Το τι είταν το Βυζάντιο πρι να γίνη Κωσταντινούπολη, δεν είναι ίσως

αυτής της ιστορίας δουλειά. Επειδή όμως ο κόσμος έχει όρεξη πάντα να

γνωρίζη τη φύτρα κάθε μεγάλης χώρας, καθώς κάθε μεγάλου άνθρωπου,

σταματούμε μια στιγμή να γοργοκοιτάξουμε και την αρχαία την πόλη.

Ως χίλια περίπου χρόνια πριν από τον Κωσταντίνο ξεκίνησε από τα

Μέγαρα στόλος, πέρασε την Προποντίδα, κι άραξε στον Κόρφο που σαν

ποτάμι κόβει την Ευρωπαϊκή τη στεριά κατά τα πρόθυρα του Βοσπόρου,

τον Κεράτιο, το σημερινό το Κατάστενο. Ως εφτά μίλια πηγαίνει μέσα η

γλώσσα εκείνη. Και στην απομέσα την άκρη της, από τη μεριά της

στεριάς, για να προφυλάγουνται οι Μεγαρίτες από τους άγριους της έξω

χώρας, έρριξαν είδος φραγμό από τον ένα όχτο στον άλλονα.

Συμμαζεύτηκαν εκεί μέσα και σύστησαν το Βυζάντιο, ονομασμένο από τον

αρχηγό τους το Βύζαντα.

Μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως η ιστορία του τόπου πηγαίνει ακόμα

πιο βαθύτερα στους αιώνες μέσα. Ως τα χρόνια δηλαδή των

Αργοναυτών, τότες που μαγικά παραμύθια περνούσαν από στόμα σε στόμα

κι ιστορούσαν την πάμπλουτη την Κολχίδα, τις πολεμόχαρες Αμαζόνες,

και τους καλότυχους Υπερβόρειους που κατοικούσαν πέρ' από τα

φωλιάσματα του Βοριά και τι θα πη χειμώνας δεν ήξεραν. Τους

γαργάλιζαν την όρεξη τωνέ δικώ μας τα παραμύθια εκείνα για μεγάλες

και τολμηρές εκστρατείες, κ' η σπουδαιότερη απ' όλες είναι η

Αργοναυτική. Ανίσως και δε βρήκαν όσα ο μύθος τους παράσταινε, βρήκαν

όμως καινούριες και πλούσιες χώρες. Αρίθμητες αποικίες συστηθήκανε με

τον καιρό στη μεγάλη τριγύρω λεκάνη του «Άξεινου Πόντου» (που

αργότερα ονομάστηκε κ' «Εύξεινος»), και τα πλούτη κατέβαιναν αυλάκι

από το Βόσπορο.

Πιώτερα απ' όλους τους Έλληνες οι Μεγαρίτες, οι Άγγλοι αυτοί της

πρώτης Ελληνικής εποχής, μίσευαν κι άνοιγαν το δρόμο στους

καινούριους τους κόσμους. Και πριν ακόμα να συστηθή το Βυζάντιο,

βρίσκουμε Μεγαρίτες αποκαταστημένους αντίκρυ, στην Καρχηδόνα. Ή όμως

είταν ξυπνότερη η νέα η συντροφιά πούρριξε το σίδερο στο Κατάστενο

μέσα, ή τους άνοιξε τα μάτια το Μαντείο με την πολύτιμη εκείνη

συβουλή του, να στήσουν αποικία κατάντικρυ στους Τυφλούς.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στην τοπογραφία, να δούμε α δεν έκρινε

σωστά η Πυθία σαν τους έλεγε τυφλούς τους Καρχηδόνιους. Τηρώντας από

την ανατολική την άκρη της Θράκης, κ' έχοντας Ευρώπη πίσωθέ μας κι

Ασία κατάμπροστα, βλέπουμε αμέσως τι λαμπρό μπροστήθι γίνεται τέτοιος

τόπος για την Ευρώπη, τι φοβερό και δυσκολόπαρτο για την Ασία. Κ' οι

δυο οι πλευρές της τρίγωνης εκείνης άκρης διαφεντέμένες από τη

θάλασσα· μα κ' η τρίτη, της στεριάς, τοιχωμένη κι αυτή σε γης, που

μήτ' ένα βουναράκι δεν ξεπροβάλλει αντίκρυ της, για να στηθή επάνω

του πολιορκητική μηχανή. Για τούτο και μήτε μια φορά δεν πάρθηκε με

σκάλωμα το Βυζάντιο, παρά ή με πείνα ή με βοήθεια από μέσα.

Μα το μεγαλήτερο ίσως καλό του Βυζαντίου είναι η εμπορική του

τοποθεσία. Όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας στα χέρια του είταν από

τότες, αφού κάθε πλεούμενο που πηγαινοερχότανε με πραμάτεια, από το

Βόσπορο έπρεπε να περάση, και στο Βυζάντιο κόνεβε. Μα και δικό του

εμπόριο είχε με τους ντόπιους της Θράκης, και μάλιστ' από τη ψαρική

του.

Όσο για την πολιτική του ιστορία, σώνει να σημειωθή πως τρακόσα

χρόνια περίπου χαιρότανε λευτεριά, έξω από μερικούς χρόνους που το

βαστούσαν οι Πέρσοι. Πολλά κι αξιοσημείωτα γενήκανε μέσα στα τρακόσα

εκείνα χρόνια. Πρώτο, που εκεί κάπου έστησε ο Δαρείος το γεφύρι του

σαν περνούσε το Βόσπορο. Δεκαπέντε χρόνους κατόπι βρίσκουμε το

Βυζάντιο λεύτερο από Πέρσους και στα χέρια του Ιστιαίου, τυράννου που

σοφίστηκε να βάλη βαριούς φόρους στα εμπορικά που ανεβοκατεβαίνανε.

Λίγο κατόπι ξαναπέφτει το Βυζάντιο στων Πέρσων τα χέρια, ώσπου

πρόβαλαν τέλος οι δαφνοστεφανωμένοι οι Έλληνες της Μυκάλης και της

Σαλαμίνας και τους έδιωξαν από κει μια για πάντα (479 π. Χ.). Ακόμα

πιο ύστερα, βρίσκουμε τους Βυζαντινούς πιασμένους σε πόλεμο δυο φορές

με τους Αθηναίους. Τη μια φορά στα 439· παραδόθηκαν τότες. Την άλλη

φορά στα 408, που με προδοσία τους κυρίεψαν οι Αθηναίοι. Πλέρωσαν

τότες βαρύ πρόστιμο οι Βυζαντινοί, μα σε δυο χρόνους μέσα πήραν απάνω

τους πάλι και καλοπερνούσαν.

Την εσωτερική τους ιστορία τους καιρούς αυτούς δεν την

πολυγνωρίζουμε. Όσο για τη θρησκεία τους, οι μεγαλήτεροί τους Θεοί

είταν ο Ποσειδώνας κ' η Άρτεμη, αυτοί δα που τους έφερναν και τα

πλούτη τους.

Αξιοσημείωτα είναι και τα παλιά χαραχτηριστικά τους. Τους είπανε

φιλήδονους και καλοπαθιασμένους, μα όχι κι ακαμάτηδες, αν κ' οι

ταβέρνες τους πάντα γεμάτες. Τους άρεζε, φαίνεται, και το καλοφάει.

Μια φορά, λέει, οι στρατιώτες τους αρνηθήκανε να πολεμήσουνε σε

πολιορκία απάνω, επειδή δεν τους έφερναν τραπεζαρίες εκεί που

πολεμούσαν.

Σα φάνηκε ο Φίλιππος κι ο Αλέξαντρος, χάθηκε πάλι η λευτεριά τους.

Είναι αλήθεια πως το Φίλιππο τον καταπόνεσαν. Εκεί που κινούσε

καταπάνω τους, πρόβαλε θεόλαμπρο σημάδι στον ουρανό, έφεξε η χώρα

γύρω τριγύρω, μάτιασαν τους Μακεδόνες, τους κυνήγησαν, και τους

έδιωξαν. Έκαμαν τότες σύβολό τους Μισοφέγγαρο με Σταυρό. Περίεργο

προμήνυμα της πολύ αργότερης ιστορίας του Βυζαντίου! Με τον Αλέξαντρο

όμως δεν τάβγαλαν πέρα. Τους συνεπήρε η μπόρα του μαζί με τις άλλες

χώρες, κ' έτσι βρέθηκαν κατόπι στα χέρια του Δημητρίου του Πολιορκητή

και του Λυσιμάχου. Ύστερ' απ' αυτούς ορθοστέκουνται πάλι και

χαίρουνται κάποια λευτεριά καμιά κατοστή χρόνους, ώσπου πλάκωσε και

στα μέρη τους η πλημμύρα της Ρώμης.

Είχαν τη γνώση οι Βυζάντιοι να μη δείξουν αντίσταση στους Ρωμαίους,

και τους καλομεταχειρίστηκαν. Τους αφήκανε δηλαδή να κυβερνούν όπως

ήθελαν τα δικά τους, με συμφωνία να πλερώνουνε φόρους. Στου

Βεσπασιανού τους καιρούς όμως τόχασαν αυτό το προνόμιο.

Ως τόσο την εμπορική του σημασία και τη δύναμη δε μπορούσε εύκολα να

τη χάση το Βυζάντιο. Καλοπερνούσε λοιπόν και πλούτιζε χρόνους

πολλούς, ώσπου ήρθε τέλος η εποχή του Σεβήρου, εποχή μαύρη, καθώς

είδαμε σάλλο κεφάλαιο. Αφού δυο χρόνια του αντιστάθηκαν οι Βυζάντιοι,

παραδόθηκαν τέλος, και την πλέρωσαν τότες ακριβά την παλικαριά τους·

επειδή κάθε τους στρατιώτη και κάθε τους προύχοντα τους πέρασε ο

Σεβήρος από το σπαθί του. Δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, γκρεμίστηκαν

τα τείχη τους και κατάντησε το Βυζάντιο μικρό και ταπεινωμένο χωριό.

Τους τα ξανάδωσε τα προνόμια τους ο Καρακάλλας, μα του κάκου. Ειρήνη

κ' ησυχία πια δεν έβρισκε το Βυζάντιο. Σε κείνη την κακορριζικιά

απάνου πέφτουν κ' οι Γότθοι, καθώς είδαμε, και το ρημάζουν. Έρχεται

κατόπι ο Γαλλιανός (263), κι αποσώνει τον ξολοθρεμό. Πέτρα πάνω στην

πέτρα δεν αφήκαν οι στρατιώτες του, κι από το πολύ το σφάξιμο ψυχή,

λέγουνε, με Μεγαρικό αίμα δεν απόμεινε. Κι ως τόσο το βλογημένο του

το εμπόριο του ξανάφερε πάλε κάποια ζωή, και μετά δέκα περίπου χρόνια

το βλέπουμε πάλι κ' υπάρχει, και πολεμάει μάλιστα τους Γότθους που

κατεβήκανε στον καιρό του δεύτερου του Κλαυδίου.

Αργότερα, στου Διοκλητιανού τις μέρες, το βρίσκουμε ακόμα πιο

πλουσιώτερο το Βυζάντιο, αφού δα είχε τώρα και την «Αυλή» δίπλα του

στη Νικομήδεια. Μια όμως και προβάλανε στη μέση ο Λικίνιος και ο

Μαξιμίνος, κι' ανταμωθήκανε στο Βυζάντιο, που μόλις το πήρε ο

Μαξιμίνος κ' ήρθε και το ξανάρπαξε ο Λικίνιος (314), τι προκοπή

μπορούσε να δη η δύστυχη η πόλη! Μόνο που δεν ξολοθρεύτηκε πάλι

ολότελα. Πάσκισε μάλιστα ο Λικίνιος να την οχυρώση και να την κάμη

ανίκητη. Την οχύρωσε, μα ολότελα ανίκητη δεν την έκαμε. Την είδαμε

την τύχη της στα 323.

Απ' αυτόν τον καιρό αρχινάει το ρωμαίικο το Βυζάντιο, και δω

ξαναπαίρνουμε το νήμα της ιστορίας μας.

Ήθελε ο Κωσταντίνος να συστήση Κέντρο χριστιανικό, πολιτικό,

στρατηγικό. Δε γίνεται λοιπό να μην την έβαλε στο νου του τέτοια

έξοχη τοποθεσία· από τότες έστησε τις σκηνές του στα ξώχωρά της να

πολεμήση το Λικίνιο.

Και δίχως μήτε στιγμή να χάση όταν καταστάλαξε στη διαλεγμένη του

χώρα, καταπιάστηκε το μεγάλο του έργο, άρχισε να χαράζη τα σύνορα της

νέας του Ρώμης. Είναι νόστιμη η παράδοση που μας το ιστορεί αυτό το

σημάδεμα. Ξεκίνησε, λέει, πεζός, ακολουθώντας οι αυλικοί του, και με

το κοντάρι του χάραζε τη γραμμή που έπρεπε να πάρουν τα καινούρια τα

τειχίσματα. Πήγαινε, κι όλο πήγαινε δυτικά, τραβήξαντας από τα βάθια

του κόρφου, από τα παλιά δηλαδή το Βυζάντιο. Σαν πέρασε τα δυο μίλια

και δε σταματούσε, άρχισαν οι ακόλουθοι του να παραξενεύουνται· και

του λεν πως τέτοια περιοχή μήτε μια νέα Ρώμη δεν τη χρειάζεται. «Εγώ

θα πηγαίνω ομπρός,» απολογιέται ο Βασιλέας «ώσπου να με σταματήση ο

αθώρητος Οδηγός που μου δείχνει το δρόμο.»

Ως την άλλη άκρη τον έφερε ο αθώρητος οδηγός του, ο πεντάξυπνός του ο

νους. Ως της Προποντίδας τα κύματα. Εκεί μονάχα στάθηκε, αφού πήρε

μέσα στην καινούρια πόλη αλάκερη τη χερσόννησο που μας δείχνει ο

χάρτης. Κι άρχισαν αμέσως να χτίζουν τειχίσματα και πόλη. Τα

τειχίσματα από του πελάγου το μέρος μικρή δουλειά δεν είταν, επειδή

βράχους θεόρατους αναγκαστήκανε να ρίξουνε για να πιάσουν θεμέλια που

ν' αντέχουνε σε ρέματα και σε φουρτούνες. Έχτισαν και μόλους απ' αυτή

τη μεριά κ' έκαμαν τα δύο πιο σημαντικά λιμάνια της Πρωτεύουσας,

«Σοφιών» κ' «Ελευθερίου».

Σύγκαιρα δούλευαν και μέσα στην Πόλη οι χτίστες. Έστησαν πρώτα πρώτα

το «Μίλιον», λίγο παρέξω από τα τειχίσματα του παλιού του Βυζαντίου,

εκεί που ο Κωσταντίνος είχε στημένη τη σκηνή του στα 323. Σκοπός

αυτού του χτίριου είτανε να προσδιορίζη τα διαστήματα της

Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και στήθηκε επάνω σε ύψωμα. Εφτά κολώνες

στεγωμένες, με δίχως τοίχο, και μέσα ο αδριάντας του Κωσταντίνου και

της σεβαστής του μητέρας, καθώς κι άλλοι βασιλικοί αδριάντες

αργότερα.

Για δική του κατοικία διάλεξε τη νοτιανατολική την πλευρά. Γκρέμισε

σπίτια και ξοχικούς πύργους, καθάρισε όλο το μέρος, κ' έστησε το

Παλάτι με ταρίφνητα «τρίκλινά» του και με τις περίφημες του

βιβλιοθήκες. Στου μεγαλήτερου τρίκλινου την οροφή άστραφτε

περίλαμπρος σταυρός από σπάνια πετράδια. Απέραντα περιβόλια και δάση,

κι από την πρόσοψη του Παλατιού κι' αριστερά. Δεξιά πάλι έβλεπες το

Φάρο εκεί που ο Βόσπορος σμίγει με την Προποντίδα. Από κει άρχιζε το

βασιλικό το τοιχογύρισμα, τραβούσε παράλληλα με την ακρογιαλιά, ως

ένα μίλι παραμέσα, και καταντούσε πάλε στη θάλασσα, στο Κατάστενο.

Από την άλλη τη μεριά, την αριστερή, ύστερ' από τα περιβόλια και τα

δάση, είταν το «Τζυκανιστήριον», μεγάλη περιοχή, που έπαιζαν τη

σφαίρα καβάλλα βασιλόπουλα κι αρχοντόπουλα (ταγγλικό το Polo).

Εξόν από το καθαυτό το Παλάτι έχουμε κι άλλο της εξοχής, τη

«Μαγναύρα», στα κατάβαθα του Κατάστενου μέσα.

Βορειοδυτικά του Παλατιού κοίτουνταν το «Αυγουσταίον», μεγαλόπρεπος

φόρος, τριγυρισμένος με λαμπρά δημόσια χτίρια, ως χίλια πόδια μάκρος

και τριακόσα φάρδος. Αυτόν τονέ μαρμαρόστρωσε κατόπι ο Ιουστινιανός,

κι από κει ονομάστηκε «Μαρμαρωτόν» καθώς και «Πλακωτόν». Ανατολικά

του «Αυγουσταίου» θώραες το Παλάτι, πέρα από τρία άλλα κτίρια που

είχανε στημένα ανάμεσα, ενωμένα όμως και τα τρία με στοές. Το πρώτο

απ' αυτά τα χτίρια, το πιο ανατολικώτερο, είταν τα λουτρά ο

«Ζεύξιππος», χτισμένα κατά τα πρότυπα της Ρώμης. Κ' οι αυλές και τ'

απομέσα καταστόλιστα όλα μ' αγάλματα διαλεγμένα από της πιο περίφημες

Ελληνικές και Μικρασιατικές Πολιτείες, όσα δεν είχαν οι παλαιικώτεροι

Ρωμαίοι μεταφερμένα στη Ρώμη. Εκεί έφερε ο Κωσταντίνος την πανώρια

την Αθηνά της Λίντος, την Αμφιτρίτη της Ρόδος, τον Πάνα πούστησαν οι

Αθηναίοι ύστερ' από τον ξολοθρεμό του Ξέρξη, και το Δία της Δωδώνης.

Αυτό το χτίριο κάηκε στη Στάση του Νίκα (532), και το ξανάχτισε ο

Ιουστινιανός· μα ταρχαία του τα θησαυρίσματα χάθηκαν τότες

ανεπίστρεφα όλα. Δίπλα κατά τα βορεινά είταν το Σενάτο, χτισμένο αυτό

αργότερα από τον Ιουλιανό κατά τους τύπους της Ρώμης, και στολισμένο

μ' αξετίμωτα καλλιτεχνήματα, π.χ. τις εννιά Μούσες του Ελικώνα και

πάμπολλα άλλα. Κάηκε κι αυτό, και δυο φορές μάλιστα· μια στον καιρό

του Αρκαδίου απάνω στον καταδιωγμό του Χρυσοστόμου· έπειτα πάλι στου

Νίκα τη Στάση.

Από το Σενάτο ξεκινούσε η μαρμάρινη η στοά και πήγαινε ως το τρίτο

χτίριο, το Πατριαρχείο. Αυτό πρέπει νάβλεπε κατά την πίσω μεριά, προς

το «Μίλιον». Έξοχο χτίριο κι' αυτό, με καταστόλιστα τρίκλινα και

τριγυρισμένο περιβόλια.

Ερχούμαστε τώρα στη δυτική την πλευρά του «Αυγουσταίου». Απ' άκρη ως

άκρη αυτής της πλευράς, και κατάντρικρυ στα τρία χτίρια που

περιγράψαμε, είταν το περιξάκουστο το Ιπποδρόμιο, χτισμένο από το

Σεπτίμιο Σεβήρο και καλλιτερεμένο τώρα από τον Κωσταντίνο. Ως

εξακόσες σαράντα πήχες μάκρος κ' εκατόν εξήντα πλάτος. Σύστημα κι

αυτό φερμένο από τη Ρώμη, μα πούπιασε νέες ρίζες στη νέα τη Ρώμη, κι

αγαπήθηκε τόσο που κατήντησαν οι αγώνες του Εθνικό Πανηγύρι. Σαν

έτρεχαν εκεί με τάρματα, το κάθε άρμα παράσταινε και μια μερίδα, και

μάλιστα τους Κυανούς και τους Πράσινους, που θα τους ανταμώσουμε

αργότερα. Όταν παράβγαιναν οι αντίπαλοι στο Ιπποδρόμιο, όλη η Πόλη

είταν ανάστατη. Μα θα τα δούμε κατόπι τα τραγικά τους καμώματα, και

κείνων που βγαίνανε στους αγώνες και κείνων που τους σεριάνιζαν. Ας

αναφέρουμε μονάχα τώρα πως οι Πράσινοι μπαίνανε στο Ιπποδρόμιο από τη

βορειανατολική την Πύλη, και καθίζανε στην ανατολική την πλευρά. Οι

Κυανοί πάλι από τη βορειοδυτική την Πύλη, και πιάνανε τη δυτική τη

μεριά. Είχε κι άλλες Πύλες το Ιπποδρόμιο, κ' η πιο σπουδαιότερη είταν

η Νεκρή Πύλη. Στη βορεινή την άκρη, κατάντικρυ μικρού Παλατιού,

στέκουνταν αψηλά το _Κάθισμα_, που ανέβαινε ο Βασιλέας με σαλιαγκωτή

σκάλα («Κοχλίαν») και σεριάνιζε τους αγώνες. Τριγύρω του είχε κι άλλα

πάμπολλα επίσημα καθίσματα για τους Αυλικούς και για τους Αρχόντους.

Όποιος ήθελε να τονέ δη το Βασιλέα ή να τον παρακαλέση τίποτις, εκεί

πήγαινε. Τύχανε μάλιστα και μερικά πολύ περίεργα και δραματικά εδώ

πέρα. Σ' αυτό το θρόνο απάνω θα δούμε τον αντάρτη τον Υπάτιο

στεφανωμένο από τον όχλο με το γερντάνι της γυναίκας του αντίς με

Κορώνα. Και πάλι δυο αιώνες αργότερα, το δεύτερο τον Ιουστινιανό

φορεμένο τη Βασιλική τη στολή, και με τους δυο του αντιπάλους,

Λεόντιο κι Αψίμαρο, δεμένους αποκάτω από το υποπόδι του. Κι ο όχλος

γύρω να φωνάζη ψέλνοντας «Επί ασπίδα, και βασιλίσκον επέβης και

επάτησας λέοντα, και δράκοντα».

Καταμεσής στο Ιπποδρόμιο είταν τραβηγμένη γραμμή λεγάμενη Σπίνα,

τοίχος δηλαδή που χώριζε το Ιπποδρόμιο κατά τη μέση, στολισμένος κι

αυτός με τρία μεγάλα και πολύτιμα μνημεία, απόνα στην κάθε άκρη κ'

ένα στη μέση. Το πρώτο είταν οβελίσκος φερμένος από την Αίγυφτο μ'

επιγραφές ιερογλυφικές. Το δεύτερο είταν το τρικέφαλο Χάλκινο φείδι

που οι Έλληνες το είχαν αφιερωμένο στους Δελφούς στα 479 π. Χ., σα

νίκησαν τους Πέρσους στην Πλαταιά. Ο χρυσός ο Τρίποδας που

ακκουμπούσε απάνω στο τρικέφαλο φείδι είτανε χαμένος εξακόσα χρόνια

τώρα· η επιγραφή όμως φαίνεται ακόμα χαραγμένη στη βάση. Το τρίτο το

στολίδι είταν τετράκοχη μετάλλινη κολώνα, μα όχι τόσο παλαιικό

μνημείο αυτή. Σώζουνται ακόμα στην Κωσταντινούπολη και τα τρία αυτά

τα μνημεία. Σώζεται και το Ιπποδρόμιο, φυσικά τουρκεμένο, όνομα και

πράμα. Αυτό, καθώς κι ο γλυτωμός του οβελίσκου και της κολώνας, δε

μας φαίνονται και πολύ παράξενα. Ταφιέρωμα όμως των Ελλήνων προς τον

Απόλλωνα, καμωμένο από τότες που γλύτωσαν πατρίδα και κόσμο από τη

βαρβαρότητα, να στέκεται ακόμα μέσα στην καρδιά εκείνη της Τούρκικης

αλαζονείας και της Ελληνικής ταπεινοσύνης, σα ναποφάσισε ως κ' η

παλιά η δόξα να μένη και να μαρτυρή την τωρινή την κακορριζικιά,

κατεβάζει στο νου πολλούς στοχασμούς, θλιβερούς και παρηγοριτικούς·

θλιβερούς, που ανιστορούμε το τι είτανε μια φορά τα έθνος και πού

κατήντησε· και πάλε παρηγορητικούς, που μήτε δυόμιση χιλιάδες χρόνια

δε σώνουνε ναφανίσουν τα σημάδια τέτοιας δόξας και τέτοιας

μεγαλωσύνης, όσο και νανεμοσκορπιστούν, καθώς μήτε το αίμα δεν

αφανίζεται, όσο και να χυθή.

Ας αποτελειώσουμε ως τόσο την περιγραφή μας.

Δίπλα στο Ιπποδρόμιο από τη μεριά του «Αυγουσταίου» άστραφτε σειρά

αγάλματα κι άλλα μνημεία ως απάνω, κατά το «Μίλιον». Αύτη την εποχή η

σειρά εκείνη άρχιζε από τα μισό δρόμο του Ιπποδρομίου και του

«Αυγουσταίου», να πούμε αντίκρυ στο Σενάτο. Με τον καιρό όμως

πλήθηναν ταγάλματα και πήγαν ως την άλλη άκρη, κατά το πέλαγο. Από τα

πρώτα που έστησ' εκεί ο Κωσταντίνος είταν η πορφυρόλιθη κολώνα της

Ιεράπολης, με το μπρούντζινο άγαλμα του Απόλλωνα στην κορφή της, μα

κατά το ρωμαϊκό το σύστημα ταποκεφάλισε ο Κωσταντίνος αυτό τάγαλμα

και τούβαλε κεφάλι όμοιο με το δικό του. Το εγκαινίασε τότες με

παράταξη, «του Ιερέως μετά της λιτής παρεστηκότος και μετά κραυγής το

Κύριε Ελέησον βοώντος εκατοντάκις». Μα και στο Φόρο είχε δυο παρόμοια

μνημεία στημένα, μια κολώνα της Ελένης και μια δική του με σταυρό

απάνω και μ' επιγραφή «Είς Άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός, εις

δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και στη Βασιλική Πύλη άλλος αδριάντας του

Κωσταντίνου, που τον παράσταινε κάμνοντα την προσευκή του.

Βορεινά του Ιπποδρόμιου άλλο, ακόμα πιο σπουδαιότερο μνημείο, ο Ναός

της «Θείας του Θεού Σοφίας». Όχι όμως ο περίφημος του Ιουστινιανού

που γνωρίζουμε σήμερα· μετριώτερο έργο τούτο. Από τη δυτική πλευρά

της Αγιά Σοφιάς έβγαινε πέρασμα χτισμένο απάνω σε καμάρες και

σκεπαστό, που κατέβαινε ως τη Βασιλική την Πύλη. Από κει διάβαινε ο

Αυτοκράτορας σαν πήγαινε να λειτουργηθή, κ' έτσι απόφευγε τα εβραίικα

τα «Χαλκοπρατεία». Αυτά τα κατάργησε κατόπι ο μικρός ο Θεοδόσιος, κ'

έχτισ' εκεί την εκκλησιά της «Θεομήτορος των Χαλκοπρατείων».

Αναφέραμε μερικά από τα κυριώτερα της Νέας Πρωτεύουσας, επιθυμώντας

να συνηθίσουμε από τώρα τον αναγνώστη με τη σκηνή που θα παρασταθούν

τα εθνικά μας τα δράματα, κ' αψηφώντας αν θα ξαναϊστορηθούνε μερικά

σαν πιο περιστατωμένα σε ξέχωρο παράρτημα μαζί μ' άλλα παρόμοια.

Κατασκεπάστηκε η πόλη στολίσματα θρησκευτικά και βασιλικά, σταυρούς,

λάβαρα, κολώνες, αγάλματα, σε δρόμους, σε φόρους, σε ναούς, σε

παλάτια. Κι όχι η καθαυτό η πόλη μονάχα, παρά και τα ξώχωρα, και

μάλιστα κάμποσο μακρινά. Η εκκλησιά των Αγίων Αποστόλων, εκεί που

θάφτουνται κ' οι Αυτοκράτοροι, είταν έξω από τον αρχικό το γύρο της

Πόλης. Ακόμα παρέξω, κατά τις σκάλες του Κατάστενου, είταν τα δημόσια

τα Σιταράδικα, που από πλάγι τους περνούσε ο μεγάλος ο δρόμος (_η

Μέση_), κ' έμπαινε στην πόλη από τα δυτικά· καθώς και το παλάτι του

Πραιτωριανού του Επάρχου, κι ο αδριάντας του Κωσταντίνου του

καβαλλάρη σιμά σ' αυτό τα παλάτι, αδριάντας που κάμποσες έβγαλε

λαϊκές παράδοσες.

Προχωρούσε το έργο και πήγαινε· και μαζί με τα καλλιτεχνικά

σκαρώνουνταν και πλήθος άλλα πιο χρειαζούμενα. Υδραγωγεία, λουτρά,

θέατρα, δικαστήρια, τέλος και πέρα από τέσσερεις χιλιάδες

αρχοντόσπιτα και μέγαρα.

Και σαν άρχισε να φαίνεται η πόλη καθώς δηγούνται πως την ονειρεύτηκε

τον καιρό που τηνέ χάραζε ο Κωσταντίνος, από γριά δηλαδή

μεταμορφωμένη σε πεντάμορφη παρθένα, γιορτάστηκαν τα γεννητούρια της

με βασιλική λαμπρότητα τις 11 του Μάη 330. Αφού άγιασαν τα παλάτια οι

Αρχιερέοι, έσυραν και λειτουργήσανε στην Αγιά Σοφιά, κι αφιέρωσαν την

πόλη στην Παναγιά. Μα και κοσμικά πανηγυρίσματα έγιναν πάμπολλα, και

μάλιστα ιπποδρομικοί αγώνες. Κι απάνω στους αγώνες αυτούς ξεκίνησε

συνοδία στρατιώτες φορεμένοι μακρινές χλαμύδες και κρατώντας λευκές

λαμπάδες, κ' έφεραν τον αδριάντα του Κωσταντίνου στο Ιπποδρόμιο.

Γονάτισε τότες ο λαός και τον προσκύνησε τον αδριάντα. Αυτό είναι το

καλλιτέχνημα που στήθηκε κατόπι απάνω στην πορφυρόλιθη την κολώνα.

Σαράντα μέρες βάσταξε ταξέχαστο εκείνο το πανηγύρι· αξέχαστο, επειδή

ως τέλος τη φύλαξαν τη γιορτή αυτή, τα γενέθλια της Πόλης.

Τέτοια μεγαλοκάμωτη πολιτεία χρειαζότανε και νέους κατοίκους.

Προσκάλεσε λοιπόν ο Βασιλέας Συγκλητικούς από τη Ρώμη, προσκάλεσε

αρχόντους και νοικοκυρέους από Ελλάδα και Μικρασία. Τους διόρισε στην

καινούρια Σύγκλητο και τους έδωσε σπιτότοπους για να χτίσουνε. Μαζί

με τους μεγάλους έτρεχαν και παντής λογής έμποροι, τεχνίτες κ'

εργάτες. Γέμισε λοιπόν η πόλη κατοίκους, και δίχως άλλο το Ελληνικό

είταν το πιο πολυάριθμο από τα νέα αυτά στοιχεία.

Στην Αυλή μέσα ως τόσο, σταπέραντα εκείνα παλάτια, οι νεοφερμένοι

είτανε μεγάλο μέρος Ασιατικοί· επειδή καθένας από τους αμέτρητους

αξιωματικούς και τους μεγιστάνες που έβραζαν εκεί μέσα έσερνε κατόπι

του ακόμα πιο αμέτρητους σκλάβους κι άλλους παρατρεχάμενους.

Είπαμε πως το φυσικό του Κωσταντίνου είτανε μέρος Ρωμαϊκό και μέρος

Ελληνικό. Ίσως έπρεπε να τονέ χωρίσουμε σε τρία και να του βάλουμε κ'

ένα μέρος Ασιατικό. Τι παράξενο όμως· η πατρίδα του, οι γονιοί του, η

αναθροφή του στην Αυλή του Διοκλητιανού, κατακεί τονέ γύριζαν όλα.

Δεν είταν και τέτοιος ο Χριστιανισμός του που να τις μετριάζη τις

Ασιατικές του συνήθειες. Λοιπόν όχι σκλάβους μονάχα, μα κ' ευνούχους

κι αρχιευνούχους μάζεψε, και σατραπικά μεγαλεία τα γέμισε τα

Βυζαντινά του παλάτια. Με παρόμοια ασιατική μεγαλοδωρία πρόσταξε να

μοιράζεται στους κατοίκους κι ο φόρος πούδινε σε σιτάρι η Αφρική και

που τονέ χαίρουνταν ως τα τότε η Ρώμη.

Άλλο τώρα δεν έμνησκε παρά τόνομα της νέας πρωτεύουσας. Ονομάστηκε

λοιπό Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο τόνομα γλήγορα

ξεχάστηκε, κι απόμεινε μονάχα σε βιβλία και σ' έγγραφα. Το δεύτερο

έμεινε και θα μείνη, εξόν αν άλλες φυλές και γλώσσες μας το

ιεροσυλήσουν κι αυτό, και κάμουν ό,τι μια Τουρκιά δε δυνήθηκε.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Αρχίζει και βράζει το λεβέτι της Ρωμιοσύνης

Άλλο δεν είχε τώρα στο νου του ο Κωσταντίνος παρά να κανονίση το

Κράτος. Ή να πούμε, το γέρικο τον οργανισμό της παλιάς Ρώμης, τους

ξεπεσμένους της Συγκλητικούς και τους πιο κακορρίζικους Πραιτωριανούς

να τους συμμαζέψη και να τους μεταφέρη σε γης που δεν είχε φόβο να

θεριέψουν και να πνίξουν την Αυτοκρατορική δύναμη, καθώς έκαμναν όταν

ανεβοκατέβαζαν Αυγούστους και Καισάρους κάθε λίγο. Της Νέας Ρώμης η

«Σύγκλητος» άλλη δουλειά δεν είχε παρά να δικάζη «Συγκλητικούς»

κάποτες, να διορίζη πολιτική υπαλληλία, και να εγκρίνη Βασιλικά

Διατάγματα. Οι Πραιτωριανοί πάλι, η Βασιλική δηλαδή φρουρά, από εφτά

χιλιάδες πεζούρα και καβάλλα που είταν άλλοτες, απόμειναν ως χίλιοι

πεντακόσοι. Χωρίστηκαν κ' οι Επαρχίες κ' έγιναν ως εκατό δεκάξη, και

της καθεμιάς ο άρχοντας είχε χρέη μονάχα πολιτικά, δικαστικά κ'

οικονομικά. Όσο πάλι για τα στρατέματα που μένανε σκόρπια μέσα στις

Επαρχίες, οι «Δούκες» κ' οι «Κόμητες» που τα διοικούσαν καθώς κ' οι

Γενικοί Αρχηγοί της καβαλλαρίας και του πεζικού, που όριζαν τους

Κόμητες και τους Δούκηδες, με το να μην κυβερνούσανε πια τα επαρχιακά

οικονομικά, φόβο δεν είχε να σηκώσουν κεφάλι εναντίον της Βασιλείας.

Κ' έτσι, στη δημοκρατική αυτή χώρα, που και σκλαβωμένη την άφιναν οι

Ρωμαίοι κ' έπαιζε με τα δημοκρατικά της απομεινάρια, στη γης αυτή που

ανθοστόλιστα και καρπερά δέντρα μας έβγαλε αρίφνητα, θεόρατους όμως

πλατάνους και λεύκες όχι, φυτεύτηκε τέλος πάντων το δέντρο που έμελλε

να ρίξη τρίσβαθες ρίζες και χίλιους χρόνους ναπλώνη τον ίσκιο του και

να προστατεύη το έθνος από μανιασμένα στοιχεία. Καιρός μας είταν

κάποιο δυνατό χέρι να μας συμμαζέψη και να μας γλυτώση από το φοβερό

το φάγωμα, φάγωμα ο ένας με τον άλλον πια όχι, μα το φάγωμα από τα

λιμασμένα ταγρίμια που μας παραμόνευαν ολοτρόγυρα. Καιρός του είταν

ενός Κωνσταντίνου, που λες και τόννοιωθε πως δίχως ραβδί μοναρχικό το

σκαρί μας δεν τόχει να ορθοστέκεται — σταλήθεια όμως τα δικά του

συλλογιώντας, κι όχι τα δικά μας τα μέλλοντα —, να μας πάρη και να

μας φυλάξη από βέβαιο ξολοθρεμό· θαρρώντας πως έτσι στέριωνε τη

Ρωμαϊκή την Αυτοκρατορία στην Ανατολή, κι ως τόσο θεμελιώνοντας

αθέλητα τη Ρωμαίικη τη δύναμη.

Τα σημειώνουμε αυτά για τους όσους σα να τον ψεγαδιάζουν τον

Κωνσταντίνο, που τάχα δε σεβάστηκε πιώτερο το Ελληνικό το Έθνος και

δε μας έδωσε να πούμε είδος «Σύνταγμα» από τότες!

Το ρωμαίικο μήτ' έκαμε μήτε θα κάμη ποτές μεγάλα πράματα δίχως ένα

και δυνατόν αρχηγό· κ' είταν η ώρα της λαμπρότερης τύχης του όταν ο

σταυρός έφερε τον πρώτο μας Βασιλέα στον απόλυτο θρόνο της νέας του

Ρώμης.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 6 / 26 段