ω σεις δυνάμεις μυστικά μέσα 'ς την γην κρυμμέναι,
φυτρώστε με το δάκρυ μου, ανακουφίσετέ μου
αυτού του γέρου του καλού τα πάθη. — Εύρετέ τον
μη τύχη κ' εις την τρέλλαν του θελήση ν' αφανίση
την ύπαρξίν του, που ο νους δεν διευθύνει πλέον.
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ (εισερχόμένος)
Το στράτευμα των Βρεττανών προς τα εδώ προβαίνει,
κυρία.
ΚΟΡΔ. Το εγνώριζα και είμ' ετοιμασμένη
να τους δεχθώ! — Πατέρα μου, εδώ αν είμαι τώρα,
το άδικον που σ' έγινε μ' εκίνησε να έλθω.
Ο άνδρας μου, ο βασιλεύς ο κραταιός των Γάλλων,
ελέησε τα δάκρυα και την βαθειάν μου λύπην.
Δεν τα κινεί τα όπλα μας το φούσκωμα της δόξης·
αγάπη μόνον τα κινεί, αληθινή αγάπη,
αγάπη, και τα δίκαια του γέροντος πατρός μας!
Ν' αξιωθώ να τον ιδώ, ν' ακούσω την φωνήν του!
(Εξέρχονται)
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ.
(Εισέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).
ΡΕΓ. Ώστ' εξεστράτευσε λοιπόν ο δούκας;
ΟΣΒ. Ναι, κυρία.
ΡΕΓ. Κ' επήγε εις τον πόλεμον κι' ο ίδιος;
ΟΣΒ. Ναι, κυρία.
αλλ' όμως χωρίς όρεξιν. Η αδελφή σου είναι
ο άνδρας ο αληθινός!
ΡΕΓ. Προτού αναχωρήση
μαζί του δεν ωμίλησε διόλου ο Εδμόνδος;
ΟΣΒ. Όχι, κυρία μου.
ΡΕΓ. Αλλά, τι άραγε να γράφη
η αδελφή μου εις αυτό το γράμμα 'ς τον Εδμόνδον; (49)
ΟΣΒ. Δεν 'ξεύρω.
ΡΕΓ. Έφυγε απ' εδώ διά σπουδαίους λόγους.
Αφού τον απετύφλωσαν τον Γλόστερ, ήτο λάθος
να τον αφήσουν και να ζη. Όπου κι' αν 'πάγη τώρα,
λυπούνται όσοι τον ιδούν κι' οργίζονται μαζί μας.
Του δε Εδμόνδου ο σκοπός, εάν δεν σφάλλω, είναι
'ς τον άθλιον πατέρα του να δείξη ευσπλαγχνίαν,
κι' από την μαύρην του ζωήν να τον ελευθερώση.
Προς τούτοις θέλει να ιδή το στράτευμα του Γάλλου.
ΟΣΒ. Τρέχω κατόπιν του λοιπόν, το γράμμα να του δώσω.
ΡΕΓ. Το στράτευμά μας αύριον θα ξεκινήση. Μείνε·
μη φύγης. Επικίνδυνοι κατήντησαν οι δρόμοι.
ΟΣΒ. Δεν ημπορώ. Την προσταγήν να εκτελέσω πρέπει
που μ' έδωσ' η κυρία μου.
ΡΕΓ. Τι θέλει και του γράφει;
Το μήνυμά της διατί με λόγια δεν το είπε;
Ω! Τρέχει... Δεν ηξεύρω τι, αλλ' όμως κάτι τρέχει.
Φίλος μου είσαι. Άφησε το γράμμα της νανοίξω.
ΟΣΒ. Χίλιαις φοραίς καλλίτερα, κυρία...
ΡΕΓ. Το γνωρίζω.
Δεν αγαπά τον άνδρα της. Πολύ καλά το 'ξεύρω.
Κι' ακόμη τώρα ύστερα που ήτον εδώ πέρα,
κάτι αλλόκοταις 'ματιαίς κ' εκφραστικά σημεία
εις τον Εδμόνδον έκαμνε. Γνωρίζεις τα κρυφά της!
ΟΣΒ. Εγώ, κυρία!
ΡΕΓ. 'Ξεύρω 'γώ εκείνο που σου λέγω.
Ιδού λοιπόν. Τα λόγια μου καλά σημείωσέ τα.
Ο άνδρας μου απέθανε. Εγώ και ο Εδμόνδος
είμεθα σύμφωνοι. Αυτός ανήκει εις εμένα
και όχι 'ς την κυρίαν σου. Εννόησέ τα τ' άλλα.
Ειπέ τα κ' εις τον ίδιον εάν τον ανταμώσης.
Και όταν η κυρία σου ακούση όσα λέγω,
τον νουν της 'ς το κεφάλι της ελπίζω να τον έχη.
Πήγαινε τώρα 'ς το καλό. Κι' αν τον τυφλόν προδότην
τον εύρης εις τον δρόμον σου, μη λησμονήσης ότι,
όποιος του κόψη την ζωήν ανταμοιβήν θα λάβη.
ΟΣΒ. Ας ήτο να τον εύρισκα, και ήθελ' αποδείξει
με τίνος μέρος είμ' εγώ!
ΡΕΓ. Καλά. Καλή σου ώρα
(Απέρχονται)
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Εξοχή παρά το Δούβρον.
(Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ κι ο ΕΔΓΑΡ ενδεδυμένος ως χωρικός)
ΓΛΟΣΤ. Κοντεύομεν να φθάσωμεν 'ς την κορυφήν του βράχου;
ΕΔΓΑΡ. Την ράχην αναβαίνομεν. Την κούρασιν δεν νοιόθεις;
ΓΛΟΣΤ. Μου φαίνεται ολόισα.
ΕΔΓΑΡ Ανήφορος μεγάλος!
Να, του πελάγους η βοή. Ακούεις;
ΓΛΟΣΤ. Δεν ακούω.
ΕΔΓΑΡ Ως φαίνετ' αδυνάτισαν κι' αι άλλαι σου αισθήσεις
αφ' ότου ετυφλώθηκες.
ΓΛΟΣΤ. Αυτό θα είναι ίσως.
Μου φαίνεται πως ήλλαξε ως κ' η φωνή σου τώρα,
κ' ευρίσκω και την φράσιν σου και τα νοήματά σου
καλλίτερ' απ' τα πρώτα σου.
ΕΔΓΑΡ Έχεις μεγάλον λάθος.
Εις τίποτε δεν ήλλαξα, παρά 'ς την φορεσιάν μου.
ΓΛΟΣΤ. Και όμως, 'σάν να ομιλής καλλίτερα νομίζω.
ΕΔΓ. Έλα. Εμπρός! Εφθάσαμεν. Μη προχωρείς!... Τι φρίκη!
Μου φέρει ζάλην απ' αυτό το ύψος να κυττάζω.
Τα μαυροπούλια φαίνονται κ' οι κόρακες 'σάν ζήναις
που αποκάτω μας πετούν και σχίζουν τον αέρα.
Μαζώνει ένας κρίταμα καταμεσής 'ς τον βράχον.
Δύσκολη τέχνη! Απ' εδώ μικρόν μικρόν τον βλέπω.
Ωσάν ποντίκια φαίνονται 'ς την άμμον οι ψαράδες.
Και ένα θεοκάραβο αγκυροβολημένον
κάτω εκεί, μου φαίνεται ωσάν να είναι βάρκα,
και 'σάν φελλόν την βάρκα του την διακρίνω μόλις.
Εδώ επάνω η βοή δεν φθάνει των κυμάτων,
που σπάνουν 'ς την ακρογιαλιά και βράζουν 'ς τα χαλίκια
τ' αμέτρητα κι' αναίσθητα. — Δεν ξαναβλέπω κάτω,
μη μου γυρίση η κεφαλή και ζαλισθή το φως μου
και πέσω κατακέφαλα!
ΓΛΟΣΤ. Βάλε μ' εκεί 'πού στέκεις.
ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Ακόμη ένα βήμα
κ' είσαι 'ς την άκρην του κρημνού. Δεν ήθελα να κάμω
αυτό εδώ το πήδημα διά τον κόσμον όλον!
ΓΛΟΣΤ. Μη με κρατείς! — Να, φίλε μου, κι' άλλο πουγγί
[σου δίδω.
Μέσα εδώ διαμαντικό θα εύρης, που αξίζει
να το χαρή κάθε πτωχός. Και οι θεοί κ' αι Μοίραις
να δώσουν καλορρίζικον το δώρον μου να είναι.
Πήγαινε τώρα μακρυά. Αποχαιρέτισέ με.
Παρακαλώ ν' μακρυνθής· ν' ακούσω ότι φεύγεις.
ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή, αυθέντα μου!
(Προσποιείται ότι απομακρύνεται).
ΓΛΟΣΤ. Εις το καλό, παιδί μου!
ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν).
Με την απελπισίαν του ας παίξω, να τον σώσω.
ΓΛΟΣΤ. Ω παντοδύναμοι θεοί! Τον κόσμον απαρνούμαι
κ' εδώ, χωρίς παράπονον, ν' αποτινάξω θέλω
ενώπιόν σας το βαρύ της συμφοράς φορτίον!
Εάν μου ήτο δυνατόν ακόμη να το σέρνω,
χωρίς να τρέχω κίνδυνον να επαναστατήσω
'ς τα κραταιά κι' ακλόνητα, θεοί, θελήματά σας,
θα άφινα ν' αποκαή και μόνον του να σβήση
της μισητής μου της ζωής το άθλιον φυτήλι!
Αν είν' ο Έδγαρ ζωντανός, ω! προστατεύετέ τον!...
Υγίαινε!
ΕΔΓΑΡ Ώρα καλή!
(Ο ΓΛΟΣΤΕΡ, φρονών ότι ίσταται αληθώς επί βράχου,
ορμά όπως κρημνισθή, πίπτει δε κατά γης).
Αλλά η φαντασία
μη έξαφνα τον θησαυρόν του κλέψη της ζωής του,
αφού την θέλει την κλοπήν και η ζωή αυτή του!...
Αν ήτον όπου το θαρρεί, θα ήτο 'πεθαμένος.
(Πλησιάζων προς τον Γλόστερ και μεταβάλλων φωνήν).
Είσαι νεκρός ή ζωντανός; Αι άνθρωπε! ακούεις;
Δεν ομιλείς; (Μη έφυγεν αλήθεια η ζωή του! —
Α! όχι· ζη!) Ποιος είσαι συ;
ΓΛΟΣΤ. Ω! άφες ν' αποθάνω.
ΕΔΓΑΡ Πρέπει να είσαι ή πτερόν ή πάχνη ή αέρας.
Να κρημνισθής από εκεί, από αυτό το ύψος
χωρίς να σπάσης 'σάν αυγό και τρίμματα να γίνης!
Αλλ' αναπνέεις! — Άυλον το σώμα σου δεν είναι. —
Πληγήν δεν έχεις! Ομιλείς! Δεν είσαι σκοτωμένος!
Δέκα κατάρτια υψηλά, το έν επάνω 'ς τ' άλλο,
το ύψος οπού έπεσες δεν ημπορούν να φθάσουν.
Θαύμα να είσαι ζωντανός! Ομίλησέ μου πάλιν.
ΓΛΟΣΤ. Αλήθεια όμως έπεσα ή όχι;
ΕΔΓΑΡ Απ' επάνω
απ' του φρικτού αυτού κρημνού την κορυφήν. Ιδέ την!
Ούτε ν' ακούσης ημπορείς ούτε να διακρίνης
εκεί επάνω το πουλί, όσον κι' αν λαρυγγίζη.
Γύρνα κ' ιδέ!
ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Δεν έχω πλέον 'μάτια.
Κι' αυτό το καταφύγιον η συμφορά δεν τόχει,
το τέλος της να δύναται 'ς τον θάνατον να εύρη!
Κι' όμως θα ήτο δι' αυτήν παρηγορία κάπως,
αν του τυράννου την οργήν 'μπορούσε ν' αποφύγη
και το σκληρόν του θέλημα να του το ματαιώση.
ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι σου εδώ. Σήκω! Καλά! Πώς είσαι;
Είναι τα πόδια σου γερά; Τα νοιώθεις; Σε σηκώνουν;
ΓΛΟΣΤ. Είμαι καλά. Καλλίτερα απ' όσον θέλω είμαι.
ΕΔΓΑΡ Ανθρώπου νους δεν το χωρεί! 'Σ την κορυφήν του
[βράχου
τι πράγμα ήτο, κ' έφυγεν ολίγον πριν να πέσης;
ΓΛΟΣΤ. Ένας ζητιάνος δυστυχής.
ΕΔΓΑΡ Κάτω εδώ που ήμουν,
τα 'μάτια του τα έβλεπα 'σάν δύο πανσελήνους,
και μύταις χίλιαις έβλεπα και κέρατα στραμμένα
που 'σάν την φουσκοθάλασσα εδώ κ' εκεί 'κουνούσαν.
Ήτο δαιμόνιον αυτός, καλότυχέ μου γέρε,
και έχε χάριν 'ς τους θεούς, οπού το έχουν δόξαν
να κάμνουν όσα οι θνητοί αδύνατα τα έχουν.
Εκείνοι σ' επροφύλαξαν!
ΓΛΟΣΤ. Το ενθυμούμαι τώρα! —
Εις το εξής μ' υπομονήν την λύπην θα σηκώνω,
ως που να κράξη μόνη της _Αρκεί_, και ν' αποθάνη!
Το πράγμ' αυτό που έλεγες, δι' άνθρωπον το είχα.
Συχνά την λέξιν Σατανάς επρόφερεν. — Εκείνος
εις τον κρημνόν μ' ωδήγησε.
ΕΔΓΑΡ Υπομονή και θάρρος!...
Εισέρχεται ο ΛΗΡ περιβεβλημένος άνθη άγρια).
Ποιος είν' αυτός που έρχεται; Χαμένα θα τα έχη.
Δεν μαρτυρούν σωστά μυαλά τα συγυρίσματά του.
ΛΗΡ Όχι! Δικαίωμα κανείς δεν έχει να μ' εγγίξη,
κι' ας έκοψα και νόμισμα! Διότι εγώ είμαι
ο βασιλεύς!
ΕΔΓΑΡ Ω θέαμα, που την καρδιάν ξεσχίζει!
ΛΗΡ Ως προς τούτο η φύσις υπερβαίνει την τέχνην. — Πάρε
συ αυτά τα χρήματα. Είναι ο αρραβώνας σου. Αυτός
εδώ κρατεί το τόξον του 'σάν σκιάχτρο (50). Τέντωσέ το
μίαν οργυιάν σωστήν... Κύττταξε εκεί. Ένας ποντικός!
Σιγά, σιγά! Τώρα θα τον πιάσω με κομμάτι ψημένο
τυρί. — Να το χειρόφτι μου. Θα το ρίξω εις τα μούτρα
ενός γίγαντος! — Τι έγιναν οι στρατιώται μου;...
Α! Πώς επέταξε το πουλάκι! 'Σ το σημάδι, 'ς το
σημάδι!... Αι, συ, το σύνθημα!
ΕΔΓΑΡ Μαντζουράνα.
ΛΗΡ Καλός! Πέρνα!
ΓΛΟΣΤ. Την γνωρίζω αυτήν την φωνήν.
ΛΗΡ Α! Γονερίλη! και με άσπρα γένεια!.. Μ' εκαλόπιαναν
'σάν τα σκυλιά, και μου έλεγαν ότι έχω
άσπραις τρίχες, προτού ακόμη φυτρώσουν αι μαύραις.
Να μου λέγουν ναι και όχι εις ό,τι έλεγα, να μου
λέγουν και ναι και όχι μαζί, δεν ήθελε πολλήν θεολογίαν.
Όταν ήλθεν η βροχή και μ' εμούσκευσε, και
ο βορειάς μ' έκαμε να τρίζω τα 'δόντια, και ο κεραυνός
δεν με υπήκουε να σιωπήση, τότε τους εμυρίσθηκα
τι πράγματα ήσαν! Πηγαίνετε 'ς το καλό! Μου έλεγαν
όλοι ψεύματα! Μου έλεγαν, ότι εγώ είμαι το παν.
Ψεύματα! Ούτε τον παροξυσμόν δεν ημπορώ να νικήσω.
ΓΛΟΣΤ. Την ενθυμούμαι την φωνήν. Την ήκουσα... Δεν είναι
ο βασιλεύς;
ΛΗΡ Ναι, βασιλεύς απ' την κορφήν 'ς τα 'νύχια!
Πώς τρέμουν όλοι, κύτταξε, το 'μάτι αν γουρλώσω...
Αυτόν εδώ τον συγχωρώ. Τι έχει καμωμένον;
Μοιχείαν! Πήγαιν' απ' εδώ! Δεν θα σε θανατώσω.
Να θανατώνετ' ο μοιχός! Μήπως το ίδιον πράγμα
δεν κάμνει κ' η χρυσόμυιγα και ο μικρός σπουργίτης;
Ας σμίγουν και ας χαίρωνται! Ο νόθος υιός του Γλόστερ
ήτο καλλίτερο παιδί απ' ταις 'δικαίς μου κόραις,
ταις κόραις που απέκτησα εις νόμιμα σεντόνια.
Εμπρός, πορνεία, δούλευε, και θέλω στρατιώτας!...
Την βλέπεις την αρχόντισσαν εκείνην; Να την βλέπης
νομίζεις ότι χαμηλά θα είναι κρύα, χιόνι.
Την λέξιν μόνον «ηδονή» αν τύχη και ακούση,
σου κάμνει την ενάρετην και σκύπτει το κεφάλι.
Αλλά και γάτους ξεπερνά και άλογα βαρβάτα!
Γυναίκες είναι μοναχά από την μέσην κι' άνω,
'ς τα κάτω είναι Κένταυροι! Εις τους θεούς ανήκει
έως την μέσην το κορμί! 'Σ τον διάβολον τα κάτω!
Εκεί 'ναι σκότος, κόλασις και ζεματά και καίει.
Εκεί θειάφι και καπνός και βρώμα και σαπίλα!...
Πουφ, πουφ, φούχι! Φαρμακοπώλη, δος μου μίαν ουγγιάν
μόσχον να μυρίσω την φαντασίαν μου. Να
χρήματα.
ΓΛΟΣΤ. Ω! δόσε μου το χέρι σου να το φιλήσω.
ΛΗΡ Στάσου,
Να το σκουπίσω πρόσμενε. Μυρίζει ανθρωπίλαν.
ΓΛΟΣΤ. Ελεεινή καταστροφή! Κι' ο μέγας τούτος κόσμος
θα καταντήση 'ς το μηδέν επίσης! — Με γνωρίζεις;
ΛΗΡ. Τα ενθυμούμαι τα 'μάτια σου. Τι με αλλοιθωρίζεις;
Ό,τι θέλεις κάμε, τυφλέ Έρωτα, δεν με πιάνεις! Δεν
ερωτεύομαι εγώ! — Διάβασε αυτά εδώ. Κύτταξε πώς
το έγραφα. Είναι πρόσκλησις εις μονομαχίαν.
ΓΛΟΣΤ. Δεν ημπορώ να το ιδώ, κι' αν ήτον ένας ήλιος
το κάθε γράμμα.
ΕΔΓΑΡ Αν κανείς μου το εδιηγείτο
δεν θα το 'πίστευα ποτέ. Το βλέπω, κ' η καρδιά μου
ραγίζει απ' την λύπην της.
ΛΗΡ Ανάγνωσέ το, λέγω.
ΓΛΟΣΤ. Με τ' άδεια μου τα βλέφαρα;
ΛΗΡ Ω, ω! Λοιπόν είμεθα ίσα κ' ίσα! Χωρίς 'μάτια 'ς το
κεφάλι και χωρίς χρήματα 'ς το πουγγί! Σου εβάρυναν
τα 'μάτια και σου ελάφρωσε το πουγγί! Και
όμως βλέπεις πώς τρέχει ο κόσμος!
ΓΛΟΣΤ. Το βλέπω ψηλαφητά.
ΛΗΡ Τρελλός είσαι; Δεν χρειάζονται 'μάτια διά να βλέπη
κανείς πώς τρέχει ο κόσμος. Βλέπε με τ' αυτιά σου!
Ιδέ πώς υβρίζει εκείνος ο κριτής τον κακόμοιρον
εκείνον τον κλέπτην. Άκουσε να σου το ειπώ κρυφά:
Άλλαξέ τους θέσιν, και ειπέ μου έπειτα, αν ημπορής,
ποίος είναι ο κριτής και ποίος ο κλέπτης. — Είδες
ποτέ σου ζητιάνον να του γαυγίζη μανδρόσκυλος;
ΓΛΟΣΤ. Ναι, αυθέντα μου.
ΛΗΡ Και να φεύγη τον σκύλον ο πτωχός; Αν τον είδες,
είδες την εικόνα της εξουσίας. Ο σκύλος είναι εις
υπούργημα, και τον υπακούουν. —
Αχρείε χωροφύλακα, το χέρι μη σηκώνεις
το άσπλαγχνόν σου! Τι κτυπάς αυτήν εκεί την πόρνην;
Καλλίτερα την ράχην σου να μου ξυλοκοπήσης!
Ενώ της δίδεις ραβδισμούς διά το πταίσιμόν της,
επιθυμείς κι' ορέγεσαι να έπταιες μαζί της!
Αν κρεμασθή ο σπάταλος, ο τοκογλύφος πταίει!
Μέσ' 'ς τα κουρέλια θα φανή κάθε μικρή κακία
αλλά το παν σκεπάζεται με γούναις και στολίδια!
Το έγκλημα με μάλαμμα απ' έξω σκέπασέ το,
κ' επάνω του συντρίβεται του Νόμου το κοντάρι
χωρίς αυτό να εγγιχθή. Κουρέλια φόρεσέ το,
και μ' ένα τσάκνο το τρυπά κι' ο νάνος πέρα πέρα!
Κανείς δεν είναι ένοχος! Κανείς, κανείς σου λέγω.
Κανείς δεν πταίει! Όλους των εγώ τους δικαιώνω.
Άκουσ' εμένα· επειδή την δύναμιν την έχω,
εάν κανείς κατηγορή, το στόμα να του κλείσω.
Βάλε 'ς τα 'μάτια σου υαλιά, και 'σάν τον δημοκόπον
κάμε πως βλέπεις κάθε τι, και τίποτ' αν δεν βλέπης. —
Έλα εδώ! Έλα εδώ! Το 'πόδημά μου 'βγάλε.
Τράβα καλά! Τράβα καλά! Την δύναμίν σου βάλε!
ΕΔΓΑΡ Τι ανακάτωμα και νου και ασυναρτησίας!
Νους μέσ' 'ς την τρέλλαν!
ΛΗΡ Άκουσε — αν θέλης να με κλαύσης,
πάρε τα 'μάτια μου, εσύ. Γνωρίζω ποίος είσαι.
Σε λέγουν Γλόστερ. Χρεωστείς υπομονήν να έχης.
Με κλαύματα ερχόμεθα 'ς τον κόσμον. Δεν το 'ξεύρεις;
Από την πρώτην την στιγμήν που μυρισθή αέρα,
βογκά και κλαίει το παιδί. — Να σου το εξηγήσω.
Την διδαχήν μου άκουσε:
ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον! Τι θλίψις!
ΛΗΡ Θρηνούμεν, όταν μας γεννούν διά τον λόγον, ότι
με λύπην μας ερχόμεθα εις τούτο της μωρίας
το θέατρον τ' απέραντον... Ω! τι ωραίος σκούφος! (51)
Τι φοβερόν στρατήγημα κανείς να καλλιγώση
το ιππικόν του με αυτό το ύφασμα του σκούφου!...
Θέλω να γίνη δοκιμή. Και όταν τους πλακώσω
με τ' άλογά μου τους γαμβρούς εκείνους,... σκότωνέ τους
και σκότωνε και σκότωνε!
(Εισέρχεται ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ μετά στρατιωτών).
ΑΞΙΩΜ. Εκείνος είναι! Να τος!
Συλλάβετέ τον! — Η καλή, η ακριβή σου κόρη,
αυθέντα μου...
ΛΗΡ Δεν είν' εδώ κανείς να με γλυτώση;
Αιχμάλωτός σας;... Έγινα το παίγνιον της Τύχης!
Καλά φερθήτε μου εσείς, και θα πληρώσω λύτρα. —
Έχω πληγήν εις τα μυαλά. Χειρούργους φέρετέ μου.
ΑΞΙΩΜ. Θα έχης ό,τι αγαπάς.
ΛΗΡ Πού είν' οι άνθρωποί μου;
Κατάμονον με άφησαν; Ω! είναι τούτο πράγμα
να κάμη κάθε άνθρωπον να κλαίη και να κλαίη,
ως που τα 'μάτια του τα δυο να γίνουν ποτιστήρια,
την σκόνην του καλοκαιριού να την κατακαθίζουν!
ΑΞΙΩΜ. Καλέ αυθέντα μου...
ΛΗΡ Αλλά γενναία θ' αποθάνω!
Ωσάν γαμβρός! Θα είμ' εγώ χαρούμενος!... Ελάτε!
Είμαι ο Ληρ, ο βασιλεύς! Το 'ξεύρετε, παιδιά μου;
ΑΞΙΩΜ. Ναι, είσαι συ ο βασιλεύς κ' ημείς πιστοί σου δούλοι.
ΛΗΡ Ώστε δεν εχαθήκαμεν ακόμη! Ελάτε λοιπόν, να τρέξωμεν,
κι' όποιος με πιάση! Σα, σα, σα, σα! (52)
(Εξέρχεται της σκηνής τρέχων. Έπονται στρατιώται).
ΑΞΙΩΜ. Φρικτόν κανείς να το ιδή 'ς τον πλέον τιποτένιον,
αλλ' όταν είναι βασιλεύς... δεν το εκφράζουν λόγια!
Μια κόρη σ' έμεινε, ω Ληρ, κι' αυτή εξαγοράζει
όσας κατάρας ήξιζε να δώσης εις την φύσιν
διά τα άλλα σου παιδιά.
ΕΔΓΑΡ Σε χαιρετώ, αυθέντα.
ΑΞΙΩΜ. Ώρα καλή. Τι αγαπάς;
ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, αυθέντα,
ειπέ μου, αν ακούεται πότε θα γίν' η μάχη;
ΑΞΙΩΜ. Το πράγμα είναι φανερόν. Όπ' έχει αυτί τ' ακούει.
ΕΔΓΑΡ Παρακαλώ, είναι κοντά το στράτευμα το άλλο;
ΑΞΙΩΜ. Κοντά, και όλον προχωρεί. Όπου κι' αν είναι φθάνει.
ΕΔΓΑΡ Τόσον να 'ξεύρω ήθελα. Σ' ευχαριστώ.
ΑΞΙΩΜ. Ακόμη
είν' η βασίλισσα εδώ. Να μένη έχει λόγους.
Αλλ' ο στρατός μας προχωρεί εμπρός.
ΕΔΓΑΡ Ευχαριστώ σε.
(Απέρχεται Ο ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ).
ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας μου κόψουν την ζωήν τα ιδικά σας χέρια,
θεοί μου πολυεύσπλαγχνοι! Μη ο κακός μου δαίμων
με ξαναβάλη εις πειρασμόν και πάλιν ν' αποθάνω
προτού να το θελήσετε.
ΕΔΓΑΡ Καλή ευχή, πατέρα!
ΓΛΟΣΤ. Φίλε καλέ, παρακαλώ, ειπέ μου ποίος είσαι;
ΕΔΓΑΡ Ένας πτωχός απ' την οργήν της Τύχης δαμασμένος,
ένας που τον εμάλαξαν τα πάθη και οι πόνοι
και συμπονεί τους δυστυχείς. — Έλα, το χέρι δος μου,
να σ' εύρω καταφύγιον.
ΓΛΟΣΤ. Ω! των θεών η χάρις
τα όσα μ' έκαμες, διπλά να σου τ' ανταποδώσω!
(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).
ΟΣΒ. Προκηρυγμένε! Σ' έπιασα! Την τύχην μου θα κάμη
τ' αόμματο κεφάλι σου. Επλάσθηκ' επί τούτου!
Γέρο προδότη, γρήγορα την προσευχήν σου κάμε,
κ' είναι συρμένο το σπαθί που θα σε θανάτωση!
ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας κτυπήση δυνατά το εύσπλαγχνό σου χέρι.
Ο ΕΔΓΑΡ ανθίσταται.
ΟΣΒ. Και πώς, αυθάδη χωρικέ, τολμάς ενός προδότου
εσύ να γίνης βοηθός; Φύγε απ' εδώ, μη τύχη
και σου κολλήσ' η Μοίρα του κ' εσένα: Άφησέ τον!
Μη του κρατείς το χέρι του, σου λέγω!
ΕΔΓΑΡ Δεν τ' αφίνω,
αν δεν μου πης το διατί.
ΟΣΒ. Αμέσως άφησέ τον,
ή σε σκοτώνω, κνώδαλον!
ΕΔΓΑΡ Τράβα εμπρός, κύριε, και άφησε τους πτωχούς να
περάσουν. Αν ήτο να κόπτουν ζωαίς τα παχειά λόγια,
θα την είχα χαμένην την ιδικήν μου εδώ και δέκα
πέντε 'μέραις. Έλα, μακρυά από τον γέρο, ει δε μη,
τώρα δοκιμάζω αν είναι το καύκαλό σου δυνατώτερο
από το ραβδί μου. Σου το λέγω παστρικά!
ΟΣΒ. (σύρων το ξίφος).
Έξω, κοπρόσκυλο!
ΕΔΓΑΡ Θα σου σπάσω τα 'δόντια! Κόπιασε! Δεν φοβούμαι
ταις σπαθιαίς σου!
(Μάχονται. Ο ΕΔΓΑΡ διά του ροπάλου αυτού καταβάλλει
τον ΟΣΒΑΛΔΟΝ).
ΟΣΒ. Ω σκύβαλο, μ' εσκότωσες! Να, πάρε το πουγγί μου,
και αν μου θάψης τα κορμί, τόσον καλόν να έχης.
Γράμμα επάνω μου κρατώ κρυμμένον. Πήγαινέ το
εις τον Εδμόνδον, κόμητα του Γλόστερ. Θα τον εύρης
'ς των Βρεττανών το στράτευμα. Ω!... πάρωρ'
αποθνήσκω...
(Αποθνήσκει).
ΕΔΓΑΡ Σε 'ξεύρω, δούλε ποταπέ και αφωσιωμένε
'ς τ' αχρεία της κυρίας σου θελήματα. Σε 'ξεύρω.
Εκτελεστήν καλλίτερο δεν ήθελ' η αισχρότης.
ΓΛΟΣΤ. Απέθανε;
ΕΔΓΑΡ Κάθου εκεί, πατέρα. Αναπαύσου. —
Ας εύρωμεν το γράμμα του — ίσως μας χρησιμεύση. —
Αποθαμμένος είν' αυτός. Το μόνον που λυπούμαι
ότι μου έλαχεν εγώ να γίνω δήμιός του.
Ιδού το γράμμα. Να ιδώ. — Συμπάθησέ με, βούλλα,
συ δε, ω Χρηστοήθεια, μη με καταδικάσης.
Και του εχθρού του την καρδιάν σχίζει κανείς, να μάθη
το μυστικόν του. Το χαρτί δεν βλάπτει να το σχίσω.
(Αναγινώσκει την επιστολήν).
«Μη λησμονείς τους όρκους μας. Δεν θα σου λείψουν
»ευκαιρίαι να τον ξεπαστρεύσης. Αν έχης την θέλησιν,
»θα εύρης και την ώραν και τον τόπον. Αν επιστρέψη
»νικητής, δεν εκάμαμεν τίποτε. Τότε θα είμαι
»αιχμάλωτός του εγώ, και φυλακή μου η κλίνη του.
»Γλύτωσέ με από την μισητήν παρουσίαν του και διά τον
»κόπον σου λάβε την θέσιν του. Η αγαπώσα σε φίλη
»(είθε να έλεγα σύζυγος), Γονερίλη».
Αισχρότης χωρίς όρια! Τον αγαθόν της άνδρα
να τον επιβουλεύεται, κι αντάλλαγμα να είναι
ο αδελφός μου!...Ω! εδώ 'ς την άμμον θα σας χώσω,
ανόσια μηνύματα και φόνου και λαγνείας,
ως που να έλθη ο καιρός να σας ιδή εκείνος
που την ζωήν του θέλετε! — Καλά που απ' εμένα
θα μάθη και τον θάνατον και την αποστολήν σου!
Ο ΕΔΓΑΡ σύρει το πτώμα του ΟΣΒΑΛΔΟΥ έξω της σκηνής.
ΓΛΟΣΤ. Ο βασιλεύς είναι τρελλός, κι' ο νους ο ιδικός μου
αντέχει να αισθάνωμαι τον άμετρόν μου πόνον!
Καλλίτερα να έχανα κ' εγώ τα λογικά μου,
να χωρισθούν οι πόνοι μου από τους στοχασμούς μου,
και μέσα 'ς τα φαντάσματα της τρέλλας πλανημένος
ο νους μου την συναίσθησιν της λύπης μου να χάση!
ΕΔΓΑΡ (επιστρέφων).
Δος μου το χέρι. — Τύμπανα μου φαίνεται ακούω.
Έλα εις σκέπην φιλικήν, πατέρα, να σε κρύψω.
(Εξέρχονται)
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Σκηνή εν τω γαλλικώ στρατοπέδω. Ο Ληρ κοιμάται
επί κλίνης παρ' αυτώ ο ιατρός και έτεροι άρχοντες
και υπηρέται.
(Εισέρχονται η ΚΟΡΔΗΛΙΑ και ο ΚΕΝΤ).
ΚΟΡΔ. Καλέ μου Κεντ, θα δυνηθώ ποτέ να ξεπληρώσω
την τόσην καλωσύνην σου; Όση ζωή κι' αν έχω
δεν θα μου φθάση — δεν αρκεί ό,τι και αν σου κάμω!
ΚΕΝΤ Είναι πλουσία πληρωμή τα λόγια σου, κυρία.
Με όσα είπα έμαθες την καθαράν αλήθειαν,
και τίποτε δεν σ' έκρυψα.
ΚΟΡΔ. Φορέματα ν' αλλάξης.
Δυστυχισμένην εποχήν αυτά σου ενθυμίζουν.
Να τα πετάξης!
ΚΕΝΤ Άφες με, κυρία μου, ακόμη.
Αν από τώρα γνωρισθώ, δεν γίνετ' ο σκοπός μου.
Παρακαλώ, πριν σου το 'πω να μη με φανερώσης.
ΚΟΡΔ. Ας γίνη, όπως αγαπάς.
(Προς τον ιατρόν).
Ο βασιλεύς πώς είναι;
ΙΑΤΡΟΣ Κοιμάτ' ακόμη.
ΚΟΡΔ. Ω θεοί, το χάλασμα του νου του
επισκευάσετέ μου το! — Σεις διορθώσετέ μου
τα ταραγμένα λογικά του γέροντος πατρός μου
που είναι τώρα 'σάν παιδί.
ΙΑΤΡΟΣ Αν είναι ορισμός σου,
να τον 'ξυπνήσω. Αρκετός του είναι τόσος ύπνος.
ΚΟΡΔ. Έχε την τέχνην οδηγόν και κάμε όπως θέλεις.
Του ήλλαξαν φορέματα;
ΑΞΙΩΜ. 'Σ του ύπνου του το βύθος,
κυρία, του εβάλαμεν φορέματα καινούργια.
ΙΑΤΡΟΣ Να είσαι εις το πλάγι του την ώραν που 'ξυπνήση,
Θα είναι ήσυχος.
ΚΟΡΔ. Καλά.
ΙΑΤΡΟΣ Έλα εδώ, — κοντά του.
Τώρα ας παίξη η μουσική.
ΚΟΡΔ. Πατέρ' αγαπητέ μου,
το ιατρικόν του πάθους σου 'ς τα χείλη μου ας ήτον,
και βάλσαμον ας έσταζεν από το φίλημά μου
'ς τα βάσανα, πού σ' έφεραν αι δύο αδελφαί μου!
ΚΕΝΤ Κόρη καλή κι' αγαπητή!
ΚΟΡΔ. Τα κάτασπρα μαλλιά σου
να ελεήσουν έπρεπε, κι' αν κόραι σου δεν ήσαν.
Ήτον αυτήν την κεφαλήν ν' αφήσουν να την δέρνη
ο άνεμος;... κ' εις ταις βρονταίς ταις φοβεραίς ν' αντέχη;
Κ' εις των φωτιών το σμίξιμον και εις τ' αστροπελέκια
να στέκης έξω φύλακας, καϋμένε στρατιώτη,
με μόνην σκέπην σου αυτήν την περικεφαλαίαν;
Και του εχθρού μου το σκυλί, κι' ας μ' είχε δαγκαμένην,
τέτοιαν νυκτιάν θα τ' άφινα να ζεσταθή κοντά μου!
Και σ' έμελλε, πατέρα μου, εσύ να ξενυκτήσης
όπου οι χοίροι ξενυκτούν κ' οι έρημοι ζητιάνοι!
Αλλοίμονον! Πώς έγινε συγχρόνως με τον νουν σου
να μη σου φύγη κ' η ζωή;... Ξυπνά! Ομίλησέ του.
ΙΑΤΡΟΣ Εσύ καλλίτερα, εσύ, κυρία, λάλησέ του.
ΚΟΡΔ. Πώς είναι ο αυθέντης μου; Ο βασιλεύς πώς είναι;
ΛΗΡ Από τον τάφον διατί με θέλετε να έβγω!...
Ψυχή μέσ' 'ς τον παράδεισον συ είσαι... κ' εγώ είμαι
εις ένα πύρινον τροχόν δεμένος, και με καίουν
ωσάν λυωμένον μέταλλον τα δάκρυα που χύνω!
ΚΟΡΔ. Μ' αναγνωρίζεις;
ΛΗΡ Είσαι συ ψυχή. Εγώ το 'ξεύρω.
Πότε απέθανες και συ;
ΚΟΡΔ. Ακόμη συγχυσμένα,
ακόμη!
ΙΑΤΡΟΣ Δεν εξύπνησεν όλως διόλου. Έλα,
να ησυχάση άφες τον.
(Απομακρύνονται της κλίνης.
ΛΗΡ Τι έγινα; Πού είμαι;
Ο ήλιος λάμπει!... Μ' απατούν... Θ' απέθνησκ' από
[λύπην,
αν έβλεπ' άλλον 'σάν εμέ.,. Τι να ειπώ δεν 'ξεύρω...
Όρκον δεν παίρνω πως αυτά είν' ιδικά μου χέρια.
Στάσου να ιδώ... Αισθάνομαι... Μ' εκέντησ' η καρφίτσα!
Ας ήξευρα τι γίνομαι!
ΚΟΡΔ. Ω! γύρισε τα 'μάτια
να με ιδής, πατέρα μου, και κίνησε το χέρι
να μ' ευλογήσης...
(Εμποδίζει τον Ληρ, θέλοντα να γονατίση).
Όχι! Μη! Εσύ θα γονατίσης,
αυθέντα μου!
ΛΗΡ Παρακαλώ, μη με περιγελάσης.
Εγώ είμ' ένας άκακος, δυστυχισμένος γέρος·
τους ογδοήντα ακριβώς τους έχω. — Και αλήθεια,
φοβούμαι ότι καθ' αυτό δεν είμαι 'ς τα σωστά μου.
Νομίζω πως σ' εγνώρισα, κι' αυτόν πως τον γνωρίζω,
αλλά — δεν είμαι βέβαιος· διότι δεν ηξεύρω
διόλου πού ευρίσκομαι· και ούτε καν 'θυμούμαι
αυτά μου τα φορέματα πώς τα φορώ· και ούτε
απόψε πού επέρασα την νύκτα δεν ηξεύρω. —
Μη με γελάσετε, αλλά.. μη με ειπήτε άνδρα,
αν τώρα δεν μου φαίνεται αυτή εδώ η νέα
ότ' είν' η Κορδηλία μου!
ΚΟΡΔ. Ναι! είμ' εγώ, πατέρα,
εγώ, εγώ!
ΛΗΡ Είν' άραγε υγρά τα δάκρυά σου;
Να τα ιδώ. Είναι υγρά! — Παρακαλώ, μη κλαίεις.
Φαρμάκι αν ετοίμασες να πάρω, δόσε μου το.
Το 'ξεύρω· δεν με αγαπάς. Απ' όσον ενθυμούμαι,
αι αδελφαί σου μ' έκαμαν πολύ να υποφέρω.
Εσύ θα έχεις αφορμήν. Εκείναις όμως όχι!
ΚΟΡΔ. Και ούτ' εγώ, και ούτ' εγώ.
ΛΗΡ Πού είμαι; 'ς την Γαλλίαν;
ΚΕΝΤ 'Σ το κράτος σου, αυθέντα μου.
ΛΗΡ Ω! μη με απατάτε!
ΙΑΤΡΟΣ Κυρία, μην ανησυχείς. Το βλέπεις· η μεγάλη
η έξαψις επέρασε. Πλην κίνδυνος θα είναι
'ς την περασμένην του ζωήν να στρέφωμεν τον νουν του.
Να έμβη μέσα κάμε τον. Και ως 'που να συνέλθη
όλως διόλου, πρόσεχε, ατάραχος να μένη.
ΚΟΡΔ. Αν αγαπάς, αυθέντα μου, περιπατείς ολίγον;
ΛΗΡ Να μη με συνερίζεσαι. Λησμόνει και συγχώρει.
Συγχώρει. Είμαι γέροντας και ξαναμωραμένος.
(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, η ΚΟΡΔΗΛΙΑ, ο ΙΑΤΡΟΣ και η συνοδεία).
ΑΞΙΩΜ. Αλήθεια εσκοτώθηκεν ο δουξ της Κορνουάλλης;
ΚΕΝΤ Αλήθεια, ω αυθέντα μου.
ΑΞΙΩΜ. Και τα στρατεύματά του
ποιον έχουν τώρα στρατηγόν;
ΚΕΝΤ Τον νόθον υιόν του Γλόστερ,
ΑΞΙΩΜ. Και ο εξόριστός του υιός, ο Έδγαρ, είναι λέγουν
'ς την Γερμανίαν με τον Κεντ.
ΚΕΝΤ Πλην άλλοι λέγουν άλλα.
Καιρός να οπλιζώμεθα. Όπου κι' αν είναι φθάνουν
τα εχθρικά στρατεύματα.
ΑΞΙΩΜ. Ως φαίνεται, θα γίνη
αιματηρός ο πόλεμος. — Ώρα καλή, αυθέντα.
(Απέρχεται).
ΚΕΝΤ Ή θ' αποτύχω σήμερον ή γίνοντ' οι σκοποί μου!
Της μάχης τ' αποτέλεσμα θα το αποφασίση.
(Εξέρχεται).
ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το αγγλικόν στρατόπεδον παρά το Δούβρον.
(Εισέρχονται μετά τυμπάνων και σημαιών αναπεπταμένων ο
ΕΔΜΟΝΔΟΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, αξιωματικοί, στρατιώται κλπ.)
ΕΔΜ. (προς αξιωματικόν).
Μάθε, αν είναι σταθερός ο δούκας 'ς τους σκοπούς του
ή έχη πάλιν όρεξιν την γνώμην του ν' αλλάξη;
Είναι γεμάτος δισταγμούς κι' αλλάζει κάθε ώραν!
Επιθυμώ απόκρισιν οριστικήν να φέρης.
(Εξέρχεται ο αξιωματικός).
ΡΕΓ. Βεβαίως κάτι έπαθε 'ς τον δρόμον ο Οσβάλδος.
ΕΔΜ. Κ’ εγώ το υποπτεύομαι.
ΡΕΓ. Εδμόνδ' αγαπητέ μου,
τι δι εσένα μελετώ να κάμω, το γνωρίζεις.
'Πε μου...αλλά ειλικρινώς, — ειπέ μου την αλήθειαν...
Την αδελφήν μου αγαπάς;
ΕΔΜ. Την αγαπώ — εντίμως.
ΡΕΓ. Εκείνη σ' έδειξ' έρωτα ποτέ;
ΕΔΜ Τι υποψία!
ΡΕΓ. Σχέσιν δεν έλαβες μ’ αυτήν ερωτικήν;
ΕΔΜ. Ποτέ μου!
ΡΕΓ. Ω, την μισώ! Αν μ' αγαπάς, Εδμόνδε, μη την βλέπεις!
ΕΔΜ. Μη έχεις φόβον! Έρχονται ο άνδρας της κ' εκείνη.
(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ
και στρατιώται).
ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν).
Να μη τον πάρη άνδρα της, κι' ας χάσωμεν την μάχην!
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Αγαπητή μας αδελφή, μετά χαράς σε βλέπω. —
Εδμόνδε, εις την κόρην του ο βασιλεύς επήγε
με άλλους που απέλπισε του κράτους μας η βία.
Όπου δεν είναι η τιμή δεν είμ' εγώ ανδρείος.
Αν τώρα σύρω το σπαθί, τ' αποφασίζω μόνον,
διότι κατεπάτησε τον τόπον μας ο Γάλλος,
όχι διότι βοηθεί τον Ληρ, μαζί μ' εκείνους
που είχαν ίσως δίκαιον να επαναστατήσουν.