Αλλά από όλα τα κακά το μεγαλίτερον διά τους περισσοτέρους

ανθρώπους είναι έμφυτον εις τας ψυχάς των, το οποίον έκαστος

συγχωρεί εις τον εαυτόν του και δεν εφευρίσκει καμμίαν αποφυγήν

αυτού. Τούτο δε είναι αυτό που λέγουν ότι έκαστος άνθρωπος είναι εκ

φύσεως φίλος του εαυτού του και βεβαίως είναι ορθόν ότι πρέπει να

είναι τοιούτος. Εις το πραγματικόν όμως γίνεται πάντοτε αιτία όλων

των σφαλμάτων αυτή η υπερβολική αγάπη του εαυτού του. Διότι όστις

αγαπά αποτυφλώνεται ως προς το αγαπητόν του πράγμα, ώστε κρίνει

κακώς τα δίκαια και τα αγαθά και τα καλά, επειδή νομίζει ότι πρέπει

να υπερτιμά περισσότερον τον ατομισμόν του από την αλήθειαν. Δηλαδή

ούτε τον εαυτόν του ούτε τα ιδικά του πρέπει να υπεραγαπά όστις

θέλει να γίνη μέγας ανήρ, αλλά τα δίκαια, είτε από αυτόν τον ίδιον

τύχη να εκτελούνται είτε από κανένα άλλον περισσότερον. Λοιπόν από

αυτό ακριβώς το σφάλμα εγεννήθη και το να νομίζη την ιδικήν του

αμάθειαν ότι είναι σοφία. Δι' αυτά, ενώ δεν γνωρίζομεν τίποτε, διά

να εκφρασθώ ούτω πως, νομίζομεν ότι όλα τα γνωρίζομεν, και, επειδή

δεν αναθέτομεν εις άλλους να εκτελέσουν όσα δεν γνωρίζομεν,

αναγκαζόμεθα να τα κάμωμεν οι ίδιοι και να σφάλλωμεν. Διά τούτο

πρέπει έκαστος ν' αποφεύγη να αγαπά πολύ τον εαυτόν του, πρέπει δε

να επιζητή τον καλλίτερόν του, χωρίς να έχη κανέν εμπόδιον εις

τούτο από καμμίαν εντροπήν. Όσα δε είναι μικρότερα από αυτά και

επαναλαμβάνονται πολλάκις, είναι όμως όχι ολιγώτερον από αυτά

χρήσιμα, αυτά πρέπει να τα λέγη υπενθυμίζων εις τον εαυτόν του.

Δηλαδή, ωσάν να ξεχύνεται κάτι, είναι ανάγκη να ρέη κάτι νέον, και

η ανάμνησις είναι εισροή της απελθούσης φρονήσεως.

Διά τούτο πρέπει και τους υπερβολικούς γέλωτας να αποφεύγωμεν και

τα δάκρυα, να συμβουλεύη δε πάντα άνδρα έκαστος να κρύπτη την

μεγάλην χαράν και την μεγάλην θλίψιν και να προσπαθή να είναι

αξιοπρεπής, και εις τας ευτυχίας, τας οποίας φέρει ο αγαθός δαίμων

εις έκαστον, και εις τους περισπασμούς, όταν οι δαίμονες του

αντιτάσσουν κάπως υψηλά και ανωφελή εμπόδια εις τας πράξεις του, να

ελπίζει δε πάντοτε ότι ο θεός εις όσα χαρίζει εις τους αγαθούς τους

μεν απαιτουμένους κόπους από μεγαλιτέρους θα τους κάμη μικροτέρους,

τα δε υπάρχοντά του θα τα μεταβάλη εις το καλλίτερον, όλα δε τα

αντίθετα από αυτά αγαθά θα έλθουν εις αυτούς με αγαθήν τύχην. Με

αυτάς λοιπόν τας ελπίδας πρέπει να ζη έκαστος και με τας

υπενθυμίσεις όλων αυτών χωρίς να αποφεύγη, αλλά πάντοτε και εις τας

διασκεδάσεις και εις τας σπουδάς του να τα υπενθυμίζη και εις τους

άλλους και εις τον εαυτόν του καθαρά.

Λοιπόν τόρα πλέον ελέχθησαν σχεδόν όλα όσα είναι θεία και διά τας

ασχολίας και διά το άτομον έκαστον, ποίου χαρακτήρος οφείλει να

είναι. Τα ανθρώπινα όμως δεν τα είπαμεν, και πρέπει να τα ειπούμεν.

Διότι με ανθρώπους ομιλούμεν εδώ και όχι με θεούς. Είναι δε εκ

φύσεως ιδιότης του ανθρώπου προ πάντων αι ηδοναί και αι λύπαι και

αι επιθυμίαι, από τας οποίας κατ' ανάγκην παν θνητόν ζώον είναι

κρεμασμένον, διά να εκφρασθώ ούτω πως, και εξηρτημένον με πολλήν

προθυμίαν. Λοιπόν πρέπει να επαινούμεν τον καλλίτερον βίον όχι

μόνον ότι είναι ανώτερος κατά την ευπρέπειαν εις την κοινήν γνώμην,

αλλά και ότι, εάν θελήση κανείς να τον δοκιμάση και να μη

λιποτακτήση από αυτόν, ενόσω είναι νέος, υπερισχύει και εις αυτό το

οποίον όλοι ζητούμεν, δηλαδή εις την περισσοτέραν χάριν και την

ολιγωτέραν λύπην από όλους τους άλλους βίους. Ότι δε τούτο θα γίνη

σαφές, όταν τον απολαμβάνη κανείς ορθώς, ευκόλως θα αποδειχθή και

πάρα πολύ καλά! Αλλά ποία είναι η ορθότης; Αυτό πρέπει τόρα να το

λάβωμεν και να το εξετάσωμεν με το λογικόν, εάν μας εδόθη ούτως πως

συμφώνως με την φύσιν ή αλλέως έξω από την φύσιν. Η δε εξέτασις του

ηδονικωτέρου βίου πλησίον του λυπηροτέρου πρέπει να γίνη ως εξής.

Την ηδονήν την θέλομεν να την απολαμβάνωμεν, την λύπην όμως ούτε

την προτιμώμεν ούτε την θέλομεν, το δε ουδέτερον αίσθημα από την

ηδονήν και την λύπην, εις την θέσιν μεν της ηδονής δεν το

επιθυμούμεν, εις την θέσιν όμως της λύπης θέλομεν να το

ανταλλάξωμεν. Την λύπην δε την ολιγωτέραν με την περισσοτέραν

ηδονήν την θέλομεν, αλλά την ολιγωτέραν ηδονήν με την περισσοτέραν

λύπην δεν την θέλομεν, τα ίσα δε απέναντι των ίσων, και διά τα δύο

αυτά δεν ημπορούμεν να ειπούμεν σαφώς πώς τα επιθυμούμεν. Όλα αυτά

όμως κατά το ποσόν και το μέγεθος και την σφοδρότητα και την

ισότητα και τα αντίθετα αυτών ως προς την θέλησίν μας μεν έχουν

διαφοράν, ως προς την προαίρεσίν μας όμως δεν έχουν. Αφού λοιπόν

αυτά εδημιουργήθησαν κατ' ανάγκην ούτω πως, εις όποιον μεν βίον

υπάρχει μεγάλη ποσότης και από τα δύο και μέγεθος και σφοδρότης,

αλλά είναι ανώτερα τα ηδονικά, εκείνον τον θέλομεν, εις όποιον όμως

υπάρχουν τα αντίθετα δεν τον θέλομεν. Και πάλιν εις όποιον υπάρχουν

ολίγα και τα δύο και μικρά και ήσυχα, αλλά είναι ανώτερα τα λυπηρά,

δεν τον θέλομεν, εις όποιον δε υπάρχουν τα αντίθετα, τον θέλομεν.

Εις όποιον δε βίον πάλιν ισορροπούν, πρέπει να φρονούμεν, καθώς

προηγουμένως, ότι τον ισόρροπον βίον, εφ' όσον είναι ανώτερα τα

ευχάριστα εις ημάς, τον θέλομεν, εφόσον όμως είναι ανώτερα τα

μισούμενα, δεν τον θέλομεν. Πρέπει δε να έχωμεν υπ' όψει μας ότι

όλοι οι βίοι περικλείονται εις αυτούς τους δύο και να εννοήσωμεν

ποίους θέλομεν εκ φύσεως. Εάν δε νομίζωμεν ότι θέλομεν τίποτε άλλο

έξω από αυτά, αυτό το φρονούμεν, διότι δεν γνωρίζομεν εκ πείρας

τους υπάρχοντας βίους.

Ποίοι λοιπόν και πόσοι είναι οι βίοι, διά τους οποίους πρέπει να

προτιμήσωμεν τον θεληματικόν και εκούσιον, αφού εννοήσωμεν τον

αθέλητον και ακούσιον και να τον θέσωμεν εις τον εαυτόν μας ως

νόμον, και αφού εκλέξωμεν τον αγαπητόν και συγχρόνως τον ηδονικόν

και άριστον και ωραιότατον να ζώμεν όσον είναι δυνατόν εις τον

άνθρωπον μακαριώτερον; Λοιπόν ας δεχθώμεν ότι ο σώφρων βίος είναι

είς και είς ο φρόνιμος και είς ο ανδρείος και είς ο υγιεινός. Και

εις αυτούς, οι οποίοι είναι τέσσαρες, ας αντιτάξωμεν ως αντιθέτους

άλλους τέσσαρας, τον ανόητον, τον δειλόν, τον ακόλαστον, τον

νοσηρόν. Και λοιπόν όποιος γνωρίζει τον σώφρονα βίον θα δεχθή ότι

είναι μειλίχιος εις όλα και ότι δίδει ησύχους λύπας και ησύχους

ηδονάς, και μαλακάς επιθυμίας και έρωτας όχι μανιώδεις. Ο δε

ακόλαστος ότι είναι εις όλα ακράτητος και δίδει σφοδράς λύπας και

σφοδράς ηδονάς, επιμόνους δε και παραφόρους επιθυμίας και έρωτας

όσον το δυνατόν μανιωδεστέρους. Ότι δε είναι υπερβολικώτεραι εις

μεν τον σώφρονα βίον αι ηδοναί παρά οι πόνοι, εις δε τον ακόλαστον

ότι είναι ανώτεραι αι λύπαι από τας ηδονάς και εις το μέγεθος και

εις το ποσόν και εις την πυκνότητα. Δι' αυτό ο είς μεν από αυτούς

τους βίους είναι λογικώς ηδονικώτερος κατά φύσιν, ο δε άλλος

λυπηρότερος, και όστις βεβαίως θέλει να ζήση ηδονικώς δεν

επιτρέπεται εκουσίως να ζη ακολάστως, αλλά πλέον έγινε φανερόν,

ότι, αν αυτό που λέγομεν τόρα, είναι ορθόν, τότε έπεται λογικώς ότι

έκαστος είναι ακουσίως ακόλαστος. Δηλαδή ή από αμάθειαν ή από

ακράτειαν ή και από τα δύο στερείται σωφροσύνης πας όχλος των

ανθρώπων. Αυτά λοιπόν πρέπει να φρονούμεν διά τον νοσηρόν και

υγιεινόν βίον, ότι δηλαδή έχουν ηδονάς και λύπας, αλλ' ότι

υπερτερούν αι ηδοναί τας λύπας εις την υγείαν, αι δε λύπαι τας

ηδονάς εις τας ασθενείας. Η θέλησίς μας όμως εις την προτίμησιν των

βίων δεν είναι να υπερτερή το λυπηρόν, όπου δε αυτό υπερτερείται,

αυτόν τον βίον τον εκρίναμεν ηδονικώτερον. Λοιπόν, ημπορούμεν να

ειπούμεν, επειδή ο σώφρων από τον ακόλαστον και ο φρόνιμος από τον

άφρονα και ο βίος της ανδρείας από τον βίον της δειλίας έχει και τα

δύο ολιγώτερα και μικρότερα και πυκνότερα και υπερτερεί ο είς τον

άλλον κατά σειράν από αυτούς εδώ ως προς την υπερβολήν της ηδονής,

ενώ εκείνοι υπερτερούν αυτούς ως προς την λύπην, διά τούτο ο μεν

ανδρείος νικά τον δειλόν, ο δε φρόνιμος τον ανόητον, ώστε είναι

ηδονικώτεροι εκείνοι από αυτούς, ο σώφρων και ο ανδρείος και ο

φρόνιμος και ο υγιεινός, από τον δειλόν και ανόητον και ακόλαστον

και νοσηρόν, και συντόμως, ο σχετικός με την αρετήν εις το σώμα και

εις την ψυχήν από τον σχετικόν με την μοχθηρίαν, και ηδονικώτερος

είναι και εις τα άλλα υπερτερεί περισσώς με το κάλλος του και την

ορθότητα και την αρετήν και την δόξαν, ώστε όστις έχει αυτόν τον

κάμνει να ζη ευτυχέστερον από τον αντίθετον εις όλα εξ ολοκλήρου.

Και το μεν προοίμιον των νόμων ας λάβη τέλος εις αυτό το σημείον

της συζητήσεώς μας. Κατόπιν όμως από το προοίμιον είναι βεβαίως

λογικόν να ακολουθήση ο νόμος, ή μάλλον, καθώς είναι αληθές, το

υπόδειγμα των νόμων της πολιτείας. Καθώς λοιπόν εις έν ύφασμα ή και

εις οποιονδήποτε άλλο πράγμα δεν είναι δυνατόν να κατασκευάσωμεν με

τα ίδια υλικά το υφάδι και το στημόνι, αλλά πρέπει να υπερέχη εις

την αξίαν το είδος των στημόνων, διότι αυτό πρέπει να είναι ισχυρόν

και να έχη κάποιαν σταθερότητα εις τας μετατροπάς, το δε άλλο να

είναι μαλακόν και δικαίως να έχη κάποιαν υποχώρησιν, δι' αυτό

λοιπόν όσοι πρόκειται να λάβουν μεγάλα αξιώματα εις τας πόλεις

πρέπει κάπως να διακρίνωνται εις τούτο, καθώς και όσοι με μικράν

παιδείαν γυμνάζονται πάντοτε αναλόγως. Δηλαδή υπάρχουν δύο είδη

πολιτευμάτων, και το μεν έν είναι εγκαταστάσεις αρχών εις εκάστους,

το δε άλλο είναι νόμοι εμπιστευμένοι εις τας αρχάς. Αλλά

προηγουμένως από αυτά πρέπει να έχωμεν υπ' όψει μας τα εξής:

Πάσαν αγέλην, αφού την παραλάβη ο ποιμήν και ο βοσκός και ο

ιπποκόμος και όσοι άλλοι παρόμοιοι υπάρξουν, δεν είναι τρόπος να

δοκιμάση να την περιποιηθή κατ' άλλον τρόπον παρά εάν πρώτον

καθαρίση τα ζώα καθώς απαιτείται διά την συντροφίαν των, αφού δε

διαλέξη και τα υγιή και τα μη υγιή και τα ευγενή και τα αγενή, άλλα

μεν αποστείλη εις κάποιας άλλας αγέλας, άλλα δε περιποιηθή, έχων

υπ' όψει του ότι θα μείνη μάταιος και ανωφελής ο κόπος του και διά

τα σώματα και διά τας ψυχάς, τας οποίας η φύσις και η πονηρά

ανατροφή διαφθείρει και καταστρέφει το γένος των υγιών και

αμολύντων ηθών και σωμάτων εις παν πράγμα, όταν κανείς δεν καθαρίζη

τα πρώτα. Και βεβαίως διά τα άλλα ζώα είναι μικροτέρα η σπουδή και

μόνον χάριν παραδείγματος αξίζει να τα παρουσιάσωμεν εις την

συζήτησίν μας, τα ανθρώπινα όμως είναι άξια της μεγαλιτέρας σπουδής

και ο νομοθέτης πρέπει να τα ερευνά πολύ και να εξηγή τι χρειάζεται

εις έκαστον ως προς τον καθαρισμόν και όλας τας άλλας πράξεις.

Λόγου χάριν το ζήτημα του καθαρισμού της πόλεως ημπορεί να γίνη ως

εξής. Από τους πολλούς καθαρισμούς που υπάρχουν άλλοι μεν είναι

ευκολώτεροι, άλλοι δε δυσκολώτεροι. Και όσοι μεν είναι δύσκολοι και

καλλίτεροι, εάν ο ηγεμών είναι ο ίδιος και νομοθέτης, ημπορεί να

τους εκτελέση, ο νομοθέτης όμως που δεν έχει ηγεμονίαν (!) ιδρύων

νέον πολίτευμα και νόμους, εάν και τον ευκολώτερον καθαρισμόν

εκτελέση, πρέπει να είναι ευχαριστημένος και από αυτό. Είναι δε ο

μεν καλλίτερος βασανιστικός, καθώς και όσα φάρμακα είναι

τοιουτότροπα, δηλαδή όστις σύρει εις την τιμωρίαν με εκδίκησιν,

προσθέτων ως τέλος της εκδικήσεως τον θάνατον ή την εξορίαν. Διότι

όσοι έσφαλαν τα μέγιστα και είναι αθεράπευτοι και μεγίστη βλάβη εις

την πόλιν, συνηθίζει να τους απομακρύνη. Ο δε μαλακότερος

καθαρισμός είναι ο εξής· όσοι από στέρησιν της τροφής φαίνονται

πρόθυμοι και έτοιμοι να ακολουθήσουν τους αρχηγούς, εναντίον των

ευπόρων ως άποροι, αυτούς ως ασθένειαν ενσκήψασαν εις την πόλιν διά

να τους απομακρύνη ευφήμως, εθέσπισε το όνομα της αποικίας και τους

αποστέλλει όσον το δυνατόν φιλικώτερον. Λοιπόν αυτό πας νομοθέτης

οπωσδήποτε πρέπει να το εκτελέση εις την αρχήν, εις ημάς όμως πολύ

παραδοξότερα είναι όσα συνέβησαν τόρα ως προς αυτά. Δηλαδή ούτε

αποικίαν ούτε κάποιαν εκλογήν καθαρισμού οφείλομεν να εφεύρωμεν

προς το παρόν, αλλά, ως να κατασταλάζουν πολλαί πηγαί και χείμαρροι

εις μίαν λίμνην, είναι ανάγκη να προσέχωμεν πώς να μείνη όσον το

δυνατόν καθαρώτερον το συναθροιζόμενον νερόν, και αλλού μεν να το

αδειάζωμεν, αλλού δε να το διοχετεύωμεν και το απομακρύνωμεν.

Υπάρχει δε, καθώς φαίνεται, κόπος και κίνδυνος εις πάσαν

εγκαθίδρυσιν πολιτεύματος. Αφού όμως τόρα ημείς με λόγους τα

συζητούμεν και δεν τα εκτελούμεν εμπράκτως, ας λάβη τέλος η εκλογή

μας και ας θεωρήσωμεν ότι ο καθαρισμός της έγινε καθώς τον

φανταζόμεθα. Δηλαδή από όλους όσοι θα δοκιμάσουν να έλθουν ως

πολίται εις την πόλιν αυτήν τους μεν κακούς θα τους εξετάσωμεν με

όλας τας συμβουλάς και με πολύν καιρόν, και θα τους εμποδίσωμεν να

έλθουν, τους δε αγαθούς όσον είναι δυνατόν ευνοϊκώς και

συμπαθητικώς ας δεχόμεθα.

Ας μη μας διαφεύγη δε ότι συμβαίνει το εξής ευτύχημα. Δηλαδή, καθώς

είπαμεν, ήτο ευτυχής η αποικία των Ηρακλειδών, διότι απέφυγε την

φοβεράν και επικίνδυνον φιλονικίαν διά την αποκοπήν των χρεών και

την διανομήν της γης, την οποίαν, όταν μία αρχαία πόλις αναγκασθή

να νομοθετήση, δεν ημπορεί ούτε να την αφήση ακίνητον ούτε πάλιν

είναι δυνατόν να την μετακινήση κάπως, αλλά μόνον ευχή απομένει,

διά να ομιλήσω ούτω πως, και ολίγη μετατροπή προσεκτική εις πολύ

χρονικόν διάστημα βαθμηδόν εκτελουμένη. Η δε βαθμιαία μετατροπή

αυτή εξαρτάται από αυτούς τους έχοντας άφθονον γην και πολλούς

χρεοδούλους, όταν θελήσουν κάπως από επιείκειαν να γίνουν

μεταδοτικοί εις τους στερουμένους και άλλα μεν να χαρίσουν, άλλα δε

να κατέχουν, και οπωσδήποτε να αποκτήσουν μετριότητα και να

νομίζουν πτωχείαν όχι το να ολιγοστεύση η περιουσία των, αλλά το να

μεγαλώση η απληστία των. Διότι αυτό γίνεται και η μεγαλιτέρα αρχή

της σωτηρίας της πόλεως, και επάνω εις αυτήν, ως εις στερεόν

θεμέλιον, είναι δυνατόν να κτίση κανείς όλον τον διάκοσμον τον

πολιτικόν, τον οποίον θα εύρισκε κατάλληλον εις την τοιαύτην

εγκατάστασιν. Όταν όμως αυτή η μεταβατική γέφυρα είναι σαθρά, τότε

δεν είναι δυνατόν να είναι κατόπιν πλουσιοπάροχος εις καμμίαν πόλιν

η πολιτική δράσις. Την οποίαν ημείς μεν, καθώς νομίζομεν, την

αποφεύγομεν. Αλλά είναι ορθότερον να ειπούμεν, αν δεν την

αποφύγωμεν, με ποίον μέσον θα εφροντίζαμεν να την αποφύγωμεν.

Λοιπόν λέγομεν τόρα ότι με την δικαίαν αφιλοχρηματίαν, άλλη όμως

αποφυγή δεν υπάρχει τοιαύτης εφευρέσεως ούτε ευρύχωρος ούτε στενή.

Και αυτό μεν ας το θεωρήσωμεν ως ασφάλειαν της πόλεως. Διότι πρέπει

να καταστήσωμεν τας περιουσίας μεταξύ των πολιτών αδιαφιλονικήτους

οπωσδήποτε, άλλως να μη προχωρούν προηγουμένως εκουσίως εις την

άλλην διαρρύθμισιν όσοι έχουν παλαιά παράπονα μεταξύ των και όσοι

έχουν έστω και ελάχιστον νουν. Εις όσους δε, καθώς εις ημάς τόρα,

έδωκε ο θεός να κατοικήσουν νέαν πόλιν και να μην έχουν πλέον

μεταξύ των καμμίαν έχθραν, αυτοί να γίνουν αίτιοι μεταξύ των έχθρας

χάριν της διανομής της γης και των κατοικιών δεν θα είναι ανθρωπίνη

(υποφερτή) αμάθεια με όλην των την κακίαν.

Λοιπόν ποίος είναι ο τρόπος της ορθής διανομής; Πρώτον πρέπει να

ορισθή ο αριθμός των ατόμων των πόσος πρέπει να είναι. Κατόπιν δε

πρέπει όσον το δυνατόν να μοιράσωμεν εξ ίσου και την γην και τας

κατοικίας. Λοιπόν ο αριθμός του πληθυσμού δεν θα ήτο ορθόν να

ορισθή αλλέως παρά εν σχέσει προς την γην και τας πλησιοχώρους

πόλεις, η μεν γη πόση είναι ικανή να τρέφη τόσους μετριόφρονας,

χωρίς να χρειάζεται τίποτε περισσότερον, ο δε πληθυσμός πόσος είναι

αρκετός χωρίς δυσκολίαν να αποκρούση τα περίχωρα, όταν τον αδικούν

και να βοηθήση τους γείτονάς του, όταν αδικούνται. Αυτά θα τα

ορίσωμεν εμπράκτως και όχι με λόγους, όταν ιδούμεν την χώραν και

τους γείτονας. Τόρα όμως χάριν του σχεδίου και του γενικού ορισμού,

διά να τελειώνωμεν, ας εξακολουθήση η συζήτησις διά την νομοθεσίαν.

Ας δεχθώμεν να είναι πέντε χιλιάδες σαράντα (5040), διά να είναι

κάπως αρμονικός ο αριθμός, οι γεωμόροι και οι υπερασπισταί της

διανομής. Η γη δε και αι κατοικίαι ας μοιρασθούν εις τα ίδια μέρη,

και ας γίνη διά την διανομήν είς κλήρος δι' έκαστον άνδρα. Έπειτα

ας διαιρεθή όλος αυτός ο αριθμός εις δύο, κατόπιν εις τρία και

τέσσαρα και πέντε έως εις τα δέκα κατά σειράν. Πρέπει δε βεβαίως

πας νομοθέτης τούτο τουλάχιστον να γνωρίζη περί των αριθμών, ποίος

αριθμός ημπορεί να χρησιμεύση εις όλας τας πόλεις. Ας θεωρήσωμεν

λοιπόν τοιούτον εκείνον, ο οποίος επιδέχεται τας περισσοτέρας

διαιρέσεις κατά σειράν. Λοιπόν πας αριθμός δεν επιδέχεται όλας τας

διαιρέσεις. Αλλά ο αριθμός πέντε χιλιάδες σαράντα και διά τον

πόλεμον και διά την ειρήνην εις όλας τας συμφωνίας και επιμιξίας,

και δι' όλας τας συνεισφοράς και διανομάς, όχι ολιγωτέρας από

πενήντα εννέα διαιρέσεις επιδέχεται, κατά σειράν δε από τον αριθμόν

ένα έως τα δέκα.

Αυτά λοιπόν πρέπει να τα αποκτήσουν ασφαλώς και με την ευκαιρίαν

όσους διατάσσει ο νόμος να τα αποκτήσουν. Διότι βεβαίως μόνον κατ'

αυτόν τον τρόπον συμβαίνουν. Πρέπει δε να λεχθούν διά τον εξής

λόγον εις εκείνον που ιδρύει πόλιν. Ούτε όταν κτίζη νέαν πόλιν εξ

αρχής ούτε όταν επισκευάζη παλαιάν κατεστραμμένην όσον διά τους

θεούς και τους ναούς, οι οποίοι πρέπει να είναι κτισμένοι εις

εκάστην πόλιν και να φέρουν οποιωνδήποτε θεών την ονομασίαν, κανείς

δεν θα δοκιμάση να μετακινήση, εάν έχη νουν, τας συμβουλάς, όσαι

προήλθαν από τους Δελφούς ή από την Δωδώνην ή από τον Άμμωνα ή από

άλλας παλαιάς παραδόσεις και κατέπεισαν οπωσδήποτε μερικούς διά της

εμφανίσεως φαντασμάτων ή θείας εμπνεύσεως, και εθέσπισαν θυσίας

συνδυασμένας με τελετάς είτε από εδώ εγχωρίας είτε Τυρρηνικάς είτε

Κυπριακάς είτε από κανέν άλλο μέρος. Και με τοιαύτας παραδόσεις

καθιέρωσαν χρησμούς και αγάλματα και βωμούς και ναούς και

παρεκκλήσια εις έκαστον από αυτούς. Από αυτά ούτε το ελάχιστον δεν

πρέπει να μετακινήση ο νομοθέτης, αλλά πρέπει εις όλα τα μέρη να

εγκαταστήση ένα θεόν ή δαίμονα ή ήρωα και κατά την διανομήν της γης

πρώτον εις αυτούς πρέπει να δώση αποδεκατίσματα, διά να γίνωνται

συγκεντρώσεις εις έκαστον μέρος κατά περιόδους ωρισμένας και να

προετοιμάζουν δι' όλας τας ανάγκας ευκολίας και να συσχετίζωνται

φιλικώς μέσα εις τας θυσίας και να συνδέωνται και γνωρίζωνται, από

το οποίον δεν υπάρχει κανέν μεγαλίτερον αγαθόν εις μίαν πόλιν παρά

να είναι γνωστοί μεταξύ των οι πολίται. Διότι, όπου δεν υπάρχει φως

μεταξύ της συμπεριφοράς των πολιτών αλλά σκότος, δεν είναι δυνατόν

να εύρη κανείς ούτε την εκτίμησιν που του αξίζει ούτε το δίκαιον

που του αρμόζει. Και όμως πρέπει έκαστος πολίτης εις πάσαν πόλιν,

βήμα προς βήμα, τούτο και μόνον να επιδιώκη, πώς δηλαδή ούτε ο

ίδιος να φανή κίβδηλος εις οποιονδήποτε αλλά ειλικρινής και

φιλαλήθης, ούτε άλλος να υπάρχη τοιούτος και να τον απατήση.

Και λοιπόν η κατόπιν τούτων εύνοια της τύχης εις την κατασκευήν των

νόμων, ως άλλος κύβος ιερός, επειδή είναι ασυνήθιστος, ίσως εις την

αρχήν κάμνει εκείνον που την ακούει να απορή. Και όμως εις τον

συλλογιζόμενον θα φανή ότι κατά δεύτερον λόγον η πόλις μας

λαμβάνει, τον καλλίτερον συνοικισμόν. Ίσως όμως δεν την παραδεχθή

κανείς, διότι δεν συμμορφώνεται με νομοθέτην μη αυταρχικόν. Αλλά το

ορθότερον είναι να προτείνη κανείς τελείως το καλλίτερον πολίτευμα,

και το δευτερεύον και το τριτεύον, να αφήση όμως ελευθέραν εκλογήν

εις έκαστον πληρεξούσιον του συνοικισμού. Λοιπόν και ημείς τόρα ας

κάμωμεν συμφώνως με αυτόν τον λόγον, αφού αναπτύξωμεν ποίον είναι

το πρώτον κατά την τελειότητα πολίτευμα και ποίον δεύτερον και

τρίτον. Την δε εκλογήν ας την αναθέσωμεν τόρα εις τον Κλεινίαν και,

οποιοσδήποτε άλλος θελήση, ας επιστατήση εις την παρομοίαν εκλογήν,

συμφώνως με τον χαρακτήρα του να μοιράση ό,τι είναι αρεστόν εις

αυτόν από τους νόμους της πατρίδος του.

Η πρώτη λοιπόν πόλις και το πολίτευμα και οι καλλίτεροι νόμοι

υπάρχουν εκεί, όπου συμβαίνει όσον το δυνατόν περισσότερον η παλαιά

παροιμία. Λέγεται δε ότι πραγματικώς είναι κοινά τα πράγματα των

φίλων. Αυτό λοιπόν είτε υπάρχει κάπου τόρα είτε θα υπάρξη άλλοτε,

δηλαδή να είναι κοιναί αι γυναίκες, κοινοί οι παίδες, κοινά όλα τα

πράγματα και διά παντός μέσου, εξεδιώχθη από όλα τα μέρη του βίου

παν ό,τι γίνεται ατομικόν, να ευρεθή δε και τρόπος, διά να γίνουν

όσον το δυνατόν κοινά κάπως και τα εκ φύσεως ατομικά, λόγου χάριν

τα ομμάτια και τα ώτα και αι χείρες να φαίνωνται κοινά εις το να

βλέπουν και ακούουν και εργάζωνται, και πάλιν όλοι ομού να

εγκρίνουν και να κατακρίνουν το καθέν πράγμα όσον είναι δυνατόν,

και να ευχαριστούνται και λυπούνται διά τα ίδια πράγματα, και

όμοιοι νόμοι να καθιστούν όσον το δυνατόν περισσότερον μίαν

ηνωμένην την πόλιν, από αυτήν την αρετήν κανείς ποτε δεν ημπορεί να

θεσπίση ανωτέραν ούτε να θέση σκοπόν ανώτερον ούτε ορθότερον.

Λοιπόν η τοιαύτη πόλις, είτε θεοί βεβαίως την κατοικούν είτε παίδες

θεών περισσότεροι από ένα, εάν ζουν κατά αυτόν τον τρόπον, θα

μένουν ευχαριστημένοι. Διά τούτο λοιπόν δεν πρέπει αλλού να

ζητούμεν πρότυπον πολιτεύματος, αλλά ασπαζόμενοι τούτο να ζητούμεν

το όσον το δυνατόν όμοιον με αυτό. Αυτό όμως το οποίον ημείς τόρα

ηρχίσαμεν, ίσως είναι το πλησιέστερον προς την αθανασίαν και το

μόνον δεύτερον. Το τρίτον δε, εάν θέλη ο θεός, θα εξετάσωμεν

κατόπιν. Λοιπόν τόρα ποία φρονούμεν ότι πρέπει να είναι αυτή και

πώς ημπορεί να γίνη τοιαύτη; Λοιπόν ας μοιρασθούν πρώτον την γην

και τας οικίας και ας μη καλλιεργούν κοινώς, διότι τούτο είναι

ανώτερον από την σημερινήν γέννησιν και ανατροφήν και εκπαίδευσιν.

Ας μοιρασθούν δε κάπως με το εξής πνεύμα, ότι δηλαδή όστις επιτύχη

τον κλήρον τούτον πρέπει να τον θεωρή κοινόν όλης της πόλεως,

επειδή όμως η χώρα αυτή είναι πατρίς του, πρέπει να τον περιποιήται

περισσότερον παρά την μητέρα οι παίδες, διότι είναι και σεβαστή θεά

(Δημήτηρ = γη μήτηρ) αυτών οι οποίοι είναι θνητοί. Τα ίδια δε να

φρονούν και διά τους εγχωρίους θεούς και δαίμονας.

Διά να μείνουν δε αυτά εις αιώνα τον άπαντα εις αυτήν την

κατάστασιν, πρέπει να σκεφθούν ακόμη και τα εξής. Όσας εστίας

έχομεν τόρα μοιρασμένας εις τον καθένα, αυταί πρέπει πάντοτε να

μένουν εις το ίδιον ποσόν και ούτε να περισσεύουν διόλου ούτε να

ολιγοστεύουν. Αυτό λοιπόν ημπορούσε να συμβαίνη ασφαλώς εις εκάστην

πόλιν κατά τον εξής τρόπον. Όστις λάβη την κληρονομίαν ας αφήνη εις

αυτήν την κατοικίαν πάντοτε ένα κληρονόμον από όλα τα τέκνα του,

εκείνον τον οποίον αγαπά περισσότερον, ως διάδοχον και λάτρην των

θεών και του γένους του και της πόλεως από τους ζώντας και από

όσους πλέον έως εκείνον τον χρόνον, κατέλαβε ο θάνατος. Όλα δε τα

άλλα του τέκνα, αν έχη περισσότερα από έν, και τα κορίτσια να τα

υπανδρεύση συμφώνως με τον νόμον, τον οποίον θα επιβάλωμεν κατόπιν,

και τα αγόρια να τα μοιράση εις όσους πολίτας έχουν έλλειψιν

παιδιών, όταν έχουν ευχαρίστησιν κυρίως. Εάν όμως εις μερικούς

λείπη η ευχαρίστησις, ή γεννώνται περισσότεροι απόγονοι θήλεις ή

άρρενες εις έκαστον, ή και αντιθέτως, όταν είναι ολιγώτεροι, διότι

δεν υπήρξε αφθονία τέκνων, δι' όλα αυτά η εξουσία, την οποίαν θα

ορίσωμεν ως ανωτάτην και πολυτιμοτάτην, θα σκεφθή τι πρέπει να γίνη

διά τους περισσεύοντας ή τους ελλείποντας, και ας εφεύρη μέθοδον

διά να μείνουν όσον το δυνατόν διαρκώς μόναι αι πέντε χιλιάδες

σαράντα (5040) κατοικίαι. Μέθοδοι δε υπάρχουν πολλαί. Δηλαδή και η

αναστολή των γεννήσεων εις όσας είναι ταχεία η γέννησις και

αντιθέτως επιμέλεια και φροντίδες διά την αύξησιν των γεννήσεων με

τιμάς και ατιμίας και προτροπάς των γεροντοτέρων προς τους νέους,

επιβαλλομένας διά λόγων συμβουλευτικών, ημπορούν να κάμουν αυτό που

λέγομεν.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος B · 第 4 / 8 段