μύρτα η Αφροδίτη και ο Ποσειδών μαρίδες. Αλλά κρυφίως εδοκίμασα και την
αμβροσίαν και το νέκταρ• διότι ο καλός Γανυμήδης εκ φιλανθρωπίας, οσάκις
ο Ζευς έστρεφεν αλλού τα βλέμματα του, εγέμιζε και μου έδιδεν ένα ή δύο
ποτήρια με νέκταρ. Οι δε θεοί, ως λέγει κάπου ο Όμηρος, ο οποίος βέβαια
θα είδε τα εκεί όπως εγώ, «ούτε σίτον έδουσιν, ούτε πίνουσιν αίθοπα
οίνον», αλλ' ως τροφήν έχουν την αμβροσίαν και με το νέκταρ ευθυμούν• η
τροφή όμως την οποίαν προτιμούν είνε ο καπνός των θυσιών, ο οποίος
ανεβαίνει εις τον ουρανόν ομού με την οσμήν των ψηνομένων κρεάτων, και
το αίμα των σφαγίων το οποίον οι θυσιάζοντες χύνουν γύρω εις τους
βωμούς. Αφού δε το δείπνον ετελείωσεν, ο μεν Απόλλων έπαιξε κιθάραν, ο
δε Σειληνός εχόρευσε κόρδακα και αι Μούσαι ηγέρθησαν και μας έψαλαν μέρη
εκ της Θεογονίας» του Ησιόδου και την πρώτην ωδήν του Πινδάρου.{109}
Αφού δε από όλα εχορτάσαμεν και όλοι ήμεθα αρκετά μεθυσμένοι,
ανεπαύθημεν όπως ευρέθη έκαστος,
άλλοι μεν ρα θεοί τε και ανέρες ιπποκορυσταί
εύδον παννύχιοι, εμέ δ' ουκ έχε νήδυμος ύπνος, {110}
διότι εσκεπτόμην και πολλά άλλα, αλλά προ πάντων πώς ο Απόλλων τόσον
καιρόν δεν έβγαλε γένεια ή πώς νυκτώνει εις τον ουρανόν αφού ο Ήλιος
είνε πάντοτε παρών και συντρώγει με τους άλλους θεούς.
Έπειτα όμως μ' επήρεν ολίγος ύπνος. Ο δε Ζευς εξύπνησεν από την αυγήν
και διέταξε να κληθούν οι θεοί εις συνέλευσιν. Όταν δε συνήλθον όλοι,
ήρχισε να λέγη τα εξής• Την αιτίαν διά την οποίαν σας συνεκάλεσα έδωκεν
ο ξένος ο οποίος μας ήλθε χθες. Προ πολλού εσκεπτόμην να συζητήσωμεν και
να λάβουμεν μίαν απόφασιν διά τους φιλοσόφους, τώρα δε τα παράπονα της
Σελήνης με ηνάγκασαν να μη αναβάλλω περισσότερον αυτήν την σύσκεψιν.
Υπάρχει είδος τι ανθρώπων το οποίον όχι προ πολλού ενεφανίσθη εις τον
κόσμον, ανθρώπων οι οποίοι ρέπουν προς την φιλονεικίαν, είνε κενόδοξοι,
οξύθυμοι, λαίμαργοι, μωροί, φαντασμένοι και πλήρεις θράσους και, διά να
μεταχειρισθώ την φράσιν του Ομήρου, «Ετώσιον άχθος αρούρης».{111} Ούτοι
λοιπόν διαιρεθέντες εις συστήματα και επινοήσαντες διαφόρους σκολιάς
σκέψεις ωνομάσθησαν οι μεν Στωικοί, οι δε Ακαδημαϊκοί, άλλοι
Επικούρειοι, άλλοι Περιπατητικοί και άλλοι με πολύ γελειωδέστερα
ονόματα. Έπειτα εστολίσθησαν με το σεπτόν όνομα της αρετής, ύψωσαν τα
φρύδια των, αφήκαν γενειάδας μεγάλας και ούτω περιφέρονται κρύπτοντες
υπό ψευδή εξωτερικήν αυστηρότητα αισχρότατα ήθη και ομοιάζουν πολύ με
τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, από τους οποίους άμα αφαιρεθή το
προσωπείον και η χρυσοκόσμητος στολή, μένουν ανθρωπίσκοι γελοίοι, οι
οποίοι υπηρετούν εις το θέατρον με μισθόν επτά δραχμών. Ενώ δε είνε
τοιούτοι, περιφρονούν όλους τους ανθρώπους, περί δε των θεών λέγουν
αλλόκοτα πράγματα και συναθροίζοντες ευπείστους και ευαπατήτους νέους
ομιλούν προς αυτούς κατά κόρον περί της αρετής και τους διδάσκουν να
κάμνουν συλλογισμούς σκοτεινούς και γριφώδεις. Όταν όμως μένουν μόνοι
των, δεν δύναμαι να σας παραστήσω πόσον τρώγουν, εις ποίας δε ασελγείας
παραδίδονται και πώς γλύφουν των οβολών την βρώμαν, και το φοβερώτερον
είνε ότι, ενώ μήτε εις την δημοσίαν, μήτε εις την ιδιωτικήν ωφέλειαν
συντελούν, αλλά ζουν άχρηστοι και περιττοί,
ούτε ποτ' εν πολέμω εναρίθμιοι ούτ' ενί βοιλή, {112}
όμως κατακρίνουν τους άλλους και αναμιγνύοντες ύβρεις και λόγους
πικρούς, επικρίνουν και υβρίζουν τους πάντας• και εκείνος εξ αυτών
θεωρείται πρώτος, ο οποίος έχει την μεγαλειτέραν αναισχυντίαν και το
μεγαλείτερον θράσος εις τας βλασφημίας. Αλλ' αν ερωτήση κανείς ένα εξ
αυτών, ο οποίος φωνάζει περισσότερον και δεικνύει το περισσότερον θράσος
και κατακρίνει τους άλλους, συ δε τι πράττεις και κατά τι, προς θεού,
δυνάμεθα να είπωμεν ότι συντελείς εις την κοινήν ωφέλειαν; θ' απαντήση,
εάν θέλη να είπη δίκαια και αληθή• να ταξιδεύω ή να γεωργώ, ή να υπηρετώ
ως στρατιώτης ή να επαγγέλλωμαι μίαν τέχνην μου φαίνεται περιττόν• το
έργον μου είνε να φωνάζω, να είμαι ρυπαρός, να λούωμαι με ψυχρόν νερόν
και να περιφέρωμαι ανυπόδητος τον χειμώνα και καθώς ο Μώμος να κατηγορώ
όσα οι άλλοι πράττουν• και αν κανείς εκ των πλουσίων κάμνη πολυτελείς
προμηθείας διά την τράπεζάν του ή συντηρή εταίραν, το σχολιάζω και
αγανακτώ• εάν δε κανείς εκ των φίλων ή των συναδέλφων μου κατάκειται
άρρωστος και έχει ανάγκην βοηθείας και θεραπείας το αγνοώ. Τοιαύτα είνε,
ω θεοί, αυτά τα θρέμματά μας. Εκείνοι δε εξ αυτών οίτινες ονομάζονται
Επικούρειοι είνε οι πλέον αυθάδεις• υβρίζουν ασυστόλως, κατηγορούν δε
φοβερά και ημάς τους θεούς, λέγοντες ότι ούτε φροντίζομεν διά τα
ανθρώπινα, ούτε παντάπασιν επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα εις τον κόσμον•
ώστε καιρός να σκεφθήτε σοβαρώς, διότι αν αυτοί κατορθώσουν να πείσουν
τους ανθρώπους, έχετε να πεινάσετε πολύ. Διότι ποίος πλέον θα σας
προσφέρη θυσίαν, αφού δεν θα ελπίζη τίποτε από σας; Ηκούσατε τι
παραπονείται η Σελήνη, όπως διηγήθη χθες αυτός ο ξένος• λοιπόν σκεφθήτε
τι πρέπει να γείνη και διά την ωφέλειαν των ανθρώπων και διά την
ασφάλειαν ημών των θεών.
Οι λόγοι ούτοι του Διός επρόξένησαν ταραχήν και θόρυβον εις την
συνέλευσιν και ήρχισαν να φωνάζουν όλοι• Κεραύνωσε, κατάκαυσε, σύντριψε,
εις το βάραθρον, εις τον Τάρταρον όπως τους Γίγαντας. Ο Ζευς διέταξε
πάλιν να γείνη ησυχία και είπεν• Ας γείνη λοιπόν όπως θέλετε• όλοι οι
φιλόσοφοι θα συντριβούν ομού με την διαλεκτικήν των• αλλ' επί του
παρόντος δεν επιτρέπεται να τιμωρηθή κανείς• διότι έχομεν, ως γνωρίζετε,
ιερομηνίαν του τετραμήνου και ήδη εκήρυξα διακοπήν πάσης εχθροπραξίας.
Κατά το νέον έτος λοιπόν και κατά την αρχήν της ανοίξεως θα λάβουν τα
επίχειρα της κακίας των διά του φοβερού μου κεραυνού.
Η και κυανέησιν επ' οφρύσι νεύσε Κρονίων. {113}
Διά δε τον Μένιππον, είπεν έπειτα, αποφασίζω τα εξής• να του αφαιρεθούν
τα πτερά, διά να μη μας έλθη και πάλιν εδώ, {114} να τον παραλάβη δε ο
Ερμής και να τον κατεβάση εις την γην σήμερον. Και ο μεν Ζευς αφού είπεν
αυτά διέλυσε την συνέλευσιν, εμέ δε έλαβεν ο Κυλλήνιος {115} από το
δεξιόν αυτί και περί την εσπέραν μ' έφερε και με απέθηκεν εις τον
Κεραμεικόν.
Αυτή, φίλε μου, είνε όλη η ιστορία του ταξειδίου μου εις τον ουρανόν•
και τώρα πηγαίνω να δώσω εις τους φιλοσόφους τους περιπατούντας εις την
Ποικίλην αυτάς τας καλάς ειδήσεις.
ΤΕΛΟΣ Δ' ΤΟΜΟΥ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας
σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στα
ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία,
ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές
της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή
που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο
Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο
Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο
Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις
των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα,
Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,
Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη
σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,
συστηματικά, στην Ελλάδα.
Άπαντα ΤΟΜΟΣ Δ'. Δις κατηγορούμενος ή δικαστήρια. — Περί παρασίτου, —
Ανάχαρσις. — Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. — Ότι δεν
πρέπει να πιστεύωμεν εύκολα την διαβολήν. — Ζευς ελεγχόμενος. — Ρητόρων
διδάσκαλοι. — Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
***
{1} Ο Κροίσος.
{2} Η περικοπή αυτή είνε εις Ιονικήν γλώσσαν και έχει ληφθή αυτολεξεί
από τον Ιπποκράτην• «ορή τε δεινά, θιγγάνει τε αηδέων επ' αλλοτρίησι τε
ξυμφορήσιν ιδίας καρπούται λύπας».
{3} Ο Άργος.
{4} Των Ερινύων, τας οποίας οι αρχαίοι απέφευγον να ονομάζουν.
{5} Όρος της Αρκαδίας.
{6} Διά του Σύρου ρήτορος, ο Λουκιανός παρεισάγει εις τον διάλογον
εαυτόν, ίνα δικαιολογηθή διότι εγκαταλείψας την Ρητορικήν επεδόθη εις
τον Διάλογον και εδημιούργησε νέον είδος διαλόγου.
{7} Όταν ο μέθυσος Πολέμων εισήλθεν εις την Ακαδημίαν με την πρόθεσιν να
προπηλακίση φιλοσοφίαν και φιλοσόφους εδίδασκεν ο εκ Χαλκηδόνος
Ξενοκράτης. Ούτος δε, χωρίς να δώση προσοχήν εις την αυθάδειαν του
μεθύσου, εξηκολούθησε να ομιλή, και ήτο τόση η πειθώ των λόγων του, ώστε
ο Πολέμων ησθάνθη εντροπήν διά τας ακολασίας του, έγινε μαθητής του
Ξενοκράτους και έπειτα τον διεδέχθη. Απέθανε δε εις βαθύ γήρας και αφήκε
πολλά συγγράμματα τα οποία δεν εσώθησαν.
{8} Τα εκλεκτά σύκα της Αττικής.
{9} Ο πίλος (κυνή) του Πλούτωνος, όπως και ο δακτύλιος του Γύγου,
καθίστα αόρατον εκείνον όστις τον εφόρει.
{10} Ήτο έν των δογμάτων της Στοάς να μεταχειρίζωνται το σώμα ως άγαλμα,
δηλαδή, αναίσθητον εις τους πόνους και τας κακοπαθείας.
{11} Ευριπίδου «Φοίνισσαι» 863: Με τους λόγους επιδεικνύεται
ευχαριστημένος, αλλ' η ψυχή του είνε περίλυπος.
{12} Προηγμένα κατά τους Στωικούς ελέγοντο τα σχετικώς καλλίτερα αγαθά
του βίου.
{13} Είδος συλλογισμού. Ο Απούλιος λέγει ότι αναπόδεικτον δεν σημαίνει
το μη δυνάμενον ν' αποδειχθή, αλλά το μη έχον ανάγκην αποδείξεως.
{14} Το προοίμιον τούτο είνε του Δημοσθένους εις τον «Περί στεφάνου»
λόγον.
{15} Η φράσις «ουχί δε ταυτά παρίσταταί μοι γινώσκειν» είνε εκ του
τρίτου Ολυνθιακού.
{16 1} Ο Δημοσθένης.
{17} Υπαινίσσεται την περί ψυχής συζήτησιν εις τον «Φαίδωνα» του
Πλάτωνος.
{18} Κοτύλη μέτρον χωρητικότητος ίσον με 71/2 ουγγίας περίπου.
{19} «Τιμαίος».
{20} Υπαινίσσεται τον ορισμόν της ρητορικής εις τον «Γοργίαν».
{21} «Παρμενίδης».
{22} Εις το κείμενον το καταψηφίζω λέγεται «φέρει την τετρυπημένην»
διότι αι καταδικαστικαί ψήφοι ήσαν τρυπημέναι• τούτο δε εχρησίμευε διά
να τας διακρίνουν οι δικασταί με την αφήν, καθότι αι δίκαι εις τον
Άρειον Πάγον εγίνοντο εν καιρώ νυκτός.
{23} Ευριπίδου «Μήδεια» στ. 518. Δεν υπάρχει γνώρισμα σωματικόν εκ του
οποίου να διακρίνομεν τον καλόν από τον κακόν άνθρωπον.
{24} «Θεαίτητος».
{25} Οδυσσείας I στ. 5. Δεν νομίζω ζωήν πλέον ευχάριστον παρά όταν βλέπω
ολόκληρον λαόν να ευφραίνεται, να είνε δε στρωμέναι τράπεζαι πλήρεις
άρτων και κρεών, ο δε οινοχόος να αντλή από τους κρατήρας οίνον και να
γεμίζη γύρω τα ποτήρια.
{26} Οδυσσείας ΙΕ στ. 244. Δεν μου φαίνεται να υπάρχη ευτυχία καλλιτέρα
από αυτήν.
{27} Οδυσσείας ΙΕ. στ. 244.
{28} Τα οποία δηλονότι ήσαν ως εκείνα τα οποία εφόρουν οι Στωικοί
φιλόσοφοι.
{29} Εξείης ίσον εξής, κατά σειράν.
{30} Ούτε φυτεύει ούτε αροτριά, αλλ' άσπαρτα και αγεώργητα απολαμβάνει
πάντα.
{31} Το ποτήρι σου είνε πάντοτε γεμάτον, ώστε να πίνης εις υγείαν μου
οσάκις η καρδιά σου το θέλει.
{32} Τον ωδήγησαν εις την σκηνήν του σεπτού Αγαμέμνονος.
{33} Ο Απόλλων, ο Εύφορβος και ο Έκτωρ.
{34} Και είκοσι πολεμισταί τοιούτοι αν εφώρμων εναντίον μου, όλοι θα
έπιπτον υπό το δόρυ μου.
{35} Τα οστά μου να μη τεθούν χωριστά από τα δικά σου, Αχιλλεύ, αλλά και
να ταφώμεν ομού, όπως ομού ανετράφημεν εις το μέγαρόν σας.
{36} Ο Πηλεύς μ' εδέχθη εις τον οίκον του, με ανέθρεψεν επιμελώς και με
ωνόμαζε θεράποντά σου.
{37} Πλειν ή παραπλείν. Ομοίως παίζει και εις τα επόμενα και σοφιστεύει
με την πρόθεσιν παρά• τρέχειν και παρατρέχειν, ιππεύειν και παριππεύειν,
ακοντίζειν και παρακοντίζειν.
{38} Εννοεί τον διευθύνοντα τας ασκήσεις, τον λεγόμενον γυμνασίαρχον ή
γυμνασιάρχην.
{39} Βραχύ ξίφος των Περσών και των Σκυθών.
{40} Το έλαιον τούτο ετίθετο εις ιδιαίτερον είδος αμφορέων.
{41} Επώνυμοι ήσαν οι ήρωες από των οποίων ωνομάσθησαν αι δέκα φυλαί της
Αττικής.
{42} Ο σχολιαστής λέγει: Ως δύναταί τις να συμπεράνη, επειδή εζήτησες
από κάποιον βιβλία, Λουκιανέ, και δεν σου έδωκε, τον αντήμειψες με αυτό
το ωραίον και αιώνιον δώρον.
{43} Καλλίνος και Αττικός, διάσημοι καλλιγράφοι.
{44} Ησιόδου «Θεογονία» στ. 30. Ο αναφερόμενος ποιμήν είνε αυτός ο
ποιητής Ησίοδος.
{45} Όνομα της Αφροδίτης ήτις ελατρεύετο επί του όρους Λιβάνου διά
πράξεων ακατανομάστων.
{46} Οι μοιχοί εμαστιγούντο με φύλλα τσουκνίδας.
{47} Ποταμός του Ελικώνος.
{48} Οι Έλληνες εσφράγιζον τους καλούς ίππους επί του μηρού ή του ώμου
με διάφορα σημεία τα οποία εσήμαινον την αξίαν αυτού. Εκείνοι δε οι
οποίοι ήσαν σφραγισμένοι με το κόππα, σημείον αριθμητικόν {1}, ή με το
σίγμα, διό και σαμπφόροι ωνομάζοντο, ήσαν οι εκλεκτότεροι. Ίδε
Αριστοφάνους Νεφέλας στ. 23.
{49} Τον Σκάμανδρον.
{50} Τα βιβλία εγράφοντο επί μακρού φύλλου περγαμηνής το οποίον εκολλάτο
εις κυλινδρικόν ξύλον, εις το οποίον το βιβλίον ετυλίσσετο. Εις το έν
άκρον του κυλίνδρου, όστις απετέλει το κέντρον του βιβλίου, προσεκολλάτο
τεμάχιον ελέφαντος ή μετάλλου, επί του οποίου εχαράσσετο ο τίτλος του
έργου• τούτο δε ωνομάζετο ομφαλός. Το βιβλίον εγράφετο συνήθως επί της
μιας επιφανείας της μεμβράνης, η δε άλλη επιφάνεια εκαλύπτετο δι'
υφάσματος ή δέρματος, το εποίον έδιδε περισσοτέραν στερεότητα εις το
βιβλίον.
{51} Οι στυλίσκοι με τους οποίους εστρέφοντο και ετανύοντο αι χορδαί.
{52} Ελέγετο ότι ήτο υιός της Μούσης Καλλιόπης.
{53} Ίδε κατωτέρω «Περεγρίνου τελευτή».
{54} Ο Φιλόξενος κατεδικάσθη να εργάζεται εις τα λατομεία των
Συρακουσών, διότι δεν επήνεσε τα δραματικά έργα του τυράννου. Όταν δε
του απεδόθη η ελευθερία και ο Διονύσιος υπέβαλεν εις την κρίσιν του μίαν
των τραγωδιών του, είπε το περίφημον: - «Ας με οδηγήσουν πάλιν εις τα
λατομεία».
{55} Τον Μάρκον Αυρήλιον.
{56} Μανδραγόρας είνε φυτόν ναρκωτικόν.
{57} Κωμωδία του Ευπόλιδος, η οποία είχε, φαίνεται, σκηνάς λίαν
ασέμνους.
{58} Ούτε το συνένοχον σκότος φοβούνται, ούτε τους τοίχους, οίτινες τους
βλέπουν, μήπως τυχόν φωνάξουν και τους προδώσουν.
{59} Δεν πρόκειται περί του περιφήμου ζωγράφου, αλλά περί άλλου
συνωνύμου.
{60} Πτολεμαίος ο Δ' ο επιλεγόμενος Φιλόπαππος.
{61} Πλίνιος ο πρεσβύτερος αναφέρει περί αυτού ότι δεν ήτο κακός
ζωγράφος.
{62} Ο Φωκυλίδης.
{63} Μη δικάσης πριν ακούσης και τους δύο.
{64} Εις τον πόλεμον πολλάκις και ο φονεύων φονεύεται.
{65} Υπαινιγμός εις ένα ιστορικόν γεγονός αναφερόμενον εις τον Σέλευκον
ούτινος σύζυγος είνε η Στρατονίκη.
{66} Ταραντίδιον. κατά τον σχολιαστήν, διαφανές έστιν ένδυμα ωνομασμένον
από της των Τραντίνων χρήσεως και τρυφής.
{67} Θ' αποθάνης, ω Προίτε, αν δεν φονεύσης τον Βελλεροφόντην, όστις
χωρίς να θέλη, επεχείρησε να με παρασύρη εις απιστίαν. Ιλιάδ. Ζ. 165.
{68} Μήπως και παρά τον ορισμόν της μοίρας καταβής εις τον Άδην.
{69} Ομού με την γην και την θάλασσαν θ' ανασύρης.
{70} Μη γονιμοποιήσης γυναίκα παρά την θέλησιν των θεών• διότι εάν
τεκνοποιήσης, θα σε φονεύση ο υιός σου.
{71} Πιστεύεται ότι η σάτυρα αύτη εγράφη εναντίον του Πολυδεύκους του
συγγράψαντος το «Ονομαστικόν», όστις υπήρξε διδάσκαλος του αυτοκράτορος
Κομμόδου.
{72} Ησιόδου «Έργα και ημέραι»
{73} Τον Δημοσθένην.
{74} Τον Αισχύνην.
{75} Οι οποίοι τρώγομεν τον καρπόν της γης.
{76} Περίφημοι εταίραι των οποίων τα ονόματα εδίδοντο εις τα ερωτικά
πρόσωπα της μέσης κωμωδίας. Περί αυτών ο Αθήναιος (Βιβλ. 1} αναφέρει
περιέργους λεπτομερείας.
{77} Εις την ερώτησιν του Χαιρεφώντος η Πυθία απήντησε το γνωστόν εκείνο
Ανδρών απάντων Σωκράτης σοφώτατος.
{78} Μυθικοί γίγαντες.
{79} Λόγοι απαγγελλόμενοι, δημόσιαι διαλέξεις.
{80} Ονόματα Αιγυπτιακών πόλεων, τα οποία εδίδοντο εις τους εκείθεν
καταγομένους δούλους. Φαίνεται δε ότι ο Λουκιανός θέλει να δείξη διά
τούτου ότι ο υπ' αυτού σατυριζόμενος κατήγετο εξ Αιγύπτου και τωόντι ο
Πολυδεύκης ήτο Αιγύπτιος.
{81} Θεά ήτις εθεωρείτο τιμωρός των περιαυτολογούντων.
{82} Άλλη ένδειξις, ότι ο Λουκιανός εννοεί τον ονοματολόγον Πολυδεύκην.
{83} Ο ρήτωρ όστις εκέρδιζε δίκην εστόλιζε το υπέρθυρον της οικίας του
με κλάδον φοίνικος.
{84} Ούτε αρχήν είχε, ούτε τέλος θα έχη.
{85} Εννοεί τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
{86} Ο Δημόκριτος.
{87} Σκώπτει τον Εμπεδοκλή διά την περί του νείκους θεωρίαν.
{88} Κατά τον Πυθαγόραν.
{89} Εννοεί τον Σωκράτην.
{90} Τους Σωκρατικούς υπαινίσσεται.
{91} Εμπαίζει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα.
{92} Γνώμη του Διαγόρα του επικληθέντος αθέου.
{93} Άλλη δε επιθυμία επεκράτει εις την ψυχήν μου.
{94} Εις ένα μύθον ενάγεται κάμηλος συνδιαλεγομένη με τον Δία.
{95} Δεν είμαι Θεός• διατί μ' εκλαμβάνεις ως ένα εκ των αθανάτων;
{96} Ο Πτολεμαίος ο ξάδελφος είχε σύζυγον την αδελφήν του Στρατονίκην.
{97} Ο Λυσίμαχος, είς των διαδόχων του Αλεξάνδρου, εφόνευσε τον υιόν του
συνεπεία διαβολής.
{98} Τινές διορθώνουν «απατώντες» ή «επαιτούντες».
{99} Πεδιάς μεταξύ των κτήσεων των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, διά
την κυριότητα της οποίας εμάχοντο οι δύο ούτοι λαοί.
{100} Όρος της Μακεδονίας, πλησίον των Φιλίππων, το οποίον είχε
μεταλλεία χρυσού.
{101} Ιλιάδος Α'. Προς τ' ανάκτορα όπου κατοικεί ο Ζευς μετά των άλλων
θεών.
{102} Ο Αναξιμένης μαθητής του Αναξιμάνδρου ανεκάλυψε πρώτος ότι το φως
της σελήνης είναι δάνειον και εξήγησε τας εκλείψεις.
{103} Ομήρου Οδυσ. Όπου ούτε βοών ούτε ανθρώπων εφαίνοντο ίχνη.
{104} Ποίος και πόθεν είσαι, άνθρωπε, ποία η πατρίς σου και τίνες οι
γονείς σου; (στίχος ομηρικός εκ της Οδυσσείας).
{105} Ο Ώτος και ο Εφιάλτης επεχείρησαν ν' ανέλθουν εις τον ουρανόν
επιθέτοντες όρη επί ορέων, έως ου ο Απόλλων τους ετόξευσε.
{106} Ο ναός του Ολυμπίου Διός, του οποίου το σχέδιον ήτο τόσον μέγα,
ώστε οι Αθηναίοι δι' έλλειψιν χρημάτων δεν ηδύναντο να τον
αποπερατώσουν, έως ου ο Αυτοκράτωρ Αδριανός τον συνεπλήρωσε.
{107} Άλλα μεν έδιδεν, αλλά δε ηρνείτο ο πατήρ των θεών.
{108} Οίτινες εξ ανθρώπων έγιναν θεοί.
{109} Άριστον μεν ύδωρ.
{110} Και οι μεν άλλοι Θεοί και άνθρωποι εκοιμώντο καθ' όλην την νύκτα
αλλ' εγώ δεν ηδυνάμην να κλείσω μάτι.
{111} Περιττόν βάρος της γης.
{112} Ούτε εις τον πόλεμον χρησιμεύουν ούτε εις τα συμβούλια. Εκ της
Ιλιάδος.
{113} Είπε και ένευσε με τας μαύρας του οφρύς ο υιός του Κρόνου. Ιλιάς.
{114} Ο σχολιαστής παρατηρεί πολύ λογικώς• και τι θα τον ημπόδιζε να
προσαρμόση πάλιν πτέρυγας αετού και γυπός και εκ νέου να πετάξη προς τον
ουρανόν;
{115} Επίθετον του Ερμού ως τιμωμένου εις Κυλλήνην.
End of Project Gutenberg's Lucian - The Complete Works Volume 4, by Lucian