διαβολική βουή βουνά θεώρατα τα κύματά της, κ' επάλεβε με τις Τίκλας
τα σιδερένια καταγιάλια. Τα θυμωμένα κύματα, όπως πάντα σε τέτιες
θαλασοταραχές, εμούγκριζαν κ' εξεθύμαιναν τον οργισμένον τον αφρό
τους κάτω στου σπιτιού τα θεμέλια. Φορές φορές, ύστερα από τη βουή
που εκύλαε σπορίζοντας το κάθε κύμα, ενιώθαμε να τραντάζη ολόβολο το
σπίτι κάτου από τα πόδια μας.
Απάνουθε πάλι ο Ταΰγετος εκατέβαζε κύματα τ' ανεμόχολο. Ετάραζαν τα
γιαλιά στα παράθυρα. Εκουφοσφύριζε ο άνεμος στα κλαδιά της μεγάλης
μουριάς. Εβογκούσε κ' εγύρεβε να ξεριζώση τις τζαμόπορτες της
μπασιάς. Δυο τρία κεραμίδια ξεκόλησαν απάνουθε, κ' επλατάγησαν κάτου
στο δρόμο. Μια γλάστρα από την ταράτσα ετινάχτηκε στης αβλής τις
πλάκες. Η στέγη απάνου εχοροπηδούσε σαν τρελή. Η καπνοδόχη εκατέβαζε
ολοένα τον άνεμο. Έπεφτε κάτου, εσκόρπιζε τις στάχτες, ανέμιζε τον
καπνό, τον εστρυφογύριζε μέσα τις κάμαρες, τον ελίχνιζε κ' ετίκλωνε
όλο το σπίτι. Οι φλόγες του λυχναριού ελύγιζαν πέρα δώθε, κ'
εξεχώριζαν σε διπλές γλώσες γλυκοπράσινες.
Η μάνα περίχαρη και γελαστή, — τι μέρα ξημέρωνε αλήθεια! — ανακάτωνε
τα λαλάγκια με ταδράχτι, να ξεροψηθούν. Κόκινη κόκινη, φουντωμένη, με
ροδισμένο το πρόσωπο από τη φωτιά, μας ξάνοιγε μες απ τον καπνό που
σήκωναν οι λιοπυρίνες κ' εχαμογελούσε. Έγερνε, μας έβλεπε με μάτια
πλημυρισμέν' αγάπη· μας εξανάλεγε χαϊδεφτά,
— Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης;
— Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Μου τήνε σπάραξε την καρδιά!
Το μικρό ταδερφάκι ήταν ξεπεταμένο λίγο· μα ήταν και μωρουδάκι ακόμα.
Ήθελε να χαζέβη δώθε κείθε μέσα το σπίτι, και ταφίναμ' ελέφτερο. Σαν
είδε που ξυπνήσαμ' εμείς, του είπε ο άγγελός του εξύπνησε κι αφτό.
Είδε που λείπαμ' εμείς από το στρώμα. Άκουσε και το κακό που γινόταν
έξω. Έβαλε τις φωνές. — Μάνα μάνα· πού &είσατε& μάνα; Επήγε η
ψυχοπαίδα μας, που νάκοβε το πόδι της κάλλιο· τόφερε κι αφτό. Το πήρε
η μάνα, τόσφιξε στην αγκαλιά· «πουλάκι μου!», το φίλησε, τόβαλε στην
ποδιά της. Άρχισε πάλι νανακατώνη με ταδράχτι τα λαλάγκια, να
ξεροψήνωνται. Η ψυχοπαίδα ξεμπρατσαλωμένη ως τον άγκωνα, έπλαθε
μασούρια το ζυμάρι στην πινακωτή. Ύστερα έπιανε τις άκρες, τα
δίπλωνε, τους έδινε διάφορα σχήματα, τα βύθιζε μες τ' αναβραστό το
λάδι. Το μικρό την έβλεπε μανοιχτά μάτια την ψυχοπαίδα, να βυθίζη στο
τηγάνι τα ωμά τα λαλάγκια, σα φείδια κουλουριασμένα κι άλλα σα
σταβρουλάκια διπλά. Κάτι του φαινόταν ποιος ξέρει.
Η μάνα προσηλωμένη στ' ανακάτωμα, ούτε που τόβλεπε το παιδί στην
ποδιά της. Άξαφνα φωνές, κακό· Παναγιά μου! τρομάρα μου! Χριστούλη
μου! ξεφωνητά, ανακατοσούρα. Τα χάσαμ' εμείς τα παιδιά. Τρόμαξε κι ο
πατέρας, πήδησε από το κρεβάτι· έτρεξε στη φωτογωνιά λαφιασμένος,
δίχως παντούφλες.
Το μικρό ταδερφάκι, εκατάλαβες, ήθελε να δοκιμάση το μωρό γιατί τάχα
η ψυχοπαίδα εβύθιζε τα χέρια στο τηγάνι. Έδοσε μια, πριν το προφτάση
η μάνα· άπλωσε απ την ποδιά της, εβύθισε το κατατρυφερό χεράκι του
στ' ολόκαφτο το λάδι, που σίδερο νάταν θα τόψηνε.
Για τούτο κάθε χρόνο αποτότε, τη νύχτα της παραμονής, μέσα στη μεγάλη
μας χαρά που τέτια μέρα ξημερώνει, θυμόμαστε κ' εκείνη τη βραδιά. Κι
αν την ξεχάσουμε κανείς, μα της μανούλας η καρδιά δε λησμονά, τέτιες
λαχτάρες. Χαδέβει ταλαφρά σημάδια της φωτιάς σταγαπημένο χέρι του
λεβέντη της, και μας θυμίζει πάντα·
— Τι βραδιά κ' εκείνη, Χριστούλη μου! Μου την έσκισε την καρδιά!
Δόξα νάχης που μου το φύλαξες!..
[1894].
Ο Ν Α Ο Σ Τ Η Σ Γ Ι Α Ν Ο Υ Λ Α Σ
Ανάμεσα στο λόγκο, πέρ' από το ρέμα, αγνάντια στο βουναράκι, ξέμακρ'
από το χωριό, διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια, του κόσμου,
κυνηγημένη από τω χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι
απομόναχη, ανάφεντη κι απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως
κανένα παραθάρι και συμπάθεια παραμικρή, λησμονημένη από τους εδικούς
της, ξεγραμένη από της ζωής το βιβλίο, — αφού εξεγράφτηκε κι απ το
βιβλίο της τιμής. — σέρνει στο μοναξό της καταφύγι τη μισητή ζωή της
η Γιανούλα.
Πυκνές πεντάπυκνες βλάστησες γύρω στο λογκαράκι, και δροσερές
ολόδροσες πρασινάδες και χλωρασιές, κρύβουν με ένοχην προσπάθεια και
φροντίδα στα χλοερά βάθη τους το εκλησιδάκι το αλειτούργητο· που
πνίγει μέσα του τα τρελά παιγνίδια και ταγκαλιάσματα τακόλαστα, τα
καφτερά φιλιά και ταναστενάγματα τα παράφορα, τα ερωτικά ορχητά και
τα σαρκικά ξεφαντώματα της νέας χωριανής Αφροδίτης. Αφροδίτης στη
λύσα μόνο του ολόθερμου φιλιού, στη μανία του φλογερού, του ολόκαφτου
της σάρκας έρωτα· στης λαγνείας τη φλόγα, στα ολόγυμνα όργια, στον
ακράτητον του πόθου αγώνα, στην κούρασην τη νεβροκαταλύτρα και την
ηδονική αποκάρωση. Όχι στην ομορφιά· στα πλαστικά κάλλη όχι. Όχι στο
εβγενικό φέρσιμο· στους τρόπους τους γλυκούς ούτε. Όχι με ναούς
λατρείας σε κάθε άκρη και γωνιά· με πλούσια θυμιάματα ούτε. Ούτε μ'
αξετίμητα δώρα, με σκλάβους της ομορφιάς της αναρίθμητους,
μαγαπητικούς διαλεχτούς, με χρυσοποίκιλτες κι αργυροκέντητες
παστάδες, με αρώματα μεθυστικά μες τα φανταχτερά δώματα. Με ένα μόνο
φτωχοκλησιδάκι μες το λόγκο ρείπιο κι ανεβλόγητο, που τόχε τάμα
κάποιος χριστιανός και τόχτισε, μα δεν εδιάβηκε Δεσπότης να ταγιάση·
με λίγα ψιλά από τη δεκαμερία του Κόλια του χωροφύλακα σήμερα· με το
διάφορο μιας λαγίνας του Βασίλη του καμιναρά από την Κορώνη άβριο·
ξερωγωποιού μεθάβριο· με μια ποντικοφαγωμένη βρώμικη παλιόψαθα στην
άκρη στο ρημοκλησάκι εκεί, στρωμένη σε μιαν αγκωνή μπροστά στο ιερό,
απάνω στα χαλίκια· με του αγνού στις συνήθιες και τα αισθήματα χωριού
της τη φριχτήν κατακραγή και τάφτονα πυκνά μαλιά της τα τετράξανθα,
που χύνονται ανεμιστά κι αξάγκλεγα στις πλάτες πίσω τις σφιχτές, κι
ορμούν ολόχρυσες δεντρογαλιές στις αντζακλείδες κάτω, μοναδικό
στολίδι και καμάρι της, και μια φορά, έχουν να ειπούν οι τίμιες
χωριανές, θενά τα δέση πλεχταριάν ολόχοντρη, γερή, να σφίξη τον
αμαρτωλό λαιμό της.
Και σέρνει έτσι τη ζωή της η Γιανούλα την ακόλαστη και μισητή,
διωγμένη από την πικρήν καταφρόνια του κόσμου, κυνηγημένη από τω
χωριανών της τη μάβρη κατακραγή, έρημη κι απομόναχη, ανάφεντη κι
απροστάτεφτη, δίχως παρηγοριά κ' ελπίδα, δίχως καμιά συμπάθεια και
παραθάρι παραμικρό, λησμονημένη από τους εδικούς της, ξεγραμένη απ το
βιβλίο της ζωής, — αφού εξεγράφτηκε κι απ της τιμής το βιβλίο, — πέρ'
από το ρέμα, στο βουναράκι αγνάντια, ανάμεσα στο λόγκο, στο
εκλησιδάκι μέσα, ξέμακρ' απ το χωριό.
[1894].
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ.
Ο Αρχιφύλακας 7
Το Μακελιό 23
Η αγάπη του φονιά 31
Ο Βρυκόλακας 39
Η Περμαντόνα 49
Το Σφαχτό 66
Αντρογυνοχωρίστρα 76
Χιονοπόλεμος 84
Θαλασινές γραφές 89
Το Σελάχι 103
Ο Τεμπέλης 109
Τα Λαλάγκια 112
Ο Ναός της Γιανούλας 116
ΑΡΓΟΤΕΡΑ:
ΦΡΕΣΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΤΙΜΗ
Εσωτερικού δραχ. 2.50
Εξωτερικού φρ. χρ. 2.50
Τυπογραφείο της Εστίας, Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη — 1790