ΣΤΟΑ. Δεν αγνοώ, άνδρες δικασταί, ότι η αντίδικός μου έχει τ

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been

transferred at the end of the book. The tonic system has been changed

from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not

been changed.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των

σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος. Ο τονισμός έχει αλλάξει από

πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία

του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΎ

ΑΠΑΝΤΑ

ΔΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ή ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

ΖΕΥΣ Εις τ' ανάθεμα οι φιλόσοφοι όσοι λέγουν ότι μόνον οι θεοί είνε

ευτυχείς• εάν εγνώριζαν πόσα υποφέρομεν ένεκα των ανθρώπων, δεν θα μας

εζήλευαν δια το νέκταρ και την αμβροσίαν, πιστεύοντες εις τον Όμηρον,

άνθρωπον τυφλόν και αγύρτην, ο οποίος μας λέγει ευδαίμονας και διηγείται

τα συμβαίνοντα εις τον ουρανόν, ενώ ούτε τα επί της γης ηδύνατο να

βλέπη. Ιδού ποία είνε η ευτυχία μας. Αρχίζω από τον Ήλιον, ο οποίος άμα

ξημερώση είνε αναγκασμένος να ζεύξη το άρμα του και καθ' όλην την ημέραν

να διατρέχη τον ουρανόν, ενδεδυμένος πυρ και ακτινοβολών και ούτε να

ξύση τ' αυτί του, κατά το λεγόμενον, έχει καιρόν• διότι ολίγον αν

απροσεκτήση, θ' αφηνιάσουν οι ίπποι και εξερχόμενοι από τον δρόμον των

θα κατακαύσουν τα πάντα. Επίσης η Σελήνη κατά την νύκτα περιφέρεται

άγρυπνος και φέγγει εις τους κωμάζοντας και τους αργά επιστρέφοντας από

τα γεύματα. Ο δε Απόλλων, ο οποίος εξέλεξεν έργον πολυάσχολον,

κινδυνεύει να κουφαθή από τας ενοχλητικάς απαιτήσεις των εχόντων ανάγκην

της μαντικής• και οτέ μεν είνε ανάγκη να ευρίσκεται εις τους Δελφούς,

άλλοτε δε εις τον Κολοφώνα• εκείθεν μεταβαίνει με σπουδήν εις τον Ξάνθον

και τρέχων ευρίσκεται εις την Κλάρον, έπειτα δε εις την Δήλον ή εις τας

Βραγχίδας και εν γένει πρέπει να είνε παρών παντού όπου η ιέρεια, αφού

πίη το ιερόν ύδωρ και μασήση φύλλα δάφνης και διασείση τον τρίποδα, τον

καλέση να παρευρεθή. Πρέπει να σπεύση χωρίς να παραμελήση διά να

υπαγορεύση τους χρησμούς, άλλως κινδυνεύει να χάση την φήμην του.

Παραλείπω όσα οι άνθρωποι μηχανεύονται διά να δοκιμάζουν την αλήθειαν

της μαντικής του, ψήνοντες αναμεμιγμένα κρέατα αμνών και χελωνών• ώστε

εάν δεν είχεν οξείαν την όσφρησιν, θα απήρχετο εμπαίζων αυτόν ο Λυδός.

{1} Ο δε Ασκληπιός ενοχλούμενος υπό των ασθενούντων ευρίσκεται εις την

ανάγκην να βλέπη φρικτά πράγματα και να εγγίζη αηδή και να λυπήται διά

τας ξένας συμφοράς. {2} Και τι να είπω περί των ανέμων οίτινες είνε

καταδικασμένοι να υπηρετούν την γεωργίαν, να κινούν τα πλοία και να

φυσούν διά να ευκολύνουν το λίκμισμα εις τ' αλώνια; ή διά τον ύπνον

όστις κατέρχεται προς όλους, ή τα όνειρα τα οποία διανυκτερεύουν μετά

του ύπνου και του εμπνέουν προφητικάς ιδέας; Όλους αυτούς τους κόπους

υποφέρουν οι θεοί χάριν των ανθρώπων και διά να υπηρετούν έκαστος την

επί της γης ζωήν.

Και των μεν άλλων οι κόποι είνε υποφερτοί, αλλ' εγώ ο πάντων βασιλεύς

και πατήρ πόσας αηδίας υποφέρω, πόσας ασχολίας έχω και εις πόσας

φροντίδας είνε διηρημένη η προσοχή μου;

Εν πρώτοις πρέπει να επιτηρώ τας εργασίας των άλλων θεών, όσοι μετέχουν

εις την εξουσίαν μου, διά να μη εργάζωνται αμελώς και κακώς• έπειτα δε

και ο ίδιος έχω μυρίας άλλας ασχολίας, εις τας λεπτομερείας των οποίων

μόλις επαρκώ• διότι το έργον μου δεν περιορίζεται μόνον εις τα κυριώτερα

της διοικήσεως, να πέμπω βροχάς και χαλάζας και ανέμους και αστραπάς,

και έπειτα ν' αδιαφορώ διά τας λεπτομερείας, αλλ' είμαι ηναγκασμένος και

ταύτα να πράττω και συγχρόνως να προσέχω παντού και τα πάντα να επιτηρώ,

όπως ο βουκόλος της Νεμέας,{3} τους κλέπτας, τους επιόρκους, τας θυσίας,

εάν κανείς έκαμε σπονδήν, πόθεν έρχεται η κνίσα και ο καπνός, ποίος

άρρωστος ή ταξειδεύων με εκάλεσε, και, εκείνο το οποίον είνε υπέρ όλα

επιπονώτατον, συγχρόνως να παρευρίσκωμαι εις την εκατόμβην, ήτις θύεται

εις την Ολυμπίαν, και εις την Βαβυλώνα διά να επιτηρώ τους πολεμούντας,

να ρίπτω χάλαζαν εις την χώραν των Γετών και να συμποσιάζω εις την χώραν

των Αιθιόπων. Αλλά και μεθ' όλα ταύτα δεν αποφεύγω τας μεμψιμοιρίας, και

πολλάκις εν ώ οι άλλοι θεοί και οι άνθρωποι κοιμώνται καθ' όλην την

νύκτα, δι' εμέ τον Δία δεν υπάρχει νήδυμος ύπνος. Διότι και ολίγον αν

κλείσω τους οφθαλμούς, ευθύς ο φίλος της αληθείας Επίκουρος θα αποδείξη

ότι οι θεοί δεν προνοούμεν διά τα επί γης πράγματα• και ο κίνδυνος δεν

είνε μικρός εάν πιστεύσουν αυτά οι άνθρωποι• οι ναοί μας θα μείνουν

αστεφάνωτοι, αι αγυιαί δεν θ' αναδίδουν πλέον κνίσαν θυσιών, σπονδαί δεν

θα τελούνται, οι βωμοί θα μείνουν ψυχροί και εν γένει θα παύσουν αι

θυσίαι και αι προσφοραί και νηστικοί θα μείνωμεν και πεινώντες οι θεοί.

Διά τούτο, καθώς οι κυβερνήται των πλοίων, στέκομαι όρθιος και μόνος εις

την πρύμνην και κρατώ το πηδάλιον, και οι μεν άλλοι επιβάται

διασκεδάζουν και άμα νυστάξουν κοιμούνται, εγώ δε άγρυπνος και νηστικός

σκέπτομαι και φροντίζω δι' όλους και ως μόνην αμοιβήν και απόλαυσιν έχω

την τιμήν ότι θεωρούμαι κύριος.

Ώστε ευχαρίστως θα ηρώτων τους φιλοσόφους, οίτινες μόνους τους θεούς

θεωρούν ευτυχείς, πότε με τόσας ασχολίας νομίζουν ότι ευρίσκομεν καιρόν

ν' απολαμβάνωμεν το νέκταρ και την αμβροσίαν. Ορίστε, ένεκα των πολλών

μας ασχολιών αφήκαμεν εκκρεμείς τόσας παλαιάς υποθέσεις, τας οποίας

καλύπτουν η μούχλα και αι αράχναι, και μάλιστα αγωγάς τας οποίας έχουν

κινήσει επιστήμαι και τέχναι εναντίον μερικών ανθρώπων και εκ των οποίων

τινές είνε πολύ παλαιαί. Οι δε ενδιαφερόμενοι φωνάζουν εξ όλων των μερών

και αγανακτούν και ζητούν την διεκπεραίωσιν των υποθέσεων και κατηγορούν

εμέ διά την βραδύτητα, διότι αγνοούν ότι η εκκρεμότης δεν προήλθεν εξ

ολιγωρίας, αλλ' εκ της ευτυχίας την οποίαν νομίζουν ότι απολαμβάνομεν,

καθότι ευτυχίαν αποκαλούν τας ασχολίας.

ΕΡΜΗΣ. Και εγώ, ω Ζευ, έχω ακούσει εις την γην πολλούς να μεμψιμοιρούν,

αλλά δεν ετόλμησα να σου το είπω. Αφού όμως μόνος σου ωμίλησες, σου το

λέγω. Όλοι αγανακτούν και παραπονούνται, πατέρα• και φανερά μεν δεν

τολμούν να εκφράζωνται, αλλά κρυφά μουρμουρίζουν διά την εκκρεμότητα των

υποθέσεων, εν ώ έπρεπε προ πολλού να έχουν τελειώσει αυταί αι υποθέσεις

και να γνωρίζη έκαστος τι να κάμη.

ΖΕΥΣ. Τι φρονείς λοιπόν; Να ορίσωμεν μίαν δικάσιμον και να τους

καλέσωμεν να δικασθούν ή να το αναβάλωμεν διά το ερχόμενον έτος;

ΕΡΜΗΣ. Όχι, αμέσως να γείνη ό,τι θα γείνη.

ΖΕΥΣ. Καλά λοιπόν. Συ να κατεβής και να διακηρύξης ότι την τάδε ημέραν

θα δικασθούν αι εκκρεμείς υποθέσεις και να έλθουν όλοι όσοι έχουν

τοιαύτας εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα κληρώση τους

δικαστάς αναλόγως των υποθέσεων εξ όλων των Αθηναίων. Εάν δε κανείς

νομίση ότι η απόφασις η οποία θα εκδοθή δεν είνε δικαία, θα έχη το

δικαίωμα να κάμη έφεσιν εις εμέ και να δικασθή εκ νέου η υπόθεσις ως να

μη είχε δικασθή καθόλου. Συ δε, κόρη μου, να καθήσης πλησίον των σεμνών

θεαινών,{4} να κληρώσης τους δικαστάς και να επιτηρής την διεξαγωγήν των

δικών.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Πάλιν θα πάω εις τον κόσμον διά να με διώξουν εκ νέου οι

άνθρωποι και να με σκάση με τους εμπαιγμούς της η Αδικία;

ΖΕΥΣ. Τώρα πρέπει να έχης καλλιτέρας ελπίδας, διότι πιστεύω ότι θα τους

έχουν πείσει οι φιλόσοφοι να σε προτιμούν από την Αδικίαν, μάλιστα, ο

υιός του Σωφρονίσκου ο τόσον επαινέσας το δίκαιον και αποδείξας ότι είνε

το μέγιστον των αγαθών.

ΔΙΚ. Πολύ τον ωφέλησαν όσα είπε περί εμού, αφού παραδοθείς εις τους

ένδεκα και ριφθείς εις την φυλακήν κατεδικάσθη να πίη ο δυστυχής το

κώνειον και ούτε να θυσιάση πετεινόν εις τον Ασκληπιόν του επέτρεψαν.

Τόσον υπερίσχυσαν οι κατήγοροί του, οι οποίοι υπεστήριζαν την Αδικίαν

εναντίον αυτού.

ΖΕΥΣ. Έως τότε η φιλοσοφία ήτο ακόμη ξένη προς τους περισσοτέρους και

ολίγοι ήσαν οι φιλοσοφούντες, ώστε δεν είνε παράδοξον ότι οι δικασταί

παρεσύρθησαν υπό του Ανύτου και του Μελήτου. Σήμερον όμως δεν βλέπεις

πόσα φιλοσοφικά ενδύματα, πόσαι βακτηρίαι και πείραι υπάρχουν εις τας

Αθήνας; Παντού φαίνονται μακραί γενειάδες και βιβλία κρατούμενα εις την

αριστεράν και όλοι φιλοσοφούν υπέρ σου, είνε δε γεμάτοι οι περίπατοι από

φιλοσόφους οίτινες διηρημένοι εις ίλας και φάλαγγας αντιμάχονται• και

δεν υπάρχει κανείς όστις δεν θέλει να θεωρήται ως τρόφιμος της αρετής.

Πολλοί αφήσαντες τας τέχνας τας οποίας είχον, εφορτώθησαν την πείραν και

το φιλοσοφικόν ένδυμα και μαυρίσαντες το σώμα των εις το καύμα του ηλίου

έγειναν φιλόσοφοι αυτοσχέδιοι από υποδηματοποιών ή κτιστών, τώρα δε σε

περιτριγυρίζουν και εξυμνούν την αξίαν σου. Τόσοι δε είνε οι φιλόσοφοι,

ώστε, κατά την παροιμίαν, ευκολώτερον είνε να πέση κανείς εις πλοίον και

να μη συναντήση ξύλον παρά να κυττάξη γύρω του και να μη ίδη φιλόσοφον.

ΔΙΚ. Αλλ' αυτοί με τρομάζουν με τας φιλονεικίας των και με την σύγχισιν

των γνωμών των εις όσα λέγουν περί εμού. Λέγεται δε ότι και οι

περισσότεροι εξ αυτών εις μεν τους λόγους προσποιούνται ότι είνε με το

μέρος μου, εις τα πράγματα όμως με αποστρέφονται τελείως και είνε

βέβαιον ότι θα με διώξουν αν τύχη να κτυπήσω τας θύρας των• διότι προ

πολλού ήδη έχουν εγκολπωθή την Αδικίαν.

ΖΕΥΣ. Δεν είνε όλοι κακοί, κόρη μου• αρκετόν δε θα είνε και αν επιτύχης

ολίγους καλούς. Αλλά πηγαίνετε τώρα, διά να προφθάσουν να δικασθούν

ολίγαι υποθέσεις σήμερον.

ΕΡΜ. Πάμε λοιπόν. Ας ακολουθήσωμεν την οδόν ήτις αρχίζει από το Σούνιον

και διέρχεται ολίγον κατωτέρω του Υμηττού και αριστερά της Πάρνηθος διά

να φθάση εκεί όπου φαίνονται δύο υψώματα. Φαίνεσαι ότι ελησμόνησες προ

πολλού τον δρόμον. Αλλά τι έπαθες; Διατί δακρύζεις και παραπονείσαι; Μη

φοβείσαι• ο κόσμος δεν είνε όπως τον ήξευρες• απέθαναν όλοι εκείνοι οι

Σκείρωνες, οι Πιτυοκάμπται, οι Βουσίριδες και Φαλάριδες τους οποίους

εφοβείσο άλλοτε• τώρα η Σοφία, η Ακαδημία και η Στοά επικρατούν εις όλα

και παντού σε ζητούν και περί σου ομιλούν και χάσκοντες περιμένουν να σε

ίδουν επιστρέφουσαν πάλιν προς αυτούς.

ΔΙΚ. Συ μόνον, Ερμή, δύνασαι να μου είπης την αλήθειαν, διότι τους

συναναστρέφεσαι και διατρίβεις μετ' αυτών εις τα γυμναστήρια και την

αγοράν — καθότι και αγοραίος είσαι και κηρύττεις εις τας συνελεύσεις —

εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται και αν είνε δυνατή η διαμονή μου μεταξύ

αυτών.

ΕΡΜ. Μα τον Δία, θα ήτο άδικον να μη σου είπω την αλήθειαν, αφού είσαι

αδελφή μου• πολλοί εξ αυτών έχουν ωφεληθή όχι ολίγον από την φιλοσοφίαν•

αν όχι άλλο, από εντροπήν προς το φιλοσοφικόν των σχήμα ολιγώτερον

παρεκτρέπονται. Αλλ' όμως θα συναντήσης και κακούς μεταξύ αυτών — διότι

πρέπει να σου είπω όλην την αλήθειαν —- μερικούς δε ημισόφους και

ημιφαύλους. Η φιλοσοφία όταν τους παρέλαβε, τους έβαψε με το χρώμα της-

και όσοι μεν απερρόφησαν άφθονον την βαφήν, εμορφώθησαν εντελώς χρηστοί

και απηλλαγμένοι από άλλα χρώματα και προς υποδοχήν σου είνε ούτοι

ετοιμότατοι• όσοι δε ένεκα του παλαιού ρύπου δεν ηδυνήθησαν ν'

απορροφήσουν κατά βάθος και άφθονον την βαφήν, από μεν τους άλλους είνε

καλλίτεροι, είνε όμως ατελείς και λευκόμαυροι, ως στιγματισμένοι, και

παρδαλοί το χρώμα. Μερικοί δε και μόνον διότι ήγγισαν απ' έξω εις τον

λέβητα με το άκρον του δακτύλου και επασαλείφθησαν με την καπνιάν

νομίζουν ότι αρκετά και αυτοί μετεχρωματίσθησαν. Αλλά συ, εννοείται, θα

συναναστρέφεσαι με τους καλλιτέρους. Ενώ όμως ομιλούμεν, επλησιάσαμεν

εις την Αττικήν ώστε ας αφήσωμεν δεξιά το Σούνιον και ας διευθυνθώμεν

προς την Ακρόπολιν. Και τώρα ότε εφθάσαμεν, συ μεν κάθησαι εδώ επί του

βράχου και βλέπε προς την Πνύκα έως ου διαλαλήσω την παραγγελίαν του

Διός• εγώ δε θ' αναίβω εις την Ακρόπολιν διά να δυνηθώ ούτω ευκολώτερον

να τους καλέσω και να με ακούσουν όλοι.

ΔΙΚ. Μη φύγης, ω Ερμή, πριν μου είπης ποιος είνε αυτός που έρχεται προς

τα εδώ, ο κερασφόρος και μαλλιαρός εις τους μηρούς και τα πόδια, ο

οποίος κρατεί φλογέραν.

ΕΡΜ. Πώς, δεν γνωρίζεις τον Πάνα τον ζωηρότερον εκ των ακολούθων του

Διονύσου; Αυτός άλλοτε έμενεν εις το Παρθένιον {5} αλλά κατά την

εκστρατείαν του Δάτιδος και την απόβασιν των βαρβάρων εις τον Μαραθώνα,

ήλθεν απρόσκλητος, ως σύμμαχος των Αθηναίων, έκτοτε δε εξέλεξεν ως

κατοικίαν το σπήλαιον εκείνο το οποίον ευρίσκεται υπό την Ακρόπολιν και

κατοικεί εκεί ολίγον υπεράνω του Πελασγικού, πληρώνων τον φόρον των

μετοίκων• και τώρα άμα μας είδε έρχεται ως γείτων εδώ να μας χαιρετήση.

ΠΑΝ. Χαίρετε, ω Ερμή και Δικαιοσύνη.

ΔΙΚ. Χαίρε και συ, Παν μουσικώτατε και χορευτικώτατε εξ όλων των

Σατύρων, εις τας Αθήνας δε και πολεμικώτατε.

ΠΑΝ. Και ποίος καιρός σας έφερεν εδώ, ω Ερμή;

ΕΡΜ. Η Δικαιοσύνη θα σου διηγηθή τα πάντα• εγώ δε ανεβαίνω εις την

Ακρόπολιν διά το διαλάλημα.

ΔΙΚ. Ο Ζευς, ω Παν, με έστειλε να διεκπεραιώσω τας εκκρεμείς δίκας. Συ

δε πώς τα περνάς εις τας Αθήνας;

ΠΑΝ. Η αλήθεια είνε ότι δεν με τιμούν όσον πρέπει, αλλά πολύ ολιγώτερον

αφ' ό,τι ήλπιζα και μάλιστα αφού τους έσωσα από τέτοιον κίνδυνον από

μέρους των βαρβάρων. Εν τοσούτω δύο ή τρεις φορές κατ' έτος ανεβαίνουν

και μου θυσιάζουν ένα διαλεκτόν τράγον βαρβάτον, ο οποίος μυρίζει πολλήν

βαρβατίλαν, και έπειτα περιδρομιάζουν τα κρέατα και μ' έχουν θεατήν της

διασκεδάσεώς των, από την οποίαν απολαμβάνω εγώ μόνον τον θόρυβον. Αλλά

με διασκεδάζουν κάπως τα γέλοια και τα παγνίδια των.

ΔΙΚ. Και κατά τα άλλα έγειναν εναρετώτεροι υπό των φιλοσόφων οι

Αθηναίοι;

ΠΑΝ. Ποίους λέγεις φιλοσόφους; Μήπως εκείνους τους κατσουφιασμένους, οι

οποίοι περπατούν πάντοτε κοπάδια και έχουν γένεια όμοια με τα δικά μου,

εκείνους τους φλυάρους;

ΔΙΚ. Ακριβώς.

ΠΑΝ. Δεν καταλαβαίνω τι λέγουν, ούτε εννοώ την σοφίαν των• διότι εγώ

είμαι βουνήσιος και δεν έμαθα αυτά τα ευγενικά λόγια των ανθρώπων των

πόλεων. Μπορεί να βγη από την Αρκαδίαν ρήτωρ ή φιλόσοφος; Η σοφία η δική

μου φθάνει μέχρι του πλαγιαύλου και της φλογέρας• κατά τα αλλά είμαι

αιγοβοσκός και χορευτής, εάν παρουσιασθή δε ανάγκη και πολεμιστής. Τους

ακούω όμως να φωνάζουν πάντοτε και να συζητούν διά κάποιαν αρετήν, διά

ιδέας και φύσιν και ασώματα, πράγματα τα οποία ούτε ξέρω ούτε εννοώ. Εις

την αρχήν η συζήτησίς των είνε ειρηνική• αλλ' όσω προχωρούν δυναμώνουν

την φωνήν και καταντούν να κραυγάζουν• επειδή δε καθένας επιμένει με

πείσμα εις την γνώμην του• και όλοι θέλουν συγχρόνως να μιλούν, τα

πρόσωπά των κοκκινίζουν, οι λαιμοί πρίσκονται και η φλέβες φουσκώνουν,

καθώς των αυλητών όταν με δύναμιν φυσούν εις τον στενόν αυλόν. Ούτω

γίνεται σύγχυσις εις την οποίαν λησμονούν τι ήρχισαν να συζητούν, και

αφού υβρισθούν μεταξύ των φεύγουν και με το δάκτυλον οι περισσότεροι

σκουπίζουν τα ιδρωμένα μέτωπά των• εκείνος δε φαίνεται νικητής ο οποίος

ανεδείχθη πλέον φωνακλάς και αδιάντρωπος και φεύγει τελευταίος. Αλλ'

όμως ο πολύς λαός τους σέβεται και τους ακούει, όταν μάλιστα δεν έχει

τίποτε καλλίτερον να κάμη, και το θράσος και ο θόρυβός των φαίνεται ότι

ευχαριστεί τον όχλον. Εγώ όμως απ' αυτά που έβλεπα και ήκουα συνέλαβα

την ιδέαν ότι είνε ασκοί φουσκωμένοι με αλαζονίαν και μου έκανε κακόν

ότι ομοιάζομεν κατά τα γένεια. Εάν δε από τις φωνές και τα λόγια των

εκείνα γίνεται καμμία ωφέλεια εις τον λαόν, δεν γνωρίζω. Αλλ' εάν πρέπει

να είπω την αλήθειαν χωρίς να κρύψω τίποτε — διότι ως βλέπεις κατοικώ

εις μέρος υψηλόν — πολλάκις, έτυχε να ίδω πολλούς από αυτούς αργά το

βράδυ...

ΔΙΚ. Φθάνει, Παν. Δεν σου φαίνεται ότι ήρχισεν ο Ερμής να διαλαλή;

ΠΑΝ. Α, βέβαια.

ΕΡΜ. Ακούσετε, πολίται• σήμερον εβδόμην του μηνός Ελαφηβολιώνος θα

συστήσωμεν δικαστήριον διά να δικάση τας εκκρεμείς δίκας. Όσοι δε έχουν

τοιαύτας υποθέσεις να έλθουν εις τον Άρειον Πάγον, όπου η Δικαιοσύνη θα

κληρώση τους δικαστάς και θα συμπαρεδρεύση. Οι δικασταί θα εκλεγούν εξ

όλων των Αθηναίων, ο μισθός θα είνε τρεις οβολοί και ο αριθμός των

δικαστών ανάλογος προς το δικαζόμενον έγκλημα. Όσοι δε απέθαναν πριν ή

δικασθούν αι αγωγαί των, και αυτούς ας τους στείλη επάνω ο Αιακός. Και

εάν κανείς νομίση ότι εδικάσθη αδίκως, θα δύναται να εφεσιβάλη την

υπόθεσιν και η έφεσις θα γείνη εις τον Δία.

ΠΑΝ. Πωπώ θόρυβος! Τι αναφωνητό είνε αυτό; Κύτταξε πώς τρέχουν και

τραβούν ο ένας τον άλλον προς την ανωφέρειαν του Αρείου Πάγου. Αλλά και

ο Ερμής επιστρέφει• ώστε πηγαίνετε να φροντίσετε διά τας δίκας, να

κληρώσετε τους δικαστάς και να κρίνετε κατά τους νόμους σας, εγώ δε θα

επιστρέψω εις τη σπηλιά μου να παίξω κάποιον σκοπόν ερωτικόν, με τον

οποίον συνειθίζω να πειράζω την Ηχώ. Από λόγους ρητόρων και δικηγόρων

έχω παραχορτάσει, διότι ακούω κάθε μέρα εκείνους που δικάζονται εις τον

Άρειον Πάγον.

ΔΙΚ. Βέβαια, διότι ως βλέπεις, έρχονται σωρηδόν και ως σμήνη σφηκών

βομβούν γύρω εις τον βράχον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Επί τέλους σε συνέλαβα, αχρείε.

ΑΛΛ. Τώρα δε γλυτώνεις.

ΑΛΛ. Θ' αποδείξω τα μεγάλα σου εγκλήματα.

ΑΛΛ. Να προτιμηθή η δική μου υπόθεσις.

ΑΛΛ. Ακολούθει, κακούργε, εις το δικαστήριον.

ΑΛΛ. Μη με πνίξης.

ΔΙΚ. Ξέρεις τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ερμή; Τας μεν άλλας δίκας ν'

αναβάλωμεν δι' αύριον, σήμερον δε να κληρώσωμεν μόνον εκείνας εις τας

οποίας ενάγονται άνθρωποι υπό διαφόρων τεχνών, επιτηδευμάτων ή

επιστημών. Δόσε μου αυτάς τας δικογραφίας.

ΕΡΜ. Η Μέθη κατά της Ακαδημίας περί του Πολέμωνος επί εξανδραποδισμώ.

ΔΙΚ. Κλήρωσε επτά δικαστάς.

ΕΡΜ. Η Στοά κατά της Ηδονής επί αδικία, διότι απεπλάνησε τον εραστήν της

Διονύσιον.

ΔΙΚ. Πέντε είνε αρκετοί.

ΕΡΜ. Η Τρυφή κατά της Αρετής διά τον Αρίστιππον.

ΔΙΚ. Πέντε και τούτους ας τους δικάσουν.

ΕΡΜ. Η Αργυραμοιβική κατά του Διογένους επί δραπετεύσει.

ΔΙΚ. Μόνον τρεις κλήρωσε.

ΕΡΜ. Η Ζωγραφική κατά του Πύρρωνος επί λιποταξία.

ΔΙΚ. Εννέα ας δικάσουν.

ΕΡΜ. Θέλεις, Δικαιοσύνη, να κληρώσωμεν και αυτάς τας δύο αγωγάς αίτινες

προ ολίγου καιρού υπεβλήθησαν εναντίον του ρήτορος;

ΔΙΚ. Ας δικάσωμεν πρώτον τας παλαιάς, αυταί δε θα έλθουν έπειτα.

ΕΡΜ. Και όμως είνε όμοιαι και αυταί, και το αδίκημα αν και δεν είνε

παλαιόν είνε παρόμοιον με τα άλλα τα οποία θα δικαστούν• ώστε ομού με

αυτά πρέπει να δικασθή και τούτο.

ΔΙΚ. Μου φαίνεται, Ερμή, ότι θέλεις να κάμης χάριν εις κάποιον• όμως

αφού το θέλεις ας δικασθούν και αυταί, αλλά μόνον αυταί• διότι όσαι

εκληρώθησαν είνε αρκεταί. Δος μου τας μηνύσεις.

ΕΡΜ. Η Ρητορική κατά του Σύρου επί κακοποιήσει. Ο Διάλογος κατά του

αυτού επί εξυβρίσει. {6}

ΔΙΚ. Και ποίος είνε αυτός; Δεν βλέπω να είνε γραμμένον το όνομά του.

ΕΡΜ. Ας μείνη ούτω, κατά του ρήτορος του Σύρου• η έλλειψις του ονόματος

δεν είνε σπουδαίον εμπόδιον.

ΔΙΚ. Ωραίο αυτό, να κληρώσωμεν εις τας Αθήνας και εις τον Άρειον Πάγον

δίκας ξένας αι οποίαι έπρεπε να δικασθούν πέραν του Ευφράτου. Εν τοσούτω

ας κληρωθούν ένδεκα δικασταί και δια τας δύο αυτάς δίκας.

ΕΡΜ. Εύγε, Δικαιοσύνη, που φροντίζεις να μη γείνουν πολλαί αι δικαστικαί

δαπάναι.

ΔΙΚ. Οι κληρωθέντες να δικάσουν την Ακαδημίαν και την Μέθην ας καθήσουν

πρώτοι• συ δε γέμισε την κλεψύδραν. Τον λόγον έχεις συ πρώτη η Μέθη.

Αλλά διατί σιγείς και αποφεύγεις να ομιλήσης; Πλησίασε, ω Ερμή, να μάθης

τι έχει.

ΕΡΜ. Λέγει ότι δεν δύναται να αναπτύξη την αγωγήν της, διότι ο οίνος

έχει δεσμεύσει την γλώσσαν της και φοβείται μήπως προκαλέση τον γέλωτα

του δικαστηρίου. Βλέπεις δε ότι μόλις στέκεται εις τα πόδια της.

ΔΙΚ. Λοιπόν ας της διορίσωμεν ένα συνήγορον από αυτούς τους δικηγόρους,

από τους οποίους πολλοί είνε έτοιμοι να σκάσουν διά να πάρουν τρεις

οβολούς.

ΕΡΜ. Αλλά κανείς δεν θα θελήση να συνηγορήση εις το φανερόν υπέρ της

Μέθης. Μου φαίνεται όμως ότι εκείνο το οποίον προτείνει η Μέθη είνε

σωστόν.

ΔΙΚ. Τι;

ΕΡΜ. Η Ακαδημία είνε εξησκημένη εις το να υποστηρίζη πάντοτε δύο

αντιθέτους γνώμας. Αυτή λοιπόν, λέγει η Μέθη, ας ομιλήση πρώτον υπέρ

εμού και έπειτα ομιλεί και διά λογαριασμόν της.

ΔΙΚ. Αυτά είνε παράξενα, αλλ' ας είνε. Αφού σου είνε εύκολον, Ακαδημία,

ανάπτυξε και την κατηγορίαν και την υπεράσπισιν.

ΑΚΑΔ. Ακούσετε, άνδρες δικασταί, πρώτον τας αιτιάσεις της Μέθης, αφού

εις αυτήν ανήκει τώρα ο λόγος. Η δυστυχής Μέθη ηδικήθη μεγάλως υπ' εμού

της Ακαδημίας, διότι τον μόνον δούλον τον οποίον είχε πιστόν και

αφοσιωμένον εις αυτήν και ο οποίος ενόμιζεν ότι τίποτε εξ όσων έπραττε

δεν ήτο αισχρόν, της τον αφήρεσα. Εννοεί τον Πολέμωνα εκείνον όστις εν

καιρώ ημέρας διέτρεχε μεθυσμένος την αγοράν, συνοδευόμενος υπό

τραγουδιστριών και άδων από πρωίας έως εσπέρας, αιωνίως μεθύων και

κραιπαλών και στεφανωμένος με άνθη. Και ότι αυτά είνε αληθή μαρτυρούν

όλοι οι Αθηναίοι, οίτινες ουδέποτε είδον τον Πολέμωνα αμέθυστον. Όταν δε

ο δυστυχής ούτος ήλθε και ετραγούδησεν εις τας θύρας της Ακαδημίας, όπως

συνείθιζε να τραγουδή εις τα πρόθυρα όλων, τον ήρπασε και αφού τον

απέσπασε διά της βίας από τας χείρας της Μέθης και τον παρέλαβε πλησίον

της τον ηνάγκασε να πίνη μόνον νερόν, τον εδίδαξε την εγκράτειαν,

απέσπασε τους στεφάνους από την κεφαλήν του και αντί να κατακλίνεται και

να πίνη, του εδίδαξε λόγους σκοτεινούς και ανιαρούς, οι οποίοι κουράζουν

το πνεύμα του με σκέψεις. Ούτω δε αντί του ερυθήματος το οποίον ήνθει

προηγουμένως εις τας παρειάς του, έγινεν ο άθλιος ωχρός και ισχνός το

σώμα. Ελησμόνησεν όλα τα άσματα και νηστικός ενίοτε και διψών κάθηται

μέχρι του μεσονυκτίου και λέγει τας φλυαρίας τας οποίας εγώ η Ακαδημία

διδάσκω. Το δε χειρότερον είνε ότι και κατηγορεί την Μέθην

παρακινούμενος υπ' εμού και πολλά λέγει εναντίον της.{7} Αυτά περίπου θα

είχε να είπη η Μέθη. Τώρα θα απολογηθώ και διά τον εαυτόν μου και από

της στιγμής ταύτης το νερόν της κλεψύδρας ας τρέξη δι' εμέ.

ΔΙΚ. Τι άρά γε έχει ν' απαντήση εις αυτά; Εν τοσούτω χύσε και δι' αυτήν

ίσην ποσότητα νερού.

ΑΚΑΔ. Όσα η συνήγορος είπεν υπέρ της Μέθης, ω άνδρες δικασταί, φαίνονται

πολύ ορθά όπως ελέχθησαν• αλλ' εάν δόσετε ευνοϊκήν ακρόασιν και εις όσα

μέλλω να είπω εγώ, θα πεισθήτε ότι ουδόλως την ηδίκησα. Ο Πολέμων ούτος,

τον οποίον λέγει δούλον της, ήτο εκ φύσεως αγαθός και χωρίς καμμίαν

ροπήν να γείνη μέθυσος, αλλ' εσυγγένευε και ωμοίαζε προς εμέ κατά τον

χαρακτήρα. Αυτή όμως με την συνδρομήν και της Ηδονής, ήτις συνήθως

συνεργάζεται με αυτήν, επρόλαβε και τον ήρπασε όταν ακόμη ήτο νέος και

τρυφερός και τον διέφθειρε τον δυστυχή με νυκτερινάς διασκεδάσεις και

εταίρας, ούτως ώστε έχασε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εντροπήν. Εκείνα τα

οποία προ μικρού ενόμιζεν ότι έλεγεν υπέρ εαυτής, μάλλον υπέρ εμού

πρέπει να τα θεωρήσετε ως λεχθέντα. Τω όντι ο δυστυχής από πρωίας

περιεφέρετο στεφανωμένος και μεθυσμένος μέσα εις την αγοράν,

συνοδευόμενος υπό μουσικής, ουδέποτε συνερχόμενος εκ της μέθης,

τραγουδών ενώπιον των θυρών όλων, γενόμενος ύβρις διά τους προγόνους του

και την πόλιν όλην και αφορμή γέλωτος διά τους ξένους. Όταν λοιπόν ήλθε

προς εμέ, έτυχε να ομιλώ, όπως συνειθίζω να ομιλώ προς τους φίλους μου,

ενώ αι θύραι ήσαν ανοικταί, περί αρετής και σωφροσύνης. Αυτός δε

εμφανισθείς με στεφάνους και αυλούς, κατ' αρχάς εφώναζε και προσεπάθει

να ταράξη την διδασκαλίαν με τον θόρυβον• επειδή δε ουδόλως επροσέξαμεν

εις αυτόν, μετ' ολίγον (διότι δεν ήτο εντελώς μεθυσμένος) ήρχισε να

συνέρχεται και να προσέχη εις τα λεγόμενα• και αφήρεσεν από την κεφαλήν

του τους στεφάνους, διέταξε την αυλητρίδα να σιωπήση και διά το κόκκινον

ένδυμα το οποίον εφόρει εντρέπετο• και ως να εξύπνησε από βαθύν ύπνον,

και την κατάστασίν του έβλεπε και τον παρελθόντα βίον του κατεδίκαζε.

Τότε το ερύθημα της μέθης εξέλιπε από το πρόσωπόν του, εκοκκίνιζε δε από

εντροπήν διά τας πράξεις του και επί τέλους αποδράσας όπως ήτο, ήλθε

προς εμέ, χωρίς ούτε να τον παρακινήσω ούτε να τον εξαναγκάσω, ως αυτή

λέγει, αλλ' εκουσίως, διότι ενόμιζεν ότι πλησίον μου είνε καλλίτερα. Σας

παρακαλώ δε να τον καλέσετε διά να το βεβαιωθήτε πως μετεβλήθη εξ αιτίας

μου. Τον παρέλαβα εις γελοίαν κατάστασιν και μη δυνάμενον να λαλήση ούτε

να σταθή εκ της οινοποσίας, τον επανέφερα εις την φρόνησιν και την

εγκράτειαν και από ουτιδανόν τον έκαμα σεμνόν και σώφρονα και τον

ανέδειξα άξιον πολλής εκτιμήσεως εκ μέρους των Ελλήνων. Και αυτός δε μ'

ευγνωμονεί διά τούτο και οι συγγενείς του. Ταύτα είχα να είπω. Υμείς δε

κρίνετε τώρα με ποίαν εξ ημών των δύο ήτο προτιμότερον εις αυτόν να

συναναστρέφεται.

ΕΡΜ. Λοιπόν μη βραδύνετε, αλλά ψηφοφορήσετε• σηκωθήτε. Έχομεν και άλλους

να εξετάσωμεν.

ΔΙΚ. Η Ακαδημία έλαβεν όλας τας ψήφους εκτός μιας.

ΕΡΜ. Διόλου παράδοξον ότι ευρέθη και ένας με το μέρος της Μέθης.

Καθήσετε τώρα όσοι εκληρώθητε διά να δικάσετε την διένεξιν της Στοάς και

της Ηδονής περί του εραστού. Εχύθη το νερόν. Συ η ζωγραφιστή και

ποικιλόχρωμος έχεις τον λόγον.

ΣΤΟΑ. Δεν αγνοώ, άνδρες δικασταί, ότι η αντίδικός μου έχει το

πλεονέκτημα του κάλλους, βλέπω δε ότι και πολλοί εξ υμών στρέφετε προς

αυτήν τα βλέμματα και της μειδιάτε, εμέ δε καταφρονείτε, διότι έχω την

κόμην σύρριζα κομμένην και το βλέμμα μου είνε αρρενωπόν και φαίνομαι

σκυθρωπή. Αλλ' αν θελήσετε να με ακούσετε, ελπίζω ότι θα είπω πράγματα

δικαιότερα από όσα θα σας είπη αυτή. Την κατηγορώ δε ακριβώς διότι όπως

είνε ως εταίρα καλλωπισμένη και με τα θέλγητρα του προσώπου της

κατώρθωσε να δελεάση τον εραστήν μου Διονύσιον, άνδρα φρόνιμον τότε, και

να μου τον αποσπάση. Η δίκη, ήτις εδικάσθη προ ολίγου μεταξύ Ακαδημίας

και Μέθης, είνε αδελφή της παρούσης. Πρόκειται δηλαδή να εξετασθή αν

πρέπει να ζώμεν ως χοίροι κάτω βλέποντες χωρίς να σκεπτώμεθα τίποτε

ευγενές ούτε υψηλόν, ή να θεωρούμεν το ευχάριστον κατώτερον του ηθικού

και ελεύθεροι ελευθέρως να φιλοσοφούμεν και μήτε τον πόνον ως τι

ακατανίκητον να φοβούμεθα, ούτε το ευχάριστον ως κτήνη να προτιμώμεν και

την ευτυχίαν να ζητούμεν εις το μέλι και τας ισχάδας.{8} Διότι τοιαύτα

δολώματα παρουσιάζει η Ηδονή προς τους ανοήτους και φοβερίζουσα με τον

κόπον, προσελκύει τους περισσοτέρους, μεταξύ δε αυτών έκαμε και τον

ταλαίπωρον εκείνον ν' αποσκιρτήση από ημάς. Και προς τούτο εξέλεξε τον

καιρόν κατά τον οποίον ήτο άρρωστος• διότι ουδέποτε αν ήτο υγιής θα

επείθετο εις τους λόγους εκείνης. Αλλά διατί εγώ ν' αγανακτώ κατ' αυτής,

αφού ούτε τους θεούς σέβεται, αλλά συκοφαντεί την πρόνοιαν αυτών; Ώστε

δίκαιον θα είνε να την καταδικάσετε και επί ασεβεία. Ήκουσα δε ότι ούτε

παρεσκευάσθη διά ν' απολογηθή, αλλ' εκάλεσε τον Επίκουρον διά να ομιλήση

αντ' αυτής. Βλέπετε πώς εμπαίζει το δικαστήριον. Αλλά να την ερωτήσετε

τι θα εγίνοντο ο Ηρακλής και ο συμπολίτης σας Θησεύς εάν πειθόμενοι εις

τας παρακινήσεις της Ηδονής απέφευγον τους κόπους• αναμφιβόλως η γη θα

ήτο πλήρης αδικίας, αν εκείνοι δεν εκοπίαζον. Αυτά μόνον λέγω, διότι δεν

μου αρέσουν οι μακροί λόγοι. Εάν δε θελήση να μου απαντήση εις ολίγας

ερωτήσεις τας οποίας θα της απευθύνω, θα σας αποδείξω αμέσως την

μηδαμινότητά της. Αλλ' ας είνε• τώρα ενθυμούμενοι τον όρκον σας ψηφίσετε

κατά συνείδησιν, χωρίς να πιστεύσετε εις τον Επίκουρον, όστις αρνείται

την πρόνοιαν των θεών διά τα επί της γης συμβαίνοντα.

ΕΡΜ. Αποσύρθητι και τώρα λέγε συ, Επίκουρε, υπέρ της Ηδονής.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ. Δεν θα μακρηγορήσω, άνδρες δικασταί, διότι δεν έχω και

ανάγκην πολλών λόγων. Αλλ' εάν τω όντι η Ηδονή εξηνάγκασε τον Διονύσιον,

τον οποίον η Στοά λέγει εραστήν της, διά μαγειών ή φαρμάκων, να απαρνηθή

την Στοάν, να στραφή δε προς αυτήν, δικαίως πρέπει να θεωρηθή ως μάγισσα

και να καταδικασθή ως αδικούσα, αφού μαγεύει τους ξένους εραστάς. Εάν

όμως κανείς είνε ελεύθερος και ζη εις ελευθέραν πόλιν και χωρίς να

παραβή τους νόμους σιχαθή αυτήν διά την αηδίαν της και νομίση ως

μωρολόγημα εκείνο το οποίον αυτή λέγει, ότι, η ευδαιμονία προέρχεται εκ

των μόχθων• εάν εγκατέλειψε τους σκολιούς και προς λαβυρίνθους

ομοιάζοντας εκείνους λόγους και εδραπέτευσεν ευχαρίστως προς την Ηδονήν,

κόψας ως δεσμά τας πλεκτάνας των λόγων• εάν σκεφθείς ανθρωπίνως και όχι

βλακωδώς, εθεώρησε την κακοπάθειαν, όπως και είνε, κακήν, γλυκείαν δε

την ηδονήν, έπρεπε να τον αποπέμψωμεν ως ναυαγόν πλησιάζοντα εις λιμένα

και επιθυμούντα γαλήνην; Έπρεπε να τον ρίψωμεν εκ νέου εις τους μόχθους

και να τον παραδώσωμεν τον δυστυχή πάλιν εις τας στερήσεις, μάλιστα δε

όταν ως ικέτης προς τον βωμόν του ελέου κατέφυγεν εις την Ηδονήν; Πρέπει

να τον εξαναγκάσωμεν να ανέλθη με ιδρώτα πολύν την πολυθρύλητον

ανωφέρειαν της αρετής και αφού κακοπαθήση καθ' όλον του τον βίον να

ευτυχήση μετά θάνατον; Αλλά ποίος δύναται να κρίνη δικαιότερον από αυτόν

τον Διονύσιον, ο οποίος αφού εγνώρισε τας ιδέας της Στοάς καλλίτερα από

κάθε άλλον και μόνον το καλόν ενόμιζε πριν αγαθόν, ενόησεν έπειτα ότι ο

κόπος ήτο πράγμα κακόν και εκ των δύο δοκιμασθέντων εξέλεξε το

καλλίτερον; Διότι υποθέτω ότι έβλεπε τούτους να διδάσκουν πολλά περί

καρτερίας και ανοχής των κακοπαθειών, ιδιαιτέρως δε να περιποιούνται την

Ηδονήν, να επιδεικνύουν αυστηρότητα με τους λόγους, κατ' οίκον δε να

ζουν κατά τους νόμους της Ηδονής• να εντρέπωνται μεν να φανούν

παραβαίνοντες την αυστηρότητα των αρχών των και προδίδοντες το δόγμα

των, πάσχοντες δε οι ταλαίπωροι το πάθημα του Ταντάλου και, όταν

δύνανται κρυφίως και ασφαλώς να παραβούν τας αρχάς των, απλήστως

γευόμενοι την ηδονήν. Εάς κανείς έδιδεν εις αυτούς τον δακτύλιον του

Γύγου, τον οποίον να φορούν και να γίνωνται αόρατοι, ή τον πίλον του

Πλούτωνος, {9} είμαι βέβαιος ότι θα εγκατέλιπον ευχαρίστως τας

κακοπαθείας και θα έτρεχον προς την Ηδονήν, μιμούμενοι όλοι τον

Διονύσιον, ο οποίος μέχρις ου ασθενήση ήλπιζεν ότι θα τον ωφέλουν αι

περί της καρτερίας διδασκαλίαι• αλλ' όταν ησθένησε και κατελήφθη υπό

αλγηδόνων και ησθάνθη την πραγματικότητα του πόνου, είδεν ότι το σώμα

του είχεν εναντίας προς την Στοάν φιλοσοφικάς γνώμας και δόγματα και εις

αυτό μάλλον παρά εις τους Στωικούς επίστευσε και ενόησεν ότι ήτο

άνθρωπος και είχεν ανθρώπινον σώμα. Έκτοτε δε έπαυσε να το

μεταχειρίζεται ως ανδριάντα, {10} πιστεύων ότι εκείνος ο οποίος

κατηγορεί την ηδονήν και επαινεί τας κακοπαθείας,

λόγοισι χαίρει, τον δε νουν εκείσ' έχει.{11}

Ετελείωσα• υμείς δε τώρα αποφασίσετε.

ΣΤΟΑ. Όχι ακόμη, αλλ' επιτρέψατε να του απευθύνω ολίγας ερωτήσεις.

ΕΠΙΚ. Ερώτησε και θ' απαντήσω.

ΣΤΟΑ. Νομίζεις ότι η σκληραγωγία είνε τι κακόν;

ΕΠΙΚ. Μάλιστα.

ΣΤΟΑ. Η ηδονή δε καλόν;

ΕΠΙΚ. Βεβαίως.

ΣΤΟΑ. Και πώς; Γνωρίζεις τι είνε διάφορον και αδιάφορον και προηγμένον

και αποπροηγμένον; {12}

ΕΠΙΚ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Άκουσε, Στοά• οι δικασταί λέγουν ότι δεν εννοούν αυτά τα

λεπτολογήματα, ώστε παύσετε, διότι θα ψηφοφορήσουν.

ΣΤΟΑ. Θα ήμουν βεβαία περί της νίκης, εάν με άφιναν να τον ερωτήσω περί

του τρίτου σχήματος των αναποδείκτων. {13}

ΔΙΚ. Ποιος εκέρδισε;

ΕΡΜ. Η Ηδονή παμψηφεί.

ΣΤΟΑ. Κάνω έφεσιν εις τον Δία.

ΔΙΚ. Σου εύχομαι επιτυχίαν. Συ δε, Ερμή, κάλεσε άλλους.

ΕΡΜ. Η Αρετή κατά της Τρυφής διά τον Αρίστιππον. Και αυτός ο Αρίστιππος

ας έλθη.

ΑΡΕΤΗ. Πρέπει να ομιλήσω πρώτη εγώ, διότι εις εμέ ανήκει ο Αρίστιππος,

ως φαίνεται από τους λόγους και τα έργα του.

ΤΡΥΦΗ. Όχι, εγώ• διότι εις εμέ ανήκει ο άνθρωπος, ως φαίνεται από τους

στεφάνους, το κόκκινον ένδυμα και τα αρώματα.

ΔΙΚ. Άδικα φιλονικείτε, διότι η δίκη σας θα αναβληθή έως ου ο Ζευς

εκδώση την απόφασίν του περί του Διονυσίου. Η υπόθεσίς σας είνε ομοία με

εκείνην, ώστε, εάν η Ηδονή κερδίση, και ο Αρίστιππος θα παραχωρηθή εις

την Τρυφήν• εάν δε νικήση η Στοά, και ο Αρίστιππος θα επιδικασθή εις την

Αρετήν. Ώστε άλλοι ας έλθουν. Και να μη δοθή αμοιβή εις τους κληρωθέντας

διά την αναβληθείσαν υπόθεσιν, αφού έμεινεν αδίκαστος.

ΕΡΜ. Εις μάτην λοιπόν έκαμαν τον κόπον άνθρωποι γέροντες ν' αναβούν τόσω

μεγάλον ανήφορον;

ΔΙΚ. θα είνε αρκετόν να λάβουν το τρίτον της αμοιβής. Πηγαίνετε τώρα και

μη θυμώνετε• θα δικάσετε και πάλιν.

ΕΡΜ. Καιρός να έλθη ο Διογένης ο Σινωπεύς και συ η Αργυραμοιβική έχεις

τον λόγον.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Αν δεν παύση να μ' ενοχλή αυτή, θα δικασθώ όχι πλέον δι'

απόδρασιν, αλλά διά μεγάλα και βαρέα τραύματα• θα την αρχίσω αμέσως τώρα

στο ξύλο.

ΔΙΚ. Τ' είν' αυτά; Έφυγεν η Αργυραμοιβική και ο Διογένης την καταδιώκει

με την βακτηρίαν υψωμένην. Άσχημα την έχει η δυστυχής. Τον Πύρρωνα

κάλεσε.

ΕΡΜ. Η Ζωγραφική είνε εδώ, αλλ' ο Πύρρων δεν ήλθε καθόλου και ήτο

επόμενον.

ΔΙΚ. Διατί ήτο επόμενον;

ΕΡΜ. Διότι δεν παραδέχεται ως αληθή καμμίαν κρίσιν.

ΔΙΚ. Λοιπόν ας δικασθή ερήμην και ας καταδικασθή. Τώρα κάλεσε τον Σύρον

λογογράφον, μολονότι αι αγωγαί, αι οποίαι έχουν δοθή εναντίον του, είνε

ολίγου καιρού και δεν ήτο καμμία ανάγκη να δικασθούν τώρα• αλλ' αφού

απεφασίσθη, εισάγαγε πρώτον την δίκην της Ρητορικής. Μπα! πόσοι ήλθαν

διά ν' ακούσουν την συζήτησιν.

ΕΡΜ. Τούτο ήτο επόμενον, επειδή η υπόθεσις δεν είνε παλαιά, αλλά νέα και

πρωτοφανής, διότι χθες μόλις, ως είπες, εδόθη η αγωγή, και η ελπίς ν'

ακούσουν την Ρητορικήν και τον Διάλογον ν' αναπτύσσουν την κατηγορίαν

έκαστος ιδιαιτέρως, ν' απολογήται δε και προς τους δύο ο Σύρος,

προσείλκυσε πολλούς εις το ακροατήριον. Αλλά τέλος πάντων άρχισε,

Ρητορική.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ. Εν πρώτοις, ω άνδρες Αθηναίοι,{14} εύχομαι εις τους θεούς

όλους και τας θεάς, όσην αγάπην τρέφω προς την πόλιν και προς όλους

υμάς, άλλην τόσην να εύρω εκ μέρους σας εις τον προκείμενον αγώνα•

έπειτα δε θα τους παρακαλέσω να σας οδηγήσουν, όπως είνε και δίκαιον, να

μη επιτρέψετε εις τον αντίδικον να με διακόπτη, αλλά να με αφήση ν'

αναπτύξω την κατηγορίαν όπως θέλω και όπως την έχω κατά νουν. Διότι δεν

δύναμαι να σκέπτωμαι τα αυτά, {15} όταν αποβλέπω εις όσα έχω πάθει παρ'

αυτού και συγχρόνως εις τους λόγους τους οποίους θ' ακούω. Ως θα ίδετε,

οι λόγοι τους οποίους θα σας είπη θα είνε ομοιότατοι προς τους ιδικούς

μου, η διαγωγή του όμως είνε τοιαύτη, ώστε πρέπει να λάβω μέτρα διά να

μη πάθω χειρότερα. Αλλά διά να μη μακρηγορώ εις το προοίμιον και το ύδωρ

της κλεψύδρας να χύνεται εις μάτην, αρχίζω την κατηγορίαν. Εγώ λοιπόν, ω

άνδρες δικασταί, εύρον τον αντίδικον τούτον πολύ μικρόν την ηλικίαν,

βάρβαρον έτι κατά την γλώσσαν και σχεδόν ενδεδυμένον κατά τον Ασσυριακόν

τρόπον με κάνδυν. Επλανάτο εις την Ιωνίαν και δεν εγνώριζε εις τι να

επιδοθή, εγώ δε παραλαβούσα αυτόν τον εσπούδασα• και επειδή μου εφαίνετο

ευμαθής και αφοσιωμένος εις εμέ—διότι ακόμη ήτο συνεσταλμένος και μ'

επεριποιείτο και μόνην εμέ εθαύμαζε—αφήκα τους άλλους οίτινες με

επεζήτουν και οι οποίοι ήσαν πλούσιοι και ευγενούς καταγωγής και

παρεδόθην εις τον αχάριστον τούτον, καίτοι πτωχόν και αφανή και

νεώτατον, και προίκα του έδωκα όχι μικράν πολλούς και θαυμασίους λόγους.

Έπειτα τον κατέταξα εις τους ομοφύλους μου, τον ενέγραψα μεταξύ αυτών

και τον έκαμα αστόν. Τούτο δε βλέποντες όσοι είχον αποτύχει εις την

εύνοιάν μου επνίγοντο υπό του πείσματος. Και όταν ηθέλησε να ταξειδεύση

και επιδείξη την εκ του γάμου ευτυχίαν του, ούτε τότε τον εγκατέλειψα,

αλλά πανταχού τον ηκολούθουν, άνω και κάτω περιαγομένη υπ' αυτού και διά

των φροντίδων μου να τον στολίζω και να τον οδηγώ συνετέλουν εις το να

γίνεται ένδοξος και εξακουστός. Και όσα μεν έπραξα υπέρ αυτού εις την

Ελλάδα και την Ιωνίαν είνε ίσως μικρά• και εις την Ιταλίαν δε όταν

ηθέλησε να ταξειδεύση, διέπλευσα μετ' αυτού το Ιόνιον πέλαγος και

τελευταίον τον συνώδευσα μέχρι της Κελτικής, όπου έγεινα αφορμή να

κερδίση πολλά. Επί πολύν καιρόν μου ήτο πιστός και με ηγάπα, χωρίς

καμμίαν νύκτα να λείψη από την κατοικίαν μας. Αλλ' όταν αρκετά εχόρτασε

και ενόμισεν ότι εξησφάλισε την δόξαν του, υπερηφανεύθη και ήρχισε να

έχη υπερβολικήν ιδέαν περί του υποκειμένου του• τότε δε με παρημέλησε ή

μάλλον εντελώς με εγκατέλειψε και ηγάπησε τον γενειοφόρον Διάλογον τον

ένεκα της μορφής του ονομαζόμενον υιόν της Φιλοσοφίας• και τον ηγάπησε

με πολύν έρωτα, καίτοι πρεσβύτερον αυτού, και με αυτόν συζεί• και δεν

εντρέπεται διότι εστένευσε την ελευθερίαν και την άνεσιν του ιδικού μου

ύφους και περιωρίσθη εις μικράς και κωμικάς ερωτήσεις, αντί δε να λέγη

ό,τι θέλει μεγαλοφώνως, συμπλέκει και συλλαβίζει μικράς τινας φράσεις

διά τας οποίας δεν υπάρχει ελπίς να δρέψη πολυφώνους επευφημίας ή

χειροκροτήματα, αλλά μόνον το μειδίαμα των ακροατών, χειρονομίαν μικράν

ή νεύμα επιδοκιμαστικόν ή στεναγμόν διά τα λεγόμενα. Ιδού τι επροτίμησε

και περιεφρόνησεν εμέ. Λέγουν δε ότι ούτε με τον νέον του φίλον ζη

ομαλώς, αλλά και προς αυτόν φέρεται υβριστικώς. Δεν είνε λοιπόν

αχάριστος και ένοχος κατά τους νόμους περί κακώσεως, αυτός ο οποίος την

νόμιμον σύζυγόν του, παρά της οποίας τόσα έλαβε και εξ αιτίας της οποίας

έγεινεν ένδοξος, τόσον ατίμως εγκατέλειψε και επεθύμησε νέους έρωτας,

και αυτά εις εποχήν καθ' ήν μόνον εμέ θαυμάζουν όλοι και καυχώνται ότι

με έχουν προστάτιδα; Αλλ' εγώ, ενώ τόσοι με επιζητούν και κτυπούν την

θύραν μου και με καλούν μεγαλοφώνως με το όνομά μου, αντέχω εις τον

πειρασμόν και ούτε ανοίγω ούτε θέλω να δίδω προσοχήν εις τους λόγους των

διότι βλέπω ότι δεν φέρουν τίποτε περισσότερον από τον κενόν θόρυβον της

φωνής. Ούτος δε ουδέ μετά τοιαύτην αφοσίωσιν επανέρχεται προς εμέ, αλλ'

είνε προσηλωμένος εις τον ερώμενον. Και τι, θεέ μου, ελπίζει από αυτόν,

όστις δεν έχει τίποτε περισσότερον από το φιλοσοφικόν ένδυμα το οποίον

φορεί; Τελειώνω εδώ, άνδρες δικασταί, και σας παρακαλώ εάν ο αντίδικος

θελήση να απολογηθή κατά τον ιδικόν μου τρόπον, να μη του το επιτρέψετε

— διότι θα είνε αχαριστία να μεταχειρισθή εναντίον μου την ιδικήν μου

μάχαιραν — αλλά κατά τον τρόπον του φίλου του Διαλόγου ν' απολογηθή, εάν

δύναται.

ΕΡΜ. Αυτό είναι αδύνατον• δεν πρέπει μόνον αυτός να απολογηθή κατά το

ύφος του Διαλόγου, αλλά λόγον ας εκφωνήση και αυτός.

ΣΥΡΟΣ. Αφού, ω άνδρες δικασταί, η αντίδικος δεν θέλει να μου επιτρέψη να

μεταχειρισθώ λόγον μακρόν, καθότι παρ' αυτής εδιδάχθην να ομιλώ, δεν θα

σας είπω πολλά• αλλ' αφού ανασκευάσω τα κυριώτερα της κατηγορίας, θα σας

αφήσω να κρίνετε περί όλων υμείς. Πάντα όσα σας αφηγήθη περί εμού είνε

αληθή• διότι τωόντι με εξεπαίδευσε και συνεταξείδευσε μετ' εμού και εις

τους Ελληνας με κατέταξε και κατά τούτο τουλάχιστον γνωρίζω χάριν εις

τον γάμον. Αλλ' ακούσατε τώρα και τα αίτια διά τα οποία την εγκατέλειψα

και απέκλινα προς τον Διάλογον και μη υποθέσετε ότι εξ ανάγκης και

συμφέροντος ψεύδομαι. Επειδή την έβλεπα ότι έπαυσε να σωφρονή και να

διατηρή το σεμνόν ήθος, το οποίον είχε όταν εκείνος ο Παιανιεύς {16} την

ενυμφεύθη, και εστολίζετο και την κόμην της εκτένιζεν ως εταίρα και

εψιμυθίωνε το πρόσωπόν της και υπέβαφε τους οφθαλμούς, ήρχισα να την

υποπτεύω και την κατεσκόπευα διά ν' ανακαλύψω τας απιστίας της. Καθ'

εκάστην δε νύκτα ο δρόμος μας εγέμιζεν από μεθυσμένους εραστάς, οίτινες

ήρχοντο να της τραγουδούν και έκρουον την θύραν μας, τινές δε και χωρίς

συστολήν και φόβον εισώρμων εις την οικίαν μας. Και αυτή εγέλα και

ηυχαριστείτο με τα συμβαίνοντα• πολλάκις δε ή επρόβαλλεν από τον

ηλιακωτόν και ήκουε τους εραστάς άδοντας με βραχνήν φωνήν άσματα άσεμνα

ή και ημιανοίγουσα τας θύρας και νομίζουσα ότι διέφευγε την προσοχήν

μου, παρεδίδετο εις τας ασελγείς αυτών επιθυμίας και εμοιχεύετο παρ'

αυτών. Εγώ δε μη υποφέρων ταύτα, δεν ηθέλησα μεν να την καταγγείλω επί

μοιχεία, αλλά κατέφυγα εις τον Διάλογον, τον οποίον είχα γείτονα και τον

παρεκάλεσα να με δεχθή πλησίον του.

Αυτά είνε τα μεγάλα αδικήματα τα οποία έπραξα εγώ εναντίον της

Ρητορικής. Αλλά και αν δεν είχα καμμίαν τοιαύτην αφορμήν εναντίον της θα

ήμουν δικαιολογημένος, αφού είμαι σχεδόν τεσσαρακοντούτης, ν' απαλλαγώ

από τον θόρυβον και τας δίκας και ν' αφήσω τους δικαστάς ησύχους, να

παύσω τας κατηγορίας εναντίον των τυράννων και τα εγκώμια των

ανδραγαθούντων και ν' αποσυρθώ εις την Ακαδημίαν ή το Λύκειον, να

συμπεριπατώ με τον καλόν τούτον Διάλογον και να συνδιαλέγωμαι ησύχως

μετ' αυτού χωρίς να έχωμεν ανάγκην επευφημιών και χειροκροτημάτων.

Καίτοι έχω να είπω πολλά ακόμη, παύω• σεις δε ψηφίσατε κατά τον όρκον

σας.

ΔΙΚ. Ποίος εκέρδισε;

ΕΡΜ. Παμψηφεί ο Σύρος, πλην μιας ψήφου.

ΔΙΚ. Κάποιος ρήτωρ θα είνε αυτός ο οποίος κατεψήφισε. Τώρα ο Διάλογος

ας ομιλήση περί της αυτής υποθέσεως. Σεις δε οι δικασταί μείνατε και θα

λάβετε διπλασίαν αμοιβήν διά τας δύο δίκας.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Εγώ, ω άνδρες δικασταί, δεν ήθελα να σας απευθύνω μακρούς

λόγους, αλλά να σας ομιλήσω διά βραχειών φράσεων όπως συνειθίζω. Αλλ'

αφού άλλως ορίζουν τα έθιμα των δικαστηρίων, θα αναπτύξω ούτω την

κατηγορίαν, καίτοι είμαι εντελώς άπειρος και άτεχνος εις αυτό το είδος

του λόγου. Τούτο δε ας θεωρηθή και ως προοίμιον της προς υμάς αγορεύσεώς

μου. Τα αδικήματα και αι ύβρεις τας οποίας έχω υποστή παρά του αντιδίκου

είνε τα ακόλουθα• ενώ πριν ήμουν σοβαρός και συνεζήτουν περί θεών, περί

φύσεως και περί κινήσεως του σύμπαντος και αεροβάτουν υψηλά, υπεράνω των

νεφών, εκεί όπου ο μέγας Ζευς φέρεται εις τον ουρανόν καθήμενος επί

πτερωτού άρματος, αυτός από τον ουρανόν με έσυρε κάτω, μου συνέτριψε τα

πτερά και μ' έφερεν εις το αυτό επίπεδον με τον όχλον. Μου αφήρεσε το

σοβαρόν και σεμνόν προσωπείον το οποίον εφόρουν και μου εφόρεσεν άλλο

κωμικόν και σατυρικόν και σχεδόν γελοίον. Έπειτα συνδυάσας το σκώμμα,

τον ίαμβον και τον κυνισμόν, τον Εύπολιν και τον Αριστοφάνην, έργον

έχοντας να διακωμωδούν τα σεμνά και να χλευάζουν τα ορθά, τους

συγκατέκλεισε μετ' εμού. Επί τέλους δε ανακαλύψας και κάποιον Μένιππον

εκ των παλαιών κυνικών, κύνα αληθινόν, πολύ γαυγιστήν, άγριον και

ύπουλον συγχρόνως, καθ' όσον εγέλα και εδάγκωνε, τον έκαμε και τούτον

σύντροφόν μου. Πώς λοιπόν να μη τον κατηγορώ ότι με εξύβρισε κατά τρόπον

ανυπόφορον, αφού με ηνάγκασε να εξέλθω εκ των συνηθειών μου και με έκαμε

κωμικόν και γελωτοποιόν, αναγκάζων με να υποκρίνωμαι υποθέσεις

αλλοκότους; Το δε μεγαλείτερον εξ όλων των αδικημάτων τα οποία μου

έκαμε, είνε ότι με έφερεν εις μίαν αμφίβολον κατάστασιν, και ούτε πεζός

είμαι, ούτε επί των μέτρων ιππεύω, αλλ' ως ιπποκένταυρος κάμνω εντύπωσιν

τέρατος συνθέτου και παραδόξου.

ΕΡΜ. Τι θ' απαντήσσης λοιπόν εις αυτά, Σύρε; ΣΥΡ. Ο αγών τον οποίον

αγωνίζομαι ενώπιόν σας, ω άνδρες δικασταί, είνε δι' εμέ απροσδόκητος•

διότι τα πάντα ηδυνάμην να περιμένω, αλλ' όχι και ν' ακούσω τον Διάλογον

να είπη τοιαύτα περί εμού. Εγώ τον παρέλαβα καθ' ον χρόνον εφαίνετο εις

τους πολλούς σκυθρωπός και υπό των πολλών και συνεχών ερωτήσεων

απεξηραμένος• και διά τούτο εθεωρείτο μεν σεβάσμιος αλλά και ουδόλως

ευχάριστος και ουδεμίαν χάριν είχε διά ν' αρέση εις τους πολλούς. Και

πρώτον τον συνείθισα να βαδίζη επί της γης κατά τον ανθρώπινον τρόπον,

έπειτα δε αφού του απέπλυνα τον πολύν του ρύπον και τον ηνάγκασα να

μειδιά, τον κατέστησα πλέον ευχάριστον την όψιν. Εκτός τούτου του έδωκα

σύντροφον την κωμωδίαν και ούτω τον έκαμα πλέον αγαπητόν εις τους

ακροατάς, οίτινες προηγουμένως εφοβούντο τας ακάνθας του και τον

απέφευγον, όπως αποφεύγουν να πιάσουν εχίνον. Αλλ' εγώ γνωρίζω διατί προ

πάντων λυπείται διά την μεταβολήν διότι δεν κάθημαι να μικρολογώ μετ'

αυτού περί διαφόρων αφηρημένων λεπτολογιών, ως λόγου χάριν αν η ψυχή

είνε αθάνατος{17}, πόσας κοτύλας{18} της ύλης, ήτις δεν είνε επιδεκτική

αναμίξεως και διατηρείται πάντοτε εις την αυτήν κατάστασιν, έχυσεν ο

θεός εις τον κρατήρα, εις τον οποίον ανέμιξε πάντα τα στοιχεία όταν

κατεσκεύασε τον κόσμον {19}, και αν η ρητορική είνε εικών μέρους της

πολιτικής και της κολακείας το τέταρτον{20}. Διότι του αρέσει, δεν

γνωρίζω διατί, να λεπτολογή περί των τοιούτων, όπως οι ευχαριστούμενοι

να ξύουν την ψώραν των. Η ασχολία αύτη του φαίνεται ευχάριστος και

υπερηφανεύεται αν λέγεται ότι δεν είνε εύκολον εις τον καθένα να εννοή

όπως αυτός τας ιδέας. {21} Αυτά λοιπόν απαιτεί και παρ' εμού και ζητεί

τα πτερά τα οποία είχεν άλλοτε και προς τα επάνω παρατηρεί και τα προ

των ποδών του δεν βλέπει. Διά τα άλλα δεν πιστεύω να δύναται να με

κατηγορήση, διότι και το ελληνικόν του ένδυμα δεν του αφήρεσα διά να τον

ενδύσω βαρβαρικόν, ενώ θεωρούμαι βάρβαρος. Αν έπραττα τίποτε τοιούτον

και του έκλεπτα το εθνικόν του ένδυμα, δικαίως θα ηδύνατο να με

κατηγορήση ως αδικούντα και παρανομούντα. Απελογήθην όπως ηδυνάμην•

υμείς δε ψηφίσετε όπως και προηγουμένως.

ΕΡΜ. Περίεργον, και τώρα έλαβες και τας δέκα ψήφους• εκείνος δε ο οποίος

προηγουμένως σε κατεψήφισε και πάλιν έδωκε καταδικαστικήν ψήφον.

Φαίνεται ότι το έχει συνήθειαν και δεν θα παύση να καταψηφίζη πάντα τον

οποίον θεωρεί καλλίτερόν του {22}. Και τώρα σεις οι δικασταί πηγαίνετε

εις το καλόν, αύριον δε θα δικάσωμεν τας λοιπάς δίκας.

ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥ

Ότι η παρασιτική είνε τέχνη

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δεν μου εξηγείς, Σίμων, διατί ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι,

ελεύθεροι και δούλοι, γνωρίζουν έκαστος μίαν τέχνην διά της οποίας και

εις τους εαυτούς των και εις τους άλλους γίνονται χρήσιμοι, συ δεν έχεις

κανέν έργον διά του οποίου να γίνεσαι ωφέλιμος εις τον εαυτόν σου ή εις

τους άλλους;

ΠΑΡΑΣΙΤΟΣ. Δεν εννοώ, Τυχιάδη, τι θέλεις να πης με αυτήν την ερώτησιν

και προσπάθησε να εξηγηθής σαφέστερα.

ΤΥΧ. Γνωρίζεις καμμίαν τέχνην, ως παραδείγματος χάριν μουσικήν;

ΠΑΡ. Όχι.

ΤΥΧ. Μήπως ιατρικήν;

ΠΑΡ. Ούτε αυτήν.

ΤΥΧ. Γεωμετρίαν;

ΠΑΡ. Καθόλου.

ΤΥΧ. Μήπως γνωρίζεις ρητορικήν: Διά την φιλοσοφίαν δεν σ' ερωτώ διότι

είσαι μακράν αυτής όσον και η κακία.

ΠΑΡ. Και ακόμη περισσότερον αν είνε δυνατόν ώστε μη νομίσης ότι θα

εντραπώ αν με κατηγορήσης δι'αυτήν την άγνοιαν, διότι ομολογώ και

αναγνωρίζω ότι είμαι κακός και χειρότερος αφ' όσον δύνασαι να φαντασθής.

ΤΥΧ. Καλά. Αυτάς τας επιστήμας δεν ηδυνήθης ίσως να μάθης ένεκα της

δυσκολίας των• αλλά μήπως γνωρίζεις καμμίαν από τας λαϊκάς τέχνας, την

κτιστικήν λόγου χάριν ή την υποδηματοποιίαν; Διότι δεν είσαι τόσον

εύπορος ώστε ουδέ τοιούτου τινός επαγγέλματος να μη έχης ανάγκην.

ΠΑΡ. Καλά λέγεις, Τυχιάδη, αλλ' ουδ' από αυτάς τας τέχνας γνωρίζω

καμμίαν.

ΤΥΧ. Ποίαν λοιπόν άλλην τέχνην γνωρίζεις;

ΠΑΡ. Ποίαν; Γνωρίζω, μίαν την οποίαν εγώ θεωρώ από τας ευγενεστέρας και

την οποίαν άμα ακούσης πιστεύω ότι θα επαινέσης. Εις την πρακτικήν της

τουλάχιστον εξάσκησιν έχω την ιδέαν ότι είμαι τέλειος• αλλ' ίσως θα

δυσκολευθώ να σου αναπτύξω την θεωρίαν της.

ΤΥΧ. Ποίαν εννοείς;

ΠΑΡ. Δεν έχω ακόμη παρασκευασθή αρκετά διά να συζητώ περί της τέχνης μου

επιστημονικώς. Ώστε αρκεί ότι έμαθες ότι γνωρίζω μίαν τέχνην διά να μη

με κατηγορείς διά τούτο• ποία δε είνε αυτή θα το μάθης άλλην φοράν.

ΤΥΧ. Δεν δύναμαι να περιμένω.

ΠΑΡ. Το είδος της τέχνης θα σου φανή ίσως παράδοξον.

ΤΥΧ. Ακριβώς διά τούτο έχω περιέργειαν να την ακούσω.

ΠΑΡ. Άλλην φοράν, Τυχιάδη.

ΤΥΧ. Όχι τώρα να μου πης, εκτός αν εντρέπεσαι διά το επάγγελμά σου.

ΠΑΡ. Η παρασιτική.

ΤΥΧ. Και δύναται κανείς, εκτός αν είνε τρελλός, να την ονομάση τέχνην

αυτήν;

ΠΑΡ. Γιατί όχι; Εάν δε σου φαίνωμαι παράφρων, ν' αποδώσης εις την

παραφροσύνην το ότι δεν γνωρίζω καμμίαν άλλην τέχνην και να μη με

κατηγορής δι' αυτό. Διότι λέγουν ότι η θεότης αύτη ναι μεν

κακομεταχειρίζεται εκείνους τους οποίους κατέχει, αλλ' ως διδάσκαλος ή

παιδαγωγός, αναλαμβάνει την ευθύνην των κακών τα οποία πράττουν.

ΤΥΧ. Λοιπόν, Σίμων, η παρασιτική είνε τέχνη;

ΠΑΡ. Τέχνη βέβαια και δημιουργός της είμαι εγώ.

ΤΥΧ. Είσαι λοιπόν παράσιτος;

ΠΑΡ. Το ομολογώ χωρίς εντροπήν.

ΤΥΧ. Και δεν εντρέπεσαι να ομολογής ότι είσαι παράσιτος;

ΠΑΡ. Καθόλου. Θα εντρεπόμην αν δεν το ωμολόγουν.

ΤΥΧ. Ώστε, όταν θέλωμεν να σε γνωρίσωμεν εις κανένα εξ εκείνων οίτινες

δεν σε γνωρίζουν, πρέπει να σε είπωμεν παράσιτον;

ΠΑΡ. Πολύ μάλλον πρέπει να λέγεται περί εμού τούτο παρά ότι ο Φειδίας

ήτο αγαλματοποιός• διότι υπερηφανεύομαι διά την τέχνην μου όχι

ολιγώτερον παρ' όσον ο Φειδίας διά τον Δία του.

ΤΥΧ. Μου έρχεται να ξεκαρδισθώ όταν σκέπτωμαι κάτι τι.

ΠΑΡ. Τι;

ΤΥΧ. Εάν όταν σου γράφωμεν, πρέπει ν' αρχίζωμεν την επιστολήν, όπως

συνειθίζεται, με την επιγραφήν «Προς τον Σίμωνα τον παράσιτον».

ΠΑΡ. Θα μευχαριστήσης ούτω περισσότερον παρά τον Δίωνα αν τον γράψης

φιλόσοφον.

ΤΥΧ. Τέλος πάντων πώς ευχαριστείσαι να σε αποκαλούν ουδόλως ή ολίγον με

μέλει• αλλά σκέψου και το άλλο άτοπον το οποίον θα συμβή.

ΠΑΡ. Ποίον άτοπον;

ΤΥΧ. Εάν κατατάξωμεν εις τας άλλας τέχνας την παρασιτικήν, όταν ερωτώμεν

διά μίαν τέχνην ποίου είδους είνε θα λέγωμεν, όπως η γραμματική, η

ιατρική, και η παρασιτική.

ΠΑΡ. Εγώ λοιπόν, Τυχιάδη, αυτήν θεωρώ τέχνην περισσότερον από κάθε άλλην

και αν έχης όρεξιν να με ακούσης, θα σου εξηγήσω την γνώμην μου,

μολονότι, ως προ ολίγου σου είπα, δεν είμαι καθόλου δι' αυτό

παρεσκευασμένος.

ΤΥΧ. Αδιάφορον, όσον ολίγα και αν είπης, θα είνε αρκετά, αρκεί να είνε

αληθινά.

ΠΑΡ. Λοιπόν αφού θέλεις, ας εξετάσωμεν κατά πρώτον τι είνε εν γένει

τέχνη• ούτω δε θα φθάσωμεν εις τα ιδιαίτερα είδη, των τεχνών, διά να

ίδωμεν εάν η παρασιτική ορθώς δύναται να συγκαταλεχθή εις αυτάς.

ΤΥΧ. Λοιπόν, λέγε τι είνε τέχνη. Βεβαίως γνωρίζεις.

ΠΑΡ. Βεβαίως.

ΤΥΧ. Αφού το ξέρεις λοιπόν, λέγε.

ΠΑΡ. Τέχνη είνε, κατά τον ορισμόν τον οποίον έχω ακούσει από ένα σοφόν,

άθροισμα γνώσεων αι οποίαι τείνουν προς ένα σκοπόν ωφέλιμον διά τον

βίον.

ΤΥΧ. Ο ορισμός είνε ορθός και καλά τον ενθυμείσαι.

ΠΑΡ. Εάν λοιπόν έχη όλα αυτά η παρασιτική, τι άλλο δύναται να είνε παρά

τέχνη;

ΤΥΧ. Τέχνη βέβαια αν συντρέχουν αυτά.

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος · 第 1 / 11 段