησαν έκτοτε

(10), ουχ ήττον απομένουσι και άλλα, ουσιωδέστερα δε, λάθη

οφειλόμενα εις τους παλαιούς αντιγραφείς. Και από της απόψεως

δε αυτής μας παρέχει ο πάπυρος της Αθηναίων Πολιτείας

σημαντικώτατα ωφελήματα, διότι μας δίδει να εννοήσωμεν το

πλήθος των παραφθορών και αλλοιώσεων, όσαι εγίνοντο υπό των

αντιγραφέων εις τα αρχαία κείμενα: Λέξεις ηλλοιωμέναι, φράσεις

μετατοπισμέναι, κακή ανάγνωσις του αντιγραφομένου, παραλείψεις,

φράσεις αυθαιρέτως εξηγητικαί (γλώσσαι), αντικαταστήσασαι

κάποτε το αρχικόν κείμενον ή παρεμβαλλόμεναι παραπλεύρως των

γνησίων, αλλοιούσιν εις πολλά μέρη το κείμενον. Μεγαλυτέρα

ακόμη αλλοίωσις, ως απέδειξεν η κριτική του κειμένου μελέτη

(11), προήλθεν εκ της παρεμβολής περικοπών άλλου προγενεστέρου,

αλλ' ασημοτέρου συγγράμματος επί του αυτού θέματος — παρεμβολής

γενομένης μεθοδικώς μεν σύμφωνα με τας χρονολογίας, αλλ'

αντιφασκούσης συχνότατα με το κείμενον. Εφ' όσον αι παρέμβλητοι

φράσεις αυταί αφαιρούνται, επί τοσούτον καταφαίνεται το

γνώριμον εις ημάς ύφος του Αριστοτέλους, η λιτότης και η

ακρίβεια της φράσεως η ξηρά διατύπωσις του σκοπουμένου άνευ

πλεονασμού και άνευ ελλείψεως.

Δύναται δε να ορισθή εξ αυτού του ιδίου συγγράμματος η εποχή

της συγγραφής του. Διότι ο τελευταίος αναφερόμενος εις αυτό

άρχων είναι ο Κηφισοφών (§ 54) &επώνυμος& του έτους 329 — 328

π.Χ., ουδείς δε λόγος γίνεται περί των σημαντικών μεταβολών,

όσας εις το Αθηναϊκόν πολίτευμα επέφερεν ο Αντίπατρος το 322 π.

Χ., ήτοι το έτος ακριβώς του θανάτου του Αριστοτέλους. Ώστε

βεβαίως μεταξύ του 328 και 322 συνετελέσθη η συγγραφή.

Αι παρεχόμενοι υπό της Αθηναίων Πολιτείας νέαι πληροφορίαι και

αι συμβολαί εις τας υπαρχούσας περί της ιστορίας καθόλου και

της πολιτειακής εξελίξεως ιδίως των Αθηναίων είναι πολλαί και

πολύτιμοι. Μάλιστα δ' εξόχως διαφωτιστική αποβαίνει η μελέτη

του έργου και διά το αστικόν, κυρίως όμως διά το δημόσιον

Αττικόν δίκαιον.

Διαιρείται δε το σύγγραμμα εις &Ιστορικόν& και εις

&Περιγραφικόν& μέρος. Το Ιστορικόν μέρος, ως ευρέθη εν τω

παπύρω, είναι ελλιπές εις την αρχήν του, διότι δεν υπάρχει η

απ' αρχής γραφείσα ιστορία των Αθηνών μέχρι της συνωμοσίας του

Κύλωνος. Το δε Περιγραφικόν απομένει ατελές, διότι λόγω φθοράς

του παπύρου λείπει η περιγραφή του οργανισμού και των

δικονομικών τύπων των Αθηναϊκών δικαστηρίων. Και η απώλεια μεν

της αρχής του έργου δεν είναι μεγάλη, διότι και άλλοθεν

δυνάμεθα οπωσδήποτε να την συμπληρώσωμεν σχεδόν εξ αυτού του

Αριστοτελικού κειμένου και αι ιστορικαί δε πηγαί, από των

οποίων ηρύσθη ο Αριστοτέλης τα της γενέσεως και των αρχών της

Αθηναϊκής πολιτείας, διεσώθησαν σχεδόν όλαι μέχρις ημών. Η

έλλειψις όμως του τέλους αποβαίνει σημαντική ιδίως διά τους

μελετητάς του Αττικού δικαίου.

Το πρώτον μέρος του έργου το καθαρώς ιστορικόν ακολουθεί

αυστηράν χρονολογικήν σειράν, συντομωτάτη δε ή ουδεμία γίνεται

μνεία των ανδρών, έστω και επιφανών, όσοι δεν συνετέλεσαν εις

πολιτειακάς ή διοικητικάς μεταβολάς. Ούτως ουδαμού αναφέρεται ο

Αλκιβιάδης, ενώ απεναντίας εκτενώς αναφέρονται τα κατά τον

Σόλωνα και τον Κλεισθένην, τα της διοικήσεως και πτώσεως των

Πεισιστρατιδών, το μετά την εν Σικελία καταστροφήν ολιγαρχικόν

κίνημα, η άλωσις των Αθηνών υπό του Λυσάνδρου και τέλος η

αποκατάστασις του δημοκρατικού πολιτεύματος το 403 π. Χ.

Σταματά δε ο Αριστοτέλης εις το σημείον τούτο, διότι την

θριαμβευτικήν επάνοδον του δήμου εις την εξουσίαν διά του

Θρασυβούλου κρίνει ως την ενδεκάτην και τελευταίαν μεταβολήν

της πολιτειακής ιστορίας των Αθηναίων. Αληθώς δε καθ' όλον τον

τέταρτον π. Χ. αιώνα η αθηναϊκή πολιτεία πλην μερικών

τροποποιήσεων εις τας λεπτομερείας ουδεμίαν υπέστη ριζικήν

μεταρρύθμισιν.

Το τελευταίον τούτο επί της εποχής του δημοκρατικόν πολίτευμα,

ως ελειτούργει επί της βασιλείας Αλεξάνδρου του Μεγάλου,

αποτελεί το δεύτερον μέρος του συγγράμματος του Αριστοτέλους.

Μετά εισαγωγικόν κεφάλαιον περί του αστικού νόμου και του περί

εφήβων θεσμού ο Αριστοτέλης περιγράφει επακριβώς τα του

διοικητικού συστήματος της Αθηναίων πολιτείας, η οποία ως προς

την εσωτερικήν οργάνωσιν ήτο την εποχήν εκείνην πληρεστάτη.

Εκθέτει κατά συσχέτισιν τας δικαιοδοσίας της εκκλησίας του

δήμου και της Βουλής, αι οποίαι κατ' ουσίαν απετέλουν αμφότεραι

την υπό του δήμου διοίκησιν της πολιτείας. Πραγματευόμενος δε

τα της Βουλής των πεντακοσίων ορίζει και την δικαιοδοσίαν των

καθέκαστα οικονομικών αρχόντων (ανωτέρων δηλαδή υπαλλήλων).

Οι άρχοντες διαιρούνται εις δύο κατηγορίας, τους &κληρουμένους&

και τους &εκλεγομένους&. Οι εκλεγόμενοι ήσαν σχετικώς ολίγοι

και ιδίως τοιούτοι ήσαν προκειμένου περί αξιωμάτων απαιτούντων

ειδικήν μόρφωσιν και πείραν.

Οι διά κλήρου λαμβανόμενοι άρχοντες υποδιηρούντο εις:

Άρχοντας ετησίους επί των κοινών διοικητικών υποθέσεων

&(εγκύκλιος διοίκησις)&, εκλεγομένους ως επί το πλείστον

ομαδικώς ανά δέκα δι' εκάστην διοικητικήν εξουσίαν.

Άρχοντας ανωτέρους ετησίους (&οι εννέα άρχοντες&) και άρχοντας

πενταετούς θητείας. Ο τρόπος του καταρτισμού ενός εκάστου

σωματείου αρχόντων και η έκτασις της δικαιοδοσίας του

εξηγούνται και καθορίζονται υπό του Αριστοτέλους,

λεπτομερεστέρα δε γίνεται υπ' αυτού ανάλυσις των τύπων των

αναφερομένων εις τα δικαστήρια και εις τας εορτάς.

Η λεπτομερής περιγραφή των δικαστηρίων του δήμου, η οποία

απετέλει το τελευταίον κεφάλαιον του συγγράμματος, δυστυχώς δεν

διεσώθη πλήρης, και μόνον αποσπάσματα εξ αυτής έχομεν.

Τα προ αυτού και τα σύγχρονά του ίσως κείμενα, εξ όσων ηρύσθη ο

Αριστοτέλης τας ιστορικάς πληροφορίας, δεν αναφέρει

ονομαστικώς, μεταχειριζόμενος πάντοτε αορίστους περί αυτών

εκφράσεις, ως π. χ. «οι μεν . . . οι δε» — «η κοινή γνώμη» —

«οι δημοκρατικοί συγγραφείς — «οι αντιφερόμενοι προς τούτους».

Μόνον δε τον Ηρόδοτον και τον Σόλωνα ως συγγραφείς αναφέρει

ονομαστί. Από του Ηροδότου ηρύσθη σχεδόν όλην την ιστορίαν των

Πεισιστρατιδών και του Κλεισθένους, από δε τον Σόλωνα έλαβε και

τα σχετικά προς την πολιτικήν και κοινωνικήν κατάστασιν, την

προ και μετά την Σολώνειον νομοθεσίαν.

Επίσης, αν και δεν αναφέρει ονομαστί τον Θουκυδίδην (12),

εδανείσθη απ' αυτόν πολλάς των λεπτομερειών της ολιγαρχικής

στάσεως του 411 π. Χ. και τας επί ταύτης κρίσεις του. — Από τον

Ξενοφώντα απεναντίας, πλην του λόγου του Θηραμένους ίσως, ουδέν

άλλο ηρύσθη.

Και πρόδηλον φαίνεται, όπως δεικνύει προσφυώς ο Θ. Ραϊνάχ, (13)

ότι την αφήγησιν της ιστορίας των Τριάκοντα τυράννων και την

σκιαγραφίαν του δημαγωγού Κλέωνος. (14) εδανείσθη ο Αριστοτέλης

από τον βαθύτερον και επιφανέστερον μετά τον Θουκυδίδην

ιστορικόν Θεόπομπον, τον οποίον και Διόδωρος ο Σικελιώτης

έλαβεν οδηγόν.

Αι γενικαί ιστορίαι, πλην ως προελέχθη, της του Ηροδότου, δεν

συνέβαλαν σημαντικώς εις τον καταρτισμόν του Αριστοτελικού

συγγράμματος, παρασχούσαι μόνον εις αυτόν ενίοτε χαρακτηριστικά

τινα επεισόδια. Ενώ αντιθέτως οι λεγόμενοι Ατθιδογράφοι (15)

ήτοι οι χρονικογράφοι της Αθηναϊκής ιστορίας ωδήγησαν αυτόν εις

την χρονολογικήν αφήγησιν. Ο Κλεόδημος, ο Φανόδημος, ο

Ανδροτίων συμπαραβαλλόμενοι υπό του Αριστοτέλους διεφώτισαν

αυτόν ως προς την χρονολογικήν εξέλιξιν των γεγονότων, του

παρέσχον δε μάλιστα πολλάκις συντόμους χαρακτηρισμούς αυτών

τούτων των γεγονότων, ως αποδεικνύει του Αριστοτελικού κειμένου

η παραβολή προς τα σωζόμενα σχετικά αποσπάσματα των

Ατθιδογράφων. (16)

Άλλα δε προς τούτοις βοηθήματα είχεν ο Αριστοτέλης την

Συναγωγήν δογμάτων (διαταγμάτων) και επισήμων εγγράφων Κρατερού

του Μακεδόνος, τας επιγραφάς και τα μνημεία, τα ποιήματα του

Σόλωνος, τα λαϊκά άσματα και τας λαϊκάς παροιμίας, τας οποίας

προσφυέστατα μεταχειρίζεται διεξηγών δι' αυτών ή επιβεβαιών

ιστορικά γεγονότα.

Το δεύτερον μέρος τον έργου κατ' ελάχιστον αναφέρεται εις

ιστορικάς πηγάς, διότι ο Αριστοτέλης εις αυτό περιγράφει το

σύγχρονόν του πολιτειακόν σύστημα, αντιλαμβανόμενος και

πληροφορούμενος αυτός ο ίδιος τα πράγματα. Και ενώ εις το

πρώτον μέρος, την ιστορικήν δηλαδή εξέλιξιν της Αθηναίων

πολιτείας, διακρίνεται στιβαρά δύναμις κριτική, ρέει δε ομαλώς

και καθαρώς η διήγησις ως αν από διαυγούς και πλουσίας πηγής,

εις το δεύτερον μέρος, το περιγραφικόν δηλονότι και αναλυτικόν,

επικρατεί η ανυπέρβλητος μεθοδικότης και ο θαυμαστός

διασαφιστικός τρόπος της Αριστοτελικής διανοίας. Εν συνόλω δε ο

Αριστοτέλης δεικνύεται κριτικός βαθύτατος και εις την χρήσιν

των ιστορικών κειμένων και εις την εκλογήν αυτών και εις την

εκτίμησιν της σημασίας των γεγονότων. Το &ομοιαληθές& — όπως

εις όλον το Αριστοτελικόν σύστημα — διήκει απ' αρχής έως τέλους

του συγγράμματος ως το ασφαλέστερον κριτήριον επί των ασαφών

και επί των αντιθέτως αναφερομένων. Διά της τοιαύτης μεθόδου

του ομοιαληθώς κρίνειν αποκρούει τας εναντίον του Σόλωνος και

του Θηραμένους διαβολάς και ομοιοτρόπως τροποποιεί την διήγησιν

του Θουκυδίδου περί της συνωμοσίας του Αρμοδίου και του

Αριστογείτονος, αυτός ίσως επί του προκειμένου πλησιάσας

περισσότερον την αλήθειαν. (17)

Μ' όλα αυτά τα πλεονεκτήματα ο Αριστοτέλης δεν δύναται να

θεωρηθή το πρότυπον ιστορικού συγγραφέως· όχι μόνον κατά την

σημερινήν αντίληψιν της ιστορίας, αλλ' ουδέ παραραβαλλόμενος

προς τους επιφανείς αρχαίους ιστορικούς συγγραφείς. Διότι την

ιστορικήν του αφήγησιν δεν την ολοκληρώνει το βαθύ εκείνο και

ιδιότυπον κριτικόν ύφος του Θουκυδίδου το καθιστών το σύγγραμμα

του Πελοποννησιακού πολέμου σύνολον άρτιον και αδιάσπαστον,

ουδ' εμψυχώνει αυτήν η υπερτέρα και γενική και κοσμοπολιτική

αντίληψις των γεγονότων, η διαπνέουσα και διακρίνουσα την

ιστορίαν του Πολυβίου.

Άλλως δε, αν και διατριβών εις τας λεπτομερείας ο Αριστοτέλης,

δεν είναι πάντοτε και εις ταύτας χρονογράφος αλάθητος. Τούτο δε

πρέπει ν' αποδοθή εις το εσπευσμένον της συγγραφής και εις μη

επιγενημένην αναθεώρησιν και βάσανον του έργου μάλλον, παρά εις

άγνοιαν ιστορικών πηγών και αυθεντικών κειμένων. Ούτως ιστορεί

τον Κίμωνα νέον κατά την εποχήν της εξασθενίσεως των εξουσιών

του Αρείου Πάγου (18), ενώ τότε, ήτοι μετά την θάνατον του

δημαγωγού Εφιάλτου, ήτο τουλάχιστον 40 ετών. Ομοίως τας περί

ειρήνης προτάσεις των Λακεδαιμονίων ορίζει γενομένας μετά την

εν Αργινούσαις ναυμαχίαν (19), ενώ εγένοντο αύται μετά την εν

Κυζίκω.

Αλλά και από διευκρινιστικής απόψεως και καθορισμού των

συμβάντων παρουσιάζει ανακριβείας τινάς. Ούτως εξηγεί κακώς την

επί Σόλωνος σεισάχθειαν, συγχέων τα επί των ακινήτων κτημάτων

επιβεβλημένα βάρη προς τα ενυπόθηκα επ' αυτών ιδιωτικά δάνεια.

Επίσης βεβαιοί εσφαλμένως ότι όλοι οι κατά το έτος της εν

Αργινούσαις ναυμαχίας Αθηναίοι στρατηγοί κατεδικάσθησαν εις

θάνατον, κλπ.

Αλλ' αι ανακρίβειαι αύται ελάχισται κατ' αριθμόν, κατ' ουσίαν

δε σχετικώς ασήμαντοι δεν ελαττώνουν την αυθεντικότητα και την

ακρίβειαν του όλου κειμένου της Αθηναίων Πολιτείας, η οποία

μάλιστα ως σύγγραμμα πολιτειακής ύλης, εξηγούν τα του

πολιτεύματος και του διοικητικού συστήματος των Αθηναίων είναι

μοναδικόν και πρότυπον αληθώς έργον. Εις τούτο δε κυρίως

φαίνεται ν' απέβλεψεν ο Αριστοτέλης.

Διακριτικά προς τούτοις χαρίσματα του Αριστοτελείου τούτου

έργου είναι η απ' αρχής έως τέλους αυτού διήκουσα καλή πίστις

τον συγγραφέως και το προμνημονευθέν λιτόν, διαυγές δε και

αβίαστον αφηγηματικόν ύφος, περί του οποίου ενθουσιωδώς

απεφαίνοντο κατά την αρχαιότητα, από του Κικέρωνος, ο οποίος

τον Αριστοτέλειον λόγον ωνόμασε &ποταμόν χρυσού&, μέχρι

Διονυσίου του Αλικαρνασσέως, ο οποίος θαυμάζει την &διαύγειαν

και το θέλγητρον& των Αριστοτελικών σαφηνίσεων και μέχρι του

Πλουτάρχου, ο οποίος εξαίρει την δύναμιν και την χάριν του

ύφους του. Ούτω δε όχι μόνον από ιστορικής αλλά και από

φιλολογικής απόψεως η Αθηναίων Πολιτεία είναι έν των

πολυτιμοτέρων κειμηλίων, των κληροδοτηθέντων εις ημάς υπό της

κλασσικής Ελληνικής αρχαιότητος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΕΚ ΤΟΥ ΕΛΛΕΙΠΟΝΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Από τα ελλείποντα εν αρχή κεφάλαια της Αθηναίων Πολιτείας

διεσώθησαν εις άλλους αρχαίους συγγραφείς τα εξής αποσπάσματα,

διά των οποίων γίνεται αποκατάστασις όχι βεβαίως του λεκτικού

κειμένου της συγγραφής, αλλά του νοήματος και των εν αυτή

πληροφοριών περί της αρχής και περί των πρώτων χρόνων της

ιστορικής ζωής των Αθηνών. Το πρώτον των αποσπασμάτων τούτων

είναι εκ της σωζομένης, ως εν τη εισαγωγή είρηται, Επιτομής της

Αθηναίων Πολιτείας του Ηρακλείδου. Μετ' αυτό δε τα εν τη αυτή

Επιτομή αποσπάσματα (5, 6, 7, 8, 9, 10, 11) περιεχόμενα εις το

σωζόμενον Αριστοτελικό κείμενον, παρετέθησαν διά να καταδειχθή

ούτως αμοιβαίως η αυθεντικότης και του Λονδινίου παπύρου και

του παρατιθεμένου πρώτου της Επιτομής αποσπάσματος. — Οι

συγγραφείς, παρά τοις οποίοις ευρίσκονται ταποσπάσματα,

αναφέρονται εις υποσημειώσεις, ελήφθησαν δε ταύτα εκ της

εκδόσεως V. Rose, Arist. qui ferebantur libr. frag. Teubner και

εκ της εκδόσεως Arist. Πολ. Αθην. υπό Fr. Blass. Teubner].

Απόσπασμα 1ον.

§ 1. Οι Αθηναίοι (20) αρχικώς μεν εκυβερνώντο υπό βασιλείας.

Όταν δε ο Ίων κατώκησε μετ' αυτών, τότε κατά πρώτον ωνομάσθησαν

Ίωνες. Ο δε Πανδίων, ο οποίος εβασίλευσε μετά τον Ερεχθέα,

διένειμε την βασιλείαν (αρχήν) εις τους υιούς του· και ούτοι

(οι Aθηναίοι) συνεχώς ευρίσκοντο εις πολιτικάς στάσεις μεταξύ

των. Ο Θησεύς δε προσεκάλεσεν αυτούς διά προκηρύξεώς του και

τους συνεφιλίωσε με δικαιοσύνην και ισότητα. Ούτος μεταβάς εις

την Σκύρον απέθανε κρημνισθείς επί βράχων υπό του Λυκομήδους, ο

οποίος εφοβήθη μη του αφαιρέση (ο Θησεύς) την νήσον. Οι δε

Αθηναίοι μεταγενέστερον μετά τους Περσικούς πολέμους μετέφεραν

τα οστά του.

§ 2. Και από του γένους των απογόνων του Κόδρου δεν εξελέγοντο

πλέον βασιλείς, διότι εφαίνετο ότι κατήντησαν τρυφηλοί και

μαλθακοί. Ο δε Ιππομένης, είς των απογόνων του Κόδρου, θέλων ν'

απορρίψη την κατηγορίαν αυτήν, ότε συνέλαβε μοιχευομένην την

θυγατέρα αυτού Λειμόνην, εκείνον μεν τον μοιχόν εφόνευσε σύρας

όπισθεν του άρματός του [μετά της θυγατρός], αυτήν δε την

θυγατέρα του έκλεισε μαζί με ένα ίππον, έως ου απέθανεν.

§ 3. Τους συντρόφους του Κύλωνος εις το κίνημα διά την αρπαγήν

του τυραννικού αξιώματος, καταφυγόντας εις τον βωμόν της θεάς,

τους εφόνευσαν οι οπαδοί του Μεγακλέους. Και τους δράστας της

πράξεως ταύτης εξώρισαν (οι Αθηναίοι) ως ιεροσύλους.

_____

5. Ο Σόλων (21) δώσας νομοθεσίαν εις τους Αθηναίους επέβαλε και

αποκοπάς των χρεών, ήτοι την λεγομένην σεισάχθειαν· επειδή δε

παρηνώχλουν αυτόν μερικοί σχετικώς με τους νόμους, ανεχώρησεν

εις Αίγυπτον.

6. Ο Πεισίστρατος διατελέσας τύραννος τριάκοντα και τρία έτη

απέθανε γέρων. — Ο Ίππαρχος ο υιός του Πεισιστράτου έρρεπεν εις

τους παιδικούς έρωτας και ήτο φιλόμουσος. Ο Θεσσαλός δε ήτο

νεώτερος την ηλικίαν και αυθάδης. Τούτον, όντα (επίσης)

τύραννον, μη δυνηθέντες να φονεύσωσιν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον

τον αδελφόν αυτού. Ο δε Ιππίας σκληρότατα (έκτοτε) εβασίλευεν.

7. Και εισηγητής υπήρξε του νόμου περί εξοστρακισμού, ο οποίος

ετέθη διά τους επιδιώκοντας να γίνωσι τύραννοι. Και άλλοι δε

πολλοί εξωστρακίσθησαν και ο Ξάνθιππος και ο Αριστείδης.

8. Ο Εφιάλτης επέτρεπε να λαμβάνουν οπώρας εκ των ιδικών του

αγρών οι θέλοντες, πολλούς δ' εξ αυτών εκαλούσεν εις δείπνον.

9. Ο Κλέων αναλαβών την αρχήν επέφερε την διαφθοράν του

πολιτεύματος και ακόμη περισσότερον οι κατόπιν αυτού, οι οποίοι

παντός είδους παρανομίας διέπραξαν και εφόνευσαν όχι

ολιγωτέρους των χιλίων. Ότε δε η εξουσία τούτων κατελύθη,

ανέλαβαν την αρχήν ο Θρασύβουλος και ο Ρίνων, ο οποίος ήτο ανήρ

καλός και ενάρετος.

10. Ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης και η εξ Αρείου Πάγου Βουλή

είχον μεγάλην πολιτικήν δύναμιν.

11. Και των οδών έχουσι την επίβλεψιν ίνα μη καταλαμβάνουν

μερικοί αυτάς δι' οικοδομών ή αποκλείουν με μάνδρας. — Ομοίως

δε διορίζουν και τους ένδεκα διά κλήρου, τους έχοντας την

επιστασίαν των φυλακισμένων. — Υπάρχουν δε και εννέα άρχοντες,

(ήτοι έξ θεσμοθέται, οι οποίοι εκλεγέντες ορκίζονται ότι

δικαίως θα διαχειρισθώσι την αρχήν και δεν θα λάβουν δώρα ή δεν

θα αναθέσουν υπέρ εαυτών χρυσούν ανδριάντα. — Ο δε (άρχων)

βασιλεύς διαχειρίζεται τα αφορώντα εις τας θυσίας και τον

πόλεμον.

Απόσπασμα 2ον.

Ο Απόλλων (22) (λέγεται) πατρώος . . . . Τον Απόλλωνα εν κοινώ

οι Αθηναίοι τιμώσιν ως πατρογονικόν θεόν αυτών (πατρώον) εξ

αιτίας του Ίωνος· διότι αφ' ότου κατώκησεν ούτος εις την

Αττικήν . . . οι Αθηναίοι ωνομάσθησαν Ίωνες και ο Απόλλων

επωνομάσθη πατρογονικός αυτών.

Απόσπασμα 3ον.

Θέλων (23) δε ακόμη περισσότερον ν' αυξήση την πόλιν (ο Θησεύς)

προσεκάλει πάντας παρέχων ισονομίαν· και το κήρυγμα «ο λαός εδώ

ελάτε» (24) λέγεται ότι καθιερώθη από τον Θησέα, ότε

προσεκάλεσέ ποτε όλον τον λαόν εις συνάθροισιν. Αλλ' όμως δεν

αφήκε να γίνη άτακτος και ανάμικτος συνεπεία του ανεξελέγκτως

συρρεύσαντος πλήθους η δημοκρατία, αλλά πρώτος διεχώρισεν εις

ευπατρίδας και γεωργούς και τεχνίτας (25) και προσδιορίσας οι

μεν ευπατρίδαι να επιβλέπωσι τα θεία και να γίνωνται άρχοντες

και να είναι διδάσκαλοι των νόμων και εξηγηταί των οσίων και

των ιερών ανέδειξεν αυτούς ούτως ειπείν ίσους με τους άλλου

πολίτας, διότι οι μεν ευπατρίδαι εφαίνοντο υπέρτεροι κατά την

δόξαν, οι δε γεωργοί κατά την χρησιμότητα και οι τεχνίται κατά

το πλήθος. Ότι δε πρώτος έκλινε προς τον όχλον, ως ο

Αριστοτέλης λέγει, και αφήκε την μοναρχίαν, φαίνεται ότι ο

Όμηρος το μαρτυρεί εις τον κατάλογον των πλοίων (26), μόνους

τους Αθηναίους επονομάσας δήμον.

Απόσπασμα 4ον.

[Ούτως] έχει γίνει (27). Εις τον παλαιόν καιρόν ο λαός των

Αθηναίων, πριν ή ο Κλεισθένης φέρη την τακτοποίησιν κατά φυλάς,

ήτο διηρημένος εις [ευπατρίδας] γεωργούς και τεχνίτας και φυλαί

τούτων ήσαν τέσσαρες, εκάστη δε των φυλών είχε τρεις μοίρας,

τας οποίας ωνόμαζαν φατρίας και τριττύας· καθεμία δε απ' αυτάς

απετελείτο από τριάκοντα γένη και καθέν γένος είχε τριάκοντα

άνδρας τους προσδιωρισμένους από αυτό το ίδιον γένος, οι οποίοι

ελέγοντο γεννήται, εκ των οποίων διά κλήρου εξελέγοντο χωριστά

καθείς διά τα ιερατικά αξιώματα, οποίοι (παραδείγμ. χάριν) οι

Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες και οι Ετεοβουτάδοι, καθώς ιστορεί

εις την Αθηναίων πολιτείαν ο Αριστοτέλης, λέγων τα εξής·

κατενεμήθησαν δε όλοι ομού αυτοί εις τέσσαρας φυλάς

απομιμούμενοι τας ώρας του έτους, καθεμία δε των φυλών ήτο

διηρημένη εις τρία μέρη, ούτως ώστε όλα τα μέρη να είναι

δώδεκα, όπως οι μήνες εις το έτος, ωνομάζοντο δε τριττύες και

φατρίαι. Εις δε την φατρίαν ήσαν κανονισμένα τριάκοντα γένη,

καθώς αι ημέραι εις τον μήνα, το δε γένος ήτο εκ τριάκοντα

ανδρών.

Απόσπασμα 5ον.

Οι φυλοβασιλείς (28) (άρχοντες των φυλών) τέσσαρες εκλεγόμενοι

μεταξύ των ευπατριδών ησχολούντο κυρίως περί τα θεία· διέμενον

δε ομού εις το βασιλικόν οικοδόμημα, πλησίον του Βουκολίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

[Εκ των προτεθειμένων αποσπασμάτων και εκ του Ηροδότου (29) και

Θουκυδίδου (30) αφ' ων ηρύσθη ο Αριστοτέλης, προς δε και εκ του

Πλουτάρχου, ορυσθέντος εκ της «&Αθηναίων Πολιτείας&» (31),

αποκαθίσταται πλήρης η έννοια του ελλείποντος πρώτου κεφαλαίου

συνοπτικώς, ως εξής]:

Ανέκαθεν οι Αθηναίοι εκυβερνώντο υπό βασιλέων. Έπηλις ο Ίων

εγκαταστάς εν Αττική έδωκε τ' όνομά του εις τους αυτόχθονας

επονομασθέντας έκτοτε Ίωνας. Επιφανής μυθολογούμενος βασιλεύς

υπήρξεν ο Ερεχθεύς, ο κατόπιν δ' αυτού βασιλεύσας Πανδίων

κατένειμε την βασιλικήν εξουσίαν εις τους υιούς του, ένεκα δε

της τοιαύτης διαιρέσεως η χώρα έκτοτε διαρκώς εστασίαζε μέχρι

Θησέως. Ούτος συνήνωσε τους δήμους της Αττικής, έκαμε δε

πυκνότερον των Αθηνών τον οικισμόν και προέβη εις κοινωνικήν

και πολιτικήν διοργάνωσιν επί το δημοτικώτερον. Εις

μεταγενεστέρους δε χρόνους, επιφανής και φιλόπατρις των Αθηνών

βασιλεύς υπήρξεν ο Κόδρος, εν πολέμω πεσών.

Η επελθούσα είτα κατάπτωσις του βασιλικού οίκου των Κοδριδών

και η προϊούσα ανάπτυξις των δήμων επέφερε την κατάλυσιν της

βασιλείας. Τότε δε αι Αθήναι εκυβερνήθησαν υπό των παλαιών

ευγενών οικογενειών. Αλλ' αι μεταξύ τούτων έριδες και

αντιζηλίαι προεκάλουν συνεχείς στάσεις.

Τότε νέος τις ευπατρίδης, ο Κύλων, Ολυμπιονίκης, γαμβρός δε επί

θυγατρί του Θεαγένους, τυράννου των Μεγάρων, επεχείρησε ν'

αρπάση την τυραννίαν. Επέτυχε να καταλάβη την Ακρόπολιν, αλλ'

οι εν τοις αγροίς σπεύσαντες πολυπληθείς επολιόρκησαν αυτόν

εκεί. Ελλείψει τροφίμων οι εν τη Ακροπόλει δεινώς επιέζοντο.

Και ο μεν Κύλων ηδυνήθη κρύφα να διαφύγη, οι δε οπαδοί του

κατέφυγον ικέται εις τον ναόν της Αθηνάς. Εκεί συνεθηκολόγησαν

μετά του άρχοντος Μεγακλέους, του εκ του οίκου των Αλκμεονιδών,

αρχηγού των πολιορκητών. Αλλ' ότε πίστιν παρέχοντες εις τας

σπονδάς εξήλθον του ναού, κατεσφάγησαν, τινές δε μάλιστα παρά

τον βωμόν των Εριννύων, όπου είχον καταφύγει.

Το εναγές πραξικόπημα τούτο κατέστησε παρά τω λαώ μισητόν τον

οίκον των Αλκμεονιδών, η δε φατρία του Κύλωνος ενισχυθείσα

ούτω, εστασίαζεν εκ του φανερού κατ' αυτών. Ίνα δοθή πέρας εις

τους εμφυλίους σπαραγμούς απεφάσισεν ο δήμος να υποβληθώσιν εις

δίκην οι δράσται της εναγούς πράξεως προ δικαστηρίου τριακοσίων

ανδρών εκλεγέντων εκ των επιφανών και ορκισθέντων προ των βωμών

ίνα κρίνωσι την υπό του Μύρωνος υποβληθείσαν σχετικήν

καταγγελίαν (32).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β. (33)

[ΤΟ ΕΥΡΕΘΕΝ ΚΕΙΜΕΝΟΝ]

. . . . . Ο Μύρων, αναλαβόντες δι' όρκου προ των βωμών την

καταγγελίαν ότε δε απηγγέλθη καταδίκη εναντίον εκείνων διά το

ανοσιούργημα, αυτοί μεν οι ανοσιουργήσαντες εξεχώθηκαν από τους

τάφους των, οι δε απόγονοι των κατεδικάσθησαν εις παντοτινήν

εξορίαν. Και κοντά εις αυτά έγινε θρησκευτική εξάγνισις

(καθαρμός) από τον Επιμενίδην τον Κρήτα.

II. Ύστερα δε απ' αυτά συνέβη να καταντήσουν εις στασιασμόν

αναμεταξύ των οι επίσημοι και ο λαός διά πολύν καιρόν, διότι το

πολίτευμα ήτο και καθ' όλα μεν τα άλλα ολιγαρχικόν και επί

πλέον δε οι πτωχοί ήσαν υποδουλωμένοι εις τους πλουσίους και

αυτοί και τα παιδιά των και αι γυναίκες των· και ωνομάζοντο

πελάται και εκτήμοροι (34). Διότι με τοιούτου είδους μίσθωσιν

(ήτοι δίδοντες τα πέντε έκτα του εισοδήματος εις τον κύριον της

γης) (35) εκαλλιεργούσαν τους αγρούς των πλουσίων. Όλη δε η γη

ανήκεν εις ολίγους. Και αν δεν έδιδαν όλον το μίσθωμα (οι

γεωργοί) ήσαν εκ του νόμου υποκείμενοι εις δουλείαν αυτοί και

τα τέκνα των και τα χρέη εξ οιασδήποτε αιτίας επέφεραν

υποχρέωσιν σωματικής δουλείας (του χρεώστου) έως εις τον καιρόν

του Σόλωνος· αυτός δε πρώτος έγινε προστάτης της λαϊκής τάξεως.

Το σκληρότατον μεν λοιπόν και πικρότατον (απ' όλα) εις εκείνην

την πολιτικήν κατάστασιν ήτο διά τους πολλούς ο τοιούτος θεσμός

της δουλείας, αλλ' όμως και διά τα άλλα πολιτικά πράγματα

επίσης ήσαν δυσαρεστημένοι· διότι δεν είχαν καμμίαν, διά να

είπωμεν ούτω, συμμετοχήν εις όλην εν γένει την διαχείρισιν της

πολιτείας.

Η δε οργάνωσις του αρχαίου πολιτεύματος, εκείνου που υπήρχε προ

του Δράκοντος, ήτο ως εξής. Οι μεν άρχοντες προήρχοντο από την

αριστοκρατικήν και από την πλουτοκρατικήν τάξιν. Και κατ' αρχάς

μεν ισοβίως, έπειτα δε διά μίαν δεκαετίαν. Τα πλέον μεγάλα δε

και πρώτα αξιώματα ήσαν ο βασιλεύς, ο πολέμαρχος και ο άρχων·

εκ τούτων δε πρώτον αξίωμα ήτο (το αξίωμα) του βασιλέως, διότι

αυτό υπήρχε πατροπαράδοτα, δεύτερον δε αξίωμα ιδρύθη η

πολεμαρχία, ένεκα του ότι υπήρξαν μερικοί των βασιλέων ανίκανοι

εις τα πολεμικά πράγματα· εξ αιτίας δε τούτου και είχαν

προσκαλέσει τον Ίωνα (ως στρατηγόν), ότε ευρέθησαν εις κρίσιμον

περίστασιν· τελευταίον δε αξίωμα εσυστήθη το του άρχοντος,

διότι, ως μεν λέγουν οι περισσότεροι, επί της αρχοντίας του

Μέδωνος, ως δε λέγουν μερικοί, επί της αρχοντίας του Ακάστου

ιδρύθη το αξίωμα αυτό. Ούτοι δε προβάλλουν ως τεκμήριον του

ισχυρισμού των το ότι εννέα άρχοντες ορκίζονται να τηρούν τας

ενόρκους αυτών υποχρεώσεις όπως αύται ισχύουν από της εποχής

του Ακάστου, ώστε επί της βασιλείας τούτου (συμπεραίνουν)

παρεχώρησαν οι απόγονοι του Κόδρου μέρος του βασιλικού

αξιώματος εις αντάλλαγμα των δοθεισών εις τον τότε άρχοντα (εκ

του γένους των) δωρεών. Το πράγμα μεν λοιπόν, κατά ποίαν εκ των

δύο υποθέσεων συνέβη, μικράν διαφοράν παρουσιάζει ως προς την

εποχήν που συνέβη. Απόδειξις δε της μεταγενεστέρας ιδρύσεως του

αξιώματος του άρχοντος είναι το ότι ούτος δεν διοικεί καμμίαν

από τας πατροπαραδότους τελετάς, όπως ο βασιλεύς και ο

πολέμαρχος (διοικούν), αλλά όλαι αι τελεταί, τας οποίας

διευθύνει, είναι μεταγενέστεραι· διό και το αξίωμα τούτο έχει

μεγαλυνθή εις νεωτέρους χρόνους, αυξηθέν βαθμηδόν με προσθέτους

δικαιοδοσίας. Οι θεσμοθέται δε (άρχοντες) εξελέγησαν ύστερ' από

πολλά έτη, ότε πλέον εγίνετο εκλογή των αρχόντων ετησίως, προς

τον σκοπόν καταγράφοντες τους ψηφιζομένους νόμους να τους

διαφυλάττουν, διά να δικάζωνται σύμφωνα με αυτούς οι

παρανομούντες· ούτω και είναι το μόνον αξίωμα τούτο που δεν

είχε ποτε διάρκειαν πλέον ή ετησίαν. Ως προς μεν λοιπόν τον

χρόνον της ιδρύσεώς των έχουν τα αξιώματα τοιαύτην διαφοράν

αναμεταξύ των. Δεν ήσαν δε όλοι εγκατεστημένοι εις έν μέρος οι

εννέα άρχοντες. Αλλ' ο μεν βασιλεύς έμενεν εις το ονομαζόμενον

τώρα Βουκόλιον, πλησίον του πρυτανείου (απόδειξις δε τούτου

είναι ακόμη ότι και τώρα εκεί γίνεται η σύμμειξις της γυναικός

του βασιλέως με τον Διόνυσον) (36). Ο δε άρχων έμενεν εις το

πρυτανείον, ο δε πολέμαρχος εις το Επιλύκειον (το οποίον

πρότερον μεν ελέγετο πολεμαρχείον, αφού δε ο Επίλυκος γενόμενος

πολέμαρχος το ανοικοδόμησε και το εκαλλώπισεν, ωνομάσθη

(Επιλύκειον), οι δε θεσμοθέται (άρχοντες) έμενον εις το

θεσμοθετείον. Εις τον καιρόν δε του Σόλωνος όλοι ομού οι

άρχοντες συνήλθον εις το θεσμοθετείον. Είχαν δε εξουσίαν τότε

οι άρχοντες να δικάζουν κατ' ουσίαν και απ' ευθείας τας δίκας

και όχι όπως τώρα να ενεργούν μόνον προανάκρισιν (επί των

δικών).

Ο οργανισμός μεν λοιπόν της διοικήσεως τοιούτος ήτο. Η δε βουλή

των Αρεοπαγιτών είχεν αποστολήν το να επιβλέπη εις τήρησιν των

νόμων, διηύθυνε δε τα πλείστα κυβερνητικά πράγματα της πόλεως

και τα μεγαλύτερα, έχουσα συνάμα εξουσίαν και να τιμωρή και να

επιβάλλη πρόστιμον εις όλους ιδίως τους παραβαίνοντας τους

κοινωνικούς θεσμούς. (Τούτο δε), διότι η εκλογή των αρχόντων

εγίνετο εκ της αριστοκρατικής τάξεως και της πλουτοκρατικής, εξ

εκείνων δε που είχον διετελέσει άρχοντες εγίνοντο οι

Αρεοπαγίται· διό και εξ όλων των αξιωμάτων μόνον τούτο

διετηρήθη ισόβιον έως τώρα (37). Ο οργανισμός μεν λοιπόν του

πρώτου πολιτεύματος τοιούτος ήτο εις τας γενικάς του γραμμάς.

Μετά δε τούτα ύστερα από την πάροδον όχι πολλού καιρού, επί του

άρχοντος Αρισταίχμου, ο Δράκων έθεσε τους πολιτικούς νόμους

αυτού. Το δε σύστημα των νόμων τούτο ήτο κατά τον εξής τρόπον·

τα πολιτικά μεν δικαιώματα επενεμήθησαν εις τους έχοντας να

εισφέρουν ένα πολεμικόν οπλισμόν στρατιώτου· διά δε τα αξιώματα

των εννέα αρχόντων και των ταμιών ήσαν εκλέξιμοι όσοι είχον

περιουσίαν όχι μικροτέραν των δέκα μνων, ελευθέραν (από κάθε

βάρος), διά δε τα άλλα αξιώματα τα μικρότερα εκλέξιμοι ήσαν

όλοι οι εισφέροντες ένα πολεμικόν οπλισμόν· στρατηγοί δε και

ίππαρχοι εγίνοντο από τους έχοντας περιουσίαν όχι ολιγωτέραν

των εκατόν μνων, ελευθέραν (από κάθε βάρος) και τέκνα γνήσια

από νόμιμον γυναίκα μεγαλύτερα των δέκα ετών. Τούτους δε έπρεπε

να κρατούν υπό εγγύησιν οι πρυτάνεις και οι στρατηγοί και οι

ίππαρχοι, οι του παρελθόντος έτους, μέχρις ου ήθελαν δώσει

λογοδοσίαν, ως εγγυηταί δε ήσαν δεκτοί εκ της αυτής τάξεως των

στρατηγών και των ιππάρχων. Συνέστη δε βουλή από τετρακοσίους

και ένα, οριζομένους διά κληρώσεως εκ των εχόντων πολιτικά

δικαιώματα. Διά την κλήρωσιν δε ταύτην καθώς και διά τα άλλα

αξιώματα ελαμβάνοντο οι άνω των τριάκοντα ετών και ωρίσθη να μη

γίνεται δύο φοράς άρχων ο αυτός πριν ή όλοι οι πολίται ήθελον

γίνει άρχοντες· τότε δε πάλιν να γίνεται εξ αρχής νέα κλήρωσις

(προς εκλογήν αρχόντων). Και αν κανείς εκ των βουλευτών

απουσίαζεν από την συνέλευσιν ότε συνεδρίαζεν η βουλή ή

συνήρχετο ο δήμος, αυτός επλήρωνε πρόστιμον τρεις μεν δραχμάς ο

πεντακοσιομέδιμνος, δύο δε ο ιππεύς και μίαν ο ζευγίτης. Η δε

Βουλή του Αρείου Πάγου ήτο φύλαξ των νόμων και επέβλεπε τους

άρχοντας, όπως κυβερνούν σύμφωνα με τους νόμους· είχε δε

δικαίωμα κάθε αδικούμενος να καταγγέλλη ενώπιον της Βουλής των

Αρεοπαγιτών, ορίζων τον νόμον, κατά παράβασιν του οποίου αυτός

(ο καταγγέλλων) ηδικείτο· τα χρέη όμως επέφεραν (και τότε)

υποχρέωσιν σωματικής δουλείας, καθώς έχει προαναφερθή· και η

ιδιοκτησία της γης ευρίσκετο εις χείρας ολίγων (38).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ

Ενώ δε τοιαύτη ήτο η πολιτική οργάνωσις και οι πολλοί διετέλουν

δούλοι των ολίγων έκαμεν επανάστασιν ο δήμος (ο λαός) εναντίον

των επιφανών επειδή δε η επανάστασις ήχο ισχυρά και οι

αντίπαλοι επί πολύν καιρόν ευρίσκοντο εις διάστασιν προς

αλλήλους, εξέλεξαν από κοινού ως συνδιαλλακτήν και άρχοντα τον

Σόλωνα και ανέθεσαν εις αυτόν να συντάξη την πολιτικήν

οργάνωσιν, συνεπεία της ελεγείας (του ελεγειακού ποιήματος) την

οποίαν αυτός είχε κάμει, και η οποία αρχίζει ως εξής:

Γνωρίζω εγώ κ' εις την ψυχή μου μέσα φωλιάζει

η θλίψη που βλέπω έτσι την παλαιότερη χώρα της Ιωνίας

δυστυχισμένην. (39)

Εις αυτήν (την ελεγείαν) συνηγορεί και υπέρ των δύο αντιπάλων

μερίδων και συζητεί τας αξιώσεις των και μετά ταύτα συμβουλεύει

ομού και τους δύο να καταπαύσουν την υπάρχουσαν φιλονικίαν.

Ήτο δε ο Σόλων κατά μεν την καταγωγήν και την υπόληψιν μεταξύ

των πρώτων, κατά δε την περιουσίαν και την κατάστασιν μεταξύ

των της μεσαίως τάξεως, όπως και εκ των άλλων πραγμάτων είναι

ομολογούμενον και όπως αυτός ο ίδιος εις τα ακόλουθα ποιήματά

του βεβαιώνει, συμβουλεύων τους πλουσίους να μην είναι

πλεονέκται:

Σεις δε πρααίνοντας στην ψυχή τον δυνατό πόθο

που απ' τα πολλά αγαθά τον χορτασμό επιτύχατε,

σε μετριοπάθεια βάλετε την υψηλοφροσύνη σας· τι ούτε εμείς

(αλλοιώς) θα στέρξωμε, ούτε αυτά σε καλό θα σας βγουν, (40)

και καθ' ολοκληρίαν πάντοτε την αιτίαν της στάσεως (ο Σόλων εις

την ελεγείαν του) επιρρίπτει εις τους πλουσίους· διό και εις

την αρχήν της ελεγείας λέγει ότι φοβείται αυτός «και την

φιλαργυρίαν και την υπερηφάνειαν», διότι εξ αιτίας αυτών

προέκυψεν η έχθρα.

Κύριος δε γενόμενος των πολιτικών πραγμάτων ο Σόλων και τον

λαόν αποκατέστησεν εις ελευθερίαν, και κατά το παρόν και κατά

το μέλλον, απαγορεύσας να συνομολογούνται δάνεια με σωματικήν

εγγύησιν (και νόμους συνέταξε) (41) και έκαμε κατάργησιν των

χρεών και των ιδιωτικών και των δημοσίων, την οποίαν

(κατάργησιν) ονομάζουν σε ισάχθειαν, διότι απέσεισαν τα βάρη.

Και ως προς τούτο μερικοί προσπαθούν να επικρίνουν συκοφαντικώς

αυτόν διότι συνέβη εις τον Σόλωνα ενώ επρόκειτο να εφαρμόση την

σεισάχθειαν να προείπη τούτο εις μερικούς των γνωρίμων του·

έπειτα, όπως μεν λέγουν οι δημοκρατικοί, (ένεκα της

προανακοινώσεως) έγινε καταστρατήγησις του νόμου υπό των φίλων

προς όφελός των, όπως δε λέγουν οι θέλοντες να υβρίσουν, από

την καταστρατήγησιν και αυτός επορίσθη ωφέλειαν. Διότι ούτοι

(οι καταστρατηγήσαντες τον νόμον) δανεισθέντες ηγόρασαν πολλήν

έκτασιν γης και μετ' ολίγον, ότε έγινεν η αποκοπή των χρεών,

ευρέθησαν πλούσιοι· ως εκ τούτου λέγουν ότι έγιναν πλούσιοι οι

κατόπιν παρουσιαζόμενοι ως ανέκαθεν πλούσιοι. Αλλ' όμως

πιθανώτερον παρ' όλα ταύτα είναι το λεγόμενον υπό των

δημοκρατικών. Διότι δεν είναι εύλογον ως προς μεν τα άλλα (να

δειχθή ο Σόλων) τόσον μετριοπαθής και φιλόπατρις, ώστε, ενώ ήτο

δυνατόν εις αυτόν εκτοπίζων τους άλλους να γίνη τύραννος της

πόλεως, ν' αποκρούση και τα δύο ταύτα και να προτιμήση το καλόν

και την σωτηρίαν της πόλεως μάλλον παρά την ιδικήν του

επικράτησιν, ως προς τόσον μικρά δε και ανάξια να κατακηλιδώση

τον εαυτόν του. Ότι δε ευρέθη εις τοιαύτην (δικτατωρικήν)

εξουσίαν, τούτο μαρτυρούσι και η άθλια πολιτική κατάστασις και

τα ποιήματα αυτού του ιδίου του Σόλωνος, ο οποίος εις πολλά

μέρη των ποιημάτων αναφέρει τούτο (ότι δηλαδή θα ηδύνατο να

γίνη απόλυτος άρχων) και όλοι οι άλλοι το ανομολογούσιν. Αυτή

μεν λοιπόν η κατηγορία πρέπει να νομίζωμεν ότι είναι

συκοφαντική.

Πολιτικόν δε οργανισμόν εσύστησε και νόμους έκαμεν άλλους· τους

δε πολιτικούς θεσμούς του Δράκοντος έπαυσαν να τους

μεταχειρίζωνται εκτός των νόμων περί φόνου· χαράξαντες δε τους

νόμους επάνω εις τους κύρβεις (42), έστησαν τούτους εις την

βασίλειον στοάν και ωρκίσθησαν να τους τηρούν όλοι. Οι δε εννέα

άρχοντες ορκιζόμενοι προ του ιερού λίθου ωμολόγουν ότι, εάν

ήθελον παραβή κανένα εκ των νόμων, θα προσέφερον (ως πρόστιμον

της παραβάσεως) ένα ανδριάντα χρυσούν (43). Ώρισε δε (ο Σόλων)

να ισχύωσιν οι νόμοι αμετάτρεπτοι δι' εκατόν έτη και

ετακτοποίησε τον πολιτικόν οργανισμόν κατά τον εξής τρόπον.

Κατά το τίμημα εχώρισε τον λαόν εις τέσσαρας τάξεις (τέλη) (44)

όπως ακριβώς ήτο διηρημένος και πρότερον, ήτοι εις πολίτην

πεντακοσιομέδιμνον, εις πολίτην ιππέα, εις πολίτην ζευγίτην και

εις πολίτην θήτα.

Και τα μεν αξιώματα έδωκε προνόμιον να τα έχωσιν οι

πεντακοσιομέδιμνοι και οι ιππείς και οι ζευγίται, ήτοι τα των

εννέα αρχόντων και των ταμιών και των πωλητών (45) (οικονομικών

υπαλλήλων) και των ένδεκα (46) και των κωλακρετών (47) δώσας

εις κάθε μίαν απ' αυτάς τας τάξεις τα αξιώματα ταύτα αναλόγως

της φορολογίας· εις δε την τάξιν των θητών έδωκε το δικαίωμα να

μετέχουν μόνον της γενικής συνελεύσεως του λαού και των

δικαστηρίων. Ωρίσθη δε να πληρώνη φόρους πεντακοσιομεδίμνου μεν

εκείνος του οποίου η ιδική του περιουσία δίδει εισόδημα

πεντακοσίους μεδίμνους (48) (μέτρα χωρητικότητος) καρπών ξηρών

και υγρών (49) ομού, ιππέως δε φόρους ο έχων εισόδημα

τριακοσίους μεδίμνους, ως δε μερικοί λέγουν, ο έχων τα μέσα να

συντηρή ίππον· ούτοι δε ως απόδειξιν προβάλλουν και την

ονομασίαν της πολιτικής αυτής τάξεως, ως προκύψασαν εκ του

πραγματικού αυτού γεγονότος, και τα αφιερώματα των παλαιών·

διότι υπάρχει εις την ακρόπολιν αναθηματική εικών ενός Διφίλου,

επί της οποίας είναι γραμμένα τα εξής:

_Ο υιός του Διφίλου Ανθεμίων αυτήν εδώ (την εικόνα), εις τους

θεούς αφιέρωσεν ανελθών από της τάξεως των θητών εις την τάξιν

των ιππέων_ (50)

και ευρίσκεται πλησίον της επιγραφής ίππος εις ένδειξιν ότι

τούτο (το σημείον) δηλοί την τάξιν των ιππέων. Αλλ' εντούτοις

ευλογώτερον είναι το ότι (η τάξις των ιππέων) εκανονίσθη εκ του

εισοδήματος όπως ακριβώς η τάξις των πεντακοσιομεδίμνων· εις

την τάξιν δε των ζευγιτών κατετάχθησαν οι εκ της περιουσίας των

έχοντες εισόδημα διακοσίων μεδίμνων καρπών εξ αμφοτέρων των

ειδών (ξηρών και υγρών). Οι δε άλλοι, η θητική δηλαδή τάξις,

δεν είχον συμμετοχήν εις κανέν αξίωμα. Διά τούτο και τώρα ακόμη

όταν ερωτώνται οι προσερχόμενοι ως κληρώσιμοι δι' οποιονδήποτε

αξίωμα, εις ποίαν τάξιν (φορολογικήν) ανήκουν, ουδείς εξ αυτών

λέγει ποτέ ότι ανήκει εις την τάξιν των θητών.

Τας δε αρχάς (51) ώρισε να εκλέγωνται διά κλήρου από

προηγουμένως κριθέντας (52) (ως εκλεξίμους), τους οποίους

ήθελεν επί τούτω υποδείξει έκαστη φυλή. Εκάστη δε φυλή διά το

αξίωμα των εννέα αρχόντων υπεδείκνυε δέκα και εκ τούτων εγίνετο

η κλήρωσις· εκ τούτου ισχύει ακόμη το να κληρώνη εκάστη φυλή

δέκα, εκ τούτων δε να γίνηται η εκλογή διά ψηφοφορίας (διά

κυάμων). Του ότι δε τα αξιώματα διά του κλήρου ώρισεν (ο Σόλων)

να παρέχωνται αναλόγως των τάξεων απόδειξις είναι ο νόμος περί

ταμιών, ο ισχύων ακόμη και τώρα· διότι αυτός ο νόμος ορίζει να

κληρώνονται οι ταμίαι εκ της τάξεως των πεντακοσιομεδίμνων

(53).

Ο Σόλων μεν λοιπόν τοιούτους νόμους έθεσε περί των εννέα

αρχόντων. Διότι εις παλαιοτέραν εποχήν η εν Αρείω Πάγω βουλή

ώριζε τους εκλεξίμους διά τα αξιώματα μεταξύ των μελών αυτής

και απ' αυτούς εξέλεγε τους μάλλον ικανούς δι' έκαστον αξίωμα

δι έν έτος ορίζουσα (54) τούτους.

Αι φυλαί δε διετηρήθησαν όπως πρότερον τέσσαρες και

φυλοβασιλείς ήσαν τέσσαρες. Εκάστη δε φυλή υποδιηρείτο εις

τριττύας μεν τρεις, εις ναυκραρίας (55) δε τέσσαρας. Αρχηγός δε

εκάστης ναυκραρίας ήτο είς ναύκραρος ωρισμένος να εποπτεύη τας

εισφοράς και τας δαπάνας τας γινομένας, διά τούτο και εις τους

νόμους του Σόλωνος, τους μη εν χρήσει πλέον, υπάρχει πολλαχού η

διάταξις ότι οι ναύκραροι εισπράττουν και δαπανούν εκ του

ναυκραρικού χρήματος.

Ίδρυσε δε και βουλήν εκ τετρακοσίων, εκατόν από κάθε φυλήν.

Εις δε την βουλήν του Αρείου Πάγου αφήκε την εποπτείαν της

τηρήσεως των νόμων, καθώς ήτο αυτή και πρότερον επόπτης του

πολιτεύματος, έχουσα το μεγαλύτερον και πλέον σημαντικόν μέρος

της πολιτικής διαχειρίσεως, και δικαιουμένη να τιμωρή τους

σφάλλοντας και επιβάλλουσα πρόστιμον και χρηματικάς ποινάς και

καταθέτουσα εις το ταμείον της πόλεως τα εισπραττόμενα

πρόστιμα, χωρίς να είναι υπόχρεος να παρέχη αιτιολογίαν των

αποφάσεων αυτής. Εις την δικαιοδοσίαν αυτήν ο Σόλων επρόσθεσε

την κρίσιν επί των πολιτικών στάσεων. Βλέπων δε την μεν πόλιν

να στασιάζη συχνά, μερικούς δε των πολιτών εκ ραθυμίας

απέχοντας και πολιτικώς αχρωματίστους, έθεσεν ειδικόν περί

αυτών νόμον, κατά τον οποίον όστις, ενώ η πόλις ευρίσκεται εις

στάσιν, δεν επεμβαίνει ενόπλως υπέρ μιας των αντιπάλων μερίδων

καταδικάζεται εις ατιμίαν και στερείται των πολιτικών του

δικαιωμάτων.

Κατ' αυτόν μεν λοιπόν τον τρόπον εκανονίσθησαν αι περί

αξιωμάτων διατάξεις.

Φαίνεται δε ότι το πολίτευμα του Σόλωνος περιείχε τρεις

υπερβολικά ευνοϊκάς διατάξεις διά τον λαόν, τας εξής: Πρώτην

μεν και μεγίστην το ότι απηγορεύθη η συνομολόγησις δανείων διά

σωματικής εγγυήσεως. Δεύτερον το ότι απέκτησε το δικαίωμα

έκαστος πολίτης (ο βουλόμενος) να υποβάλη μήνυσιν υπέρ των

υφισταμένων αδίκημά τι (εναντίον του αδικούντος). Τρίτην δε

(διάταξιν), διά της οποίας, ως λέγεται, ισχυροποιήθη πολύ ο

λαός, (την ορίζουσαν) ότι έφεσις εναντίον των αποφάσεων των

αρχών εθεσπίσθη να γίνεται ενώπιον του δήμου· διότι γινόμενος

κύριος της διά ψηφοφορίας αποφάσεως ο δήμος αποβαίνει (ούτω)

κύριος της πολιτείας. Τόσω μάλλον, όσω, επειδή οι νόμοι δεν

έχουσι διατυπωθή με απλότητα και με σαφήνειαν (παραδείγματος

χάριν όπως ο περί κλήρων και επικλήρων νόμος), προκύπτουσι κατ'

ανάγκην πολλαί αμφισβητήσεις και περί όλων (τούτων) και επί των

δημοσίων και των ιδιωτικών υποθέσεων, οριστικώς αποφαίνεται το

δικαστήριον (56) του δήμου. — Πιστεύουν μεν λοιπόν μερικοί ότι

αυτός (ο Σόλων) επίτηδες έκαμεν ασαφείς τους νόμους, ίνα

απομένη κύριος ο δήμος να τους ερμηνεύη. Τούτο όμως δεν είναι

εύλογον, αλλ' (εύλογον φαίνεται) το ότι ούτω συνέταξεν αυτούς,

διότι δεν ηδύνατο ως προς όλα να περιλάβη την τελειοτέραν

διάταξιν διότι δεν είναι δίκαιον να κρίνωμεν την θέλησιν

εκείνου (του Σόλωνος) εκ των γινομένων τώρα, αλλ' εκ της άλλης

πολιτικής οργανώσεως (την οποίαν αυτός συνέταξεν).

Εις μεν τους νόμους λοιπόν αυτούς φαίνεται ότι ώρισεν υπέρ του

λαού τας νέας διατάξεις, προ της εφαρμογής δε της νομοθεσίας

επιβαλών την αποκοπήν των χρεών και μετά ταύτα ενεργήσας την

διακανόνισιν των μέτρων και των βαρών και την αύξησιν του

νομίσματος. Διότι επί της εποχής εκείνου (του Σόλωνος) έγιναν

και τα μέτρα μεγαλύτερα των Φειδωνείων (57) και η μνα έχουσα

βάρος (αξίζουσα) πρότερον εβδομήκοντα δραχμάς (58) συνεπληρώθη

εις εκατόν (δραχμάς).

Ο παλαιός δε νομισματικός τύπος ήτο το δίδραχμον. Έκαμε δε και

μέτρα βάρους (σταθμά) σχετικά με το νόμισμα με τάλαντον

υποδιαιρεθέν εις εξήκοντα μνας και με στατήρα ως υποδιαίρεσιν

της μνας και με άλλας ακόμη υποδιαιρέσεις. Κανονίσας δε το

πολίτευμα κατά τον τρόπον, ο οποίος ανωτέρω διετυπώθη, ότε

προσερχόμενοι εις αυτόν πολλοί τον ηνώχλουν, άλλοι μεν

επικρίνοντες, άλλοι δε ζητούντες ερμηνείας και επειδή ήθελε να

μη μεταβάλη τίποτε από τα νομοθετηθέντα και να μη γίνη μισητός

μένων εις την πόλιν, έκαμε ταξίδι δι' εμπορικόν άμα και

περιηγητικόν σκοπόν εις την Αίγυπτον ειπών ότι δεν θα επανέλθη

πριν (παρέλθουν) δέκα έτη. Διότι έκρινεν ότι δεν ήτο δίκαιον

παραμένων (εις τας Αθήνας) να εξηγή τους νόμους, αλλ' ότι

έκαστος εχρεώστει να εκτελή όσα είχον αναγραφή εις τους νόμους.

Συγχρόνως δε συνέβη εις αυτόν να διατεθούν εχθρικώς εναντίον

του πολλοί των επιφανών πολιτών ένεκα της αποκοπής των χρεών

και διότι είχε δυσαρεστήσει και τας δύο πολιτικάς μερίδας

νομοθετήσας το πολίτευμα παρά τας προσδοκίας αυτών. Ο δήμος

πράγματι είχε νομίσει ότι αυτός (ο Σόλων) θα προέβαινεν εις εκ

νέου διανομήν όλων των περιουσιών· οι δε προύχοντες απ'

εναντίας ότι θα έφερε πάλιν εις ισχύν την παλαιάν πολιτικήν

κατάστασιν ή ολίγον τι διαφορετικήν. Εκείνος όμως εδείχθη

αντίθετος και προς τους δύο και ενώ ήτο δυνατόν εις αυτόν

προσεταιριζόμενος οποιανδήποτε εκ των δύο μερίδων ήθελε να γίνη

τύραννος, επροτίμησε να γίνη εχθρός προς αμφοτέρας, σώσας

(τοιουτοτρόπως την πατρίδα και καταρτίσας νομοθεσίαν επί τη

βάσει των αρίστων γνωμών).

Ταύτα δε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον συνέβησαν και οι άλλοι όλοι

συμφωνούσι και αυτός ο ίδιος εις το ποίημά του αναφέρει κάμνων

περί αυτών λόγον εις τους εξής στίχους:

Εις τον δήμον μεν έδωκα τόσον μερίδιον όσον του ήτο αρκετόν,

oύτε αφαιρέσας τίποτε από την τιμήν όσην είχεν ούτε επαυξήσας

αυτήν πολύ·

και δι' εκείνους δε, οι οποίοι είχον δύναμιν και υπερείχον εις

πλούτον,

και δι' αυτούς εσκέφθην να μη έχουν τίποτε περισσότερον του

δικαίου,

εστάθηκα δε εις το μέσον προτάξας ισχυράν ασπίδα απέναντι και

των δύο,

δεν επέτρεψα δε εις κανένα από τους δύο να επικρατήση αδίκως

(59).

Πάλιν δε ομιλών περί του λαού, πώς δηλαδή πρέπει να φέρεται τις

προς αυτόν, (λέγει):

Ο λαός δε κατά τον εξής τρόπον θα είναι δυνατόν να υπακούη

τους ηγεμόνας.

μήτε χαλαρόν έχων τον χαλινόν μήτε πολυτεντωμένον,

διότι γεννά η υπερβολή την ύβριν, όταν μεγάλη εξουσία υπάρχη

εις τους ανθρώπους εκείνους, όσοι δεν έχουν άρτιον τον νουν

(60)

Και πάλιν δε κάπου αλλού λέγει διά τους θέλοντας να γίνη

διανομή περιουσίας:

Ούτοι δε ήλθαν με σκοπόν αρπαγών, είχαν δε πλουσίαν ελπίδα

κ' ενόμιζαν ότι καθένας απ' αυτούς θα εύρη πλούτον πολύν

κ' εγώ που ωμιλούσα εις αυτούς με πραότητα τους εφάνην

σκληρός,

ώστε δυσάρεστα μεν τότε περί εμού εσκέφθησαν, τώρα δε κατ'

εμού οργιζόμενοι

εχθρικόν με ατενίζουν όλοι, ωσάν αίτιον καταστροφής.

Τούτο δεν έπρεπε· διότι όσα μεν είπα με την βοήθειαν των θεών

εξετέλεσα,

άλλα δε όχι ματαίως έπραξα· ουδ' εις εμέ διά τυραννικής

εξουσίας

γεννάται ο πόθος να επιβάλω τι διά της βίας· ουδέ την αγαθήν

γην

της πατρίδος (αφήκα) να διανεμηθούν εξ ίσου οι ασήμαντοι και

οι επιφανείς (61),

Πάλιν δε και διά την αποκοπήν των χρεών και διά τους όντας

δούλους μεν πρότερον, ελευθερωθέντας δε με την εφαρμογήν της

σεισαχθείας (γράφει):

Εγώ δε απ' εκείνα μεν, διά τα οποία συνήθροισα περί εμέ

τον λαόν, ποίον πριν να κατορθώσω απ' αυτά, έπαυσα ενεργών;

Μάρτυς δε λαμπρά ως προς ταύτα εις την δίκην (κρίσιν) που ο

χρόνος θα κάμη

θα μου είναι η μεγίστη μήτηρ των Ολυμπίων θεών,

η μαύρη δηλαδή γη, που αυτής εγώ κάποτε

αφήρεσα τα σύνορα (62) εκείνα, που εις πολλά μέρη ήσαν

εμπηγμένα

και η οποία, υπάρχουσα δούλη πριν, τώρα είναι ελευθέρα.

Πολλούς δε εις τας Αθήνας την θεοκτισμένην (63) πατρίδα μας

ελευθέρωσα, αγορασθέντας πριν ως δούλους άλλους άδικα

κι' άλλους νόμιμα, εκείνους δε που από αδυσώπητην

ανάγκην είχαν φύγει, και που την γλώσσαν την Αττικήν

δεν ωμιλούσαν, περιπλανημένοι εις πολλά μέρη.

κ' εκείνους που εδώ εις τον τόπον ανάρμοστην δουλείαν

είχαν, φοβισμένοι από την αγριότητα των δεσποτών

τους έκαμα εγώ ελευθέρους. Αυτά μεν με ισχύν

εγώ, συναρμόσας μαζί την βίαν και τον νόμον,

τα εξετέλεσα και τα έφερα εις πέρας, όπως είχα υποσχεθή.

Ομοίως δε νόμους, και διά το κακόν και διά το αγαθόν

αρμονικώς προνοήσας διά καθένα απ' αυτά,

συνέθεσα. Την μάστιγα δε άλλος κανένας ως εγώ λαβών,

κακομίλητος εάν ήτο και φιλοκερδής άνθρωπος,

δεν θα ημπορούσε να εξουσιάση επί του λαού· διότι, αν εγώ

ήθελα

όσα εις τους αντιθέτους (64) ήσαν αρεστά τότε,

ή και απεναντίας αν εδεχόμην όσα οι άλλοι υπαγόρευαν,

αυτή εδώ η πόλις θα είχε στερηθή πολλών ανδρών τώρα.

Και εξ αιτίας όλων τούτων επιδεικνύων σθένος απέναντι όλων

εστράφηκα απέναντι των, όπως ο λύκος απέναντι πολλών σκύλλων

(65).

Και πάλιν εξελέγχων ονειδιστικά τας ύστερον (μετά την θέσπισιν

των νόμων) μεμψιμοιρίας των δύο μερίδων (λέγει):

Ίσως δε πρέπει τον λαόν τρανώς να επιτιμήσω,

(λέγων) ότι όσα έχει τώρα ποτέ εις τους οφθαλμούς του

δεν θα 'μπορούσε να τα ίδη και εις τον ύπνον του ακόμη.

Εκείνοι δε που μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι είναι

(το ίδιο) πρέπει να μ' επαινούν και φίλον να με κάμουν (66).

διότι, λέγει (περαιτέρω ο Σόλων), εάν κανείς άλλος ετύχαινε να

λάβη αυτήν την εξουσίαν,

δεν θ' άφηνεν από την εξουσίαν του τον λαόν και δεν θα έπαυε

πριν αναταράξας αυτόν ήθελεν αφαιρέσει το πάχος από το γάλα.

Εγώ δε τούτων (των αντιπάλων) καθώς εις το μεταίχμιον μένων

έγινα σύνορον μεταξύ των (67).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΦΡΑΤΡΙΑΙ

Την μεν λοιπόν αποδημίαν επεχείρησε δι' αυτά τα αίτια. Ότε δε

απεδήμησεν ο Σόλων, ενώ η πόλις ευρίσκετο ακόμη εις ταραχάς,

επί τέσσαρα μεν έτη επέρασεν ο λαός ήσυχα· κατά δε το πέμπτον

έτος μετά την αρχοντίαν του Σόλωνος δεν ανηγόρευσαν άρχοντα εξ

αιτίας της στάσεως, και πάλιν κατά την διάρκειαν του πέμπτου

έτους ένεκα του λόγου τούτου έμειναν εις αναρχίαν. Κατόπιν δε

τούτων εις την εποχήν περίπου εκείνην ο Δαμασίας εκλεχθείς

άρχων διετέλεσε τοιούτος επί δύο έτη και δύο μήνας, έως ου

εξεδιώχθη της αρχής διά της βίας. Έπειτα δε απεφάσισαν, επειδή

ευρίσκοντο εις διάστασιν, να εκλέξουν δέκα άρχοντας, πέντε μεν

από την τάξιν των ευπατριδών, τρεις δε από την τάξιν των

αγροτών, δύο δε από την τάξιν των επαγγελματιών (δημιουργών)

και ούτοι (οι δέκα άρχοντες) έμειναν εις την εξουσίαν το έτος

το μετά την αρχοντίαν του Δαμασία. Είναι δε φανερόν ότι

μεγίστην είχε δύναμιν ο άρχων εκ του γεγονότος ότι διαρκώς

ηγείρετο στάσις προς απόκτησιν αυτού του αξιώματος.

Εξηκολούθουν δε ευρισκόμενοι εις όλως διόλου κακήν πολιτικήν

κατάστασιν, άλλοι μεν ως αιτίαν και πρόφασιν έχοντες την

αποκοπήν των χρεών (διότι είχε συμβή εις αυτούς να καταντήσουν

πένητες), άλλοι δε δυσανασχετούντες εναντίον του πολιτεύματος

ένεκα της μεγάλης μεταβολής, η οποία είχε γίνει, μερικοί δε

ένεκα της μεταξύ των φιλονικίας· ήσαν δε τρεις αι πολιτικαί

μερίδες· μία μεν η μερίς των παραλίων, της οποίας αρχηγός ήτο ο

Μεγακλής ο υιός του Αλκμέωνος, οι οπαδοί δε της μερίδος αυτής

εφαίνοντο να στέργουν κυρίως τον μετριοπαθή τύπον πολιτεύματος·

άλλη δε μερίς ήτο των πεδινών, οι οποίοι εζήτουν την

ολιγαρχίαν, αρχηγός δε αυτών ήτο ο Λυκούργος· τρίτη δε μερίς

ήτο των διακρίων, της οποίας την ηγεσίαν είχεν ο Πεισίστρατος,

φαινόμενος να είναι παραπολύ φίλος του λαού. Μαζί δε με τούτους

(τους διακρίους) είχον συνταχθή και οι απελευθερωθέντες από τα

χρέη ένεκα της πτωχείας των (68) και οι μη γνήσιοι την

καταγωγήν ένεκα του φόβου των (69)· απόδειξις δε τούτου είναι

ότι μετά την καθαίρεσιν των τυράννων έκαμαν (οι Αθηναίοι)

εκκαθάρισιν (70) των εχόντων πολιτικά δικαιώματα, επί τω λόγω

ότι ουχί νομίμως υπήρχον πολλοί μετέχοντες των πολιτικών

δικαιωμάτων. Είχε δε καθεμία πολιτική μερίς την ονομασίαν της

από τους τόπους, τους οποίους εκαλλιέργουν οι οπαδοί της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΥ

Ο Πεισίστρατος δε φαινόμενος να είναι εξόχως φίλος του λαού και

έχων μεγάλως ευδοκιμήσει εις τον πόλεμον κατά των Μεγαρέων,

κατώρθωσε τραυματίσας σοβαρώς τον εαυτόν του να πείση τον λαόν

ότι αυτά (τον τραυματισμόν δηλαδή) είχε πάθει από τους

αντιθέτους, ώστε να δοθή εις αυτόν σωματοφυλακή, αφού επρότεινε

το σχετικόν ψήφισμα ο Αριστίων. Λαβών δε τους ονομαζομένους

ροπαλοφόρους (71) και μετ' αυτών στραφείς εναντίον του λαού

κατέλαβε την ακρόπολιν, το τριακοστόν δεύτερον έτος μετά την

θέσπισιν των νόμων, επί Κωμέου άρχοντος. Λέγεται δε ότι ο

Σόλων, ότε ο Πεισίστρατος εζήτησε σωματοφυλακήν προς ασφάλειάν

του, αντέκρουσε την αίτησιν και είπεν ότι (ο Πεισίστρατος δεν

είχεν ανάγκην σωματοφυλακής, διότι) τούτων μεν ήτο σοφώτερος,

εκείνων δε ανδρειότερος· ήτοι όσοι μεν (72) δεν εννοούσιν ότι ο

Πεισίστρατος επιδιώκει να γίνη τύραννος, απ' αυτούς είναι

σοφώτερος, όσοι δε γνωρίζοντες καλώς τούτο τηρούν σιωπήν, απ'

αυτούς είναι ανδρειότερος. (73) Αφού δε λέγων αυτά δεν

κατόρθωσε να πείση τον λαόν, αφαιρέσας απ' επάνω του τα όπλα

(και κρεμάσας) προ των θυρών (της οικίας του) είπεν ότι αυτός

μεν είχε παράσχει βοήθειαν εις την πατρίδα όσον του ήτο

δυνατόν, (διότι τότε πλέον ήτο πολύ γέρων), έχει δε την αξίωσιν

και οι άλλοι ομοίως να πράξωσιν. Ο Σόλων μεν λοιπόν τίποτε δεν

κατώρθωσεν επιμόνως συμβουλεύων· ο δε Πεισίστρατος αναλαβών την

εξουσίαν εκυβέρνα τα κοινά κατά φιλελεύθερον μάλλον τρόπον παρά

τυραννικόν. Ενώ δε ακόμη δεν είχεν αρκετά στερεωθή η εξουσία

του, συνενωθέντες οι περί τον Μεγακλέα και τον Λυκούργον

εξεδίωξαν αυτόν κατά το έκτον έτος μετά την πρώτην αυτού άνοδον

εις την εξουσίαν, επί άρχοντος Ηγησίου. Κατά το δωδέκατον δε

έτος μετά ταύτα, πανταχόθεν στενοχωρούμενος ο Μεγακλής υπό της

αντιθέτου μερίδος, πάλιν αποστείλας προς συμβιβασμόν κήρυκα

προς τον Πεισίστρατον, υπό τον όρον να λάβη εις γάμον την

θυγατέρα του ο Πεισίστρατος, επανέφερεν αυτόν κατά τρόπον

παλαιικόν και πολύ απλοϊκόν. Διότι διαδώσας προηγουμένως

σπερμολογίαν ότι τάχα η Αθηνά επανέφερε τον Πεισίστρατον,

εξευρών μίαν γυναίκα ωραίαν και μεγαλόσωμον, καθώς μεν λέγει ο

Ηρόδοτος από τον δήμον Παιανιέων, καθώς δε μερικοί άλλοι λέγουν

από τον δήμον Κωλλυτού, δούλην από την Θράκην (74) πωλούσαν

στεφάνους, η οποία ωνομάζετο Φύη, στολίσας δε αυτήν με

στολισμόν απομιμούμενον την θεάν την έφερεν εντός της πόλεως

μαζί με αυτόν, και ο Πεισίστρατος εισήρχετο επάνω εις άρμα, επί

του οποίου με πλήρη πανοπλίαν, πλησίον αυτού εστέκετο ορθή η

γυναίκα, οι δε πολίται προσκυνούντες υπεδέχοντο αυτόν με

θαυμασμόν.

Η μεν λοιπόν πρώτη επάνοδος εις την πόλιν έγινε κατά τοιούτον

τρόπον. Μετά ταύτα δε, αφού δευτέραν φοράν έπεσεν από την

αρχήν, κατά το έβδομον μάλιστα έτος από την επάνοδόν του· —

διότι όχι πολύν καιρόν έκτοτε διετήρησε την εξουσίαν, αλλά

διότι δεν ηθέλησε να λάβη σύζυγόν του την θυγατέρα του

Μεγακλέους, φοβηθείς και τας δύο πολιτικάς μερίδας έφυγεν από

την πόλιν κρυφά· — πρώτον μεν εκατοίκισεν αυτός με τους ιδικούς

του πλησίον του Θερμαίου κόλπου έν μέρος, τα οποίον ονομάζεται

Ραίκηλος, εκείθεν δε μετέβη εις τα πλησίον εις το Πάγγαιον

(όρος) μέρη, αφ' όπου αποκτήσας χρήματα και προσλαβών μισθωτούς

στρατιώτας, ελθών εις Ερέτριαν πάλιν κατά το ενδέκατον έτος

επεχείρησε κατ' αρχάς να αναλάβη την εξουσίαν διά της βίας, με

την πρόθυμον βοήθειαν πολλών μεν άλλων, μάλιστα δε των Θηβαίων

και του Λυγδάμιος του Ναξίου, προς δε τούτοις και της τάξεως

των ιππέων των κυριαρχούντων εις την Ερέτριαν νικήσας δε εις

την μάχην της Παλληνίδος (75) και καταλαβών την αρχήν και

αφαιρέσας τα όπλα του λαού κατέλαβε στερεά πλέον την εξουσίαν

ως τύραννος· και κυριεύσας την Νάξον κατέστησεν εκεί άρχοντα

τον Λύγδαμιν.

Αφήρεσε δε τα όπλα του λαού κατά τον εξής τρόπον. Προσκαλέσας

εις το Θησείον ένοπλον συνάθροισιν του λαού ήρχισε να αγορεύη

προς αυτούς, εχαμήλωσε δε ολίγον την φωνήν του· ότε δε εφώναξαν

ότι δεν ακούουν καλά, επρότεινεν εις αυτούς να αναβούν μαζί του

εις το πρόπυλον της Ακροπόλεως, διά ν' αγορεύση πλέον δυνατά.

Ενώ δε εκείνος εξηκολούθει αγορεύων προς τον λαόν, αφαιρέσαντες

οι επίτηδες υπ' αυτού βαλμένοι τα (αποτεθειμένα) όπλα και

περιορίσαντες (πολλούς) εις τα πλησίον του Θησείου οικήματα

ανήγγειλαν τούτο ελθόντες προς τον Πεισίστρατον. Εκείνος δε,

αφού συνεπλήρωσε την άλλην του αγόρευσιν, είπε και διά τα όπλα

ότι δεν πρέπει να απορούν διά το πράγμα που είχε γίνει ούτε να

δυσανασχετούν, αλλ' απελθόντες να φροντίζουν διά τας ιδιωτικάς

των υποθέσεις, διά δε τας δημοσίας υποθέσεις, όλας, αυτός θα

λάβη φροντίδα.

Η μεν λοιπόν τυραννίς του Πεισιστράτου εξ αρχής της εμφανίσεώς

της ιδρύθη κατ' αυτόν τον τρόπον και τόσας υπέστη μεταβολάς.

Ενήργει δε την διοίκησιν των πολιτικών πραγμάτων ο

Πεισίστρατος, όπως ελέχθη, κατά μετριοπαθή τρόπον και πολιτικώς

μάλλον παρά απολυταρχικώς· διότι και ως προς τα άλλα. ήτο

φιλάνθρωπος και ήμερος και εις τους υποπίπτοντας εις παραβάσεις

παρέχων συγχώρησιν· μάλιστα δε και εις τους πτωχούς έδιδε

προκαταβολικά δάνεια διά τας εργασίας των, ώστε να πορίζωνται

τας προς διατροφήν αυτών εκ της γεωργίας. Τούτο δε έκαμνε διά

δύο λόγους· και ίνα μη διαμένουν εντός της πόλεως, αλλά

ευρίσκωνται διεσπαρμένοι εις τους αγρούς και ίνα έχοντες

κάποιαν μετρίαν ευπορίαν και προσηλωμένοι εις τα ιδιωτικά των

συμφέροντα μήτε να επιθυμούν μήτε να χασομερούν φροντίζοντες

διά τα πολιτικά πράγματα. Συγχρόνως δε προς το συμφέρον αυτού

επήρχετο ούτως η αύξησις των εισοδημάτων διά της καλλιεργείας

της χώρας· διότι εισέπραττεν ως φόρον την δεκάτην των

προϊόντων. Διό και διώρισε τους δικαστάς (76) εις κάθε δήμον

και αυτός έβγαινε συχνά έξω εις την αγροτικήν χώραν επιθεωρών

και διαλύων τας διαφοράς των διαδίκων, ίνα μη καταβαίνοντες εις

την πόλιν παραμελούν ούτω την καλλιέργειαν. Και εις μίαν

τοιαύτην έξοδον του Πεισιστράτου λέγουν ότι του συνέβη το

επεισόδιον με τον γεωργόν τον καλλιεργούντα εις τον Υμηττόν ένα

τόπον, όπου ωνομάσθη κατόπιν αφορολόγητος.

Διότι ιδών ένα που έσκαπτε και εκαλλιέργει έδαφος όλως διόλου

πετρώδες ηπόρησε και διέταξε τον δούλον (ο οποίος τον συνώδευε)

να ερωτήση τι προϊόν παράγεται από τον τόπον εκείνον· ο δε

γεωργός είπεν: όλα τα κακά και ψυχρά, (77) και απ' αυτά όμως τα

κακά και ψυχρά χρειάζεται να δίδω εις τον Πεισίστρατον την

δεκάτην. Και ο μεν άνθρωπος λοιπόν απεκρίθη (ούτως) αγνοών (με

ποίον ωμίλει), ο δε Πεισίστρατος ευχαριστηθείς διά την

ελευθεροστομίαν του και φιλεργίαν του έκαμεν αυτόν εντελώς

αφορολόγητον. Και ως προς τα άλλα δε καθόλου δεν ενωχλούσε την

λαϊκήν τάξιν με την εξουσίαν του, αλλ' εφρόντιζε πάντοτε να

επικρατή ειρήνη και διετήρει την ησυχίαν διό και πολλάκις

ελέγετο (78) ότι η βασιλεία του Πεισιστράτου ήτο ο επί Κρόνου

βίος (79), διότι συνέβη κατόπιν, ότε διεδέχθησαν αυτόν οι υιοί

του, ν' αποβή πολύ πλέον τυραννική η διοίκησις. Ο μεγαλύτερος

δε από τους (δι' αυτόν) επαίνους ήτο ότι εις την συμπεριφοράν

του ήτο δημοτικός και φιλάνθρωπος. Διότι ως προς τα άλλα ήθελε

να διοική όλα σύμφωνα με τους νόμους, μη παρέχων εις τον εαυτόν

του κανέν ιδιαίτερον πλεονέκτημα. Και κάποτε εναχθείς ενώπιον

του Αρείου Πάγου διά καταγγελίαν εναντίον του επί φόνω αυτός

μεν προσήλθε διά ν' απολογηθή, ο δε καταμηνύσας αυτόν φοβηθείς

δεν προσήλθε. Διά τούτο και πολύν καιρόν έμεινεν εις την

εξουσίαν (80) και οσάκις έπιπτεν απ' αυτήν πάλιν εύκολα την

ανελάμβανε. Διότι τον ήθελαν οι περισσότεροι και από τους

επιφανείς και από τον λαόν διότι εκείνους μεν διά της φιλίας,

αυτούς δε διά της συνδρομής του εις τα ιδιωτικά των πράγματα

προσείλκυε. Και προς τας δύο δε μερίδας (ούτω) προσηρμόζετο

καλώς. (Άλλως) δε και οι αναφερόμενοι εις την βασιλικήν

εξουσίαν νόμοι των Αθηναίων κατά την εποχήν εκείνην ήσαν

μετριοπαθείς, και όλοι μεν οι άλλοι και μάλιστα ο νόμος εκείνος

ο σχετιζόμενος με την εν ισχύι επαναφοράν του θεσμού της

βασιλείας. Διότι ως προς τούτο υπήρχε παρ' αυτοίς (τοις

Αθηναίοις) ο εξής νόμος:

«Νόμιμα και πατροπαράδοτα των Αθηναίων είναι τα εξής: Εάν τινες

επιχειρήσουν στασιαστικόν κίνημα αποβλέπον εις σύστασιν

βασιλικής εξουσίας, διά να γίνουν βασιλείς, ή εάν συνεργήσουν

εις σύστασιν βασιλικής εξουσίας, στερούνται των πολιτικών

δικαιωμάτων (γίνονται άτιμοι) αυτοί και το γένος των». (81)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

ΟΙ ΥΙΟΙ ΤΟΥ ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΥ

Ο Πεισίστρατος μεν λοιπόν έμεινε μέχρι βαθέος γήρατος εις την

εξουσίαν και απέθανεν ασθενήσας επί Φιλονέου άρχοντος, από της

εποχής μεν που πρώτην φοράν έγινε τύραννος ζήσας τριάκοντα τρία

έτη, είκοσι δε παρά εν έτη διαμείνας εις την εξουσίαν. Διότι

κατά τα άλλα έτη ήτον εξόριστος. Διά τούτο και προδήλως λέγουν

φλυαρίας οι ισχυριζόμενοι ότι ο Πεισίστρατος ήτον ερωμένος του

Σόλωνος και ότι αυτός είχε την στρατηγίαν εις τον εναντίον των

Μεγαρέων πόλεμον. Διότι δεν προσαρμόζονται αυτά προς τας

ηλικίας, εάν τις αναλογισθή την ζωήν του καθενός εκ των δύο και

επί εποχής ποίου άρχοντος απέθανεν. Αφού δε απέθανεν ο

Πεισίστρατος, την εξουσίαν κατέλαβον οι υιοί του, διευθύνοντες

τα πολιτικά πράγματα κατά τον αυτόν τρόπον. Ήσαν δε δύο μεν εκ

του νομίμου γάμου του, ο Ιππίας και ο Ίππαρχος, δύο δε από την

Αργείαν γυναίκα του, ο Ιοφών και ο Ηγησίστρατος, του οποίου

παρωνύμιον ήτο Θεσσαλός. Διότι επήρεν ακόμη γυναίκα ο

Πεισίστρατος από το Άργος, θυγατέρα ανδρός Αργείου, του οποίου

το όνομα ήτο Γοργίλος, ονομαζομένην Τιμώνασσαν, την οποίαν

πρότερον είχε σύζυγόν του ο Αρχίνος ο Αμπρακιώτης εκ του γένους

των Κυψελίδων. Εκ του γεγονότος δε τούτου απορρέει και η φιλία

(του Πεισιστράτου) προς τους Αργείους, από τους οποίους χίλιοι

προσήλθον συμπολεμισταί του εις την μάχην της Παλληνίδος,

οδηγήσαντος αυτούς εκεί του Ηγησιστράτου (82). Λέγουσι δε ότι

ενυμφεύθη την Αργείαν γυναίκα άλλοι μεν μετά την πρώτην

έκπτωσιν αυτού από της εξουσίας, άλλοι δε ενώ ακόμη κατείχε την

εξουσίαν.

Ήσαν δε κύριοι των πραγμάτων και λόγω της επισήμου καταγωγής

και λόγω της (μεγαλυτέρας) ηλικίας των ο Ίππαρχος και ο Ιππίας,

μεγαλύτερος δε κατά την ηλικίαν ων ο Ιππίας και έχων εκ φύσεως

πολιτικήν επιδεξιότητα και σύνεσιν προΐστατο της εξουσίας. Ο δε

Ίππαρχος ήτο φίλος των νεανικών διασκεδάσεων και των ερωτικών

απολαύσεων και των καλλιτεχνικών τέρψεων και αυτός είχε

προσκαλέσει εις Αθήνας τον Ανακρέοντα, τον Σιμωνίδην και τους

φίλους αυτών και τους άλλους ποιητάς. Ο Θεσσαλός δε (ο

Ηγησίστρατος) ήτο πολύ νεώτερος και κατά την συμπεριφοράν

θρασύς και υβριστής, εξ αιτίας του οποίου και έγινεν αρχή όλων

των κακών. Διότι αγαπήσας ερωτικώς τον Αρμόδιον και αποτυχών

εις το ν' αποκτήση την φιλίαν του δεν συνεκράτει την οργήν του,

αλλά και κατά τα άλλα εδείκνυε προσβλητικήν κατ' αυτού

συμπεριφοράν και ιδίως εμπόδισε την αδελφήν του από το να

παρακολουθήση τα Παναθήναια ως κανηφόρος παρθένος, ενώ είχεν

εκλεχθή προς τούτο, εξυβρίσας μάλιστα διά φράσεων τινων τον

Αρμόδιον ως διεφθαρμένον· εκ τούτου δε (του επεισοδίου) συνέβη

ερεθισθείς ο Αρμόδιος να εκτελέση μαζί με τον Αριστογείτονα τον

φόνον με συμμετοχήν (εις το πραξικόπημα τούτο) πολλών. Την

ημέραν των Παναθηναίων, παρατηρούντες (83) τον Ιππίαν εις την

Ακρόπολιν, διότι αυτός ανέμενεν εκεί προς υποδοχήν την πομπήν,

ενώ ο Ίππαρχος επεστάτει το ξεκίνημα, ιδόντες (δε) ένα από τους

συμμετόχους της συνωμοσίας με πολλήν οικειότητα συνδιαλεγόμενον

με τον Ιππίαν και υποπτευθέντες ότι καταγγέλλει (προς αυτόν) το

πράγμα, θέλοντες να κάμουν κάτι πριν συλληφθούν, καταβάντες (ο

Αρμόδιος και ο Αριστογείτων δηλαδή) και εκδηλώσαντες την

εξέγερσίν των πριν από τους άλλους (συνωμότας)· εφόνευσαν τον

Ίππαρχον πλησίον εις το Λεωκόριον, ενώ ετακτοποίει την πομπήν,

έβλαψαν δε (τοιουτοτρόπως) το όλον συνωμοτικόν κίνημα. Εκ των

δύο δε αυτών ο μεν Αρμόδιος ευθύς επί τόπου εφονεύθη υπό των

δορυφόρων, ο δε Αριστογείτων κατόπιν, αφού συνελήφθη και επί

πολύν καιρόν εκακοποιήθη. Διατελών δε υπό βασανιστήρια

κατήγγειλεν (ως συνωμότας) πολλούς, οι οποίοι και κατά την

καταγωγήν ήσαν επίσημοι και φίλοι των τυράννων διετέλουν. Διότι

δεν ηδύναντο ούτοι (οι τύραννοι) να συγκομίσωσιν ευθύς τότε

ενδείξεις περί της συνωμοσίας. Αλλ' όμως η επικρατούσα φήμη,

ότι ο Ιππίας διατάξας να καταθέσουν τα όπλα των όλοι οι

ακολουθούντες την πομπήν, εθεώρησεν ως επ' αυτοφώρω

συλληφθέντας συνωμότας εκείνους που είχαν εγχειρίδια, δεν είναι

αληθινή. Διότι δεν εγίνετο ακόμη την εποχήν εκείνην η πομπή με

ενόπλους (ακολουθούντας αυτήν), αλλά τούτο αργότερα επεκράτησεν

ως συνήθεια κατά τους δημοκρατικούς χρόνους. Κατηγορεί δε (ο

Αριστογείτων) ως συνωμότας τους φίλους του τυράννου — καθώς μεν

λέγουν οι δημοκρατικοί — επίτηδες ίνα καταδιώξη ούτος αδίκως

αυτούς (και εξοργισθούν εναντίον του) και ίνα ούτως οι τύραννοι

εξασθενήσουν κατά την ισχύν των, φονεύοντες τους αθώους και

φίλους των· ως δε μερικοί λέγουν όχι κατά φαντασίαν πλάττων

αλλά τους πράγματι συνωμότας ο Αριστογείτων κατήγγειλε. Και

τέλος, επειδή δεν κατώρθωνε παρ' όλας αυτού τας προσπαθείας ν'

αποθάνη, υποσχεθείς ότι είχε να καταμηνύση και πολλούς άλλους

ακόμη και πείσας τον Ιππίαν να του δώση την δεξιάν προς

επίσημον υπόσχεσιν, ότε έλαβεν αυτήν ονειδίσας τον τύραννον

διότι εις τον φονέα του αδελφού του έδιδε την δεξιάν, τόσον

πολύ εξηρέθισε τον Ιππίαν, ώστε ούτος (εκμανείς) υπό της οργής

δεν ημπόρεσε να συγκρατηθή, αλλά ανασύρας την μάχαιράν του τον

εφόνευσε.

Κατόπιν δε τούτων η τυραννίς έγινε πολύ τραχυτέρα· διότι με το

να ζητή να λάβη εκδίκησιν διά τον αδελφόν του και με το να έχη

φονεύσει και εξορίσει πολλούς εδείχθη προς όλους άπιστος και

κακός. Μάλιστα δε κατά το τέταρτον έτος από της εποχής του

θανάτου του Ιππάρχου, επειδή ευρίσκοντο εις κακήν (δι' αυτόν)

κατάστασιν τα εν τη πόλει, επεχείρησε να οχυρώση με τείχος την

Μουνιχίαν προς τον σκοπόν να μεταφέρη εκεί την έδραν της

διαμονής του. Ενώ δε με αυτά κατεγίνετο, εξεδιώχθη υπό του

βασιλέως των Λακεδαιμονίων Κλεομένους, διότι κατ' επανάληψιν

είχον παραγγείλει εις τους Λάκωνας οι χρησμοί να καταλύσουν την

τυραννίδα, διά την εξής αιτίαν:

Οι εξόριστοι, των οποίων αρχηγοί ήσαν οι Αλκμεωνίδαι, αυτοί μεν

μόνοι των δεν είχαν δυνάμεις διά να πραγματοποιήσουν την διά

της βίας επάνοδον αυτών, αλλά πάντοτε απετύγχαναν διότι και εις

τα άλλα, τα οποία επεχείρουν, απετύγχαναν και περικλείσαντες

διά τείχους εις την (Αττικήν) χώραν το Λειψύδριον, το

ευρισκόμενον εις ύψωμα του Πάρνηθος, όπου, φυγόντες από την

πόλιν, ήλθαν μαζί τους μερικοί, ενικήθησαν διά πολιορκίας υπό

των τυράννων· όθεν κατόπιν κάμνοντες υπαινιγμόν εις ταύτην την

συμφοράν ετραγουδούσαν (οι Αθηναίοι) εις τα σκολιά (84) άσματά

των πάντοτε·

Οχού Λειψύδριο προδοσιάρικο,

τι άνδρες έφαγες, για πόλεμο

ικανούς κι' όλο άρχοντες,

που αυτοί τώδειξαν τότε τι πατέρων ήσαν γυιοί (85).

Αποτυγχάνοντες λοιπόν εις όλα τα άλλα ανέλαβαν εργολαβικώς την

οικοδομήν του εν Δελφοίς ναού, εκ της επιχειρήσεως δε αυτής

εκέρδισαν χρήματα, ώστε διά τούτων να επιτύχουν την βοήθειαν

των Λακεδαιμονίων. Η δε Πυθία εις την αρχήν κάθε χρησμού προς

τους Λακεδαιμονίους έλεγε (86) πάντοτε να ελευθερώσουν τας

Αθήνας, με τόσην επιμονήν, ώστε έκαμε τους Σπαρτιάτας να το

επιχειρήσουν, μολονότι οι Πεισιστρατίδαι συνεδέοντο διά δεσμών

φιλοξενίας προς αυτούς· όχι δε ολιγώτερον συνετέλεσεν εις

παρακίνησιν των Λακώνων η εκ μέρους των Πεισιστρατιδών

υπάρχουσα φιλία προς τους Αργείους. Και κατά πρώτον μεν λοιπόν

απέστειλαν διά θαλάσσης τον Αγχίμολον φέροντα στρατόν· ότε δε

αυτός ενικήθη και εφονεύθη, διότι ήλθεν εις βοήθειαν (των

Πεισιστρατιδών) ο Θεσσαλός Κινέας έχων χιλίους ιππείς,

οργισθέντες ακόμη περισσότερον εξ αιτίας του συμβάντος αυτού

έστειλαν εις την εκστρατείαν τον βασιλέα Κλεομένην διά ξηράς

έχοντα μεγαλυτέραν πολεμικήν προετοιμασίαν· ούτος, αφού ενίκησε

τους ιππείς των Θεσσαλών, επιχειρήσαντας να εμποδίσωσιν αυτόν

να εισέλθη εις την Αττικήν, αποκλείσας τον Ιππίαν εις το τείχος

το λεγόμενον Πελαργικόν επολιόρκει αυτόν έχων την βοήθειαν των

Αθηναίων. Ενώ δε αυτός έμενεν εκεί, συνέπεσεν εξελθόντες

κρυφίως να συλληφθώσιν οι υιοί των Πεισιστρατιδών ότε δε ούτοι

ηχμαλωτίσθησαν, ελθόντες οι Πεισιστρατίδαι εις συνθηκολογίαν

διά σωτηρίαν των τέκνων των και εντός πέντε ημερών

μετακομίσαντες έξω των Αθηνών τα πράγματά των, παρέδωκαν την

Ακρόπολιν εις τους Αθηναίους επί άρχοντος Αρπακτίδου,

διατηρήσαντες την τυραννίδα μετά τον θάνατον του πατρός τως

δεκαεπτά εν όλω έτη. Εν συνόλω δε μετά των ετών, τα οποία

εβασίλευσεν ο πατήρ, πεντήκοντα έτη μείον έν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ

Αφού δε κατηργήθη η τυραννίς, ευρέθησαν εις διάστασιν προς

αλλήλους (χάριν της εξουσίας) ο Ισαγόρας ο υιός του Τεισάνδρου,

ο οποίος ήτο φίλος των τυράννων, και ο Κλεισθένης, ο

καταγόμενος εκ του γένους των Αλκμεωνιδών. Νικηθείς δε εις τα

πολιτικά σωματεία (ήτοι έχων με το μέρος του ολιγώτερα πολιτικά

σωματεία) ο Κλεισθένης προσεταιρίσθη τον λαόν, υποσχόμενος ν'

αποδώση εις τούτον την διοίκησιν της πολιτείας. Ο δε Ισαγόρας

ευρεθείς (ούτως) ασθενέστερος ως προς την δύναμιν, καλέσας και

πάλιν προς βοήθειάν του τον Κλεομένην, ο οποίος συνεδέετο μετ'

αυτού διά δεσμού φιλοξενίας· έπεισε συνάμα αυτόν να εκδιώξη από

την πόλιν την ανοσιουργίαν (το άγος), διότι επιστεύετο ότι οι

Αλκμεωνίδαι ήσαν από τα γένη των ανοσιουργών. Ότε δε (ένεκα

τούτου) εξήλθε κρυφίως της πόλεως ο Κλεισθένης με ολίγους

οπαδούς του, εξορίζει εκείνος ως εναγείς επτακοσίας

οικογενείας· αυτά δε διαπράξας, την μεν βουλήν έκαμεν απόπειραν

να καταργήση, τον δε Ισαγόραν και τριακοσίους των φίλων μαζί με

αυτόν να καταστήση κυρίους της πόλεως. Επειδή δε η βουλή

αντεστάθη και ο λαός συνηθροίσθη (προς επίθεσιν), οι μεν περί

τον Κλεομένην και τον Ισαγόραν κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, ο

δε λαός δύο μεν ημέρας σταθείς εκεί τους επολιόρκει, την δε

τρίτην ημέραν αφήσας ελευθέρους να εξέλθουν συνεπεία ενόρκου

συμφωνίας τον Κλεομένην και τους στρατιώτας του, έστειλε και

προσεκάλεσε τον Κλεισθένην και τους άλλους φυγάδας. Αφού δε

(ούτω) κύριος των πραγμάτων έγινεν ο λαός, έγινεν αρχηγός αυτού

ο Κλεισθένης και προστάτης της λαϊκής τάξεως. Διότι κυριώτατα

αίτιοι σχεδόν της εκδιώξεως των τυράννων έγιναν οι Αλκμεωνίδαι

και ως επί το πλείστον (τον καιρόν της τυραννίδος) διετέλεσαν

στασιώται. Και πρότερον δε ακόμη ο Κήδων, του γένους των

Αλκμεωνιδών, επετέθη (87) εναντίον των τυράννων, διά τούτο δε

και τον ανέφεραν και αυτόν εις τα παροίνια άσματα (σκολιά):

Βάλε και του Κήδωνος, δούλε υπηρέτη, και μη τον λησμονείς,

'σάν που πρέπει τους γενναίους άνδρας να τους κερνάμε κρασί (88).

Διά τους λόγους μεν λοιπόν τούτους ο λαός είχεν εμπιστοσύνην

εις τον Κλεισθένην. Τότε δε προϊστάμενος του λαού αυτός, το

τέταρτον έτος μετά την εκδίωξιν των τυράννων, επί άρχοντος

Ισαγόρου, πρώτον μεν διήρεσεν όλους εις δέκα φυλάς, αντί των

τεσσάρων, θέλων να αναμίξη ούτως αυτούς (τους Αθηναίους) προς

τον σκοπόν ν' αποκτήσουν τοιουτοτρόπως περισσότεροι πολιτικά

δικαιώματα, εξ ου και προέκυψεν η φράσις «δεν πρέπει να γίνεται

διάκρισις φυλών», αναφερομένη εναντίον εκείνων οι οποίοι θέλουν

να εξετάζουν τα γένη.

Έπειτα την βουλήν απετέλεσεν εκ πεντακοσίων αντί τετρακοσίων,

(ορίσας) πεντήκοντα από καθεμίαν φυλήν· τότε δε ήσαν εκατόν από

κάθε φυλήν, διά τούτο δε και δεν διήρεσεν εις δώδεκα φυλάς

(89), διά να μη συμπέση με την υποδιαίρεσιν εις τριττύας, η

οποία προϋπήρχε· ώστε η λαϊκή τάξις (το πλήθος) δεν συνέπιπτε

να ευρίσκεται όλη εις ένα δήμον. Εχώρισε δε και την χώραν κατά

δήμους εις τριάκοντα μέρη, δέκα μεν δήμους περί την πόλιν, δέκα

δε της παραλίας και δέκα της μεσογείου χώρας, και αυτάς

ονομάσας τριττύς ώρισε διά κλήρου να ληφθούν τρεις δήμοι διά να

σχηματίζουν μίαν φυλήν, κατά τρόπον ώστε καθεμία φυλή να

ευρίσκεται εις όλα τα μέρη της χώρας (90). Και διέστειλεν ως

συνδημότας (έχοντας κοινήν δηλαδή προσωνυμίαν) τους

κατοικούντας έκαστον δήμον, προς τον σκοπόν να μη φανερώνεται

ποίοι έχουν λάβη νεωστί πολιτικά δικαιώματα διά της

προσαγορεύσεως του οικογενειακού (πατρικού) ονόματος· έκτοτε δε

επονομάζονται οι Αθηναίοι μεταξύ των εκ του ονόματος του δήμου

(εις τον οποίον έκαστος ανήκει). Συνέστησε δε και αξίωμα

δημάρχων, των οποίων αι δικαιοδοσίαι ήσαν αι αυταί με τας

δικαιοδοσίας των προτέρων ναυκράρων· καθόσον αντικατέστησε τας

ναυκραρίας με τους δήμους. Έδωκε δε εις τους δήμους ονόματα εις

άλλους μεν εκ της τοποθεσίας, εις άλλους δε έδωκεν εκ των

ιδρυτών αυτών διότι ουχί όλοι οι δήμοι υπήρχον εις

προγενεστέρως εχούσας όνομα τοποθεσίας (91). Τα δε γένη και τας

φρατρίας (92) και τα ιερατικά νόμιμα αφήκεν εις καθένα να έχουν

κατά τα πατροπαράδοτα· εις τας φυλάς δε έδωκεν εκ των

προεκλεγέντων εκατόν πατρογονικών ηρώων τα ονόματα των δέκα εξ

αυτών, εκείνων τους οποίους υπέδειξεν η Πυθία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ

Αφού δε έγιναν αυτά, το πολίτευμα απέβη πολύ πλέον δημοκρατικόν

παρά το του Σόλωνος· διότι πράγματι οι μεν νόμοι του Σόλωνος

συνέβη να επιφέρωσι την εξάλειψιν του τυραννικού αξιώματος —

διότι τούτο δεν είχε χρησιμοποιηθή καλώς — ο δε Κλεισθένης

άλλους νέους νόμους εισήγαγεν αποβλέπων εις ενίσχυσιν της

λαϊκής δυνάμεως, μεταξύ δε τούτων παρενεβλήθη και ο περί

εξοστρακισμού νόμος. Πρώτον μεν λοιπόν κατά το πέμπτον έτος

μετά την νέαν αυτήν πολιτικήν κατάστασιν επί της αρχοντίας του

Ερμοκρέοντος έκαμε διά την βουλήν των πεντακοσίων τον όρκον

(93) τον οποίον ακόμη και τώρα ομνύουν οι βουλευταί· έπειτα

τους στρατηγούς εξέλεγον κατά φυλάς, από κάθε φυλήν ένα, όλου

δε του στρατεύματος αρχηγός ήτον ο πολέμαρχος. Κατά δε το

δωδέκατον μετά ταύτα έτος νικήσαντες εις την εν Μαραθώνι μάχην

επί της αρχοντίας του Φαινίππου, μετά πάροδον δύο ετών από της

νίκης, ότε ο λαός ανέλαβε το θάρρος του, τότε διά πρώτην φοράν

εφήρμοσαν τον νόμον τον περί εξοστρακισμού, ο οποίος είχε τεθή

από υποψίαν προς τους έχοντας δύναμιν, υποψίαν προκύψασαν εκ

του ότι ο Πεισίστρατος, ηγέτης πολιτικής μερίδος ων και

στρατηγός, έγινε τύραννος. Και πρώτος εξωστρακίσθη ο εκ των

συγγενών εκείνου (του Πεισιστράτου) ο Ίππαρχος ο υιός του

Χάρμου, Κολλυτεύς, διά τον οποίον και κυρίως έθεσε τον νόμον ο

Κλεισθένης, θέλων να διώξη αυτόν εκ της πόλεως. Διότι οι

Αθηναίοι σύμφωνα με την συνειθισμένην αγαθότητα του λαού των

άφηναν να κατοικώσιν εις την πόλιν τους φίλους των τυράννων,

εκείνους όσοι δεν ήθελαν συμπαρεκτραπή εις τας ταραχάς· των

οποίων (φιλοτυράννων) αρχηγός και προστάτης ήτον ο Ίππαρχος. Το

επόμενον δε αμέσως έτος επί της αρχοντίας του Τελεσίνου διά

κυάμων (ψήφων) εξέλεξαν τους εννέα άρχοντας κατά φυλάς εκ του

καταλόγου των προεκλεγέντων υπό των δημοτών πεντακοσίων (94),

διά πρώτην τότε φοράν [μετά την εποχήν της τυραννίας] (95) ·

προηγουμένως δε όλοι οι άρχοντες εξελέγοντο απ' ευθείας. Και

τότε εξωστρακίσθη ο Μεγακλής, ο υιός του Ιπποκράτους εκ του

δήμου της Αλωπεκής. Επί τρία μεν λοιπόν έτη εξωστράκιζαν (ούτω)

τους φίλους των τυράννων, διά τους οποίους και έγινεν ο νόμος

αυτός· μετά δε ταύτα κατά το τέταρτον έτος και εκ των άλλων,

εάν κανείς εφαίνετο ότι ήτο μεγαλύτερος (εις την δύναμιν),

εξωρίζετο· και πρώτος εκ των μη εχόντων σχέσιν προς τους

τυράννους εξωστρακίσθη ο Ξάνθιππος ο υιός του Αρίφρονος. Εις το

τρίτον δε κατόπιν έτος επί της αρχοντίας του Νικομήδους, κατά

τον καιρόν που ευρέθησαν τα μεταλλεία εις την Μαρώνειαν (96)

και επορίσθη εξ αυτών η πόλις εκατόν τάλαντα, ενώ μερικοί

εσυμβούλευαν τον δήμον να γίνη διανομή του χρήματος (εις τους

πολίτας), ο Θεμιστοκλής εμπόδισε τούτο, μη λέγων μεν κατά ποίον

τρόπον θα εχρησιμοποίει τα χρήματα, αλλά προτείνων να δοθώσι

ταύτα ως δάνειον εις τους πλέον πλουσίους εκ των Αθηναίων

εκατόν, ανά έν τάλαντον εις καθένα, κατόπιν δε, εάν μεν ήθελεν

είναι αρεστός (εις τον λαόν) ο τρόπος της δαπάνης, να λογίζεται

αύτη εις βάρος της πόλεως, ει δ' άλλως να εισπράττωνται τα

χρήματα από τους δανεισθέντας, διά του τρόπου δε τούτου λαβών

τα χρήματα κατεσκεύασεν εκατόν τριήρεις, με το να ναυπηγήση

καθένας από τους εκατόν ανά μίαν, με τας οποίας έκαμε την εν

Σαλαμίνι ναυμαχίαν προς τους βαρβάρους. Εξωστρακίσθη δε κατ'

εκείνον τον καιρόν ο Αριστείδης ο υιός του Λυσιμάχου. Μετά τρία

δε έτη επί της αρχοντίας του Υψιχίδου εψήφισαν να δεχθώσι την

επάνοδον όλων των εξωστρακισμένων, τούτο δε ένεκα της

εκστρατείας του Ξέρξου. (97) Και ώρισαν εις το εξής, οι

εξοστρακιζόμενοι να μη εγκαθίστανται πέραν της Γεραιστού και

του Σπηλαίου (98), ει δ' άλλως να κηρύττωνται διά παντός

στερημένοι των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

ΜΗΔΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ — ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ — ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

Τότε μεν λοιπόν μέχρι του σημείου τούτου ανεπτύχθη η πολιτεία

παραλλήλως προς το δημοκρατικόν πολίτευμα ολίγον κατ' ολίγον

προοδεύουσα. Μετά δε τους Μηδικούς πολέμους απέκτησεν εκ νέου

δύναμιν η βουλή του Αρείου Πάγου και εκυβέρνα την πόλιν, μη

λαβούσα την εξουσίαν με καμμίαν επίσημον απόφασιν, αλλά διότι

(η βουλή αυτή) εστάθη αιτία της περί την Σαλαμίνα ναυμαχίαν.

Διότι ενώ οι στρατηγοί ηυρέθησαν εις απορίαν διά τα πράγματα κ'

έβγαλαν κήρυγμα να φροντίση καθένας διά την σωτηρίαν του, η

βουλή του Αρείου Πάγου επρομήθευσε και εμοίρασεν εις έκαστον —

— οκτώ δραχμάς και επεβίβασεν αυτούς εις τα πλοία· δι' αυτήν

λοιπόν την αιτίαν υπετάσσοντο εις την εξουσίαν της και

εκυβερνώντο οι Αθηναίοι καλώς επίσης και κατά την εποχήν αυτήν.

Διότι συνέβη εις αυτούς, εις το χρονικόν εκείνο διάστημα, και

να αναπτύξουν τας πολεμικάς αυτών δυνάμεις και ν' αποκτήσουν

αγαθήν υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων και να λάβουν την ηγεμονίαν

της θαλάσσης παρά την θέλησιν των Λακεδαιμονίων.

Ήσαν δε προϊστάμενοι (αρχηγοί) του δήμου κατά τους καιρούς

αυτούς ο Αριστείδης ο υιός του Λυσιμάχου και ο Θεμιστοκλής ο

υιός του Νεοκλέους, ούτος μεν εξησκημένος εις τα πολεμικά,

εκείνος δε ικανός εις τα πολιτικά πράγματα και υπέροχος των

συγχρόνων του εις την δικαιοσύνην· δι' ό και μετεχειρίζοντο τον

μεν ως στρατηγόν, τον δε ως σύμβουλον. Και την μεν

ανοικοδόμησιν των τειχών από κοινού οι δύο έφεραν εις πέρας, αν

και ευρισκόμενοι εις διάστασιν μεταξύ τους, ως προς δε την

απομάκρυνσιν των Ιώνων από της συμμαχίας των Λακεδαιμονίων ο

Αριστείδης υπήρξεν ο προτρέψας εις αυτήν, επιληφθείς της

ευκαιρίας καθ' ήν οι Λάκωνες είχον υποστή μείωσιν της υπολήψεώς

των εξ αιτίας του Παυσανίου. Διά τούτο δε και αυτός (ο

Αριστείδης) ήτον ο επιβαλών τους πρώτους φόρους εις τας πόλεις

κατά το τρίτον έτος μετά την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν επί της

αρχοντίας του Τιμοσθένους, και αυτός διεξήγαγε τα της ορκήσεως

των Ιώνων, σύμφωνα με την οποίαν ωρίζετο να έχουν τους αυτούς

(με τους Αθηναίους) εχθρούς και φίλους, εις πίστωσιν των οποίων

και τους πυρακτωμένους στρογγυλούς λίθους έρριψαν ομού εις την

θάλασσαν (99).

Μετά δε ταύτα, καθ' όσον ήδη ελάμβανε πεποίθησιν εις τας

δυνάμεις της η πόλις και χρήματα πολλά είχαν συναθροισθή,

συνεβούλευεν (ο Αριστείδης) ν' αναλάβωσιν αυτοβούλως την

ηγεμονίαν και καταβαίνοντες εκ των αγρών να κατοικούν εις την

πόλιν διότι τα της συντηρήσεως θα υπήρχον δι' όλους, εις άλλους

μεν ως απησχολημένους εις εκστρατείας, εις άλλους δε ως έχοντας

την φρούρησιν της χώρας, εις άλλους δε ως διαχειριζομένους τα

κοινά· έπειτα κατά τοιούτον τρόπον (οργανούμενοι) θα καταλάβωσι

την ηγεμονίαν. Πεισθέντες δε εις ταύτα και λαβόντες την

εξουσίαν εφέροντο προς τους συμμάχους πλέον δεσποτικώς, εκτός

εις τους Χίους και τους Λεσβίους και τους Σαμίους· τούτους δε

τους είχαν φύλακας της ηγεμονίας, αφήσαντες εις αυτούς και τα

ίδιά των πολιτεύματα και την εξουσίαν επί όσων παλαιότερα ήσαν

άρχοντες. Εθέσπισαν δε και υπό του δημοσίου παροχήν των προς

διατροφήν απαιτουμένων εις τον λαόν, καθώς υπέδειξε τούτο ο

Αριστείδης. Τοιουτοτρόπως από των αμέσων και των εμμέσων φόρων

και από των εισπραττομένων από τους συμμάχους συνέβη να

συντηρούνται περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι. Διότι

δικασταί μεν ήσαν έξ χιλιάδες, τοξόται δε χίλιοι εξακόσιοι και

προς τούτοις χίλιοι διακόσιοι ιππείς, μέλη δε της βουλής

πεντακόσιοι και φρουροί των νεωρείων πεντακόσιοι και προς

τούτοις φρουροί εις την πόλιν (100) πενήντα, διαχειρισταί των

εξουσιών (101) εγχωρίως μεν έως επτακόσιοι άνδρες, έξω δε της

χώρας έως επτακόσιοι· επί πλέον, όταν κατόπιν έκαμαν τον

πόλεμον, υπήρχον στρατιώται μεν δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, πλοία

δε φρουρούντα είκοσιν, άλλα δε πλοία μεταφέροντα τους διά

ψηφοφορίας εκλεγομένους δύο χιλιάδας φρουρούς [των υποτελών

πόλεων]· ακόμη δε υπήρχον το πρυτανείον, οι ορφανοί και οι

δεσμοφύλακες· διότι εις όλους τούτους η συντήρησις παρείχετο

από του δημοσίου ταμείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

ΠΡΟΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Η μεν λοιπόν διατροφή του λαού διά των τρόπων τούτων εγίνετο.

Δεκαεπτά δε και πλέον έτη μετά τους Περσικούς πολέμους

διετηρήθη η πολιτεία υπό την διεύθυνσιν των μελών του Αρείου

Πάγου, αν και ολίγον κατ' ολίγον κατέπιπτεν. Όταν δε ηυξήθησαν

αι λαϊκαί τάξεις, γενόμενος αρχηγός του λαού ο Εφιάλτης ο υιός

του Σοφωνίδου, έχων υπόληψιν ότι και αδωροδόκητος ήτο και

δίκαιος προς το πολίτευμα, επετέθη ούτος εναντίον της βουλής·

και πρώτον μεν καθήρεσε πολλούς των Αρεοπαγιτών· προκαλών

εναντίων αυτών δίκας περί της διαχειρίσεώς των (102)· έπειτα δε

επί της αρχοντίας του Κόνωνος αφήρεσεν από την βουλήν όλας τας

εξουσίας, διά των οποίων αυτή καθίστατο φρουρός του

πολιτεύματος και άλλας μεν των εξουσιών έδωκεν εις τους

πεντακοσίους, άλλας δε εις την συνέλευσιν του δήμου και εις τα

δικαστήρια. [Διέπραξε (103) δε αυτά με το να γίνη συνεργός του

ο Θεμιστοκλής, ο οποίος ήτο μεν μέλος του Αρείου Πάγου,

επρόκειτο δε να δικασθή κατηγορούμενος διά φιλίαν προς τους

Πέρσας (μηδισμόν)· θέλων δε ο Θεμιστοκλής να καταργηθή η

εξουσία της βουλής, προς μεν τον Εφιάλτην έλεγεν ότι η βουλή

εσχεδίαζε να τον συλλάβη, προς δε τους Αρεοπαγίτας ότι θα

υποδείξη τινάς συνεννοημένους διά να καταλύσουν το πολίτευμα.

Οδηγήσας δε τους προς τούτο υπό της βουλής εκλεγέντας εις το

μέρος όπου διέμενεν ο Εφιάλτης, συνωμίλει με πολλήν ζωηρότητα

μαζί τους. Ο δε Εφιάλτης, καθώς είδε τούτο, καταφεύγει

μισοενδυμένος (104) ικέτης εις τον βωμόν. Αφού δε όλοι

εξεπλάγησαν διά το συμβάν και η βουλή των πεντακοσίων συνήλθεν

εις συνεδρίασιν, επετέθησαν διά διαφόρων κατηγοριών εναντίον

των Αρεοπαγιτών και ο Εφιάλτης και ο Θεμιστοκλής και πάλιν

έπειτα προ της εκκλησίας του δήμου κατά όμοιον τρόπον, έως ου

τους αφήρεσαν την εξουσίαν]. Εφονεύθη δε και ο Εφιάλτης

δολοφονικώς, όχι μετά πολύν καιρόν, διά του Ταναγραίου

Αριστοδίκου.

Η μεν λοιπόν βουλή των Αρεοπαγιτών τοιουτοτρόπως απεστερήθη της

ανωτάτης εποπτείας· μετά δε ταύτα συνέβαινε να χαλαρώνεται

ολοένα περισσότερον το πολίτευμα εξ αιτίας των εμπαθών

δημαγωγών· διότι κατά την εποχήν εκείνην συνέπεσεν ουδέ αρχηγόν

να έχουν οι μετριοπαθέστεροι, αλλά να προΐσταται αυτών ο Κίμων

ο υιός του Μιλτιάδου ενώ ήτον ακόμη νέος (105) και αργά είχεν

αναμιχθή εις τα πολιτικά πράγματα· προς δε τούτοις και διότι

είχον εκλείψη οι περισσότεροι του κόμματος τούτου εις τας

πολεμικάς επιχειρήσεις· διότι με το να σχηματίζεται κατά τους

χρόνους εκείνους ο προς εκστρατείαν στρατός εκ του καταλόγου

των εκλεξίμων πολιτών (106) και με το να διορίζωνται στρατηγοί

άπειροι μεν εις τα του πολέμου τιμώμενοι δε διά τας πατρικάς

δόξας, συνέβαινε πάντοτε να χάνωνται δύο ή τρεις χιλιάδες από

τους εκστρατεύοντας, να εξολοθρεύωνται δε τοιουτοτρόπως οι

μετριοπαθείς και εκ της τάξεως του λαού και εκ της τάξεως των

ευπόρων.

Όλα μεν λοιπόν τα άλλα πράγματα της πολιτείας εκυβέρνων όχι

όμοια όπως πρότερον και σύμφωνα με τους κειμένους νόμους, τον

δε τρόπον της εκλογής των εννέα αρχόντων δεν μετέβαλον, παρά

μόνον μετά το έκτον έτος μετά τον θάνατον του Εφιάλτου

απεφάσισαν να προεκλέξουν και εκ της τάξεως των πολιτών

εκείνους εκ του καταλόγου, των οποίων θα ελαμβάνοντο διά κλήρων

οι εννέα άρχοντες, και πρώτος εκ της τάξεως αυτών άρχων υπήρξεν

ο Μνησιθείδης· οι δε προ τούτου άρχοντες όλοι ήσαν εκ των

τάξεων των ιππέων και των πεντακοσιομεδίμνων, οι δε ζευγίται

διωρίζοντο εις τα κατώτερα αξιώματα, αν μη εγίνετο παράβλεψις

καμμία κάποτε εις τους νόμους. Κατά το πέμπτον δε έτος μετά

ταύτα επί της αρχοντίας του Λυσικράτους επανήλθεν εν ισχύι ο

θεσμός των τριάκοντα δικαστών, των λεγομένων δημοτικών (107).

Και τρία έτη κατόπιν αυτού επί της αρχοντίας του Αντιδότου εξ

αιτίας του πλήθους των πολιτών κατά πρότασιν του Περικλέους

απεφάσισαν να μη έχη πολιτικά δικαιώματα εκείνος, όστις δεν

είχε γεννηθή εκ γονέων αμφοτέρων πολιτών (Aθηναίων).

Κατόπιν δε τούτων, ότε την αρχηγίαν του λαού έλαβεν ο Περικλής

και διά πρώτην φοράν είχε διακριθή, ότε υπέβαλε καταγγελίαν

ζητών να λογοδοτήση διά τας πράξεις της στρατηγίας του ο Κίμων,

ενώ ακόμη ήτο (ο Περικλής) νέος, έγινεν ακόμη πλέον φιλολαϊκή η

δημοκρατία. Διότι και των Αρεοπαγιτών μερικάς εξουσίας αφήρεσε

και την πόλιν παρεκίνησεν εις αύξησιν της ναυτικής δυνάμεως,

ένεκα της οποίας συνέβη να λάβη περισσότερον θάρρος ο λαός,

ώστε να συγκεντρώση βαθμηδόν όλας τας εκ του πολιτεύματος

εξουσίας εις εαυτόν. Μετά πενήντα δε μείον έν έτη από της εν

Σαλαμίνι ναυμαχίας επί της αρχοντίας του Πυθοδώρου επήλθεν ο

προς τους Πελοποννησίους πόλεμος, καθ' όν περιορισθείς ο λαός

εντός της πόλεως και συνηθίσας ν' αναλαμβάνη υπηρεσίαν εις τα

στρατιωτικά σώματα με μισθόν, προέβη εις την απόφασιν εν μέρει

μεν θεληματικώς εν μέρει δε ακουσίως να διοική την πόλιν αυτός.

Πρώτος δε ο Περικλής έκαμε και τα δικαστήρια μισθοφόρα,

δημαγωγικώς παρουσιάζων αντιστάθμισμα της ευπορίας (του λαού)

της υπαρχούσης επί της εποχής του Κίμωνος. Διότι ο Κίμων έχων

ιδικήν του ηγεμονικήν (108) περιουσίαν, πρώτον μεν ο ίδιος τα

βάρη των δημοσίων αξιωμάτων (109) εξετέλει κατά τρόπον λαμπρόν,

έπειτα δε πολλούς των συνδημοτών του συνετήρει εξ ιδίων του·

διότι κάθε πολίτης εκ του δήμου των Λακιαδών (110) ηδύνατο αν

ήθελε μεταβαίνων καθημέραν εις αυτόν (τον Κίμωνα) να λαμβάνη τα

προς συντήρησιν· προς τούτοις δε και οι αγροί του όλοι ήσαν

απερίφρακτοι, διά να δύναται όστις ήθελε να λαμβάνη εξ αυτών

οπώρας. Εις αυτάς λοιπόν τας παροχάς μη δυνάμενος διά της

περιουσίας του να επαρκέση ο Περικλής, κατά συμβουλήν του

Δάμωνος, του υιού του Δαμωνίδου δημότου Όας (111) (ο οποίος

επιστεύετο ότι υπήρξεν εις τον Περικλέα εισηγητής των

περισσοτέρων τούτου διαβημάτων, διό και εξωστρακίσθη ύστερον),

επειδή ως προς την ατομικήν του περιουσίαν ήτο κατώτερος διά να

παράσχη εις τον λαόν τα εις αυτόν ανήκοντα, ώρισε παροχήν

μισθού εις τους απαρτίζοντας (καθημέραν) τα δικαστήρια· εξ

αιτίας του οποίου, ως μερικοί κατηγορούσιν, έγιναν χειρότερα τα

δικαστήρια, διότι με φροντίδα ιδιάζουσαν εκληρώνοντο πάντοτε οι

τυχόντες μάλλον άνθρωποι παρά οι έγκριτοι. Ήρχισε δε κατόπιν

και η δωροδοκία, της οποίας πρώτος έκαμεν αρχήν ο Άνυτος μετά

την στρατηγίαν του εις Πύλον (112). Διότι καταγγελθείς υπό

τινων ως αίτιος της απωλείας της Πύλου, αγοράσας διά &δώρων

τους δικαστάς&, απηλλάγη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

ΟΙ ΔΗΜΑΓΩΓΟΙ

Εφ' όσον μεν λοιπόν ο Περικλής προΐστατο του λαού ήσαν καλύτερα

της πολιτείας τα πράγματα. Όταν δε απέθανεν ο Περικλής απέβησαν

πολύ χειρότερα. Διότι πρώτον τότε ο λαός έλαβεν ηγέτην αυτού

άνθρωπον μη έχοντα υπόληψιν μεταξύ των εγκρίτων πολιτών. Κατά

δε τους προγενεστέρους χρόνους πάντοτε έγκριτοι πολίται υπήρξαν

αρχηγοί του λαού (δημαγωγοί). Διότι αρχικώς μεν και πρώτος του

λαού ηγέτης έγινεν ο Σόλων, δεύτερος δε ο Πεισίστρατος, οι

οποίοι ήσαν εκ της τάξεως των ευγενών και γνωστών οικογενειών.

Ότε δε κατελύθη η τυραννίς (του Πεισιστράτου) ο Κλεισθένης, ο

οποίος ήτον εκ του γένους των Αλκμεωνιδών, και τούτων μεν

ουδείς υπήρξε πολιτικός αντίπαλος, αφ' ότου εξέπεσε το

πολιτικόν κόμμα του Ισαγόρα. Μετά δε ταύτα της μεν λαϊκής

τάξεως ηγέτης υπήρξεν ο Ξάνθιππος, των δε ευπόρων ο Μιλτιάδης,

κατόπιν δε ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης· μετά δε τούτους ο

Εφιάλτης μεν υπήρξεν ηγέτης του λαού, ο Κίμων δε ο υιός του

Μιλτιάδου υπήρξεν ηγέτης των ευπόρων έπειτα δε ο Περικλής μεν

του λαού, ο Θουκυδίδης (113) δε των άλλων, συγγενής ων του

Κίμωνος. Ότε δε απέθανεν ο Περικλής, των μεν εγκρίτων ηγέτης

υπήρξεν ο Νικίας, ο αποθανών εν Σικελία, του δε λαού ο Κλέων ο

υιός του Κλεαινέτου, ο οποίος φαίνεται κατ' εξοχήν επέφερε την

διαφθοράν των διαθέσεων του λαού και πρώτος επί του βήματος

εκραύγαζε και απηύθυνεν ύβρεις και φορέσας ζώνην (114)

εδημηγόρησε, ενώ οι άλλοι ρήτορες ωμίλουν με κοσμιότητα. Έπειτα

κατόπιν αυτών αρχηγός των μεν άλλων υπήρξεν ο Θηραμένης ο υιός

του Άγνωνος, του δε λαού ο Κλεοφών ο κατασκευαστής λυρών, ο

οποίος και πρώτος εισήγαγε την συνήθειαν της διωβολίας (115).

Και επί τινα μεν χρόνον η συνήθεια αύτη εφηρμόζετο, μετά δε

ταύτα κατήργησεν αυτήν ο Καλλικράτης ο Παιανιεύς, πρώτος αυτός

δώσας εις τον λαόν υπόσχεσιν ότι θα προσθέση εις τους δύο

οβολούς ένα ακόμη οβολόν. Αυτούς μεν λοιπόν και τους δύο

κατεδίκασαν ύστερα εις θάνατον· διότι έχει συνήθειαν το πλήθος

και αν παρασυρθή δι' απάτης να μισή κατόπιν εκείνους οι οποίοι

το παρέσυραν να κάμη κάτι όχι καλόν. Από δε της εποχής του

Κλεοφώντος πλέον διαδοχικώς ανελάμβανον πάντοτε την αρχηγίαν

του λαού (δημαγωγίαν) εκείνοι όσοι είχον διάθεσιν να είναι

περισσότερον θρασείς και να είναι ευχάριστοι εις τους πολλούς,

αποβλέποντες εις την επιτυχίαν της στιγμής.

Λογίζονται δε ότι υπήρξαν οι καλύτεροι των εις τας Αθήνας

υπαρξάντων πολιτικών μετά τους παλαιούς ο Νικίας, ο Θουκυδίδης

και ο Θηραμένης· και περί μεν του Νικίου και του Θουκυδίδου

όλοι σχεδόν ομοφώνως λέγουν ότι υπήρξαν όχι μόνον καλοί και

αγαθοί αλλά και με πολιτικόν νουν και προς όλους τους πολίτας

φερόμενοι πατρικώς, περί δε του Θηραμένους, καθ' όσον συνέβη

επί της εποχής του να είναι ταραχώδη τα πολιτικά πράγματα,

υπάρχει αμφισβήτησις της κρίσεως. Φαίνεται όμως εις εκείνους οι

οποίοι δεν αποφαίνονται επιπολαίως ότι αυτός όχι όπως τον

συκοφαντούσι κατέλυεν όλους τους τρόπους της πολιτικής

διοικήσεως, αλλ' απεναντίας όλους υπεστήριζε τους τρόπους

μέχρις ότου δεν παρεξετρέποντο διόλου εις παρανομίας, δεικνύων

ότι ηδύνατο να πολιτεύεται με οιονδήποτε πολίτευμα — το οποίον

και ακριβώς είναι έργον αγαθού πολίτου — όταν δε παρεξετρέποντο

εις παρανομίας, μη συγχωρών αλλ' αποστρεφόμενος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Η ΕΝ ΣΙΚΕΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ — ΣΤΑΣΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΩΝ

Εφ' όσον μεν λοιπόν αι περιπέτειαι του πολέμου ήσαν ισόρροποι

διετήρουν το δημοκρατικόν πολίτευμα. Όταν δε μετά την συμφοράν

την επελθούσαν εις την Σικελίαν απέβησαν ισχυρότεροι οι

Λακεδαιμόνιοι ένεκα της συμμαχίας των με τον βασιλέα (των

Περσών), ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι μεταβαλόντες την δημοκρατίαν

να συστήσωσι το πολίτευμα των τετρακοσίων και τον μεν προ του

ψηφίσματος λόγον είπεν ο Μηλόβιος, την δε πρότασιν υπέβαλεν

εγγράφως ο Πυθόδωρος ο Αναφλύστιος, εις αυτήν δε κατεπείσθησαν

κυρίως οι πολλοί, διότι επίστευαν ότι ο βασιλεύς μάλλον με το

μέρος των θα ταχθή εις τον πόλεμον εάν εγκαταστήσωσι πολίτευμα

ολιγαρχικόν.

Ήτο δε το υποβληθέν ψήφισμα του Πυθοδώρου τοιούτον: «Ο λαός να

εκλέξη εκτός των προϋπαρχόντων δέκα προβούλων και άλλους

είκοσιν εκ των εχόντων ηλικίαν πλέον των σαράντα ετών, οι

οποίοι αφού ορκισθούν ότι δεν θα προτείνουν (116) ειμή εκείνα

τα οποία ήθελον νομίζη συμφερώτερα εις την πόλιν, να υποβάλουν

προτάσεις αποβλεπούσας εις την σωτηρίαν της πόλεως (117)· να

είναι δε επιτετραμμένον εις όποιον θέλει από τους άλλους

πολίτας να υποβάλη τοιαύτας εγγράφους προτάσεις, ίνα εξ όλων

αυτών εκλέξωσι το καλύτερον μέτρον. Ο δε Κλειτοφών τα μεν άλλα

είπεν όμοια με τον Πυθόδωρον, προσέθηκε δε εις την έγγραφον

πρότασίν του να ασχοληθώσιν οι εκλεγέντες εις αναζήτησιν των

πατρίων νόμων, τους οποίους έκαμεν ο Κλεισθένης ότε ίδρυσε την

δημοκρατίαν, ίνα ο λαός γνωρίζων και τους νόμους αυτούς

αποφασίση το άριστον, καθ' όσον ουχί δημοκρατική αλλά

παραπλησία με την του Σόλωνος ήτον η νομοθεσία του Κλεισθένους·

οι δε εκλεχθέντες πρώτον μεν επρότειναν ότι είναι επάναγκες οι

πρυτάνεις να υποβάλωσιν εις ψηφοφορίαν όλα τα προτεινόμενα προς

σωτηρίαν, κατόπιν δε κατήργησαν τας επί παρανομία καταγγελίας

και τας δι' επιβουλήν του πολιτεύματος μηνύσεις και τας ενώπιον

της συνελεύσεως του λαού εγκλήσεις, ίνα ούτω όλοι οι θέλοντες

Αθηναίοι υποβάλωσι συμβουλάς επί των υπό συζήτησιν πραγμάτων.

Εάν δε κανείς εξ αιτίας τοιαύτης ή ήθελεν επιβάλη πρόστιμον ή

ήθελε καταγγείλη ενώπιον της Συνελεύσεως του λαού ή ήθελεν

εισαγάγη εις δίκην ενώπιον δικαστηρίου, τούτο ν' αποτελή

ένδειξιν παρανομίας αυτού και να προκαλή την παραπομπήν αυτού

εις τους στρατηγούς, οι δε στρατηγοί να παραδίδωσιν αυτόν εις

τους ένδεκα προς επιβολήν θανατικής ποινής (118).

Μετά δε ταύτα εκανόνισαν τα πράγματα της πολιτείας με τον εξής

τρόπον· τα μεν χρήματα, τα εισπραττόμενα, να μη είναι

επιτετραμμένον να δαπανώσιν εις άλλο τι παρά εις τον πόλεμον,

τα δε δημόσια υπουργήματα όλα να εκτελώσιν οι έχοντες αυτά άνευ

μισθού, έως ότου εξακολουθεί ο πόλεμος, πλην των εννέα αρχόντων

και των πρυτάνεων, οποιοιδήποτε και αν είναι· ούτοι δε να

λαμβάνουν μισθόν τρεις οβολούς την ημέραν ο καθένας. Όλη δε η

άλλη κυβέρνησις της πόλεως ν' ανατεθή εις τους πλέον δυνατούς

και σωματικώς και χρηματικώς να διεξαγάγωσιν αυτήν, όχι

ολιγωτέρους παρά πέντε χιλιάδες, έως ότου ο πόλεμος εξακολουθή.

Ούτοι δε να είναι κύριοι και συνθήκας να συνομολογούν με

οποιονδήποτε θέλουν. Να εκλέγουν δε διά ψηφοφορίας από καθεμίαν

φυλήν δέκα άνδρες ηλικίας άνω των σαράντα ετών, οι οποίοι να

διαλέξουν τους πεντακισχιλίους, αφού προηγουμένως ορκισθούν

κατά ιεροτελεστίαν επίσημον (119).

Οι μεν λοιπόν εκλεγέντες αυτούς τους νόμους συνέταξαν. Αφού δε

εκυρώθησαν οι νόμοι ούτοι υπό του λαού, οι πέντε χιλιάδες (120)

εξέλεξαν μεταξύ των τάξεων αυτών τους εκατόν άνδρας, οι οποίοι

θα συνέταττον το οριστικόν πολίτευμα. Οι δε εκλεγέντες

συνέταξαν και υπέβαλαν τα εξής: Να γίνωνται μεν κατ' έτος μέλη

της βουλής οι έχοντες ηλικίαν άνω των τριάκοντα ετών άνευ

απολαυών μισθού· απ' αυτούς δε να είναι στρατηγοί και οι εννέα

άρχοντες και ο ιερομνήμων (121) και οι ταξίαρχοι και οι

ίππαρχοι και οι φύλαρχοι (122) και οι διοικηταί των φρουρίων

και οι ταμίαι των ιερών χρημάτων των αφιερωμένων εις την θεάν

(Aθηνάν) και εις τους άλλους δέκα θεούς και ταμίαι των

συμμαχικών χρημάτων και όλων των άλλων διά κοινωφελείς σκοπούς

χρημάτων, είκοσιν εν όλω ταμίαι διαχειρισταί, προς δε τούτοις

οι επιμεληταί των ιερών πραγμάτων και οι επόπται δέκα τον

αριθμόν, να εκλέγωνται δε όλοι ούτοι εκ της τάξεως των

προκρίτων, προτιμωμένων εις αυτά τ' αξιώματα περισσοτέρων εκ

των εν ενεργεία βουλευτών· (123) εις όλα δε τα άλλα διοικητικά

αξιώματα να εκλέγωνται διά κλήρου και όχι εκ της τάξεως των

βουλευτών οι δε ταμίαι των συμμαχικών χρημάτων, οι έχοντες την

διαχείρισιν, να μη επιτρέπεται να υποβάλωσι προτάσεις· να

καταρτίζωνται δε τέσσαρα χωριστά βουλευτικά σώματα εκ πολιτών

εχόντων την ειρημένην ηλικίαν και άνω, και εξ αυτών των σωμάτων

διά κλήρου λαμβανόμενον έν ν' αποτελή την εν ενεργεία βουλήν·

να κατανέμωνται δε υπ' αυτών και οι άλλοι νέοι πολίται εις τα

βουλευτικά ταύτα σώματα, καθ' όσον συμπληρούται η ηλικία των

(124). Οι δε αρχικώς υποδεικνυόμενοι ήδη εκατόν άνδρες να

κατανείμωσιν εαυτούς και τους άλλους εις τέσσαρα μέρη κατά ίσην

όσω το δυνατόν αναλογίαν και να ενεργήσωσι την ως άνω κλήρωσιν

και οι διά κλήρου υποδειχθέντες προς συγκρότησιν της (πρώτης)

βουλής να διατελώσιν εν ενεργεία βουλευταί δι' έν έτος· να

λαμβάνωσι δε ως βουλευταί αποφάσεις οποιασδήποτε ήθελον νομίση

ότι είναι ωφελιμώτεραι και ως προς τα χρήματα, ίνα

διαφυλάττωνται ανέπαφα και δαπανώνται όπου πρέπει και περί των

άλλων, μετά περισσοτέρας όσω το δυνατόν επιμελείας· εάν δε

ήθελον να συσκεφθώσι με περισσοτέρους διά ζήτημά τι, να

προσκαλή καθένας των εις την συνεδρίασιν ένα προσκεκλημένον,

όποιον θέλει εκ της αυτής ηλικίας· αι δε συνεδριάσεις της

βουλής να γίνωνται κάθε πέντε ημέρας, εάν μη υπάρχη ανάγκη

περισσοτέρων συνεδριάσεων· την κλήρωσιν δε της βουλής να

ενεργώσιν οι εννέα άρχοντες (125). Τας δε δι' υψώσεως της

χειρός ψηφοφορίας να κρίνωσι πέντε, (126) οι διά κλήρου

υποδεικνυόμενοι εκ των βουλευτών και εκ τούτων είς να

υποδεικνύεται καθ' ημέραν ως προϊστάμενος με διπλήν ψήφον

(127). Οι δε ούτω κληρωνόμενοι πέντε να εκλέγουν διά κλήρου

τους θέλοντας να παρουσιασθούν προ της βουλής πρώτον μεν δι'

υποθέσεις θρησκευτικάς, δεύτερον δε διά κηρύγματα προς τον

λαόν, τρίτον διά πρεσβείας, τέταρτον δι' όλα τα άλλα· τα δε

αναγόμενα εις τον πόλεμον, όταν παρουσιασθή ανάγκη,

υποβάλλοντες εις την βουλήν άνευ κληρώσεώς των οι στρατηγοί να

διαπραγματεύονται περί αυτών. Όστις δε δεν ήθελε να προσέλθη

εις την βουλήν κατά την ωρισμένην ώραν να πληρώνη μίαν δραχμήν

διά κάθε ημέραν, εάν δεν έχη απουσιάση λαβών άδειαν της βουλής.

Τούτο μεν λοιπόν το πολίτευμα συνέταξαν διά το μέλλον, διά δε

τον παρόντα καιρόν συνέταξαν το εξής· να είναι μεν βουλευταί

τετρακόσιοι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα, τεσσαράκοντα από κάθε

φυλήν, λαμβανόμενοι εξ αριθμού προεκλεγομένων υπό των φυλετών

ηλικίας άνω των τριάκοντα ετών· ούτοι δε και τους άρχοντας να

διορίζουν και τον όρκον, τον οποίον οι άρχοντες θα ορκίζωνται,

να συντάξουν και διά τους νόμους και διά τας ευθύνας και διά τα

άλλα να πράττουν όπως ήθελον νομίση συμφέρον. Τους δε νόμους,

οι οποίοι τοιουτοτρόπως θα ετίθεντο ως προς τα πολιτικά, να

μεταχειρίζωνται και να μη είναι επιτετραμμένον ούτε να

τροποποιούν ούτε να μεταβάλλουν. Οι δε στρατηγοί διά το παρόν

να εκλεχθούν εξ όλων των πέντε χιλιάδων, η δε βουλή όταν

καταρτισθή, αφού ενεργήση επιθεώρησιν των ενόπλων, να εκλέξη

δέκα άνδρας και ένα γραμματέα αυτών· οι δε ούτω εκλεγέντες να

είναι άρχοντες στρατηγοί διά το επόμενον έτος με απεριόριστον

εξουσίαν και εν ανάγκη συσκεπτόμενοι μετά της βουλής. Να

εκλέξουν δε και ένα αρχηγόν του ιππικού και δέκα φυλάρχους. Εις

δε το μέλλον η εκλογή όλων τούτων να γίνεται υπό της βουλής

σύμφωνα με τα υπό του νόμου ωρισμένα· πλην δε των βουλευτών και

των στρατηγών, ως προς τα άλλα αξιώματα να μη επιτρέπεται ούτε

εις τους παρόντας άρχοντας ούτε εις άλλον κανένα να διατηρούν

το αυτό αξίωμα πλέον ή άπαξ. Ίνα δε εις το μέλλον κατανεμηθώσιν

οι τετρακόσιοι εις τας τέσσαρας βουλευτικάς εκκλησίας, (128)

όταν οι πολίται θα επιτρέπεται να συνέρχωνται εις συνέλευσιν

μετά των άλλων (των βουλευτών δηλαδή) ωρίσθη να κατανείμωσιν

αυτούς από τούδε οι εκατόν άνδρες.

Οι μεν λοιπόν εκατόν οι εκλεχθέντες υπό των πέντε χιλιάδων

τούτο συνέταξαν το πολίτευμα. Αφού δε αυτά επεκυρώθησαν υπό του

λαού, προϊσταμένου εις την διαλογήν των ψήφων του Αριστομάχου,

(129) η μεν βουλή η κατά το έτος της αρχοντίας του Καλλίου

διελύθη πριν συμπληρώση τας συνεδριάσεις της (130) την 14 του

μηνός Θαργηλιώνος, οι δε τετρακόσιοι εισήλθον εις την εξουσίαν

την 22 του Θαργηλιώνος· (131) ώφειλε δε η διά ψηφοφορίας

συγκροτηθείσα βουλή ν' αναλάβη το αξίωμα αυτής την 14 του

Σκιροφοριώνος. Η μεν λοιπόν ολιγαρχία κατά τοιούτον τρόπον

καθιδρύθη επί της αρχοντίας του Καλλίου, σωστά δε εκατόν έτη

(132) μετά την εκδίωξιν των τυράννων, γενομένων πρωτουργών (της

μεταβολής) του Πεισάνδρου, του Αντιφώντος και του Θηραμένους,

οι οποίοι ήσαν άνδρες και καλών οικογενειών και έχοντες μεγάλην

υπόληψιν συνέσεως και ευθυκρισίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΩΝ

Ότε δε κατέστη το πολίτευμα τούτο, οι μεν πέντε χιλιάδες

ονομαστικώς μόνον εξελέγησαν, οι δε τετρακόσιοι μετά των δέκα

των εχόντων απεριόριστον εξουσίαν (αυτοκρατόρων)

εγκατασταθέντες εις το βουλευτήριον εκυβέρνων την πόλιν και

αποστείλαντες πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους επρότειναν

τέλος του πολέμου επί τη βάσει να διατηρήσουν καθένας εκ των

δύο συνθηκολογούντων όσα τότε κατείχεν. Επειδή δ' εκείνοι δεν

απεδέχοντο ειμή υπό τον όρον να παραιτηθώσιν (οι Αθηναίοι) και

της ηγεμονίας της θαλάσσης, ένεκα τούτου διέκοψαν τας

διαπραγματεύσεις.

Σχεδόν λοιπόν τέσσαρας μήνας διετηρήθη το πολίτευμα των

τετρακοσίων (133) και εκ τούτων έγινεν άρχων ο Μνησίλοχος διά

δύο μήνας επί της αρχοντίας του Θεοπόμπου, ο οποίος διετέλεσεν

άρχων τους επιλοίπους δέκα μήνας. Νικηθέντες δε οι Αθηναίοι εις

την ναυμαχίαν πλησίον της Ερετρείας και επειδή ολόκληρος η

Εύβοια πλην του Ωρεού απεστάτησε, στενοχωρηθέντες διά την

συμφοράν αυτήν περισσότερον παρά διά τας προγενεστέρας (διότι

περισσότερα ωφελήματα είχον από την Εύβοιαν παρά απ' αυτήν την

Αττικήν) κατέλυσαν την κυβέρνησιν των τετρακοσίων και παρέδωκαν

την διεύθυνσιν των πολιτικών πραγμάτων εις τους πεντακισχιλίους

τους ανήκοντας εις την τάξιν των στρατευομένων πολιτών (134)

ψηφίσαντες να μη είναι κανέν πολιτικόν αξίωμα έμμισθον. Κυρίως

δε την κατάλυσιν (των τετρακοσίων) ενήργησαν ο Αριστοκράτης και

ο Θηραμένης, μη ευχαριστούμενοι με τα διαπραττόμενα υπό των

τετρακοσίων, διότι όλα ούτοι ενήργουν μόνοι των, δι' ουδέν

ζητούντες την γνώμην των πέντε χιλιάδων. Φαίνεται δε ότι καλώς

εκυβερνήθη η πόλις εις εκείνους τους καιρούς, ενώ υπήρχε

πόλεμος και η διοίκησις ήτο στρατοκρατική (135).

Από τούτους μεν λοιπόν αφήρεσεν ο δήμος την διοίκησιν της

πολιτείας πολύ γρήγορα (136). Κατά το έκτον (137) δε έτος μετά

την κατάλυσιν των τετρακοσίων επί της αρχοντίας του Καλλίου,

του εκ της περιφερείας Αγγελή (138) ότε εγένετο η εν

Αργινούσαις ναυμαχία, πρώτον μεν οι δέκα στρατηγοί οι

νικήσαντες εις την ναυμαχίαν συνέβη να καταδικασθώσιν όλοι ομού

διά μιας ψηφοφορίας γενομένης δι' υψώσεως των χειρών, ενώ άλλοι

μεν εξ αυτών ουδ' είχον λάβη μέρος εις την ναυμαχίαν, άλλοι δε

εις ξένον πλοίον (ως ναυαγοί δηλαδή) είχον διασωθή, και τούτο

διότι εξηπατήθη ο λαός υπό ανθρώπων, οι οποίοι του εξήγειραν

επιτηδείως την οργήν κατόπιν δε, ότε οι Λακεδαιμόνιοι εδήλωσαν

ότι δέχονται να αποσυρθούν από την Δεκέλειαν διά να

συνομολογηθή ειρήνη υπό τον όρον να κρατήση καθένας εκ των δύο

ότι κατέχει, μερικοί μεν προθύμως έστεργον, το δε πλήθος δεν

απεδέχθη, διότι εξηπατήθη από τον Κλεοφώντα, ο οποίος, ελθών

εις την εκκλησίαν του δήμου μεθυσμένος και φορών θώρακα,

ημπόδισε να γίνη ειρήνη, λέγων ότι δεν θα επιτρέψη τούτο, εάν

οι Λακεδαιμόνιοι δεν αφήσουν όλας τας πόλεις. Μη

διαχειρισθέντες δε τότε καλώς τα πράγματα, ενόησαν μετ' ολίγον

καιρόν το λάθος των διότι κατά το επόμενον έτος επί της

αρχοντίας του Αλεξίου έπαθαν την συμφοράν της εν Αιγός Ποταμοίς

ναυμαχίας, συνεπεία της οποίας, γενόμενος ο Λύσανδρος κύριος

της πόλεως, εγκαθίδρυσε τους τριάκοντα (τυράννους) με τον εξής

τρόπον. Αφού η ειρήνη συνομολογήθη με αυτούς (τους Αθηναίους)

υπό τον όρον να εξακολουθήσουν κυβερνώμενοι κατά το πάτριον

πολίτευμα, οι μεν λαϊκοί προσεπάθουν να διασώσουν την

δημοκρατίαν, εκ δε των επιφανών οι μεν ανήκοντες εις πολιτικάς

εταιρείας και μετ' αυτών εκείνοι εκ των εξορίστων, όσοι

επανήλθον μετά την ειρήνην, επεθύμουν ολιγαρχίαν, όσοι δε εις

καμμίαν εταιρείαν πολιτικήν δεν ανήκον, είχον δε πολιτικήν

υπόληψιν ουχί κατωτέραν, εζήτουν το πάτριον (παλαιόν)

πολίτευμα, μεταξύ των οποίων ήτο μεν και ο Αρχίνος και ο Άνυτος

και ο Κλειτοφών και ο Φορμίσιος και άλλοι πολλοί, προεξήρχε δε

κυρίως ο Θηραμένης. Ότε δε ο Λύσανδρος προσετέθη με τους

ολιγαρχικούς, ο λαός κυριευθείς από φόβον ηναγκάσθη να ψηφίση

ολιγαρχικόν πολίτευμα. Υπέβαλε δε ενυπογράφως το ψήφισμα ο

Δρακοντίδης ο Αφιδναίος (139).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ

Οι μεν λοιπόν τριάκοντα κατ' αυτόν τον τρόπον έλαβαν την

εξουσίαν επί της αρχοντίας, του Πυθοδώρου, (140) γενόμενοι δε

κύριοι της πόλεως, τα μεν άλλα τα ψηφισθέντα περί οργανώσεως

του πολιτεύματος παρέβλεψαν, καταστήσαντες δε πεντακοσίους

βουλευτάς και τα άλλα αξιώματα μεταξύ χιλίων προεκλεγέντων επί

τούτω και εκλέξαντες μόνοι των απ' ευθείας δέκα άρχοντας του

Πειραιώς και ένδεκα φύλακας του δεσμωτηρίου και τριακοσίους

μαστιγοφόρους υπηρέτας έμεναν εξουσιασταί της πόλεως μόνοι των.

Και κατ' αρχάς μεν ήσαν μετριοπαθείς προς τους πολίτας και

προσεποιούντο ότι επεδίωκαν την εφαρμογήν του πατροπαραδότου

πολιτεύματος και κατήργησαν τους νόμους του Εφιάλτου και του

Αρχιστράτου τους περί των Αρεοπαγιτών (141), καθώς και εκ των

θεσμών του Σόλωνος εκείνους όσοι διήγειρον αμφισβητήσεις και

την αυθαίρετον ερμηνείαν την εις τους δικαστάς αναγνωριζομένην

κατήργησαν, ως εάν ήθελαν να επανορθώσουν το πολίτευμα και ν'

αποδώσουν εις αυτό κύρος. Παραδείγματος χάριν την διάταξιν ότι

δύναταί τις να δώση (ν' αφήση) την περιουσίαν του εις όποιον

αυτός θέλη, απλοποιήσαντες και αφήσαντες τούτο μόνον (142),

αφήρεσαν τους συναφείς περιορισμούς, ήτοι τον όρον «εάν δεν

είναι ακαταλόγιστος εξ αιτίας γηρατείων ή εάν δεν παρασυρθή εις

τούτο υπό γυναικός» διά να μη δύνανται να επεμβαίνουν οι

συκοφάνται. Ομοίως δε τούτο (τοιαύτην δηλαδή απλοποίησιν)

έκαμναν και επί των άλλων νόμων. Κατ' αρχάς μεν λοιπόν ταύτα

έπραττον και τους συκοφάντας και τους ομιλούντας προς τον λαόν

δημαγωγικώς αντιθέτως προς το ωφέλιμον, ραδιούργους όντας και

πονηρούς, εθανάτωναν δι' αυτά δε συντελούμενα ευχαριστούντο οι

πολίται, νομίζοντες ότι χάριν της κοινής ωφελείας ενήργουν

αυτοί. Όταν δε εστερέωσαν περισσότερον την εξουσίαν των, δεν

ευλαβούντο πλέον κανένα εκ των πολιτών, αλλά εθανάτωναν τους

διακρινομένους είτε διά την περιουσίαν των είτε διά το γένος

των είτε διά τα αξιώματά των και διά ν' απαλλάσωνται του εξ

αυτών φόβου και διότι ήθελαν να διαρπάζουν τας περιουσίας

τούτων και εις διάστημα ολίγου καιρού είχαν θανατώση όχι

ολιγωτέρους από χίλιους πεντακοσίους.

Ενώ δε τοιουτοτρόπως εξέπιπτεν η πόλις (143), ο Θηραμένης

αγανακτών διά τα διαπραττόμενα συνεβούλευε (τους τριάκοντα) να

παύσωσι μεν την τοιαύτην κατάχρησιν της εξουσίας (144), να

δώσουν δε εις τους εγκρίτους των πολιτών συμμετοχήν εις την

διοίκησιν της πολιτείας. Εκείνοι δε κατ' αρχάς εναντιωθέντες,

όταν διεδόθησαν οι λόγοι ούτοι εις το πλήθος και οι πολλοί ήσαν

ευνοϊκοί προς τον Θηραμένην, φοβηθέντες μη αυτός γενόμενος

αρχηγός του λαού καταλύση την δυναστικήν εξουσίαν των, εκλέγουν

και καταγράφουν τρισχιλίους εκ των πολιτών διά να δώσουν εις

αυτούς συμμετοχήν εις την διοίκησιν της πολιτείας. Ο Θηραμένης

δε και πάλιν τους επικρίνει δι' αυτά, πρώτον μεν διότι θέλοντες

να δώσουν πολιτικά δικαιώματα εις τους εγκριτωτέρους, απένειμαν

τοιαύτα εις τρισχιλίους μόνον, ως εάν εις τον αριθμόν τούτον

ακριβώς περιελαμβάνετο το πλήθος των εναρέτων, εξ άλλου δε ότι

κάμνουν τα δύο εναντιώτατα, καθιστώντες επί της βίας

στηριζομένην την εξουσίαν και εν ταυτώ αδυνατωτέραν των

εξουσιαζομένων. Εκείνοι δε εις αυτά μεν δεν έδωκαν προσοχήν,

τον δε κατάλογον των τρισχιλίων διά πολύν μεν καιρόν ανέβαλαν

να εφαρμόσουν, είχαν όμως υπ' όψιν και εις αυτόν να

περιλαμβάνουν τους γνωστούς ότι είναι φίλοι των, οσάκις δε

ήθελαν νομίση πρόσφορον εις αυτούς να γνωστοποιούν (μεταβολάς

του καταλόγου), άλλους μεν από τους περιλαμβανομένους εις αυτόν

έσβυναν, άλλους δε εις αντικατάστασιν τούτων έξωθεν κατεχώρουν.

Ήδη δε εις την αρχήν του χειμώνος, ότε ο Θρασύβουλος μετά των

εξορίστων κατέλαβε το φρούριον της Φυλής και αφού από την

επίθεσιν κατ' αυτού, την οποίαν επεχείρησαν οι τριάκοντα διά

στρατού, κακώς απεχώρησαν, έλαβαν απόφασιν ν' αφαιρέσουν μεν τα

όπλα των άλλων να φονεύσουν δε τον Θηραμένην κατά τον εξής

τρόπον:

Υπέβαλαν εις την βουλήν δύο σχέδια νόμου προστάζοντες να τα

ψηφίση· εξ αυτών ο μεν ένας νόμος έκαμνεν απολύτους εξουσιαστάς

(αυτοκράτορας) τους τριάκοντα να θανατώνουν όσους έκριναν εκ

των πολιτών των μη περιλαμβανομένων εις τον κατάλογον των

τρισχιλίων· ο δε άλλος απηγόρευε το να μετέχουν της παρούσης

πολιτείας όσοι τυχόν είχαν κατεδαφίση το εν Ηετιωνεία τείχος ή

είχαν πράξη τι εναντίον των τετρακοσίων των ιδρυτών της

προγενεστέρας ολιγαρχίας· εις αυτά δε και τα δύο είχε λάβη

μέρος ο Θηραμένης, ώστε με την ψήφισιν των νόμων συνέβαινε και

να ευρίσκεται στερημένος αυτός πολιτικών δικαιωμάτων (145) και

οι τριάκοντα να γίνωνται κύριοι να τον θανατώσουν· ότε δε

εφονεύθη ο Θηραμένης, και τα όπλα αφήρεσαν όλων εκτός των

τρισχιλίων και κατά τα άλλα πολύ εξετράπησαν εις σκληρότητα και

πονηρίαν, αποστείλαντες δε πρέσβεις εις Λακεδαίμονα κατηγόρουν

τον Θηραμένην, συνάμα δε εζήτουν (από τους Λακεδαιμονίους) να

τους βοηθήσουν· τα οποία ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν

αρμοστήν (146) και ως επτακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι

ελθόντες εφρούρουν την Ακρόπολιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΔΕΚΑ. — ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Μετά δε ταύτα ότε οι από της Φυλής εκυρίευσαν την Μουνυχίαν και

ενίκησαν εις μάχην τους μετά των τριάκοντα εκστρατεύσαντας

εναντίον αυτών, οι εκ της πόλεως επιστρέψαντες μετά την

συμπλοκήν εντός της πόλεως και συναθροισθέντες την επομένην

ημέραν εις την αγοράν, τους μεν τριάκοντα καθήρεσαν από την

εξουσίαν, εκλέγουν δε εκ των πολιτών δέκα αναθέτοντες εις

αυτούς απόλυτον εξουσίαν διά την κατάλυσιν του πολέμου· ούτοι

δε παραλαβόντες την κυβέρνησιν της πόλεως δεν έκαμναν μεν

εκείνα, διά τα οποία εξελέγησαν, έστειλαν δε εις την

Λακεδαίμονα μήνυμα ζητούντες βοήθειαν και διά να δανεισθούν

χρήματα. Επειδή δε οι πολίται δυσηρεστούντο δι' αυτά, εκείνοι

(οι δέκα άρχοντες) φοβούμενοι μη εκδιωχθούν από την εξουσίαν

και θέλοντες να καταπλήξουν τους άλλους, το οποίον και συνέβη,

συλλαβόντες τον Δημάρατον, ένα εκ των επιφανών πολιτών

εφόνευσαν αυτόν και κατείχον την κυβέρνησιν ασφαλώς, με την

βοήθειαν και του Καλλιβίου και των υπαρχόντων εις την πόλιν

Πελοποννησίων (147) και μερικών εκ της τάξεως των ιππέων· προς

τούτοις· διότι κυρίως εκ των πολιτών της τάξεως αυτής μερικοί

εφρόντιζαν επιμόνως να μη επιστρέφουν εις την πόλιν οι

ευρισκόμενοι εις το φρούριον της Φυλής.

Ότε δε ούτοι, οι τον Πειραιά και την Μουνυχίαν έχοντες, επειδή

όλος ο λαός απεστάτησε προς αυτούς, υπερίσχυον εις τον πόλεμον,

τότε καθαιρέσαντες τους δέκα τους πρώτους εκλεγέντας, άλλους

εξέλεξαν δέκα, εκείνους οι οποίοι επιστεύετο ότι ήσαν οι

άριστοι· και επί της κυβερνήσεως τούτων επετεύχθη να γίνη η

συνδιαλλαγή (148) των πολιτών και επανήλθεν εις την πόλιν ο

λαός χάρις εις την συνδρομήν και προθυμίαν όλων· προεξήρχε δε

αυτών κυρίως Ρίνων ο Παιανιεύς και Φαύλος ο Αχερδούσιος· διότι

ούτοι πριν να φθάση ο Παυσανίας έστειλαν προς συνεννόησιν εις

τους μένοντας εις τον Πειραιά και όταν εκείνος ήλθε

συνειργάσθησαν με αυτόν προθύμως διά την επιστροφήν των πολιτών

εις τον δήμον.

Διότι την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν έφερεν εις πέρας ο

Παυσανίας, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, ομού με τους δέκα

συνδιαλλακτάς, τους ελθόντας ύστερον από την Λακεδαίμονα, τους

οποίους αυτός επειγόντως εζήτησε να έλθουν. Οι δε περί τον

Ρίνωνα και διά την ευνοϊκήν υπέρ του λαού πολιτικήν των

επηνέθησαν και αναλαβόντες την διοίκησιν εις καιρόν ολιγαρχίας,

έδοσαν λογοδοσίαν εις καιρόν δημοκρατίας και κανείς διά τίποτε

δεν κατήγγειλεν αυτούς ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν μείνη εις

την πόλιν, ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν επανέλθη από τον

Πειραιά, αλλά διά ταύτα και στρατηγός εξελέγη ευθύς έπειτα ο

Ρίνων.

Έγιναν δε αι συμφιλιώσεις επί της αρχοντίας του Ευκλείδου (149)

κατά τας εξής συνθήκας:

Όσοι εκ των Αθηναίων των μεινάντων εις την πόλιν ήθελαν να

εγκατασταθώσιν έξω απ' αυτήν (150), ούτοι να κατοικήσουν εις

την Ελευσίνα διατηρούντες όλα τα πολιτικά των δικαιώματα και

έχοντες αυτοτέλειαν και αυτοδιοίκησιν ως προς τον εαυτόν τους

και λαμβάνοντες τα εισοδήματα των περιουσιών των (151). Το δε

ιερόν της Ελευσίνος να είναι κοινόν και εις τους δύο, να έχουν

δε την επιμέλειαν αυτού οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδαι (152)

σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Να μη επιτρέπεται δε μήτε εις τους

εκ της Ελευσίνος να πηγαίνουν εις την πόλιν μήτε εις τους εκ

της πόλεως να πηγαίνουν εις την Ελευσίνα πλην εις τας ημέρας

της τελέσεως των (Ελευσινίων) μυστηρίων. Να καταβάλλουν δε οι

Ελευσίνιοι την υποχρεωτικήν εισφοράν από των εισοδημάτων αυτών

εις το συμμαχικόν ταμείον ακριβώς όπως οι άλλοι Αθηναίοι (153).

Εάν δέ τινες των αποχωρούντων της πόλεως γίνωνται ιδιοκτήται

οικίας εις την Ελευσίνα, πρέπει να συμφωνούν προς τούτο με τον

πρότερον ιδιοκτήτην· εάν δε δεν μένουν σύμφωνοι μεταξύ τους να

εκλέγη καθένας των τρεις εκτιμητάς και την τιμήν την οποίαν

ούτοι θα ώριζαν, αυτή να καταβάλλεται. Από δε τους Ελευσινίους

σύνοικοι (των νέων εγκαταστάτων) να μένουν μόνον εκείνοι τους

οποίους αυτοί (οι εγκατάστατοι) θα ήθελαν. Η δε απογραφή διά

τους θέλοντας να κατοικήσουν έξω της πόλεως να γίνη ως προς μεν

τους διαμένοντας εις την πόλιν εντός δέκα ημερών, αφ' ότου

ήθελον δώση τον όρκον (της τοιαύτης συμφωνίας) και η εκ της

πόλεως έξοδος εντός είκοσι ημερών, ως προς δε τους απόντας, αφ'

ότου ήθελον επιστρέψη εις την πόλιν κατά τας αυτάς προθεσμίας.

Να μη επιτρέπεται δε ν' αναλάβη κανέν διοικητικόν εις την πόλιν

αξίωμα ο κατοικών εις την Ελευσίνα, πριν ή δι' απογραφής δηλώση

πάλιν ότι θα κατοικήση εις την πόλιν. Αι δε δίκαι διά φόνον να

γίνωνται κατά τα πατροπαράδοτα, εάν τις ιδιοχείρως ήθελε

φονεύση ή τραυματίση τινά. Διά δε τα περασμένα να μη

επιτρέπεται ουδείς εναντίον ουδενός να διατηρή έχθραν εκτός

προς τους τριάκοντα και τους δέκα και τους ένδεκα και τους

κυριεύσαντας τον Πειραιά, ούτε δε προς αυτούς ακόμη εάν ήθελον

προσέλθη και δώση λογοδοσίαν· λογοδοσίαν δε να δίδουν οι μεν

καταλαβόντες τον Πειραιά εις τους εν Πειραιεί κατοίκους, οι δε

κυβερνήσαντες εις την πόλιν ενώπιον των εχόντων δικαιοδοσίαν

διορισμού, εις πολιτικά αξιώματα (154). Κατόπιν μετά την

τοιαύτην διαδικασίαν να δύνανται όσοι απ' αυτούς θέλουν να

εγκατασταθώσιν έξω της πόλεως. Τα δε χρήματα τα οποία αι δύο

πολιτικαί μερίδες εδανείσθησαν εις τον πόλεμον καθεμία ν'

αποδώση χωριστά.

Ότε δε έγιναν τοιαύται αι συμφωνίαι συνδιαλλαγής και επειδή

εφοβούντο όσοι μετά των τριάκοντα συνεπολέμησαν και πολλοί

είχον μεν κατά νουν να εγκατασταθούν έξω της πόλεως, ανέβαλλαν

δε την προς τούτο γραπτήν δήλωσιν εις τας τελευταίας της

προθεσμίας ημέρας, όπως όλοι συνηθίζουν να κάμνουν, ο Αρχίνος

αντιληφθείς ότι ούτοι ήσαν πολλοί και θέλων να τους εμποδίση

αφήρεσε τας τελευταίας ημέρας της εγγράφου δηλώσεως (155), ώστε

πολλοί ομού να εξαναγκασθούν να μείνουν παρά την θέλησίν των

έως ου έλαβαν θάρρος. Και φαίνεται ότι και εις τούτο καλώς

επολιτεύθη ο Αρχίνος και μετά ταύτα καταγγείλας ως παρά τον

νόμον προτεινόμενον (156) το ψήφισμα του Θρασυβούλου, διά του

οποίου παρείχοντο πολιτικά δικαιώματα εις όλους τους εκ

Πειραιώς επανελθόντας, εκ των οποίων μερικοί αναντιρρήτως ήσαν

δούλοι, και τρίτον όταν τις ήρχισε να εκδηλώνη έχθραν εναντίον

των επανελθόντων, οδηγήσας διά της βίας αυτόν ενώπιον της

βουλής και πείσας (τους βουλευτάς) να καταδικάσουν αυτόν εις

θάνατον χωρίς δίκην, λέγων ότι εις την περίστασιν αυτήν θα

δείξουν αν πράγματι θέλουν να σώσουν την δημοκρατίαν και να

μείνουν πιστοί εις τους όρκους· διότι, αν μεν αθωώσουν αυτόν,

θα παρακινήσωσιν (εις ομοίαν παρεκτροπήν) και άλλους, εάν δε

τον θανατώσουν, θα δώσουν παράδειγμα εις όλους· το οποίον και

συνέβη· διότι με το να θανατωθή αυτός κανένας ποτέ πλέον δεν

εφανέρωσεν εχθροπάθειαν κατόπιν. Αλλά απεναντίας φαίνονται οι

Αθηναίοι (τότε) ότι καλλίτερα και πολιτικώτερα από κάθε άλλον

λαόν και ιδιαιτέρως και από κοινού επολιτεύθησαν απέναντι των

προηγουμένων συμφορών διότι δεν εξήλειψαν μόνον τας αμοιβαίας

αιτιάσεις περί των πρότερον γενομένων, αλλά και εις τους

Λακεδαιμονίους απέδωσαν από κοινού τα χρήματα, τα οποία οι

τριάκοντα έλαβαν διά τον πόλεμον, ενώ αι συνθήκαι ώριζαν

καθεμία εκ των δύο μερίδων ν' αποδώση τα δανεισθέντα χωριστά,

και οι εκ της πόλεως και οι εκ του Πειραιώς, φρονούντες ότι

τούτο πρώτον έπρεπε προ παντός να επικρατήση, η ομόνοια· εις δε

τας άλλας πόλεις όχι μόνον από τα ιδικά των δεν δίδουν οι

επικρατήσαντες και ιδρύσαντες ούτω δημοκρατικόν πολίτευμα, αλλά

προβαίνουσι και εις νέαν διανομήν της γης (157). Συνεφιλιώθησαν

δε τελειωτικώς και με τους εγκατασταθέντας εις την Ελευσίνα, το

τρίτον έτος μετά την εκεί εγκατάστασιν επί της αρχοντίας του

Ξενενέτου.

Ταύτα μεν λοιπόν συνέβη να γίνωσιν εις τους μετέπειτα χρόνους·

τότε δε, δημοκρατική μερίς (ο λαός) γενομένη κυρία των

πραγμάτων εγκατέστησε την υπάρχουσαν τώρα πολιτείαν επί της

αρχοντίας μεν του Πυθοδώρου, κατά την κοινήν δε γνώμην δικαίως

ο λαός ανέλαβε την διοίκησιν της πολιτείας, διά τον λόγον ότι

αφ' εαυτού (ο λαός) επετέλεσε την επάνοδον αυτού εις την πόλιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΙΣ

Ήτο δε κατ' αριθμητικήν τάξιν ενδεκάτη η μεταβολή του

πολιτεύματος αυτή (158). Διότι πρώτη μεν πολιτική οργάνωσις

αρχήθεν έγινεν η του Ίωνος και εκείνων οι οποίοι μετ' αυτού

εκατοίκησαν (εις την Αττικήν). Διότι τότε διά πρώτην φοράν

κατενεμήθησαν εις τας τέσσαρας φυλάς αναμεταξύ των και

καθίδρυσαν τους φυλοβασιλείς. Δευτέρα δε και πρώτη κατόπιν

ταύτης κυρίως έχουσα μορφήν πολιτεύματος είναι η γενομένη επί

Θησέως, έχουσα μικράν τινα παρέκκλισιν από του βασιλικού

πολιτεύματος. Ύστερα δε απ' αυτήν (έρχεται) η επί της εποχής

του Δράκοντος, ότε και διά πρώτην φοράν συνέταξαν γραπτούς

νόμους (159). Τρίτη δε είναι η μετά την στάσιν, η επί της

εποχής του Σόλωνος, από της οποίας έγινεν αρχή δημοκρατίας.

Τετάρτη δε είναι η τυραννίς (το πολίτευμα των τυράννων) επί

Πεισιστράτου. Πέμπτη δε η μετά την κατάλυσιν των τυράννων, η

επί της εποχής του Κλεισθένους, έχουσα δημοκρατικώτερον

χαρακτήρα παρά η του Σόλωνος. Έκτη δε είναι η μετά τους

Μηδικούς πολέμους, οπότε την επίβλεψιν του πολιτεύματος είχεν η

εξ Αρείου Πάγου βουλή. Εβδόμη δε και μετά ταύτην είναι εκείνη

την οποίαν και ο Αριστείδης μεν υπέδειξεν, επραγματοποίησε δε ο

Εφιάλτης με την κατάργησιν της εξουσίας του Αρείου Πάγου· κατά

την οποίαν συνέβησαν και πολλά σφάλματα της πόλεως ως προς την

ηγεμονίαν της θαλάσσης εξ αιτίας των δημαγωγών. Ογδόη δε

υπήρξεν η πολιτική κατάστασις των τετρακοσίων. Και κατόπιν

αυτής ενάτη η δημοκρατία πάλιν. Δεκάτη δε υπήρξεν η των

τριάκοντα και η των δέκα τυραννική εξουσία. Ενδεκάτη δε η μετά

την κάθοδον εκ Φυλής και εκ Πειραιώς, από της οποίας απορρέει

το πολίτευμα έως τώρα, ολοένα πλειότερον παρέχουσα την εξουσίαν

εις το πλήθος.

Διότι όλων των πολιτικών πραγμάτων κύριον έκαμεν ο λαός τον

εαυτόν του και όλα διοικούνται διά ψηφισμάτων και διά

δικαστηρίων, εις τα οποία η λαϊκή τάξις έχει την υπεροχήν.

Διότι και η νομοθετική δικαιοδοσία της βουλής μετεφέρθη εις την

συνέλευσιν του λαού (160)· και τούτο φαίνεται ότι ορθώς (οι

Αθηναίοι) πράττουσι· διότι πλέον εύκολα διαφθείρονται οι ολίγοι

παρά οι πολλοί διά της παροχής κέρδους ή χαρίτων.

Παροχήν δε μισθού εις τους συνερχομένους εις εκκλησίαν του

δήμου κατ' αρχάς μεν απεφάσισαν να μη κάμουν επειδή δε δεν

συνηθροίζοντο εις την εκκλησίαν, αλλ' υπήρχεν ανάγκη να

σοφίζωνται πολλά οι πρυτάνεις διά να συναθροίζεται το πλήθος το

επαρκούν διά να είναι έγκυρος η δι' ανυψώσεως των χειρών

ψηφοφορία (161), πρώτον μεν ο Αγύρριος παρέσχεν ένα οβολόν (ως

μισθόν εκάστου προσερχομένου), μετά δε τούτον ο Ηρακλείδης ο

Κλαζομένιος (162), ο επονομαζόμενος βασιλεύς παρέσχε δύο

οβολούς, πάλιν δε ο Αγύρριος τριώβολον.

Αθηναίων Πολιτεία · 第 2 / 14 题