είναι που μόλις σήκωσε πόλεμο με τον Κωστάντιο, κι αρνήθηκε φανερά
του Χριστού την πίστη. Και καθώς έφερνε τους λεγεώνες του στην
Ανατολή, μάζευε κ' εθνικούς προφήτες, μάγους, κ' ιεροφάντηδες, να
πολεμήσουνε το χριστιανισμό πια τώρα κι όχι τον Αυτοκράτορα. Έστελνε
γράμματα και μηνύματα στους Αθηναίους γυρεύοντας τη σοφή τους
βοήθεια, κ' οι Αθηναίοι πάλι ανοίγανε ναούς, ξανάστηναν γκρεμισμένους
βωμούς, και κάμνανε θυσίες και πανηγύρια. Κι όταν καταστάλαξε στη
Θράκη, εξόν από το στράτεμά του τον τριγύριζαν κι όλης της Ελλάδας
και της Ανατολής οι αρχαιόσοφοι, που καθώς είδαμε τον είχανε στο
λαιμό τους παρμένο.
Έβραζε λοιπόν ακόμα η Ρωμιοσύνη με τα παλιά της στοιχεία, άλλα με
μορφή χριστιανική καθώς ο Αρειανισμός, κι άλλα καθάρια αρχαϊκά καθώς
η Θρακική αυτή Συνοδία, πούσερνε πίσωθέ της τον απλοϊκό κόσμο, τον
κόσμο που λάτρευε ακόμα το Δία περίγυρα στο θεϊκό τους Όλυμπο.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η Βασιλεία τον Ιουλιανού
Μπήκε στην Πρωτεύουσα ο Ιουλιανός με τον Πλάτωνα και με τον
Αριστοτέλη στην αμασκάλη. Μαθόντας από τον έναν πως έπρεπε ο αληθινός
Βασιλέας να είναι θεϊκώτερος από κοινούς ανθρώπους, κι από τον άλλον
πως φυσικιά του είναι και κάποια αγριωσύνη, βάλθηκε να πνίξη κάθε
άγρια όρεξη μέσα του και νανεβάση το νου του στα σύννεφα.
Καταπιάστηκε μάλλους λόγους να κάμη το θρόνο του βωμό Πλατωνικής
αρετής. Πέταξε τιμές και τίτλους, αρνήθηκε ηδονές και χαρές, και
παραδόθηκε στα βασιλικά του χρέη με ζήλο που θα είτανε σταλήθεια
σωκρατικός, α δεν είτανε δανεισμένος από βιβλία. Μαζί με τάλλα τα
καλά που αρνήθηκε είταν και το καλοφάγι. Περιορίστηκε σε λαχανικά,
και με το ναπόφευγε κρέατα είχε, λένε, τόσο αλαφρό το στομάχι, που
μπορούσε τρία διαφορετικά γράμματα σύγκαιρα να τα υπαγορεύη! Η
αλήθεια είναι πως δούλευε ακούραστα στο Παλάτι του. Ως μήτε στο
Ιπποδρόμιο δεν πήγαινε παρά μια ματιά, έτσι να φανή πως πήγε.
Τέτοιες ιδέες και συστήματα τι άλλο να φέρουνε μέσα στο καλομαθημένο
Παλάτι παρά χαλασμό και καταστροφή! Ζήτησε, λέει, να κουρευτή· και
του παρουσιάζεται λαμπροστόλιστος ο κουρέας. Τονέ βλέπει, και λέει
πως κουρέα ζήτησε κι όχι Γερουσιαστή! Κακή ώρα τους βρήκε τότες τους
χίλιους κουρέους, τους χίλιους κεραστάδες, τους χίλιους μαγείρους,
και τους ακόμα πιώτερους Ευνούχους που βράζανε στο παλάτι μέσα.
Δε φαίνουνται ρητορικές υπερβολές αυτά τα βαρβαρικά μεγαλεία που μας
τα είχε ο Κωσταντίνος φερμένα από Ρώμη κι από Περσία, Του πουλιού το
γάλα έβρισκες στο παλάτι εκείνο. Κάθε σπάνιο και πολύτιμο πράμα, από
το διαμάντι κι από το μάλαμα ως το πιο δυσκολόβρετο λούλουδο και
πωρικά, τα χαίρουνταν οι αχόρταγοι αυλικοί, που ένας απάνω στον άλλον
έπεφταν, ποιος να πρωταρπάξη τα πιώτερα προνόμια, χαρίσματα,
δωροδοκίες, κι αξιώματα. Ξάστραφτε ο κόσμος με τα χρυσοκέντητά τους
φορέματα. Κι όσο για τους Ευνούχους, πολίτης καβαλλάρης αν περνούσε,
έπρεπε να ξεπεζέψη και να τους χαιρετήση. Τα είδε όλ' αυτά ο
Ιουλιανός, που ο ίδιος του πλάγιαζε κατάχαμα για να κοιμηθή, κι άναψε
το φιλοσοφικό του αίμα. Από τη μιαν άκρη πήδηξε στην άλλη. Ένα
διάταγμα και ρημώθηκε το παλάτι. Γέμισε η πόλη ξεπεσμένους Αρχόντους,
κ' έμεινε αυτός ολομόναχος σαν είδος Διογένης, αφού όχι μονάχα
τασιατικά φορέματα των προκατόχων του δεν καταδέχτηκε να φορέση, μα
και περηφανευότανε για τακάθαρτα ρούχα του, τάκοβα νύχια, και την όχι
πολύ παστρικιά γενειάδα του.
Σήμανε τότες η ώρα να εφαρμώση και τα θρησκευτικά του τα όνειρα.
Είπαμε τι τονέ γύρισε προς την αρχαία θρησκεία, κι ας είτανε μαθητής
του Ευσεβίου της Νικομήδειας, που ως είκοσι χρονών τον έβαζε και
διάβαζε τις Προφητείες στη Μητρόπολη μέσα. Τον τριγύρισαν κατόπι κ'
οι αρχαιόσοφοι και τον αποτελείωσαν. Τον έκαμαν και πίστεψε πως και
την Ιλιάδα και την Οδύσσεια οι Θεοί την είχαν υπαγορέψει του Ομήρου,
και παραγέμισαν το νου του με λογής λογής συστήματα. Είδαμε στάλλο το
κεφάλαιο με τι τρόπο έσμιξε το μονοθεϊσμό και την πολυθεΐα. Είδαμε τι
μανία τον έπιασε με τους Ιεροφάντηδες και με τα Μυστήρια τους σαν
κατέβηκε στην Αθήνα. Κατάντησε, και στη Γαλατία σαν πήγε, να φέρη
επίτηδες Αρχιερέα της παλιάς θρησκείας να τονέ δασκαλέψη. Δέκα χρόνια
σιγόβραζε μέσα του ο κρύφιος αυτός ο φανατισμός. Και τώρα πια που δεν
είχε να φοβηθή από Κωστάντιο, ξέσπασε ο ενθουσιασμός του, και
φανερώθηκε όχι μέσα στην πολιτική του μονάχα, παρά και στα κάμποσα
βιβλία που μας αφήκε γραμμένα σε καθάρια Ελληνική. Άνοιξε ναούς,
έστησε βωμούς, ξανασκάρωσε τω Δελφών το Μαντείο, και καμάρι του το
είχε να κάμνη ατός του θυσίες, μάζευε δηλαδή, έκοβε κι άναβε τα ξύλα,
έσφαζε το θύμα, κ' έχωνε το βασιλικό του χέρι στα σπλάχνα του ζώου να
σύρη το συκώτι και ναναγνώση μελλούμενα.
Ένα καλό, που τους Γαλιλαίους, (έτσι τους ονόμαζε τους Χριστιανούς)
δεν τους φέρθηκε καθώς άλλοτες ο Διοκλητιανός κι ο Γαλέριος. Κι ίσα
μερικοί κακόγνωμοι του φορτώσανε, λόχου χάρη πως έσφαζε και
γυναικόπαιδα για να μελετάη τα συκώτια τους, μας δείχνουνε μόνο τι
λογής γράφανε μερικοί τότες την ιστορία. Εννοούσε ο Ιουλιανός να
πηγαίνη κατά τα βιβλία που σπούδαζε, και τα βιβλία του λέγανε να
κυνηγάη σ' όλα του φιλοσοφικό μέτρο. Το ίδιο και με τους Εβραίους,
που τους προστάτευε κιόλας.
Δίκιο έχει ο λαός που λέει πως άλλα είναι τα γράμματα κι άλλη η
γνώση. Τα γράμματα κ' η φιλοσοφία τον οδηγούσαν τον Ιουλιανό ως ένα
σημάδι. Παρακείθε δεν πήγαινε δίχως να παρασέρνεται από φαντασία κι
από φανατισμό. Τους «Γαλιλαίους» π. χ. τους θάρρειε τόσο χοντρούς κι
απολίτιστους, που τους εμπόδιζε να σπουδάζουνε γραμματική και
φιλοσοφία! Κι αυτό πια υπομονή· ίσως μάλιστα και για καλό τους. Μα
τους απαγόρευε και την καλλιτεχνία. Του κάκου διαμαρτυρήθηκε ο
Μεγάλος ο Γρηγόριος σ' έναν από τους «Στηλιτευτικούς» του. Αντίς να
καλλιτερεύη με τον καιρό, χεροτέρευε· κέρδιζε ο φανατισμός κ' έχανε η
φιλοσοφία. Κατάντησε τέλος να βάλη νόμο που ανάγκαζε τους Χριστιανούς
να πλερώσουν αποζημίωση για όσους ναούς χαλάσανε στον καιρό του
Κωσταντίου ή και πριν ακόμα. Κ' ένας Επίσκοπος που αρνήθηκε να
πλερώση για ένα ναό που γκρέμησε, αν κ' έτυχε να είναι άνθρωπος που
τονέ γλύτωσε άλλοτες τον Ιουλιανό από τη μαχαίρα του ξαδέρφου του,
τιμωρήθηκε με σκληρό, βασάνισμα. Τέτοια μέτρα δεν είτανε φυσικό να
εφαρμοστούνε δίχως να παρουσιαστούν άτοπα κι από ταντίθετο μέρος. Ενώ
λοιπόν ο Βασιλέας ξανάστηνε βωμούς και ξανάχτιζε τέμενα στην
Αντιόχεια, πηγαίνουν οι «Γαλιλαίοι» και βάζουνε φωτιά στο ναό του
Απόλλωνα της Δάφνης (ωραίο και σύδεντρο χωριό δίπλα στην Αντιόχεια).
Αμέσως μεγάλος κατατρεγμός. Έπαθαν τότε κάμποσες χώρες. Μαζί με τους
άλλους κ' οι Αρειανοί της Έδεσας, με το να είχαν κάμει κι αυτοί
μερικές αταξίες. Τους άρπαξε ο Ιουλιανός χρήματα και χτήματα· άλλα
μοίρασε στους στρατιώτες του, κι άλλα δήμεψε, λέγοντας περιπαιχτικά
πως τώρα θαπολάψουν την ουράνια τη βασιλεία.
Σε τέτοια βράση απάνου παράξενο δεν είναι που πήραν οι φίλοι του τον
κατήφορο. Του κάκου φώναζε ο Ιουλιανός να μην κάμνουνε βαρβαρότητες
όταν άκουσε πως αποκεφάλισαν ένα Πρεσβύτερο στο περιστατικό της
Δάφνης. Αδύνατο να τους σταματήση. Στην Καισαρεία, στην Ιλιούπολη,
σάλλα μέρη, σέρνανε χριστιανών κορμιά στους δρόμους, έσφαζαν αθώους,
έρριχταν τα σπλάχνα τους σε χοίρους και σκυλιά, κι ο όχλος έτρεχε
ξεφρενιασμένος κατόπι τους. Και θα καταντούσε ίσως ακόμα πιο
ανοικονόμητο το κακό, μόνο που δεν πολυβάσταξε η ζωή του βασιλικού
τους προστάτη.
Γραφτό του όμως είτανε να στολιστή η ιστορία του και μάλλο φοβερό
δράμα, την περίφημη ταραχή της Αλεξάντρειας στον καιρό του Γεωργίου
του Καππαδόκη. Κ' επειδή αυτό μας φέρνει σε νέα πράξη της δραματικής
ιστορίας του Αθανασίου, ας μην το παρατρέξουμε.
Είταν, ως φαίνεται, ο Γεώργιος κοινός άνθρωπος της Καππαδοκίας, που
με κολακείες και με παρόμοια μέσα κατόρθωσε να πάρη απάνω του την
προμήθεια του στρατού. Τόσο όμως ασυνείδητος κι άδικος, που
αναγκάστηκε κρύφια να το ξεκόψη. Τόρριξε τότε στα γράμματα, στη
ρητορική, στη σοφιστεία. Έγινε τέλος κι Αρειανός. Έρχεται κατόπι ο
ξεθρονισμός του Αθανασίου (357), και με τη συνηθισμένη του μέθοδο
ενεργεί κ' εκλέγεται ο Γεώργιος Μητροπολίτης από τους Αρειανούς. Δεν
αργήσανε να καταλάβουν οι Αλεξαντρινοί με τι λογής Πατριάρχη τα
βάλανε. Όλους τους έτριβε ο αλύπητος μύλος του. Την έκαμε την
αρχιερωσύνη εμπόριο, και κάτι χερότερο. Πήρε το μονοπώλιο του
αλατιού, του χαρτιού· ως και τις θανές μονοπώλιο τις έκαμε. Τους
έψηνε τους πλούσιους τω μερών εκείνων και μάλιστα τους Εθνικούς. Μήτε
ναό τους αφήκε ακούρσευτο, μήτε ιερέα τους ήσυχο. Ζώντας ακόμα ο
Κωστάντιος, σηκώθηκε ο λαός και τον έδιωξε, κ' έγινε ανάγκη να βγη ο
στρατός και να τονέ διαφεντέψη. Όταν όμως ανέβηκε ο Ιουλιανός στα
361, έρχεται αμέσως βασιλικό διάταγμα που σταλήθεια τον ξεθρόνιζε. Σα
να τους κατάλαβε ο Ιουλιανός τους Αρειανούς, επειδή σύγκαιρα πρόσταξε
να μεταγυρίσουν όλοι οι ξορισμένοι Επισκόποι, και μαζί τους εννοείται
κι ο Αθανάσιος. Έπεφτε λοιπόν ο Καππαδόκης κι άφινε το θρόνο στο
γνωστό μας Φωστήρα της χριστιανοσύνης. Μόλις όμως ήρθε το βασιλικό
διάταγμα και παίρνουν το Γεώργιο, τον αλυσοδένουν, και τονέ σέρνουνε
στη φυλακή. Βράζοντας ο λαός από μίσος με τα όσα έπαθε, πηγαίνει
κατόπι και σπάνει τις θύρες της φυλακής, τονέ θανατώνει, φορτώνει το
κορμί του σε καμήλα και το ρίχτει στη θάλασσα. Χολόσκασε ο Ιουλιανός
σαν τάκουσε όλ' αυτά. Μα πάλι δεν τούρθε να τους φερθή και πολύ
αυστηρά τους Αλεξαντρινούς, μια και στάθηκαν οι Εθνικοί αφορμή· παρά
τους μήνησε να θυμηθούν πως είναι των Ελλήνων απόγονοι, και νάχουνε
χάρη το Μέγα τον Αλέξαντρο που δεν τους παιδεύει!
Γράφοντας μερικοί ξένοι την ιστορία του Γεωργίου του Καππαδόκη, τους
κατέβηκε να τον κάμουν ένα με τον Πρωτομάρτυρα το Γεώργιο,
αποθαμμένον τότες κ' εξήντα χρόνια! Είπανε μάλιστα και πως ο Δράκος
του Άη Γιώργη είναι ο Αθανάσιος, κι άλλα τέτοια που τα κατάπινε ο
κόσμος, μαζί με πάμπολλα παρόμοια Βυζαντινά στρεβλώματα, ώσπου
φάνηκαν ανθρωπινώτεροι ιστορικοί και μας τα ξεδιάλυναν.
Ταιριάζει τώρα να ξαναπάρουμε το μακρινό και το πολύκομπο νήμα της
ιστορίας του Αθανασίου, που καταντάει το ίδιο σα να λέμε της
Ρωμιοσύνης.
Ξανάρχεται λοιπόν πάλι ο ιεράρχης από την εξορία (362) να διαδεχτή
τον Καππαδόκη. Όλος ο κόσμος βγήκε να τον προαπαντήση. Μαζευτήκανε
μερμήγκια στους όχτους του Νείλου με φοινικόκλαδα στα χέρια. Στρώσανε
πλουμισμένα και ξομπλιαστά πανικά να περάση ο Αθανάσιος. Μαύριζε ο
ποταμός από τις αμέτρητες βάρκες, έφεγγε το πέλαγο από τις φωταψίες.
Πιο λαμπρό. και πιο χαρούμενο πανηγύρι δε μετάγινε στη χριστιανική
την Αλεξάντρεια. Κ' έτσι κάθισε πάλι στο θρόνο του ο λαοπόθητος ο
Αθανάσιος. Του Ιουλιανού ως τόσο δεν του ήρθε και τόση δόξα· ως εκεί
η φιλοσοφία του δεν πήγαινε. Ταράζεται από ζούλια και προστάζει να
ξοριστή πάλι ο Αθανάσιος. Είναι άπρεπα κι άσοφα τα όσα έγραψε εναντίο
του τότες. Ως κι «ανθρωπάκο» τον ονόμασε σ' ένα του γράμμα. Του κάκου
τον παρακαλούν οι Αλεξαντρινοί· όσο παρακαλούσαν, άλλο τόσο αυτός
πείσμωνε, και τέλος όχι μονάχα από την Αλεξάντρεια, παρά κι απ' όλη
τη χώρα τον ξόρισε. Βρήκε ως τόσο τρόπο ο Αθανάσιος κ' έμεινε στην
πρωτεύουσα του, και παρηγόρησε τους πιστούς λέγοντας τους πως «
σύννεφο είναι και θα περάση ».
Πέρασε το σύννεφο, και γλήγορα μάλιστα. Μαζί με τα βάσανα πούβαλε στο
κεφάλι του ο Ιουλιανός ζητήσαντας ν' αναστήση τα παλιά, τον έτρωγε
και η πιο γνωστικιά φιλοδοξία να διώξη από τανατολικά τους Πέρσους,
καθώς άλλοτες είχε διώξει τους Γερμανούς από τα δυτικά. Τοιμάζει
λοιπόν εκστρατεία και κατεβαίνει πρώτα στην Αντιόχεια. Άλλα όμως
πρόσμενε κι άλλα βρήκε στην ξακουσμένη αυτή μεγαλόπολη της Ανατολής.
Είταν οι κάτοικοι της ανακατωσιά χριστιανική κι ασιατική· παραλυσίες
και πολυτέλειες από τη μια, ορθοδοξία και χριστιανισμός από την άλλη.
Πότε ιπποδρόμια και θέατρα, πότε θρησκευτικές ακολουθίες κι
ολονυχτίες. Ίσια ίσια τα δυο στοιχεία που πολεμούσε ο Βασιλέας. Έτυχε
να πλακώση και πείνα. Η Αντιόχεια ζητούσε τα συνηθισμένα της
καλοφάγια, κι αυτός πάσκιζε να τους σωπάση με μονάχα ψωμί. Και μήτ'
αυτό δεν τόκαμε φρόνιμα, παρά τις χιλιάδες μόδια σιτάρι που κατέβασε
και τα πρόσφερνε σε μέτρια τιμή, ταφήκε και πουληθήκανε σε
κεφαλαιούχους που το μεταπουλούσανε στους φτωχούς με τιμές φοβερές.
Αυτά κι άλλα τέτοια τους σκύλιασαν τους κατοίκους της Αντιόχειας.
Άλλο δεν άκουγες στους δρόμους παρά βρισίδι και περιπαιχτικά
τραγούδια. Ως και τα γένεια του τα κορόιδευαν. Κι αντίς να καθίση να
διορθώση τα σφάλματα του, στενοχωρέθηκε πάλι ο φιλόσοφος ο Ιουλιανός!
Δεν καταδέχτηκε όμως να δείξη και την οργή του με τιμωρίες, ξεθύμαινε
λοιπόν κι αυτός με τη σάτυρα! Αυτή είναι η ιστορία του σατυρικού του
έργου «Μισοπώγων».
Στην Αντιόχεια αντάμωσε και τον ακριβό του Λιβάνιο, σοφιστή από τους
πρωτοξάκουστους του καιρού του. Από μωρό παιδί τονέ διάβαζε ο
Ιουλιανός, όσο κι αν πολεμούσαν οι άλλοι δάσκαλοι του να κρύβουν τα
έργα του από ζούλια. Γνωρίζοντας να τον κολακεύη με τρόπο ο Λιβάνιος
έμνησκε πάντα στενός του φίλος.
Αφού πέρασε μερικόν καιρό στην πρωτεύουσα της Συρίας, ξεκίνησε τέλος
προς την Περσία. Σκαρώνει μεγάλο στόλο στον Ευφράτη, κυριεύει
κάμποσες χώρες της Μεσοποταμίας που του αντιστάθηκαν, περνάει τον
Τίγρη, και κατεβαίνει στο Χτησιφώντα. Στήνει εκεί πολιορκία, μα
αποτυχόντας σηκώνεται και περιοδεύει στην Περσική χώρα, να βρη το
Σαπώρη. Γυρεύοντας όμως τον Πέρσο χάνει το δρόμο του, κι αναγκάζεται
να μεταγυρίση. Άξαφνα ξεπροβάλλει ο Περσικός στρατός και τον παίρνει
το κατόπι. Λέγουν πως τοιμάστηκε τότες να ξανακάμη το κατόρθωμα του
Ξενοφώντα με τους Μύριους, κι αυτό σα να μας δείχνη πως και στους
πολέμους κατά τα βιβλία πήγαινε. Δεν είταν όμως γραφτό του. Μια μέρα,
εκεί που του χτυπούσαν οι Πέρσοι την πισοφυλακή του, όντας και μεγάλη
ζέστη, καβαλλικεύει δίχως την αρματωσιά του και τρέχει στη μάχη.
Τούρχεται μια κονταριά στην κοιλιά, κι αυτό είταν το τέλος του. Είπαν
οι φίλοι του πως απέθανε σαν ήρωας και σα φιλόσοφος. Τον παρομοιάσανε
μάλιστα και με το Σωκράτη. Τον έθαψαν έπειτα στην Ταρσό (363).
Τέτοιος είταν ο βασιλικός αυτός αντιπρόσωπος της ετοιμοθάνατης
Αρχαιολατρείας του τέταρτου αιώνα. Άνθρωπος που σε παλαιικώτερους
χρόνους μπορούσε να φανή σταλήθεια φιλόσοφος, από φυσικό του
σπουδαίος καθώς είταν ο νους του. Μα με τους δασκάλους που έμπλεξε,
με τα περιστατικά της ζωής του, και με το δρόμο που πήρε πια τώρα ο
κόσμος, φαίνεται παράκαιρος και παράλογος, κι ολότελα αταίριαστος με
τα συστήματα που εγκαινίασε ο μεγαλοπίχερος θειος του.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ιοβιανός και Βάλεντας
Το κοντάρι εκείνο του Πέρσου πολεμιστή μαζί με του Ιουλιανού το κορμί
αφάνισε και το κόσκινο που είχε πλέξει ο σκολαστικός Αυτοκράτορας για
να κουβαλή ταθάνατό του νερό. Ήρθε ως τόσο σε δύστροπη ώρα το τέλος
του. Πού να βρεθή της προκοπής Βασιλέας μέσα στα βουνά της Περσίας να
τους οδηγήση, αν όχι στη νίκη, τουλάχιστο στην πατρίδα, τους! Ύστερα,
από αρκετή λογομαχία βρέθηκε τέλος ο Ιοβιανός, ο πρώτος Δομέστικος.
Μικρόψυχος άνθρωπος, απονήρευτος όμως, αγαπημένος, και το κάτω κάτω
Χριστιανός αποφασισμένος να ξαναφέρη όσα συστήματα κατάτρεχε ο
προκάτοχος του. Αυτά όμως αργότερα. Έπρεπε πρώτα, να ξεγλυτώση ο
στρατός από του Πέρσου τα νύχια. Επειδή μαθόντας ο Σαπώρης τα
γενάμενα τόσο τους στενοχώρησε και με ιππικό και μ' ελέφαντες, που
έπιασε τις λεγεώνες φοβερός πανικός. Τους συμμαζεύει λοιπόν ο
Ιοβιανός και ξεκινούν κατά τον Τίγρη. Φτάσαντας εκεί πρωτόδειξε την
αδυναμία του με τους ταπεινωτικούς όρους που δέχτηκε από το Σαπώρη·
όλη τη χώρα από τον Τίγρη και παρακείθε του την παραχώρησε. Πήγε
τότες κ' η δύστυχη η Νίσιβη, που στέκουνταν προπύργιο κάθε φορά που
πλάκωναν Ασιανοί προς τα δυτικά. Και δεν τούμεινε πια θάρρος μήτε να
νοιαστή για την πόρεψη του στρατού του, μόνε τους άφησε
απρομήθευτους, και καταντήσανε για είκοσι λίτρες θροφή να πλερώνουνε
δέκα χρυσά νομίσματα, κ' ύστερα να σφάζουν και τάλογά τους και να τα
τρώνε.
Τραγικά τα όσα γένηκαν όταν έφευγε από τη Νίσιβη να τραβήξη κατά την
Πρωτεύουσα. Του κάκου του πρόσπεσαν οι Νισιβιώτες παρακαλώντας να
τους αφήση να πολεμήσουνε για την πατρίδα τους, για το είναι τους.
Έλεγε πως ορκίστηκε στον Πέρσο και πως πρέπει να φυλάξη τον όρκο του.
Είδαν κι απόειδαν τότες, και σύγκαιρα με το μισεμό του Ιοβιανού πήραν
κι αυτοί τα μάτια τους κ' έφυγαν από τον τόπο τους. Πλημμύρισε η χώρα
τριγύρω. Νισιβιώτες ξεπατρισμένους, ο καθένας κουβαλώντας και κάτι
πολύτιμό του. Πήγαν και καταστάλαξαν οι πιώτεροι στην Άμιδα της
Μεσοποταμίας.
Ξεκίνησε ο Ιοβιανός κατά την Αντιόχεια με μεγάλη παράταξη. Στο δρόμο
αυτόν επάνω έγινε κι ο ενταφιασμός του Ιουλιανού, καθώς είπαμε, στην
Ταρσό της Κιλικίας. Έτρεξε, λέγουν, και τότες κάτι σαν παρατράγωδο,
επειδή βγήκανε θεατρίνοι και περιγέλασαν τα ψεγάδια του ακολουθώντας
παλαιικό συνήθειο της Ρώμης. Κι ακούγοντας τα το καταχάρηκε ο
Χριστιανικός ο λαός.
Ευλαβής όμως όντας, καθώς είδαμε, ο νέος Βασιλέας, άρχισε από τώρα να
νοιάζεται για την ειρήνεψη της αναστατωμένης Χριστιανωσύνης. Στο
διάβα τους από τη Νίσιβη στην Αντιόχεια κρατούσαν πάλι οι Λεγεώνες το
Λάβαρο, καθώς στου Κωσταντίνου τους χρόνους. Μονομιάς ακύρωσε τα
προστάγματα του Ιουλιανού και κήρυξε νόμιμη θρησκεία του βασιλείου τη
Χριστιανική. Μ' ανοιχτές λοιπόν αγκάλες τον αποδέχουνταν οι
Χριστιανοί του υπήκοοι απ' όπου διάβαινε. Και μη γνωρίζοντας ακόμα
ποια αίρεση μελετούσε να παραδεχτή, έτρεχαν κοπάδι Αρειανοί,
Ομοούσιοι, Ευνομιανοί κι άλλοι, ο καθένας πολεμώντας να προφτάξη και
να τονέ φέρη από το μέρος του. Έδειξε ως τόσο ο Ιοβιανός κάποια
φρόνηση και δεν κηρύχτηκε με κανένα κόμμα. Μα τέλος φανερώθηκε η
ορθόδοξη τάση του, και πρώτος που τη φανέρωσε είταν ο Αθανάσιος, σαν
ξαναπρόβαλε από τα σκοτάδια πούμνησκε κρυμμένος από τον καιρό του
Ιουλιανού, και ξαναθρονιάστηκε στην αγαπημένη του Μητρόπολη. Έμεινε
πια τότες απείραχτος ο εβδομηκοντάρης ο Ιεράρχης ως τα 373. Επειδή αν
κι ο διάδοχος του Ιοβιανού, ο Βάλεντας, τον ξόρισε πάλι, γλήγορα όμως
τον ανάγκασε η ορθόδοξη Ρωμιοσύνη και τον ξανάφερε, και τον άφησε να
ζήση ειρηνικά ως το τέλος του.
Ξαναείδε λοιπόν άσπρη μέρα ο Χριστιανισμός από τον Ιοβιανό. Άνοιξαν
πάλε οι Εκκλησιές, και οι αρχαιολάτρηδες ξούρισαν κι αυτοί τα γένεια
τους για να φαίνουνται πιο ταιριαστοί με τους καιρούς.
Τιμή του επίσης του Ιοβιανού που δεν αφήκε μήτε να
κακομεταχειριστούνε τους Εθνικούς, παρά μόνο τις μαγείες και τις
μαγγανείες κατάτρεξε.
Μεγάλη και φοβερή είταν η δύναμη της μαγείας τους καιρούς εκείνους.
Το φαρμάκι της κρυφοπερεχούσε τον κόσμο, και την τρέμανε μικροί
μεγάλοι σαν την πανούκλα. Οι ψαλμωδιές και τα ξόρκια ενός Μάγου, τα
μυστικά του βότανα και τανατριχιάρικά του μαμούνια, αρπάζανε και
χαρίζανε ζωές, ανάβανε και σβύνανε πάθη, διώχτανε και φέρνανε
δαιμόνους από την κόλαση, που ησυχία δεν έβρισκε άνθρωπος. Τους
έτρεμε ο κόσμος, τους σιχαινότανε, τους απόφευγε, κι ως τόσο τους
πίστευε, και τους μάγους και τις ζαροπρόσωπες στρίγλες, που γύριζαν
από τόπο σε τόπο σαν τους σημερνούς τους Ατσιγγάνους, κι άλλο δεν
έκαμναν παρά να προσκαλούνε δαιμόνια και να σπέρνουνε στον κόσμο
παντής λογής βάσανα. Κι όχι μονάχα τους πιστεύανε, μα και τη βοήθεια
τους ζητούσαν όταν επιθυμούσαν ή να χορτάσουν πάθος, ή γυναίκα να
ξελογιάσουν, ή άντρα να σκοτώσουν, ή ναρπάξουνε βιός. Ως και θρόνους
βασιλικούς μπορούσε και σάλευε ο παντοδύναμος ο Μάγος. Εύκολο είτανε
μαζί με τ' άβλαβα βότανα νανακατευτή και καμιά στάλα φαρμάκι μέσα στο
μαγικό τους ποτήρι. Γενήκανε λοιπόν όλ' αυτά αφορμή να τους καταδιώξη
ο Ιοβιανός τους Μάγους με βαριούς νόμους, αν και φαίνεται πως δεν
έσωσαν, επειδή οι διάδοχοι του Βαλεντιανός και Βάλεντας διάταξαν
ακόμα πιο φοβερό κατατρεγμό, και μαζί με τους φταιξιάρηδες έπαθαν
τότες και κάμποσοι αθώοι.
Εφτά μήνες έκαμε να φτάση ο βασανισμένος στρατός με το Βασιλέα στην
Αντιόχεια. Λαχταρώντας, ο Ιοβιανός να βρεθή μια ώρ' αρχήτερα στην
Πρωτεύουσα, αν και τόξερε πια τώρα πως όλο το Κράτος τον αναγνώρισε,
δε χασομέρησε στην Αντιόχεια μόνο τράβηξε βορεινά κ' ήρθε στην
Άγκυρα. Ξεκινάει κι από την Άγκυρα, μα πηγαινάμενος από κει κατά τη
Νίκαια, στα πρόθυρα να πούμε της Πρωτεύουσας, τον πρόλαβε ο Χάρος και
τον πήρε. Είπαν πως παράφαγε και βρέθηκε ξερός μια πρωινή στο
κρεββάτι. Στο μακρινό του όμως εκείνο ταξίδι Θεός το ξέρει πόσοι
εχτροί τον τριγύριζαν...
Στάλθηκε αμέσως στην Πόλη το λείψανο. Προβγήκε και το προαπάντησε η
χήρα του η Χαριτώ, που της έμνησκε ένα του τέκνο, μωρό παιδί ακόμα,
που αν και καμωμένο από τότες «Νομπιλίσσιμος», δεν είτανε γραφτό του
να φορέση πορφύρα.
Άμα πέθανε ο Ιοβιανός (364), οι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί
έκλεξαν Αυτοκράτορα στη Νίκαια το Βαλεντιανό, πρωτοστράτηγο της
Αφρικής και της Βρεταννίας. Ο Βαλεντιανός όμως, πολύ πραχτικός και
μην πολυαγαπώντας φιλοσοφίες και ρητορικές, άμα πέρασε στην
Κωσταντινούπολη αφίνει όλη την κυβέρνηση της Ανατολής στον αδερφό του
το Βάλεντα, και παίρνει αυτός τη Δύση, δηλαδή Ιλλυρία, Ιταλία και
Γαλατία. Ο Βάλεντας λοιπόν είναι ο καθαυτό Αυτοκράτορας μας, και μ'
αυτόν έχουμε να κάμουμε. Ίσως θα μας έβγαινε σε καλό να γίνουνταν το
ενάντιο, επειδή ο γνωστικός ο Βαλεντιανός και πιο ορθόδοξος είτανε
και με τους αλλόθρησκους πιο μαλακός, και το κάτω κάτω δεν
ανακατεύτηκε ποτές του σε θρησκευτικές διαφορές· ενώ ο Βάλεντας, αν
και φοβητσιάρης, χολερικός, κι όχι παράξυπνος, ησυχία δεν είχε με τα
θρησκευτικά του. Βγήκε αμέσως Αρειανός, κι ολοφάνερα τους προστάτευε
τους δικούς του. Του στραβού όμως το δίκιο, δεν τους κατάτρεχε τους
ορθοδόξους και με πολλή κακία.
Τρία πράματα τη σημαδεύουν την εποχή του Βάλεντα. Η συνωμοσία του
Προκοπίου, τα δεύτερα μεγάλα βαρβαρικά πλημμυρίσματα, και τα
θρησκευτικά μας, όχι μονάχα τα θεολογικά και τα δογματικά, παρά και
ταποστολικά ας τα πούμε, επειδή είδος Απόστολοι μας στάθηκαν κι α
Βασίλειος κι ο Γρηγόριος. Και καταντούν αυτά για μας από κάθε άλλο
σπουδαιότερα, επειδή μέσα στους στοχασμούς και στα έργα των Πατέρων
και μέσα στην ατμόσφαιρα που ζούσανε βρίσκουμε την εθνική μας ζωή,
αλλαγμένη τώρα και ζυμωμένη με νέους νόμους και τρόπους.
Το πρώτο περιστατικό θα ιστορηθή σ' αυτό το Κεφάλαιο. Τάλλα τα δυο
θακολουθήσουνε σε ξέχωρα Κεφάλαια.
Μόλις ανέβηκε το θρόνο ο Βάλεντας και ξέσπασε του Προκοπίου το
κίνημα. Είταν ο Προκόπιος άνθρωπος ανεβασμένος από τιποτένια θέση σε
μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα στη Μεσοποταμία από τον προστάτη του τον
Ιουλιανό. Στον καιρό του Ιοβιανού όμως τραβήχτηκε στην Καππαδοκία,
και καλλιεργούσε τα χτήματά του. Ήρθε δεν ήρθε ο Βάλεντας, και
παρουσιάζεται μια μέρα ένας Βασιλικός αξιωματικός στον Προκόπιο με
μερικούς στρατιώτες και τον προστάζει νανέβη στην Πόλη. Νοιώσαντας
πως κακή ώρα τον πρόσμενε, καταφεύγει τότες ο Προκόπιος στ' ακόλουθο
τερτίπι. Παίρνει άδεια και πηγαίνει ναποχαιρετήση τη φαμελιά του,
ξεφεύγει πίσωθε, βρίσκεται σε λίγο στον Εύξεινο, και κείθε ίσια στο
Βόσπορο. Μένει εκεί κρυμμένος μερικούς μήνες. Τέλος χώνεται στην
Πρωτεύουσα, και ξεμυστηρεύεται ενός Ευνούχου κ' ενός Σενατόρου πως
αποφάσισε ναρπάξη το θρόνο. Μην όντας κι ο λαός πολύ αφοσιωμένος στο
Βάλεντα, που μια του φέρνουνταν απότομα και μια μαλακά χωρίς λόγο,
τους λέει ο Προκόπιος πως είναι βολική η ώρα, και τους πείθει.
Πηγαίνουν τότες και βρίσκουνε δυο τάγματα Γαλάτες και τους
καταπείθουν κι αυτούς με μεγάλα ταξίματα να μπούνε στη συνωμοσία.
Μαζεύουνται μια πρωινή σιμά στα λουτρά της Αναστασίας, και φορεμένος
πορφύρα ο Προκόπιος παρουσιάζεται σαν αναστημένος Λάζαρος μέσα στην
Πόλη. Λέγουν πως έτρεμε τότες από το φόβο του, μα οι στρατιώτες τον
αποδέχουνταν αλαλάζοντας. Είχαν και μερικούς μαζεμένους από τα χωριά
τριγύρω. Ξεκινούν όλοι τους με τον Προκόπιο στη μέση, πρώτα στο
Σενάτο, ύστερα στο Παλάτι. Ο λαός ως τόσο σωπούσε· δεν πήρε φωτιά
καθώς περιμένανε. Με τη φοβέρα όμως τους τραβήξανε μαζί τους, κι
άρχισε τότες το κακό. Πιάνουν Αρχόντους, ανοίγουνε φυλακές κι
οπλοστάσια, και σε μερικές ώρες μέσα παίρνει στα χέρια του ο
Προκόπιος όλη την εξουσία. Σιγά σιγά ερεθίζουνται κ' οι Γότθοι και
τάλλα στρατέματα του Βασιλείου.
Τακούγει αυτά ο Βάλεντας (είταν τότες στην Καισάρεια), και σαν
υστερικιά γυναίκα άρχισε να δέρνεται και να κλαίγεται. Τούρθε μάλιστα
να προτείνη και μοιρασιά με τον προδότη. Τονέ γλύτωσαν όμως οι φίλοι
του από τέτοια ταπείνωση, καθώς κι όσοι αξιωματικοί δεν πήγανε με το
στρατό, παρά καρτερούσαν περίσταση να ξαναφέρουν το Βάλεντα. Ένας
τους μάλιστα, ο Οριθέας, μάζεψε μερικούς δικούς του και πήγε να τους
χτυπήση τους συνωμότες. Παλικαράς όντας κι αγαπημένος από τους
παλιούς του συντρόφους, μόλις τους φώναξε να παρατηθούν από την
προδοσία και τους μαλάκωσε. Παίρνει τότες την αρχηγία του στρατού ο
γέρος ο Ορβέτιος, παλιός στρατηγός του Μεγάλου Κωσταντίνου, κ' ύστερ'
από μερικά τσουγκρίσματα με τους συνωμότες απόμεινε ο Προκόπιος
ολομόναχος. Κι αφού πλανέθηκε κάμποσο στα δάση και στα βουνά της
Φρυγίας, τον έπιασαν ύστερα και τον αποκεφαλίσανε.
ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Θρησκευτικοί αρχηγοί