Χωρίς άλλο φρονείς ότι από τυραννίαν ημπορεί να καταστή

καλλιτέρα μία πόλις, καθώς φαίνεται, όταν έχη νομοθέτην

απολυταρχικόν και τύραννον αξιοπρεπή, και ότι ευκολώτατα και

τάχιστα θα αλλάξη από την κατάστασίν της, κατά δεύτερον δε λόγον

από ολιγαρχίαν. Ή πώς αλλέως εννοείς; Κατά τρίτον δε λόγον από

δημοκρατίαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διόλου μάλιστα, αλλά πρώτον μεν από τυραννίαν, δεύτερον

δε από βασιλικόν πολίτευμα, τρίτον δε από κάποιον δημοκρατικόν, ως

τετάρτη δε η ολιγαρχία πολύ δυσκόλως ημπορούσε να επιτρέψη την

εγκαθίδρυσιν αυτού. Διότι οι περισσότεροι απολυταρχικοί εις αυτήν

υπάρχουν. Λέγομεν λοιπόν ότι αυτά εκτελούνται μόνον όταν

παρουσιασθή αληθής νομοθέτης εκ φύσεως γεννημένος, συγχρόνως όμως

υπάρξη εις αυτόν κοινή άμυνα με τους έχοντας περισσοτέραν ισχύν εις

την πόλιν. Όπου όμως τούτο συμβαίνει αριθμητικώς μεν συντομώτερον,

αλλά όμως ισχυρότατον, καθώς εις την τυραννίαν, εκεί μόνον και τότε

συνηθίζει να εισέρχεται με ταχύτητα και ευκολίαν η μεταπολίτευσις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς; Διότι δεν εννοούμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως το είπαμεν όχι άπαξ, αλλά πολλάκις νομίζω. Σεις

όμως ίσως ούτε είδατε ακόμη πόλιν με τυραννίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ούτε θιασώτης είμαι εγώ τουλάχιστον τοιούτου θεάματος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως ακριβώς θα έβλεπες μέσα εις αυτήν ό,τι λέγομεν

τόρα εδώ.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν απαιτείται διόλου κόπος ούτε πάρα πολύς καιρός εις

ένα τύραννον, εάν θελήση να μεταβάλη τα ήθη της πόλεως, πρέπει όμως

πρώτον ο ίδιος να εφαρμόζη όσα θέλει να εκτελούνται, δηλ. είτε

θέλει να προτρέπη τους πολίτας εις εναρέτους ασχολίας είτε και

αντιθέτως, αυτός πρώτος πρέπει να είναι τύπος και υπογραμμός εις

όλα αυτά, άλλα μεν επαινών και τιμών, άλλα δε κατακρίνων, και τον

απειθή ατιμάζων εις εκάστην πράξιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πώς θα παραδεχθώμεν ότι γλήγορα θα συμμορφωθούν οι

άλλοι πολίται με αυτόν που ανέλαβε την τοιαύτην νουθέτησιν και

συγχρόνως και βίαν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας μην ημπορέση άλλος κανείς να σας πείση ότι είναι

ευκολώτερον άλλως πως να μεταβάλη μία πόλις τους νόμους της παρά με

το καλόν παράδειγμα των κυριάρχων της ούτε ότι σήμερον συμβαίνει

κατ' άλλον τρόπον, ούτε ότι ημπορεί να γίνη εις το μέλλον. Και

βεβαίως δι' ημάς δεν είναι το πλέον αδύνατον ούτε το πλέον δύσκολον

που ημπορεί να υπάρξη. Αλλά το δυσκολώτερον και εκείνο που

συμβαίνει σπανιώτατα εις μεγάλα χρονικά διαστήματα, και, όταν

συμβή, φέρει άπειρα και όλα τα αγαθά εις μίαν πόλιν, εις την οποίαν

θα συμβή, είναι το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όταν εμπνευσθή έρως θείος των φρονίμων και των δικαίων

ασχολιών εις κάποιας μεγάλας δυναστείας, που κυριαρχούν ή

μοναρχικώς ή από υπερβολικόν πλούτον, ή από την υπεροχήν της

καταγωγής, ή εάν κανείς επαναφέρη εκ νέου τα φυσικά του Νέστορος, ο

οποίος, ενώ λέγουν ότι εις την δύναμιν του λόγου υπερτέρησε όλους

τους ανθρώπους, όμως πολύ περισσότερον διεκρίθη εις την σωφροσύνην.

Αυτό τουλάχιστον εις την Τρωικήν εποχήν συνέβη μίαν φοράν, καθώς

λέγεται, εις την εποχήν μας όμως δεν συνέβη διόλου (!). Εάν λοιπόν

υπήρξε ή θα υπάρξη κανείς τοιούτος, ή είναι τόρα κανείς από ημάς

(!), αυτός μεν ζη αξιομακαρίστως, είναι δε αξιομακάριστοι και οι

ακροαταί των λόγων των εξερχομένων από το συνετόν του στόμα. Επίσης

δε το ίδιον εφαρμόζεται και εις κάθε είδους ικανότητα, δηλαδή, όταν

εις το ίδιον πρόσωπον συναντηθή η μεγαλιτέρα δύναμις και της

φρονήσεως και της σωφροσύνης, τότε παράγεται αρχή της καλλιτέρας

πολιτείας και των ομοίων νόμων, αλλέως όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν

να παραχθή. Αυτά λοιπόν ας τα θεωρήσωμεν ως μαντείας από κάποιαν

διάδοσιν και ας θεωρήσωμεν αποδεδειγμένον ότι κάπως μεν είναι

δύσκολον μία πόλις να γίνη εύνομος, κάποτε όμως, εάν συμβή αυτό το

οποίον λέγομεν, είναι πολύ γλήγορον και εύκολον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας προσπαθήσωμεν ωσάν γεροντικά παιδιά να τα εφαρμόζωμεν

εις την πόλιν σου και να πλάττωμεν με τον λόγον νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εμπρός λοιπόν και ας μη αργούμεν πλέον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν τον θεόν ας επικαλεσθώμεν διά την διαρρύθμισιν της

πόλεως· εκείνος δε είθε να μας εισακούση και να μας έλθη ίλεως και

ευνοϊκός εις την διακόσμησιν της πόλεως και των νόμων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως είθε να μας έλθη.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τόρα ποίον άραγε πολίτευμα έχομεν κατά νουν να

επιβάλωμεν εις την πόλιν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή θέλεις να ειπής; ειπέ το καθαρώτερα, λόγου

χάριν καμμίαν δημοκρατίαν ή ολιγαρχίαν ή αριστοκρατίαν ή βασιλείαν;

Διότι βεβαιότατα δεν εννοείς τυραννίδα εξ όσων ημείς ημπορούμεν να

φαντασθώμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εμπρός λοιπόν ποίος από τους δύο σας θέλει να απαντήση

προηγουμένως, και να ειπή ποίου είδους από αυτά είναι το πολίτευμα

της πατρίδος του;

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Μήπως λοιπόν είναι δικαιότερον να απαντήσω προηγουμένως

εγώ ο γεροντότερος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ίσως.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ.

Και όμως, καλέ Ξένε, αν και κατέχω εντελώς εις τον νουν

μου το όλον του πολιτεύματος των Λακεδαιμονίων

δεν ημπορώ τόσον καλά να σου εξηγήσω ποίου είδους πρέπει να το

θεωρήσωμεν. Δηλαδή και με τυραννίαν μου φαίνεται ότι ομοιάζει.

Διότι ο θεσμός των εφόρων έγινε εις αυτό τυραννικός εις

αξιοθαύμαστον βαθμόν. Και όμως κάποτε μου φαίνεται ότι είναι

περισσότερον δημοκρατικόν από όλας τας πόλεις. Αλλά πάλιν να μην

ειπώ ότι είναι αριστοκρατία, είναι εντελώς άτοπον. Και όμως επίσης

και βασιλεία ισόβιος υπάρχει εις αυτό αρχαιοτάτη από όλας, καθώς

κρίνεται και από ημάς και από όλους τους ανθρώπους. Εγώ όμως, καθώς

με ερώτησες εξαφνικά, δεν ημπορώ να ειπώ με ακρίβειαν εις ποίον από

αυτά τα πολιτεύματα ανήκει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Το ίδιον πάθημα με σε φαίνεται, καλέ Μέγιλλε, ότι έπαθα

και εγώ. Διότι ευρίσκομαι εις μεγάλην δυσκολίαν να ειπώ εις ποίον

από αυτά ανήκει το πολίτευμα της Κνωσού.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διότι, αγαπητοί μου, σεις ανήκετε εις αληθινά

πολιτεύματα. Αυτά όμως που ανεφέραμεν τόρα δεν είναι πολιτεύματα,

αλλά συνοικισμοί πόλεων, αι οποίαι δεσπόζονται ή είναι υποχείριαι

εις μερικά ιδικά των μέρη, και υπερισχύει εις εκάστην το όνομα του

κυριάρχου, θα ήτο όμως ορθόν, αν υπήρχε ανάγκη από αυτόν να λάβη το

όνομα το πολίτευμα, τότε να λάβη το όνομα του θεού, ο οποίος αληθώς

κυριαρχεί όλων όσοι έχουν νουν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και ποίος είναι αυτός ο θεός;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως άραγε ολίγον ακόμη πρέπει να μεταχειρισθώμεν μύθον

(2), εάν πρόκειται να εξηγήσωμεν αρμονικώς το ζήτημά μας τούτο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν αυτό πρέπει να γίνη. Δηλαδή από τας πόλεις, των

οποίων προηγουμένως εξετάσαμεν τους συνοικισμούς, πολύ αρχαιοτέρα

φημίζεται ότι υπήρξε μία εξουσία και συνοικισμός επί Κρόνου πολύ

ευτυχής, της οποίας μίμησις είναι όποια διοικείται σήμερον

καλλίτερον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, ίσως είναι πολλή ανάγκη να

ακούσωμεν περί αυτής.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ τουλάχιστον αυτό νομίζω. Και διά τούτο έφερα αυτό το

ζήτημα εις το μέσον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά έκαμες. Ώστε, και τον σχετικόν μύθον αν μας τον

τελειώσης, αφού είναι κατάλληλος, θα κάμης πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρέπει να κάμω καθώς λέγετε. Λοιπόν υπάρχει παράδοσις διά

την αξιομακάριστον ζωήν της εποχής εκείνης ότι τα είχε όλα με

αφθονίαν, και αυτομάτως, η δε αιτία τούτων λέγουν ότι ήτο η εξής. Ο

Κρόνος, επειδή εγνώριζε, λέγει, καθώς είπαμεν ημείς, ότι καμμία

ανθρωπίνη φύσις δεν είναι ικανή, όταν διοική όλα τα ανθρώπινα

απολυταρχικώς, να μη φορτωθή ύβριν και αδικίαν, συμφώνως με αυτά

διώρισε τότε βασιλείς και άρχοντας εις τας πόλεις ημών όχι

ανθρώπους, αλλά θεότητας από θείον γένος και ανώτερον. Καθώς τόρα

ημείς κάμνομεν εις τα ποίμνια και εις όλα όσα σχηματίζουν αγέλας

ημέρων ζώων, όπου δεν διορίζομεν βους εις τους βους ούτε αίγας εις

τας αίγας ως αρχηγούς, αλλά ημείς κυριαρχούμεν εις αυτάς, οι οποίοι

είμεθα ανώτερον γένος από αυτάς. Το ίδιον λοιπόν και ο θεός, λέγει,

καθό φιλάνθρωπος, διώρισε τότε το ανώτερον γένος των θεοτήτων ως

επιστάτας, το οποίον με πολλήν ευκολίαν ιδικήν του αλλά και ιδικήν

μας επεριποιείτο, και μας έδιδε ειρήνην και αιδημοσύνην και

ευνομίαν και πλήρη δικαιοσύνην και κατέστησε αφατριάστους και

ευτυχείς τας φυλάς των ανθρώπων. Εννοεί λοιπόν και σήμερον αυτή η

παράδοσις ότι εις όσας πόλεις δεν κυριαρχεί κάποιος θεός, αλλά

κάποιος θνητός, εις αυτήν δεν είναι δυνατόν να ξεφύγη την δυστυχίαν

ούτε τους κόπους. Αλλά φρονεί ότι ημείς πρέπει να μιμούμεθα με κάθε

τρόπον τον βίον της εποχής του Κρόνου και όσον μέρος αθάνατον

υπάρχει εντός μας εις αυτό να υπακούωμεν και δημοσία και ιδιωτικώς

να διοικούμεν τας πόλεις και να ονομάζωμεν νόμον την διανομήν του

νου (3). Εάν όμως είς άνθρωπος ή μία ολιγαρχία ή και δημοκρατία

έχουσα ψυχήν η οποία επιθυμεί τας ηδονάς και επιθυμίας και

χρειάζεται να παραγεμισθή από αυτάς, επίσης δε δεν αποκρούει

τίποτε, αλλά βυθίζεται εις παμφάγον κακόν νόσημα, κυριαρχήση μιας

πόλεως ή κανενός ατόμου και καταπατήση τους νόμους, καθώς είπαμεν

προ ολίγου, δεν υπάρχει μέσον σωτηρίας. Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν

αυτόν τον λόγον, καλέ Κλεινία, αν πρέπει να τον ακούσωμεν, ή πώς

αλλέως να κάμωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι βεβαίως ανάγκη να υπακούσωμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εννοείς λοιπόν, ότι μερικοί λέγουν ότι υπάρχουν τόσα είδη

νόμων, όσα και πολιτευμάτων, και ότι των πολιτευμάτων είπαμεν προ

ολίγου πόσα είδη παραδέχονται οι περισσότεροι; Λοιπόν μη νομίσης

ότι η συζήτησίς μας εδώ γίνεται διά μηδαμινόν πράγμα, αλλά διά το

σπουδαιότερον από όλα. Δηλαδή το δίκαιον και το άδικον ήλθε πάλιν

εις αμφιβολίαν μεταξύ μας εις τι πρέπει να αποβλέπη. Διότι λέγουν

ότι οι νόμοι δεν πρέπει να αποβλέπουν ούτε εις τον πόλεμον ούτε εις

την συνολικήν αρετήν, αλλά αναλόγως του καθεστώτος να αποβλέπουν

εις το συμφέρον του πώς θα κυριαρχήση διά παντός και δεν θα

καταργηθή, και ότι ο φυσικός ορισμός του δικαίου καλλίτερον είναι

να λέγεται ούτω πως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι αυτός αποτελεί το συμφέρον του ανωτέρου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ειπέ ακόμη καθαρώτερα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού. Λέγουν βεβαίως, ότι τους νόμους τους νομοθετούν

εκάστοτε εις την πόλιν οι υπερισχύοντες. Δεν είναι έτσι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγεις την αλήθειαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν φρονείς, λέγουν αυτοί, ότι, εάν κάποτε νικήση ο

δήμος ή κανέν άλλο πολίτευμα ή τύραννος, θα θέση εκουσίως νόμους

διά κάποιον άλλον σκοπόν πρώτον, παρά διά το συμφέρον της

διατηρήσεως της κυριαρχίας του;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν αυτό βεβαίως;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και όποιος παραβαίνει αυτούς τους θεσπισθέντας

νόμους δεν θα τον τιμωρήση ο νομοθέτης ως αδικούντα, διότι θα

προσθέση ότι αυτά αποτελούν το δίκαιον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως πάντοτε αυτό και τοιούτου είδους θα είναι το

δίκαιον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τουλάχιστον αυτά λέγει αυτός ο λόγος.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, διότι αυτός είναι είς από εκείνους τους βαθμούς

της κυριαρχίας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίους δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εκείνους που εξετάζαμεν τότε, δηλαδή ποίοι ποίους πρέπει

να εξουσιάζουν. Και βεβαίως απεδείχθη ότι οι γονείς πρέπει να

εξουσιάζουν τους απογόνους, οι δε γεροντότεροι τους νεωτέρους και

οι ευγενείς τους αγενείς, και πολλοί άλλοι βαθμοί είπαμεν ότι

υπάρχουν, εάν το ενθυμούμεθα, και διάφορα εμπόδια εις τον καθένα.

Και μάλιστα είς από αυτούς ήτο και αυτός, και είπαμεν ότι κατά

φύσιν ο Πίνδαρος τρόπον τινά εισάγει το δίκαιον του ισχυροτέρου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα, αυτά είπαμεν τότε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Σκέψου λοιπόν εις ποίους άραγε πρέπει να παραδώσωμεν την

πόλιν. Διότι βεβαίως το τοιούτον συνέβη έως τόρα μυριάκις εις

μερικάς πόλεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όταν διαφιλονικούνται αι εξουσίαι, τότε οι νικηταί τόσον

πολύ οικειοποιούνται και το καθεστώς και την πόλιν, ώστε ούτε

ελάχιστον μέρος της εξουσίας δεν δίδουν εις τους νικημένους, ούτε

εις τους ιδίους ούτε εις τους απογόνους των, και εις όλην των την

ζωήν παραφυλάττουν ο είς τον άλλον, διά να μη τυχόν φθάση κανείς

εις την εξουσίαν και αρχίση τα παλαιά του ενθυμούμενος τα

προηγούμενα παθήματά του. Αυτά λοιπόν ημείς φρονούμεν ότι ούτε

πολιτεύματα είναι ούτε νόμοι, όσοι δεν εθεσπίσθησαν διά το κοινόν

συμφέρον όλης της πόλεως. Όσα δε εθεσπίσθησαν προς χάριν ολίγων,

αυτά τα ονομάζομεν ημείς φατριεύματα και όχι πολιτεύματα, και τα

δίκαια αυτών, τα οποία παραδέχονται ότι υπάρχουν, ημείς φρονούμεν

ότι είναι μάταιος λόγος. Λέγομεν δε αυτά, διότι ημείς εις την

ιδικήν σου πόλιν δεν θα αναθέσωμεν την εξουσίαν εις κανένα, καθόσον

είναι πλούσιος, ούτε καθόσον έχει κανέν άλλο παρόμοιον προσόν,

δηλαδή ισχύν ή ανάστημα ή κάποιαν καταγωγήν. Αλλά όποιος είναι

ευπειθέστατος εις τους θεσπισθέντας νόμους και νικά αυτού του

είδους νίκην εντός της πόλεως, εις αυτόν φρονούμεν ότι πρέπει να

αναθέσωμεν και την υπηρεσίαν των θεών, και την μεν σπουδαιοτέραν

εις τον πρώτον, την δε δευτέραν εις τον δεύτερον νικητήν, και

αναλόγως κατόπιν κατά σειράν να αναθέσωμεν το καθέν. Τους δε

ονομαζομένους άρχοντας τόρα τους ωνόμασα υπηρέτας των νόμων, όχι

διά να καινοτομώ εις τας λέξεις, αλλά διότι νομίζω ότι με αυτό προ

πάντων υπάρχει σωτηρία εις την πόλιν και το αντίθετον. Δηλαδή εις

όποιαν πόλιν κυριαρχείται και ακυρώνεται ο νόμος, βλέπω ότι η

καταστροφή της είναι ταχεία. Εις όποιαν όμως πόλιν ο νόμος είναι

κυρίαρχος των αρχόντων, οι δε άρχοντες δούλοι του νόμου, βλέπω καλά

ότι υπάρχει σωτηρία και όλα τα καλά όσα εδώκαν οι θεοί εις τας

πόλεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως μα τον Δία, φίλε Ξένε. Διότι ως εκ της ηλικίας

σου έχεις οξυδερκές βλέμμα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, διότι έκαστος, όσον είναι νέος, αυτά τα πράγματα

τα βλέπει από όλας τας άλλας ηλικίας αδυνατώτερα, όταν γηράση όμως,

τα βλέπει οξυδερκέστατα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τι λοιπόν θα κάμωμεν κατόπιν από αυτά; Άραγε δεν θα

υποθέσωμεν ότι έφθασαν και είναι παρόντες οι μετανάσται και τόρα

πρέπει να εξετάσωμεν την συνέχειαν του ζητήματος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας ειπούμεν εις αυτούς: Κύριοι, ο μεν βεβαίως,

καθώς λέγει η παλαιά παράδοσις, αποτελεί την αρχήν και το τέλος και

το μέσον όλων των όντων και τα διαπερά κατ' ευθείαν γραμμήν

συμφώνως με την φύσιν, ενώ τα περιβάλλει. Αυτόν δε ακολουθεί

πάντοτε η θεία δίκη, η οποία τιμωρεί τους παραβάτας του θείου

νόμου, και την οποίαν όστις θέλει να ευτυχήση την ακολουθεί στενώς

με ταπεινοφροσύνην και κοσμιότητα. Αν δε κανείς υψωθή από

καυχησιολογίας ή υπερηφανευθή διά τα χρήματά του ή διά τας τιμάς ή

και διά την ευμορφίαν του σώματός του και συγχρόνως από

επιπολαιότητα νεανικήν και ανοησίαν φλογίζεται εις την ψυχήν του με

υβριστικόν τρόπον, ως να μην έχη ανάγκην ούτε κανενός άρχοντος ούτε

αρχηγού, αλλά μάλλον ως να είναι ικανός και άλλους να οδηγή, τότε

εγκαταλείπεται έρημος από τον θεόν, αφού δε εγκαταλειφθή και

προσελκύση και άλλους ομοίους του, σκιρτά και διαταράσσει τα πάντα,

και εις πολλούς ημπορεί να νομισθή ως κάτι σπουδαίον πράγμα, αλλά

εις ολίγον καιρόν υποφέρει τιμωρίαν κοινώς επιδοκιμαζομένην από την

δικαιοσύνην και εκ βάθρων αναστατώνει και τον εαυτόν του και την

οικογένειάν του και την πόλιν. Λοιπόν εμπρός εις αυτά, τα οποία

εδημιουργήθησαν ούτω πως, τι πρέπει να κάμνη ή να φρονή όστις έχει

φρόνησιν και τι να μη κάμνη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως τούτο είναι προφανές, ότι δηλαδή έκαστος οφείλει

να σκεφθή ότι πρέπει να είναι πιστός οπαδός του θεού.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ποία πράξις είναι φιλική και σύμφωνος με τον θεόν;

Μία (πράξις) και εις μίαν παράδοσιν αρχαίαν στηρίζεται, ότι δηλαδή

το όμοιον με το όμοιον, όταν είναι μέτριον, ημπορεί να είναι

φιλικόν, ενώ τα αμέτρητα δεν είναι φιλικά ούτε μεταξύ των ούτε με

τα μετρημένα. Ο θεός λοιπόν προ πάντων φαίνεται ότι είναι δι' ημάς

μέτρον εις όλα τα πράγματα, και πολύ περισσότερον παρά κανείς

άνθρωπος, καθώς λέγουν. Όποιος λοιπόν θέλει να γίνη προσφιλής εις

αυτόν πρέπει όσον το δυνατόν και ο ίδιος να γίνη τοιούτος, και

επομένως συμφώνως με αυτόν τον λόγον όποιος από ημάς είναι σώφρων

είναι αγαπητός εις τον θεόν, διότι είναι όμοιος, όποιος όμως δεν

είναι σώφρων είναι ανόμοιος και διαφορετικός και άδικος. Και τα

άλλα συμβαίνουν με την ιδίαν αναλογίαν. Ας συλλογισθώμεν δε ότι

σύμφωνος με αυτά είναι ο εξής ισχυρισμός, ο οποίος νομίζω ότι είναι

ωραιότερος και αληθέστερος από όλους τους λόγους, ότι δηλαδή ο μεν

αγαθός να θυσιάζη και να επικοινωνή με τους θεούς με προσευχάς και

αφιερώματα και με όλην την λατρείαν των θεών είναι το ωραιότερον

και καλλίτερον και ωφελιμώτερον διά την ευτυχή ζωήν και προ πάντων

υπερβολικά ευπρεπές, ενώ διά τον κακόν προωρίσθησαν όλως τα

αντίθετα από αυτά. Διότι ο κακός είναι βεβαίως ακάθαρτος εις την

ψυχήν, είναι όμως καθαρός ο αντίθετός του. Από μικρόν δε να δεχθή

δώρα δεν είναι ορθόν ούτε άνθρωπος αγαθός ούτε θεός. Επομένως

μάταιος είναι ο πολύς κόπος των ανοσίων διά τους θεούς, ενώ των

ευσεβών είναι επικαιρότατος. Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός μας, εις

τον οποίον πρέπει να σημαδεύωμεν, ως βέλη όμως αυτού και κάπως ως

ορμή των βελών ποίοι λόγοι ημπορούν να ριφθούν όσον το δυνατόν

επιτυχώς; Νομίζομεν ότι πρώτον μετά τους Ολυμπίους και τους

πολιούχους θεούς εάν αποδώση κανείς τα ζυγά (4) και τα δεύτερα

θύματα και τα αριστερά των μέλη εις τους θεούς του Άδου, θα επιτύχη

ορθότατα τον σκοπόν της ευσεβείας, εις δε τους θεούς οι οποίοι

ευρίσκονται επάνω από αυτούς τα μονά και τα αντίστροφα με όσα

είπαμεν προηγουμένως. Κατόπιν δε από αυτούς τους θεούς είναι ορθόν

όστις έχει φρόνησιν να ιερουργή εις τους δαίμονας και κατόπιν εις

τους ήρωας. Κατόπιν έρχεται η ιερουργία των ιδιωτικών πατρικών θεών

συμφώνως με τον νόμον, κατόπιν δε αι τιμαί των γονέων ενόσω ζουν,

εις τους οποίους είναι ευσεβές να πληρώνωμεν τα πρώτα και τα

σπουδαιότερα χρέη, τα οποία προηγούνται από όλα τα άλλα χρέη, να

νομίζη δε κανείς ότι όσα απέκτησε και έχει είναι όλα κτήμα εκείνων,

οι οποίοι τον εγέννησαν και τον ανέθρεψαν, ώστε να τα προσφέρη όσον

του είναι δυνατόν εις την υπηρεσίαν εκείνων, πρώτον την περιουσίαν,

δεύτερον το σώμα του και τρίτον την ψυχήν ως αποζημίωσιν δανείων

και φροντίδων και παλαιών οχληρών κόπων δοθέντων απέναντι νέων,

τους οποίους μάλιστα αποδίδει εις γέροντας έχοντας μεγάλην ανάγκην

ως εκ της ηλικίας των. Εις όλην δε την ζωήν του πρέπει κανείς να

έχη και να απέδειξε προς τους γονείς του γλώσσαν ευσεβή, διότι των

αβαρών και των πτερωτών λέξεων η προσβολή είναι πολύ βαρεία. Διότι

ως επιθεωρητής όλων αυτών διωρίσθη η Νέμεσις ο αγγελιοφόρος της

Δικαιοσύνης. Λοιπόν πρέπει εις αυτούς να υποχωρή κανείς, και όταν

οργίζωνται και όταν ξεσπά ο θυμός των, και είτε με λόγους κάμνουν

τούτο είτε με έργα να τους συγχωρή, διότι πολύ δικαίως οργίζεται ο

πατήρ προς τον υιόν, εάν νομίζη ότι αδικείται. Όταν δε αποθάνουν οι

γονείς του, κηδεία μεν καλλιτέρα είναι η αξιοπρεπεστέρα, χωρίς να

υπερβάλη τα συνηθισμένα (μνημεία) ούτε να υστερή εις όσα έκαμαν οι

προπάτορές του εις τους ιδικούς των γονείς, και εξ άλλου να αποδίδη

τα επέτεια μνημόσυνα, όσα φέρουν τιμήν εις τους αποθανόντας.

Πάντοτε δε να φροντίζη κυρίως πώς να καταστήση την μνήμην των

αείμνηστον και να μοιράζη εις τους μεταστάντας το ανάλογον μέρος

από τας δαπάνας τας οποίας του χαρίζει η τύχη. Λοιπόν, εάν κάμνωμεν

πάντοτε αυτά και ζώμεν συμφώνως με αυτά, όλοι θα λάβωμεν τον μισθόν

μας από τους θεούς και τους καλλιτέρους μας και θα ζώμεν με καλάς

ελπίδας εις την περισσοτέραν μας ζωήν. Εις όσα δε χρειάζονται κατά

νόμον ως στολισμός απέναντι των απογόνων και συγγενών και φίλων και

συμπολιτών και διά την φιλοξενίαν την οποίαν εκτιμούν οι θεοί, και

την διαχυτικήν ζωήν, την οποίαν θα προξενήση η εκτέλεσις όλων

αυτών, όλα αυτά θα τα εκτελέση η εξέτασις των ίδιων νόμων, άλλοτε

μεν πείθουσα, άλλοτε δε τιμωρούσα με βίαν και δικαιοσύνην τους μη

ενδίδοντας εις τας συμβουλάς, και θα κάμη την πόλιν μας

αξιομακάριστον και ευτυχή, εάν θέλουν και οι θεοί. Όσα δε πάλιν

είναι ανάγκη να τα ειπή ο νομοθέτης, ο οποίος σκέπτεται καθώς εγώ,

δεν είναι όμως πρέπον να λάβουν μορφήν νόμου, δι' αυτά νομίζω ότι

αρκεί να παρουσιάση έν δείγμα και εις τον εαυτόν του και εις

εκείνους χάριν των οποίων νομοθετεί, όλα δε τα άλλα όσον είναι

δυνατόν να τα εξετάση και κατόπιν να αρχίση την νομοθεσίαν. Αλλά

τότε λοιπόν ποία είναι η καλλιτέρα μορφή αυτών; Δεν είναι δύσκολον

συνοπτικώς όλα να τα συμπεριλάβωμεν κάπως εις ένα γενικόν κανόνα,

αλλά ας τα συνοψίσωμεν με τον εξής τρόπον, ίσως ημπορέσωμεν να

εύρωμεν μίαν ασφάλειαν δι' αυτά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λέγε πώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επιθυμούσα αυτοί να είναι όσον το δυνατόν ευπειθέστατοι

εις την αρετήν, και είναι φανερόν ότι ο νομοθέτης αυτό θα

προσπαθήση να πραγματοποιήση εις όλην την νομοθεσίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν όσα είπαμεν προ ολίγου μου εφάνησαν ότι φέρουν

κάποιαν ωφέλειαν εις όσα συμβουλεύουν, εάν δεν αποτείνωνται όλως

διόλου εις αγρίαν ψυχήν, και ότι τον κάμνουν ημερώτερον εις το να

προσέχη και ευνοϊκώτερον. Ώστε, και αν ακόμη δεν καθιστούν τον

ακροατήν πάρα πολύ ευνοϊκόν και επιδεικτικόν, καθώς είπαμεν, αλλά

ολίγον, πάλιν είναι αρκετόν. Διότι είναι πρόχειροι και άφθονοι όσοι

είναι πρόθυμοι να γίνουν άριστοι όσον το δυνατόν περισσότερον και

ταχύτερον, και τον Ησίοδον οι περισσότεροι τον θεωρούν σοφόν, διότι

λέγει ότι η μεν οδός της κακίας είναι ομαλή και διαβαίνεται χωρίς

να ιδρώση κανείς, διότι είναι πολύ σύντομος, λέγει όμως ότι στην

αρετή:

Μπροστά οι αθάνατοι θεοί ιδρώτα έχουν βάλη

Είναι μακρός και ανωφερής ο δρόμος της 'ς τα πρώτα

και δύσκολος. Αλλ' όταν πλεια 'ς την κορυφήν ανέβης,

Γίνεται τότε εύκολος, και δύσκολος αν είναι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και βεβαίως φαίνεται ότι ομιλεί ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαιότατα. Αλλά πόσον ο διαφωτιστικός λόγος επέδρασε εις

εμέ, θέλω να σας το παρουσιάσω εις το μέσον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Παρουσίασέ το λοιπόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας λέγωμεν λοιπόν συζητούντες με τον νομοθέτην το εξής·

είπε μας, νομοθέτα, αφού γνωρίζεις τι πρέπει να κάμνωμεν ημείς και

να λέγωμεν, άραγε δεν έπεται ότι και ημπορείς να το ειπής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι επόμενον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ολίγον προηγουμένως άραγε δεν σε ηκούσαμεν που

έλεγες, ότι ο νομοθέτης δεν πρέπει να επιτρέπη εις τους ποιητάς να

συνθέτουν ό,τι τους αρέσει; Διότι δεν γνωρίζουν τι ημπορεί να

λέγουν εναντίον των νόμων και να βλάπτουν την πόλιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτά που λέγεις είναι βεβαίως αληθή.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, εάν χάριν των ποιητών ειπούμεν τα εξής εις αυτόν,

δεν θα ήσαν μέτρια τα λεγόμενά μας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τα εξής: υπάρχει παλαιός μύθος, φίλε νομοθέτα, τον οποίον

και ημείς οι ίδιοι πάντοτε τον λέγομεν, και όλοι οι άλλοι τον

παραδέχονται, ότι δηλαδή ο ποιητής, όταν κάθηται εις τον τρίποδα

της Μούσης, τότε δεν είναι 'ςτα λογικά του, αλλά ωσάν καμμία βρύσις

η έμπνευσίς του εξέρχεται προχείρως, και επειδή η τέχνη είναι

μίμησις και επειδή παρουσιάζει ανθρώπους με αντιθέτους διαθέσεις

μεταξύ των, αναγκάζεται να λέγη πολλάκις αντιφατικά προς τον εαυτόν

του, και δεν γνωρίζει ούτε αν αυτά είναι αληθή από τα λεγόμενά του

ούτε αν τα άλλα. Ο νομοθέτης όμως δεν επιτρέπεται να το κάμη αυτό

μέσα εις τον νόμον, δηλαδή να δίδη δύο γνώμας δι' έν πράγμα, αλλά

οφείλει πάντοτε να δίδη μίαν δι' έκαστον. Κάμε δε συμπέρασμα από

αυτά που είπες συ ο ίδιος προ ολίγου. Δηλαδή, ενώ υπάρχει κηδεία

άλλη μεν υπερβολική, άλλη δε ελλιπής, άλλη δε μετρία, συ

επροτίμησες την μίαν, την μετρίαν, και την επιβάλλεις και την

επήνεσες απολύτως. Εγώ όμως, εάν μεν είχα γυναίκα κατά το ποίημα

υπέροχον εις τον πλούτον και μου επέβαλλε να την θάψω, την

υπερβολικήν κηδείαν θα ενέκρινα, αλλά πάλιν κάποιος γλίσχρος και

πτωχός άνθρωπος θα εγκρίνη την ολιγοέξοδον, όποιος δε έχει μετρίαν

περιουσίαν και είναι και ο ίδιος μέτριος, θα επαινέση την ανάλογον

κηδείαν. Συ όμως δεν πρέπει να το λέγης απλώς, καθώς το είπες,

μέτριον, αλλά να ειπής τι πράγμα είναι το μέτριον και πόσον· αλλέως

αυτός ο ορισμός σου μη φαντασθής ποτε ότι θα γίνη νόμος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν άραγε ο αρμόδιος επόπτης των νόμων δεν πρέπει να

λέγη κανέν παρόμοιον εις την αρχήν των νόμων, αλλά αμέσως να λέγη

τι πρέπει να κάμνωμεν, χωρίς να μας τον εξηγή και αφού μας

υπενθυμίση απειλητικώς την τιμωρίαν να προχωρή εις άλλον νόμον, και

χωρίς να προσθέτη το ελάχιστον από παρηγορίας και συμβουλάς εις

τους δεχομένους τους νόμους; Απλώς δε ωσάν οι ιατροί, από τους

οποίους άλλοι μεν συνηθίζουν να μας θεραπεύουν κατά τούτον, άλλοι

δε κατ' εκείνον τον τρόπον; Και πρέπει άραγε να ενθυμούμεθα και του

ενός και του άλλου την μέθοδον, διά να παρακαλούμεν τον νομοθέτην

καθώς τον ιατρόν παρακαλούν τα παιδιά να τα θεραπεύση με τον

γλυκύτερον τρόπον; Και ιδού τι θέλω να ειπώ: υπάρχουν βεβαίως,

νομίζω, κάποιοι ιατροί και κάποιοι άλλοι υπηρέται των ιατρών, αλλά

βεβαίως και αυτούς τους ονομάζομεν ιατρούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αδιάφορον αν είναι ελεύθεροι ή δούλοι και κατά διαταγήν

των κυρίων των και μανθάνουν την τέχνην θεωρητικώς και εμπειρικώς

και όχι εκ φύσεως, καθώς και οι ίδιοι οι ελεύθεροι έμαθαν, και τους

υιούς των διδάσκουν. Δέχεσαι ότι αυτά είναι τα δύο γένη των

λεγομένων ιατρών;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος B · 第 2 / 8 段