δεν είχε ακούσει τίποτα του Έχτορα η γυναίκα,
γιατί να πάει δε βρέθηκε σωστός μαντατοφόρος
να πει πως όξω απ' το καστρί τής έμενε ο καλός της,
Μον έφαινε άλικο σκουτί στου πύργου της τα βάθια 440
διπλό, και μέσα πλουμιστά τ' ανθοκεντούσε ξόμπλια.
Εκεί στις άξιες φώναξε τις σκλάβες μες στον πύργο
στη στια να βάλουν τρίποδο λεβέτι απ' τα μεγάλα,
για νάχει έτσι έτοιμο ζεστό λουτρό όταν κουρασμένος
πίσω γυρίσει ο Έχτορας στον πύργο του οχ τη μάχη ...
Αχ έρμα, πού να φανταστείς π' αλάργα από λουτρά σου 445
τον έσφαξε η θεά Αθηνά μ' ένα κοντάρι οχτρού του!
Μα άξαφνα ακούει ξεφωνητά οχ το τειχί και κλάψες,
και της λυγούν τα γόνατα, πέφτει η βελόνα χάμου.
Κι' αμέσως φώναξε ξανά στις λυγερές της σκλάβες
«Γλήγορα, ελάτε διο μαζί, να δω γιατί η αντάρα. 450
Κλάμα άκουσα της πεθεράς, κι' εμένα μες στα στήθια
τρέμει ως στο στόμα μου η καρδιά και με παγώνει ο φόβος.
Κάπια θενάπεσε στους γιους του βασιλιά φουρτούνα...
Μα, Δία, εμένα σώσε με από πικρά μαντάτα!» 454
Έτσι είπε, κι' όξω χύθηκε σαν παλαβή οχ το σπίτι 460
με σπλάχνα που της σπάραζαν, κι' οι σκλάβες ακλουθούσαν.
Κι' ως στο πυργί σαν έφτασε κι' ως στων αντρών τον κύκλο,
ρήχνει τα μάτια ... στέκεται... και βλέπει ομπρός στη χώρα
που κατά γης τον έσερναν και που γοργά τα ζώα
τόνε τραβούσαν ξέγνιαστα προς το καραβοστάσι. 465
Νύχτα τα μάτια σκοτεινή της σκέπασε, και πίσω
σωριάστηκε, μες στο λαιμό τής πιάστηκε η ανάσα,
κι' έρηξε αλάργα τη λαμπρή δεσιά οχ την κεφαλή της —
στεφάνι και χρυσόχτενο κι' ωριοπλεμένο δίχτυ —
κεφαλοδέτη πούλαβε απ' τη χρυσή Αφροδίτη, 470
τη μέρα νύφη ο Έχτορας π' από του Αητιού τον πύργο
την πήρε αφού της χάρισε μύρια στολίδια πλούσια.
Κι' έτρεξαν γύρω ένα σωρό κουνιές και συνυφάδες,
και την κρατούσαν που κοντά ναν τη σκοτώσει ο πόνος.
Κι' όταν ξανά συνέφερε και πήρε λίγη ανάσα, 475
στενάζει οχ την καρδιά βαθιά και μοιρολόγι αρχίζει
«Έχτορα, εγώ η κακότυχη! Με μια κι' οι διο μας μοίρα
εσύ στην Τρία γεννήθηκες, στον πύργο του Πριάμου,
κι' εγώ στη Φήβα, στα ριζά της δασωμένης Πλάκος,
στ' Αητιού το πλούσιο αρχοντικό, που δόλιος δόλια εμένα 480
μικρή μ' ανάσταινε ... Αχ γιατί ποτές του να με κάνει;
Στ' Άδη εσύ τώρα τη φωλιά κάτου απ' της γης τους κρύφτες
μισέβεις, και σε θλιβερή μ' αφίνεις λύπη εμένα,
έρμα νια χήρα· και μικρός ο γιος μας έτσι ακόμα
που εγώ κι' εσύ γεννήσαμε... που πια καλό από σένα, 485
Έχτορα, δε θα δει αφού πας, μήτε κι' εσύ από κείνον .. .
γόι το παιδάκι μου! που πριν στα γόνατά σου απάνου 500
μεδούλι μονάχα έτρωγε και τρυφερό θρεφτάρι,
κι' η νύστα σα μου τόπιανε και ξέχναε τα παιχνίδια,
τότες σε στρώμα μαλακό στην αγκαλιά την βάγιας
κλιούσε τα μάτια με καρδιά κάθε αγαθό γιομάτη·
έρμο όμως τώρα ολάρφανο πολλές θα πιει ίσως πίκρες, 505
ο Μοναφέντης που τον λεν όλοι, γυναίκες κι' άντρες,
τι μόνος του διαφέντεβες το κάστρο εσύ, καλέ μου . . .
εσύ π' αλάργα από γονιούς μπροστά σ' οχτρών καράβια
σκουλήκια τώρα θα σε φαν, αφού χορτάσεις σκύλους
γυμνός· και θα σου καίτουνται τα ρούχα μες στον πύργο, 510
ψιλά πανώρια, πούφτιασαν των γυναικώνε χέρια . . .
Μα αφτά όλα θαν τα κάψω εγώ, αχ δίχως όφελός σου,
που σάβανο σε νεκρική φωτιά δε θα σου γίνουν.» 513
Έτσι έκλαιγε, κι' όλες μαζί θρηνούσαν οι γυναίκες. 515
Ψ
Σαν έτσι αφτοί βογγούσανε στο κάστρο. Μα οι Αργίτες
σαν ήρθαν στον Ελλήσποντο κι' ως στα γοργά καράβια,
γύρω όλοι οι άλλοι σκόρπισαν, στο πλοίο του ο καθένας,
μα του Πηλέα ο άξιος γιός τα θαρρετά συντρόφια
δεν άφινε να διαλυθούν, παρά τους είπε πρώτα 5
«Συντρόφοι ακούστε αγαπητοί, γοργοί μου Μυρμιδόνες,
τ' άτια μη λύστε απ' τα λουριά, μον έτσι λίγο ακόμα
μ' αμάξια ας πάμε κι' άλογα να κλάψουμε μια στάλα
τον Πάτροκλο μας· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.
Μα αφού κατόπι κλάματα χορτάσουμε και δάκρια, 10
τότες εδώ ξεζέβουμε κι' όλοι ενωμένοι τρώμε.»
Είπε, και σπουν στα κλάματα όλοι οι συντρόφοι αντάμα,
και πρώτος του Πηλέα ο γιος. Έτσι θρηνώντας κάνουν
τρεις γύρους κύκλω στο νεκρό με τ' αλόγα κι' αμάξια
ενώ τον πόθο του κλαμού τους συνταβλούσε η Θέτη.
Πότιζαν άμμους, πότιζαν αρματωσές τα δάκρια, 15
τι τέτιονε όλοι στέναζαν της μάχης κατεχάρη.
Και πρώτος του Πηλέα ο γιος τα μοιρολόγια αρχίζει
με χέρια απάς στου βλάμη του τα νεκρωμένα στήθια
«Θεός μαζί σου, Πάτροκλε, κι' ως στ' Άδη τα λιμέρια!
Όσα πριν σούταξα, όλα εγώ θα σ' τ' αληθέψω τώρα· 20
ωμό να φαν τον Έχτορα στους σκύλους θαν τον δώσω,
και δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων στη φωτιά σου
θα σφάξω ομπρός, τι μ' έκανε έτσι θεριό ο σφαγμός σου.»
Είπε, και βάρβαρη δουλιά σοφίστηκε να κάνει, 24
και μες στα βούρκα στρώνει, ομπρός στην ψάθα του Πατρόκλου,
τον Έχτορα έτσι ανάσκελα. Απέ οι λοιποί τους βγάζουν
τα χάλκινα όπλα, κι' έλυσαν τα πολεμόχαρα άτια,
κι' ομπρός στο πλοίο κάθησαν του θεϊκού Αχιλέα,
σωροί· κι' αφτός τους έκανε νεκρόδειπνο τραπέζι.
Βόδια πολλά 'στρώσαν στη γης με τους λαιμούς κομένους, 30
πρόβατα ασπρόμαλλα πολλά κι' ακροπατούσες γίδες·
κι' ένα σωρό καψάλιζαν καλόθρεφτα γουρούνια
π' αστράφτανε του πάχους τους στρωμένα μες στις φλόγες.
Κι' έτρεχε γύρω στο νεκρό παντού το αίμας βρύση.
Και τότες πήραν το γοργό του γέρου γιο Πηλέα 35
στου βασιλιά οι ατρόμητοι οπλαρχηγοί, και μόλις
τον έπεισαν, τι τούκλαιγε μέσα η καρδιά το βλάμη.
Κι' όταν σε λίγο φτάσανε στου βασιλιά Αγαμέμνου,
εφτύς τους κράχτες πρόσταξαν να στήσουνε λεβέτι
μεγάλο απάνου απ' της φωτιάς τις φλόγες, μήπως πείσουν 40
τον Αχιλιά τα αίματα, να πλύνει και τη λέρα.
Μα αφτός δε σάλεβε, παρά τους πήρε ακόμα κι' όρκο
«Ναι μα το Δία, ανότατο θεό και πρώτο απ' όλους,
σας λέω την κεφαλή μου πριν λουτρό δε θα μ' αγγίξει,
πριν πρώτα ο Πάτροκλος καεί και μνήμα τον σκεπάσει, 45
πριν το νεκρό του η κόμη μου στολίσει· τι η καρδιά μου
τέτια άλλη πίκρα δε θα δει ως που να πάω στον τάφο.
Μα τώρα ας κάτσουμε άχαρα λίγο ψωμί να φάμε,
κι' άμα χαράξει πρόσταξε, τ' Ατρέα γιε, τους άντρες
να κόψουν ξύλα, κι' έπειτα τα χρειαστά να δώσουν 50
όλα όσα πρέπει πίσημος νεκρός μαζί του νάχει
σαν πάει μες στ' Άδη τ' άφωτα κι' αραχνιασμένα βάθια,
που έτσι απ' ομπρός μας το νεκρό η φλόγα χέρι χέρι
να κάψει, κι' ύστερα ο λαός να σύρει στη δουλιά του.»
Έτσι είπε, και τον άκουσαν κι' όχι κανείς δεν είπε.
Και χέρι χέρι ετοίμασαν δείπνο ο καθείς και πήραν 55
να φάνε, δίχως τίποτα π' ορέγουνταν να λείπει.
Κι' αφού τους χόρτασε η καρδιά καλά το φαγοπότι,
σκορπούν, και στην καλύβα του πάει ο καθείς να γύρει.
Κι' ο Αχιλέας στου γιαλού την πολυτάραχη άκρη
βαριά στενάζοντας έκατσε με κύκλω τους συντρόφους, 60
σε μια άπλα πούσκαζε κοντά το κύμα στα χαλίκια.
Κι' ο ύπνος σαν τον νάρκωσε γλυκά περεχυμένος,
λύπης και πόνου λυτρωτής — τι είχε αποκάνει ορμώντας
πίσω απ' τον Έχτορα, μπροστά στης Τριάς τ' ολόρθο κάστρο —
να! ομπρός του φάνηκε η ψυχή του θεϊκού Πατρόκλου, 65
όμια του σ' όλα — ανάστημα, φωνή, πεντάμορφη όψη —
και μ' ίδια στο κορμί σκουτιά σαν που και πριν φορούσε.
Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει και του κάνει
«Πάει πια, Αχιλιά, εγώ πέθανα, και τώρα εσύ κοιμάσαι
και με ξεχνάς· σ' άλλους καιρούς με φρόντιζες, σα ζούσα. 70
Θάψε με, αδρέφι, τη μπασιά πια να διαβαίνω τ' Άδη.
Μακριά με διώχνουνε οι ψυχές των πεθαμένων ήσκιων,
το ρέμα αντίκρυ να διαβώ δε θεν και δε μ' αφίνουν,
Μον έτσι εδώ κι' εκεί γυρνώ μες στ' Άδη τη θολάδα.
Και σε ξορκίζω, αχ δώσ' μου εδώ το χέρι σου· τι πάλι 75
πια δε γυρνώ απ' τα τρίσβαθα, μιας και με φαν οι φλόγες.
Πια δε θα κάτσουμε όπως πριν χώρια απ' τους άλλους φίλους
να λογαριάσουμε όλα οι διο, μον με κατάπιε εμένα
δράκαινα η μοίρα πούλαχα σα με γεννούσε η μάννα.
Όμως κι' εσένα θεϊκέ, σου γράφτηκε, Αχιλέα, 80
κάτου απ' της Τριάς να σκοτωθείς τ' ορθοχτισμένο κάστρο.
Άλλο όμως λόγο θα σου πω, και κάν' τον, σε ξορκίζω·
να μη μου βάλουν χωριστά τα κόκκαλα, Αχιλέα,
απ' τα δικά σου, μον καθώς ζήσαμε αντάμα οι διο μας, 84
έτσι ένα και τα κόκκαλα κιβούρι ας μας σκεπάσει.» 91
Τότες τ' απάντησε ο γοργός γιος του Πηλιά και τούπε
«Τι ήρθες, αδρέφι μου, κι' εδώ τους πόθους της καρδιάς σου
μου παραγγέλνεις; Έννια σου, όπως ζητάς κι' ορίζεις, 95
τα πάντα θα βολέψω εγώ και σ' όλα θα σ' ακούσω.
Μόνε κοντά μου ζύγωσε... Αχ έλα αγκαλιασμένοι
μια στάλα να χορτάσουμε φαρμακερό καν κλάμα.»
Σαν έτσι τούπε, κι' άπλωσε τα χέρια δίχως όμως
να πιάσει. Κι' η ψυχή καπνός φέβγει και μέσα μπαίνει 100
στης γης με τσιριχτά. Κι' αφτός ολόξαφνος πετιέται,
χτυπάει το γόνα και λαλεί παραπονιάρη λόγο
«Ωχού, έχει κάπια το λοιπόν και στ' Άδη τα λημέρια
ψυχή κι' εικόνα, μα ζωή μηδ' ύπαρξη δεν έχει.
Τι του Πατρόκλου μου η ψυχή όλη τη νύχτα η δόλια 105
εδώ κοντά μου στέκουνταν, και στέναζε βογγούσε
και κάθε μούλεγε ορισμό· έτσι είταν όμως, φάσμα.»
Είπε, και σ' όλων την καρδιά ξυπνάει του θρήνου πόθο,
κι' όλοι θρηνούσαν — ως που πια το χαραμέρι πήρε —
γύρω στο έρμο λείψανο.
Ωστόσο ο Αγαμένος
μουλάρια κι' άντρες πρόσταξε απ' τις πλαγιές ολούθες
ξύλα να παν να φέρουνε· κι' ορίζει κεφαλή τους
βλάμη τ' αφέντη Δομενιά, τον αρχηγό Μηριόνη.
Κι' αφτοί κινούν στα χέρια τους κρατώντας τα τσικούρια
και τα πλεχτά σκοινιά μ' ομπρός τα ζα που περπατούσαν· 115
κι' ίσα λοξά ζερβά δεξά παν κάτου απάνου ολούθες.
Κι' όταν στης Ίδας έφτασαν τα δροσισμένα πλάγια,
πήραν με τροχιστό χαλκό κι' οξές αψηλοκλάρες
έκοβαν όλοι βιαστικοί, που με μεγάλους κρότους
πέφτανε χάμου. Τότε αφτοί κομάτια τις λιανίζουν, 120
τις δένουν στα μουλάρια τους, κι' αφτά γοργά πατώντας
πήραν του κάμπου το στρατί μέσα απ' τα πυκνολόγγια.
Ακόμα κι' όλοι κούτσουρα οι άντρες κουβαλούσαν —
τι τέτια διάτα διάταξε ο καπετάν Μηριόνης —
και μονοσκοίνι φτάνοντας στο περιγιάλι, χάμου 125
τα ρήχνανε όπου 'να λαμπρό μνημούρι ο Αχιλέας
μελέταε για τον Πάτροκλο να στήσει και δικό του.
Κι' όλα αφού σώρεψαν παντού τα ξύλα, αφτού καθίζουν
και μένουν όλοι αχώριστοι. Κι' ο Αχιλιάς τότ' όλους
τους πολεμόψητους εκεί προστάζει Μυρμιδόνες
ν' αρματωθούν και τ' άλογα να ζέψουνε στ' αμάξια. 130
Πρόθυμοι αφτοί σηκώνουνται και ζώνουν τ' άρματά τους,
κι' όλοι στ' αμάξια — κι' οδηγοί και μαχητάδες — μπαίνουν.
Μπροστά τ' αμάξια, σύγνεφο πίσω οι πεζοί ακολουθούσαν
πυκνό· κι' οι φίλοι σήκωναν το λείψανο στη μέση,
κόμες γιομάτο πούκοβαν κι' απάνου τού πετούσαν· 135
και πίσω του Πηλέα ο γιος του κράταε το κεφάλι
καταθλιμένος, τι έστελνε πιστό στον Άδη αδέρφι.
Κι' όταν σε λίγο φτάσανε στο μέρος που τους είπε,
βάλανε χάμου το νεκρό και σώριασαν τα ξύλα 139
ως πόδια ολόγυρα εκατό, και με καρδιά κλαμένη 164
απάνου απάνου απίθωσαν το λείψανο στη στοίβα. 165
Γδέρνουνε τότες στο σωρό μπροστά και συγυρίζουν
πλήθος αρνιά πυκνόμαλα και τραχηλάτα βόδια,
κι' απ' όλα πήρε ο γλήγορος γιος του Πηλέα πάχος
και σκέπασε όλο το νεκρό από κεφάλι ως πόδια,
κι' έπειτα γύρω σώριασε τα σκοτωμένα ζώα.
Και παίρνει κι' ακουμπάει σταμνιά με μέλι και με λάδι 170
στο νεκροκράβατο. Έπειτα βαρβάτα τέσσερα άτια
ρήχνει στενάζοντας βαριά μες στο σωρό των ξύλων.
Εννιά 'χε ο βασιλιάς λαμπρούς του τραπεζιού του σκύλους·
διο κι' από δάφτους έσφαξε. Και καταλάει κατόπι
με το μαχαίρι ως δώδεκα αρχοντονιούς των Τρώων, 175
και νιους και σκύλους μ' ανοιχτά λαρύγγια μες στα ξύλα
τους ρήχνει... α! βάρβαρη δουλιά σοφίστηκε να κάνει!
Φλόγα τότε έβαλε άσπλαχνη στα ξύλα να φουντώσουν,
κι' αχ ξεφωνώντας έκραξε το λατρεμένο βλάμη
«Τώρα άμε κάτου, αδέρφι μου, και πια θεός μαζί σου!
τι κάθε τάμα πούταξα σου τόχω κανωμένα. 180
Να, δώδεκα αρχοντόπουλα μαζί σου των οχτρώνε
τα τρων οι φλόγες όλα τους. Όμως τον Έχτορα όχι!
δε θαν τον δώκω της φωτιάς, μον σκύλοι θαν τον φάνε.» 183
Ωστόσο του νεκρού η φωτιά να λαμπαδιάσει αργούσε· 192
τότε άλλο σκέφτηκε ο γοργός γιος του Πηλιά να κάνει.
Στα ξύλα στέκοντας μπροστά, στους διο περικαλιέται
ανέμους — Ζέφυρο, Βοριά — κι' ώρια σφαχτά τους τάζει· 195
κι' όλο μ' από χρυσό σταλιές τους ξόρκιζε ποτήρι
ναρθούν, που η φλόγα τους νεκρούς να πιάσει χέρι χέρι
και να φουντώσουν σύντομα τα στοιβασμένα ξύλα.
Και ναν το πει η γοργή Ίριδα πηγαίνει στους ανέμους,
σαν άκουσε τις προσεφκές. Αφτοί μες στου Ζεφύρου 200
χαροκοπούσαν κι' έτρωγαν τότ' όλοι μαζεμένοι·
κι' ίσια να! η άφταστη Ίριδα προβάλνει εφτύς τρεχάτη
μπροστά στην πέτρινη μπασιά. Κι' άξαφνα σαν την είδαν,
πετιούνται, όλοι όρθιοι, κι' ο καθείς την έκραζε κοντά του.
Μα αφτή δεν ήθελε — όχεσκε — να κάτσει, μον τους είπε
«Δεν κάθουμαι, τι στ' Ωκιανού έχω να πάω το ρέμα, 205
στων Αιθιόπων τα χωριά — που των θεώνε σφάζουν
άπειρα βόδια — εκεί κι' εγώ να φάω σφαχτό μαζί τους.
Μα εσάς, Βοριά και Ζέφυρε, σας κράζει ο Αχιλέας
να τρέξτε γοργοσίφουνοι — σφαχτά σας τάζει αν τρέξτε —
και να φτερώστε τη φωτιά, όπου βαλμένος στέκει 210
ο Πάτροκλος που οι Δαναοί κλαιν όλοι το χαμό του.»
Είπε και φέβγει. Τότε οι διο σηκώθηκαν ανέμοι
μ' αχούς και κρότους, κι' έσπρωχναν τα σύγνεφα μπροστά τους.
Κι' ήρθαν σε λίγο στο γιαλό — και πύργωσε το κύμα
κάτου απ' το λάλο φύσημα — και φτάνοντας στην Τροία 215
πέφτουνε στη φωτιά, κι' αφτή μουγκρίζει και θεριέβει.
Έτσι όλη νύχτα οι διο μαζί στριγγόφωνα φυσώντας
τις φλόγες θρέφανε· όληνε και δίπλα ο Αχιλέας
κράταε ποτήρι δίγουβο, κι' από χρυσή κροντήρα
έπαιρνε κι' έχυνε κρασί και μούσκεβε το χώμα, 220
κι' όλο μελέταε την ψυχή του δύστυχου Πατρόκλου.
Κι' όταν τ' αστέρι σκάει ψηλά που φως μηνάει του κόσμου, 226
τότε η φωτιά μαράθηκε, ξεθύμαναν οι φλόγες, 228
και φέβγουν πάλι σπίτι οι διο ανέμοι να γυρίσουν
κατά της Θράκης το γιαλό π' αχούσε πυργωμένος. 230
Κι' ο Αχιλέας το λαό βαστάει αφτού και στήνει 257
μεγάλο αγώνα, κι' έβγαζε βραβεία οχ τα καράβια.
Νιες βγάζει ροδοστάλαχτες και κουτελάτα βόδια,
γερά μουλάρια κι' άλογα κι' απύρωτα τριπόδια, 260
βγάζει ψαρύ σιδερικό κι' από χαλκό λεβέτια.
Πρώτο βραβείο ζηλεφτό των αλογάδων βάνει,
γυναίκα πούξερε λαπρές δουλιές, κι' ένα τριπόδι
αφτιάδικο που εικοσιδιό χωρούσε εντός του μέτρα.
Αφτά του πρώτου· κι' έβαλε του δέφτερου φοράδα 265
έξη χρονώνε, αδάμαστη, πουλάρι γκαστρωμένη.
Του τρίτου πάλι τούβαλε απύρωτο λεβέτι
που χώραε μέτρα ως τέσσερα, στιλπνόμορφο έτσι ακόμα.
Κι' έβαλε διο του τέταρτου φλουράκια. Και του πέμπτου
λαγύνα πλουμοσκάλιστη, ανέγγιχτη καινούργια. 270
Και στάθηκε όρθιος στου στρατού τη μέση και τους είπε
«Τ' Ατρέα γιοι κι' οι άλλοι εσείς φτεροποδάτοι Αργίτες,
να αλόγων στέκουν έτοιμα βραβεία, αφτά μπροστά σας.
Τώρα άλλου αν είχαμε νεκρού αγώνα, εγώ το πρώτο
θα κέρδιζα και στο γοργό θα πάγαινα καράβι, 275
τι ξέρτε πόσο τ' άτια μου στο τρέξιμο νικούνε.
Αθάνατά 'ναι· ο Ποσειδός του γέρου μου πατέρα
τα χάρισε, κι' εμένα αφτός μού τάδωκε κατόπι.
Εγώ όμως δε θα παραβγώ με τ' άπιαστα άλογά μου,
τι τέτιο χάσανε αμαξά στον κόσμο ξακουσμένο, 280
κατάκαλο, που πάντα αφτός τις χαίτες τους περέχαε
λάδι ξανθό, αφού τάπλαινε μες στο καθάριο ρέμα.
Αφτόνε τ' άτια μου ποθούν, και με σκυμένο χάμου
στέκουν κεφάλι και τη γης αγγίζει η πλούσια χαίτη.
Όμως ζωστείτε οι άλλοι σας να τρέξτε εδώ, όπιος έχει 285
φαριά γερά και του βαστάει το σφηνωμένο αμάξι.»
Είπε, κι' εφτύς να παραβγούν σηκώνουνται αλογάδες.
Αρχύτερα ολωνών πολύ ο Έβμηλος σηκώθη,
τ' Αδμήτου ο γιος, που πρώτεβε σ' αλογοσύνης τέχνη.
Κατόπι του Τυδέα ο γιος σηκώθηκε, ο Διομήδης, 290
κι' άτια διο ζέβει Τρωϊκά, που τάχε απ' τον Αινεία
άλλοτε αρπάξει, μα έσωσε το νοικοκύρη ο Φοίβος.
Τρίτος τ' Ατριά σηκώθη ο γιος, ο καστανός Μενέλας,
του Δία θρέμμα, κι' έζεψε διο γλήγορα άλογά του,
τον Πόδαργο, δικό του ζω, και τ' αδερφού την Αίθα, 295
που ο Χέπωλος την έδωκε του βασιλιά Αγαμέμνου
ροσφέτι, τι ήθελε στην Τρία μαζί του να μη σύρει,
παρά στον τόπο του έτσι αφτού να μείνει, και το βιος του
να χαίρεται που τούδωκε χουφτιές τα πλούτη ο Δίας,
μες στη Σικιώνα που πλατιά στολίζουν χοροστάσα·
αφτή έζεβε ενώ ακράτητη να τρέξει λαχταρούσε. 300
Τέταρτος ο Αντίλοχος να παραβγεί σηκώθη,
του Νέστορα ο λεβέντης γιος, του στεριοστήθα γέρου,
και διο καλότριχα άλογα μ' ακούραστα ποδάρια
στ' αμάξι ζέβει, θρέμματα της αμμουδάτης Πύλος.
Εκεί να ο γέρος με σκοπό τα μάτια ναν τ' ανοίξει 305
ζυγώνει, κι' έτσι σε σοφό σοφά μιλούσε λόγια
«Ναι εσένα, γιε μου Αντίλοχε, και νιο έτσι πούσαι, ο Δίας
σ' αγάπησε κι' ο Ποσειδός, και σούμαθαν καθ' είδος
αλογοσύνες· έτσι εσύ δε θες και τόση ορμήνια.
Ξέρεις τις άκρες τεχνικά να στρίβεις· μα έλα τ' άτια
π' οκνά σού τρέχουνε, κι' αφτού θαρρώ ίσως πέσεις όξω. 310
Τώρα έλα, γιε μου, μην αργείς, μον σκέψου κάθε τρόπο 313
σκέψου καλά, μήπως τυχόν σου φύγουν τα βραβεία.
Με νου ο ξυλάς καλύτερος, κι' όχι με χέρια τόσο· 315
με νου την τράτα στου γιαλού τ' αφρογαλάζο κύμα
την κυβερνά ο αρμενιστής σα σφίξει ανεμοκαίρι·
με νου αμαξάς τον αμαξά νικάει σαν παραβγαίνουν.
Γιατί όπιος τάχατε έχοντας καλά άλογα κι' αμάξια
θαρρέβει, και συχνά άσκοπα ζερβά δεξά αλαργέβει, 320
σαστίζουν τότες τ' άλογα και βασταγμό δεν έχουν·
μα πες τραβάς πιο οκνά άλογα, μα τη δουλιά κατέχεις,
πάντα στην άκρη ίσα τηράς, ως που να φτάσει η ώρα
να δώκεις δρόμο και κοντά να στρίψεις δίχως λάθος. 324
Ξάστερη η άκρη, θα σ' την πω και δε γελιέσαι, μα άκου. 326
Όξω απ' το χώρα ως μιαν οργιά στέκει ξερό 'να ξύλο,
πέφκο ή οξά π' από βροχή σαπίλα δε γνωρίζουν·
ζερβόδεξα το συγκρατούν διο πέτρες ασπρισμένες
στο σταυροδρόμι, κι' ομαλό πάει γύρω αμαξοστράτι· 330
καν σύνορο τις έστησαν καν μνήμα οι πριν αθρώποι.
Αφτό άκρη τώρα τ' όρισε του δρόμου ο Αχιλέας.
Έριζα ξύγωσ' το έτσι αφτό σαν το διαβαίνεις γύρω·
και το κορμί πλαγιάζοντας λίγο ζερβά — να έτσι — 335
μες στο καλόδετο κουτί, μπήξ' τη φωνή, κι' αμέσως
τ' άλογο βάρα το δεξύ κι' αμόλα του το γκέμι,
μα το ζερβύ έτσι σύριζα το σύνορο ας περάσει,
τόσο που η άκρη να θαρρείς τ' αξόνι πως αγγίζει
της ρόδας· όμως πρόσεξε στην πέτρα μην τσουγκρίσεις, 340
τι τότε αλίμονο, έχε γιά κι' αλόγατα κι' αμάξι.
Οι άλλοι αφτό θαν το χαρούν, μα εσύ με πίκρα πάντα
θαν το θυμάσαι. Έτσι ανοιχτά τα μάτια και φυλάξου!
Μα μιας το σύνορο άβλαβα και το περάσεις δίπλα,
πάει πια, πού να σου βγουν ομπρός! Ας κυνηγάν, δεν πιάνουν.» 345
Έτσι είπε ο γέρος, και ξανά στη θέση του καθίζει 349
αφού της κάθε το κλειδί τού ξήγησε επιστήμης. 350
Πέμτος γοργά άλογα έζεψε να παραβγεί ο Μηριόνης.
Και τότες ρήχνουν τους λαχνούς, στ' αμάξια ανεβασμένοι,
και σιει τους του Πηλέα ο γιος. Και πρώτος τ' Αντιλόχου
βγήκε ο λαχνός· ο Έβμηλος πήρε σειρά κατόπι·
τρίτος κοντά τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας· 355
κι' έλαχε τέταρτος σειρά του Μέγη ο γιος Μηριόνης·
κι' έπεσε ο κλήρος ο στερνός στον πρώτο πρώτο απ' όλους
αλογοτρέχτη, στο γερό παλικαρά Διομήδη.
Τότες σα μπήκαν στη γραμή, ορίζει τα σημάδια
ο Αχιλέας πέρα κει στου κάμπου την ισάδα,
και λέει του γέρο-Φοίνικα να πάει και ναν τους γίνει 360
σκοπός, και το σωστό να πει τηρώντας πώς θα τρέξουν.
Κι' αφτοί όλοι αντάμα στ' άλογα το καμοτσί σηκώνουν
και τα βαρούν, και σκούζοντας τους φώναζαν να τρέχουν
με θάρρος, κι' όλα αβάσταχτα πετούσαν μες στον κάμπο
πέρα απ' τα πλοία σαν αητοί, ενώ ως στα ύψη η σκόνη 355
κάτου απ' τα πόδια ανέβαινε σα σύγνεφο ή χαμψίνι,
και με το χνώτο τ' αγεριού ανέμιζαν οι χαίτες.
Κι' οι άμαξες μια αγγίζανε τη γης τη θνητοθρόφα,
μια σηκωτές αρμένιζαν. Κι' αμαξάδες μέσα
έστεκαν όρθιοι, κι' η καρδιά τους χτύπαε να νικήσουν. 370
Μα το στερνό σαν έτρεχαν το δρόμο τα γοργά άτια 373
πίσω ίσα στον ψαρύ γιαλό, τότε έλαμψε η αξία
του καθενός, τι τόμπηξαν στα τέσσερα, κι' αμέσως 375
όλους ομπρός ξεπέρασε ο άξιος γιος τ' Αδμήτου,
με το Διομήδη πούτρεχε τα Τρώικα βαρβάτα
κατόπι του, όχι όμως μακριά, μον έτσι πες μια στάλα,
τι όλο λες είταν ν' ανέβουν το μπροστινό τ' αμάξι,
και ζέσταινε η ανάσα τους τη ράχη του Εβμήλου 380
και τους πλατιούς τους ώμους του, τι τρέχανε με πείσμα
σα νάχαν τα κεφάλια τους απάνω του στημένα.
Κι' ή θα προσπέρναε μάλιστα ή ζήτημα θε γίνει,
αν δεν του φτόναε ο σκοπεφτής του Δία γιος τη νίκη
π' άξαφνα τ' ώριο καμοτσί του τίναξε οχ τα χέρια.
Δάκρια τού γιόμισαν θερμά τα μάτια του απ' το πείσμα, 385
π' όλο θωρούσε πιο γοργά να πιλαλούν τ' άλλα άτια,
μα αβάρετα έτσι τρέχοντας καλντούσαν τα δικά του.
Τον πήρε όμως της Αθηνάς το μάτι τον Απόλλο
πως το Διομήδη αδίκησε, και τρέχει και του δίνει
το καμοτσί, και δύναμη ξαναφυσάει μες στ' άτια. 390
Έπειτα ξέχειλη θυμό τον Έβμηλο προφταίνει
και του τσακίζει το ζυγό· κι' όξω τα ζα απ' τη στράτα τα άτια
του φέβγουν, και μαζί γλυστράει και πέφτει τ' ατιμόνι.
Γκρεμίστηκε κι' αφτός σιμά στη ρόδα του οχ τ' αμάξι
χάμου, και μύτες στόματα κατάγδαρε κι' αγκώνα. 395
Δίπλα ο Διομήδης μέριασε, και βάρα βάρα τ' άτια 398
απ' τους λοιπούς πολύ μπροστά ξεπέταξε, τι θάρρος
έβαλε στ' άλογα η θεά και τούδωκε τη νίκη. 400
Δέφτερος πίσω του έτρεχε ο καστανός Μενέλας.
Τότε έκραξε ο Αντίλοχος στο γονικό ζεβγάρι
«Ομπρός κι' εσείς στα τέσσερα με δρασκελιές μεγάλες!
Μ' εκείνα ναι δεν απαιτώ να παραβγείτε τ' άτια
που τρέχει του Τυδέα ο γιος, τι γληγοράδα τώρα 405
τους χάρισε η θεά Αθήνα και τούδωκε τη νίκη.
Μα του Μενέλα τ' άλογα προφτάξτε χέρι χέρι
και μην οκνάτε, μην τυχόν και μια φοράδα, η Αίθα,
σας μουρνταρέψει. Ομπρός, παιδιά, τι μείνατε έτσι πίσω;
Μα άκου, ένα λόγο θα σας πω που θα σας τύχει κιόλας. 410
Δεν έχει χάδια πια για σας στο γονικό μας στάβλο,
Μον θα σας κόψει αλύπητα ο λάζος τα λαρύγγια
αν πιο αχαμνά απ' τον όκνο σας κερδίσουμε βραβείο.
Μα δρόμο καταπόδι τους! Κι' εγώ έννια σας, δουλιά μου — 415
έχω το νου μου — στο στενό να προσπεράσω πρώτος.»
Είπε, κι' αφτά λες τάσκιαξε τ' αφεντικού η φοβέρα
και κόβουν δρόμο. Μα πολύ δεν πέρασε, και να το
θωράει της στράτας το στενό του γέρου ο γιος Νεστόρου.
Της γης εκεί είταν σπάσιμο, πούχε κατέβει ρέμα 420
με τις βροχές και τόσπασε γουβιάζοντας το δρόμο.
Εκεί ο Μενέλας έτρεχε και ζήταε ν' αποφύγει
το λάκκο ομπρός του. Μα έξαφνα αφίνει τη γραμμή του
κι' ορμάει λοξά ο Αντίλοχος χτυπώντας τ' άλογό του.
Τότες τ' Ατριά φοβήθηκε ο γιος και του φωνάζει 425
«Βρε αδέρφι, απρόσεχτα τραβάς, μον κράτα τ' άλογά σου!
Στενός ο δρόμος... με περνάς, πιο στ' ανοιχτά σα βγούμε...
Κράτα, μην πάθουμε κι' οι διο, σου λέω, αν με χτυπήσεις.»
Είπε, μα εκείνος έτρεχε και πιο με βιάση ακόμα
και βάραε με το καμοτσί σα να μην άκουε τάχα. 430
Όση είναι δίσκου πέτρινου η πιο γνωστή αλαργάδα
που ρήχνουν νιοι σα θέλουνε να δουν τη δύναμή τους,
σαν τόσο πρόστρεξαν μπροστά· και τ' άλλα — του Μενέλα —
κάλτισαν πίσω, τι έκοψε τη φόρα τους ο ίδιος,
μήπως τα ζα δρομίζοντα μες στο στενό τρακάρουν 435
κι' έρθουν τ' αμάξια ανάποδα, και γκρεμιστούν κι' οι διο τους
στις σκόνες μέσα, ενώ ζητούν πιος πρώτος να περάσει.
Τότες του κράζει ο καστανός με τις βρισές Μενέλας
«Δεν έχει, Αντίλοχε, κορμί σαν πούσαι εσύ χαμένο!
Κουρέβου! Κρίμας γνωστικό π' ως τώρα σε θαρρούσαν. 440
Μα κι' έτσι δίχως όρκο εσύ δεν παίρνεις το βραβείο.»
Είπε, κι' αμέσως έσκουξε στα ζα του και τους είπε
«Καρδιά! Μην τριποδάτε οκνά κιας σας πικραίνει η λύπη,
τι πρώτα αφτών τα γόνατα και πόδια θ' αποστάσουν
πριν από σας, τι και των διο πια πέρασαν τα νιάτα.» 445
Είπε, κι' αφτά λες τάσκιαξε η προσταγή τ' αφέντη
και πήραν δρόμο, κι' έφτασαν τα μπροστινά σε λίγο.
Και στο μεϊντάνι οι Δαναοί τριγύρω καθισμένοι
ζητούσαν τα γοργά άλογα να δουν σα θα προβάλουν·
κι' αφτά στον κάμπο δρόμιζαν κουρνιαχτοσκεπασμένα.
Πρώτος τους τάδε ο Δομενιάς, των Κρητικών αφέντης, 450
τι παρακεί σε ξέφαντο καρτέραε καθισμένος.
Φωνή από πέρα εκεί άκουσε — και τόνιωσε πιανού 'ταν —
κι' είδε σε λίγο τ' άλογο μπροστά που πιλαλούσε,
πανώριο, κόκκινο παντού εξόν πούχε άσπρη βούλα
λες σα φεγγάρι στρογγυλή στο κούτελο γραμένη. 455
Τότες εφτύς σηκώνεται και στους Αργίτες κράζει
«Πέστε μου, αδρέφια, οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι,
μονάχα εγώ, ή και λόγου σας θωράτε πέρα τ' άτια;
Αλλά σα να μου φαίνουνται μπροστά πως πιλαλούνε,
σαν άλλος δείχνει ο αμάξας· και τ' άλλα εκεί στον κάμπο 460
πάπαθαν πρέπει, πούτανε μπροστά σαν ξεκινούσαν.
Ή λέω τα γκέμια τούπεσαν, ή στρίβοντας την άκρη 465
δεν τούβγε πέρα π' αχαμνά κρατούσε το ζεβγάρι.
Χάμου θενάρθε εκεί θαρρώ και θάσπασε τ' αμάξι,
κι' έτσι το δρόμο τ' άλογα θα πήραν αγριεμένα.
Μα σηκωθείτε ομπρός κι' εσείς να δείτε· τι πιος είναι
δεν ξεχωρίζω εγώ καλά. Σα να θαρρώ όμως, πρώτος 470
ζυγώνει του Τυδέα ο γιος, ο θαρρετός Διομήδης.» 472
Τότες τον έβρισε άσκημα του Οϊλέα ο Αίας
«Τι πάντα πρώτος, Δομενιά, πετιέσαι; Εκείνα ακόμα
στον κάμπο πέρα, τρέχουνε, τ' αψηλοπίλαλα άτια. 475
Δεν είσαι νιος και τόσο δα, που τα δικά σου τάχα
πιο αλάργα να ξανοίγουνε απ' ολωνών τα μάτια.
Μα πάντα πρώτος να μιλάς σ' αρέσει... μα ντροπής σου... 478
Ζά' ναι, σου λέω, και τώρα ομπρός τα ίδια, του Εβμήλου, 480
σαν πάντα, κι' όρθιος στέκει αφτός τα γκέμια του κρατώντας.»
Θύμωσε τότε ο αρχηγός των Κρητικών και τούπε
«Αία, κορμί φιλόνεικο, κακόγλωσσε, άμε πάρε
παράδειγμα απ' τους άλλους νιους, τι ο νους δε σούχει σέβας.
Θες; Έλα βάλε στοίχημα... τριπόδι εδώ ή λεβέτι... 485
κι' ας γίνει ο βασιλιάς κριτής σαν πιό 'ναι το ζεβγάρι
που τρέχει πρώτο, και θα δεις σα σκάσεις το λεβέτι.»
Είπε, κι' εφτύς πετάχτηκε ο Αίας σκυλιασμένος,
και ν' απαντήσει πήγαινε με θυμωμένα λόγια.
Κι' ίσως το τσάκωμα πιο ομπρός θα προχωρούσε ακόμα, 490
μα τότε του Πηλέα ο γιος σηκώθηκε κι' έτσι είπε
«Μην πια θυμούς, αφίστε τες τις προσβολές κι' οι διο σας,
Αία και Δομενιά! Ντροπής π' ακούν τα παλικάρια.
Κι' αν άλλος τέτια αν κάνει, εσείς ναν τον βαστάτε πρέπει.
Μα τώρα κάτσετε ήσυχοι. Κι' έλα εδωδά καθήστε 495
μαζί μας, γιατί τ' αλόγα τη νίκη λαχταρώντας
όπου κι' αν είναι θα φανούν, κι' όλοι θα δείτε τότες
τ' άτια μαθές των αρχηγών, πιά 'ναι μπροστά, πιά πίσω.»