Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλιά και τούπε 606

«Φοίνικα, γέρο μου νουνέ, τιμές εγώ δε θέλω·

τιμή θαρρώ πως μούδωκε, όση μου πρέπει, η Μοίρα.

Μον άλλο λόγο θα σου πω, και πρόσεχε ν' ακούσεις. 611

Με γκρίνιες και με στεναγμούς μη μου χαλνάς τα σκώτια,

για ναν του κάνες δούλεψη. Και τήρα καμιάν ώρα,

αγάπη αν τούχεις, μη γενεί αποστροφή η δική μου.

Κάλια μαζί μου να μισείς όπιον μισεί κι' εμένα. 615

Το τι είπα οι φίλοι εδώ ας του πουν· και κάλια εσύ να μείνεις 617

μ' εμάς εδώ να κοιμηθείς, κι' η χαραβγή σα φέξει,

τα λέμε, εδώ αν θα μείνουμε ή πρέπει να τραβάμε.»

Έτσι είπε, κι' έγνεψε άφωνα στον Πάτροκλο να στρώσει 620

του γέρου στρώμα αφρόμαλλο, για να σκεφτούνε οι άλλοι

να παν μιαν ώρα αρχύτερα οχ την καλύβα πίσω.

Μα τότε ο Αίας άνοιξε το στόμα να μιλήσει

«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,

πάμε! τι ουσία τίποτα, το βλέπω, εδώ δε βγαίνει. 625

Και χριά το λόγο πέρα εφτύς να πάμε, ας είναι ότι είναι,

τι ανήσυχοι θ' ακαρτερούν. Ως τόσο ο Αχιλέας

στα στήθια ανήμερη έκανε την αντρική καρδιά του,

ο έρμος! και ξεχάνει πια των φίλων την αγάπη, 630

που εμείς στα πλοία τούχαμε απ' όλους χώρια πάντα.

Άσπλαχνε! εδώ κι' αν αδερφό σου σφάξουν κι' αν παιδί σου,

όχι δε λες αν βγει ο φονιάς και θέλει να πλερώσει·

και μένει αφτού στον τόπο του πολλά ο φονιάς μετρώντας,

και του παθού η βαριά καρδιά ξεγράφει πια το μίσος 635

σα λάβει δίκια πληρωμή. Μα εσένα σούχουν βάλει

κακό άσβυστο οι θεοί θυμό στα στήθια για μια κόρη,

μία και ξερή· μα τώρα εμείς εφτά τις πιο ομορφούλες

μ' άλλα πολλά σου δίνουμε. Μα ας νιώσει πια η ψυχή σου

μια στάλα πόνο και σπλαχνιά. Σεβάσου την καλύβα 640

που να μας σώσεις ήρθαμε στη στέγη σου από κάτου,

εμείς π' απ' όλους είμαστε πιο φίλοι σου κι' αδρέφια.»

Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλιά και τούπε

«Αία, θεόσπαρτε αρχηγέ, του Τελαμώνα θρέμμα,

ως μέσα η κάθε λέξη σου στα σωθικά μου μπήκε· 645

μα πάει η ψυχή μου απ' το θυμό να σπάσει, όταν στο νου μου

μούρθουν εκείνα, ως αφτός με ποδοκύλησε, έτσι

σαν κάνα ασήμαντο ραγιά σ' όλους μπροστά τ' ασκέρι.

Μα σύρτε τώρα πέστε του πως όχι! δε σαλέβω.

Ναί, πριν σκοπό δεν τόχω εγώ ν' αγγίξω πια κοντάρι, 650

πριν ο λεβέντης Έχτορας τους κάψει τα καράβια

και πάρει ομπρός το στράτεμα εδώ ως στα σύνορά μου.

Ειδέ όσο από καλύβα μου κι' από δικό μου πλοίο,

πίσω θαρρώ θα βασταχτεί κιας λαχταράει πολέμους.» 655

Είπε, κι' εκείνοι παίρνοντας διπλόγουβα ποτήρια,

ένα ο καθένας, στάλαξαν, και στο καραβοστάσι

γύριζαν πάλι, και μπροστά περπάταε ο Δυσσέας.

Κι' ο Πάτροκλος τους παραγιούς προστάζει και τις σκλάβες

γοργά να στρώσουν μαλακό του Φοίνικα στρωσίδι·

κι' αφτές την προσταγή τ' ακούν και του βολέβουν στρώμα — 660

προβιά, αντρομίδα, και λινό λεφτόφαντο σεντόνι.

Εκεί πεσμένος πρόσμενε ο γέρος την αβγούλα.

Κι' ο Αχιλέας πλάγιασε στης στερεής καλύβας

το βάθος, κι' η ροδόθωρη Διομήδα στο πλεβρό του,

του Φόρβα η κόρη, πούφερε οχ το νησί της Λέσβος. 665

Στην άλλη κόχη πλάγιασε κι' ο Πάτροκλος, και δίπλα

είχε κι' αφτός την Ίφισσα τη μυριοστολισμένη,

που του Πηλέα ο άξιος γιος του χάρισε σαν πήρε

την πολιτεία του Ενιά, τη βραχωμένη Σκύρο.

Κι' οι άλλοι μόλις έφτασαν στου βασιλιά Αγαμέμνου,

όλοι τους όρθιοι με χρυσά ποτήρια τους κερνούσαν 670

οι πρόκριτοι άλλος απ' αλλού και γύρεβαν να μάθουν.

Και πρώτος ο αφέντης γιος τους αρωτάει τ' Ατρέα

«Έλα, Δυσσέα ξακουστέ, των Αχαιώνε αθέρα,

πες μου, Τι, θέλει απ' τη φωτιά να σώσει τα καράβια,

ή όχι κι' η περήφανη καρδιά του βράζει πάντα;» 675

Τότε απαντά ο πολύπειρος και θεϊκός Δυσσέας

«Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο,

όχι, δε θέλει το θυμό να σβύσει, μον πιο ακόμα

αφρίζει και περιφρονάει τα δώρα σου κι' εσένα.

Μόνος σου — χαιρετίσματα σου στέλνει — να κοιτάξεις 680

πώς να γλυτώσεις το στρατό και τα γοργά καράβια,

και φοβερίζει πως αφτός στη θάλασσα, άμα φέξει,

θα ρήξει τα καλόθρονα καράβια και θα φύγει.

Και τους λοιπούς μας μάλιστα, μας είπε, συβουλέβει

όλοι να φέβγουμε, τι πια εδώ άκρη δε θα βρούμε 685

της Τριάς, γιατί μ' απόφαση το χέρι του από πάνου

της έβαλε του Κρόνου ο γιος και θάρρεψαν οι Τρώες.

Έτσι είπε· να, ας τα πουν κι' αφτοί που τάλεγε μπροστά τους,

ο Αίας κι' οι διο κράχτες μας, κι' οι διο με νου και κρίση.

Μα ο γερο-Φοίνικας εκεί κοιμήθηκε, όπως τούπε, 690

κι' έτσι θα πάει κι' αφτός μαζί στην ποθητή πατρίδα

άβριο, αν το θέλει· στανικά δε θέλει ναν τον πάρει.»

Έτσι είπε, κι' όλοι απόμειναν σαν αποσβολωμένοι,

δίχως να κραίνουν· τι πολύ σφιχτά τους τόπε τ' όχι.

Ώρα πολλή είταν άλαλοι με σπλάχνα μαραμένα, 695

μα με καιρό τους μίλησε ο θαρρετός Διομήδης

«Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμένο,

κρίμας και που του πρόσπεσες ποτές σου και χιλιάδες

τούταξες δώρα, γιατί αφτός περφανοφέρνει κι' έτσι,

μα τώρα πιότερο πολύ τον φούσκωσες περφάνιες. 700

Άσ' τον κι' ας κάθεται ήσυχος, είτε μισέψει ή μείνει·

όσο για μάχη, αδιάφορο! ας βγει σα θέλει ατός του,

σαν τον φωτίσουν οι θεοί και τ' ορεχτεί η καρδιά του.

Μον όλοι ελάτε ας κάνουμε σαν που θα πω σας τώρα.

Σύρτε πλαγιάστε, μα καλά με φαγοπότι πρώτα 705

χορτάστε την κοιλιά — τι αφτό δίνει ζωή και θάρρος —

και σα χαράξει η όμορφη ροδοδαχτύλω αβγούλα,

καιρό μη χάνεις, το στρατό — πεζούς κι' αμαξωμένους —

παράταξ' τους εδώ μπροστά κι' οδήγα τους στη μάχη·

μαζί μας, γιε τ' Ατριά, κι' εσύ πολέμα με τους πρώτους.»

Έτσι είπε, κι' όλοι παίνεσαν το λόγο οι βασιλιάδες, 710

και τον αλογομερωτή καμάρωσαν Διομήδη.

Και τότες στάζουν και σκορπούν τριγύρω στα καλύβια,

κι' εκεί πλαγιάζουν, μια σταλιά τον ύπνο να χαρούνε.

Κ

Κι' οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι

από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτύς κοιμούνταν·

μα πού τ' Ατρέα ο άξιος γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους,

να κλείσει μάτι που πολλές τον μαρτυρέβανε έγνιες!

Πώς ρήχνει αστραπομπούμπουνα ο βροντολάλος άντρας 5

της Ήρας, φτιάνοντας βροχή και δυνατό χαλάζι,

ή χιόνι όταν οι εξοχές τριγύρω ασπρολογάνε,

ή κάπου στόμα αρπαχτικό φαρμακερού πολέμου·

Ετσι πυκνά του στέναζαν τα στήθια απ' της καρδιάς του

το βάθος, και τα σπλάχνα εντός του θέριζε η τρομάρα. 10

Το μάτι εκεί σαν έρηχνε στους Τρωικούς τους κάμπους,

σάστιζε πόσες έκαιγαν φωτιές ομπρός στο κάστρο,

τι αβλοί π' αχούσαν κι' όργανα, τι λαλητός αθρώπων·

μα πάλε όταν τα πλοία του θωρούσε και τ' ασκέρι,

τρίχες και τρίχες σύριζα τραβούσε οχ το κεφάλι 15

προς τα ουράνια κι' έκλαιγε βαριά η πικρή ψυχή του.

Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του·

πρώτα να πάει στο Νέστορα πριν άλλους κράξει αρχόντους,

μην κατεβάσει ωφέλιμη καμιά βουλή μαζί του

π' ολόκληρο απ' τη συφορά τα' ασκέρι ναν του σώσει. 20

Κι' εφτύς σηκώνεται, φοράει το ρούχο στο κορμί του

κι' ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά ποδάρια,

έπειτα βάζει παρδαλή προβιά — μακριά ως στα πόδια —

ξανθού μεγάλου λιονταριού, και παίρνει το κοντάρι.

Μα κι' ο Μενέλας έτρεμε το ίδιο — γιατί ο ύπνος 25

και τα δικά του βλέφαρα δεν τάγγιζε — μην πάθουν

οι Δαναοί, που χάρη του πολύ γιαλό περνώντας

ήρθαν στην Τρία, πρόθυμοι το αίμα τους να χύσουν.

Πρώτα στην πλάτη τη φαρδιά παρδαλακιό με βούλες

ρήχνει, και στο κεφάλι του σηκώνει το χαλκένιο 30

γερό του κράνος και φοράει, και παίρνει το κοντάρι

στη σταλωμένη χέρα του. Κι' έτσι ήβγε να ξυπνήσει

τον αδερφό του, π' όλους τους στην εξουσία περνούσε

τους Αχαιούς, και σα θεό τον λάτρεβε το πλήθος.

Κι' εκεί τον βρήκε, στ' ακρινό καράβι του από δίπλα, 35

πούβαζε τ' άρματα· κι' αφτός χαρούμενος τον είδε.

Κι' έπιασε πρώτα ο θαρρετός Μενέλας να μιλήσει

«Τι έτσι αρματώνεσαι, αδερφέ; ή κάπιο μας να στείλεις

των Τρώων θες κατάσκοπο; Όμως πολύ φοβούμαι,

δε θ' αναλάβει σου κανείς τέτια δουλιά, να σύρει

μονάχος πέρα ως στους οχτρούς και να κατασκοπέψει 40

μες στο σκοτάδι. Σαν πολύ θάχει καρδιά αντριωμένη.»

Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος

«Ανάγκη εγώ κι' εσύ, αδερφέ, καμιά βουλή να βρούμε

ωφέλιμη, π' απ' τα δεινά να βγάλει και να σώσει

στρατό και πλοία, τι άλλαξε ο γιος του Κρόνου γνώμη. 45

Του Έχτορα ίσως πιο πολύ λογιάζει τα σφαχτάρια.

Δεν είδα εγώ, δεν άκουσα να πουν πως ένας άντρας

σκέφτηκε ως τώρα συφορές μες σε μια μέρα τόσες,

όσα μας έκανε δεινά ο Έχτορας, που ωστόσο

θεού να πεις ή θέϊσσας δεν είναι ακριβοπαίδι. 50

Τόση είναι η βλάβη, που θαρρώ καιρό ο στρατός και χρόνια

θάν τη θυμάται· έτσι βαριά μάς έχει αφανισμένους.

Μον έλα τρέχα γλήγορα και φώναξε τον Αία,

κράξε το Δομενιά, κι' εγώ στου Νέστορα θα τρέξω

και θαν του πω να σηκωθεί, μήπως να σύρει θέλει 55

όξω ως στο τάγμα των φρουρών και διαταγές να δώκει.

Τι αφτόν θ' ακούσουν πιο καλά· τι ο γιος του των φρουρώνε

είναι αρχηγός κι' ο σύντροφος του Δομενιά ο Μηριόνης·

τι αφτούς πιο πρώτα τάξαμε στις πόρτες να φυλάξουν.»

Τότες του λέει ο άφοβος πολεμιστής Μενέλας 60

«Και πιά 'ναι, ξήγα μου, έπειτα η προσταγή σου; Θέλεις

να μείνω εκεί προσμένοντας μαζί τους ως να φτάσεις,

για θες να τρέξω πίσω εδώ σαν τους τα πω τα πάντα;»

Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους

«Εκεί καρτέρα, μην τυχόν στο δρόμο χάσει ο ένας 65

τον άλλονε, τι είναι πολλές μέσα απ' τον κάμπο οι στράτες.

Κι' όθες διαβαίνεις, φώναζε περκάλα ν' αγρυπνάνε,

και κάθε αντρός νομάτιζε τη φύτρα τον πατέρα,

τιμώντας όλους. Ξέχανε πια τώρα τις περφάνιες,

κι' έλα ας δουλέβουμε κι' εμείς, τι εμάς θαρρώ έτσι ο Δίας 70

πίκρες μας έγραψε βαριές σα μας γεννούσε η μάννα.»

Έτσι είπε, και τον έστειλε καλοξηγώντας τα όλα·

απέ κινάει το Νέστορα να βρει, το γέρο αφέντη.

Και στην καλύβα του κοντά τον ήβρε και στο πλοίο

σε στρώμα απάνου μαλακό, κι' ήταν σιμά του χάμου 75

η πλουμιστή του αρματωσά — ασπίδα, διο κοντάρια,

περκεφαλαία αστραφτερή — σιμά 'τανε κι' η ζώνη,

όλη στολίδια, πούζωνε ο γέρος σα φορούσε

τα χάλκινα άρματα να βγει στον πόλεμο, οδηγώντας

τους λόχους, τι από γερατιά δεν ίδρωνε τ' αφτί του.

Τότε ύψωσε την κεφαλή, στο γέρικο του αγκώνα 80

ακουμπιστός, και ρώτησε το γιο τ' Ατρέα κι' είπε

«Πιος είσαι εσύ που περπατάς στα πλοία ομπρός μονάχος

μέσα στης νύχτας την καρδιά, π' όλοι οι θνητοί κοιμούνται;

Μην κάνα σύντροφο ζητάς; μην έχασες μουλάρι;

Μίλα — άφωνος μην προχωράς — και πες μου, τι γυρέβεις;» 85

Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους

«Ω γέρο, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι,

τον Αγαμέμνο εδώ θωράς, π' απ' όλους πέρα ως πέρα

πιότερο ο Δίας μ' έψησε και θα με ψήσει ακόμα,

όσο μου μένει ανασασμός και στέκουμαι στα πόδια. 90

Γυρνώ έτσι, τι στα μάτια μου γλυκός δεν κάθεται ύπνος,

που ο πόλεμος μ' ανησυχεί και του στρατού τα πάθια.

Το τι θα γίνουν λαχταρώ, κεφάλι πια δεν έχω,

λες παραζάλη μ' έπιασε, κι' όξω η καρδιά οχ τα στήθια

πηδάει, και κάτου μου λυγούν τα γόνατα και τρέμουν. 95

Μα αν να βοηθήσεις θες, αφού και συ δεν έχεις ύπνο,

έλα και κάτου στους φρουρούς ας πάμε, για να δούμε

μήπως αυτοί απ' την κούραση και νύστα αφανισμένοι

ολότελα αποκοιμηθούν και τη φρουρά ξεχάσουν·

τι στέκουν δες! κοντά οι οχτροί, μήτε κανείς κατέχει, 100

και νύχτα αν δεν τους συνεμπεί ν' ανοίξουνε κοντάρι.»

Τότε απαντάει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο,

μη δα θαρρείς του Έχτορα ο βαθυγνώστης Δίας

θα κάνει του κάθε σκοπό που ίσως ολπίζει τώρα, 105

Μον φίδι και χειρότερο ίσως τον φάει, αν βγάλει

απ' την καρδιά τ' ανήμερο το πείσμα ο Αχιλέας.

Μα το να πάω μαζί σου εγώ, μετά χαράς πηγαίνω·

μα κι' άλλους ας σηκώσουμε, το μαχητή Διομήδη

με το Δυσσέα, του Οϊλιά τον Αία, και το Μέγη. 110

Μα ας τρέξει, αν έχεις άθρωπο, κι' αφτούς να κράξει ακόμα,

τον άρχοντα το Δομενιά, τον Αία του Τελαμώνα·

τι αφτών στην άκρη βρίσκουνται μηδέ σιμά τα πλοία.

Μα το Μενέλα, όσο αρχηγός κι' αν μούνε κι' όσο βλάμης,

συμπάθα με, όμως ξάστερα θαν τον μαλώσω, που έτσι 115

κοιμάται αφτός κι' αδιαφορεί εσύ αν δουλέβεις μόνος.

Σ' όλους τώρα 'ταν χρέος του τους αρχηγούς να τρέχει

ξορκίζοντάς τους· τι πολύ βαριά μας ζώνει ανάγκη.»

Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος

«Πάππου, και χάρη άλλη φορά θα σ' τόχω αν του τα ψέλνεις, 120

τι αναμελάει πολλές φορές και προθυμιά δε δείχνει,

όχι από νου ασυλλογισά ή βαρεμό, μον βλέπει

τι εγώ θα πω κι' ακαρτερεί το σύνθημα να δώκω.

Μα τώρα πριν σηκώθηκε και να με βρει ήρθε πρώτος,

κι' εγώ ίσα ίσα αφτούς που λες τον έστειλα να κράξει. 125

Μον πάμε, κι' όλους στα πορτιά θα σμίξουμε τους άλλους

με τους φρουρούς μαζί, τι εκεί να συναχτούν τους είπα.»

Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Έτσι δε θα στραβοθωράει κανείς μας μες στ' ασκέρι,

όχι δε θαν του λέει κανείς σα βγαίνει και προστάζει.» 130

Είπε, και φόρεσε γοργά στα στήθια το σκουτί του,

κι' ώρια σαντάλια αμπόδεσε στα παχουλά του πόδια,

και τη φλοκάτα στο κορμί θηλύκωσε, ποδήσα

διπλή άλικη, και κατσαρά μαλλιά 'ταν φορτωμένη.

Και πήρε το πολεμικό κοντάρι, μυτωμένο 135

με κοφτερό χαλκό, κι' εφτύς κινάει ομπρός στα πλοία.

Πρώτονε πήγε ο γέροντας και σήκωσε απ' τον ύπνο

τον άξιο του Λαέρτη γιο, το θεϊκό Δυσσέα,

με μια φωνή. Τότ' άξαφνα πήγε στ' αφτιά του ο ήχος,

κι' απ' την καλύβα βγαίνει εφτύς και τους μιλάει διο λόγια 140

«Τί, ορέ, έτσι μέσα στο στρατό γυρνάτε, ομπρός στα πλοία,

με τα βαθιά μεσάνυχτα; πια ανάγκη σφίγγει τόσο;»

Τότες του κραίνει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,

συμπάθα, τι όλους μας βαρύ κακό μας συνεπήρε. 145

Μα έλα μαζί να κράξουμε και τους λοιπούς πρωτάρχους.»

Είπε, κι' εκείνος τρέχοντας μες στην καλύβα, ρήχνει 148

στην πλάτη ασπίδα πλουμιστή και πάει τους ξανασμίγει.

Πάν τότες του Τυδιά το γιο να βρουν, κι' απ' την καλύβα 150

όξω τον ήβραν παρακεί με τ' άρματα, κι' οι φίλοι

γύρω κοιμούνταν έχοντας ασπίδες προσκεφάλια.

Όρθια τα όπλα τους μ' ουρές στη γη είτανε μπηγμένες,

αλάργα αντίφεγγε ο χαλκός σαν αστραπή του Δία.

Κι' ο αρχηγός κοιμότανε με κάτω του στρωμένο 155

δέρμα βοδιού, κι' ολόλαμπρο χαλί είχε προσκεφάλι.

Κι' ο γέρος ζύγωσε κοντά και τον ξυπνάει κλωτσώντας

με το ποδάρι, κι' ανοιχτά τον μάλωσε έτσι κι' είπε

«Ξύπνα! τι οργή ψοφολογάς, γιε του Τυδιά, όλη νύχτα;

Ή δεν ακούς που κάθουνται σιμά οι οχτροί στα πλοία, 160

μόλις πια λίγα βήματα, στο καμποβούνι απάνου;»

Είπε, κι' εκιός σαν αστραπή σηκώθηκε οχ τον ύπνο,

και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια

«Γέρο, δεν τρώγεσαι, ήσυχα πώς κάθουνται δεν ξέρεις.

Μα κι' άλλοι τάχατε Αχαιοί δε βρίσκουνται πιο νιοι σου 165

παντού, να τρέξουν κι' όλους μας να κράξουν έναν ένα

τους αρχηγούς; Μα, γέρο, εσύ περιορισμό δεν έχεις.»

Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Παιδί μου, ναι όλα αφτά σωστά τα μίλησες και δίκια.

Εγώ 'χω αθρώπους και πολλούς — εγώ 'χω ναι και γιους μου 170

παράξιους — που μπορούν να παν το μήνυμα να δώκουν.

Μα το στρατό πολύ βαριά τον πλάκωσε φουρτούνα,

τι από 'να ράμα κρέμεται η τύχη μας πια τώρα,

:τάχα θα ζήσουμε ή γραφτό το ρέμα να μας πάρει.

Μον άμε του Φυλιά το γιο και το γοργό τον Αία 175

σήκωσ' τους τώρα, αν με πονάς, γιατί είσαι εσύ πιο νιος μου.»

Είπε, κι' εκείνος φόρεσε προβιά — μακριά ως στα πόδια —

ξανθού μεγάλου λιονταριού, και πήρε το κοντάρι.

Και πήγε και τους σήκωσε κι' εκεί τους έφερε όλους.

Τότες σαν πήγαν των φρουρών και σμίξανε τους λόχους, 180

δε βρήκαν — όχι — σ' ύπνο εκεί τους αρχηγούς πεσμένους,

Μον ξάγρυπνοι όλοι κάθουνταν φορώντας τ' άρματά τους.

Πώς σκύλοι ομπρός στα πρόβατα κακονυχτάν σε στρούγγα,

αν νιώσουν αιματόχαρο θεριό που το λαγκάδι

περνάει στα όρη, και πολύς από βοσκούς και σκύλους 185

κρότος κι' αχός, και δε σφαλνούν το μάτι μια στιγμούλα·

έτσι κι' αφτών στα βλέφαρα δεν τους κατέβαινε ύπνος

π' όλη τη νύχτα φύλαγαν, τι είχαν το νου τους πάντα

κατά τον κάμπο άμα άκουγαν ροβολητό των Τρώων.

Κι' άμα τους είδε, χάρηκε με την καρδιά του ο γέρος,

και πήγε και τους θάρρυνε μ' έναν καλό του λόγο 190

«Έτσι φυλάτε, ορές παιδιά, και μη σας πιάνει η νύστα 192

τα μάτια εδώ, μην πέσουμε στα νύχια των οχτρώνε.»

Είπε, και το χαντάκι εφτύς περνάει, και παν μαζί του

κι' οι καπετάνιοι, όσοι είτανε στη συντυχιά κραγμένοι. 195

Πήγε ο Μηριόνης, πήγε ο γιος του Νέστορα ο λεβέντης,

τι τους προσκάλεσαν να παν μαζί ναν τα μιλήσουν.

Και το σκαφτό σα διάβηκαν χαντάκι, παν καθίζουν

στα παστρικά, όπου φαίνουνταν στη μέση μια άδια θέση

δίχως κουφάρια κατά γης, όθενες, πίσω πάλι 200

είχε γυρίσει ο Έχτορας, σα βάραε τους Αργίτες

κι' έφτασε η νύχτα κι' έκρυψε όλα τα πάντα γύρω.

Εκεί έκατσαν κι' αρχίνησαν να λεν το τι θα κάνουν.

Και πρώτα ο γερο-Νέστορας πιάνει να πει διο λόγια

«Πιανού το λέει, ορέ, η καρδιά, και στο σκοτάδι μέσα

κοτάει ως στους λιοντόψυχους Δαρδάνους να ζυγώσει, 205

μήπως στις άκρες κάνα οχτρό συλλάβει, ή κι' ίσως πάρει

τίποτα λόγο τους, σαν τι στο νου τους μελετάνε,

:ναν τόχουν τάχα απόφαση αφτού να καρτερέψουν

κοντά στα πλοία, απ' το καστρί αλάργα, ή θα γυρίσουν

στη χώρα, αφού το στράτεμα μάς νίκησαν στη μάχη. 210

Ίσως τ' αφιγκραστεί όλα αφτά, κι' αν μας γυρίσει πίσω

γερός, θενάναι η φήμη του όθες διαβεί μεγάλη,

σε δύση και σ' ανατολή. Και ζηλεφτά θα λάβει

κανίσκια· τι όσοι ορίζουνε αρχόντοι στα καράβια,

όλοι από προβατίνα μια με τ' άσπρο της μαννάρι 215

θάν του χαρίσουν — σαν κι' αφτή δε βρίσκεται άλλο χτήμα —

και πάντα, όπου ξεφάντωμα κι' όπου τραπέζι, θάναι.»

Έτσι είπε, κι' όλοι απόμειναν χωρίς να βγάλουν λέξη.

Μα με καιρό τους μίλησε ο θαρρετός Διομήδης

«Γέρο, η περήφανη καρδιά μες στ' άφοβα μου στήθια 220

μου λέει, εγώ ως μες στων οχτρών τους λόχους να ζυγώσω

Μα αν γίνεται κι' άλλος κανείς ναρθεί μαζί να πάμε·

πιο συντροφιά, και πιότερο για τη δουλιά το θάρρος.

Διο παν μαζί, και πριν αφτός πριν πότε νιώθει ο άλλος

το τι συφέρνει· μα αν τυχόν και μόνος όντας νιώσεις, 225

όμως πιο οκνός σου πάντα ο νους, δε σούχει η γνώμη βάθος.»

Είπε, κι' αφτοί αρκετοί ήθελαν να παν με το Διομήδη,

θέλανε οι Αίιδες οι διο, τα θεοπαίδια τ' Άρη,

τόθελε ο γιος του Νέστορα και τόθελε ο Μηριόνης,

τόθελε και τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας, 230

τόθελε ο αγονάτιστος Δυσσέας μες στους Τρώες

να μπει, τι πάντα γύρεβε τον κίντυνο η καρδιά του.

Τότες τους είπε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος

«Διομήδη, θρέμμα του Τυδιά, μυριάκριβό μου αδρέφι

σύντροφο αν θέλεις, διάλεξε — πάρε όπιον θες ατός σου — 235

τον πιο άξιο απ' όσους πρόβαλαν, τι αποθυμούν πολλοί τους.

Μα εσύ, από σέβας τάχατες, τον πιο καλό μη θέλεις

ν' αφίσεις, και χειρότερο διαλέξεις, μήτε τήρα

φύτρα ή γενιά κι' αν είναι τος πιο βασιλιάς μεγάλος.»

Είπε, μα για τον καστανό Μενέλα ανησυχούσε. 240

Τότες τους μίλησε ξανά ο θαρρετός Διομήδης

«Αν ορισμός σας σύντροφο εγώ 'ναι να διαλέξω,

πώς τότες να ξεχάσω εγώ το θεϊκό Δυσσέα,

π' ότι κι' αν πιάσει, η τολμηρή καρδιά του δε γνωρίζει

τι είναι όκνος, κι' η θεά Αθηνά τον αγαπάει περίσσα; 245

Μ' αφτόν μαζί, κι' απ' της φωτιάς τις φλόγες μέσα οι διο μας

πίσω γυρνούμε, τι ποτές δεν του σαστίζει ο νους του.»

Τότες του κάνει ο θεϊκός πολύγνωρος Δυσσέας

«Γιε του Τυδιά, ασ' τις παίνιες σου και κατηγόριες τώρα·

τι αφτά που λες, τα ξέρουνε εδώ οι Αργίτες όλοι. 250

Μον πάμε! η ώρα πέρασε, η χαραβγή σιμώνει,

έγυρε η πούλια, βρίσκεται στο τέλος τώρα η νύχτα.»

Έτσι είπαν, και τα φοβερά φορέσανε άρματά τους. 254

Κι' έδωκε στου Τυδιά το γιο ο άξιος Θρασυμήδης 255

δίστομο λάζο — τι άφισε στα πλοία το δικό του —

κι' ασπίδα, και του φόρεσε έναν ταβρήσο σκούφο

με δίχως φούντα ή χάλκινα στεφάνια, π' απλοσκούφι

τον λεν και των παλικαριών γλυτώνει τα κεφάλια.

Και του Δυσσέα τούδωκε ο ξακουστός Μηριόνης, 260

των Κρητικώνε ο στρατηγός, δοξάρι με σαΐτες

και σπάθα· και του φόρεσε βοϊδοπετσένιο κράνος

στην κεφαλή, που μέσαθες γερά 'τανε ραμένο

μ' ένα σωρό λουριά, κι' εχτός γύρω σειρά 'χε δόντια

ασπρόδοντου αγριογουρουνιού, κοντά κοντά με τέχνη

βαλμένα· κι' είταν βολικά στη μέση φελπωμένο. 265

Απ' τον Ελιό ο Αφτόλυκος σε περασμένα χρόνια

το πήρε — όταν διαγούμισε τον πύργο τ' Αμυντόρου —

και τ' Αφιδάμα τόδωκε του Κυθηριώτη, κάτου

στη Σκάντια. Αφτός το χάρισε του Μόλου θυμητάρι,

και πάλε αφτός ναν το φοράει το χάρισε του γιου του. 270

Τότε ο Δυσσιάς το φόρεσε και τούρθε στο κεφάλι.

Έτσι λοιπόν σαν έβαλαν τα φοβερά άρματά τους,

κινούνε, κι' άφηκαν εκεί των προεστών το πλήθος.

Κι' απάς στο δρόμο η Αθηνά τους έστειλε μια λάκρα

δεξά· μα το καλό πουλί μες στο βαθύ σκοτάδι 275

δεν τόδαν, μόνε λάλησε κι' ακούστηκε η φωνή του.

Χάρηκε του Λαέρτη ο γιος με το καλό σημάδι

που φάνηκε, και στη θεά δεήθηκε έτσι κι' είπε

«Άκου με, κόρη αμάλαγη του Δία, εσύ που πάντα

μου παραστέκεις στα δεινά, και σαν κινώ η ματιά σου 280

με βλέπει, ω πλήθια αγάπα με, καλή θεά, και τώρα,

και κάνε να γυρίσουμε στα πλοία δοξασμένοι,

μεγάλα κατορθώνοντας που ο οχτρός ναν τα θυμάται.»

Κατόπι προσεφκήθηκε κι' ο μαχητής Διομήδης

«Άκου με τώρα, δέσποινα διόσπαρτη, κι' εμένα.

Έλα μαζί μου, θέαινα, σαν που στη Θήβα πήγες 285

με τον πατέρα μου άλλοτες, το θεϊκό Τυδέα,

σαν έσυρε των Αχαιών στη Θήβα αποσταλμένος.

Εκείνους δίπλα στ' Ασωπού τους άφισε το ρέμα,

και πήγε αφτός ειρηνικά μαντάτα στους Θηβαίους·

όμως γυρνώντας, συφορές τους σκάρωσε και πίκρες

μαζί σου, τι δε σάλεβες, θεά μου, απ' το πλεβρό του. 290

Τώρα έτσι βόηθα πρόθυμα, θεά, και φύλαγέ με,

κι' εγώ σου σφάζω ενός χρόνου δαμάλι κουτελάτο,

αμέρωτο που σε ζυγό δεν τόβαλαν ακόμα·

σ' το σφάζω αφτό χρυσώνοντας τα κέρατά του γύρω.»

Έτσι είπαν, και τους ξάκουσε τη προσεφκή η Παλλάδα. 295

Λοιπόν σαν προσεφκήθηκαν στην κόρη του μεγάλου

Διός, μέσα στα σκοτεινά κινούν σαν διο λιοντάρια,

περνώντας αίματα, άρματα, λαβωματιές, κουφάρια.

Μα και των Τρώων ο άφοβος ο Έχτορας τ' ασκέρι

δεν άφισε να κοιμηθεί, μον σε βουλή τους πρώτους 300

φωνάζει, όσοι είταν πρόκριτοι και στρατηγοί των Τρώων.

Τους έκραξε και το βαθύ κατάστρωσε σκοπό του

«Πιος να κερδίσει έχει όρεξη και τη δουλιά που θέλω

μου τάζει; Ας πει, και πλερωμή τον καρτεράει π' αξίζει.

Άμαξα εγώ και διο άλογα μ' ακούραστα τα σνίχια, 305

τα πιο γοργά που βρίσκουνται στων Αχαιών τα πλοία,

θα δώσω σ' όπιον του βαστάει με δόξα του μεγάλη

να πάει κοντά στων Αχαιών τα πλοία, και να μάθει

αν πάντα τα γοργότρεχα φυλάγουνται καράβια,

για τώρα που τα στέρια μας τους ρήμαξαν κοντάρια 310

έβαλαν πια φεβγιό στο νου, κι' απ' τους μεγάλους κόπους

σπασμένοι, δεν τους πάει η καρδιά τη νύχτα να φυλάξουν.»

Είπε, κι' αφτοί όλοι απόμειναν χωρίς να βγάζουν λέξη.

Μα εκεί είταν κάπιος Δόλονας, γιος βροντολάλου κράχτη,

του Καλογνώμη, σε χαλκό και σε χρουσάφι πλούσιος· 315

ναι μεν κορμί είχε ασήμαντο, μα πιλαλά τα πόδια,

και σπίτι του είταν μονογιός μες σ' αδερφάδες πέντε.

Αφτός λοιπόν του Έχτορα του λέει μπροστά στους Τρώες

«Έχτορα, ναι! η ατρόμητη μου λέει καρδιά μου εμένα

πέρα να πάω ατά μελανά καράβια και να μάθω. 320

Μον σήκωσε έλα το ραβδί, κι' ορκίσου μου στο Δία

πως χαλκοπλούμιστη άμαξα θα μου χαρίσεις κι' άτια,

αφτά που παν στον πόλεμο τον ξακουστό Αχιλέα,

κι' εγώ άκαρπος κατάσκοπος δε θα φανώ σου ή ψέφτης·

γιατί ίσα τόσο ως το στρατό θα σύρω, όσο να φτάσω 325

το πλοίο το βασιλικό, που εκεί οι αρχόντοι τώρα

θάχουν βουλή αν θα μείνουνε ή κάλια να μισέψουν.»

Είπε, και τότε ο Έχτορας, του γέρου ο γιος Πριάμου,

πήρε στο χέρι το ραβδί και τούκανε τον όρκο

«Στ' όνομα αμώνω του Διός που μας ακούει και βλέπει,

κανείς μας τ' άτια που ζητάς δε θ' ανεβεί, σ' το τάζω, 330

Μον πάντα θάναι στολισμός δικός σου και καμάρι.»

Έτσι είπε κι' είπε ψέφτορκα, μα εκείνος πήρε αέρα.

Εφτύς στους ώμους κρέμασε το γυριστό δοξάρι,

κι' έβαλε στο κορμί προβιά ψαροτριχάτου λύκου,

και σκούφο νιφιτσόπετσο στην κεφαλή, και πήρε 335

το κοφτερό κοντάρι του. Έτσι κινά απ' τον κάμπο

κατά τα πλοία... όμως γραφτό δεν τούταν να γυρίσει

και των οχτρών στον Έχτορα να πάει μαντάτα πίσω.

Έτσι το πλήθος των αντρών αφίνοντας κι' αλόγων,

παίρνει τη στράτα πρόθυμος. Μα ο θεϊκός Δυσσέας

τον νιώθει καθώς ζύγωνε και κάνει του Διομήδη 340

«Κάπιος, Διομήδη, ροβολάει — τήρα — μακριά απ' τους Τρώες,

δεν ξέρω, καν κατάσκοπος των καραβιών καν θέλει

καμιά να κλέψει αρματωσά απ' τα νεκρά κουφάρια.

Μον άσ' τον πρώτα δίπλα μας να προχωρήσει λίγο

όξω απ' τη στράτα, κι' έπειτα ορμάμε εμείς, κι' αμέσως 345

τον πιάνουμε. Μα αν τρέχοντας τυχόν μας προσπεράσει,

με τ' όπλο εσύ από τους οχτρούς προς τα καράβια πάντα

περιόριζέ τον, μην τυχόν στο κάστρο μας ξεφύγει.»

Είπαν, και παραμέρισαν όξω απ' το δρόμο, δίπλα

μες στους νεκρούς· κι' αθώα αφτός τους πέρασε τρεχάτος. 350

Μα τόσο σαν αλάργεψε όσο μουλάρια οργώνουν

μες σε μιας μέρας κάματο, τι αφτά νικούν τα βόδια

μες στο βαθύ κατεβατό όταν τραβούν τ' αλέτρι,

τότες χοιμάνε απάνου του· κι' εκείνος μες στη στράτα

στάθηκε αφτού σαν άκουσε των ποδαριών το χτύπο,

τι του κρυφόλπιζε η καρδιά πως τον ζητούσαν φίλοι 355

με προσταγή του Έχτορα ναν τον γυρίσουν πίσω.

Μα σαν τον ζύγωσαν να πεις μια κονταριά ή πιο λίγο,

νιώθοντας το πως είναι οχτροί κάνει φτερά τα πόδια,

και δρόμο! Μα κι' εκείνοι εφτύς τον πήραν καταπόδι.

Πώς διο σκυλιά καρφόδοντα κυνηγομαθημένα 360

σ' αλάφι ρήχνουνται ή λαγό και κυνηγούν με πείσμα

μέσα σε δάσος, κι' ο λαγός μπροστά όπου φύγει φύγει·

έτσι κι' αφτοί χωρίζοντας το γιο του κράχτη αλάργα

απ' τους δικούς του, επίμονα τον κυνηγούσαν πάντα.

Μα τη στιγμή που κόντεβε μες στους φρουρούς να πέσει, 365

προς τα καράβια φέβγοντας, πια τότες το Διομήδη

τον δυναμώνει η Αθηνά, μην τον προλάβουν άλλοι

και πουν π' αφτοί τον σκότωσαν, κι' έρθει κατόπι εκείνος.

Κι' έκραξε του Τυδέα ο γυιός, με το κοντάρι ορμώντας

«Στάσου, μωρέ, και σ' έφαγα! Ή στάσου ή θα σ' το μπήξω 370

όπου κι' αν είναι — κι' άκου με — στη ράχη το κοντάρι.»

Ιλιάδα · 第 11 / 26 段