Και σαν τους είδε πούσβυναν στο μοιρολόϊ ο Δίας 340

τους πόνεσε και λέει εφτύς της Αθήνας διο λόγια

«Παιδί μου, πάει τον αφίσες στην τύχη τέτιονε άντρα·

ή δε σ' τ' αγγίζει πια σταλιά τα σπλάχνα ο Αχιλέας;

Μα δες τον! τώρα εκεί μπροστά στ' ορθόπλωρο καράβι

κάθεται και μοιρολογάει το βλάμη, κι' όλοι οι άλλοι 345

πήγαν να φαν, μα νηστικός αφτός και διψασμένος.

«Μα σύρε στάξ' του αθάνατο νερό στα στήθια μέσα

εκεί που κλαίει, για να μπορεί στην πείνα να βαστάξει.»

Έτσι είπε και την έστειλε, σαν που κι' αφτή ποθούσε.

Κι' όμια με λάκρα οργιόφτερη τρανόφωνη, οχ τα ύψη 350

κάτου πετάει μέσα απ' το φως την ώρα που οι Αργίτες

παντού στον κάμπο τ' άρματα φορούσαν του πολέμου.

Κι' έσταξε αθάνατο νερό μες στ' Αχιλιά τα στήθια,

που πείνα πια κακόριστη να μην τον τρεμοβλάψει,

απέ στ' ακίνητου γονιού ξανά το στέριο πύργο 355

φέβγει,

Και χύθηκε ο στρατός τότ' όξω απ' τα καράβια.

Πώς οχ τον ουρανό πυκνά πέφτουν τα χιόνια κάτου,

ψυχρά, από Θρακοδρόλαπα βοριοσταλμένου φύλλο,

τότε έτσι λαμπρογιάλιστα πλήθος μεγάλο κράνα

όξω απ' τα πλοία πρόβαιναν, και πρόβαιναν ασπίδες, 360

σωρός κοντάρια φράξινα, και δίχουφτα τσαπράζα.

Η λάμψη πάει μεσούρανα, γελούνε γύρω οι κάμποι

απ' τη φεγγιά· και των αντρών αντιβροντάει το βήμα.

Τότες στη μέση οπλίστηκε ο άξιος Αχιλέας. 364

Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια 369

πανώρια, πούταν μ' αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα. 370

Κατόπι πήρε φόρεσε στα στήθια τα τσαπράζα,

κι' έπειτα γύρω κρέμασε στους ώμους του τη σπάθα,

χαλκένια ασημοκάρφωτη, και πήρε την ασπίδα,

στέρια, που αλάργα η λάμψη της σα φεγγαριού φωτούσε.

Πώς φαίνεται οχ το πέλαγο σε λαμνοκόπους λάμψη 375

φωτιάς που καίει, και καίει ομπρός σε προβατήσα στρούγγα

σ' όρος ψηλά, ενώ άνεμος τους νάφτες στανιοσπρώχνει

στα στήθια απάνου στου γιαλού αλάργα απ' τους δικούς τους·

έτσι έφτανε ως στον ουρανό κι' η λάμψη οχ την ασπίδα

τη λαμπροσκάλιστη. Έπειτα το κράνος βαριασκώνει 380

και το φοράει στην κεφαλή. Σαν άστρο αχτιδοβόλαε

το κράνος τ' αλογόφουντο, και σάλεβαν τριγύρω

οι φούντες πούβαλε ο θεός πυκνόχρυσες στην άκρη.

Και πήρε δοκιμάστηκε μες στ' άρματα, αν του πάνε

κι' αν κούναε μέσα λέφτερα τα μέλη, και θαρρούσες 385

είταν φτερά και σήκωναν τον αρχηγό στα ύψη.

Στερνά οχ τη θήκη του άδραξε το γονικό κοντάρι,

βαρύ μεγάλο δυνατό — άλλος αφτό να παίξει

δε μπόραε, μόνος κάτεχε ναν τ' ανεμίζει εκείνος,

ζαγόριο φράξο πούκοψε ψηλά απ' το κορφοβούνι 390

για τον Πηλέα ο Χείρονας αρματωλών ρημάχτρι.

Τ' άλογα τότε ο Άλκιμος κι' ο Αφτομέδος πιάνουν

και ζέβουν, κι' όμορφα λουριά τους βάζουν, και στα δόντια

τα χαλινάρια, κι' άπλωσαν τα γκέμια τους ως πίσω

στο καλοκάρφωτο κουτί. Κατόπι ο Αφτομέδος 395

πήρε στα χέρια καμοτσί λαμπρό και τεριασμένο,

και μες στ' αμάξι πήδησε. Και πίσω ο Αχιλέας

ανέβηκε — άμα οπλίστηκε — στ' αμάξι, και σκορπούσε

αχτίδες λες απ' το χαλκό σαν ήλιος φωτοδότης.

Και φώναξε με σκιαχτερή φωνή στα γονικά άτια

«Ψαρέ και Ξάνθο, ξακουστά παιδιά της Φτεροπόδας, 400

κοιτάξε αλλιώς τον αμαξά να ξαναφέρτε πίσω

στα πλοία εδώ, όταν πόλεμο χορτάσουμε και μάχη,

όχι όπως έμεινε νεκρός ο Πάτροκλος στον κάμπο.»

Τότε είπε κάτου απ' το ζυγό το παρδαλό πουλάρι,

ο Ξανθός — κι' έσκυψε πικρά την κεφαλή, κι' η χαίτη 405

ξεχύθηκε όλη απ' το ζυγό κοντά στα πόδια χάμου —

τι τούδωκε φωνή η θεά η μαρμαρόλαιμη Ήρα

«Ναί, θα σε σώσουμε — θα δεις, θεόμορφε Αχιλέα —

και τώρα ακόμα, μα η αβγή πλακώνει πια η στερνή σου.

Δε φταίμε· η μοίρα και τρανός θεός θα σ' αφανίσει. 410

Τι μήτε απ' όκνο κι' άργητα δική μας του Πατρόκλου

του πήραν τότες τ' άρματα απ' το κορμί του οι Τρώες.

Τρανός θεός τον έφαγε στων μπροστινών τη μέση,

του Δία ο γιος και της Λητός, και δόξασε τους Τρώες.

Τρέχουμε και με φύλλο εμείς ζεφύρου, αν είναι ανάγκη, 415

π' αγέρα απ' όλους πιο αλαφρύ τον λένε· όμως εσένα

σ' τόγραψε η μοίρα από θεό να σκοτωθείς κι' όχι άντρα.»

Είπε, κι' αμέσως τη φωνή του πήρανε οι Κατάρες.

Τότ' είπε του Πηλέα ο γιος βαριά αγαναχτισμένος

«Ξάνθο, θανάτους μη μηνάς, καιρός δεν είναι τώρα. 420

Ναί, ξέρω αφτό κι' εγώ καλά, γραφτό 'ναι εδώ να πέσω

μακριά απ' τους έρμους μου γονιούς. Μα κι' έτσι εγώ δε φέβγω,

πρέπει τους Τρώες πρώτα εδώ πελέκι να χορτάσω.»

Είπε, και λάλαε τ' άλογα μπροστά μπροστά αλυχτώντας.

Υ

Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες,

γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων·

και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.

Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει

κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη. 5

Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι

κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει.

Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα,

ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους

και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα.

Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν 10

στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία

του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.

Έτσι οι θεοί είταν στου Διός τον πύργο συναγμένοι.

Κι' όχι δεν είπε της θεάς μήτε της γης ο σείστης,

Μον πάει στον πύργο οχ του γιαλού τα βαθιά, και καθίζει 15

καταμεσύς τους κι' αρωτάει τον ορισμό του Δία

«Τι πάλι, Αργυροκέραβνε, σε συντυχιά μάς κράζεις;

Κάτι για Τρώες κι' Αχαιούς σα ν' αναδέβει ο νους σου,

τι τώρα αυτών ο πόλεμος είναι άσβυστα αναμένος.»

Τότε απαντάει ο συγνεφιάς του Κρόνου γιος, ο Δίας

«Σείστη της γης, μου μάντεψες με τι βουλή και γνώμη 20

σας έκραξα· ναί, συλλογή που σφάζουνται τους έχω.

Μα εγώ στα κορφοβούνια εδώ θα μείνω, κι' οχ τη ράχη

θα χαίρουμαι το θέαμα· μα εσείς οι άλλοι κάτου,

το προτιμάω, πηγαίνετε στον κάμπο, και βοηθάτε

όπιους σας συμπαθά η καρδιά, θες Αχαιούς θες Τρώες. 25

Μόνους αν του Πηλιά το γιο να πολεμάν αφίστε

τους Τρώες, πάει αδύνατο και μια στιγμή να μείνουν.

Αφτοί και πριν θωρώντας τον τρεμούλιαζαν, μα τώρα

που για το βλάμη κι' η ψυχή του μάνιασε, φοβάμαι

μήπως — γραμένο είτ' άγραφο — τη χώρα τούς πατήσει.» 30

Είπε, και σήκωσε φριχτή πολέμου ανεμοζάλη.

Κι' εφτύς όλοι οι θεοί κινούν στον πόλεμο να πάνε

μ' αντίθετους στο νου σκοπούς. Τι στο καραβοστάσι

η Ήρα η αρχιθέαινα, κι' η Αθηνά η Παλλάδα,

κι' ο σειστής πήγε Ποσειδός, κι' Ερμής ο αγωγιάτης

που νους γερός το νιόθωρο κεφάλι του στολίζει· 35

μαζί κι' ο Ήφαιστος φωτιά γιομάτος κούτσα κούτσα

ροβόλαε... κούτσα, μα γοργά του δρόμιζαν τα πόδια.

Μα ο Άρης πήγε ο πλουμιστός στους Τρώες, και μαζί του

το ρέμα ο Ξάνθος κι' η Λητό κι' η ρόδινη Αφροδίτη

κι' η σαϊτέφτρα Άρτεμη κι' ο σγουρομάλλης Φοίβος. 40

Τώρα όσο στέκανε οι θεοί απ' τους αθρώπους χώρια,

τόχαν μεγάλη οι Δαναοί χαρά που ο Αχιλέας

βγήκε στον κάμπο, και καιρό σπαθί δεν είχε αγγίξει·

όμως τρέμουλα σύγκορμη τους Τρώες παραλούσε

κι' απελπισιά, που το γοργό θωρούσαν Αχιλέα 45

καθώς μες στ' άρματα άστραφτε σα θνητοφάγος Άρης.

Μα όταν μιας σμίξανε οι θεοί τ' αθρώπινα κοπάδια,

ξεσπά η Αμάχη ανήμερη, χουγιάζει κι' η Παλλάδα,

πότε όρθια απ' όξω απ' το τειχί και το σκαφτό χαντάκι,

πότε μακρόσκουζε κοντά στ' αφρόδαρτα ακρογιάλια· 50

κι' έσκουζε ο Άρης αντικρύ σα σίφουνας στους Τρώες

άγρια οχ του κάστρου την κορφή, και πότε πιλαλούσε

κοντά στο ρέμα πίσω ομπρός στ' Ωριοκολλώνι απάνου.

Έτσι οι παντοτινοί θεοί τους διο στρατούς τρακαίρνουν

πυρώνοντας τους, και βαρύ στη μέση ανάβει πάθος. 55

Και βρόντησε άγρια των θεών κι' αθρώπων ο πατέρας

οχ τα ούράνια· κάτωθες κι' ο Ποσειδός τραντάζει

της γης τον όγκο, των βουνών τις αψηλές κορφάδες.

Κι' όλες οι ράχες σάλεβαν της πηγοδότρας Ίδας,

σαλέβανε όλοι οι πόδες της, το κάστρο, τα καράβια. 60

Τρόμαξε κάτου ο Πλούτονας, ο νεκραφέντης τ' Άδη,

κι' εφτύς πηδάει απ' το θρονί και σκούζει, φοβισμένος

τη γη μη σπάσει ο Ποσειδός, της γης απάνου ο σείστης,

και σε θνητούς κι' αθάνατους φανεί η φριχτή φωλιά του,

μούχλα και πίσσα, που οι θεοί μ' ανατριχιά τη βλέπουν. 65

Κι' ο κάμπος ξέχειλος στρατό χαλκολαμποκοπούσε 156

απ' άντρες κι' άλογα, κι' η γης κροκρότιζε απ' τα πόδια.

Εκεί χοιμάει μες στων οχτρών τη μέση ο Αχιλέας 381

μ' αψές φωνές και με καρδιά αρματωμένη θάρρος.

Και πρώτος τρώει το Βιφιτιό, λεβέντη γιο του Οτρύντα,

τρανά αρχηγό, που μια ξωθιά τον γέννησε στο πλούσιο

χωριό της Ύδας, στα ριζά του χιονισμένου Τμώλου· 385

αφτόν, εκεί ίσα πούτρεχε, στης κεφαλής τη μέση

τον κρούει με τ' όπλο, π' άνοιξε σε διο κομάτια η κάρα.

Κι' έσκασε χάμου, κι' ο λαμπρός παινέφτηκε Αχιλέας

«Ψόφα του Οτρύντα γιε, κορμί πιο φαντασμένο απ' όλους!

Εδώ θα ρέψεις, κι' η γενιά ας σου βαστά απ' τη λίμνη 390

τη Γύγια, οπούχει γονικό μετόχι σας στην άκρη,

κοντά στου Χύλλου τα νερά, στα κύματα του Χέρμου.»

Έτσι είπε, και βασίλεψαν του Βιφιτιού τα μάτια,

κι' αφτού στη μπροστινή γραμμή της μάχης με τις ρόδες

τον λιάνιζαν των Αχαιών τα πλουμισμένα αμάξα. 395

Δέφτερο του Πηλέα ο γιος καρφώνει στο μηλίγγι

μέσα απ' το κράνο τ' όμορφο τον άρχο Λιοντοδήμο,

γιο τ' Αντηνόρου και γερό της μάχης παλικάρι·

και δεν αμπόδισε ο χαλκός, γιατί μ' ορμή περνώντας

η μύτη τ' όπλου ξέσκισε το κόκκαλα, και λιώμα

μέσα όλος τούγινε ο μιαλός και κόπηκε η αντριά του. 400

Τον Ιπποδάμα παρακεί, σαν πήδησε οχ τ' αμάξι

κι' έφεβγε ομπρός του, τούμπηξε στους ώμους το κοντάρι.

Κι' αφτός φυσούσε μούγκριζε, σαν τάβρος που μουγκρίζει

σαν τον τραβούνε οι νιοι μπροστά στον Ελικώνιο αφέντη

ναν του τον σφάξουν, κι' ο θεός θωρώντας καμαρώνει· 405

έτσι ενώ μούγκραε, η αντρικιά φτερούγιασε ψυχή του.

Κατόπι τον Πολύδωρο με το κοντάρι τρέχει

να πιάσει, του Πριάμου γιο. Πού ο γέρος του πατέρας

στη μάχη δεν τον άφινε να βγει, τι στερνοπαίδι

τον είχε ακριβογέννητο και πιο τον αγαπούσε· 410

μα τότε αφτός απ' αμιαλιά — ζητώντας γοργοσύνη

να δείξει, τι στο τρέξιμο κάθε άλλο νιο νικούσε —

πιλάλαε με τους μπροστινούς ως που τον ήβρε ο χάρος.

Γιατί στη μέση τον βαράει με τ' όπλο ο Αχιλέας —

δίπλα ενώ πέρναε φτερωτός — στου ζουναριού τα μέρη,

εκεί που σμίγανε τα διο χρυσόμορφα θηλύκια 415

με πίσω διπλοτσάτιραζο· κι' αντίκρυ τ' όπλου η μύτη

πρόβαλε, εκεί στον αφαλό. Και ξεφωνώντας πέφτει

στο γόνα ο νιός, ενώ πυκνή τον σκέπαζε θολούρα,

κι' έγυρε αρπώντας τ' άντερα σιμά του με τα χέρια.

Κι' ο Έχτορας τον αδερφό σαν είδε που κρατώντας

στα χέρια τ' άντερα έγερνε να πέσει, εφτύς σα ζάλη 420

τα μάτια του συγνέφιασε, και πια απ' τη μάχη αλάργα

δεν τον βαστάς ν' αργογυρνάει, μον το βαρύ κοντάρι

σιώντας στον Αχιλέα ομπρός, χοιμάει θαρρείς σα φλόγα.

Κι' αφτός τον βλέπει, εφτύς πηδάει και κράζει με περφάνια,

«Να το θεριό που την ψυχή μού μάσησε ως στη ρίζα, 425

που μούσφαξε τ' αδέρφι μου! Κρυφτούς πια εδώ δεν έχει,

παρά θα δούμε τώρα εφτύς πιος θενά φάει τον άλλο.»

Είπε, τον κοίταξε λοξά και του φωνάζει πάλι

«Έλα σιμά να μπεις γοργά στου χάρου τα πλεμάτια!»

Μα δίχως φόβο απάντησε ο Έχτορας και τούπε 430

«Γιε του Πηλέα, εγώ παιδί δεν είμαι, και με λόγια

δε με τρομάζεις, τι κι' εγώ το ίδιο αν θες κατέχω

να σου μιλήσω προσβολές και να σου πω βλαστήμιες.

Το ξέρω, εσύ είσαι δυνατός, κι' ίσως εγώ όχι τόσο·

μά 'ναι στα χέρια των θεών, χειρότερος ή όχι, 435

μπορεί ίσως να σε σφάξω εγώ και να σε στείλω πρώτος

στον Άδη, τι σα μυτερό μπροστά κι' εμένα τ' όπλο.»

Είπε, και σιώντας τόρηξε· μα του Διός η κόρη

με μια πνοή τ' αλάργεψε μακριά απ' τον Αχιλέα,

φυσώντας το αλαφρά αλαφρά· κι' αφτό γυρίζει πίσω 440

και πέφτει χάμου, αφτού μπροστά στου Έχτορα τα πόδια.

Χύνεται ο άλλος σα θεριό, με λύσσα κι' αλυχτώντας

φριχτά· μα του τον άρπαξε ο Φοίβος, έτσι αμέσως

σα δα θεός, και με πυκνό τον σκέπασε σκοτάδι.

Τρεις τότες χύθηκε βολές ζητώντας ναν τον σφάξει, 445

και τρεις με τ' όπλο τη βαθιά κοπάνισε θολούρα·

μα όταν και τέταρτη όρμησε λες σα στοιχιό οχ τον Άδη,

τότε έμπηξε φριχτή φωνή και τούπε αφτά τα λόγια

«Πάλε απ' το χάρο σώθηκες, σκυλί! Μιά τρίχα ακόμα

και σ' έτρωγα. Σε γλύτωσε πάλε, σκυλί, ο Απόλλος, 450

π' όλο και θαν του κλαίγεσαι σαν έρχεσαι στη μάχη.

Έννια σου! σα σε βρω ξανά, σου πίνω εγώ το αίμας,

αν έχω δα κι' εγώ θεούς βοηθητικούς μου κάπου.

Μα τώρα πάω τ' ασκέρι σου να σφάξω, όπιον πετύχω.»

Έτσι είπε, και μεσόσβερκα το Δρύοπα ακοντίζει 455

και τον σωριάζει εκεί μπροστά στα πόδια του. Κατόπι

αφίνει αφτόν, κι' άντρα γερό λεβέντη, το Δημούχο,

πεδούκλωσε, μια κονταριά στο γόνα σφίγγοντάς του,

και με τη σπάθα του έπειτα τον τέλιωσε για πάντα.

Ύστερα τρέχει και διο γιους του Βιά, το Λαογόνο 460

και Δάρδανο, οχ τ' αμάξι τους γκρεμίζει, τι τη σπάθα

στον ένα μπήγει από κοντά, στον άλλον το κοντάρι.

Τον Τρώα, τ' Αλαστόρου γιο — αφτός του πέφτει ομπρός του

στα πόδια, μην τον λυπηθεί και τη ζωή τ' αφίσει, 464

ο έρμος! :Μα δεν τόξερε πως άδικα λαλούσε, 466

τι δα απαλόκαρδη ψυχή και μαλακιά δεν είχε,

παρά θεριού. Και τούπιασε ο Τρώας με τα χέρια

τα γόνατα του, θέλοντας να πει, ναν τον ξορκίσει,

μα αφτός στο σκώτι τούμπηξε τη λάμα, και το σκώτι

του ξεκολνάει, και μελανά τα αίματα αναβρύζουν 470

και όλο τον κόρφο πλημμυρούν, κι' ενώ 'βγαινε η ψυχή του,

τα διο τα μάτια ολόμαβρο του σκέπασε σκοτάδι.

Τότες στο Μόλη πάει κοντά και τον τρυπάει στ' αφτί του,

κι' ως στ' άλλο του ίσα πέρασε ο τροχισμένος στόκος.

Κατόπι τ' Αγηνόρου γιο, τον Έχεκλο, σπαθίζει

στην κεφαλή κατάμεσα, π' όλη απ' το αίμα μέσα 475

ζεστάθη η σπάθα του η φαρδιά, κι' έτσι στον Άδη κάτου

τον πήγε ο μάβρος θάνατος κι' η άπονη του η μοίρα.

Και το Δεφκάλη ακόμα, εκεί που στον αγκώνα σμίγουν

τα διο ποντίκια, του τρυπάει με τ' όπλο το βραχιόνι.

Έτσι με χέρι αφτός βαρύ τον πρόσμενε, θωρώντας 480

το χάρο ομπρός του· μια σπαθιά τού κατεβάζει εκείνος

στο σνίχι, και πετάει μακριά κάρα μαζί και κράνο.

Οχ τα σφοντύλια πήδηξε τότε όξω το μεδούλι,

κι' εκείνος χάμου στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες.

Έπειτα ορμάει τον άρχοντα να πιάσει γιο του Πείρου,

το Ρίγμο, π' οχ την καρπερή ότι είχε φτάσει Θράκη, 485

και μια του δίνει π' ο χαλκός μες στην κοιλιά του μπήκε,

κι' ήρθε απ' τ' αμάξι ανάποδα. Μα και του παραγιού του

Αρήθου, ενώ τα διο φαριά προσπάθαε να γυρίσει,

του κάθισε μια κονταριά στη ράχη, κι' οχ τ' αμάξι

έπεσε χάμου κι' έφυγαν τα ζα του σαστισμένα.

Πώς παίρνει σβάρνα λαγκαδιές βαθιές φωτιά μεγάλη 490

σ' όρος ξερό και καίγουνται τα πεφκοπλήθια δάση,

και φλόγα ο άνεμος παντού σκορπάει στριφοκλωθώντας·

έτσι ξοπίσω απ' τους οχτρούς σα λάμια λες με τ' όπλο

χοιμούσε σκότωνε, κι' η γης κατέβαζε αίμα μάβρο.

Πώς ζέβεις βόδια ασερνικά μεγάλα κουτελάτα 495

και τρίβεις σταροκρίθαρο σε μαρμαρένια αλώνια,

κι' εφτύς λιανό όλο γίνεται απ' των βοδιών τα πόδια·

έτσι και τ' άπιαστα άλογα του ξακουστού Αχιλέα

νεκρούς πατούσαν κι' άρματα, κι' όλο τ' αξόνι κάτου

κι' οι αμαξόγυροι είτανε πασπαλισμένοι μ' αίμας 500

απ' τις σταλιές που των τροχών πετούσαν τα στεφάνια

και τ' αλογόνυχα. Κι' αφτός δε χόρταινε να σφάζει,

κι' έβαφε μ' αίμας μελανό τ' αζύγωτά του χέρια.

Φ

Και πια σαν ήρθαν στου γοργού το πέρασμα ποτάμου

πούχε του Δία κάνει ο γιος, στου κυματάρη Ξάνθου,

τους κόβει εκεί, και τους μισούς στον κάμπο κυνηγούσε

κατά τη χώρα, οπούτρεχαν κατάφοβοι οι Αργίτες

τη μέρα πριν, σα μάνιαζε τ' αφέντη ο γιος Πριάμου· 5

εκεί τρεχάτοι χύθηκαν, κι' ομπρός ναν τους μπερδέψει

άπλωσε η Ήρα 'να πηχτό σκοτάδι. Οι άλλοι πάλι

σπρωχνόντουσαν προς το βαθύ αφράργυρο ποτάμι.

Και πέφτουν μέσα βάρηχα, σαλαγοσπάει το ρέμα,

οι οχτοί γύρω αντιβογγούν· και με φωνές οι Τρώες 10

κουβάρια μέσα εδώ κι' εκεί στους χόχλους κολυμπούσαν.

Πώς από λάμψη πυρκαγιάς σηκώνουνται οι ακρίδες

κι' ορμούν κατά τον ποταμό, κι' η φλόγα μιας ξεσπάσει

καίει πάντα ακούραστη, κι' αφτές πηδούν το κύμα κύμα·

έτσι κι' απ' του Πηλιά το γιο κυνηγητοί, του Ξάνθου 15

το λάλο ρέμα γιόμισαν ανάκατα άντρες κι' άτια.

Κι' εκείνος τ' όπλο αφίνει αφτού στον όχτο πλαγιασμένο

μες στις μυρχιές, και σα στοιχιό με το σπαθί μονάχα

πηδάει στο ρέμα — κι' έβαλε κακούς σκοπούς στο νου του —

λιανίζοντας δεξά ζερβά, και βογγητά και θρήνοι 20

όλο άπαφτα ακουγόντουσαν που πάντα τους χτυπούσε

με το σπαθί, και το νερό κοκκίνιζε απ' το αίμας.

Πώς ψάρια, όταν τρανόκορμο τα κυνηγάει δερφίνι,

σκορπούν και μες στου λιμανιού τρυπώνουν τους κρυψώνες

κατάτρομα, τι χάφτει εφτύς όπιο τυχόν συλλάβει·

το ίδιο κάτου απ' τους γκρεμούς στη ρεματιά κι' οι Τρώες 25

ζαρώνανε όλοι. Κι' όταν πια του μπούχτισαν τα χέρια

βαρώντας, τότες διάλεξε νιους δώδεκα απ' το ρέμα

για να πλερώσουν μ' αίμα τους το φόνο του Πατρόκλου.

Κι όξω τους βγάζει, σα μικρά ζαρκάδια σαστισμένους,

πίσω τα χέρια δένοντας με τα καλοκομένα 30

λουριά που γύρω τα στριφτά τους έζωναν τσαπράζα·

κι' έτσι οι συντρόφοι του δετούς τους πήγαν στα καράβια.

Πάλε χοιμάει στον ποταμό αχόρταγος να σφάξει,

κι' ομπρός να! το Λυκά θωράει, του γέρου γιο Πριάμου,

ενώ οχ το ρέμα ξέκοφτε, τον ίδιο πούχε πιάσει 35

κι' άλλη βολά πριν άξαφνα στο γονικό του χτήμα,

που νιόκλαρα βελανιδιάς με το μπαλτά μια νύχτα

πήγε να κόψει κι' άμαξας ροδόγυρους να φτιάσει,

μα εκεί αναπάντεχο κακό του βγήκε, ο Αχιλέας.

Τότες στης Λήμνος το νησί τον πήρε και τον πήγε 40

ναν τον πουλήσει, κι' έδωκε τα γρόσα ο Καλοκράσης.

Εκεί ένας βλάμης του, ο Αητιός, ξαναγοράζοντάς τον

με χρήματα πολλά, αντικρύ τον πήγε στην Αρίσβα.

Κι' όταν πεζός πήγε έπειτα στο γονικό του πύργο,

μέρες ξεφάντωνε έντεκα με φίλους π' απ' τη Λήμνο 45

γλύτωσε πίσω· μα ξανά τη μέρα την κατόπι

μοίρα κακή τον έρηξε στα χέρια τ' Αχιλέα,

π' άναβλα τούτανε γραφτό στον Άδη ναν τον στείλει.

Τι σαν τον είδε πούφεβγε οχ το νερό με πόδι 49

κατάκοπο απ' την κούραση, σηκώνει το κοντάρι 52 67

ναν τον καρφώσει, μα ο Λυκάς πριν σκύβει και σκυμένος 68

τρέχει κι' εφτύς τα γόνατα του πιάνει, κι' ίσα τ' όπλο

περνά απ' τη ράχη απάνωθες και μπήγεται τρεχάτο

στο χώμα, σάρκα ανθρωπίνη ζητώντας να δαγκάσει. 70

Τα περικάλια τότε ο γιος αρχίζει του Πριάμου 73

«Σπλαχνιά, Αχιλέα μου, αν θεούς λατρέβεις, σε ξορκίζω·

χάρη μου πρέπει, ισόθεε, που σαν προστάτη σ' έχω. 75

Τι εγώ απ' το χέρι σου ψωμί πρωτόφαγα στα ξένα,

σα μ' έπιασες μες στ' όμορφο μετόχι και στη Λήμνο

με πήγες και με πούλησες αλάργα απ' τους γονιούς μου,

μακριά από φίλους, κι' εκατό βιος σούφερα βοδιώνε.

Τρίδιπλα τώρα πλέρωσα και σώθηκα, κι' αφτή είναι 80

η μέρα μου η δωδέκατη που γύρισα στην Τροία

πολλά παθόντας· όμως νά, στα χέρια σου με ρήχνει

μοίρα άστοργη ξανά ... Αχ θα πει με καταράστη ο Δίας

που τώρα πάλι μ' έπιασες. Λιγόχρονο η Λαθόα

η μάννα μου αχ με γέννησε, του γέροντα Άλτη η κόρη, 85

τ' Άλτη π' ορίζει τους γερούς Λελέγους κι' έχει πύργο

μες στην ολόρθια Πήδασο στο ρέμα εκεί του Σάτνη.

Τ' Άλτη είχε κόρη ο Πρίαμος — μα 'χε ένα πλήθος κι' άλλες —

και διο μας έκανε, μα εσύ θα σφάξεις και τους διο μας.

Στων πρώτων σκότωσες πεζών τη μέση το λεβέντη 90

Πολύδωρο, τρυπώντας τον με το βαρύ κοντάρι·

χάρος κι' εμένα τώρα εδώ με βρίσκει, τι το ξέρω

δε σου γλυτώνω αφού ο θεός στα χέρια σου με στέλνει.

Μα άκου ... ένα λόγο θα σου πω μονάχα ... μη με σφάζεις,

ίδια δεν έχω μάννα εγώ κι' ο Έχτορας, που ο έρμος 95

πήγε έτσι και σου σκότωσε τ' αδέρφι της καρδιάς σου.»

Έτσι ο λαμπρόπλιστος Λυκάς τού κλαίγουνταν ζητώντας

ναν τον μαλάξει· μα άκουσε αμάλαχτο 'να λόγο

«Άμιαλε, χάρες μη μιλάς και ξαγορές μην κραίνεις!

Γιατί πριν πέσει ο Πάτροκλος, προτίμαε ναι η καρδιά μου 100

να μη σας σφάζω, κι' έπιασα πολλούς και σας πουλούσα·

μα τώρα πάει πια, από χαμό δε σώζεται όπιον στείλει

στα χέρια αφτά του Κρόνου ο γιος εδώ μπροστά στο κάστρο,

και κάθε οχτρό, μα μάλιστα γιο του Πριάμου αν πιάσω. 105

Μα, βλάμη, πέθανε κι' εσύ, γιατί έτσι κλαις; Να, πήγε

κι' ο Πάτροκλος που πιο πολύ σα ν' άξιζε από σένα.

Τήρα με δα πόσο κι' εγώ σφανταχτερός μεγάλος,

πατέρας μ' έσπειρε άρχοντας, θεά 'χω αν θες και μάννα·

ωστόσο τύχη ανήμερη με καρτεράει και χάρος. 110

Θα φέξει αβγούλα, ή δειλινή θα τύχει ή μεσημέρι,

όταν κι' εμένα τη ζωή στη μάχη θα μου πάρουν

ή με κοντάρι ή ρήχνοντας σαΐτα από δοξάρι.»

Είπε, κι' απόμεινε ο Λυκάς σα λείψανο, και τ' όπλο

χάμου αμολάει απλώνοντας τα χέρια και καθίζει. 115

Κι' εκείνος σέρνει το κοφτό σπαθί, και μια του μπήγει

κατά την κλείδα στο λαιμό κοντά, που μέσα η σπάθα

τού χώθηκε όλη. Πίστομα πέφτει ο Λυκάς και μένει

χάμου στρωτός, και γύρω η γης κοκκίνιζε απ' το αίμας.

Τότε απ' το πόδι τον αρπάει και στα νερά τον ρήχνει 120

να πάει το ρέμα, κι' έπειτα καμαρωμένος είπε

«Τα ψάρια σύρε αφτού να βρεις, π' απ' την πληγή σου γύρω

θα γλύφουν αίμα αξέγνιαστα. Στην ψάθα να σε κλάψει

δε θα σε βάλει η μάννα σου, μον το χοχλάτο ρέμα

θα σε τραβήξει ως κάτου εκεί στης θάλασσας τον κόρφο. 125

Θα ρέβετε έτσι ως που μπροστά στο κάστρο σας να φτάστε, 128

φεβγάλα εσείς και πάντα εγώ λιανίζοντας ξοπίσω.

Μηδέ έχει τ' αργυρόγοργο ποτάμι να σας σώσει, 130

ο Ξάνθος, που συχνά πολλούς του σφάζετε βουβάλους

και ζωντανά τού ρήχνετε πολλά άτια μες στο κύμα·

μα κι' έτσι θα σας τρώει οχιά, ως να πλερώστε τέλος

του βλάμη εδώ το θάνατο, των Αχαιών τα πάθια,

που στα γοργά — σαν έλειπα — τους σφάζατε καράβια.» 135

Έτσι είπε, κι' άναψε θυμό στα σπλάχνα του ποτάμου.

Κι' εκεί που ο κονταρόδοξος γιος του Πηλιά στη μέση 233

πήδησε κάτου οχ τον γκρεμό, τότ' ίσα το ποτάμι

χοιμάει κυματοφούσκωτο ξυπνώντας κάθε ρέμα, 235

κι' έβραζε σκούνταε τους νεκρούς, που πλήθος στα νερά του

πλέχανε μέσα, από το γιο σφαγμένοι του Πηλέα.

Όξω όλους τους ξερνούσε αφτούς με μουγκρητά σαν τάβρος, 237

κι' όρθιο το κύμα φοβερό στον Αχιλιά τριγύρω 240

έβραζε, κι' έπεφτε έσπρωχνε κατάσπιδα ουδέ μπόραε

να βασταχτεί στα πόδια του. Μα τέλος πια αγκαλιάζει

χοντρόκορμη αψηλή φτελιά, που ξεκολνά απ' τις ρίζες

και συνεπαίρνει πέφτοντας τον όχτο, κι' αμποδίζει

τ' αφροκυμάτιστα νερά με τους πυκνούς της κλώνους. 245

Τότε οχ το κύμα ξεπηδάει, και φτερωτό με πόδι

παίρνει τον κάμπο αβάσταχτος, λες είχε γληγοράδα 247

σαν του νυχτόφτερου τ' αητού, του κυνηγάρη αγιούπα, 252

πούναι πουλί το πιο γοργό, το πιο λεβέντικο όρνιο·

έτσι στο κάμπο δρόμιζε — κι' αχούσε απάς στα στήθια

φρίκη ο χαλκός του — κι' έφεβγε δεξά ζερβά γυρνώντας, 255

μα πάντα ο πόταμος μ' αχούς τού πλάκωνε ξοπίσω.

Κι' αν ίσως κάποτε έκανε ν' αντισταθεί ζητώντας 265

μια και καλή να φωτιστεί, τάχα μπροστά τον έχουν

όλοι οι θεοί που κατοικούν τα φωτισμένα ουράνια,

πάντα άγρια του πελάγωνε νεροσυρμή τους ώμους.

Κι' αφτός καρδοστενόχωρος πηδούσε, μα το ρέμα 270

πλάκωνε φρένιο κι' έσκαβε το χώμα που πατούσε.

Κλάφτηκε τότες τα πλατιά κοιτάζοντας ουράνια

«Δία πατέρα, μα θεό δεν έχει να με σώσει

οχ το ποτάμι τώρα εδώ; Στερνά ότι πάθω ας πάθω.

Μα δε μου φταίει άλλος κανείς θεός απ' τα ουράνια, 275

παρά μου φταίει η μάννα μου που με γελούσε η έρμα,

και μούπε, κάτου απ' το τειχί των ασπιστάδων Τρώων

πως τάχα από φοιβόσταλτες θα σκοτωθώ σαΐτες.

Ας μ' είχε αχσφάξει ο Έχτορας, το πρώτο εδώ κοντάρι!

Τότες κι' άντρας έπεφτε, καν θάχε κι' άντρας σφάξει. 280

Τώρα γραφτό μου απ' άτιμο χαμό να πάω στον τάφο

ζωσμένος σε νεροσυρμή, σαν γουρουνιών κοπέλι

που σε χαντάκι πνίγεται περνώντας το χειμώνα.»

Είπε, κι' εφτύς ο Ποσειδός κι' η Αθηνά κοντά του

πήγαν και στέκουν, με μορφή σαν άντρες, κι' έτσι θάρρος 285

του δίνουν, μες στα χέρια τους τα χέρια του κρατώντας.

Κι' άρχισε πρώτα ο Ποσειδός ναν του μιλάει και τούπε

«Μη φέβγεις, του Πηλέα γιε, και μην παρατρομάζεις,

τι τέτιοι εμείς θεοί ήρθαμε βοηθοί σου εδώ στον κάμπο

με στέρξιμο του Δία, εγώ κι' η Αθηνά η Παλλάδα. 290

Έτσι δεν είναι η μοίρα σου ποτάμι να σε πνίξει,

Μον τώρα θα λουφάξει αφτός, κι' εσύ θα σύρεις πίσω.

Τώρα να πιά 'ναι η συβουλή που θα σου πούμε, κι' άκου.

Μην πάβεις πριν τ' ανήμερο πελέκι, πριν στρυμώξεις

τους Τρώες, κάθε μάννας γιο, μες στ' αψηλό τειχί τους, 295

αν δα ξεφύγει και κανείς· κατόπι, σα σκοτώσεις

με το χαλκό τον Έχτορα, γύρνα στα πλοία πάλι.

Νίκη, Αχιλέα, θέλουμε και δόξα να κερδίσεις.»

Είπαν και παν με τους θεούς. Κι' αφτός ορμάει στον κάμπο,

γιατί την τόλμη τ' άναψαν τα θεϊκά τους λόγια.

Κι είταν ο κάμπος ξέχειλος νερά παντού χυμένα, 300

παντού νεκροί κι' αρματωσές πανώριες κολυμπούσαν·

κι' αφτός τα πήδαε έτσι αψηλά ενώ γραμμή ίσα αντίκρυ

κατά το κύμα ρήχνουνταν, μηδέ τον σταματούσε

ο αφρισμένος πόταμος, γιατί του Δία η κόρη

τούχε βαλμένα δύναμη μες στο κορμί μεγάλη.

Μηδ' άφινε κι' ο Σκάμαντρος τη λύσσα, μον πιο ακόμα 305

θυμός τον πήρε, και μ' αψύ ορθοστημένο κύμα

ορμούσε κι' όλο ανάσκελα τον άμπωχνε να πέσει. 307 327

Τον είδε τότες κι' έσκουξε η Ήρα, τρομασμένη 328

μήπως τον πνίξει το τρανό βαθύχοχλο ποτάμι,

και κράζει εφτύς στον Ήφαιστο, το λατρεμένο γιο της 330

«Παιδί μου κουτσοπόδη μου, ομπρός! γιατί στη μάχη

εσένα λέμε ισόπαλο πως είσαι του Σκαμάντρου.

Μα βόηθα, κι' έλα γλήγορα χύνε φωτιές και φλόγες.»

Είπε, κι' ο Ήφαιστος φωτιά θεόσταλη ακοντίζει, 342

κι' ανάβει ο κάμπος, τα φυτά απ' άκρη ως άκρη πιάνουν.

Καίγουνταν κύπερα φτελιές και βούρλα και τριφύλλια, 350

και καίγουνταν μυρχιές κι' ιτιές· κι' όλος ο κάμπος γύρω 351 345

ξεράθηκε, και σταματάει τ' αφροντυμένο κύμα.

Κι' όπως λεβέτι από πολλής φωτιάς πυράδα βράζει 362

μέσα με χόχλους, τι στεγνά καιν από κάτου ξύλα, 364

σαν έτσι απ' τη φωτιά άναψαν οι ρεματόχτοι γύρω, 365

κι' έβραζε τ' όμορφο νερό απ' του θεού τις φλόγες. 365 367

Ιλιάδα · 第 21 / 26 段