Ο μπουζουκιτζής στάθηκε τότε ολόρθος στη μέση του δρόμου κάτω

απ' τα παράθυρα ενός ψηλού σπιτιού. Μέσα στο φως του φεγγαριού

κατά πως είταν ψηλός και λιγνός με το μπουζούκι τεντωμένο απάνω

στο στήθος του, με την κοντή ρεμπούπλικα προς τα πίσω, είταν

όλος αίσθημα, όλος πόνος, όλος γλύκα, όλος παρακάλια· με το

κεφάλι τεντωμένο τον ανήφορο, με τα μάτια κολλημένα στα κλειστά

παράθυρα.

Πήρε έναε αμανέ παθητικό, βαθύ, με γερή φωνή. Τον πήρε αγάλι'

αγάλια πρώτα στο μπουζούκι του, τον έπαιξε με προσοχή, με πολλή

τέχνη, έβγαλε μέσ' απ' εκείνο το ξύλο κι από τα τέλια ένα

κομμάτι ψυχής αρμονικά ερωτοχτυπημένης και το άφησε να

ξεθυμαίνη στη δροσιά και στη σιγαλιά της φεγγαροστολισμένης

νύχτας αγάλι' αγάλια με ξεψύχημα, με καημό, με πονεμένη

αρμονία, με μια γλύκα πόμπαινε ίσα στη ψυχή και την έσφιγγε και

τη λίγονε και στενοχωρούσε, και την έκανε να στέλνη

αναστεναγμούς φλογισμένους στα χείλη οποιανού τον άκουε.

Ύστερα σαν τέλειωσε το σκοπό στο μπουζούκι, τον πήρε με το

στόμα. Άρχισε μ' ένα αμάν βαθύ, που πετιώνταν σαν ατμός από

βρασμένο νερό έξω από τα χείλη του, μ' ένα αμάν πόσχιζε με

θρήνο, με παράπονο τη νύχτα μακριά, ενώ με το μπουζούκι του

κρατούσε κομπανιαμέντο. Εκείνο το αμάν ατέλειωτο, με παλμό που

ξετυλίγουνταν ίσα ίσα τόρα, με τσαλίμια και τσακίσματα ύστερα,

βάσταξε πολύ, παρά πολύ, επίμονο, παρακαλεστικό, παραπονεμένο,

έν' αμάν τέλος πόσκιζε και νεύρα και καρδιά και την φούσκονε,

πελάγονε τη ψυχή από πάθος και πόθο. Ύστερα με τον ίδιο σκοπό,

με το ίδιο αμάν ενώ τινάζουνταν νευρικά το κεφάλι του, κι

έγερνε προς τ' αριστερά πίσω το σώμα του και το δεξί του πόδι

βάσταζε όλο το βάρος του κορμιού του, και το λαρύγκι του

τέντονε, τέντονε, και τα στήθη του ανεβοκατέβαιναν

φουσκόνοντας, έβγαλε κομματιστά, λίγα, λίγα, τόρα ξάστερα, κι

από μισοκομμένα μισοσβυσμένα, τα λόγια των στίχων του:

Σ' αραχνιασμένο σπήλαιο, σε μαυρισμένο χώμα

εκεί θ' αφήσω και ψυχή, και κόκκαλα και σώμα.....

Και σαν αποτέλειωσε τον αμανέ αυτόν και σβύστηκε σα στερνός

σπασμός, σαν ύστερο ξεψύχημα με βαθειά αγωνία μοροζώντανου

ανθρώπου ο ύστερος τόνος, το μπουζούκι πιο παραπονεμένο, πιο

ξαγριωμένο, πιο αναμμένο, ξαναπήρε σκοπό του.

Οι άλλοι τότες ρυάστηκαν από ενθουσιασμό, από πάθος από μεθύσι

κρασιού και καημού μαζί, όλοι μ' αγριοφωνές, με κουνήματα

ζουρλά των χεριών προς τ' απάνω, με τινάγματα των ποδαριών:

— Ω!. —. ω! ω! ω! μαννούλα μου!...

— Φσσσσιστ!... Θεέ μου! ας φέξη.

= Όποτα! Παναγία μου!... όποτα! Χριστέ μου!....

Το μπουζούκι εκεί επάνω άλλαξε σκοπό. Τόρα πήρε ένα

ανατολίτικο, ένα αράπικο. Άρχισε γοργά γοργά σα να καλούσε

σύντομα, αμέσως την ηδονή. Οι πεννιές άφιναν κάτι γρήγορους

αχούς σα θύμωμα, σαν οργή, σα χτύπημα με πείσμα των χεριών των

γροθιών σα δάγκαμα των χειλιών σαν ξεφώνημα όλο λύσσα και πόθο:

— Έλα! έλα!...

Κ' ύστερα ξέπεσε σε τόνους σιγαλούς και παραπονεμένους και

φαίνουνταν τόρα σα ν' άκουγες λυπηρό κλάμα παραπονεμένου

αγαπητικού μέσα στην κοιμιασμένη νύχτα. Κι έξαφνα σα να

χύνουνταν καμιά ανεπάντυχη χαρά, άλλαξε ο σκοπός, αλλά το ίδιο

κομμάτι με την ίδια ψυχή και τον ίδιο πόνο. Έπεσε σε μιαν

αλέγρα μουσική, πεταχτή, πεταχτή, σα να κελαδούσαν πουλιά

ευτυχισμένα, σα να φιλούνταν αγαπημένα χείλη, σα να ρουφούνταν

αναπνοές, σα να πιπιλίζουνταν γλώσσες, σα ν' αγροικούνταν

τρελλά γέλοια έρωτα αχόρταγου, σα νάτριζαν ηδονικά σφιγμένα

κορμιά, αγκαλιασμένες σάρκες, σφιγμένα κόκκαλα. Και κάτι τι σα

σκόρπισμα αγάπης μεγάλης, αγάπης τρελλής, σα μυρουδιά από

φλογισμένη σάρκα γυναίκας, απλόνουνταν άφθονα στον αέρα της

νύχτας, και τεντόνονταν τα ρουθούνια όλων και κολλούσε ο

λάρυγγάς τους και ξεροκατάπιναν.

Εκεί από ψηλά ένα παράθυρο έτριξε σιγά, σιγά. Ο σκοπός του

μπουζουκιού πάντα ο ίδιος, πιο γοργός, πιο μεθυστικός τόρα,

χύνουνταν από τα τέλια του. Ψηλά μέσ' από το λίγο άνοιγμα του

παραθυριού, κόκκινο φως φάνηκε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα,

και το φεγγάρι όσο μπορούσε να μπη μέσα, στο μόλις ανοιγμένο

παράθυρο, άφινε να χωρίζη εκεί ψηλά από μέσ' απ' τα ξύλα κάτι

τι άσπρο, σα σκιά, σα φάντασμα που κινούνταν. Τότε ο

μπουζουκιτζής τράβηξε μπροστά το δρόμο του αγάλι' αγάλια,

αλλάζοντας κομμάτι, παίζοντας ένα μαρς, ένα ύμνο για τη νίκη

του και για την όμορφη μαζί, που από τη γλύκα του μπουζουκιού

του άνοιξε το παράθυρο. Σηκώθηκαν κ' οι άλλοι, και όλοι μαζί με

το μαρς πάντα τράβηξαν έφυγαν. Πήγαιναν τόρα να βγάλουν κι

άλλες όμορφες στα παράθυρα...

Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ

Καμιά εικοσιπενταριά γυναίκες γύριζαν στο χωριό τους από κάτω

από τη στράτα πούχε περάση θαμπά ένας ξενητεμμένος, πούρχονταν

από την Πόλη, φέρνοντας γραφές και χαρίσματα στον τόπο του από

τους ξενητεμμένους πατριώτες του, και δίνοντας παραγγελιές και

διάτες σ' όλα εκείνα τα πεντέξη τριγύρω χωριά, που όλοι οι

άντρες τους ξενιτεύονται από μικροί, δουλεύουν στα ξένα

στέλνουν λίρες στα χωριά τους, ως που κάνουν παράδες και

γυρίζουν μεσόκοποι στα χωριά τους που βρίσκουν μαραμένες και

γριές τις γυναίκες τους που της είχαν παντρευτή δεκάξη χρόνων

και τις άφησαν μονάχες και ζωντοχήρες τόσα χρόνια.

Όλες είταν χαρούμενες. Είχαν δεχτή καλά γράμματα, και λίρες,

και χαρίσματα, και φιλιά και παρηγοριές κ' ελπίδες, άλλες απ'

τα παιδιά τους, άλλες απ' τ' αδέρφια τους, άλλες απ' τους

άντρες τους, ύστερα από τόσους μήνες χωρίς μαντάτα και

γράμματα. Μονάχα μια μικροπρόσωπη μια καστανομάτα

νιοπαντρεμμένη, η Νίτσα, πούχε παντρευτή εδώ και τρεις μήνες

και πήρε ένα όμορφο παλληκάρι, που την μια βραδιά την χόρτασε

φιλιά κι αγάπη, και την άλλη ξενητεύθηκε για τα ξένα, και πήγε

για να πουλάη σαρδέλλες και ρίζι μακριά, πολύ μακριά στης Πόλης

τα σοκάκια, γύριζε αχνή και λυπημένη. Κρατούσε στα χέρια της

ένα γράμμα και δυο λίρες, δυο λίρες κίτρινες κίτρινες και

κατάχρυσες που ποιος ξέρει με τι βάσανα τις κέρδισε και τις

απόχτησε εκείνος εκεί πέρα για να τις της στείλη. Ο παπάς που

της διάβασε κάτω στη στράτα το γράμμα τ' άντρα της, που της

τόφερε κι αυτής ο ξενητεμμένος μαζί με τ' άλλα των άλλων

γυναικών της είπε πως έγραφε, ότι οι δουλειές του πήγαιναν καλά

στην Πόλη, πως παιδεύουνταν πολύ, πως μόνο όνειρο είχε σε

πολλά, σε λίγα χρόνια να κάμη ένα κομπόδεμα και να γυρίση στην

ερημιά του χωριού του για να ζήσουν πια μαζί, ευτυχισμένοι. Σ'

αυτό τον καιρό κι αυτή έπρεπε να περιμένη και μη σικλετίζεται,

νάνε φρόνιμη και να κοιτάη το σπίτι τους, και να σέβεται τη

γριά μάννα του.

Γύριζε στο χωριό της με τα λόγια αυτά καρφωμένα στο νου της, με

τη θλίψη και την πίκρα στην καρδιά της, σα συλλογίζουνταν τα

χρόνια που θα περνούσαν τα χρόνια τ' άχαρα, τα δίχως αγάπη κ'

ευτυχία, τα χρόνια που δε θάχαν γι αυτή καμιά απόλαψη και θα

της έπαιρναν την ομορφιά και τη νιότη, και θα της έφερναν

γλήγορα τα γεράματα, που θάρχουνταν να τα χαρή τότες αυτά

μονάχα εκείνος. Τι άχαρη και τη βασανισμένη και τι στερεμμένη

ζωή!... Όμορφη αυγούλα γύρω της. Τα βουνά, τα στολισμένα με

πυκνά δάση από ψηλά, αντρειωμένα, δροσερά έλατα, με τις

στογγυλές και γλυκειές ραχούλες τους, με τις πρασινάδες και τις

αγράμπελές τους, με τις πλαγιές τους φουντωμένες από πράσινα

πλατάνια, από χαμηλούς κέδρους, και κατάψηλους γαύρους, το

χωριό με τα μικρούλια σπιτάκια του που τάλουζε απαλά κατάχρυσος

ήλιος, με τα τρεχάμενα νερά και το βοητό τους, με κηπαρέλια που

πρασίνιζαν οι κλαρωτές φασουλιές και βόσκαγαν στα γρασίδια τους

κάτασπρα μαρτίνια αρνάκια, το χωριό τόμορφο, το δροσερό και το

χαριτωμένο, πόσο είταν αλλιώτικο με τον πόνο της καρδιάς της,

και πώς φαίνουνταν καμωμένο να χαμογελάη στην ομορφιά της και

στην ευτυχία της, στην ομορφιά που την είχε και στην ευτυχία

που της την έκλεψε μαζί του πέρα στην Πόλη ο άντρας της.

Σ' ένα αγκωνάρι ενός σπιτιού, καθισμένος διπλοπόδι ένας στραβός

ζητιάνος, έπαιζε λυπηρά στο λογγάρι του μ' ένα δοξαράκι, ένα

τραγούδι παραπονεμένο, ξενητεμμένο τραγούδι, και τα χείλη του

έψαιλναν τρεμουλιαστά λόγια πολύ λυπηρά, πολύ πονεμένα:

Ανάθεμά σε ξενητιά, εσύ και το καλό σου...

Κι αυτόν τον στίχο τον έλεε τόσο συγκινητικά ο γέρο στραβός,

που η μικροπρόσωπη Νίτσα, σαν τον άκουσε διαβαίνοντας, της ήρθε

ν' αρχίση τα κλάματα, ν' αρχίση να μαδιέται, και να θρηνή τη

μοίρα της. Πόσο άξιζε να την καταραστή μέσ' από τα σπλάχνα της

την άτιμη αυτή ξενητιά, που της έκλεψε και της κρατούσε τον

άντρα της, που τον χάρηκε μια νύχτα μονάχη! Την ξενητιά αυτή

που θα περάσουν χρόνια και χρόνια και θα της τον κρατά ακόμα,

που θα περάσουν χρόνια και θα διαβούν και θα πετάξουν τα κάλλη

της, και θάρθη να την βρη αυτή γριά κι άσκημη, μ' αδειανή

καρδιά και με γεμάτο το κομπόδεμα εκείνος. Πόσο κακά είνε

πλασμένος ο κόσμος· να ζη κανείς για τον παρά, για το χρυσάφι

αυτό, γι αυτές τις ψωρολίρες που της έστειλε σήμερα να τις

φυλάξη, που θα τις στείλη αύριο κι άλλες για να τις φυλάξη κ'

εκείνες, και μεθαύριο άλλες ακόμα, σα νάταν το χρυσάφι, σα

νάταν ο βρωμοπαράς που ζήταγε, που ήθελε αυτή δεκάξη χρόνων

κόρη, διψασμένη από την ευτυχία που μόλις πρόφταξε να γγίξη τα

φλογισμένα χείλη της σ' αυτή.

Κι ο γέρος εκεί στη γωνιά του έπαιζε με πόνο και παράπονο το

λογγάρι του κι έψαιλνε λυπημένα την κατάρα της ξενητιάς, που

ποιος ξέρει αν τόφαγε κι αυτού καμιά ελπίδα, καμιά χαρά, κανένα

παιδί αγαπημένο· λιποψυχισμένη εκείνη από τη λύπη της και το

παράπονό της στάθηκε μπροστά του μια στιγμή κ' ύστερα

ανοίγοντας την απαλάμη της άφησε και κύλησαν απάνω στα γόνατα

του γέρου στραβού οι δυο λίρες, ψιθυρίζοντας μ' ένα πικρό κόμπο

στο λαιμό:

— Πάρτες! γέροντά μου... Εμένα τα νιάτα μου δεν έχουν ανάγκη

από παράδες...

ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ

1) Ο Ηγούμενος Σελ 7

2) Τ' Αγόρι » 16

3) Αγριοζωή » 24

4) Ο Λοχίας Μόσχος » 30

5) Η Αραχωβιτοπούλα » 40

6) Η Καταχνιά » 45

7) Επαρχιώτικο Ειδύλλιο» 52

8) Ο Υπενωμοτάρχης » 58

9) Η Κουκουβάγια » 64

10)Οι Κληρωτοί » 69

11)Χινόπορο » 74

12)Ο Ριζόμυλος » 77

13)Το Χαλάζι » 82

14)Μια νύχτα στο χωριό » 87

15)Ο Σιδερόδρομος » 93

16)Τ' Απόσπασμα » 97

17)Άνοιξη » 105

18)Στο Φαρμακείο » 110

19)Το Μπουζούκι » 117

20)Η Ζωντοχήρα » 124

Ντόπιες Ζωγραφιές · 第 6 / 6 段