Κι' όταν πια τέλος χόρτασαν καλά με φαγοπότι,

ο γέρος του Πηλιά το γιο καμάρωνε, πώς είταν

λαμπρός μεγάλος! λες θεό πως έμιαζε ίσα πέρα. 630

Και πάλε αφτός τον Πρίαμο καμάρωνε, θωρώντας

την όψη την αρχοντικιά, τα λόγια του αγρικώντας.

Μα τέλος πια σα χόρτασαν με το να βλέπουνται έτσι,

πρώτος τότε ο θεόμορφος γιος είπε του Δαρδάνου

«Μη, θεοπαίδι, τώρα αργείς, μον πες τους να μου στρώσουν, 635

για να χαρούμε μια σταλιά και το γλυκό τον ύπνο.

Τι απ' όντας βρήκε θάνατο με το σπαθί σου ο γιος μου,

στιγμή κάτου απ' τα βλέφαρα δε μούκλεισαν τα μάτια,

μον κλαίω στενάζω, τις πολλές τις πίκρες μου αναδέβω,

κι' όξω κυλιούμαι στα σβουνιά μες στης αβλής το γύρο. 640

Τώρα να κι' έφαγα ψωμί και μούβρεξε τα χείλια

λίγο κρασάκι· μα όμως πριν δεν είχα αγγίξει στάλα.»

Είπε, κι' αφτός τους παραγιούς προστάζει και τις σκλάβες

στο λιακωτό να βάλουνε κλινάρι, και να στρώσουν

όμορφα κόκκινα χαλιά, ν' απλώσουν αντρομίδες, 645

κι' απάνου σκέπασμα σγουρές να βάλουνε φλοκάτες.

Κι' έβγαιναν απ' τη σάλα αφτές στα χέρια φως κρατώντας,

κι' αμέσως — κάνοντας γοργά — τους στρώνουν διο κλινάρια.

Τότες του λέει ο Αχιλιάς γλυκόλαλα του γέρου

«Να, γέρο μου, όξω πλάγιασε, μην τύχει και προβάλει 650

κανείς εδώ άξαφνα αρχηγός, γιατί έρχουνται πολλοί τους

κι' αντάμα εδώ σαν αδερφοί κάθε δουλιά μιλάμε.

Όπιος τους μες στη φτερωτή μελανοφόρα νύχτα

σε δει, θαν το προφτάσει εφτύς του βασιλιά Αγαμέμνου,

και πια το να δοθεί ο νεκρός αναβολές θ' αρχίσουν. 655

Μον έλα πες μου τώρα αφτό και μίλα την αλήθια·

:πόσον καιρό τον Έχτορα σκοπό 'χεις να θρηνήσεις,

που ως τότε εγώ με το στρατό να μην ανοίξω μάχη.»

Τότε απαντά ο θεόμορφος γιος του Δαρδάνου κι' είπε

«Α θες το ξόδι του, όπως λες, του γιου μου ν' αποσώσω, 660

γιε του Πηλιά, έτσι κάνε μου και θα σχωρνώ σε πάντα.

Τι ξέρεις, μες στο κάστρο εμείς κλεισμένοι, και τα ξύλα

στο λόγγο αλάργα κι' ο λαός βαριά 'ναι φοβισμένος.

Μέρες εννιά το λείψανο θα κλαίμε μες στον πύργο,

στις δέκα θαν το θάψουμε και θα δειπνήσει ο κόσμος, 665

τη μέρα την εντέκατη θα στήσουμε το μνήμα·

κατόπι πολεμούμε πια αφού το θέλει η τύχη.»

Τότε ο γοργός του μίλησε γιος του Πηλιά και τούπε

«Ναι, γέρο μου, ας γενεί κι' αφτό καθώς ορίζεις, έτσι·

τι μέρες δώδεκα, όπως λες, κοντάρι δεν θα πιάσω.» 670

Είπε και τότες τούπιασε το χέρι το δεξύ του

εκεί στο χτένι, μην τυχόν και βάλει ο νους του φόβους.

Κι' εκείνοι οι διο στο πρόσπιτο, ο βασιλιάς κι' ο κράχτης,

πλαγιάζουν, κι' είχε συλλογές ο νους τους και φροντίδες.

Μα ο Αχιλέας πλάγιασε στης στερεής καλύβας 675

το βάθος, κι' η ροδόθωρη κοντά του η Βρισοπούλα.

Κι' οι άλλοι αθάνατοι θεοί κι' οι άντρες, καρωμένοι

από βαθύ ύπνο μαλακό, κοιμούντανε όλη νύχτα·

μα του Ερμή τ' αργοφονιά δεν του κατέβαιν' ύπνος,

τι όλο λογάριαζε το πώς να βγάλει οχ τα καράβια 680

το γέρο Πρίαμο, κλεφτά απ' των φρουρών το λόχο.

Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει και του κάνει

«Γέρο, το βλέπω, οι συφορές δε σε τρομάζουν, που έτσι

κοιμάσαι ακόμα από πολλούς οχτρούς τριγυρισμένος,

τι ο Αχιλέας σ' άφισε. Και τώρα ναι τον πήρες 685

το γιο σου αδρά πλερώνοντας, μα εσένα ο Αγαμέμνος

κι' οι Δαναοί αν σε νιώσουνε, σαν τρίδιπλα οι δικοί σου

οι γιοι ίσως δώσουν, ζωντανό για να σε πάρουν πίσω.»

Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε κι' εφτύς ξυπνάει τον κράχτη.

Τ' άλογα τότες ο Έρμης τους ζέβει και μουλάρια, 690

και μόνος του ίσα τα χτυπάει κατά τον κάμπο πέρα

γοργά γοργά, χωρίς ψυχή να νιώσει πως περνούσαν.

Μα όταν στον πόρο φτάσανε τ' ασώπαστου Σκαμάντρου,

τ' ώριου ποτάμου πούκανε ο βροχοδότης Δίας,

τότε ο Έρμης τους άφισε στον Έλυμπο να σύρει,

και βγήκε η ρόδινη η αβγή τους κάμπους να φωτίσει. 695

Κι' εκείνοι οι διο με κλάματα και δάκρια προχωρούσαν

κατά την Τρία με το νεκρό μες στο πανώριο κάρο.

Και δεν τους είδε πριν κανείς, θες άντρας θες γυναίκα,

παρά η Κασσάντρα η όμορφη σα χρυσωπή Αφροδίτη

στην άκρη ανέβη και θωράει το γέρο της πατέρα 700

όρθιο με τον καλόφωνο μέσα στ' αμάξι κράχτη,

και το νεκρό 'δε πούφερναν τα διο μουλάρια πίσω

στο στρώμα απάνου πλαγιαστό. Και μπήγει εφτύς το κλάμα

και κράζει με ξεφωνητά σ' όλη τη χώρα κάτου

«Άντρες γυναίκες, τρέξτε εφτύς τον Έχτορα να δείτε...

Πασίχαρι αχ τον βλέπατε σα γύριζε οχ τη μάχη 705

σ' άλλους καιρούς, τι του λαού χαρά 'ταν και καμάρι.»

Είπε, κι' αφτού δεν έμεινε ψυχή — γυναίκα ή άντρας —

στη χώρα, τι όλους έπιασε αβάσταχτη σα λύπη,

μον παν τους σμίγουν στο πορτί με το νεκρό στο κάρο.

Πρώτες στο κάρο χύθηκαν μαδώντας τα μαλλιά τους 710

η μάννα κι' η γυναίκα του, και το νεκρό κεφάλι

κρατούσαν· κι' έκλαιγε ο λαός τριγύρω πυκνωμένος.

Εκεί όλη μέρα το νεκρό ως να βουτήξει ο ήλιος

με δάκρια θάκλαιγαν πικρά μπροστά στο καστροπόρτι,

μόνε απ' τ' αμάξι φώναξε σ' όλους τριγύρω ο γέρος 715

«Κάντε μου τόπο να διαβούν τ' αμάξια, και κατόπι

χορταίνετε όλοι κλάψιμο όταν τον πάω στον πύργο.»

Είπε, κι' αφτοί παραμερούν κι' αφίνουν να περάσει.

Έτσι σαν πήγαν το νεκρό στον όμορφό του πύργο,

τον πήραν και τον έβαλαν στο τορνεφτό κλινάρι,

κι' άρχισε εκεί των γυναικών το μοιρολόϊ τριγύρω. 720

Κι' η Αντρομάχη η λυγερή το κλάμα αρχίζει πρώτη, 723

την κεφαλή του Έχτορα στα χέρια της κρατώντας

«Άντρα μου, νιος μου χάθηκες και χήρα νια μ' αφίνεις 725

στον πύργο εδώ, κι' ο γιόκας μας μικρούλης έτσι ακόμα

που εσύ κι' εγώ τον κάναμε, μηδέ θα δει πια νιότη,

τι πριν — ναι, κάτι μου το λέει — η χώρα αφτή ως στο κάστρο

θα ρημαχτεί, τι εσύ ο φρουρός να! πήγες, που φρουρούσες

και κάστρο και μικρά παιδιά κι' αρχοντικές γυναίκες, 730

που τώρα με καράβια οχτρών ταχιά θα παν στα ξένα,

και θενά πάω μαζί κι' εγώ... Τότες κι' εσύ, παιδί μου,

μαζί μου ή θάρθεις στη σκλαβιά και θα σκλαβοδουλέβεις

εκεί στα ξένα από σκληρό αφέντη αγγαρεμένος,

ή — ω φρίκη! — θα σε πιάσει οχτρός, θα ρήξει σε οχ τον πύργο, 735

με πάθος που ίσως τούσφαξε ο Έχτορας το γιο του

τον πατέρα ή αδερφό· τι απ' το χαλκό του πλήθος

Αργίτες δάγκασαν της γης τ' αμέτρητα λιθάρια,

τι σα θεριό ο πατέρας σου είταν στη μάχη πάντα. 739

Για αφτό όλος τον θρηνά ο λαός μες στ' αψηλό μας κάστρο...

κι' έκανες θρήνους να ποθούν και κλάματα οι γονιοί σου,

Έχτορα· εγώ όμως θαν τα πιω τα πιο πολλά φαρμάκια,

τι ξεψυχώντας, άντρα μου, δε μ' άπλωσες τα χέρια,

δε μούπες λόγο σου γλυκό, που πάντα ... νύχτα μέρα ...

ναν τον θυμάμαι και βροχή τα δάκρια μου να τρέχουν.» 745

Έτσι θρηνούσε, κι' έπειτα βογγούσανε οι γυναίκες.

Τότε η Εκάβη δέφτερη τα μοιρολόγια στήνει

«Έχτορα, εσύ των σπλάχνων μου το λατρεφτό βλαστάρι,

είχες και πρώτα των θεών σα ζούσες την αγάπη,

μα και στου χάρου σου έπειτα σε φρόντισαν την ώρα. 750

Τι τ' άλλα μου παιδιά ο γοργός σαν τάπιανε Αχιλέας,

αντίκρυ — τον ψαρύ γιαλό περνώντας — τα πουλούσε,

στη Νίμπρο ή Λήμνο ή στο νησί της πεφκωμένης Σάμος·

μα εσένα σα σε σκότωσε με τ' άπονο κοντάρι,

όλο τριγύρω σ' έσερνε στου βλάμη του τον τάφο 755

που τούσφαξες... μα τάχα τι, μην τον ανάστησε έτσι;....

μα κοίτεσαι όμως δροσερός κι' απείραχτος στον πύργο,

σαν κάπιος που ο δοξαριστής λες ήρθε γιος του Δία

και σπίτι του τον θέρισε με τις πυκνές σαΐτες.»

Έτσι θρηνούσε, κι' άναψε αχόρταστο 'να κλάμα. 760

Τρίτη η πεντάμορφη αρχινάει Λενιό τα μοιρολόγια

«Έχτορα, ο πιο λαχταριστός κουνιάδος της καρδιάς μου,

άντρας μου ναι ο θεόμορφος ο Πάρης που στην Τροία

μ' έφερε εδώ ... που έτσι ο γιαλός να μ' είχε πνίξει πρώτα!

Τι είκοσι χρόνια πέρασαν ως τώρα που μαζί του 765

πήρα από κει τα μάτια μου κι' αφήκα την πατρίδα,

μα ακόμα λόγο ή προσβολή δεν άκουσα πικρό σου·

μα κι' άλλος να με μάλωνε στον πύργο, θες κουνιάδος

θες συνυφάδα μου ή κουνιά θες τάχα η πεθερά μου —

μα ο πεθερός γλυκόλογος λες σαν πατέρας πάντα — 770

εσύ με μια σου συμβουλή τη γνώμη τους γυρνούσες.

Για αφτό κι' εσένα κλαίω γω με σπλάχνα πληγωμένα, 773

θρηνάω μαζί κι' εμένανε· τι φίλο πια δεν έχω,

λόγο καλό δε θ' αγρικώ, τι μ' αποστρέφουνται όλοι.» 775

Έτσι είπε, κι' έκλαιγε έπειτα το πυκνωμένο πλήθος.

Και τότε ο γέρο-Πρίαμος στους Τρώες λέει διο λόγια

«Τώρα, παιδιά μου, σύρτε πια για ξύλα, δίχως φόβο

από καρτέρι των οχτρών. Τι πριν ο Αχιλέας

δε θα μας βλάψει — μούταξε σα μ' έστελνε απ' τα πλοία — 780

πριν η δωδέκατη η αβγή γλυκοχαράξει πρώτα.»

Είπε, κι' αφτοί στα κάρα τους τα βόδια και μουλάρια

ζέβουν, και χέρι χέρι ομπρός μαζέβουνται στη χώρα.

Μέρες εννιά σωρούς σωρούς τα ξύλα κουβαλούσαν·

μα πια σα βγήκε η δέκατη θνητοφωτίστρα αβγούλα, 785

βγάζουν τον άτρομο Έχτορα με θρήνους, και στων ξύλων

παν και τον θέτουν την κορφή, κι' απέ φωτιά τους βάζουν.

Και να! προβάλλει η χαραβγή απ' τα σκοτάδια πάλε,

και τότες γύρω στη φωτιά συνάζουνται όλοι οι Τρώες.

Κι' όλος σαν έφτασε ο λαός και στάθηκαν τριγύρω, 790

πρώτα με κόκκινο κρασί σβύνουν τα ξύλα, ως πέρα

που πήγε η φλόγα, κ' ύστερα τ' αδέρφια κι' οι συντρόφοι

μαζέβουν τ' άσπρα κόκκαλα μοιρολογώντας όλοι,

κι' έτρεχαν δάκρια πύρινα στα μαγουλά τους κάτου.

Έπειτα σε χρυσό σταμνί τα παίρνουν και τα βάζουν 795

που μ' άλικα το σκέπασαν σκουτιά απαλοφασμένα·

τότες σε λάκκο βαθουλό τα χώνουν, κι' από πάνου

χοντρά λιθάρια 'να σωρό σωριάζουν χέρι χέρι.

Κι' αμέσως μνήμα τούσκαψαν, κι' είχαν στημένους γύρω

παντού σκοπούς μην τύχει πριν κι' οι Δαναοί πλακώσουν. 800

Κι' αφού το μνήμα τέλειωσαν, παν πίσω· και κατόπι

μαζέβουνται όλοι ταχτικά και κάθουνται να φάνε

στον πύργο του διόσπαρτου του βασιλιά Πριάμου.

Έτσι τότε έγινε ο θαμός τ' αλογομάχου Εχτόρου.

Λίβερπουλ, 1 του Σταβρού 1901

Ιλιάδα · 第 26 / 26 段