ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL)

Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον,

δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν

μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την

τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει.

Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν

είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη.

Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή

του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις

περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται

όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το

εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν

χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την

αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων

και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν

ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει

μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας

χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς

του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ

της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν

αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο

άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις

αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία

να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της

ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε

την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την

δημιουργίαν της αξίας.

Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα

προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον

δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail).

Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και

διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου,

εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις

κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του

χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα,

δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των

εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως

ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της.

Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν

ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της

κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη,

δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως,

του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος

εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται.

Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως

αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα.

Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της

εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον

χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός,

πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος

εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να

μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις

τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής

ιδιοκτησίαν του.

Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν'

αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας

ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία

επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση

εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις

ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του.

Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής

του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας

ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση

υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων

της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν

δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να

επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι

περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς

του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να

καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν

τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν

να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον

χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως.

Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος

του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον &ελεύθερον εργάτην&, και

ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον

ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του

εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να

είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των

αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως.

Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν

της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής

το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον,

μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π.

δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί

της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις

η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον

ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν

συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι

της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των

εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα

ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη

αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την

εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος,

περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ

αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43).

Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το

εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς

καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου

εργασίας.

Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της

κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς

όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου.

Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν

του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή

διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο

αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής

δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά

την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική

δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των

αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει.

Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς

της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή

αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου,

δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά

είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως

(44).

Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να

επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος

και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι

αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής.

Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η

κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς

ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών

αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν

προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του

πολιτισμού.

Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν

περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να

εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των

απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει

αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως

αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των

άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία

αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη.

Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους

συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή

του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται

αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας

η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν'

αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων

των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως,

περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή

των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών

καταστή αιώνιος εις την αγοράν.

Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε

ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος

εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς

ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και

αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις

εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά

το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως.

Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν

εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά

την παραγωγήν της.

Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον

ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των,

δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον

εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ.

την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό

της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα,

ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν

ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς,

άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ'

οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το

διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε

κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την

διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην

ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β,

την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των

εμπορευμάτων τούτων θα είναι:

365 Α + 52 Β + 4 Γ

__________________ κ. λ. π.

365

Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην

ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν

τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα

εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το

ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν

παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν

ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν

ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός

σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο

ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί

τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος

ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον

καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην.

Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται

εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή

εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να

ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του

εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω

της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία

παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας,

διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα.

Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν

δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του

έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει

ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει

χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από

καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν

του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν

φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά

την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και

συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε

μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι

τίποτε.

Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν

παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα

βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική

δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της

λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της

εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον

κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να

καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν

μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον

αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν

είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος

πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων.

Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν

τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου

τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των

προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την

ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι

συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η

κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου

εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα

εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του

κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα

το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά

να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της

παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: &no

admittance except on business&. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς

παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η

δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου

κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή.

Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η

πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς

αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου.

Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο

Beutham.

&Ελευθερία&! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός

εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον

με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα

ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το

ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν

νομικήν έκφρασιν.

&Ισότης&! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του

εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου.

&Ιδιοκτησία&! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί.

&Beutham&! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του

εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και

φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του

ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος

σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και

ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των

πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας,

εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται

συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 16 / 26 题