Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. I have added five endnotes, marked by {}.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
Έχω προσθέσει πέντε σημειώσεις, στο τέλος του βιβλίου σημειωμένες
με {}.
ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α'.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ
30 — Οδός Σταδίου — 30
1915
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τα ανέκδοτα ενός ατόμου, αποτελούσιν εν συνόλω τον ιδιωτικόν βίον
αυτού κυρίως και ανάγονται εις τας κοινωνικάς και οικογενειακάς
σχέσεις αυτού. Με μίαν λέξιν τα ανέκδοτα ανθρώπου τινός είνε το
κάτοπτρον της ψυχής αυτού.
Προκειμένου δε να αναφέρωμεν ενταύθα τα κατά τον αείμνηστον
Βασιλέα ημών Γεώργιον τον Α'. τον πεσόντα εθνομάρτυρα χάριν των
Ελληνικών δικαίων, φρονούμεν ότι επιβάλλεται ημίν μεγίστη
προσοχή, καθόσον έχομεν την γνώμην ότι πρέπει δι' αυτών να
παραδώσωμεν εις τον Ελληνικόν λαόν πιστήν την εικόνα του
αγαθωτάτου εκείνου βασιλέως του οποίου η μνήμη τόσον ζωηρά
παραμένει εις τον νουν όλων μας.
Πεντηκονταετής περίπου βίος ηγεμόνος και πολύ περισσότερον
ηγεμόνος ως του ιδικού μας, παρέχει ύλην προς συγγραφήν τόμων
ολοκλήρων.
Ημείς όμως εις την παρούσαν περιγραφήν εφροντίσαμεν να
σταχυολογήσωμεν όλα εκείνα τα ουσιώδη σημεία του κοινωνικού βίου
του αειμνήστου Άνακτος και να φέρωμεν εις φως όλα τα χαριτωμένα
εκείνα ανέκδοτα διά τα οποία ο βασιλεύς εκείνος προσείλκυσε την
αγάπην των υπηκόων του.
Είχε μεγάλην επιθυμίαν να γνωρίση εκ του σύνεγγυς τον λαόν του,
να αισθανθή τας αδυναμίας του, να προσανατολισθή προς τα ήθη και
τα έθιμα αυτού, να γνωρίση κατά βάθος τον χαρακτήρα του.
Και το κατώρθωσεν; Ουδείς άλλος βασιλεύς δεν εγνώρισε τόσον τον
λαόν του όσον ο Γεώργιος ο Α' αλλά και ουδείς άλλος λαός δεν
ηυτύχησε να έχη βασιλέα τόσον φιλόλαον, τόσον προσηνή και
μειλίχιον όσον ο Ελληνικός.
Υπήρξεν ανεξάντλητος εις αγαθότητα και ευγένειαν. Και ταύτα
ακριβώς ήσαν τα χαρίσματα εκείνα με τα οποία κατώρθωσε να καταστή
εις άκρον λαοφιλής και να καταλίπη μνήμην αγαθού και φιλανθρώπου
ηγεμόνος.
ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α'
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΠΩΣ ΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ήτο, ως γνωρίζομεν, ο δευτερότοκος υιός του
Βασιλέως της Δανίας Χριστιανού του 9ου. Ότε ανεκηρύχθη βασιλεύς
της Ελλάδος ήτο μόλις δεκαοκταετής την ηλικίαν και μαθητής της
σχολής των Δοκίμων.
Ότε οι αντιπρόσωποι των Δυνάμεων εζήτησαν την συγκατάθεσίν του
διά το στέμμα το οποίον του προσέφεραν τον ηρώτησαν.
— Υψηλότατε, σας προσφέρομεν έν στέμμα, το δέχεσθε;
Ο νεαρός τότε πρίγκηψ απήντησεν αδιστάκτως. Το δέχομαι
ευχαρίστως, αλλά ποίος είνε ο λαός τον οποίον πρόκειται να
διοικήσω;
— Είνε ο Ελληνικός λαός, υψηλότατε, απήντησαν.
— Τότε σας ευχαριστώ διά την προτίμησιν, προσέθηκεν ο βασιλεύς.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ.
Την δευτέραν ημέραν της αφίξεώς του εις την Ελλάδα, ο νεαρός
βασιλεύς εζήτησε να εξέλθη έφιππος εις περίπατον. Τον συνώδευσε
δε εις τον περίπατόν του εκείνον είς Δανός ανώτερος αξιωματικός,
και είς Έλλην. Ο περίπατος εγένετο μέχρι του πεδίου του Άρεως.
Εκεί ο ίππος συνηντήθη με ένα κάρρον και προς στιγμήν έδειξε
σημεία αφηνιάσεως. Ο μικρός καρραγωγεύς κατελθών αμέσως εζήτησε
να πλησιάση τον βασιλικόν ίππον και να τον πραΰνη αγνοών τις ήτο
ο υψηλός αναβάτης του. Ο βασιλεύς εμειδίασε δια την απλοϊκότητα
του μικρού βιοπαλαιστού και διέταξε τον Δανόν συνοδόν του να του
προσφέρη έν Δανικόν νόμισμα, το οποίον ιδών ο μικρός ήρχισε να
υποκλίνεται ευχαριστών, εν ώ ο αείμνηστος βασιλεύς απεμακρύνετο
γελών και παρακολουθών δια του βλέμματος τον καρραγωγέα.
Η ΓΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΟΡΤΑ.
Μίαν πρωίαν εξήλθεν εις περίπατον ανά τους Αμπελοκήπους. Εκεί
είδε μίαν γραίαν η οποία συνέλεγε χορταρικά. Ο βασιλεύς φέρων
πολιτικήν ενδυμασίαν επλησίασε την γραίαν και εζήτησε ναγοράση τα
χόρτα. Αφού αντήλλαξεν ένα διάλογον έδωκεν εις την γραίαν χρυσούν
νόμισμα. Η γραία του απήντησεν ότι δεν είχε ρέστα και ο αγαθός
βασιλεύς απήντησε: Δεν θέλω ρέστα, και απεμακρύνθη χωρίς
εννοείται να πάρη τα χόρτα. Η γραία σταυροκοκουμένη ήρχισε να
ψιθυρίζη ευχάς. Όταν δε επληροφορήθη ότι ο συνομιλήσας μετ' αυτής
ήτο ο βασιλεύς εφώναξε• «χίλια χρόνια να ζήσης, άρχοντά μου, και
στη πόλι νοικοκύρης».
Ο βασιλεύς διά νεύματος ηυχαρίστησε την γραίαν και απεμακρύνετο
μειδιών και λίαν φαιδρός.
ΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΦΕΣ
Ο αείμνηστος βασιλεύς, ήτο λίαν φιλαναγνώστης. Την πρωίαν
συνείθιζε πάντοτε να ροφά τον καφέ του αναγινώσκων τας εφημερίδας
της ημέρας. Ουδέποτε απεφάσιζε να πάρη καφέν, αν δεν είχε και
εφημερίδας. Εστενοχωρείτο δε πολύ τας ημέρας εκείνας που δεν
εξεδίδοντο εφημερίδες.
Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ.
Ηρέσκετο πάντοτε να εξέρχηται εις περίπατον ανά τας συνοικίας της
πόλεως διά να παρακολουθή εκ του σύνεγγυς τον βίον των υπηκόων
του. Έφερε δε κατά τους περιπάτους τούτους πολιτικήν ενδυμασίαν
και το απαραίτητον μπαστούνι του με το οποίον εκτύπα τα
πετραδάκια. Κάποτε συνηντήθη με ένα οπωροπώλην ο οποίος εκτύπα το
ζώον του που δεν ήθελε να προχωρήση. Ο βασιλεύς επλησίασε και
απηύθυνε παρατηρήσεις εις αυτόν διά την σκληρότητά του, συγχρόνως
δε εθώπευσε το ζώον και λαβών το καπίστρι επροχώρησε μετ' αυτού,
υπό την κατάπληξιν των διαβατών οι οποίοι απεκαλύπτοντο ευλαβώς.
ΤΑ ΕΓΓΟΝΑΚΙΑ ΤΟΥ.
Εξαιρετική ήτο η ευθυμία του όταν ευρίσκετο εν μέσω των μικρών
εγγόνων του. Οσάκις είχε στιγμάς δυσθυμίας κατήρχετο εις τον
κήπον όπου συνήντα τους μικρούς πρίγκηπας και ελάμβανε μέρος εις
τα παιγνίδια των. Τοιουτοτρόπως κατώρθωνε να γίνεται εύθυμος και
να επανέρχεται εις το γραφείον του ευχαριστημένος.
Ο ΕΠΙΛΟΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΟΥΓΚΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ.
Κατά την ημέραν του Πάσχα συνείθιζε να τσουγκρίζη αυγά με τους
στρατιώτας του εις τα Παραπήγματα. Κάποτε την ημέραν αυτήν
συνηντήθη με ένα επιλοχίαν ο οποίος είχεν εικοσαετίαν ολόκληρον
εις τον βαθμόν αυτόν.
— Πόσα χρόνια έχεις στο στρατό; ηρώτησεν ο βασιλεύς.
— Τριανταπέντε μεγαλειότατε.
— Είσαι ποιό μεγάλος από μένα;
— Κανείς δεν είνε μεγαλείτερος από σας, μεγαλειότατε.
— Τότε έλα να τσουγκρίσωμε διά να ιδούμε ποιος είνε ποιο γερός,
από τους δύο μας.
Ο επιλοχίας ετσάκισε το Βασιλικόν αυγό και ο βασιλεύς γελών
προσέθηκεν. «Έχεις καιρό ακόμη. Θα φθάσης να πάρης και το χρυσό
γαλόνι».
Ο ΠΑΡΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΙΡΟΙ.
Μίαν φοράν είχε μεταβή εις ένα χωρίον της Φθιώτιδος όπου ο
πάρεδρος εξήλθεν ευθύς διά να τον υποδεχθή εκ μέρους των χωρικών.
Ο βασιλεύς παρατηρήσας ότι εις το χωρίον εκείνο υπήρχε πλησμονή
χοίρων ηρώτησε τον πάρεδρον.
— Έχετε πολλούς χοίρους εδώ;
Ο πάρεδρος υπέθεσεν ότι ο βασιλεύς τον ηρώτα εάν υπήρχον εις το
χωρίον πολλοί χήροι και του απήντησεν.
— Εγώ και ο παπάς είμεθα μόνον, μεγαλειότατε.
Ο αείμνηστος βασιλεύς εξερράγη εις πλατύτατον γέλωτα, το δε
επεισόδιον αυτό το διηγείτο ενίοτε εις τους περί αυτόν και εγέλα
με όλην του την καρδιά.
Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ.
Άλλοτε πάλιν ο βασιλεύς μετέβη εις ένα απομεμακρυσμένον δήμον των
Καλαβρύτων όπου ο διδάσκαλος του χωρίου τον υπεδέχθη και τον
εξένισεν εις τον οίκον του.
Ο Βασιλεύς ηρώτησε τον διδάσκαλον να του είπη πόσα έτη έχει εις
την υπερεσίαν και πόσας μεταθέσεις έσχε κατά το διάστημα του
διδασκαλικού του σταδίου.
— Έχω εικοσιτρία χρόνια, μεγαλειότατε, και υπηρετώ εδώ αφ' ότου
διωρίσθην.
— Μπράβο! πώς έγεινε αυτό το θαύμα;
— Είνε πολύ καλός διδάσκαλος, μεγαλειότατε, απήντησε παρεμβαίνων
ο δήμαρχος.
— Νά λοιπόν που κατηγορούν την συναλλαγήν. Οι καλοί δεν
φοβούνται κανένα.
ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ.
Περιοδεύων ποτέ ανά τας νήσους των Κυκλάδων κατέλυσεν εις τον
οίκον ενός πτωχού οικογενειάρχου όπου του προσέφεραν γλυκό
εγχώριον. Του ήρεσε δε τόσον το γλυκό εκείνο, ώστε έσπευσε να
ερωτήση πώς το κατασκευάζουν.
— Από κολοκύθια του τόπου μας, μεγαλειότατε.
Και ο βασιλεύς απήντησε. «Ποτέ δεν ειμπορούσα να φαντασθώ ότι τα
κολοκύθια κάνουν ένα τόσον ωραίον γλύκισμα.
Όταν ήλθεν εις τας Αθήνας έγραψεν εις τον δήμαρχον να του στείλη
από τα κολοκύθια αυτά καθώς και την οδηγίαν της κατασκευής του
γλυκού. Το γλυκό αυτό το έπαιρνε πάντοτε το πρωί με τον καφέ του.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ.
Ο βασιλεύς ησθάνετο μεγάλην συμπάθειαν εις τον αυλάρχην του
Σαχίνην τον οποίον επεσκέπτετο κατ' οίκον συχνά. Επίσης μεγάλην
υπόληψιν είχε προς τον Κουμουνδούρον, τελευταίως δε η εκτίμησίς
του ήτο μεγάλη προς τον Παπαδιαμαντόπουλον τον αρχηγόν του
βασιλικού οίκου Του, του οποίου ο θάνατος τον εβύθισεν εις
μεγάλην θλίψιν.
ΤΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ.
Υπήρξεν εποχή εν Αθήναις κατά την οποίαν η αστυνομία διεξήγεν
απηνή επίβλεψιν επί των γαλακτοπωλείων.
Είχεν ανακαλυφθή ότι οι περισσότεροι γαλακτοπώλαι επώλουν
χρωματισμένον νερό.
Τας ημέρας εκείνας έτυχεν ακροάσεως παρά τω βασιλεί ο πρόεδρος
των γαλακτοπωλών προς τον οποίον η Α.Μ. μεταξύ άλλων απηύθυνε και
την εξής ερώτησιν.
— Δεν μου λέγεις, κ. πρόεδρε, τι βάζετε μέσα στο νερό και
γίνεται γάλα;
Προ της ερωτήσεως εκείνης ο ατυχής γαλακτοπώλης έμεινεν ως
απολιθωμένος.
ΜΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟΝ.
Μίαν ημέραν ο αείμνηστος βασιλεύς έκαμεν αιφνιδιαστικήν επίσκεψιν
εις το πτωχοκομείον. Τι δε νομίζετε ότι εζήτησε να επιθεωρήση
πρώτον. Τα αποχωρητήρια και τα άπλυτα ενδύματα των πτωχών.
Ότε βραδύτερον επανέλαβε την επίσκεψίν του εκείνην, πάλιν απ'
εκεί ήρχισε την επιθεώρησίν του. Ότε δε εισήλθεν εις το
εστιατόριον και είδεν ότι οι πτωχοί έτρωγον εντός σιδηρών πιάτων
έκαμε παρατηρήσεις, προσθέσας ότι τα πιάτα αυτά ως μη δυνάμενα να
καθαρισθώσι καλώς είνε ανθυγιεινά.
— Τα πήλινα τα σπάζουν, Μεγαλειότατε, απήντησαν οι άνθρωποι της
υπηρεσίας.
— Δεν πειράζει, προσέθηκεν ο Βασιλεύς, αγοράζετε άλλα.
Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.
Εις ένα εκ των υπουργών προ πολλών ετών, παρουσιασθέντα και
ζητήσαντα την υπογραφήν ενός εγγράφου, ο Βασιλεύς παρετήρησεν ότι
το ζητούμενον προς εκτέλεσιν ήτο αντισυνταγματικόν.
— Απλούς τύπος είνε μεγαλειότατε, απήντησεν ο υπουργός.
— Έστω, αλλά πάντοτε δεν είνε συνταγματικόν.
Και μετά βραχείαν σιωπήν προσέθηκε.
— Οφείλετε να ομολογήσητε κ. Υπουργέ, ότι εξ όλων των Ελλήνων
εγώ είμαι ο περισσότερον συνταγματικός.
ΤΕΛΕΙΟΝ ΧΑΡΕΜΙ
Κάποιος Κρης πολιτευόμενος ελθών εις Αθήνας μετά την εις Κρήτην
κάθοδον του πρίγκηπος Γεωργίου, έτυχεν ακροάσεως παρά τω Βασιλεί.
— Ε, πώς τα περνάτε εκεί κάτω, με την νέαν κατάστασιν; ηρώτησεν
ο Βασιλεύς.
— Θαυμάσια μεγαλειότατε• η τάξις και η ασφάλεια παρακολουθούν
τον Ύπατον αρμοστήν.
— Να! αμέσως που τα έφτιασε με δύο ωραίας κυρίας! απήντησεν ο
Βασιλεύς. Δεν αμφιβάλλω δε, ότι θα περιποιηθή και την Παιδείαν
και την Δικαιοσύνην, διά να καταστήση τέλειον χαρέμι προς το
καλόν της Κρήτης.
ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΖΩΝΟΥ.
Όπως γνωρίζομεν εις το εν Δεκέλεια βασιλικόν κτήμα φρουρούν εις
διάφορα σημεία Εύζωνοι, οι οποίοι εννοούν να συλλαμβάνουν πάντα
πολίτην ο οποίος ήθελε πλανηθή εις μέρη απηγορευμένα.
Κάποτε ο Βασιλεύς εξήλθε της βασιλικής επαύλεως και επλανήθη,
φέρων πολιτικήν ενδυμασίαν μακράν προς την έξοδον του κτήματος.
Ο φρουρών εις το μέρος εκείνο Εύζωνος αντιληφθείς την παρουσίαν
αγνώστου προς αυτόν ξένον, τον επλησίασε και με έντονον ύφος τον
ερωτά.
— Τι περιφέρεσ' ουρέ εδώθες σαν το πρόβειο το κεφάλι.
Ο βασιλεύς εμειδίασε και απήντησε.
— Είμαι ξένος Αυστριακός και δεν γνωρίζω τα μέρη αυτά.
— Δεν τ' ακούω εγώ αυτούνα. Πάμε στο φυλακείο να σε ανακρίνη ο
επιλοχίας.
Ο Βασιλεύς και πάλιν εγέλασε και τον εβεβαίωσεν ότι δεν είχε
κανένα κακό σκοπό, αλλ' ο εύωνος επέμενε και τέλος τον εκράτησεν
από τον βραχίονα και τον ωδήγει.
— Μα είνε πολύ μακρυά απ' εδώ το φυλακείο και δεν μπορώ να
περιπατώ. Στάσου να αναβώ στο ποδήλατον και να με ακολουθής.
— Αμ σαν ανέβης σ' αυτουνό το διάβολο, φέξε μου και γλύστρισα.
Μηδ' εμπρός μηδέ πίσω μου σε ξαναγλέπω.
Ο Βασιλεύς ηναγκάσθη να υποκύψη εις την αξίωσιν του ανθρώπου της
εξουσίας και ηκολούθει. Όταν έφθασαν εις το φυλακείον όλοι οι
εύζωνοι και οι αξιωματικοί αντιληφθέντες τον Βασιλέα εσταμάτησαν
εις προσοχήν.
Ο ατυχής εύζωνος πληροφορηθείς ποίον συνώδευεν, έστη εις προσοχήν
άναυδος.
Και ο αγαθώτατος Βασιλεύς αφού τον συνεχάρη διά την πιστήν
εκτέλεσιν του καθήκοντός του, του εδώρησεν ένα εικοσπεντάρικο.
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΝΘΗ
Ήτο εξαιρετική η αγάπη του Βασιλέως Γεωργίου προς τα άνθη του
κήπου του. Ησθάνετο ιδιαιτέραν ευχαρίστησιν οσάκις αι ασχολίαι
του τού επέτρεπον να καλλιεργή τα άνθη του. Διηγούνται ότι μίαν
ημέραν παρετήρησεν εις το Τατόι τους χωροφύλακας κόπτοντας άνθη.
Εσταμάτησε και με ήπιον τρόπον τοις είπε.
— Γιατί μου πειράζετε τα άνθη μου; Κόπτετε καλλίτερον καρπούς
παρά άνθη.
Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ
Προς τον πατέρα του τον γηραιόν Βασιλέα της Δανίας ο Βασιλεύς
υπήρξε πάντοτε φιλοστοργώτατος υιός. Αι επιστολαί τας οποίας
έστελλε προς τον γηραιόν πατέρα του εξεδήλουν όλον τον σεβασμόν
και την λατρείαν ευγνώμονος υιού προς φιλόστοργον πατέρα.
ΕΜΙΜΕΙΤΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ
Εις τας συνδιαλέξεις του ο αείμνηστος Βασιλεύς εμιμείτο τους
αρχαίους Έλληνας. Ουδέποτε ωμίλει εις πληθυντικόν αριθμόν, έστω
και αν ο συνομηλητής του ήτο επίσημον πρόσωπον. Πάντοτε ωμίλει
εις ενικόν αριθμόν διότι τούτο εθεώρει ελληνοπρεπέστερον.
ΩΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΗΣ
Ως οικογενειάρχης ήτο πρότυπον. Είχε τοιούτον σεβασμόν εμπνεύσει
εις όλους, ώστε πάντες ώφειλον να είνε τακτικοί εις τα καθήκοντα
τα αφορώντα την οικογενειακήν τάξιν.
Είχεν ωρισμένην ώραν φαγητού και την ετήρει μέχρι
σχολαστικότητος. Εάν τις των πριγκήπων ετύγχανε να απουσιάζη κατά
την ώραν του γεύματος, ο Βασιλεύς δεν ανέμενε παντάπασιν αλλά
εκάθητο εις το γεύμα του με τους παρόντας οικείους του.
ΠΩΣ ΕΞΕΔΗΛΟΥ ΤΑΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΤΟΥ
Είνε γνωσταί εις τον ελληνικόν λαόν αι αιματηραί σκηναί, αι
προκληθείσαι κατά τα Ευαγγελικά {1}. Ο Βασιλεύς ήτο λίαν
στενοχωρημένος διά τα συμβάντα εκείνα και καλέσας τον τότε
πρωθυπουργόν Θεοτόκην εζήτησε πληροφορίας επί της καταστάσεως.
— Η κατάστασις, μεγαλειότατε, είνε λίαν κρίσιμος και δύο τινά
υπάρχουν προς επαναφοράν της τάξεως. Ή να επιβληθή το κράτος του
νόμου διά πάσης θυσίας ή να δεχθήτε την παραίτησιν της
Κυβερνήσεως.
— Και ποίος θα σας διαδεχθή;
Η απάντησις αύτη ήτο ικανή να πείση τον Θεοτόκην ότι ο Βασιλεύς
επεθύμει το δεύτερον και διά τούτο έσπευσε να υποβάλη την
παραίτησίν του παραχρήμα.
ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΣ ΤΟΥ
Γνωστός πολιτευόμενος κατώρθωσε τέλος να γείνη υπουργός κατόπιν
πολλών προσπαθειών. Ο πολιτευόμενος ούτος είχε την γλώσσαν ολίγον
υβριστικήν. Ότε είς των αυλικών του παρετήρησεν ότι πολιτευόμενος
ούτος θα μετήλλασεν ήδη γλώσσαν, ο Βασιλεύς απήντησε.
— Περίμενε χειρότερα. Αυτός έγεινε υπουργός μόνον και μόνον διά
αυτήν την γλώσσαν και τώρα ν' αλλάξη;
ΗΓΑΠΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ
Ο αείμνηστος Βασιλεύς ήτο θανάσιμος εχθρός του ψεύδους. Κάποτε
ένας εκ των υπουργών διά να αποσπάση την βασιλικήν έγκρισιν επί
τινος διορισμού μετεχειρίσθη ψεύδος.
Ο Βασιλεύς ανεκάλυψε βραδύτερον τον ψευσθέντα υπουργόν, ότε δε
εις απωτέραν εποχήν είδε και πάλιν το όνομά του εις τον κατάλογον
των υποψηφίων υπουργών, παρεκάλεσε τον αρχηγόν του κόμματος
εκείνου να τον διαγράψη, αφού εννοείτε έδωκε τας δεούσας
εξηγήσεις.
Και η Βασιλική επιθυμία εξεπληρώθη.
Διηγούνται ότι η μεγάλη συμπάθεια και η εκτίμησις την οποίαν είχε
προς τον Παπαδιαμαντόπουλον, ήτο αποτέλεσμα της άκρας φιλαληθείας
του ανδρός τούτου.
Ο Βασιλεύς ομιλών περί του Παπαδιαμαντοπούλου έλεγεν ότι ήτο ο
τιμιώτερος Έλλην, επειδή ουδέποτε εψεύσθη.
ΤΟ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΔΥΟ ΜΙΚΡΩΝ
Εξελθών ποτε εις περίπατον μόνος του προς τους Αμπελοκήπους
αντελήφθη δύο μικρούς οι οποίοι εμάλωναν επάνω στο παιγνίδι των.
Ο Βασιλεύς πλησιάσας τους μικρούς τους ηρώτησε ποία ήτο η διαφορά
των.
Μαθών δε ότι και οι δύο ημφισβήτουν ένα βώλον, ο Βασιλεύς έδωκε
από μίαν δεκάραν εις έκαστον και τους συνέστησε να μη πιάνωνται
άλλοτε διά τόσον ευτελή πράγματα.
ΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΠΕΛΛΑ
Ότε επεσκέφθη μίαν επαρχιακήν κωμόπολιν και παρετήρησε τας
γυναίκας να φέρουν καπέλλα με πολυτελή πτερά ηρώτησε τον
Δήμαρχον.
— Κάτι πολλά πτερά βλέπω εις τα καπέλλα των γυναικών σας. Έχετε
εδώ καπελλούδες;
— Όχι Μεγαλειότατε. Τα παραγγέλλουν εις τας Αθήνας.
— Και έπειτα παραπονούνται αι επαρχίαι ότι υστερούν της
πρωτευούσης.
Εις τα πειράγματά του ήτο πάντοτε λεπτότατος. Όταν επείραζε
κανένα εφρόντιζε να τον κάμη τον ίδιον να ευθυμήση με το πείραγμά
του.
Ότε ποτέ ευρέθη εις τα Μέγαρα η Μεγαρίτισσες εχόρευσαν προς τιμήν
του τον γνωστόν εγχώριον χορόν «την τράτα». Αι γυναίκες εχόρευον
με παντούφλες ο δε Βασιλεύς διά να ευθυμήση επλησίαζε το
μπαστουνάκι του εις τας παντούφλας και τας εκράτει στερεά εις το
έδαφος εις τρόπον ώστε εκράτει το πόδι ακίνητον.
Το αστείον αυτό προεκάλει τον γέλωτα όλων των χωρικών, ακόμη δε
και των χορευουσών γυναικών.
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΙΖΩΝ
Ιδιαιτέρως εθέλγετο με την διαύγειαν του Ελληνικού ουρανού.
Απέδιδε δε την ηπιότητα του χαρακτήρος των Ελλήνων εις την
ειρηνικήν γαλήνην του ουρανού των. Ότε εξερράγη η στρατιωτική
επανάστασις ο Βασιλεύς ευρισκόμενος εις Τατόιον είπε μεταξύ
άλλων. «Απορώ πώς υπό τοιούτον ορίζοντα κατορθώνουν να κάνουν
επαναστάσεις. Το κλίμα της Ελλάδος μόνον την χαράν και την
φαιδρότητα εμπνέει».
ΠΩΣ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕΝ ΕΝΑ ΦΙΛΑΡΕΣΚΟΝ
Κάποτε ο Βασιλεύς επεσκέφθη εις τα γραφεία του τον μακαρίτην
διευθυντήν του ναυσταύθμου Κουτσούκον ο οποίος είχε την συνήθειαν
να βάφη τα γένειά του.
Ο Βασιλεύς ιδών επί τινος τραπέζης μικρόν κυτίον, το έλαβε και
αφού το ήνοιξεν είπε.
— Τι είνε αυτό εδώ μέσα;
— Μπογιά για τους μπρούντζους, μεγαλειότατε.
— Για τους μπρούντζους των γενειών σου εννοείται, απήντησε γελών
ο Βασιλεύς.
Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΕΙΣ ΟΛΑ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος είχεν Αγγλικήν ακρίβειαν εις όλας του τας
πράξεις. Όπως είπομεν ήδη, δεν εννοούσε να αναμείνη κανένα ότε
ήρχετο η ώρα του γεύματος. Είχεν ωρισμένην ώραν και διά το
ξύρισμά του.
Ούτε λεπτόν δεν εννοούσε να περάση από την ώραν του.
Κάποτε έχων επείγουσαν εργασίαν εβράδυνεν ολίγα λεπτά εις το
ξύρισμα, εν ώ ο κουρεύς ανέμενεν.
Όταν ετελείωσε και εισήλθεν εις το δωμάτιόν του διά να ξυρισθή
έσπευσε να ζητήση συγγνώμην από τον κουρέα του.
— Με συγχωρείς πολύ, του είπε, που σε εχασομέρισα.
Η ΤΟΥΑΛΕΤΤΑ ΤΟΥ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ήτο πάντοτε άμεμπτος εις όλα.
Ιδιαιτέρως επεμελείτο τον μύστακα του, το οποίον καθίστατο
τοιουτοτρόπως μεγαλοπρεπέστατον.
Αλλά και εις το ξύρισμά του ήτο άμεμπτος, καθώς και εις το
κούρευμα της κεφαλής του. Εις τους κουρείς του ήτο
περιποιητικώτατος και υπερβολικά ευγενής και λεπτός.
Δύο ήσαν οι κουρείς του ο Ιω. Γκίκιρης και ο Μυτηληναίος. Εις τον
Γκίκιρην όταν εγήρασεν απένειμε σύνταξιν, ήτις τω εδίδετο εκ του
βασιλικού ταμείου. Κατά την ομολογίαν και των δύο αυτών κουρέων η
εν γένει τουαλέττα του Βασιλέως ήτο τελεία και άμεμπτος.
Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΣ ΤΟΥ 21
Ήτο απεριόριστος ο σεβασμός του προς τους αγωνιστάς της εθνικής
επαναστάσεως. Τελευταίον λείψανον των αγώνων εκείνων του 21
απέμενεν ο αρχίατρος συνταγματάρχης Μαυρογένης, αποθανών προ
ολίγων ετών. Ο Μαυρογένης ενεφανίζετο εις τας τελετάς της εθνικής
εορτής φέρων το παράσημον του αγώνος.
Κατά την τελετήν της 25ης Μαρτίου πρό τινων ετών συνέβη την ώραν
που εισήρχοντο οι βασιλείς εις την Μητρόπολιν να εισέρχεται και ο
Μαυρογένης. Ο γηραιός αγωνιστής αντιληφθεις τους βασιλείς
εσταμάτησε διά να τους χαιρετίση και αφού εδέχθη τον Βασιλικόν
χαιρετισμόν διά χειραψίας, παρεμέρισεν ολίγον διά να προπορευθούν
οι Βασιλείς. Αλλ' ο αείμνηστος Βασιλεύς κρατών εκ του βραχίονος
την Βασίλισσαν, εστάθη προ της θύρας και λαμβάνων την ένδοξον
χείρα του αγωνιστού τον παρεκάλεσε να προηγηθή, λέγων.
— Σεις προτιμείσθε.
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
Ότε ετελούντο οι γάμοι της πριγκηπίσσης Μαρίας εν Κερκύρα ο
αγωνιστής Μαυρογένης απέστειλε προς τον Βασιλέα το εξής
τηλεγράφημα εις την γλώσσαν εις την οποίαν συνείθιζον να γράφουν
οι άνδρες εκείνοι της απολύτου ευθύτητος.
Βασιλέα — Κέρκυραν.
«Να μας ζήσουν και να τους χαιρώμαστε».
Ο Βασιλεύς ότε ανέγνωσε το λακωνικόν εκείνο τηλεγράφημα του
γηραιού στρατιώτου της πατρίδος τόσον συνεκινήθη ώστε εδάκρυσεν.
Ομιλών δε εις τους περί αυτόν είπεν.
— Αι ευχαί του Μαυρογένη με συνεκίνησαν τόσον, όσον όλων των
άλλων που με συνεχάρησαν. Και ευθύς συνέταξεν ευχαριστήριον
απάντησιν ως εξής.
«Εγώ και η οικογένειά μου σας υπερευχαριστούσι».
ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
Όταν ανηγγέλθη εις τον Βασιλέα ο θάνατος του Μαυρογένη εις
ηλικίαν 115 ετών η Α. Μ. ησθάνθη απερίγραπτον λύπην. Και απαντών
εις τον Αυλάρχην του που του ανήγγειλε το γεγονός είπεν.
— Εχάσαμε και την τελευταίαν ζώσαν ιστορίαν του αγώνος μας.
Και ευθύς εζήτησε να κηδευθή ο νεκρός δημοσία δαπάνη,
παρηκολούθησε δε την κηδείαν μέχρι του τάφου.
ΤΕΛΕΙΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΗΣ
Ο Βασιλεύς όταν οι βασιλόπαιδες ήσαν μικροί συνέτρωγε την μεν
μεσημβρίαν μόνον με την Βασίλισσαν, το δε εσπέρας μετά του
Αυλάρχου και του Υπασπιστού του. Ότε όμως εμεγάλωσαν οι
πρίγκηπες, τότε και την μεσημβρίαν και το εσπέρας συνέτρωγε με
όλην του την οικογένειαν.
ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΓΕΥΜΑΤΑ
Ως γνωστόν εκάστην πρωίαν ο αρχιμάγειρος των ανακτόρων ήτο
υποχρεωμένος να παρουσιάζη εις την Α. Μ. τον κατάλογον των
φαγητών της ημέρας, εκ του καταλόγου εκείνου διέγραφεν η Α. Μ. το
φαγητόν εκείνο το οποίον δεν ήθελεν.
Η Βασίλισσα είχεν ιδιαίτερον μενού κατά τας τεσσαρακοστάς. Την
πρώτην και την τελευταίαν εβδομάδα ενήστευε το κρέας
περιοριζομένη εις λαδερά φαγητά. Την μεγάλην εβδομάδα ενήστευε
και το λάδι. Εκ των άλλων εβδομάδων της Μ. Τεσσαρακοστής ετήρει
τακτικωτάτην νηστείαν εκάστην Τετάρτην και Παρασκευήν.
Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΑΛΑΤΑ
Την σαλάτα του βασιλικού γεύματος την παρεσκεύαζεν ο ίδιος.
Διέτασσε κατ' αρχάς και του έφερον βραστάς πατάτας. Εντός μεγάλης
πιατέλλας έκοβε της πατάτες και αρκετά κρεμμύδια και ολίγον
μαντανόν.
Την σαλάτα αυτήν την έτρωγεν όλη η Βασιλική οικογένεια, ο δε
Βασιλεύς ηυχαριστείτο οσάκις τα τέκνα του τον εκολάκευον διά την
επιτυχίαν της σαλάτας του.
Την πρωίαν έκαμνε χρήσιν και μέλιτος το οποίον εθεώρει λίαν
ωφέλιμον και στομαχικόν. Έκαμνε μικράν χρήσιν άρτου, ηγάπα δε
ωρισμένα γλυκίσματα. Με ψητό ουδέποτε έτρωγε σαλάτα, αλλά πάντοτε
το συνώδευε με κομπόστες καλοδεμένες. Επίσης έτρωγε νωπούς
καρπούς, αλλά πάντοτε έκαμνε μετρίαν χρήσιν αυτών. Οίνου έκαμνε
μετριωτάτην χρήσιν, επροτίμα δε πάντοτε τα στομαχικά ύδατα των
διαφόρων Ελληνικών πηγών.
ΟΙ ΚΑΦΕΔΕΣ ΤΟΥ
Ως και αλλαχού ανεφέραμεν ο Βασιλεύς εκάστην πρωίαν έπαιρνε προ
παντός άλλου καφέν τον οποίον έψηνε μόνος του. Τους καφέδες του
όμως μετά το γεύμα και το δείπνον τους παρεσκεύαζον οι καφετζήδες
των ανακτόρων. Συνήθως έπινε τον καφέν του βαρύν μέτριον.
Τελευταίως έπινε τον καφέν του πικρόν χωρίς ζάχαριν.
ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΠΟΥ ΣΠΑΖΕΙ
Μία μοιραία σύμπτωσις η οποία είνε ικανή να δώση ύλην εις όλους
εκείνους που ασχολούνται με όλα τα μυστηριώδη και ακατανόητα του
κόσμου τούτου, εσημειώθη κατά την ημέραν καθ' ήν ο εθνομάρτυς
Βασιλεύς έπιπτε νεκρός εις Θεσσαλονίκην.
Οσάκις ο βασιλεύς επεσκέπτετο τον Πύργον της Ηλείας κατέλυεν εις
το εκεί μέγαρον του αποθανόντος πολιτευτού Ηλείας Πέτρου
Αυγερινού.
Μετά τον πόλεμον του 1897 ο βασιλεύς επισκεφθείς τον Πύργον
κατέλυσεν εις το εν λόγω μέγαρον, όπου μίαν πρωίαν καθήμενος εις
το δωμάτιον του ύπνου εχάραξεν εις το τζάμι το όνομά του και
ολίγους στίχους προς την ευγενή δέσποιναν Γεωργίτσαν Αυγερινού.
Δεκαπενταετία ολόκληρος παρήλθε και το τζάμι εκείνο έμενεν
άθικτον ότε την ημέραν της δολοφονίας εκ τυχαίου όλως γεγονότος
το τζάμι εκείνο εθρυμματίσθη.
ΔΙΑ ΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΝ
Ότε εγένετο η χρεωκοπία του Κράτους από της εποχής του Τρικούπη ο
αείμνηστος Βασιλεύς ησθάνθη οδύνην βαθυτάτην επί τούτω.
Τόση δε ήτο η λύπη του ώστε έλεγεν ότι ουδέποτε πλέον θα
επανέφερε τον πολιτικόν εκείνον εις την αρχήν.
— Θα κοκκινίζω μπροστά στα παιδιά μου αν τον επαναφέρω.
Ότε όμως η ετυμηγορία του λαού εξεδηλώθη υπέρ του Τρικούπη, ο
Βασιλεύς επόμενος εις το σύνταγμα επανέφερε τον Τρικούπην εις την
αρχήν.
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ
Εξαιρετική ήτο η αγάπη του Άνακτος προς την αδελφήν του
βασίλισσαν της Αγγλίας Αλεξάνδραν. Πολλάκις κατά την διαμονήν της
ενταύθα ο φιλόστοργος αδελφός έσκυβε και την ησπάζετο. Η αγάπη
αύτη μεταξύ των δύο αδελφών ήτο αμοιβαία. Η βασίλισσα Αλεξάνδρα
ησθάνθη βαθύτερον όλων των άλλων συγγενών το πλήγμα της
δολοφονίας του αδελφού της.
ΥΠΟ ΙΝΚΟΓΝΙΤΟ
Περιοδεύων ανά τας Ευρωπαϊκάς πρωτευούσας ηρέσκετο να εξέρχεται
εντελώς του βασιλικού του αξιώματος. Διήρχετο τας κεντρικάς
λεωφόρους και τα βουλεβάρτα φέρων απλήν περιβολήν ιδιώτου και
ανεμιγνύετο με το πλήθος ως κοινός θνητός. Αυτό ήτο μία από τας
μεγαλειτέρας του ευχαριστήσεις.
ΑΙ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑΙ ΤΟΥ
Οσάκις εφημερίς τις ευρωπαϊκή εδημοσίευε γελοιογραφίαν του, ο
Βασιλεύς έσπευδε να την αγοράση και να την φυλάξη. Πολλάς εξ
αυτών τας έθετεν εντός πλαισίου. Και ενώ αι αρχαί κατεδίωκον τους
γελοιογραφούντας τον άνακτα, ο μόνος που δεν εταράσσετο, αλλ'
εγέλα με την καρδιά του ήτο αυτός ο γελοιογραφούμενος. Διηγούνται
ότι εις το ανάκτορον του «Μον — Ρεπό» εν Κερκύρα έχει αναρτήσει
πλήθος τοιούτων γελοιογραφιών.
ΕΘΥΣΙΑΖΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΓΟΗΤΡΟΝ
Ότε εξερράγησαν αι ταραχαί των ευαγγελικών {2} ο τότε υπουργός
της Παιδείας Σ. Στάης ανελθών το μεσονύκτιον εις τα ανάκτορα
εζήτησεν ακρόασιν παρά τω βασιλεί. Ο Βασιλεύς λίαν θορυβημένος
εδέχθη τον υπουργόν και ηρώτησεν αυτόν περί του σκοπού της
εσπευσμένης επισκέψεώς του.
— Μεγαλειότατε, η κατάστασις είνε κρίσιμος, ανάγκη δε να δεχθήτε
την παραίτησιν της Κυβερνήσεως και του Μητροπολίτου.
— Τι είνε αυτά! Αι ταραχαί των δρόμων δεν πρέπει να δίδουν την
κατεύθυνσιν εις τους Βασιλείς. Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν έχω
κανένα λόγον εγώ εδώ.
Ότε όμως ο Στάης του υπέδειξε τους μέλλοντας κινδύνους των
αιματοχυσιών, ο Βασιλεύς εδέχθη να θυσιάση το Βασιλικόν γόητρον
χάριν της εσωτερικής ειρήνης του Κράτους.
ΗΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΤΗΣ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος απετροπιάζετο πολύ τας σχολαστικάς φράσεις
και προσφωνήσεις.
Ότε μίαν φοράν μετέβη εις την Τρίπολιν οι κάτοικοι τον
υπεδέχθησαν μετά μεγάλων τιμών. Εις τας οδούς είχον αναρτηθή
αψίδες επί των οποίων είχον αναγραφή εις αρχαίαν Ελληνικήν
διάφορα αποφθέγματα χαιρετιστήρια. Εις τας επιγραφάς αυτάς ο
Βασιλεύς απήντα με ένα απλούν «Καλώς σας ηύραμε παιδιά».
ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΕΙΡΑΝ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ
Ότε υπέστη την δολοφονικήν εκείνην απόπειραν εκ μέρους του
Καρδίτση εις θέσιν «Ανάλατος» και διεσώθη εξ αυτής, διηγείτο
κατόπιν τας λεπτομερείας της τραγικής εκείνης σκηνής μετά πολλής
ψυχραιμίας• ως γνωστόν εντός της αμάξης επέβαινε και η Πριγκήπισα
Μαρία, το τοιούτον δε ήτο το μόνον περί του οποίου ωμίλει με
κάποιο παράπονον ο Βασιλεύς.
«Εγώ γνωρίζω, έλεγεν, ότι ένας δολοφόνος σέβεται το θύμα του,
όταν τούτο συνωδεύη γυναίκα. Αλλ' ο επιτεθείς εναντίον μου δεν
είχεν ούτε αυτήν την αβρότητα να αναβάλη την εκτέλεσιν της
πράξεώς του.
ΔΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΔΟΧΟΝ
Εξαιρετική ήτο η λατρεία του προς τον Διάδοχον Κωνσταντίνον, τον
οποίον μάλιστα ωνόμαζε Ντίνον.
Ότε ευρίσκετο εις το Γιδά και παρουσιάσθησαν προ αυτού χωρικοί
ζητούντες να τους επιτρέψη να λάβωσιν εκ των εγκαταληφθεισών
σιταποθηκών ποσότητα σίτου δια να σπείρωσι τους αγρούς των ο
Βασιλεύς απήντησε• «Δυστυχώς αυτό είνε δικαίωμα του υιού μου του
κατακτητού.
Θα του τηλεγραφήσω και αν μοι επιτρέψη πολύ ευχαρίστως θα σας
κάμω την χάριν. Κοπιάστε αύριο και θα σας δώσω απάντησιν».
Την επομένην ληφθείσης της απαντήσεως του τότε Διαδόχου, οι
χωρικοί ελάμβανον τον αναγκαιούντα διά την σποράν σίτον.
Εις δε τον κ. Παπαμιχαλόπουλον παρουσιασθέντα προ αυτού κατά την
εις Θεσσαλονίκην διαμονήν του, ο Βασιλεύς έλεγεν με υπερτάτην
αγαλλίασιν ότι κανείς άλλος Διάδοχος δεν έδρεψε τόσας δάφνας επί
του πεδίου της μάχης όπως ο Κωνσταντίνος Του.
ΟΙ ΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ
Κάποτε φιλοξενών εις τα ανάκτορα τους υπουργούς της Κυβερνήσεως
Θεοτόκη προσέφερεν ανά έν πούρον εις έκαστον εξ αυτών. Ο κ. Στάης
όμως, μη καπνίζων πούρα, εδώρησε το ιδικόν του εις τον
Σιμόπουλον, ο οποίος τοιουτοτρόπως έγεινε κάτοχος δύο πούρων.
Ότε βραδύτερον ο Βασιλεύς αντελήφθη τον Σιμόπουλον φέροντα δύο
πούρα του είπε μειδιών.
— Ώστε φόρο και εις τα πούρα μου ακόμη, κ. Σιμόπουλε.
— Αλλά, Μεγαλειότατε, το έν μου το εχάρισεν ο κ. Στάης.
— Καλέ αφήστε τα αυτά, κ. Σιμόπουλε. Εφορολογήσατε και τα πούρα
μου, προσέθηκεν αστεϊζόμενος ο Βασιλεύς.
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΠΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ
Παν το Ελληνικόν το ηγάπα ιδιαιτέρως ο Βασιλεύς. Ότε κάποτε εις
το Λονδίνον εφιλοξενήθη εις τον οίκον πλουσίας Αγγλίδος η ευγενής
δέσποινα τον ωδήγησεν εις το θερμοκήπιον όπου υπήρχον μερικά
ωραία τριαντάφυλλα.
— Είδατε τι ωραία τριαντάφυλλα, Μεγαλειότατες ηρώτησε με κάποιαν
φιλαρέσκειαν η κυρία.
— Αυτά δεν είνε τίποτε. Να ιδήτε τα ιδικά μου εις το Τατόι θα
εκπλαγήτε.
ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
Ότε μίαν φοράν κατά την ημέραν του Πάσχα μετέβη κατά το
επικρατήσαν έθιμον εις τους στρατώνας, ομογενείς τινές εκ του
εξωτερικού παριστάμενοι εκεί εδάκρυσαν και εζητωκραύγασαν
ενθουσιωδώς εξάγοντες τα φέσια των.
Κατά την έξοδόν του εκ των στρατώνων οι ομογενείς εφώναζον.
— Και στη Πόλι, και στη Πόλι, Βασιληά μας.
Και ο Βασιλεύς μειδιών απήντησεν εις τους ομογενείς.
— Θα πάμε και στην Πόλι.
ΕΜΨΥΧΑ ΚΑΙ ΑΨΥΧΑ
Κατά τινα διαμονήν του εν Κερκύρα συνωμίλει με τον τότε
πρωθυπουργόν Θεοτόκην διά τα ωραία άνθη της νήσου.
— Τι ωραία και τι δροσερά που είνε, έλεγεν.
— Ως βλέπετε, Μεγαλειότατε, όλα είνε θαλερά εις την Κέρκυραν
απήντησεν ο κ. Θεοτόκης.
— Α, αυτό το βλέπω! το βλέπω! προσέθηκεν ο Βασιλεύς, έμψυχα και
άψυχα.
Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ
Ο αείμνηστος Βασιλεύς Γεώργιος ενυμφεύθη εν Πετρουπόλει την 27ην
Οκτωβρίου 1867 την μεγάλην Δούκισσαν Όλγαν Βλαδιμηρόβναν θυγατέρα
του μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου αδελφού του Τσάρου Αλεξάνδρου του
Β'.
Ο Βασιλεύς ως προτεστάντης ηκολούθει την ιερουργίαν του
παρεκκλησίου των ανακτόρων ενώ διά την Βασίλισσαν, ορθόδοξον
ούσαν, κατεσκευάσθη έτερον παρεκκλήσιον εντός του οποίου
προσηύχετο.
ΕΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΞ ΛΕΜΠΑΙΝ
Προ πολλών ετών ευρισκόμενος εις τα λουτρά Αιξ Λεμπαίν, διήρχετο
μίαν ημέραν από έν μικρόν καφενείον, ότε είς των υπηρετών τον
πλησιάζει και του λέγει.
— Περάσετε γρήγορα, κύριε. Οι κύριοι σας περιμένουν.
— Τι να με κάμουν; ερωτά περιέργως ο Βασιλεύς.
— Έχουν ανάγκην ενός ατόμου ακόμη. Είνε τρεις και ζητούν
τέταρτον.
Ο Βασιλεύς προχωρήσας ολίγον παρετήρησε πράγματι ότι τρεις κύριοι
εκάθηντο εις μίαν τράπεζαν έτοιμοι να αρχίσουν το παιγνίδι των
και επειδή απουσίαζεν είς φίλος των, παρήγγειλαν εις τον υπηρέτην
να σπεύση να τον καλέση.
Την στιγμήν δε κατά την οποίαν ο υπηρέτης εξήρχετο, δύο έτεροι
κύριοι συνεζήτουν περί του Βασιλέως της Ελλάδος του οποίου η
άφιξις είχε γείνει γνωστή εις την πόλιν.
Ο είς εξ αυτών ιδών τον Βασιλέα διερχόμενον εφώναξε δυνατά.
— Α! Νάτος.
Ο υπηρέτης ακούσας τας λέξεις ταύτας ενόμισεν ότι ο διερχόμενος
ήτο ο τέταρτος τον οποίον ανέμενον οι τρεις εκείνοι θαμώνες και
έσπευσε να τον συναντήση.
Ο Βασιλεύς όχι μόνον δεν ηγανάκτησε διά την ανευλαβή πρόσκλησιν,
αλλά απεναντίας εθεώρησε το επεισόδιον ως αρκετά διασκεδαστικόν
και επλησίασεν.
Όταν δε οι τρεις εκείνοι αναγνωρίσαντες αυτόν, εζήτουν μυρίας
συγγνώμας διά το ακούσιον σφάλμα των.
Ο Βασιλεύς αγαθώτατα και ευθυμώτατα έσπευσε να τους καθησυχάση.
— Μα σας παρακαλώ μη ταράττεσθε, κύριοι. Δεν είνε τίποτε. Δεν
βλέπω εις τι εσφάλατε. Εγώ μάλιστα πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμην
διότι δεν γνωρίζω το παιγνίδι σας.
ΩΣ ΣΥΖΥΓΟΣ
Ως σύζυγος ο Βασιλεύς Γεώργιος δύναται να θεωρηθή πρότυπον. Η
αγάπη του προς την Βασίλισσαν εφάνη μέχρι σημείου αληθινής
λατρείας.
Τας πρώτας ημέρας του γάμου των επειδή ο Βασιλεύς δεν εγνώριζε
την Ρωσσικήν, ούτε η βασίλισσα την Δανικήν η συνεννόησίς των
εγένετο άλλοτε εις Γερμανικήν και άλλοτε εις Γαλλικήν. Αι σχέσεις
των δύο υψηλών συζύγων υπήρξαν πάντοτε εγκαρδιώταται. Έζων μακράν
οιασδήποτε πολιτικής διαμάχης εις την θελκτικήν γαλήνην του
ευτυχούς οίκου των.
Τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής του τας διήρχετο το θέρος εις
την Κέρκυραν και εις τους Πεταλιούς όπου ηρέσκετο να ψαρεύη και
να κυνηγά.
Εις την ανατροφήν των τέκνων του έδιδε μεγίστην προσοχήν εκλέγων
αυτός τους διδασκάλους των και παρακολουθών ο ίδιος την ανατροφήν
και την μόρφωσιν αυτών, δίδων πατρικάς συμβουλάς και εξήταζεν
ενίοτε αυτά εις τα μαθήματά των. Επίσης πολύ ηρέσκετο να λαμβάνη
μέρος εις τα παιγνίδιά των.
Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ
Μετά το φαγητόν του εξήρχετο πάντοτε εις περίπατον. Ότε ήτο νέος
εξήρχετο έφιππος, ηγάπα δε υπερβολικά την ιππασίαν και ήτο
κάλλιστος ιππεύς. Βραδύτερον καθιέρωσε μακρυνάς πεζοπορίας τας
οποίας έκαμνε συνήθως εις την λεωφόρον Κηφισσιάς. Εις τους
περιπάτους του τούτους συνωδεύετο πάντοτε υπό ενός εκ των
υπασπιστών του, συνηθέστερον όμως υπό του Παπαδιαμαντοπούλου,
ηρέσκετο δε να βαδίζη συζητών.
ΜΕ ΦΥΛΑΣΣΟΥΝ ΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ΜΟΥ
— Δεν θα υπάρξη ποτέ Έλλην να με δολοφονήση . . . έλεγε. Το
επίστευε τούτο ακραδάντως. Είχε πεποίθησιν εις την αγάπην του
λαού του, διότι η αγαθότης και η καλωσύνη του ήτο αγαθότης πατρός
προς τέκνα του.
Οσάκις τις εκ των οικείων του τού υπεδείκνυεν ότι δεν έπρεπε να
εξέρχεται μόνος του, ο αγαθός Βασιλεύς απήντα σχεδόν στεροτύπως.
— Δεν έχω ανάγκην κανένα, εν όσω με προστατεύει η αγάπη του λαού
μου. Εμένα με φυλάττουν οι υπήκοοί μου.
Δυστυχώς ευρέθη χειρ στυγερά, η οποία έρριψε νεκρόν τον αγαθόν
Βασιλέα, εις τας ευτυχεστέρας ημέρας του βίου του.
Η ΑΠΟΦΡΑΣ ΗΜΕΡΑ
Ο Βασιλεύς απέφευγε να κάμνη έναρξιν οιασδήποτε εργασίας Τρίτην
ημέραν. Την ημέραν αυτήν την εθεώρει αποφράδα και διά τούτο ούτε
τους υπουργούς ώρκιζε κατά την ημέραν αυτήν. Επίσης απέφευγε και
την Παρασκευήν. Η Τρίτη όμως ημέρα ήτο δι' αυτόν πολύ
αποκρουστική. Ως άνθρωπος είχε τας προλήψεις του. Και ατυχώς αι
προλήψεις του εκείναι απεδείχθησαν λίαν δικαιολογημέναι, διότι ως
γνωστόν Τρίτη ήτο η ημέρα της δολοφονίας του.
ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΥΔΙΑΘΕΤΟΣ
Ολίγας στιγμάς αθυμίας και αδιαθεσίας εγνώρισεν η Α. Μ. ο
Βασιλεύς. Συνήθως ήτο ευδιάθετος και λίαν διαχυτικός εις τους
περί αυτόν. Εις τας κατ' ιδίαν συναναστροφάς αυτού ηρέσκετο
πάντοτε να πειράζη τους περί αυτόν με αθώα πειράγματα. Τα
καλαμπούρια του ήσαν από τα ευφυέστερα. Η τοιαύτη ευδιαθεσία του
ωφείλετο κυρίως εις την λιτότητα και εις την τάξιν του βίου του.
Ηγείρετο πρωί και δη εις ωρισμένην ώραν και κατεκλίνετο ενωρίς,
εις ωρισμένην επίσης ώραν. Ουδέποτε παρέμενεν άυπνος πέραν της
11ης εκτός αν εξαιρετικαί περιστάσεις του επέβαλον την θυσίαν
αυτήν.
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙΟΝ
Ο Βασιλεύς ήτο δεινός και μανιώδης κυνηγός. Εκυνήγα πάντοτε εις
το δάσος του Τατοΐου και εξέλεγε τους κυνηγούς του οι οποίοι ήσαν
εκ των καλλιτέρων σκοπευτών.
Κάποτε κυνηγών συνηντήθη με ένα πολίτην δεινόν επίσης κυνηγόν,
ώστις εκείνην την στιγμήν εσκόπευσεν εις τα ύψη και εφόνευσε δύο
τρυγόνια. Ο Βασιλεύς τον επλησίασε του επήρε το όνομά του και την
επομένην τον εκάλεσε διά να τον καταστήση κυνηγόν των ανακτόρων.
Ο κυνηγός ούτος εκαλείτο Σωτήρχος, παρέμεινε δε επί πολλά έτη εις
την υπηρεσίαν των ανακτόρων.
ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΛΙ
Όταν περιώδευεν εις τα μέρη της Θεσσαλίας, ένα ξένο αδέσποτο
σκυλί, ήλθε και εκάθησεν εις τα πόδια του. Ένας μοναχός τότε
έσπευσε να διώξη το σκυλί, αλλ' εκείνο επανήλθε μετ' ολίγον και
εκάθησεν εις τα πόδια του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς ιδών την
εξαιρετικήν αυτήν αγάπην του σκυλιού, το επήρε μαζύ του και το
είχε πάντοτε πλησίον του και εις αυτά ακόμη τα ταξείδια του ανά
την Ευρώπην.
Όταν το σκυλί απέθανεν ο Βασιλεύς επί πολλάς ημέρας ήτο
μελαγχολικός, τόση δε ήτο η αγάπη του προς το τετράποδον αυτό
ζώον, ώστε εις το γραφείον του είχεν αναρτήσει την εικόνα του.
ΕΝ ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΝ
Εις μίαν περιοδείαν του ανά την Πελοπόννησον με τον μακαρίτην τον
Δηλιγιάννην εκλήθη εις γεύμα.
Όταν ήλθεν η ώρα του γεύματος ο Δηλιγιάννης απουσίαζε και έφθασε
την στιγμήν που ο Βασιλεύς και οι πρίγκηπες ητοιμάζοντο να
καθίσωσιν εις την τράπεζαν.
Ο Βασιλεύς αποτεινόμενος τότε προς τον πρωθυπουργόν λέγει.
— Παρ' ολίγον να σας περιμένωμεν, κύριε Πρόεδρε.
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
Περιοδεύων κάποτε εις μίαν επαρχιακήν πόλιν της Πελοποννήσου
εκλήθη να παραστή εις τον χορόν ο οποίος θα εγένετο εις την
Κεντρικήν πλατείαν της πόλεως προς τιμήν του. Μεταξύ των γυναικών
που εχόρευον ο Βασιλεύς παρετήρησε και μίαν νεαράν μαυροφόραν, η
οποία έσυρε τον χορόν με πολλήν χάριν. Όταν ετελείωσεν ο χορός ο
Βασιλεύς πλησιάσας την μελανειμονούσαν γυναίκα την ηρώτησε.
— Διατί πενθείτε;
— Έχασα τον αδελφόν μου, Μεγαλειότατε.
— Μα τότε διατί χορεύετε;
— Εσκοτώθη για την πατρίδα εις τον πόλεμον, Μεγαλειότατε, και
διά τούτο ο θάνατός του μάλλον χαράν παρά λύπην μας προξενεί.
Ο Βασιλεύς ακούσας τους υπερηφάνους εκείνους λόγους εδάκρυσεν εκ
συγκινήσεως.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς επεσκέφθη το νοσοκομείον «Ευαγγελισμός»
συνοδευόμενος υπό του πρίγκηπος Γεωργίου.
Ένας γέρων πτωχός ονόματι Αντωνάκος αντιληφθείς την είσοδον του
Βασιλέως εις το Νοσοκομείον, έσπευσε να καταλάβη θέσιν προ της
θύρας αυτού διά να αναμείνη την έξοδον του Βασιλέως. Έφερεν ανά
χείρας και μίαν αναφοράν διά να την δώση ιδιοχείρως.
Μετ' ολίγον ο Βασιλεύς και ο πρίγκηψ ενεφανίσθησαν κατερχόμενοι
την κλίμακα του καταστήματος.
Ο Αντωνάκος πλησιάσας τότε και αποκαλυφθείς λέγει.
— Μεγαλειότατε και πολυχρονημένε, Βασιληά μου, χαίρε.
— Τι θέλεις, είπεν ο Βασιλεύς.
— Έχω παιδί στην φυλακή και είνε προστάτης της οικογενείας μου.
— Πώς ονομάζεται; τον διακόπτει και πάλιν ο Βασιλεύς.
— Παναγιώτης Αντωνάκος εκ Σύμης.
Ο πρίγκηψ λαβών σημείωσιν του ονόματός του ανέλαβε την επομένην
ν' αποστείλη εις τον Αντωνάκον κατά διαταγήν του πατρός
τριακοσίας δραχμάς. Μετά δύο μήνας ο υιός του Αντωνάκου
απεφυλακίσθη δοθείσης εις αυτόν Βασιλικής χάριτος.
ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ
Εις την Κέρκυραν κάποτε ο Βασιλεύς συνηντήθη καθ' οδόν με μίαν
πτωχήν χήραν η οποία εκράτει έν αρνάκι.
— Το πουλείς, κυρά μου;
— Το πουλώ, Βασιληά μου.
Ο Βασιλεύς ηγόρασε το αρνάκι αντί μιας αγγλικής λίρας.
Την επομένην εις το μέρος εκείνο είχον παραταχθή όλαι αι γυναίκες
του χωρίου κρατούντες ανά έν μικρόν αρνάκι.
Ο Βασιλεύς επιστρέφων και ιδών το θέαμα εκείνο ανελύθη εις
πλατύτατον γέλωτα διότι ηννόησε τι είχε συμβή.
Η χήρα είχε διαλαλήσει το γεγονός και αι γυναίκες έσπευσαν με τα
αρνάκια ωσάν να επρόκειτο ο Βασιλεύς να ιδρύση ποίμνιον.
Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΤΟΥ.
Ο εκλιπών βασιλεύς ετίμα πολύ και υπελήπτετο τους παιδαγωγούς και
τους διδασκάλους των τέκνων του.
Ότε απέθανε κάποτε μία Αγγλίς παιδαγωγός την οποίαν επί πολλά έτη
είχεν εις την υπηρεσίαν του, ο Βασιλεύς τοσούτον ελυπήθη ώστε
παρέστη εις την κηδείαν και μετά την ακολουθίαν ανέλαβε και αυτός
και οι υιοί του να βαστάσωσι το φέρετρον τιμής ένεκεν.
Η ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΗΓΑΠΑ.
Αι Πάτραι ήσαν μία από τας πόλεις εκείνας τας οποίας ελάτρευε
πράγματι η εκλιπούσα Μεγαλειότης, όπως εξαιρετικώς ηγαπάτο από
αυτήν.
Οσάκις του εδίδετο η παραμικρά ευκαιρία έπρεπε να διέλθη εκείθεν.
Όταν μετέβαινεν εις την Ευρώπην ή όταν επέστρεφεν εξ αυτής έπρεπε
να διέλθη εκ Πατρών όπου ενθουσιώδεις υποδοχαί του εγίνοντο
πάντοτε.
Ο ΦΛΥΑΡΟΣ ΓΕΡΩΝ.
Κάποτε ένας ανώτερος υπάλληλος του ελεκτικού συνεδρίου αρκετά
γέρων, ετόλμησε να παρουσιασθή ενώπιον του άνακτος και να του
υποβάλη τας γνώμας αυτού επί της καταστάσεως της πολιτικής
εννοείται, ήτις την έποχήν εκείνην διετέλει εν ανωμαλία.
Αφού ο γέρων ανέπτυξεν εις τον Βασιλέα επί πολλήν ώραν τας γνώμας
του, εν τέλει ετόνισε τα εξής:
— Δράσιν, μεγαλειότατε, αναμένει παρ' ημών ο Ελληνικός λαός.
Και ο Βασιλεύς γελών απήντησε.
— Μα τότε να δράσω με σένα.
Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ.
Ο αείμνηστος Βασιλεύς οσάκις μετέβαινεν εις τας Πάτρας ήτο
ενθουσιώδης διά τας υποδοχάς που του εγίνοντο εις την πόλιν
εκείνην.
Όταν απεφάσιζε να παραμείνη εις την πόλιν ταύτην, έκαμε συχνά
περιπάτους εις διάφορα μέρη αυτής.
Οι Πατρινοί έσπευδον όπισθέν του κατά χιλιάδας. Η χαρά του
εξεδηλούτο τότε ζωηροτάτη, διότι έβλεπε πράγματι οπόσην αγάπην
έτρεφεν εις το πρόσωπόν του ο Ελληνικός λαός.
Η ΔΙΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΑΤΡΑΣ.
Ο Βασιλεύς οσάκις μετέβαινεν εις τας Πάτρας παρέμενεν εις τον
οίκον του προύχοντος της πόλεως εκείνης Φραγκοπούλου. Η οικία
αύτη ευρίσκετο επί της παραλίας.
Εις την θέσιν «υψηλά Αλώνια» είχεν ο Βασιλεύς ένα θαυμάσιον κήπον
ιδικόν του τον οποίον επεσκέπτετο κάθε απόγευμα συναποκομίζων εξ
αυτού τας δροσερωτέρας και ευχρωμοτέρας ανθοδέσμας.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ
Ευθύς ως αφίχθη εις την Ελλάδα την νέαν του Πατρίδα δεκαπενταετής
περίπου, πρώτη του φροντίς ήτο να εκμάθη την γλώσσαν των υπηκόων
του. Πρώτος διδάσκαλος του ήτο ο καθηγητής της Ελληνικής
Κουμανούδης.
Μεταξύ των βιβλίων τα οποία του προσεκόμιζε καθ' εκάστην ο
αείμνηστος Κουμανούδης του προσέφερε κάποτε και μίαν γεωγραφίαν
με χάρτας και στατιστικάς.
Όταν είδε το βιβλίον εκείνο ο Βασιλεύς σπεύδει αμέσως εις τον
θάλαμόν του και αφού έψαξε καλά τα βιβλία του που είχεν από την
Δανίαν, ανεύρε μίαν Γεωγραφίαν του Δημοτικού σχολείου Δανιστί
γεγραμμένην την οποίαν αφού εκόμισε προς τον διδάσκαλόν του τού
λέγει.
— Ιδού λοιπόν. Το βιβλίον αυτό που μου εφέρατε το έχω διδαχθή.
Είνε ολίγον μικρότερον από το ιδικόν σας αλλά τα λέγει όλα εν
συντομία. Είνε τα ίδια και επομένως εγώ τα ξέρω νεράκι.
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΓΙΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΑΡΧΟΣ
Ότε μετέβη ποτέ εις το Ναύπλιον και εξήλθεν εις περίπατον, τον
επλησίασεν ένας χωρικός ο οποίος του λέγει.
— Μεγαλειότατε, οι πολιτικοί μας είνε όλοι ψεύτες. Μας λένε
χρόνια τώρα πως θα μας φέρουνε νερό, αλλά δεν μας φέρνουνε. Μας
λένε πως θα μας ξηράνουν τα έλη αλλά τίποτε.
Ο Βασιλεύς στραφείς του λέγει μειδιών.
— Κάμετέ με εμένα δήμαρχο, να σας τα φτιάσω όλα.
Ο χωρικός όμως λίαν ευφυής άνθρωπος έδωκεν άλλην απάντησιν.
— Αμ' εσένα, Βασιληά μου, σ' έχουμε στα μεγαλείτερα πράγματα,
για να τους κυττάζης αυτουνούς τους . . . .
Και ο χωρικός εκατάπιε μίαν λέξιν και ο καθείς μαντεύει.
Η ΒΑΣΙΛΟΠΑΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Η αγάπη του προς την βασιλόπαιδα Αλεξάνδραν ήτο ανέκφραστος.
Πάντοτε οσάκις εξήρχετο εις τους περιπάτους, ζώσης εννοείται της
Αλεξάνδρας, την συνώδευεν ο ίδιος και την εκαμάρωνε με μυχίαν
υπερηφάνειαν ο αείμνηστος Βασιλεύς ησθάνετο δε μεγάλην
ευχαρίστησιν οσάκις έβλεπε τον κόσμον να ρίπτη βλέμματα θαυμασμού
και λατρείας εις την ούτως αξιολάτρευτον εκείνην βασιλόπαιδα.
Ο ΓΕΡΩ-ΚΕΠΕΝ Ο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ
Εις τα ανάκτορα υπήρχεν ένας γέρων βιβλιοθηκάριος ο γνωστός γέρω-
Κέπεν. Ο Βασιλεύς ο οποίος ηρέσκετο εις το να πειράζη πάντοτε
τους περί αυτόν, τους εσκάρωνε διαφόρων ειδών φάρσες.
Όταν κάποτε ο Κέπεν εισήλθεν εις το ιδιαίτερον γραφείον του
άνακτος παρετήρησεν ότι αι φωτογραφίαι όλαι αι οποίαι ήσαν
εκτεθειμέναι επί του βασιλικού γραφείου είχον παραμορφωθή. Ο
αείμνηστος Βασιλεύς είχε κάμει γένεια και μουστάκια εις όλας τας
εικόνας διά μελάνης.
Ο Κέπεν παρατηρήσας την κατάστασιν αυτήν των φωτογραφιών έμεινεν
εκστατικός, ενώ ο Βασιλεύς κρυμμένος οπίσω από την πόρτα
παρηκολούθει την έκπληξιν του Κέπεν και είχε ξεκαρδισθή στα
γέλοια.
Η ΑΒΡΟΤΗΣ ΤΟΥ
Διηγούνται ότι ο αείμνηστος Βασιλεύς ήτο αβρότατος και λίαν
λεπτός οσάκις συνωμίλει με κυρίας ή δεσποινίδας.
Κάποτε εις τον χορόν των ανακτόρων επλησίασε μίαν ωραιοτάτην
Ατθίδα νεανίδα και συνωμίλει μετ' αυτής επί τινα ώραν.
Εις το διάστημα της ομιλίας η νεάνις έπαιζε με την βεντάγια της,
οπότε εις μίαν στιγμήν εγλύστρησεν αύτη εκ των χειρών της και
έπεσεν.
Η νεάνις τεταραγμένη εκ της παρουσίας του άνακτος δεν έσκυψε διά
να την αναλάβη, εν ώ ο Βασιλεύς ταχύς και ευλύγιστος όπως ήτο
σκύβει την παίρνει και την προσφέρει μετά πολλής ευγενείας εις
την χαριτωμένην Ατθίδα, η οποία είχε γείνει κατέρυθρος από την
ταραχήν της εντροπής.
Έτερον δείγμα της προς τας κυρίας αβρότητος είνε και τούτο.
Διερχόμενος μίαν κεντρικήν λεωφόρον της πόλεως συνηντήθη με
άμαξαν εντός της οποίας επέβαινε κομψή των Αθηνών δέσποινα.
Θελήσας τότε να διέλθη εκ του ενός πεζοδρομίου εις το άλλο ευρέθη
προ της αμάξης και εκινδύνευσε να παρασυρθή.
Αλλά ταχύς και ευλύγιστος όπως ήτο, διέφυγε με μίαν δεξιωτάτην
κίνησιν προς τα εμπρός. Ότε διέφυγε τον κίνδυνον εστράφη προς την
κυρίαν, και ανταπέδωκεν εις αυτήν τον χαιρετισμόν που του έκαμεν
εκείνη, γελαστός και εύθυμος ωσάν να μη του συνέβη τίποτε.
Ο ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΟΦΟΡΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ.
Ότε εγένοντο οι σεισμοί εις την Λοκρίδα, ο Βασιλεύς ηθέλησε να
περιοδεύση τα μέρη της καταστροφής.
Όταν έφθασεν εις την Λάριμναν ο δήμαρχος του τόπου ένας ευσταλής
φουστανελλοφόρος ηθέλησε να παρακολουθήση την βασιλικήν συνοδείαν
ως οδηγός. Εκάθισε λοιπόν πλησίον του άνακτος και ήρχισε
συζήτησιν ζητών πληροφορίας περί της Βασιλικής οικογενείας, και
δίδων εις τον άνακτα πληροφορίας περί της υγείας του και της
υγείας της οικογενείας του.
Ο Βασιλεύς τόσον ηυχαριστείτο εκ της απλοϊκής εκείνης συζητήσεως
του αγαθού χωρικού, ώστε όχι μόνον δεν διέκοπτε την συζήτησιν,
αλλά διαρκώς έδιδεν αφορμήν προς διεξωδικωτέραν τοιαύτην
προσφέρων τσιγαρέτα εις τον δήμαρχον και τοιουτοτρόπως η
ευχάριστος εκείνη συζήτησις εξηκολούθησεν αδιάκοπος μέχρι πέρατος
του ταξειδίου.
ΟΤΑΝ ΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ.
Ευθύς ως ανήλθεν εις τον θρόνον απέτεινε προς τους αντιπροσώπους
του Ελληνικού λαού τους εκλέξαντας αυτόν την εξής προκήρυξιν.
«Ούτε δεξιότητα, ούτε νουν δεδοκιμασμένον φέρω εις υμάς, προσόντα
τοιαύτα να μη προσδοκάτε ως εκ της ηλικίας μου. Αλλ' όμως φέρω
υμίν πεποίθησιν και αφοσίωσιν ειλικρινή μετά βαθείας πίστεως εις
την εν τω μέλλοντι ταυτότητα της Τύχης Μου και Υμών. Υπόσχομαι
Υμίν ν' αφιερώσω την ζωήν μου σύμπασαν υπέρ της ευτυχίας Υμών»
όταν δε ετελείωσεν η τελετή της αποδοχής του Ελληνικού στέμματος,
ήτις εγένετο εις τα ανάκτορα της Κoπεγχάγης, ο πρόεδρος της
Ελληνικής επιτροπής ναύαρχος Κανάρης προσεφώνησε τον νέον
Βασιλέαν λίαν συγκεκινημένος. Τότε ο Βασιλεύς πρωτοείπε το
περίφημον εκείνο η ισχύς μου η αγάπη του λαού Μου.
ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΟΣ ΓΑΜΒΡΟΣ
Ευθύς ως ανέλαβε τον Ελληνικόν θρόνον, ήρχισαν ακατάσχετοι
ενέργειαι διά την αποκατάστασίν του την οικογενειακήν. Πλείσται
ήσαν αι επίδοξαι νύμφαι αι οποίαι του προσεφέρθησαν. Κατ' αρχάς
εψιθυρίσθησαν οι αρραβώνες αυτού μετά της πριγκηπίσσης της
Αγγλίας Λανίζης υπέρ της οποίας είχε ξιφουλκήσει τότε ο
αείμνηστος Τρικούπης, άλλοτε δε εθρυλλείτο ότι θα ετέλει τους
γάμους του μετά της Βέρας νεωτέρας αδελφής της Βασιλίσσης Όλγας
και τέλος εφέρετο ως υποψηφία νύμφη η πριγκήπισσα Αγγάλτ της
γερμανικής δυναστείας.
Εν τέλει όμως το συνοικέσιον απέληξεν υπέρ της Όλγας
Βλαδιμηρόβνας περί ου και αλλαχού γράφομεν.
Η ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΜΦΗΣ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ουδέποτε είχεν ίδει την μέλλουσαν σύζυγόν του
Όλγαν. Διεδίδετο τότε ότι η Όλγα κατ' αρχάς εδίστασε να αποδεχθή
το προταθέν συνοικέσιον.
Ότε όμως συνηντήθη μετά του Βασιλέως τόσον συνεπάθησεν, ώστε πας
δισταγμός εξέλιπεν ευθύς και έσπευσε να συγκατατεθή.
ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΤΙΜΗΣΕΝ Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ Ο Γ'
Ότε το πρώτον μετέβη εις Παρισίους επροξένησε λίαν ευάρεστον
εντύπωσιν διά την διπλωματικήν του ιδιοφυίαν και διά την χάριν
του πνεύματός του. Ο Ναπολέων ο Γ' καίτοι δυσμενώς διακείμενος
προς το Κρητικόν ζήτημα, τω απένειμεν όλως εκτάκτους τιμάς,
παραθέσας προς τιμήν του μεγάλα γεύματα και ανοίξας τον
Κεραμεικόν εις χορούς και πομπώδεις εορτάς.
Το πρώτον ταξείδι του Βασιλέως ανά την Ευρώπην εγένετο τέσσαρα
έτη μετά την εις τον θρόνον ανάρρησίν του.
Κατά το τετραετές τούτο διάστημα ο Βασιλεύς παρέμεινεν εις τον
τόπον τούτον εν μέσω του λαού του, περιοδεύων τας επαρχίας
εκμανθάνων την γλώσσαν και σπουδάζων τον χαρακτήρα και τα ήθη και
έθιμα του λαού του.
Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ
Κατά τας επισήμους τελετάς συνείθιζε πάντοτε να φέρη μεγάλην
στολήν Στρατηγού με μανδύαν μέχρι των ποδών. Η στολή του
πυροβολικού τον έθελγεν ιδιαιτέρως και την έφερε πάντοτε σχεδόν
εις τους μικρούς χορούς των ανακτόρων.
Εις το θέατρον οσάκις μετέβαινεν, έφερε φράκο.
Εις τους περιπάτους του έφερε μικράν στολήν Ναυάρχου, ενίοτε δε
και απλούν σακκάκι ιδιώτου με σκληρόν πίλον. Την στολήν του
Ναυάρχου την έφερε τελευταίως σχεδόν καθημερινώς.
ΑΙ ΩΡΑΙΑΙ ΚΥΡΙΑΙ
Ο «Νέος Ελεύθερος Τύπος» η Αγγλική αύτη εφημερίς αναφέρει μεταξύ
των ανεκδότων του και το εξής:
Ότε επρόκειτο να έλθη εις τας Αθήνας ο Βασιλεύς της Ιταλίας, ο
Βασιλεύς Γεώργιος εκάλεσε τον διευθυντήν της Αστυνομίας και του
είπε:
«Θέλω ο Βασιλεύς της Ιταλίας να λάβη μίαν εντύπωσιν περί της
Ελληνικής ωραιότητος. Διά τούτο να φροντίσετε εις τα μπαλκόνια
την ώρα που θα περνούμε να φαίνωνται όλο ωραίες κυρίες. Η άσχημες
ας κρυφθούν. Ήθελα να εγίνετο μία παρέλασις γυναικείας χάριτος.
Ο διευθυντής όμως της Αστυνομίας του παρετήρησεν ότι αυτό είνε
αδύνατον, διότι όλες αι κυρίες εννοούν να περάσουν για ωραίες.
Και ο Βασιλεύς.
— Έχετε δίκαιον. Αυτό το είχον λησμονήσει.
ΠΩΣ ΕΦΑΙΝΕΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΗΡΙΔΟΣ ΤΟΥ
Ιδού πώς τον είχε περιγράψει ένας από τους εγκριτοτέρους
Αθηναίους λογογράφους κατά την εορτήν της εικοσιπενταετηρίδος
του.
Λιγυρόν ευθυτενές σώμα, ξανθή γραφικωτάτη κεφαλή επί χυτού
λαιμού, βλέμμα αεικίνητον, σπινθηροβολούν, μεγάλοι ξανθοί
μύστακες επιμελώς εστιλβωμένοι, βάδισμα αλματικόν με ελαφράν
ανακίνησιν των ώμων, ιδού ο Βασιλεύς των Ελλήνων εις τα
πεντήκοντα αυτού έτη ακμαίος ακόμη νεάζων ακόμη ακατάβλητος.