Εμπρός εις την πλώρη και εις την πρύμη πίσω ανυπόμονες έφευγαν από τα

χέρια του ναύκληρου οι σαΐτες, έφθαναν λες τ' αστέρια κι έπειτα έσβυναν

στην άβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.

Τα ξάρτια, τα σχοινιά, οι κουπαστές έλαμπαν σαν επιτάφιοι από τα κεριά.

Και δεν ήταν εκείνη τη στιγμή το καράβι παρά ένα μεγάλο πολυκάντηλο,

που έφευγε απάνω στα νερά σαν πυροτέχνημα.

Η γέφυρα στρωμένη με μια μεγάλη σημαία έμοιαζε αγιατράπεζα. Ένα

κανίστρι με κόκκινα αβγά και άλλο με λαμπροκούλουρα ήταν απάνω. Ο

πλοίαρχος σοβαρός με ένα κερί αναμμένο στο χέρι άρχισε να ψέλνη το

Χριστός Ανέστη. Το πλήρωμα κ' οι επιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι και με

τα κεριά στα χέρια, ξανάλεγαν το τροπάρι ρυθμικά και με κατάνυξη.

— Χρόνια πολλά, — κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. ευχήθηκε άμα

ετέλειωσε τον ψαλμό, γυρίζοντας πρώτα στους επιβάτες κι έπειτα στο

πλήρωμα ο πλοίαρχος.

— Χρόνια πολλά καπετάνιε! χρόνια πολλά!... απάντησαν εκείνοι ομόφωνοι.

— Και του χρόνου στα σπίτια σας, κύριοι! Και του χρόνου στα σπίτια μας

παιδιά! εξαναείπε ο πλοίαρχος, ενώ ένα μαργαριτάρι εφάνη στην άκρη των

ματιών του.

— Και του χρόνου στα σπίτια μας, καπετάνιε!

Έπειτα επέρασε ένας — ένας, πρώτα οι επιβάτες έπειτα το πλήρωμα, επήραν

από το χέρι του το κόκκινο αυγό και το λαμπροκούλουρο και άρχισαν πάλι

οι ευχές και τα φιλήματα:

— Χριστός Ανέστη.

— Αληθινός ο Κύριος.

— Και του χρόνου σπίτια μας...

Οι επιβάτες ετράβηξαν στας θέσεις τους να φάνε τη μαγερίτσα. Οι ναύτες

ζευγαρωτά στους διαδρόμους, εφίριραν τ' αυγά τους, εγελούσαν,

εσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, έτρωγαν λαίμαργα, εκαλοχρονίζοντο σοβαρά

και κοροϊδευτικά.

Έπαψε το καμπανοχτύπημα· ένα ένα έσβυσαν τα κεριά. Το καράβι εβυθίστηκε

πάλι στην ησυχία του. Ο καπετάνιος και ο τιμονιέρης καταμόναχοι επάνω

στη γέφυρα, πνεύματα θαρρείς εναέρια, εξακολουθούσαν τη δουλειά τους

σιωπηλοί και άγρυπνοι:

— Ένα κάρτο μαΐστρο!

— Μαΐστρο!

— Γραμμή!

— Γραμμή!

Και το πλοίο ολοσκότεινο πάλι εξακολούθησε να σχίζη τα νερά, ζητώντας

ανυπόμονα το λιμάνι του.

1 8 2 2

Τριάντα Νοεμβρίου

Ανδρέα του Αγίου

Στάικος με τα παληκάρια

πήδησαν σαν τα λιοντάρια

Πήρανε το Παλαμήδι

κι είν' στους Έλληνας παιγνίδι.

Ο Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Σ

Εβγήκ' ο Νάνος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια

Και παληκάρια μάζωνε όλο λεβεντοπαίδια.

Τα μάζωξε, τα σύναξε τα έκαμε χιλιάδες

Κι ολημερίς τους έλεγε κάθεται κι ορμηνεύει:

— Δε θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια

Μόν' θέλω άντρες για σπαθί, άντρες για το ντουφέκι

Εννιά μερών περπατησιά να πάρουμε μια νύχτα

Να πάμε να πατήσουμε της Πόλης τα Μπουγάζια.

Ν' ανοίξουμε τις εκκλησιές, να σηκωθούνε τ' Άγια

Ν' ανοίξη κ' η Άγια Σοφιά το μέγα μοναστήρι

Εκεί να κοινωνίσουμε και να λειτουργηθούμε.

Χριστός ανέστη! βρε παιδιά. . .

— η Ελλάδα μας ανέστη!..

End of Project Gutenberg's Haversack Stories, by Andreas Karkavitsas

Διηγήματα του Γυλιού · 第 7 / 7 段