ΡΕΓ. Με όλα τα σωστά μου.

Πενήντ' ακόλουθοι! Και πώς! Τι θέλεις παρεπάνω;

Δεν φθάνουν τόσοι; Και αυτούς δεν 'ξεύρω τι τους θέλεις;

Έξοδον είναι περιττόν και κίνδυνος μεγάλος,

και είναι δύσκολον πολύ εις ένα σπίτι μέσα

τόσοι πολλοί να μαζευθούν και δυο να τους ορίζουν

χωρίς συχνά μαλλώματα. Αδύνατον το βλέπω!

ΓΟΝΕΡ. Και διατί, αυθέντα μου, να μη σε φθάνη τάχα

να έχης υπηρέτας σου τους ιδικούς της δούλους

ή τους δικούς μου;

ΡΕΓ. Διατί, αυθέντα μου, τω όντι;

Εάν τους εύρης αμελείς, τους βάζομεν εις τάξιν.

Αν τύχη κ' έλθης είς εμέ, (και 'σάν να το φοβούμαι)

εικοσιπέντε μοναχά παρακαλώ να φέρης.

Περισσοτέρους δεν χωρεί.

ΛΗΡ Σας έδωκα τα πάντα...

ΡΕΓ. Κι’ αλήθεια με την ώραν σου.

ΛΗΡ Σας έκαμα να είσθε

οι κηδεμόνες μου εσείς, εσείς οι φύλακές μου,

με μόνην επιφύλαξιν να έχω συνοδείαν,

τόσους ιππότας μου. Λοιπόν εικοσιπέντε μόνον

να έχω τώρα συγχωρείς, Ρεγάνη; Μου το είπες;

ΡΕΓ. Το ξαναλέγω. Δεν χωρούν πλειότεροι 'ς εμένα.

ΛΗΡ Κοντά εις τον χειρότερον μας φαίνεται να είναι

και ο κακός καλόκαρδος· κ' είδος επαίνου είναι

αν ημπορή κανείς 'να 'πή: έχει χειρότερόν του.

(Προς την Γονερίλην).

Είν' οι πενήντα σου διπλοί απ' τους εικοσιπέντε,

και μ' αγαπάς διπλά εσύ.

ΓΟΝΕΡ. Αυθέντα, άκουσέ με.

Εικοσιπέντε οπαδοί ή δέκα ή και πέντε,

εις τι θα σου χρειάζωνται, αφού θα ζης μαζί μας,

όπου θα έχης τους διπλούς 'ς τους ορισμούς σου πάντα;

ΡΕΓ. Και ένας τι χρειάζεται;

ΛΗΡ Μη θέλεις να μετρήσης

το πόσον μας χρειάζεται. Κι’ ο πάμπτωχος ζητιάνος

κάτι θα έχη περιττόν, όσον πτωχός κ' αν είναι.

Όσον η φύσις απαιτεί, αν δώσης εις την φύσιν,

τότε 'ς τον άνθρωπον αρκεί ό,τι αρκεί 'ς το ζώον.

Εσύ, είσαι αρχόντισσα· εάν διά το κρύον

με τόσην πολυτέλειαν το σώμα σου στολίζης.

η φύσις δεν χρειάζεται τα πλούσια στολίδια

αυτά, που είναι περιττά διά να σε ζεστάνουν.

Αν είν' ό,τι χρειάζεται και μόνον, δώσετέ μου

υπομονήν, ω ουρανοί! Υπομονή μου λείπει!

Εμπρός σας στέκω, ω θεοί, δυστυχισμένος γέρος,

από την λύπην μου βαρύς, καθώς κι' από τα χρόνια,

και εις τα δυο ελεεινός. Αν είναι θέλημά σας,

αν είσθε σεις που την καρδιάν αυτών των θυγατέρων

την στρέφετ' εναντίον μου, μη θέλετε και τόσον

να με απομαράνετε, ώστε να υποφέρω

ανάνδρως. — Όχι! Μ' ευγενή θυμόν γεμίσετέ με!

Μη θέλετε με δάκρυα, των γυναικών τα όπλα,

τα μάγουλά μου τ' ανδρικά να κηλιδώσω τώρα!

Όχι, ω στρίγλαις! Έχετε να πάθετ' απ' εμένα,

θα σας παιδεύσω και ταις δυο, ώστε ο κόσμος όλος...

θα κάμω πράγματα εγώ... Δεν 'ξεύρω τι θα είναι,

αλλά θα είναι πράγματα, οπού η γη να φρίξη!

Να κλαύσω περιμένετε; Α! όχι, δεν θα κλαύσω.

Να κλαίω έχω αφορμήν. Αλλά κομμάτια χίλια

να την ιδώ καλλίτερα να γίνη την καρδιάν μου,

παρά να κλαύσω! — τρελλέ, ο νους μου θα μου φύγη!

Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.

(Ακούεται τρικυμία μακρόθεν).

ΚΟΡΝ. Η τρικυμία προχωρεί. Εις τα σκεπά ελάτε.

ΡΕΓ. Εδώ το σπίτι είναι μικρόν με όλον του τον κόσμο!

δεν τον χωρεί τον γέροντα.

ΓΟΝΕΡ. Εάν στενοχωρήται

ποιος πταίει; — Πταίει μόνος του, ώστε καλά να πάθη.

ΡΕΓ. Μετά χαράς θα τον δεχθώ, ανίσως έλθη μόνος,

χωρίς κανέν' ακόλουθον.

ΓΟΝΕΡ. Αυτό κ' εγώ θα κάμω.

Πού 'πήγε ο Γλόστερ;

ΚΟΡΝ. Με τον Ληρ. Να, έρχεται οπίσω.

ΓΛΟΣΤ. (επιστρέφων)

Έξω φρενών ο βασιλεύς απ' τον θυμόν του είναι.

ΚΟΡΝ Και πού πηγαίνει;

ΓΛΟΣΤ. Τ’ άλογα επρόσταξε να φέρουν

πλην πού πηγαίνει, τ ’ αγνοώ.

ΚΟΡΝ. Ας κάμη, όπως θέλει.

Είναι ο κύριος αυτός.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Γλόστερ).

Μη τον παρακινήσης

να μείνη, ω αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Η νύκτα θα πλακώση,

ο άνεμος ελύσσιασε και φοβερά βοΐζει,

κ' εδώ ούτε χαμόδενδρον δεν έχει να τον κρύψη.

ΡΕΓ. Τον εαυτόν του αδικεί εκείνος που πεισμώνει,

κι' αν πάθη, τα παθήματα μαθήματ' ας του γίνουν!

Κλείσε την θύραν σου καλά, αυθέντα μου, διότι

έχει μαζί του φοβερούς κ' άγριους ακολούθους

και, — ευκολοαπάτητος εκείνος καθώς είναι. —

να τους αφήση είν άξιοι να κάμουν ό,τι θέλουν,

ώστε δεν είναι γνωστικόν κανείς να μη φοβήται.

ΚΟΡΝ. Κλείσε, αυθέντα μου. Σωστά σου είπεν η Ρεγάνη.

Τι τρικυμία φοβερά! Εις τα σκεπά ελάτε!

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος. Τρικυμία, αστραπαί και βρονταί.

(Εισέρχονται εκατέρωθεν Ο ΚΕΝΤ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν' εδώ; Ποιος παρεκτός απ' την κακοκαιρίαν;

ΙΠΠΟΤ. Ένας, που έχει 'ς την ψυχήν κ' εκείνος τρικυμίαν.

ΚΕΝΤ Σ' αναγνωρίζω, κύριε. — Ο βασιλεύς πού είναι;

ΙΠΠΟΤ. Με τα στοιχεία πιάνεται τα εξαγριωμένα·

κράζει 'ς τον άνεμον την γην να την καταποντίση,

ή τ' αφρισμένα κύματα να τα υψώση τόσον,

ώστε ν' αλλάξη ή να χαθή το σύμπαν! — Ξερριζώνει

τα κάτασπρά του μαλλιά, — και η ανεμοζάλη

τ' αρπάζει απ' τα χέρια του, τυφλή από την λύσσαν,

και τα σκορπά εδώ κ' εκεί! Εις τον μικρόκοσμόν του(29)

να ξεπεράση προσπαθεί την πάλην των στοιχείων.

Την νύκτ' αυτήν, που 'ς την σπηληά με άδεια τα

[βυζιά της

μένει η αρκούδα ήσυχη, — κ' οι πεινασμένοι λύκοι

κ' οι λέοντες απ' την βροχήν την τρίχα των φυλάγουν,

εκείνος περιφέρεται μ' ασκέπαστο κεφάλι

και εύχεται να ήρχετο συντέλεια του κόσμου!

ΚΕΝΤ Μόνος του είναι;

ΙΠΠΟΤ. Ο τρελλός με λόγια του αστεία

πασχίζει διασκέδασιν 'ς τον πόνον του να φέρη.

ΚΕΝΤ Γνωστός μου είσαι και τολμώ, διότι σε γνωρίζω,

κάτι πολύ σημαντικόν να πιστευθώ σ' εσένα.

Οι δύο δούκες σύγγαμβροι τα έχουν χαλασμένα,

αν και ακόμ' οι πονηροί την έχθραν των σκεπάζουν.

Αλλ' έχουν δούλους πονηρούς — (και ποίος δεν τους έχει

εάν θελήση τ' άστρο του να τον υψώση εις θρόνον;)

Αυτοί, κατάσκοποι κρυφοί, πληροφορούν τον Γάλλον

τι γίνεται ς' το κράτος μας, πώς τρώγονται οι δούκες,

πώς τυραννούν τον αγαθόν γέροντα βασιλέα,

και ίσως τον πληροφορούν κι' άλλους κρυφούς σκοπούς των.

Αλλ' εν τοσούτω έρχεται με δύναμιν ο Γάλλος

εις το βασίλειον αυτό το κατασπαραγμένον.

Η απρονοησία μας γίνετ' ωφέλειά του,

πολλούς λιμένας μας κρυφά τους έχει πατημένους,

και δεν θ' αργήση φανερά σημαίαν να υψώση.

Αν θέλης εις τα λόγια μου να δώσης, φίλε, πίστιν,

αμέσως τώρα κίνησε και πήγαινε 'ς το Δούβρον.

Κάποιος εκεί θα σε δεχθή και θα σε ευχαριστήση,

όταν ειπής καταλεπτώς τα όσα υποφέρει

ο βασιλεύς: τι βάσανα, τι λύπαις, τι φαρμάκια!

Εγώ, που βλέπεις, γέννημα και θρέμμα είμ' αρχόντων

και κάτι 'ξεύρω, που αυτήν την εντολήν σου δίδω.

ΙΠΠΟΤ. Σε ξαναβλέπω.

ΚΕΝΤ Όχι! Μη! — Διά να σ' αποδείξω

ότ' είμ' εγώ καλλίτερος απ' ό,τι με νομίζεις,

άνοιξ' αυτό μου το πουγγί και ό,τι έχει πάρτο. —

Την Κορδηλίαν αν ιδής, καθώς ελπίζω, φίλε,

το δακτυλίδι δείξε της αυτό εδώ, και τότε

το άγνωστόν μου όνομα θα μάθης απ' εκείνην.

Τι τρικυμία φοβερά! Θέλω τον Ληρ να εύρω.

ΙΠΠΟΤ. Δος μου το χέρι, φίλε μου. Άλλο να 'πής

δεν έχεις;

ΚΕΝΤ. Ολίγα έχω να ειπώ κ' έχω πολλά να κάμω.

Εγώ πηγαίνω απ' εδώ, πήγαιν' απ' άλλον δρόμον,

κι' όποιος τον Ληρ πρωτοϊδή τον άλλον ας φωνάξη.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έτερον μέρος της αυτής αδένδρου εξοχής.

Η τρικυμία εξακολουθεί.

(Εισέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΛΗΡ Φύσ', άνεμε, και μάνιζε, σκάσε τα μάγουλά σου!

Σεις, καταρράκται τ' ουρανού, ανοίξετε, χυθήτε,

και πνίξετε τους πύργους μας και τα καμπαναριά μας!

Και σεις, γοργαί 'σάν λογισμοί, φωτιαίς θειαφωμέναις

του δενδροσχίστη κεραυνού πρόδρομοι σεις, ελάτε,

ελάτε, καψαλίσετε τα κάτασπρά μου γένεια!

Και συ, του κόσμου χαλαστή, συ κεραυνέ, καταίβα,

κτύπα να κάμης πλακωτήν της γης την στρογγυλάδα,

και ράγισε της φύσεως και σπάσ' τα τα καλούπια,

ώστε η ζύμη να χυθή και σπόρος να μη μείνη,

και άνθρωπος αχάριστος να μη ξαναφυτρώση!

ΓΕΛΩΤ. Τι φωνάζεις, παππού να πέση και άλλη βροχή

ενώ γυρίζομεν έξω; Πήγαινε καλλίτερα μέσα να ζητήσης

να σ' ευλογήσουν οι θυγατέρες σου. Ούτε τρελλόν

ούτε φρόνιμον δεν λυπάται ο καιρός απόψε.

ΛΗΡ Πέφτε, βροχή! Χύνου, φωτιά! Αστροπελέκι, βρόντα!

Συ αστραπή κι εσύ βροντή και συ ανεμοζάλη,

δεν είσθε θυγατέρες μου. Με σας εγώ, Στοιχεία,

εάν με κατατρέχετε παράπονον δεν έχω.

Εις σας εγώ δεν έδωκα βασίλεια και θρόνον

παιδιά δεν σας ωνόμασα· δεν μου χρωστάτε χάριν.

Ελάτε, ξεθυμάνετε λοιπόν 'ς την κεφαλήν μου.

Ιδού, διασκεδάσατε! Στέκομ' εδώ εμπρός σας,

άρρωστος, έρημος, πτωχός και καταφρονημένος.

Αλλ' όμως καταμαρτυρώ την δουλοπρέπειάν σας

διότι ενωθήκετε με δυο αχρείαις κόραις

και κατατρέχετε και σεις και καταπολεμάτε

το παραγηρασμένο μου και κάτασπρο κεφάλι

Ω! Εντροπή σας (30)

ΓΕΛΩΤ. Όποιος έχει σπίτι να σκεπάση το κεφάλι του, έχει

καλό σκιάδι.

(Αδει).

Αν βάλης την ουρά σου 'ς τα ακεπά

και ασκέπαστο αφήσεις το κεφάλι,

θα σου τα πάρη τα δυο η ζάλη,

κι' αέρας το κορμί σου θα κτυπά.

Ανίσως το ποδάρι σου προσέχης

και να φροντίζης την καρδιάν ξεχνάς,

και πόνους εις τους κόλπους σου θα έχης,

Κι' αντί να έχεις ύπνο, θ' αγρυπνάς.

Διότι ακόμη δεν έγινε εύμορφη γυναίκα να μη κάμη

μορφασμούς εις τον καθρέπτην.

ΛΗΡ Όχι! Παράδειγμα εγώ υπομονής να γίνω

και ούτε λέξιν θα ειπώ.

(Εισέρχεται ο ΚΕΝΤ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν’ εκεί;

ΓΕΛΩΤ. Ποιος είναι;

Ένας σοφός κι ένας τρελλός.

ΚΕΝΤ Αυθέντα, εδώ είσαι;

Ως εκ του σκότους τα στοιχειά φοβούνται τέτοιαν

[νύκτα.

Και τα θηρία, που γυρνούν 'ς τα σκότη, ως κ' εκείνα

ο θυμωμένος ουρανός τα έχει τρομαγμένα

κ' εκρύφθηκαν 'ς τα σπήλαια! Ποτέ δεν ενθυμούμαι

τέτοιαις βρονταίς και αστραπαίς κι' αστροπελέκια

[τέτοια,

τόσην ροήν και βογκητόν βροχής κι' ανεμοζάλης!

Να υποφέρη δεν 'μπορεί το σώμα του ανθρώπου

τόσον πολύν κατατρεγμόν, ούτε τρομάρα τόσην!

ΛΗΡ Οι παντοδύναμοι θεοί, αυτοί που κάμνουν τούτον

τον τρομερόν κατακλυσμόν 'ς τους Ουρανούς επάνω,

ας ξεχωρίσουν εις την γην και τους εχθρούς των τώρα!

Εσύ, κακούργε που κρατείς εγκλήματα εντός σου

κρυμμένα κι' αμαστίγωτα από τον νόμον, τρέμε!

Κρύψου και συ, που έβαψες το χέρι σου 'ς το αίμα!

Και συ, επίορκε! Και συ, μοιχέ, όπου λαμβάνεις

το πρόσχημα της αρετής! Ραγίσου από φόβον

εσύ, που παραμόνευες κ' εκαιροφυλακτούσες,

επίβουλε, εις άνθρωπον το χέρι να σηκώσης!

Εβγάτ' απ' τον κρυψώνα σας, εγκλήματα κρυμμένα,

και ήμαρτον φωνάξετε εμπρός 'ς τους κατηγόρους

αυτούς εδώ τους φοβερούς! — Εγώ είμ' ένας γέρος

'λιγώτερον αμαρτωλός παρά αδικημένος!

ΚΕΝΤ Αλλοίμονον! Μ' ολόγυμνην την κεφαλήν!..Αυθέντα,

εδώ κοντά ευρίσκεται μία καλύβα, όπου

θα εύρης καταφύγιον απ' την ανεμοζάλην.

Έλα εκεί ν' αναπαυθής. Εγώ δε εις το σπίτι

πηγαίνω πάλιν το σκληρόν, — σκληρότερον ακόμη

κι' απ' τους λιθίνους τοίχους του, και όπου τώρ' ακόμη

απ' έξω μ' έκλεισαν, ενώ να σ' εύρω εζητούσα,

την θύραν του την άξενην 'πάγω να την ανοίξω

διά της βίας!

ΛΗΡ Ήρχισε ο νους μου να σαλεύη.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα εδώ, αγόρι μου. — Εκρύωσες, παιδί μου;

Κ' εγώ κρυώνω. Τ' άχυρο πού είναι; Δείξε μας το.

Είναι παράξενη πολύ η τέχνη της Ανάγκης·

τα τιποτένια πράγματα πολύτιμα τα κάμνει.

Πού είναι η καλύβα σου; Πτωχέ τρελλέ μου, έλα.

Έχω μιαν κώχην 'ς την καρδιά, που σε πονεί, τρελλέ μου!

ΓΕΛΩΤ. (άδων).

_Όποιος έχει ολίγον νουν, κι αν τον έχη,

όταν πέφτη η βροχή κι ο αέρας μπουμπουνά,

πρέπει 'ς την κακή του Μοίρα με υπομονήν ν' αντέχη,

επειδή χωρίς βροχή ούτε 'μέρα δεν περνά._

ΛΗΡ Καλά το είπες, ω τρελλέ. — Οδήγει 'ς την καλύβα.

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΚΕΝΤ).

ΓΕΛΩΤ. Ας ειπώ πριν φύγω μίαν προφητείαν.

_Χρήματα παπάδες όταν δεν θα παίρνουν,

όταν το κρασί δεν θα το δολώνουν

όταν δεν θ' αλλάζουν τους συρμούς οι ράπται,

κι όλ' οι δικηγόροι δίκαια θα λέγουν,

και κανένας νέος δεν θα κάμνη χρέη

κι' ούτε καμμιά γλώσσα θα κακολογή,

κι' όπου τρέχει κόσμος δεν θα τρέχουν κλέπται,

κι' όταν θα σκορπίζουν χρήματα 'ς τους δρόμους,

κι' όταν εκκλησίας μαυλισταί θα κτίζουν,

σύγχυσις μεγάλη τότε θα επέλθη

εις της Αλβιόνος το βασίλειον.

Όποιος ζήση τότε έχει να ιδή

ότι με τα πόδια θα βαδίζουν τότε.

θα τα προφητεύση ο Μερλίνος ταύτα. (31)

Πριν εκείνος έλθη, έζησα εγώ._

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ.

(Εισέρχονται Ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο

ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον, Εδμόνδε, αυτά τα φερσίματα είναι

παρά φύσιν. Όταν τους εζήτησα την άδειαν να τον

ευσπλαγχνισθώ, μου αφήρεσαν πάσαν εξουσίαν μέσα

εις το σπίτι μου. Μ' επρόσταξαν να μη αναφέρω ούτε

το όνομά του, να μη μεσιτεύσω δι' αυτόν ούτε ποτέ

να τον βοηθήσω με κανένα τρόπον ει δε μη, θα χάσω

διά παντός την εύνοιάν των.

ΕΔΜ. Και τω όντι παρά φύσιν και απάνθρωπα!

ΓΛΟΣΤ. Μη σε μέλει! — Μη τύχη και ειπής λέξιν. Οι

δούκες εμάλλωσαν. Τρέχει και κάτι χειρότερον ακόμη.

Έλαβα γράμμα απόψε.. Να μη μας ακούση κανείς.

Το εκλείδωσα το γράμμα. — Έρχεται η ώρα να

πληρωθούν τα όσα ο βασιλεύς υπέφερεν απ' αυτούς!

Το στράτευμα ήρχισε να φθάνη. Το καθήκον μας είναι

να πάρωμεν του βασιλέως το μέρος ημείς. Πηγαίνω

να τον εύρω κρυφά και να τον βοηθήσω. Εσύ πήγαινε

εις τον δούκα και ομίλησε μαζί του, ώστε να

μη το πάρη είδησιν ότι λείπω. Αν σ' ερωτήση πού

είμαι, ειπέ ότι είμαι άρρωστος και επλάγιασα. — Και

με την ζωήν μου αν έχω να το πληρώσω, όπως μ'

εφοβέρισαν, θα τον βοηθήσω τον γέροντα κύριόν μου,

τον βασιλέα μου! Έχουν να γίνουν παράδοξα πράγματα,

Εδμόνδε, πρόσεχε, σε παρακαλώ!

(Εξέρχεται).

ΕΔΜ. Αυτήν σου την ευγένειαν ο δούκας θα την μάθη

αμέσως τώρα. Θα του 'πω και δι' αυτό το γράμμα..

Νομίζω η εκδούλευσις ανταμοιβήν ν' αξίζη,

του δε πατρός μου ο χαμός είναι 'δικόν μου κέρδος.

Ο νέος ανυψώνεται, όταν ο γέρος πέση!

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εξοχή. Καλύβη εν τω μέσω αυτής — Η τρικυμία

εξακολουθεί.

(Εισέρχονται Ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΚΕΝΤ Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα.

Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν,

δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη;

ΛΗΡ Άφησέ με.

ΚΕΝΤ Έμβα, αυθέντα.

ΛΗΡ Την καρδιάν να μου ραγίσης θέλεις;

ΚΕΝΤ Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να σπάσω την 'δικήν μου!

Έμβα, αυθέντα μου καλέ.

ΛΗΡ Εσύ πολύ το έχεις

η τρικυμία η φρικτή αυτή να μας μουσκεύη.

Και έχεις δίκαιον, εσύ. Αλλ' όμως, όπου είναι

πόνος μεγάλος 'ς της καρδιάς τα βάθη ριζωμένος,

ο πόνος ο μικρότερος εντύπωσιν δεν κάμνει (32).

Αν 'δής αρκούδα, θα κρυφθής. Αλλ' αν, ενώ την φεύγεις,

αγριευμένον πέλαγος εμπρός σου αντικρίσης,

θα προτιμήσης να στραφής 'ς τα 'δόντια της αρκούδας.

Όπου νους ήσυχος, εκεί ευαίσθητον το σώμα.

Αλλά εγώ εις την ψυχήν ανεμοζάλην έχω,

που κάθε άλλο αίσθημα και πόνον καταπνίγει,

εκτός ενός, οπού πονεί εδώ.., Αχαριστία,

αχαριστία των παιδιών προς τον πατέρα! Ήγουν,

σαν νάθελε το στόμα μου το χέρι να σπαράξη,

οπού του δίδει την τροφήν! Αλλά θα τας παιδεύσω!

Δεν χύνω άλλα δάκρυα... Ω! Να με κλείσουν έξω

τέτοιαν νυκτιά!... Πέφτε, βροχή! Πέφτε, βροχή,

[κι' αντέχω!

Τέτοιαν αλύπητην νυκτιά! Ρεγάνη, Γονερίλη,

εμένα; τον πατέρα σας; που μ' όλην την καρδιάν μου

τα πάντα σας εχάρισα;... Ας μη το συλλογούμαι,

μη με αυτήν την συλλογήν χάσω τα λογικά μου!

Αρκεί! Αρκεί!

ΚΕΝΤ Παρακαλώ, έμβα εδώ, αυθέντα.

ΛΗΡ Πήγαινε συ ν' αναπαυθής. Εγώ 'ς την τρικυμίαν

ευρίσκω διασκέδασιν. Μου 'βγάζει απ' τον νουν μου

εκείνα που θα μ' έβλαπταν πλειότερον ακόμη.

Αλλ' ας έμβω.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα συ, παιδί μου· έμβα πρώτος·

έλα, ω άστεγε πτωχέ! Θα 'πώ την προσευχήν μου

και ύστερα θα κοιμηθώ.

(Εισέρχεται Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ εις την καλύβην).

ΛΗΡ Εσείς, ξεγυμνωμένοι,

εσείς, πτωχοί ελεεινοί, που τ' άσπλαγχνα Στοιχεία

σας δέρνουν τώρ' αλύπητα, πώς θα σας προφυλάξουν

απ' τον ανεμοστρόβιλον τα τρύπια σας κουρέλια,

τα πεινασμένα σας πλευρά, τ' ασκέπαστα κεφάλια;

Ω! Δι' αυτά προτίτερα μου έμελλε ολίγον

Πιέ το και συ το ιατρικόν, εσύ, Μεγαλειότης, —

τα όσα πάσχουν οι πτωχοί και συ δοκίμασέ τα,

διά να ρίχνης εις αυτούς τα περισσεύματά σου,

και να ιδούν 'ς τον ουρανόν κι' αυτοί δικαιοσύνην!

ΕΔΓΑΡ (εντός της καλύβης).

Ω! είναι μια 'μιση οργυιά, μια και μισή! (33)

(Εξέρχεται εκ της καλύβης έντρομος ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤ. Παππού μου,

έχει δαιμόνια εκεί, μη τύχη κ' έμβης μέσα!

βοήθεια!

ΚΕΝΤ Δος το χέρι σου. — Μέσα εκεί ποιος είναι;

ΓΕΛΩΤ. Δαιμόνιον! Δαιμόνιον!

ΚΕΝΤ (προχωρών προς την θύραν της καλύβης).

Εσύ τι πράγμα είσαι,

που μέσα 'ς τ' άχυρα βογκάς; Ποιος είσαι; Έβγα έξω!

(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος ως παράφρων).

ΕΔΓΑΡ Φευγιό! φευγιό! Ο Σατανάς μ' επήρε το κατόπιν.

»Μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει!«

Ζεστοκοπήσου, αν 'μπορής, 'ς το κρύο σου κρεββάτι.

ΛΗΡ Και συ 'ς τας θυγατέρας σου εχάρισες τα πάντα,

ώστε κατήντησες εδώ;

ΕΔΓΑΡ Ποίος θα τον ελεήση τον τρελλόν; Τον έκαμαν τα

δαιμόνια κ' επέρασε φωτιαίς και φλόγες, ρευματιές και

καταβόθραις, βάλτους και βούρκους. Του έβαλαν

μαχαίρια κάτω από το προσκέφαλό του και σχοινιά κάτω

από το στασίδι του (34). Του έρριξαν ποντικοφάρμακο

μέσα εις το φαγί του. Του εφούσκωσαν τα μυαλά και

τον έκαμαν να καβαλλικεύση κόκκινο άλογο και να

περνά γεφύρια, τέσσαρα δάκτυλα στενά, και να κυνηγά

τον ίσκιο του, ωσάν να ήθελε να πιάση ένα προδότην. —

Ο Θεός να σου φυλάγη και τας πέντε σου

αισθήσεις. — Ο τρελλός κρυώνει. Ω! το τέ, το τέ,

το τέ! — Ο θεός να σε φυλάγη από ανεμοστρόβιλον,

από αστεροκτύπημα και από βάσκαμμα! Ελέησέ

τον τον τρελλόν, οπού τον βασανίζουν τα δαιμόνια,

Να τα! Εδώ είναι τώρα, κ' εκεί, κ' εδώ!

Η τρικυμία εξακολουθεί.

ΛΗΡ Αι θυγατέρες του τον έφεραν και τούτον εις αυτήν την

κατάστασιν; — Όλα ταις τα έδωκες; Δεν εκράτησες

τίποτε διά τον εαυτόν σου;

ΓΕΛΩΤ. Εκράτησεν ένα χράμι. Ει δε, θα ήτον εντροπή,

να τον βλέπωμεν.

ΛΗΡ Όσα κι' αν κρέμανται δεινά επάνω 'ς τον αιθέρα

να τιμωρήσουν έτοιμα τα κρίματα του ανθρώπου,

να πέσουν εις ταις κόραις σου!

ΚΕΝΤ Κόραις αυτός δεν έχει.

ΛΗΡ Σου πρέπει, ψεύτη, θάνατος! Τι άλλο ημπορούσε,

εκτός παιδί αχάριστο, εδώ να τον κρημνίση;

Συρμός μην είναι, οι γονείς οι αποκηρυγμένοι

να μην ευρίσκουν έλεος 'ς την ίδιαν των την σάρκα;

Τ' αξίζουν να παιδεύωνται· διότι πελεκάνους (35)

εγέννησεν η σάρκα των και όχι θυγατέρας!

ΕΔΓΑΡ Επελεκούσε πέτραις πετροπελεκητής,

Αλλοί, αλλού, αλλοί, αλλοί, αλλού! (36)

ΓΕΛΩΤ. Το κρύο το αποψινό θα μας κάμη όλους να τα χάσωμεν.

ΕΔΓΑΡ Φυλάγου από κακά δαιμόνια. Τίμα τους γονείς σου.

Βάστα τον λόγον σου. Μη επιορκήσης. Μη μοιχεύσης.

Μη επιθυμήσης ματαιότητα... Κρυώνει ο τρελλός.

ΛΗΡ Τι έκαμνες προτίτερα;

ΕΔΓΑΡ Έκαμνα την αγάπην και ήμουν φανταγμένος και

σώμα και ψυχήν. Εσγούραινα τα μαλλιά μου, είχα

'ς το σκιάδι μου το χειρόφτι της αγαπητικής μου και

ευχαριστούσα τας επιθυμίας της. Κάθε μου λέξις ήτο

και όρκος, και τον επατούσα αμέσως ενώπιον του

Ουρανού. Αγαπούσα πολύ το κρασί· και ακόμη

περισσότερον τα τυχηρά παιγνίδια. Εξεπερνούσα και

Τούρκον εις την ερωτομανίαν. Είχα καρδίαν άπιστου, αυτί

προδότου, χέρι φονηά. Ήμουν χοίρος εις την ακαμωσιά,

αλωπού εις την κατεργαριά, λύκος εις την αχορταγιά,

σκύλος εις το λύσσασμα, λέων 'ς το κυνήγημα. Κύτταξε

μη σε πλανέση τρίξιμο παπουτσιού ή μεταξωτού

φορέματος και πέσης εις χέρια γυναικός. Έχε μακρυά

από καταγώγια το ποδάρι σου και το χέρι σου έξω

από κατάστιχα τοκογλύφων, και τότε, δεν έχεις να

φοβηθής τα δαιμόνια. Και όμως,

μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει.

Φωνάζει σουμ, μουμ, νονί! Δέλφινα, παιδί μου, παιδί

μου, σέσα! (37) Άφες τον κι' ας τρέχη.

(Η τρικυμία εξακολουθεί).

ΛΗΡ Καλλίτερα να σ' εσκέπαζεν η πλάκα του τάφου, παρά

να υποφέρης μ' ασκέπαστο κεφάλι των Ουρανών την

καταδρομήν! — Αυτό λοιπόν είναι ο άνθρωπος; Ιδέ τον!

Εσύ δεν χρεωστείς ούτε μετάξι εις σκουλήκι ούτε δέρμα

εις ζώον ούτε μαλλί εις πρόβατον ούτε μυρωδικό εις

μοσχοποντικόν! Ημείς οι τρεις είμεθα τεχνητοί άνθρωποι.

Συ είσαι ο φυσικός! Ο σωστός άνθρωπος είναι

καθώς εσένα· είναι ζώον γυμνόν και κακορρίζικον,

— δικράνι και τίποτε περισσότερον! (Σχίζων τα φορέματά

του). Έξω, έξω τα περιττά!· Έλα ξεκούμβωσέ με.

ΓΕΛΩΤ. Ησύχασε, παππού. Ησύχασε και δεν είναι καιρός

διά κολύμβημα. Αν είχαμεν ολίγην φωτιάν εις αυτόν

εδώ τον αγριόκαμπον, θα ήτον ωσάν την καρδιάν ενός

παραλυμένου γέρου: — μια μικρή σπίθα εις ένα μέρος

και όλον το επίλοιπον σώμα παγωμένον. — Κύτταξε

εκεί! Μια φωτιά περπατεί κ' έρχεται κοντά μας. (38)

ΕΔΓΑΡ Δαιμόνιον είναι αυτό που έρχεται! Το βλέπεις;

Εβγαίνει έξω, αφού σημάνη ο εσπερινός, και περπατεί

έως, να πρωτοκράξη ο πετεινός. Αυτό φέρνει

τον καταρράκτην και το αλλοιθώρισμα και τα λαγώχειλα.

Αυτό σαπίζει το σιτάρι και βασανίζει τα δυστυχισμένα

πλάσματα της γης! (39)

ΚΕΝΤ Πώς είσαι, αυθέντα μου;

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ φέρων δάδα).

ΛΗΡ Ποίος είναι αυτός;

ΚΕΝΤ Ποίος είν' εκεί; Τι θέλεις εδώ;

ΓΛΟΣΤ. Τι άνθρωποι είσθε σεις; Πώς σας λέγουν;

ΕΔΓΑΡ Εγώ είμαι ο καϋμένος ο τρελλός, οπού τρώγει

βαθρακούς και σαμμιαμίθια· που, όταν τον βασανίζουν

τα δαιμόνια και τον φρενιάζουν, τρώγει την σβουνιά

και ποντικούς και πνιγμένους σκύλους και πίνει την

πράσινην σκέπην από τα στεκάμενα νερά· που τον

διώχνουν με ραβδισμούς από ενορίαν εις ενορίαν και

τον καθίζουν εις τον φάλαγγα και εις την φυλακήν.

και όμως ήτο καιρός που είχε τρεις φορεσιάς ν'

αλλάξη κ' έξ υποκάμισα και άλογο να καβαλλικεύη

και σπαθί εις την μέσην του.

_Όμως ποντικοί κι άλλα των αλλών

τώρα επτά χρόνια τρέφουν τον τρελλόν_

Φυλάξου από αυτόν, που με κυνηγά. Ησύχασε,

δαιμόνιον! Σιώπα!

ΓΛΟΣΤ. 'Σ αυτήν εδώ την συντροφιάν κατήντησες, αυθέντα;

ΕΔΓΑΡ Είναι τρανός και φοβερός ο βασιλεύς του σκότους.

Μοδόν τον λέγουν και Μαχού! (40)

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα, τα παιδιά μας,

η σάρκα και το αίμα μας, επήραν κακόν δρόμον

και κατατρέχουν τους γονείς!

ΕΔΓΑΡ Αχ! ο τρελλός κρυώνει!

ΓΛΟΣΤ. Έλα μαζί μου. Δεν 'μπορώ εγώ να υπακούσω

'ς τ' απάνθρωπα προστάγματα των δυο σου θυγατέρων.

Μ' επρόσταξαν, αυθέντα μου, να σε αφήσω έξω

εις της νυκτός το έλεος και της ανεμοζάλης.

Πλην δεν τας ελογάριασα, κ' ήλθα εδώ να σ' εύρω

κ' εις μέρος όπου φαγητόν και ζέστη σε προσμένει

να σ' οδηγήσω.

ΛΗΡ Άφησε να ομιλήσω πρώτα

με τούτον τον φιλόσοφον. — Παρακαλώ, ειπέ μου,

ο κεραυνός πώς γίνεται;

ΚΕΝΤ Την προσφοράν του δέξου

και πήγαινε, αυθέντα μου, εκεί όπου σου λέγει.

ΛΗΡ Θα 'πω με τούτον τον σοφόν Θηβαίον δύο λόγια,

— Ειπέ μου, τι εσπούδασες;

ΕΔΓΑΡ Τον διάβολον να φεύγω

και να σκοτώνω ποντικούς.

ΛΗΡ Να σ' ερωτήσω θέλω

κάτι κρυφόν.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ).

Ω, πείσε τον να σε ακολουθήση,

καλέ μου άρχον! Ήρχισε ο νους του να σαλεύη.

ΓΛΟΣΤ. Και μη δεν έχει αφορμήν; Τον θάνατόν του θέλουν

αι δύο θυγατέρες του! — Αχ, Κεντ καλέ, πού είσαι;

Καλά τα επρομάντευες, εξόριστε καϋμένε! —

Του βασιλέως μας ο νους εσάλευσε, μου λέγεις·

αλλά κ' εγώ που σου 'μιλώ να τρελλαθώ κοντεύω.

Ο υιός μου... πλην τον έδιωξα! Παιδί μου δεν τον

[θέλω!

Να με σκοτώση 'θέλησε. Τον αγαπούσα, φίλε,

δεν δύναται πλειότερον πατέρας ν' αγαπήση!

Αληθινά η λύπη μου εσάλευσε τον νουν μου

(Τρικυμία).

Ω! τι νυκτιά! Παρακαλώ, αυθέντα, άκουσέ με

ΛΗΡ Συμπάθησέ με. — Λέγε συ, καλέ φιλόσοφέ μου.

ΕΔΓΑΡ Ω! πώς κρυώνει ο τρελλός!

ΓΛΟΣΤ.(Προς τον Έδγαρ).

Εις την καλύβα μέσα

πήγαινε συ, να ζεσταθής.

ΛΗΡ Όλοι εκεί ελάτε!

ΚΕΝΤ. Έλ' απ' εδώ, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Μ' αυτόν εγώ πηγαίνω·

μαζί με τον φιλόσοφον.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ).

Ας γίνη ό,τι θέλει.

Άφησ' αυθέντα μου, κι' αυτόν μαζί του να τον πάρη.

ΓΛΟΣΤ. (προς τον Ληρ).

Εάν τον θέλης, πάρε τον.

ΚΕΝΤ (προς τον Έδγαρ).

Έλα και συ μαζί μας.

ΛΗΡ Έλ', Αθηναίε!

ΓΛΟΣΤ. Σιωπή! Σιγά, σιγά! Ελάτε!

ΕΔΓΑΡ

_Και ήτον 'ς τον πύργον σκοτάδι πυκνό,

κ' εμβαίνει και κράζει: ω φάι, φουμ, φω,

ανθρώπινο αίμα μυρίζει εδώ!_

(Εξέρχονται.)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ.

(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΟΡΝ. Θα τον εκδικηθώ πριν φύγω απ' εδώ!

ΕΔΜ. Τρομάζω, αυθέντα μου, όταν συλλογίζομαι πόσον θα

κατηγορηθώ, διότι εθυσίασα εις το καθήκον τα αισθήματά

μου.

ΚΟΡΝ. Το βλέπω τώρα, ότι δεν ήτο μόνον η φυσική του

αδελφού σου κακοήθεια, εάν ηθέλησε να σκοτώση τον

πατέρα του. Η κακία του πατρός σου του έδωκεν

αφορμήν.

ΕΔΜ. Πώς με κατατρέχει η τύχη! Να μετανοώ, διότι κάμνω

εκείνο, το οποίον έχω χρέος να κάμω!... Ιδού

το γράμμα, οπού μου έλεγε. Αυτό αποδεικνύει, ότι

είναι συνεννοημένος και σύμφωνος με τον Γάλλον. Ω

θεοί! Ας μην εγίνετο η προδοσία αύτη. Ή τουλάχιστον,

ας μην είχα εγώ να την καταδώσω!

ΚΟΡΝ. Έλα μαζί μου εις την δούκισσαν.

ΕΔΜ. Εάν είναι αληθινά όσα γράφει εδώ, το πράγμα είναι

σπουδαίον.

ΚΟΡΝ. Αληθινά ή ψεύματα, αυτά σ' έκαμαν εσένα κόμητα

του Γλόστερ. Εξέτασε να μάθης πού είναι ο πατέρας

σου διά να τον συλλάβωμεν.

ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν).

(Αν τον εύρουν, ενώ βοηθεί τον βασιλέα, θ' αυξήσουν

αι υποψίαι εναντίον του). — Θα κάμω το χρέος μου,

αυθέντα, όσον και αν με καίη ο πόλεμος μεταξύ χρέους

και συγγενείας.

ΚΟΡΝ. Έχω όλα τα πιστά εις εσένα, και θα εύρης εις εμέ

πατέρα καλλίτερον από εκείνον οπού σ' εγέννησε.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Θάλαμος εν οικία αγροτική, πλησίον

του μεγάρου Γλόστερ.

(Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

και ο ΕΔΓΑΡ).

ΓΛΟΣΤ. Εδώ είναι καλλίτερα παρά έξω εις τ' ανοικτά.

Ευχαριστήσου με το ολίγον, αυθέντα μου. Θα προσπαθήσω

να σου προμηθεύσω κάποιαν ανάπαυσιν,

όπως ειμπορέσω, Δεν θ' αργήσω να επιστρέψω.

ΚΕΝΤ Δεν ημπόρεσε ο νους του ν' αντέξη εις τα όσα υπέφερε.

— Οι θεοί, φίλε, να σου πληρώσουν την καλωσύνην σου.

(Εξέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΕΔΓΑΡ Ο Σατανάς με φωνάζει και μου λέγει, ότι ο Νέρων

ψαρεύει εις την λίμνην του σκότους. — (Προς τον

Γελωτοποιόν). Εσύ, αθώε, κάμε την προσευχήν σου και

φυλάγου από τα δαιμόνια.

ΓΕΛΩΤ. Ειπέ μου, παππού, τι πράγμα είναι ο τρελλός;

Είναι από το αρχοντολόγι ή από τον λαόν;

ΛΗΡ. Είναι βασιλεύς! Βασιλεύς!

Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ · 第 3 / 8 段