Produced by Sophia Canoni
Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have
been transferred at the end of the book (as endnotes). The tonic
system has been changed from polytonic to monotonic. Certain
corrections have been included in [], while certain words in
italics in underscores.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό σύστημα
έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Μερικές διορθώσεις έχουν
συμεριληφθεί σε [], ενώ μερικές λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες σε _.
Η ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ.
Ή
Η ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ.
ΚΩΜΩΔΙΑ
Εις πέντε πράξεις.
Συγγραφείσα
ΥΠΟ
Δ. Κ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.
Έκδοσις ενδεκάτη.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Π. Β. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ (Οδός Πραξιτέλους Αριθμός.)
1 8 7 6.
Η ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ.
Ή
Η ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ.
ΚΩΜΩΔΙΑ
Εις πέντε πράξεις.
Συγγραφείσα
ΥΠΟ
Δ. Κ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ.
Έκδοσις ενδεκάτη.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Π. Β. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ
(Οδός Πραξιτέλους Αριθμός.)
1 8 7 6.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ.
Ανατολίτης.
Πελοποννήσιος.
Χίος.
Κρης.
Κύπριος.
Αλβανός.
Λογιώτατος.
Ξενοδόχος.
Χίος.
Αστυνόμος Επτανήσιος.
Γραμματεύς της Αστυνομίας.
Στρατιώται της Αστυνομίας.
Κανέλλα, ερωμένη του Κρητός.
Γαρούφω, γραία τροφός της Καννέλας.
Ιατρός αμαθής.
Η Σκηνή παρίσταται εις Ναύπλιον.
ΠΡΑΞΙΣ Α'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
(Ξενοδοχείον όπου εισέρχονται εν τη Σκηνή)
Ανατολίτης και ο Ξενοδόχος.
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν). Λοκάντα, λοκάντα λεάνε, άκουγα, άμα τι πράγμα
είναι ντεν ήξευρα.... πρώτη βολά γλέπω — εντώ πέρα ούλο αλά φράγκα
είναι ψιλολογιά κομμένα — υ σουφράδες, τζανάκια, τζομπλέκια, ποτήρια!
ούλα σειρά είναι δουζδιζμένα {1} — άμμα φαγιά, τίποτα — τσιμπούκια όχι
— καφφέ μαφφέ, όχι — γιατάκι τίποτε — μαξιλάρια φιλάν φαλάν, ντεν έχει
— αμέ σα μετύση κανένας πού τα ιξαπλωτεί για; — άιδε μπακαλούμ {2}. —
τώρα πγια μπήκα που μπήκα — αρτίκ ντροπής είναι να γυρίσω πίσου —
γένηκε το γένηκε — κανένα ντε γλέπω — πιόνα να φωνάξω για; (φωνάζει)
έι — Λοκάντατζγι — ε Λοκάντατζη — έι ύστερα; δεν ακούγει — ν' άμπη και
κανένας να ικλέψη ούλα αυτά, κανένας δεν γλέπει — (φωνάζει) έι
Λοκάντατζη — λαιμός μου ιξεσκίστηκε άνταμ! {3}.
ΞΕΝ. Καλέ σεις! ποιος μιλά μέσα; εν ακούτενε; ίντα θέτενε να σας χαρώ;
ΑΝΑΤ. Άνταμ! τρεις ώραις είναι φωνάζω, φωνάζω, κανένας ντεν
ακούγει....
ΞΕΝ. Κι' ίντα θέτενε;
ΑΝΑΤ. Εντώ πέρα τι είναι;
ΞΕΝ. Λοκάντα.
ΑΝΑΤ. Έι! εντώ πέρα απ' ούλα είναι, άμμα φαγιά ντε γλέπω· τι τρώνε
εντώ για;
ΞΕΝ. Είστε κι' άλλη βολά φερμένος άματις σε λοκάντα;
ΑΝΑΤ. Όχι.
ΞΕΝ. Δίκι' όχετεν άματις — κι' ε γλέπετεν την λίστα;
ΑΝΑΤ. Τι τα πη λίστα;
ΞΕΝ. (Τω δίδει τον κατάλογον των φαγητών) ορίστε· εδώναι γραμμένα τα
φαγιά που ούχουμεν.
ΑΝΑΤ. Αυτά είναι γραμμένα φιράγκικα — εγώ ντε μπορώ ντιαβάσω.
ΞΕΝ. Ρωμαίικα ναι γραμμένα, μόν' εσείς εν τα βγάνετεν θέτενε να σας τα
διαβάσω;
ΑΝΑΤ. Ναι, τζάνουμ {4} ντιάβαστο ν' ακούσω.
ΞΕΝ. Βραστό βουδινό.
ΑΝΑΤ. Εγώ άρρωστο ντεν είμαι, ντε τέλω.
ΞΕΝ. Εντράδα, κιοφτέδες, γουβορλάκια, ντολμάδες, γιαχνί μακαρόνια,
ατζέμ πιλάφι.
ΑΝΑΤ. Α ιστέ {5}. τούτο είναι καλό φαΐ· κατάλαβα αρτίκ {6}, κατάλαβα —
φτάνει σε πγια — ό,τι υρέψει κανένας τον εφέρνεις;
ΞΕΝ. Και του πολιού το γάλας να γυρέψη φέρνω το.
ΑΝΑΤ. Άφεριμ, άφεριμ {7} κι' εγώ ετούτο τέλω — · τζάνουμ, όνομά σου
πώς το λένε;
Ξεν. Μπαστιάς δούλος σας
ΑΝΑΤ. Να ζήσης τζάνουμ μισέ Μπαστιά, παστουρμά {8} καϊσερλίδικο έχεις;
ΞΕΝ. Έχω να σας χαρώ, κι' αφ' το φίνο....
ΑΝΑΤ. Εμένα φκιάσε με παστουρμά με τ' αυγά, κρομύδι μπόλικο, πιπέρι
μιπέρι. εσύ ξέρεις πλια, καρδιά μου εκείνο ύρεψε ζέρεμ. {9}
ΞΕΝ. Ένοια σαι, να σας χαρώ. και σας το φτιάνω κατά πως θέτενε και
καλήτερα.. καθήστεν τώρη.
ΣΚΗΝΗ Β'.
Πελοποννήσιος και ο Ανατολίτης.
ΠΕΛ. (Εισέρχεται και χαιρετά τον Ανατολίτην) ώραν καλή της αφεντιά
σας.
ΑΝΑΤ. Καλώς το, καλώς το — κάτζαι.
ΠΕΛ. Έχετε την εφημερίς;
ΑΝΑΤ. Φημερίδα τέλεις;
ΠΕΛ. Νέσκαι — την εφημερίς της Ελλάς.
ΑΝΑΤ. Κύταξ' εκεί πέρα, τραπέζι απάνω κάτι χαρτί είναι — σακίν να μην
ήναι εφημερίδα;
ΠΕΛ. Μάλιστα — (λαμβάνων από μίαν τράπεζαν την εφημερίδα, αναγνώσκει
καθ' εαυτόν).
ΑΝΑΤ. Έι ύστερα; εσύ μονάχο σου ντιαβάζεις μονάχο σου ακούς — ντε λες
κι' εμένα; κανένα χαβαντήσι {10}, γράφει εφημερίδα;
ΠΕΛ. Τέλος πάντων οι βασιλειάδες αποφασίσανε να λευτερώσουνε την Ελλάς
— πάει — τον ξωρκίσανε πγια τον μαγκούφι το Μπραΐμη.
ΑΝΑΤ. Έτσι γράφει φημερίδα; για να δγιω. (παρατηρεί την εφημερίδα
χωρίς να την αναγνώση) έι αρτίκ ιψέματα σώτηκε πγια — λευτεριά ήρτε.
ΣΚΗΝΗ Β'.
Χίος, Κρης, Αλβανός, Λογιότατος, Κύπριος, (εισέρχονται όλοι ομού.)
ΧΙΟΣ. Καλέ σεις μάθετεν τα μαντάτα; ήκαψαν την αμάδα του Μπραΐμη στο
Νιόκαστρο...
ΑΝΑΤ. Ποιος έκαψε; αλήτεια;
ΧΙΟΣ. Κ' έ γλέπετεν τα τζάγκιά μου {11} π' ούν όλο λάσπες π' ούτρεχα να
μάθω; ε σας χορατεύω, να χαρώ την τζάτζα μου.
ΠΕΛ. Ναίσκε, τα σωστά λέγει· είναι — να, το γράφει και στην εφημερίς.
ΛΟΓ. (Λαμβάνων την εφημερίδα εις χείρας) νέαι τινές αγγελίαι
γεγράφονται.
ΠΕΛ. Νέαι, και νέαι — πάγει ο Μπραΐμης πίσω τον ήλιο.
ΛΟΓ. Πώς δε; ηλευθέρωτε Ελλάς;
ΑΝΑΤ. Ιστέ μόσκοβο, φραντζέζο, εγκλέζο, έκαψε καράβια Ιμπραΐμ πασσά,
βέρσελαμ {12}, ντε ντιαβάζεις φημερίδα : εσύ είσαι Λογιώτατο.
ΛΟΓ. Οι στόλοι των δυνάμεων;
ΑΝΑΤ. Τί λες, άνταμ, κύριε των δυνάμεω; σαρακοστή ακόμη ντεν ήρτε.
ΑΛΒ. Πρα τι χαμπέρι ορέ;
ΑΝΝΑΤ. Καινούργια χαβαντήσια.
ΑΝΑΤ. Πλιάτζικα {13} ορέ;
ΑΝΑΤ. Πλάτζα μάτζκα ντε είναι· μόσκοβο άνταμ φραντζέζο, εγκλέζο, έκαψε
καράβια Ιμπραΐμ πασσά — άκουσες τώρα;
ΑΛΒ. Πρα, πού να το κάψης το καράβγιες; στο Κότρο;
ΑΝΑΤ. Τι τα πη κότρο;
ΧΙΟΣ. Στην Κόρθο άματις θε να πη — όσκαι, στο Νιόκαστρο.
ΚΡΗΣ. Έμαθα το δα κι' εγώ· πούρι δεδίμ.
ΧΙΟΣ. Εμαθετέν το κι' εσείς;(προς τους άλλους)γλέπετεν; ε σας ήλεγα
γώ, κ' έμου πιστεύετεν; τώρη πλια πρέπει να ξεφαντώσουμεν.!
ΠΕΛ. Τώρα ναι, χρειάζεται να κάμουμε ένα γλέττι.
ΑΝΑΤ. Τι; τζουμπούσι; άιντεν τε!!! άμμα να κάτζουμε όλοι σ' ένα
σουφρά.
ΧΙΟΣ. Ναίσκε όλοι να κάμωμεν μίαν παρέγια με το ρεφενέ μας. {14}.
ΛΟΓ. Και δη ευθημητέον σήμερον, και πανηγυριστέον την της Ελλάδος
παλιγγενεσίαν καγώ μεθ υμών.
ΑΝΑΤ. Κάτησε κι' εσύ μαζύ μας σουφρά {15}. Λογιώτατε.
ΛΟΓ. Έγωγε.
ΑΝΑΤ. Τζάνουμ, Λογιώτατε μπαμπά σου {16}. γλώσσα γιατί ντε μιλάς;
ΛΟΓ. Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη.
ΑΝΑΤ. Εγώ χρη μη, γόνω μόνω, ντε ξέρω, γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα έριφ;
ΛΟΓ. Ταύτην γαρ και μεμάθηκα.
ΑΝΑΤ. Ώρσε κι άλλο!!! εγώ λέω. γιατί ντε μιλάς ρωμαίικα, εκείνο με
λέει μεμανάτηκα πανάτηκα — αν μπορής κατάλαβε πγια.
ΧΙΟΣ. Καλέ, ίντα θα κάμουμεν τώρη; εν καθούμεστεν πλια;
ΑΛΒ. Πώς να το κάνης αδαλέτι {17} μαζή ορέ.
ΑΝΑΤ. Ναι, ούλοι σ' ένα σουφρά να κάτζουμαι τζάνουμ.
ΑΛΒ. Χα, χα, χα, καλό είναι έτζι, ορέ.
ΚΥΠ. Σα θα κάτζουσιν ούλοι τούτοι να φάσιν τρώω κ' εώ. Να διαβάσουμεν
τώρη τη λίστα, να δγιούμεν ίντα φαγιά μας έχει — Λογιώτατε, διαβάστε
την εσείς τη λίστα· (τω δίδει τον κατάλογον), (αναγινώσκει) σούπαν από
κολοκύνθια, βραστόν βούδινον, εντράδαν, κιοφτέδας, δολμάδας, — (αφίνει
τον κατάλογον) ταύτα τουρκιστί εγέγραφα, το άπερ δη και ιλιγγιά με
αναγινώσκοντα (προς τον Κύπριον) ανάγνωθι ουν συ Κύπριε.
ΚΥΠ. (αναγινώσκει) Πουρέκιν, κεπάππιν, καταΐφιν, ψωμίν, κρασίν, τυρίν,
ψάριν ψητό, ψάριν βραστό, φρούττα, και ποκλαβάτην.
ΑΝΑΤ. Άνταμ. μπακλαβά πες το — (προς τον ξενοδόχον) άμε ντικό μου
παστουρμά;
ΞΕΝ. Ότοιμος είναι να σας χαρώ
ΑΛΒ. (προς τον Ξενοδόχον). Πρα, ορέ Λοκάντα.. πω, εσύ ορέ, Λοκάντα,
προτζέσι ορέ, δεν έχει;
ΞΕΝ. Ίντ' αν αυτό το προτζέσι;
ΑΛΒ. Πρα να το πέρνης συ ορέ σικότι, να το βάνης ς' το κιομλέκι {18} να
το ρίχνης και πολύ πολύ σκοδάρι πρα να το τρίβης μέσα, και ψύχα ψύχα
κουραμάνα {19} να το κάνης αδαλέτι.
ΞΕΝ. Θέτεν το άματις να σας το φτιάξω;
ΑΛΒ. Πρα να το ζήσης ορέ — χα χα χα, να το φκιάνης, πω κι' εγώ να το
πληρώνης ούλα βενετίκες.
ΞΕΝ. Οχουνούς {20} σας το φιτάνω (καθ' εαυτόν) ούργιος {21} είν' και
τούτος στην πίστι μου.
ΛΟΓ. Άξον δε καμοί πλακούντα, τον και μάκαρες ποθέουσιν.
ΑΝΑΤ. (προς τον Ξενοδόχον) Μισέ Μπαστιά — έλα — έλα — Λογιώτατο
μακαρόνια τέλει.
ΛΟΓ. Ουχί, αλλά πλακούντα και είρηκα τον και μάκαρες..
ΑΝΑΤ. Ιστέ μακαρόνια, για εσύ καμήλα είσαι να φας χαμούρι {22} άνταμ;
ντεν τρως ντολμά σαν το γρόντο μου, κιοφτέ σαν το παπούτζι μου, μόνε
μακαρόνια ύρεψες.
ΛΟΓ. Ουκ έγνωκας.
ΑΝΑΤ. Έγνωκας μέγνωκας ντεν έχει αρτίκ' εσύ καλό φαΐ ποιο είναι ντε
ξέρεις (προς τον Ξενοδ.) μισέ (καθ' εαυτόν) αλλάχ τζιζά βερσίν {23}
ούλο ιξεχνώ όνομά του — α Μπαστιά — ηύρα — μισέ Μπαστιά, ζτιμπούκι
ντεν έχεις εντώ πέρα.
ΞΕΝ. Έχω να σας χαρώ ορίστε (τω δίδει).
ΛΟΓ. Άγε δη μοι και τριχείας τεταριχευμένους συν οξυγάρω τε και ελαίω.
ΞΕΝ. Ίντ' άπατεν;
ΠΕΛ. Τριχαίς γυρεύει να τον δέσουνε — μοιάζει μουρλάθηκε ο κουρούνης.
ΞΕΝ. Καλ' αλήθεια κουζουλαθήκετεν {24} και θέτενε να σας δέσουμεν; κι'
ως πόσαις οργειαίς της θέτενε ν' άναι;
ΛΟΓ. Ούμενον αλλά τριχείας και δη έφην, τους και σαρδέλας βαρβαριστί
καλουμένους
ΞΕΝ. Κι' ε λέτενε να σας φέρω σαρδέλαις, μόνε λέτεν τριχιαίς; (καθ'
εαυτόν) κι' εν είν' κουζουλός {25} τώρη να χαρώ την τζάτζα μου, για
δέσιμο σας έχω κι' έννοια σας.
ΛΟΓ. Και δη άγαγέ μοι και σωλήνα.
ΞΕΝ. Εν ηφέρανε σήμερις σουλήνες — χάβαρα έχουνε θέτεν τα;
ΛΟΓ. Ουχί άλλα καπνοσύριγγα....
ΑΝΑΤ. (προς τον Ξενοδόχον) σύριγγα υρεύει λογιώτατο σφίξι έχει.
ΛΟΓ. Ουκ, αλλά το νικοτιανάγωγον, είρηκα, αμφί τη χοάνη και τη
νικοτιανοπήρα.
ΑΝΑΤ. Σακίν {26} τζιπούκι τέλεις κι' εσύ, ζέρεμ τζιμπούκι μου πολύ
κυττάζεις.
ΛΟΓ. Και μάλα γε, καπνιστέον και γαρ.
ΑΝΑΤ. Άι μπουταλά {27} άι.. και δε λες τζιμπούκι, μόνε ανακάτωσες ούλα
τα πράγματα· σουλήνες μουλήνες, συρίγγαις, μυρίγγαις πολύ σασκινη {28}
άντρωπο είσαι να συμπατήσης.
ΚΥΠ. (προς τον Ξενοδόχον) φέρε κι' εμένα απ' εκείνο το πώς το λέσιν.
ΞΕΝ. Ίντα λέσι θέτενέ κι' εσείς πάλι.
ΚΥΠ. Χαλλούμιν.
ΞΕΝ. Ίντ' αν τούτο το χαλλούμιν πάλις πρώτη βολλά τ' ακούγω, να χαρώ
τον πάη μου.
ΚΥΠ. Το χαλλούμιν είν' τυρίν που τρώσιν το (καθ' εαυτόν) πίσσαν ν'
άχης — ένα κουφφίνιν είχασιν στο παζάρι, και πουλάγασίν το.
ΞΕΝ. Εν το ξέρω, κι εν έχω κι' εν τ' άκουσα ποτές μου, (καθ' εαυτόν)
καλέ τούτοι του διαβόντρου οι γυιοί να μου πιπιλήσουνε θένε το νου
(αναχωρούν).
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Χίος και οι λοιποί.
ΧΙΟΣ. Κι' εν τρώμε πλοιά.
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν) να τρώμε, άμμα δικό μου παστουρμά ντεν ήρτε — να
να μύρισε, μύρισε, — αλλά αλέμ {29} έφκιασε.
ΞΕΝ. Ότοιμα να σας χαρώ όλα.
ΑΛΒ. Πρετζέσε ορέ λοκάντα.
ΞΕΝ. Κι' εν ακούτεν που χτυπά το σκορδοστούμπι, στα μάτια των οχτρώ
μας; εκείνο φτιάνει, κι είν' ότοιμο (το φέρει).
ΑΛΒ. (προς τον ξενοδόχον) χα, χα, χα, ορέ αδαλέτι — πρα να το ζήσης
εσύ ορέ εσύ = τώρα ορέ να το δίνης και μπαχτζήσι {30} (βάλει το χέρι
εις τον κόλπον του και ζητεί να εύρη χρήματα αλλά δεν ευρίσκει), φτου
αλλά Μπελιά βερσίν {31} ορέ νούκο χόνδρο {32} πω στέκα — εσύ ορέ — ψύχα
παρά να λύνης το κεμέρι {33} (προσποιείται ότι θα λύση την ζώνην του).
ΞΕΝ. Έννοια σας τώρη — αφήτεν κ' ύστερης πλερώνεται μια κοπανιά.
ΧΙΟΣ. Τώρη πλια να ξεφαντώσουμε.
ΞΕΝ. (φέρει τον παστρουμάν) ορίστε να σας χαρώ μισέ χαντζή το
παστρουμά σας, κατά πώς τον θέτενε — ε θε πολύ λεμόνι — έφτιαξά σας
πράγμα που να τρώτεν, και να πιπιλίζεται τα δάχτυλά σας·
ΑΝΑΤ. Ωχ, ωχ, ωχ, άφεριμ {34} μισέ Μπαστιά, άφεριμ, παστρουμά ένα χασνέ
{35} αχρήζει — τιρ όλ {36} (τρώγουν).
ΣΚΗΝΗ Ε.'
Χοίος και οι λοιποί.
(Ο Χοίος μεθύσας ατακτεί, συντρίβει τα εν τη τραπέζη, και ζητεί όργανα
μουσικά.)
ΧΟΙΟΣ. Βάρτε να πγιούμε δαόντρου κουλούκια (πετά έν ποτήριον.)
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν). Χιώτι μέτυσε — να.... τζάκισε ποτήρι — να.
ΧΙΟΣ. Ωχού!!! (πετά το καλπάκι του).
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν) μέτυσε α τζανούμ — λόγια ντε τέλει — να, πέταξε
καλπάκι του χιώτη πριχού να πγη είναι κομμάτι τρελό, άμα όντας μετύση
κιόλας αρτίκ μπιτούν {37} μπιτούν τρελό γένεται..
ΧΙΟΣ. (αρπάζει το κάλυμα της κεφαλής του Ανατολίτη και το πετά)
ΑΝΑΤ. Έι ύστερα; δικό σου καλπάκι πέταξες, δικό μου σαρίκι {38} τι
τέλεις που πετάς για, ντιπ τρελό είσαι ζάβαλι....
ΧΙΟΣ. (αρπάζει το κάλυμμα της κεφαλής του Πελοποννησίου ομοίως).
ΠΕΛ. Τήραξε κει χάμω καμώματα του μαγκούφι· πέταξε το κεφαλογιούρι
μου, και το συγκύλισε, όσο που με τ' όχρισε.....μπα να ρέψης μουρλέ με
τα καμώματά σου αλήθεια.
ΧΙΟΣ. (αρπάζει την σκούφια του Λογιωτάτου και την βλέπει, στρέφων
αυτήν πανταχόθεν), (προς τον Λογιώτατον) εν πετάς κι' συ διαβόντρου
γυέ το καλούπι σου, π' ούναι γιομάτο, γάσσα; ούφου.... ούφου (την
πετά).
ΛΟΓ. Του χάριν κοκοήθως πράττεις; και δη τιμωρητέον σε κοκοηθείας
ένεκα.
ΧΙΟΣ. Φέρτεν τώρα τα συμάρματα — ωφού.
ΑΝΑΤ. Τι τα πη συμάρματα; εσύ τρελάτικες άνταμ.
ΧΙΟΣ. Βγιολλιά, διαβόντρου μισέ χαντζή — ωχού — βγιολλιά, λαγούτα...
(φωνάζει) ωχού — και φέρτεντα γλίγορις — ήσκασα, φέρτεντα — συντρίβει
άλλο έν ποτήριον.
ΑΝΑΤ. Ετούτος ούλα να τα τζακίση αγάλλια αγάλλια.... εγώ είπα.. α
τζανούμ χιώτη τρελό είναι, μέτισε κιόλας, αρτίκ τίποτα ντε τ' αφίσει
σουφρά απάνω, ένα ένα ούλα τα τσακίσει.
ΞΕΝ. (προς τον Χίον) μισέ Μπουρλή;
ΧΙΟΣ. Τι και;
ΞΕΝ. Εν είναι — σιμάρματα
ΧΙΟΣ. Κι' αμέ διαβότρου γυέ, κι' εν έχεις πούπετις μαθέ, κι' εν είν'
καμιά λύρα, καμιά σφυρίχτρα.
ΑΝΑΤ. Μπρε καμπα ζουρνά {39} μπιλέμ ντεν έχει.
ΞΕΝ. Εν είναι — εν είναι.
ΧΙΟΣ. Παίζουμεν τα κουτάλια και τραγουδούμεν κιόλας — (προς τον
Πελοποννήσιον) βρε διαβόντρου Μωραΐτη ε λέτενε κανένα τραγούδι;
ΠΕΛ. (καθ' εαυτόν) ου να χαθής ντε μορλούλιακα, — τι κακό ζακόνι {40}
που τ' όχουνε τούτ οι χιώτες, σα μεθύσουν, μουρλένονται από μιας, και
δε ξέρουνε τι κάμουνε — χάσου δε μουρλέ, αλήθεια κι' απ' αλήθεια!!!
ΧΙΟΣ. (Κεντά τον Πελοποννήσιον με την χείρα του,) και πήτεν τώρη,
πήτεν, καλέ πλια ένα τραγούδι (πετά έν πιάτον), και φωνάζει, ωχού!!!
ΠΕΛ. Κόρακας ντε μαγκούφι — μ' έσκιαξες με τα σκουξίματά σου — τι
σκούζεις- σα μουρλός και με σπρώχνεις; (προς τους άλλους) να πούμετε
όλοι απ' όνα τραγούδι, για να γλυτώσουμ' απ' αυτουνού του μουρλού τα
χέργια (προς τον Χίον αρχίνα δε, κόφ' το σβέρκο σου!
ΣΚΗΝΗ ς'.
(Καθείς εξ αυτών λέγει από έν τραγούδι κατά το έθος της πατρίδος του).
ΧΙΟΣ. Και λέτεν να κάμω γώ την αρχή; ας πω πλια έναν, μα θα πήτεν κι'
σεις ύστερις απ' όνα (τραγωδεί).
» Σ' ώριον περιβολάκι με τ' άνθη στολισμένο,
» μιαν άνοιξι διαβαίνω να παρηγορηθώ.
(προς τους άλλους) πιάτεν το ίσο, διαβόντρου γυιοί, κάμετεν εσείς το
γάδαρο — ω, ω, ω.
ΟΛΟΙ. Ω, ω, ω, ω.
ΧΙΟΣ. (Εξακολουθεί)
« Να ξεφαντώσ' ο νους μου από
» τοις λογισμούς μου, γιατί με βασανίζουν τα
» κάλλ' οπού θωρώ.
ΟΛΟΙ. Ω, ω, ω, ω.
ΧΙΟΣ. Και κάμετέτονε καλά το γάδαρο — ω, ω, ω, εν ηξέρετεν τα ψαρτικά
πα, βου, ζαζά, και ζα να γενήτεν; — (εξακολουθεί) θωρώ μια περιστέρα,
κι' επότιζεν τα δένδρη, απέ το κρυό νερό, — ωχού τζάτζα μου
κουζουλάθηκα!
ΟΛΟΙ. Ω ω, ω, ω, ω.
ΧΙΟΣ. Πήτεν τώρη κι' άλλος — (προς τον Ανατολίτην) ελάτεν τώρη εσείς,
μισέ χαντζή, πήτεν πλια (μεγαλοφώνως), πήτεν — πήτεν —
ΑΝΑΤ. Σώπα να διούμε, άι ντελί ζιρζόπ {41} ντικό μου αράδα είναι; χάιδε
ας πω πλια. (τραγωδεί).
» Τε ν' αρχηνήσω α ντουτούμ {42}.
» να σε παινέσω α κουζούμ {43}.
» ντουτούμ όσον κρατ' ο σεβτάς {44}.
» το ντούλο σου μην το ιξεχνάς.
(προς τους άλλους) τραβούντι, τραβούντι, ιστέ αυτό είναι — ντε είναι
καλόν; ηξέρω κ' άλλα ακόμα, άμα φωνή μου πιάστικε — βήχα έχω πολύ —
απόψι ούλη νύκτα γκούχου, γκούχου το πήγαινα — μεγάλος άστρος βγήκε,
εγώ ακόμα έβηχα, κατόλου μάτι μου ντεν ισφάλιζα — γιόξαμ {45} έλεα
τραβούντια οπού ούλοι ν' απομείνεται ιξεροί απέ το μακάμι {46} ίλεμ {47}
ν' άναι νύχτα, και να άχης φορτωμέναις ένα κατάρι {48} ντεβέδαις
αράντα, και εσύ απάνου ς' το γκαϊτούρι να τραβουντίζης και να πηγαίνης
— ωχ — (προς τον Πελοποννήσιον) έι, Μώραλη πραγματευτή — τώρα ντικό
σου αράντα ήρτε, πες το τώρα.
ΠΕΛ. (τραγωδεί)
« πέντε πο, μωρ' πέντε πο, πέντε
» ποντικοί βαρβάτοι, πέντε ποντικοί βαρβάτοι, μου
» χαλάσαν το κρεββάτι, κι' άλλοι τρεις μωρ' κι'
» άλλοι τρεις, κι' άλλοι τρεις μουνουχισμένοι {49} μου
» το σιάχναν οι καϋμένοι — (προς τον Κρήτα) έλα. Κρητικέ, πέσε και συ
τώρα ένα.
ΚΡΗΣ. (τραγωδεί) « έπαρ εσύ την λύρα σου κι' εγώ τον
» ταμπουρά μου,
» ν' ακούσης ντα θε να σου πω, π' όχω μέσ' την
» καρδιά μου.
» όντας σε πρωτογάπησα, ήτανε ραμαζάνι,
» κι' εκόλλησ η αγάπη μου σα μέλη στο σαχάνι.
πούρι, πούρι, πούρι,
πούρι, έχεις κούτελο και μούρι.
(προς τους άλλους) ν' άχα δα ντεδίμ {50} και τη λύρα μου ομάδι, διαλέ
τον ένα σας π' ούθελε ν' αύγη προστάς μου.
ΑΛΒ. Πω να το λες, ορέ κι' εγώ ψύχα τραγουδίαις...
(τραγωδεί).
» τρία πουλακίαις κάθουνταις το Διάκο στο ταμ-
» πούργια — τ' όνα τηράει την Ρούμελη, γιου —
» και τ' άλλο το Δερβένιαις — το τρι, μωρέ, το
» τρι, το τρίτο το καλήτεραις, ουχ — μηργιολο-
» γάει και λέει — πού είσαι γιου γιόνα, μωρέ γιό-
» να — (προς τους άλλους) πω ν' άχες ορέ ψύχα
» και το λιονκάρι να το βάργιαις — πω να το λέ-
» νε τα κρικόνια {51} να το λγέπης ορέ χαβά {52}.
ΚΥΠ. Σαν τ' άπασιν όλοι ας πω κι εώ. (τραγωδεί)
» γιομίντζο το γαλούνιν {53} μου καπνόν που το
» πουντζίν μου λαμπρόν {54} που το φλαντζίν {55} μου — αχ μαρ-
» γιώλισα!
ΑΝΑΤ. (Φωνάζει) ντι ι ι ι ι ι χάϊδε — (καθ' εαυτόν). Χιώτη είπα
μέτυσε, άμμα κι' εγώ πιρακάτου ντεν πηγαίνω — μέτυσα α τζανούμ —
μέτυσα — αρτίκ πολλά λόγια ντεν τέλει.
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Ανατολίτης και ο Λογιώτατος, έπειτα οι λοιποί.
ΑΝΑΤ. (προς τον Λογιώτατον σκεπτόμενον) ολάν λογιώτατε — σιού — εσένα
λέω — με σασκιν σοφτά {56} — λογιωτοτοτοπώτατε — ντεν ακούς; — τι
συλλογίεσαι ολάν σαν Αρμένη πατέρα σου πέτανε; ντεν τραβουντίζεις κι'
εσύ.
ΛΟΓ. Ουκ έμαθον άδειν, ει μη ύμνους.
ΑΝΑΤ. Εσύ πες, και πες ύμνος — (προς τους άλλους.) τζάνουμ σωπάτε τώρα
λογιώτατος ύμνος τα πη, ν' ακούσουμε ντε!!
ΛΟΓ. (άδει μεγαλοφώνως) ΖΕΥ!!!!
ΑΝΑΤ. Με τρόμαξες άνταμ..
ΛΟΓ. (εξακολουθεί) Ζευ μακάρων, και ανθρώπων συ μόνε γονεύ, ύψιστε
σταθμεύ και διανομεύ. —
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν εμπαίζων τον Λογιώτατον) ευ μακαρόνια ευ, Ζευ
μακαρόνια Ζευ — τζάνουμ ερίφι καρτιά μακαρόνια τέλει, ντε βαζγεστίζει
{57}.
ΛΟΓ. (εξακολουθεί) επίτριψον, επίτριψον τους σε κατηγορούντας.
ΑΝΑΤ. (προς τον Λογιώτατον) τ' όσωσες; τούτο είναι ύμνος γιοξαμ έχει
κι' άλλο ακόμα; άι καχπόγλου {58} άι, κι εγώ τάρεψα ύμνος, κάτι μεάλο
πράγμα είναι είπα — τούτο ένα Ζευ μεάλο μεάλο κόπτησε {59} τρόμαξα,
ύστερα αρτίκ ευ, Ζευ, μακαρόνια είπες, στα υστερνά τρίψε και κακά
είπες — άφεριμ — ταμάμ ύμνος — και του χρόνου — (πέρνει έν κομμάτι
μπουρέκι) έλα τώρα, Λογιώτατε άνοιξε ιστόμα σου.
ΛΟΓ. Ου χωρεί το στόματί μου.
ΑΝΑΤ. Ντε κιωπώγλου, χωρεί ντε χωρεί εγώ τα χώσω — ά — άνοιξε ιστόμα
σου λέω.
ΛΟΓ. Ιδού.
ΑΝΑΤ. Ιντού μιντού ντεν έχει — κατάπιε το ούλο μια βρούκα, ντε.
ΛΟΓ. Ουχ εκών μεν, καταπιώ δε, και δη τι ποιητέον; ανακτέον των
πάντων.
ΧΙΟΣ. Καλέ σεις λογιώτατε που ξέρετεν τα λιανικά, σέν-
» τε μέντε κουντουσέντε,
» και των αλλωνών μισέντε»
ξέρετεν ίντα θα πη;
ΛΟΓ. Ου.
ΧΙΟΣ. Ούσας κι' ο μισέ Περής αντάμα· (προς τους άλλους) κι' έ
χορεύομεν άματις;
ΠΕΛ. Να χουρέψουμε.
ΑΝΑΤ. Άιντε ντε σηκωτήτε....
ΟΛΟΙ. Να χουρέψουμε......(χορεύουν).
ΧΙΟΣ. (φωνάζων) βάρτεν κρασί ς' τα ποτήργια να πγιούμενε — (πέρνει έν
ποτήριον) (προς τους άλλους) πάρτεν κι' εσείς απ' ένα — αι βίβα — ς'
την υγιά μας καλή για — στην υγιά της λευτεριάς.
ΟΛΟΙ. (πέρνουν από έν ποτήριον) αι βίβα!
ΑΝΑΤ. Σία λευτερία.
ΠΕΛ. Εις υγείαν της, αι βιβα της — χαιράμενοι.
ΟΛΟΙ. (κτυπώντες τα ποτήρια) αι βίβα!
ΑΛΒ. Για το λευτεριά ορέ, ζτρου — ορέ ζτρου — (κτυπά και αυτός).
ΣΚΗΝΗ Η'.
Ο Ανατολίτης, ο Λογιώτητος και ο Ξενοδόχος.
(οι δ' άλλοι σιωπούν καθήμενοι)
ΑΝΑΤ. (προς τον Λογιώτατον) συ για ντεν εχόρεψες καλά;
ΛΟΓ. Ουκ έμαθον ορχείσθε.
ΑΝΑΤ. Μάτε τώρα — σύκο ένα σου ποντάρι χτύπα άλλο σου ποντάρι, γένηκε
χορός, πάει λέωντας.
ΛΟΓ. Έα με — (προς τον Ξενοδόχον) άξον μοι νηφοκοκκόζωμον.
ΑΝΑΤ. Ντεν τρέπεσαι εσύ κωντζά {60} μου λογιώτατο, νύμφη τέλεις; πού ν'
αυρούμε τώρα νύφη για; (προς τον Ξενοδόχον) έλα, έλα, μισέ Μπαστιά,
Λογιώτατο νύφη υρεύει.
ΞΕΝ. (προς τον Λογιώτατον) καλέ σεις εν ντρεπούστενε να λέτεν πως
θέτενε νύφη; και πού να σας την ευρούμεν τώρη;
ΛΟΓ. Ουχί, αλλά νηφοκοκκόζωμον είρηκα.
ΑΝΑ. Έι, ιστέ, νύφη κοκκόνα για; ένα ζουμί έχει παραπάνου.
ΛΟΓ. Ουκ έγνωκες αγράμματε.
ΑΝΑΤ. Εγώ γράμματα ντε ξέρω, αμμά, νύφη κοκκόνα καλή ντουλειά ντεν
είναι — ετούτο καταλαβαίνω τι τα πη.
ΛΟΓ. Ω αναλφάβητε άνερ!!! και δη ζωμόν, έφην, του κόκκου, ον υμείς οι
βάρβαροι καφφέ καλείτε.
ΑΝΑΤ. Καφφέ τέλεις;
ΛΟΓ. Έγωγε.
ΑΝΑΤ. Έγωγες να γένης — και ντε λες ετζι, μόνε λες νύφη και κοκκόνα;
πολύ σασκίνι άντρωπω είσαι ατζαΐπικο {61} μπουταλά είσαι, να μη σε
κακοφανή.... εγώ έτσι σασκίνι άντρωπο ντεν είδα ακόμα.... καρδιά του
τέλει καφφέ, και να υρεύει κοκόνα νύφη — ακόμα να ντιούμε τι τα
υρίψης, λοής κοπής ανάποντα πράγματα.
ΣΚΗΝΗ Θ'.
(Ο Ανατολίτης καθ' εαυτόν παρατηρών τους άλλους).
ΑΝΑΤ. Ε!!! Χιώτη μέτυσε κοιμάται, Μωραΐτη λογαριάζει — Κυπριώτη
συλλογιέται — Κηρτηκό τζιμπούκι πίνει — Λογιώτατο γράφει — άμμα
Αρβανίτη ντουλειά καλά ντεν πηγαίνει — να, να, — γούρλωσε μάτια του,
τρίζει δόντια του, τρίβει μουστάκι του — αλλά αλέμ καυγκά τα
κοπαρδίσει {62} γιατί κουρουλντίστικε πολύ {63} φοβούμαι. Αρβανίτη
καυγατζή {64} άντρωπο είναι — το κάμει α!
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Ο Αλβανός μεθυσμένος μαλόνει με τον Κρητικόν, πυροβολεί με την
πιστόλαν και τον πληγόνει πολλά ελαφρά εις τον βραχίονα.
Αλβανός, Κρης και ο Ανατολίτης.
ΑΛΒ. Ορέ κρητίκα, ορέ — πρα — εσύ εσύ ορέ κρητίκα! — πω το
γουρουνίζεις εσύ εμένα ορέ το πα — πα το παληκάρι;
ΚΡΗΣ. Δεν κατέχω ετζά πράμα, μηδέ κατέχω σε πούρι, θιός και η ψυχή
μου.
ΑΛΒ. Πώς ορέ να το λες έτζι εσύ ορέ εσύ, πούετες ορέ εγώ στο στο στο
Κρήτη ορέ; κ' έριχνες; γώ ορέ το το το τουφέκιαις σα σα σαν το
βροχάδες....
ΚΡΗΣ. Είπα σου το δά μαθές δε σε κατέχω δεδίμ, διάλε τα πάσπαλα {65}
που θα θέσω στον άδη.
ΑΛΒ. Πρα πώς το κάνεις έτζι ορέ που δεν το γουρουνίζεις; πω σε
γουρουνίζω εγώ....
ΚΡΗΣ. Κατέχω δα σε δεδίμ, τώρα, π' ούρθες κι' άφαγες τα κουράδια {66}
μας.
ΑΛΒ. (με θυμόν) τφου, αλλά μπελιάβερσιν {67} ποιος ορέ να τρως
κουράδιαις;
ΑΝΑΤ. (καθ' εαυτόν) ε — καυγά τώρα σα μόσκο τα μυρίσει.
ΚΡΗΣ. Και γιάντα δα δεδίμ ψόματ' άναι δα, που δεν αφήκατε κουράδια
στην Κρήτη;
ΑΛΒ. Άιδε να χάνεσαι πίθε μούτη, (τρίζων τους οδόντας) ποιος ορέ τ'
όφαγες κουράδιαις;
ΚΡΗΣ. Εσύ δα μαθές, κ' οι συντρόφοι σου, δεδίμ κι' ολιάς.
ΑΛΒ. (τον πτύει) τφου, τεταχήνιε {68}.
ΚΡΗΣ. (τον πτύει) τφου..
ΑΛΒ. (τον πτύει) τφου και συ μούτη — (ευγάζων την πιστόλαν), να ορέ
ποιος να τρως κουράδιαις — πυροβολεί και φεύγει).
ΚΡΗΣ. Ω, ω, ω,! διαλέ τζ' αποθαμμένοι σου, και τζ' απομεινάροι σου, μ'
εσκότοσες εδά.
ΑΝΑΤ. Δεν είπα εγώ; Ιστέ Αρβανίτη χουνέρι {69} του έκαμε, (τρέχει προς
τον Κρήτα), πού χτύπυσε; ιστέκα, ισκέκα, (βλέπει την πληγήν) ε; ζαράρη
{70} ντεν έχει τίποτα — μη φοβάσαι — σήκω, σήκω, (τον σηκώνει ολίγον).
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
(Ο Ξενοδόχος ακούσας τον κρότον του πιστολίου, τρέχει φωνάζων, και
οδυρόμενος).
ΞΕΝ. Ουγού, ουγού, ουγού· — ουγού διαβόντρου γυιοί — αλοί, αλοί αλοί
μου του κακόσορτου, ίντ' αν τούτο π' ούπαθα — αλοί· — (προς τον Χίον
κοιμώμενον). Καλέ σεις, μισέ Μπουρλή, κοιμούστεν καλέ;
ΧΙΟΣ. Ίντα πάθετεν;
ΞΕΝ. Φονικό διαβόντρου γυιέ, φονικό — κι' εν ξυπνάτεν πλια;
ΧΙΟΣ. Και πούντο άματις το χειμονικό;
ΞΕΝ. Καλέ διαβόντρου κουλούκι, εγώ λέγω σας φονικό, κι' εσείς
ονειρευγούστεν χειμονικό; εν ξυπνάτεν τώρη να δγήτεν τα αίματα;
ΧΙΟΣ. Πιταού κ' ήγλεπά το ς' τ' όνειρό μου — και ποιός να σας χαρώ
ήκαμέν το;
ΑΝΑΤ. Αρβανίτη χτύπησε Κηρτικό;
ΧΙΟΣ. Και π' ούντος τώρη ο Αρβανίτης;
ΑΝΑΤ. Έφυγε — χου — αν το πιάσης.
.
ΑΝΑΤ. Ουγού, Ουγού. Ίντα δουλειαίς που πάθαμεν, ίντα να τον κάμωμεν
τώρη τον Κρητικόν;
ΚΥΠ. Να το γιατρέψουμε.
ΧΙΟΣ. Και ποιος να το γιατρέψη να σας χαρώ;
ΚΥΠ. Εγώ τον γιατρεύω — φέρτε ξύδιν, λάδιν, ρακίν, στουπίν, μαστίχιν,
και ένα σαχάνην, άψετε και λαμπρόν στη φουκούν να το κάμω μεχλέμην {71}
να τ' αλλείψω τον γιαραν του.
ΧΙΟΣ. (προς τον ξενοδόχον) μισέ Μπαστιά!.... ακούσετέν τα; φέρτεν
τα....
ΞΕΝ. Οχωνούς φέρνω σας τα μα εν κάμνει, να σας χαρώ, ν' άναι δώ ο
Κριτικός· — να τον σηκώσουμ' απ' εδώ. (φεύγει).
ΚΡΗΣ. Δεν μπορώ κι' ολιάς, να πουρήσω {72} Θεός κ' η ψυχή μου
ΚΥΠ. Σε καβαλλάμε στον άπορο {73}.
ΣΚΗΝΗ ΙΒ.'
(Ο Ξενοδόχος εισέρχεται έντρομος, και ειδοποιεί τους άλλους, ότι
έφθασεν η αστυνομία).
ΞΕΝ. Καλέ σεις καλέ σεις — ουγού πλάκωσεν η αστυνομία, πλάκωσε να —
έρχεται — έρχεται — αλλοί μου αλοί!! — Ίντα να κάμω τώρη; — ήσβυσα
πλια ο κακόσορτος — ήσβυσα.
ΤΕΛΟΝ ΤΗΣ Α.' ΠΡΑΞΕΩΣ
ΠΡΑΞΙΣ Β'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
(Ο Αστυνόμος συνοδευμένος μετά των στρατιωτών εισέρχεται και
εξετάζει).
Αστυνόμος, Ξενοδόχος και ο Κρης.
ΑΣΤ. Φέρμα {74} γιαμά μη φύγη κανείς, είστε, ούλοι αδιλίτο κριμινάλε
{75} (προς τους στρατιώτας) μουρέ, Γεράσιμε, Αντζουλή, Διονύσιε! βάλτε
τζη όλους ετούτοις απάρτε {76} να τζη εζαμινάρω {77} σεπαραμέντε {78}
(προς τον ξενοδόχον) πού είναι γιαμά εκειός ο λαβωμένος;
ΞΕΝ. (τρέμων) ορίστε εδώ.... (δεικνύει τον Κρήτα)
ΑΣΤ. (εξετάζει τον Κρήτα) Πινομή σου μουρέ;
ΚΡΗΣ. Ω! πονείμε, νέσκε, δεδίμ πονείμε.
ΑΣΤ. Πινομή σου μουρέ; τ' όνομά σου, διάολε.
ΚΡΗΣ. Μανολιός Δασκαλάκης.
ΑΣΤ. Και πούθε είσαι γιαμά;
ΚΡΗΣ. Απέ τη Γκύσαμο.
ΑΣΤ. Και πού ς' το διάολο είν' αυτό το Κύσαμο;
ΚΡΗΣ. Έπα δα στην Κρήτη.
ΑΣΤ. Και δε λες π' ούσαι Κρητικός ν' άμπ' ο διάολος μέσα σου; και
ποιος μουρέ σε χτύπησε;
ΚΡΗΣ. Ένας λιάπης.
ΑΣΤ. Και π' ούν' εκείνος ο λιάπης;
ΚΡΗΣ. Δεν τον κατέχω το σκυλάπιστο· πούρησε.
ΑΣΤ. Και πού μουρέ, πού σε βάρεσε;
ΚΡΗΣ. Στη χέρα δεδίμ, ω φέρετε με δα τον ξαγορευτή {79} να με ξαγουρέψη
{80} να ξεμυστέψω {81}
ΑΣΤ. Και πώς σε βάρεσε μουρέ; α κάζο πενσάτο; {82}
ΚΡΗΣ. Είπα σου το δεν κατέχω ντα μου λες Θιός...
ΣΚΗΝΗ Β'.
(Ο αστυνόμος καθ' εαυτόν).
ΑΣΤ. Λ' αφάρ ζε σέριο {83}. και δεν μπορώ να τζη εζαμινάρω εζαταμέντε
{84} μα τάντο πμάστα {85} τζη έβανα όλους α πάρτε, και θα κάμω τζη
εζάμινες σεριαμέντε {86}, ως που ν' αύρω την γκάουζα {87} και να μάθω
καλά, αν ήναι κάζο πενσάτο, επόι να τζη ακουζάρω {88} στη Διοίκησις,
και να κάμω τα άττα {89} μου κόμε σι ντέβε {90}, κατά πως μου μιριτάρι
{91} ς' το οφφίτζιό {92} μου —.... ναι δεν μπορώ να κάμ' αλλιός γιατί
δα δισπρετζάρω {93} το ονόρε μου {94} (προβαίνει εμπρός).
ΣΚΗΝΗ Γ'.
Ο Αστυνόμος, ο Ανατολίτης και οι Στρατιώται.
ΑΣΤ. Π' ούναι μουρέ εκείνος ο Λιάπης;
ΑΝΑΤ. Λιάπη ποιο είναι, σακίν {95} Λιάπη Αρβανίτη είναι εκείνο υρεύεις;
— χου — π' ούντο τώρα Αρβανίτη; — αν το πιάσης.
ΑΣΤ. (προς τον Ανατολίτην) έλλα δω εσύ γιαμά.
ΑΝΑΤ. Ιστέ, ήρτα — τι τέλεις εμένα;
ΑΣΤ. Πινομή σου.
ΑΝΑΤ. Τι τα πη πινομή σου.
ΑΣΤ. Τ' όνομά σου μουρέ;
ΑΝΑΤ. Α! — όνομά μου; όνομά μου χατζή Σάββα ντούλο σας.
ΑΣΤ. Η Πατρίδα σου;
ΑΝΑΤ. Πατέρα μου; πατέρα μου χατζή Μουράτη λέανε — εκείνο πέτανε, τι
το τέλεις τώρα;
ΑΣΤ. Όχι μουρέ ο τόπος σου;
ΑΝΑΤ. Α, βιλαέτι μου; βιλαέτι Καΐσερλη είναι.
ΑΣΤ. Και πούνε αυτό το Καΐσερλη.
ΑΝΑΤ. Άι Βασίλι τόπο είναι γκαισαρείας, γκαπαδοκείας ντε ξέρεις εσύ.
ΑΣΤ. Κι' είσαι γιαμά απ' τ' άι βασιλειού τον τόπο; για δι' αύτο είσαι
και χαντζής — ν' άμπ' ο διάολος μέσα σην καβούκα {96} σου — και πες μου
μουρέ εσύ, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΑΝΑΤ. Να ιστέ, τρώγανε, πίνανε. — αρβανίτη μέτυσε — φορτιότηκε κηρτικό
— Κηρτικό είπε Αρβανίτη (ντρέπουμε να πω τιμή στα μούτζουνά σου)
κουράδια, είπε αρβανίτη, είπε να φας εσύ, σάνκιμ {97} κηρτικό να φάι
κατάλαβες; — κουράδια μουράδια λέωντας, καυγαλαστίσανε, αρβανίτη
τράβηξε πιστόλα, μάνι μάνι έσφιξε κρητικό απάνου γιαραλαλάδησε {98}
κοματάκι χέρι του — ούλο ούλο καυγκά. ιστέ αυτό είναι.
ΑΣΤ. Να με πάρουν οι διάολοι και αν κατάλαβα τίβοτζι — (προς τον
ανατολίτην) και πώς μουρέ, και πώς; μπα κ' ήτανε κάζο πενσάτο;
ΑΝΑΤ. Αρτίκ πινσάτο, μινσάτο, εγώ ντε ξέρω, αρβανίτη χτύπησε κηρτικό,
βέρσελλαμ {99}.
ΑΣΤ. (με θυμόν) και μίλλειε μουρέ ρωμαίικα, παλιότουρκ!!!
ΑΝΑΤ. Έι — εσύ γιατί μιλάς φρίγκικα για; σάντο μάντο, φόρτο φούρτο,
ιξέρω εγώ φιράγκικα, εγώ ρωμαίικα λέω εσύ δεν καταλαβαίνεις; εγώ
φιράγκικα ντε ξέρω πώς να γένη για, τι να γένη α τζανούμ — εσύ εύρε
το κολάι {100} του πγια να καταλάβης — εγώ σάστησα κι' απόμεινα —
άλλο τίποτε εγώ ντε ξέρω.
ΑΣΤ. Πες μου μουρέ καλά την εζάμινά {101} σου, γιατί κακόροικε θα πας α
ρέστο {102}.
ΑΝΑΤ. Αν μπορής, κατάλαβε τώρα, (προς τον αστυνόμον) άνταμ — εγώ σε
είπα — ζάμινα μάμινα, ρέστο μέστο, φόρτο φούρτο, σάντο μάντο,
κουκούτζι {103} ντεν καταλαβαίνω τι τα πη, — ούλο ούλο καυγά τι ήτανε,
είπα — πάει λέωντας — άκουσες τώρα; τώρα; Ιστέ ρωμαίικα το είπα αρτίκ
και τώρα ντε κατάλαβες, ποτέ σου ντε τα καταλάβης......
ΑΣΤ. (με θυμόν) α ρέστο κανάγια α ρέστο, — (προς τους στρατιώτας)
πάρτε τον αυτόνε α ρέστο — (τον κρατούν οι στρατιώται)
ΑΝΑΤ. Ιστέκα να ντγιούμε τι τα πη αρέστο;
ΣΤΡ. Στη φυλακή θα πας.
ΑΝΑΤ. Χάψι;
ΑΝΑΤ. Έι, ύστερα; εγώ τι έκαμα, άνταμ, να πάγω χάψι, εγώ ντεν χτύπησα
Κηρτικό, εγώ πιστόλα μιστόλα ντεν έχω, εγώ ντουλειά μου κύτταζα,
τζουμπούσι έκαμνα — να, πγιάσαι αρβανίτη, κρεμαστό μπιλέμ, όχι βάνεις
εμένα χάψι· ταμάμ.
ΑΣΤ. Εσύ θα πας αρέστο γιαγουρτοβαφτισμένε παλιότουρκα.
ΑΝΑΤ. Ταμάμ αστρονόμο — άφεριμ — βρίζει κιόλας — εγώ τούρκο ντεν
είμαι, χριστιανό ορτότοξο είμαι — χατζή άντρωπο είμαι — ιψέματα ποτές
μου ντε λέω — χιτζ ποτές άντροπο βαφτίζουνε με το γιαγούρτι; — άιδε να
ντιγιούμε τι τα πης ακόμα — αγάλια αγάλια τα πης αύριο με μποζά {104}
βαφτίζουνε.
ΑΣΤ. (Με θυμόν) α ρέστο...
ΣΚΗΝΗ Δ'.
(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Λογιώτατον)
Αστυνόμος, Λογιώτατος, Γραμματεύς της Αστυνομίας, Στρατιώται.
ΑΣΤ. (προς τους στρατιώτας) φέρτε μου μουρέ εκειόνε με την σκούφια —
(τον φέρνουν) (προς τον Λογιώτατον) πινομή σου;
ΛΟΓ. Επώνυμον μεν φέρω Κωνωπίδης, κέκλειμαι δε Κλειτομένης.
ΑΣΤ. Ώρσε, ονόματα.. και πού να θυμάται κανείς καλότυχε τέτγοια
ονόματα που βγάλανε τώρα.. (προς τον Λογιώτατον) και πούθε είσαι
γιαμά;
ΛΟΓ. Κώος.
ΑΣΤ. Και πού στο διάβολο είν' αυτό το Κώος;
ΛΟΓ. Το Τουρκιστί Σταν κιόι λεγόμενον.
ΑΣΤ. Και πες δα π' ούσ' απέ την Κως, ξαφνικό να σ' ούρθη.... και τι
τέχνη κάμεις;
ΛΟΓ. Τέχνην μεν ουδαμώς, επιστήμων δε μάλα.
ΑΣΤ. Ας ην' κι' επιστήμη, μπα κ' είσαι γιατρός.
ΛΟΓ. Ούμενον, αλλά Ρήτωρ, Λογικός, Γραμματικός, Μαθηματικός, και τα
λοιπά, και τα λοιπά..
ΑΣΤ. Μώρ μπα κ' είσαι Λογιώτατος.
ΛΟΓ. Ναι μην.. και εκ των ως επί το πολύ λεγομένων ενδοξοτέρων λογίων.
ΑΣΤ. Μουρέ για σου Λογιώτατε!!! και πες μου δα γιαμά εσύ που ξέρεις
τζη ελληνικούραις, πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΛΟΓ. Ουχ' εκών μεν, είπω δε. — Ετύγχανον σήμερον πεινών την εσχάτην
πείναν· και δη έδοξέ μοι πορευθήναι εν τω εδωδιμολεσχοοικητηρίω· και
κορεσθήναι — απελθών ουν, εύρον και συνδαιτυμόνας πλείστους αυτόθι
συνευωχουμένους — και δη τοίνυν δέδοχεν αυτοίς την εφημερίδα
αναγνούσιν, ευθυμητέον είναι την της Ελλάδος παλλιγγενεσίαν —
τοιγαρούν εσθιόντων, πινόντων, αδόντων, υμνούντων, και
ορχομενοευφραινομένων.
ΓΡΑΜ. Επύκνωσες, λογιώτατε, την ατμοσφαίραν από γενικάς απολύτους.
ΛΟΓ. Άφνω ο Αλβανός μετά του Κρητός εμαχεσάτην.
ΓΡΑΜ. Να κ' ένας δυϊκός αριθμός!!!
ΑΣΤ. Ν' άμπη ο διάβολος μέσ' τζη ελληνικούραις σου, παλιολογιώτατε —
ανάθεμα κι' αν κατάλαβα τι μου λες, μα την πίστι μου — (προς τον
Γραμματέα) γράφετα εσύ μουρέ καλά ετούτα ούλα που λέγει κακόροικε,
γιατί θα τα στείλουμε σ' την Ακαδέμια τζη Μπάτοβας να μας τα ξηγήσουνε
οι προφεσόροι, μα τζ' άγιους Πάντας (προς τον λογιώτατον) και λέγε δα,
λέγε συμφορά στην καλαμάρα σου.
ΛΟΓ. Και δη ο μεν Κρης τους όϊδας κουράδια καλών, ο δε Αλβανός
τούμπαλιν το σκώρ' ενεννόει, αναστάς ο Αλβανός κάκτανε τον Κρήτα.
ΓΡΑΜ. Εσολοίκισες.
ΛΟΓ. (προς τον Γραμματέα) τι δη κοινόν ή ξένον είγε σεσολοίκηκα; και
γαρ και Δημοσθένης, άλλοι τε πολλοί ξυγγραφείς έστιν ότι τω σολοικισμώ
χρώνται {105} ευφραδείας χάριν.
ΑΣΤ. (προς τον Γραμματέα) κι' άφτονε το χριστιανό να πη γιαμά την
εζάμινα του — λέγε, συφορέλιά σου λέγε.
ΛΟΓ. Και δη σου μεν εξετάζοντος μαθείς την αλήθειαν, εγώ σοι ταύτα
πάντα αληθώς φράζω, ίνα ποιήσης ο βούλεσαι.
ΓΡΑΜ. Εβαρβάρισες.
ΑΣΤ. Και δεν κατάλαβεν αν ήτονε κάζω πενσάτο;
ΛΟΓ. Ουκ οίδα την των Ιταλών διάλεκτον — τούτο δη μόνον γινώσκω, ότι η
λέξις κ ο υ ρ ά δ ι α παράγεται εκ του κ ε ί ρ ω κ α ρ ώ,
κ έ κ α ρ κ α κ έ κ α ρ μ ε, ο μέσος παρακείμενος γίνεται
κ α ρ μ ά δ ι ο ν και τροπή του α εις ε ψιλον γίνεται
κ ε ρ μ ά δ ι ο ν, προσθέσει δε του ιώτα κ ε ι ρ μ ά δ ι ο ν και
αφαιρέσει του μ κ ε ι ρ ά δ ι ο ν, τροπή δε του ε εις ο και του ι
εις υ ψιλόν γίνεται κ ο υ ρ ά δ ι ο ν, δι' ου οι Κρήτες καλούσι τα
πρόβατα, ή τας αγέλας εκ του κείρεσθαι αυτά παραγομένης της λέξεως και
δη έγνως νυνί;
ΑΣΤ. Μουρ' εγώ δεν σ' αρωτώ τη Γραμμμάτικα, και με λες τζη αόριστους,
τζη περσυντέλικους, και ούλα τα τέμπα {106}... ω συμφορά μου! σ' αρωτώ
να με πης, αν ήτανε κάζω πενσάτο ο λαβωμώς του Κρητικού — ορίστε τώρα,
τι να ευγάλω απέ τούτην την εζάμινας μηδέ το έψιλό σου κατάλαβα, μηδέ
το ύψιλό σου (προς τον χοαόν) αυτός μάτιά μου είν' απ' εκειούς τζη
λογιωτάτους που ξηγούνε τζη μηναίοι και τζη ψαρμοί του Δαβί, κι' οπού
ξέρουνε πότες είναι τζη άγιας Αγκάτας, και τ' άι κούκου, και δε
γλέπεις άλλο σε δ' αύτους μόνε μία καλαμάρα σαν πιθάρι, και μια πένα
σαν ντούμπανο, και τ' είν' αυτός; Λογιώτατος — ω ντζόγια μου!!! γιατί
ξέρει γιαμά να ξηγάη τζη συναξαριστάδες — ναι, ναι στη πίστι μου δε
σας μπαρτολετάρω {107} (προς τον Λογιώτατον) και πες μου διά που να
κάτζουν οι διαόλλοι στη σκούφια σου — ήτανε κάζο πενσάτο; (ευθύς προς
τον Γραμματέα) ξήγατο συ, μουρέ διάλλε, ρωμέικα να καταλάβη.
ΓΡΑΜ. Εκ προμελέτης.
ΑΣΤ. Κ' αμά για να ξέρη κανείς ετούταις ούλαις τζη λέξαις πρέπει να
έχη εκειό το μεγάλο βοκαβολλάριο {108} τζη Κρούσκας, οπού είναι σα μια
κασσέλα, και να προβατή μέσα τζη πιάτζαις τζη Ελλάδας, ν' άχη κ' ένα
βαστάζο κοντά, για να ξηγάη ούλα ετούτα τα τέρμενα {109} — (προς τον
λογιώτατον) εκατάλαβες τώρα μουρέ διαόλλου σκολλάρο {110} τι θα πη κάζο
πενσάτο;
ΛΟΓ. Νυν έγνων εξεικασμένος εκ της λέξεως το πράγμα — και δη σε
πληροφορώ, ότι ουκ ην εκ προμελέτης το δράμα αιφνίδιον δε μάλλον, και
πείσθητι τοις εμοίς λόγοις.
ΑΣΤ. Α ρέστο και συ πμιρπάντε, που μας εσεκάρισες {111} με τζη μετοχαίς
σου, και με τα απαρέμφατα σου, — προς τους στρατιώτες) πάρτετό νε
μουρέ κι' αυτόνε. —
ΣΤΡ. (τον πέρνουν).
ΣΚΗΝΗ Ε.'
(Ο Αστυνόμος καθ' εαυτόν).
ΑΣΤ. Μουδ' αφ' τον παλιότουρκα εκειόνε, μουδ' αφ' το σκολάρο τούτονε
με τζη ελληνικούραις του μπόρεσα να εζαμινάρω τίποτζι — μα απ' εκειόνε
το Μουραΐτη κάτι θα βγάλω, γιατ' είναι φτακαθαρισμένος, και θέλ'
απείκασε. νον ζε δούπιο {112} αν ήτανε το χτύπημα κάζο πεσάντο — μα
πρέπει ν' άναι ασολουταμέντε {113} — νον ζε κάζο {114}.
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Πελοποννήσιον).
Ανατολίτης, Πελοποννήσιος, ο Γραμματεύς και οι Στρατιώται.
ΑΣΤ. (προς τους στρατιώτας) φέρτε μουρέ, εκειόνε το Μουραΐτη — (τον
φέρνουν), — προς τον Πελοποννήσιον) πινομή σου;
ΠΕΛ. Πούλος Πουλόπουλος.
ΑΣΤ. Και πούθε είσαι γιαμά;
ΠΕΛ. Απ' την Πελοπόννησος.
ΑΣΤ. Και πες δα κακόροικε π' ούσαι απέ του Μουρέα — και τι τέχνη
κάμεις.
ΠΕΛ. Έμπορος.
ΑΣΤ. Και τι θα πη μουρέ έμπορος;
ΠΕΛ. Πραματευτής.
ΑΣΤ. Ώρσαι και συ διάολλε — έμαθες και συ τζη ελληνικούραις.
ΠΕΛ. Τήρα δω, κύρ αστρονόμο, είμαι έλληνας, ακούς με, και πρέπει να
μιλώ με μάθησις.
ΑΣΤ. Και πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΠΕΛ. Να σ' ορίσω, κυρ αστρονόμο, δεν ξέρω, εγώ έφερα να πουλήσω
κάμποσα λαγοτόμαρα, κάμποσ' αλούπια, τυριά βούτηρα και τραχανά· είχα
στείλει και τον παραγιό μου με καμπόσαις γίδαις στέρφαις {115} π' ούχα
στην παλιοστανή μου και τα πούλησα όλα, κι' έκαμνα το λογαρισμό μου —
σα με τζούκλωσε η πείνα, ήρθα να την τηλώσω {116} σ' τη λοκάντα, ηύρα
και την αφεντιά τους εδώ, κι' είπαμε να κάμουμ' ένα γλέντι — και να σ'
ορίσω γλεντάγαμε όμορφα και καλά — σα θε ν' άρθη το μαγκούφι έρχεται —
αρβανίτης τ' όβαλε στη μπουρίνα {117} πγια σα θα το φέρ' διάβολος, και
σ' τα καλά καθούμενα, τζακωθήκανε με τον κρητικό — το τζάκωμά τους τ'
ήτουνα, να σε ορίσω, δεν ξέρω τι ήτουνα, — δεν έβανα αυτί ν'
ακρουμαστώ καλά καλά, — εγώ ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για
ξέναις έννοιαις — τήρα δώ, το νιτερέσω μου κυττάζω κι' άρα μάρα,
ήλιος.....
ΑΣΤ. Μωρ' εγώ δεν εκατάλαβα τίποτζι απ' αυτήν την ιστορία που με
είπες, μα τη Φανερωμένη.
ΠΕΛ. Ενώ κυρ αστρονόμο μου, σε τα κουβέντιασα τα πάσα πάντα της
υπόθεσις — τους είδα που τζακωθήκανε, μα δεν είχα τόσο του νου μου σε
δ' αύτους — φωτιά να τους κάψη κ' εκείνους και τα μαγγανά τους {118}
ΑΣΤ. Ω διάολλε και συ με τα ιντερέσα σου — οι ανθρώποι γιαμά
σκοτωνούντανε και συ συλλογιούσουνε το γιαγούρτι σου, τον ταρνανά σου,
το γάλα σου, τζη αλεπούδες και τζη γίδαις σου — και δε με λες γιαμά,
π' ούσαι πλιο ραφινάτος {119} απέ τζη άλλους αν ήτανε κάζο πενσάντο;
ΠΕΛ. Για κάζο ήτουνα και μεγάλο κάζο — μα δε ξέρω, πενζάτο ήτουνα, τι
ήτουνα.
ΑΣΤ. Το καταλαβαίνω μουρέ που ήτανε κάζο — και το γλέπω, διάολλ' έπαρέ
σε κι εσένα· μα άλλο είναι το ατζιδέντε, κ άλλο το κάζο πενσάντο,
ετούτο τι ήτανε, ετούτο θέλω να με περσουαδάρης {120}.
ΠΕΛ. Ατζιδέντε.
ΑΣΤ. Και τι θα πη, ατζιδέντε;
ΠΕΛ. Ξέρω γώ; να, άξαφνα θα πη, στοχάζουμε· δεν είναι έτζι;
ΑΣΤ. Και μουρέ, για σου κακόρικε — εσύ καταλαβαίνεις γλέπω τον κόσμο,
— μουρέ για σου Μουραΐτη!! και πες μου τώρα σα ξέρεις το ατζιδέντε, θα
ξέρεις και το πενσάτο νον ζε δούπιο.
ΠΕΛ. Αυτούνο δεν το ξέρω.
ΑΣΤ. (Προς τον γραμματέα) πώς του τ' όπες εσύ τ' αλλουνού, μουρέ;
ΓΡΑΜ. Εκ προμελέτης.
ΠΕΛ. Αυτούνο είναι βαθύ ελληνικό, και δεν το πεικάζω.
ΓΡΑΜ. Προμελετημένον.
ΠΕΛ. Τίποτις — μηδ' αυτούνο.
ΓΡΑΜ. Αν το είχεν εις τον νουν του προτήτερα να το κάμη ο Αρβανίτης.
ΠΕΛ. Τήρα δω μηδέ στο μυαλό του μέσα ήμουνε μηδέ τον ηρώτησα — ποιος
τους ξέρει πάλ' αν ήντουσά νε οχθρευμένοι απέ μπροστήτερα.
ΑΣΤ. (καθ' εαυτόν) ω διάολλε ρισπότα!!! (προς τον Πελοποννήσιον) και
δε ξέρεις άλλο τίποτζι;
ΠΕΛ. Όσκαι όλη μου η κουβέντα αυτούνη είναι, τούτο ξέρω μοναχά οπ'
όσμιξα κι' εγώ μ' ένα σωρό μαγκούφιδες.
ΑΣΤ. Αρέστο κι' εσύ, μισότουρκα με τζη γίδες σου, με τζη αλεπούδες σου
και με τζη ταρνανάδαις σου.
ΠΕΛ. (με θυμόν) δεν πάγω.
ΑΣΤ. Και γιατί μουρέ; δεν ατζιτάρεις {121} γιαμά να πας α ρέστο, γιατ'
είσαι λογοθέτης; ξαφνικό να σ' ούρτη!!
ΠΕΛ. Αγκρουμάσου Κυρ αστρονόμο· έχω υπόληψις, και Φιλοτιμία, κ' είμαι
Έλληνας ελεύθερος, και ακούς με, όφκολα όφκολα δεν με φυλακώνεις,
γιατί κάμω μία διαμαρτύρησι στη Διοίκησις, και σ' το βουλευτικό, να
ξέρεις ακούς με — κρίναι με πρώτα κι' ανισωστάς κι' έχω φταίξιμο,
τότες βάλε με και ς' τη φούρκα....
ΑΣΤ. Α ρέστο, κανάγια!!! (προς τους στρατιώτας) πάρτε τόνε κ' αυτόνε
γιαμά μαζή με τζη άλλους
ΣΤΡ (Τον πέρνουν)
ΠΕΛ. Όπ' ανακατώνετα με τα πίτουρα, τον τρων η κότταις.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Κύπριον.)
Αστυνόμος, Κύπριος και Στρατιώται.
ΑΣΤ. (προς τους στρατιώτας) φέρτε μου μουρέ, εκεόν τον άλλονε
ΣΤΡ. (Φέρουν τον Κύπριον)
ΑΣΤ. Τ' όνομα σου;
ΚΥΠ. Σολομώς.
ΑΣΤ. Άλλος διάβολος ετούτος — (προς τον Κύπριον) μπα κ' είσαι
στοκοφίσι; — κι' απέ πού είσαι;
ΚΥΠ. Απέ την Τζίπρον είμαι.
ΑΣΤ. Και πες μου δα εσύ· πώς εγίνηκε ο λαβωμός του Κρητικού;
ΚΥΠ. Οι Κρηντιτζοί μιλούσιν τα λωά τα λόγιά τους και την αχελουμαλούσα
λέσιν νύμφη, το λαμπρόν λέσιν το φωτιά, τον άπαρο λέσιν τον χτήμα και
ταις κουδέλαις λέσιν ταις κουράδια — και είπεν του ο Κρητικός τ'
Αρβανίτην π' ούφαις τα κουράδια, της κουδέλαις, τ' αρνίαν που λέσιν
στον τόπο μας κι Αρβανίτης είπεν του να τα φάης συ, και πήκασιν
καλαμπαλίκην — κι' Αρβανίτης έρριψεν πιστόλην του και χτύπησεν τον
Κρητικόν στον χέριν του και γίνηκεν πανναήριν — είπα τους να νον
γιατρέψω εώ κ' ήψα λαμπρόν στη φουκούν, για να κάμω άμπλαστρο ν'
αλλείψω τον γιαράν του....
ΑΣΤ. (Τον αντικόπτει.) Άλτρος κάβος κονταρέμος — άλλα με λες και συ,
ξοφνικό να σ' ούρτη πρε διαόλλου στοκοφίσι Σολομώ! — και πού να
καταλάβω τζη κορδέλλαις, τα μπιλάστρα σου, το λαμπρό σου, και τζη
λέξαις σου ούλαις, που μου σαλτάρησε {122} το τζερβέλλο {123} ούλο; ας
ην δα, — και τι τέχνη κάμεις;
ΚΥΠ. Είμαι γιατρός και δραάζω την σολομονική.
ΑΣΤ. Ω διάολλε!!! και ξέρεις μωρέ στοκοφίσι να κιαμάρης {124} τζη
διαόλλους; και δε σε τ' αβερτήρανε {125} οι διαόλλοι το κάζο ετούτο πρι
μου γένη; ώρσαι και συ πέντε φάσκελα στη σολομονική σου μέσα, διαόλλου
Σωλομώ, λέγε μου τώρα γιαμά, μπα κ' ήτανε κάζο πενσάτο;
ΚΥΠ. Φράντζικα δεν καταλααίνω — κ' σεις οι φράνιτζοι εκατάλαες, είστεν
λωοί άνθρωποι και λωά λέτεν τα κ' εσείς τα λόι σας και δε σας
καταλααίνει κανείς.
ΑΣΤ. Αρέστο κ' εσύ διαόλου στοκοφίσι, αρέστο — (προς τους στρατιώτας)
πάρτε τονε μουρέ κι' αυτόνε το Σολομώ.
ΣΤΡ. (Τον πέρνουν)
ΑΣΤ. Μωρ' ακούτε γιαμά σ' τη πίστι σας όνομα; — Σολομώ; — (απορεί) ναι
μουρέ να με σκοτόσουνε, πρώτη βολά τ' ακούγω — αύριο θ' ακούσουμε και
κανέα μπακαλάο ασολουταμέντε — και δεν είναι μιράκολο {126} ν' ακούη
κανείς τέτγοια ονόματα
ΣΚΗΝΗ Η'.
Ο Αστυνόμος (καθ' εαυτόν).
ΑΣΤ. Φιναλμέντε {127} απέ ούλαις ετούτες τζη εζάμινες δεν έβγαλα τίποτε
— κανένας ως τα τώρα δε μπόρεσε να με περσουαδάρη {128} αν ήτανε κάζο
πενσάτο, μα τώρα πρέπει να κάμω και τζη άλλαις μου τζη εζάμινες, κι'
ότι διάολο βγάλω, και ξανίξω να τόνε ραπορτάρω {129} σ' τη Διοίκησι, κ'
ας κάμ' ό,τι θέλει· το ραπόρτο μου πως θα γένει ρεδίκολο {130} το ξέρω,
κ' είμαι περσουάζος {131} θ' άναι γιομάτο κογιοναρίαις, και καμμιά
σεργιέτα οφφιτζιάλε {132} δε θ' άχι μέσα.
ΣΚΗΝΗ Θ'.
(Ο Αστυνόμος εξετάζει τον Χίον.)
Αστυνόμος, Χίος και Στρατιώται.
ΑΣΤ. Φέρτε μ' εκειόν τον άλλονε...
ΣΤΡ. (Τον παρουσιάζουν.)
ΑΣΤ. (Προς τον Χίον) Τ' όνομα σου μουρέ;
ΧΙΟΣ. Μπουρλής Αμπρουζής.
ΑΣΤ. Άλλος διάολος κι ετούτος — σ' αρέσει; να όνομα που μουδέ ς' τ'
όνειρό μου δεν τα άκουσα (προς τον Χίον) και πούθε είσαι γιαμά ;
ΧΙΟΣ. Χιώτης, να σας χαρώ.
ΑΣΤ. Και τι τέχνη κάμνεις.
ΧΙΟΣ. Σεκερτζής.
ΑΣΤ. Και τ' είν αυτό γιαμά το σεκερτζής;
ΧΙΟΣ. Φτιάνω λογιών το λογιώ γλυκά, — ροδοζάχαρες, χαλβάδες κόντια...
κι' ό,τι άλλο θέτενε.
ΑΣΤ. Και πες δα κακόρικε, π' ούσαι κομφετιέρης. — και πώς εγίνηκε ο
λαβωμός του κρητικού;
ΧΙΟΣ. Εν ηξεύρω τίποτες, να σας χαρώ, κ' εγώ κοιμούμενε, και ήγλεπα ς'
τ' όνειρό μου που πμλεχτήκανε ο Κρητικός με τον Αρβανίτη — ήκουσα και
το βρόντος του πιστολιού μα ίντα να κάμω σαν γλυκοκοιμούμουνε;
ΑΣΤ. Όμορφο ύπνο έκαμες και συ — οι άνθρωποι σκοτωνούντανε, και συ
κυμούσανε — μοιάζει από ταις πολλαίς κομφετέρους, γλυκάθηκες και στον
ύπνο σου.
ΧΙΟΣ. Όσκαι να σας χαρώ, αφ' το κρασί, και αφ' της χορούς ζαλήστηκα,
κ' ήπεσα, και σαν ήκουσα το βρότος, είπα να σηκωθώ, και εν μπόρουμουν.
ΑΣΤ. Και πες δα εσύ, μπα κ' ήτανε κάζο πενσάτο,
ΧΙΟΣ. Έμ' έμαθεν ο πάης μου τα ταλλιάνικα, για να σας δώσω την
απόκρισι, άθεν τ' όξερε που θα με ρωτάνε φράγκικα, μπόρειε να με τα
μάθη.
ΑΣΤ. Θα σε στείλω διάολε· κ' εσένα α ρέστο, κι' ας κοιμούσανε.
ΧΙΟΣ. Κ' ίντα σας έκαμα εγώ μαθές; ήφτεξά σας τίποτις; εγώ ριξα το
πιστόλι; εγώ βάρεσα τον κρητικό; ε μιλλήτενε μαθές; Ίντ άκαμα; εγώ
άρματα ε φορώ, που να πήτεν πως βόθουμουν τ' αρβανίτη, — ε ίντα — εν
εκοιμούμουνε;
ΑΣΤ. Δεν περνούνε σε μένα Μπαρτζολέταις {133} — θα σε στείλω α ρέστο
νον ζε κάζο.
ΧΙΟΣ. Χίλλια ριάλλια {134} δίνω σας, και μη με στέρνετε στη φυλακή,
γιατί με σβύνετεν πλια.
ΑΣΤ. Εγώ θέλω ονόρ {135} μουρέ κακόρικε, δε θέλω ριάλια.
ΧΙΟΣ. Δυο χιλιάδες πάρτεν άματις, και το ρωλόι μου και μη με
στέρνετεν, γιατί εν κάμει... να χαρήτεν τον πάη σας, και την τζάτζα
σας.
ΑΣΤ. Μουρέ τι πάη, και τζάτζα μου λες; α ρέστο μπιρπάντε! ακούς γιαμά
του διαόλου τον άνθρωπο, που γυρεύει να μου σπορκάρη {136} την φάτζα,;
{137} να μουρέ, ώρσαι πέντε φάσκελα μέσ' το ρωλόγι σου, και μέσ' τζη
χιλιάδες σου — εκατό χιλιάδες τζικίνια {138} να με δώσης καλότυχε, δε
σπορκάρω τ' ονόρε μου — α ρέστο — α ρέστο, (προς τους στρατιώτας)
πάρτε τόνε μουρέ κι' αυτόνε για το διάολλο!!
ΣΤΡ. (τον πέρνουν).
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Ο Αστυνόμος (καθ' εαυτόν)
ΑΣΤ. Τώρα γιαμά πρέπει να κάμω άττο σέργιο {139}, πρέπει να σιντζιλλάρω
{140} τη λοκάντα, να κλείσω και τζη πόρταις τζη ούλαις — εποϊ {141} να
στείλω και το λοκαντιέρη α ρέστο και εκειόνε το μπιρπάντε που τζη
έδινε τέτγοι άνθρωποι τόσο κρασί και τζη εμέθυσε, κ' εκάμανε τέτγοιαις
συμφοραίς· κατόπι να στείλω να τζερκάρω {142} και για το Λιάπη — κι'
αμά ξέρω δα πού ς' το διάολλο να τον εύρω; εδώ χρειάζεται μανιέρα {143}
καπατζιτά {144} και σπιρτοσύνη, κι αμά που δεν τόνε γνωρίζω μέσ' τζη
διαόλοι — τζη έλληνι — αι — κουέστω ζε {145} πολύ κακό — μα τώρα πρέπει
να φουγιάξω ούλοι τζη πιστεμένοι μου στρατιώταις, το Διονύσιο, το
Γεράσιμο, τον Τζαβατίνο, και εκειόνε τον άλλονε το διάολο π' ούλο μου
φεύγ' απ' τη μεμόρια {146}.
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
(Ο Αστυνόμος αποστέλλει τινάς στρατιώτας δια να εύρουν και συλλάβουν
τον Αλβανόν).
Ο Αστυνόμος και οι Στρατιώται.
ΑΣΤ. Μουρέ Γεράσιμε!!
ΣΤΡ. Ντελόγκ' {147} αφέντη.
ΑΣΤ. Μουρέ πώς τονε λένε κιόνε το διάολο;
ΣΤΡ. Ποιόνε αφέντη;
ΑΣΤ. Εκιόνε μυρέ διάλ' έπαρέ σε και σένα — τζίτο μουρέ διάολε.. εκιόνε
— (τον δείχνει).
ΣΤΡ. Α! αφέντη — τον Κάντηλα λες;
ΑΣΤ. Ναι μουρέ — ν' άμπ' ο διάολος μέσ το μυαλό μου και δεν θυμούμουνε
την καντήλα; ναι, ναι, τον καντήλα για σου Γεράσιμέ μου, τον καντήλα —
πάρτονε εκιόνε και το Διονύσιο, και τον Τζαβαντίνο, και εκιόνε τον
άλλονε το διάολο.
ΣΤΡ. Ποιόνε τον Αντζουλή;
ΑΣΤ. Για σου — και να πάτε να τζερκάρεται για να πγιάσεται τον
αρβανίτη να μου τόνε φέρτε..μα Γεράσιμέ μου... α πιάν α πιάνο {148} μπα
κι ακροτζεριστή {149} και σας σκαπουλάρι {150}.
ΣΤΡ. Έγνοια σ' αφέντη — (στρέφει να αναχωρήση) σκιαβ' {151} αφέντη.
ΑΣΤ. Σ' το καλό Γεράσιμέ μου, μάτια μου — σ' το καλό τζόγια μου — εδώ
σε θέλω γιαμά.
ΣΤΡ. (ευγάζων το φέσι του) σκιάβο σκιάβο αφέντη.
ΑΣΤ. Σ' το καλό, σ' το καλό — παρ και τζη άλλους που σ' ούπα.
ΣΤΡ. Ντελέγκ' αφέντη, ούλοι πάμε γιαμά.
(Ο Αστυνόμος σφραγίζει το Ξενοδοχείον.)
Ο Αστυνόμος, ο Ξενοδόχος, οι Στρατιώται και ο Κρητικός.
ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Βγάρτε τζη όλους, ούλους π' ούναι μέσ' τη
λουκάντα — βγάρτε τζη ούλους όξου — κλείσται τζη τσάντζες ούλαις, και
τζη κάμαραις γιατί θα συντζιλλάρω το λουκάντα — πάρετε και κειόνε το
πυρπάντε το λοκαντιέρη αρέστο και κειόνε τον κατεργάρη μαζή με τζη
άλλους να τον πάτε τώρα, ως που να βρούμε το λιάπη, και ν' ανοίξουμε
την γκάουζα,
ΞΕΝ. Κ' αφήτε με άματις να πάρω τα κατάστιχά μου, γιατ' σβυώ ο
κακόσορτος — αλοί μου!!!
ΑΣΤ. (Με θυμόν) πάρτα ντε λόγκο διάολε!!!
ΞΕΝ. Οχονούς (τα πέρνει).
ΑΣΤ. (Προς τους στρατιώτας) Πάρτε τόνε α ρέστο — φέρτε τζέρα δι σπάνια
{152} και το σιντζίλλο {153} τζη αστυνομίας, γιατί πρέπει ν' ήναι
συντζηλλάτη {154} οφφιτζιανμέντε {155} (σφραγίζει τας θύρας.)
ΣΤΡ. Γιάμ' αφέντη, γιάμ' αφέντη!!
ΑΣΤ. Τ' είναι μουρέ;
ΣΤΡ. Τον Κρητικό τον αφήσαμε μέσα.
ΑΣΤ. Ποιόνε μουρέ; το λαβωμένο; ω διάολλ' έπαρέ με κι' εμένα με το νου
μου — ώρσαι γιαμά μέσ' το νου μου — (φασκελώνεται μόνος του) — και μ'
αφήκανε καλότυχε, τούτ' οι διαόλοι ταλέντον {156}; βγάρτετό νε κι'
εκειόνε όξου.
ΣΤΡ. Πάμε να τον συκώσουμε.
ΚΡΗΣ. Γιάντα δα θι[ο]ς κ' η ψυχή σας!!! — ζουντανό δεδίμ θα με θάψετε
επά δα; — δεν μπορώ να πουρήσω κια ολιά θιός που το κατέχει — είπα σας
το δα πούρι.
ΣΤΡ. Σε πηγαίνουμε γάλι γάλι, μη φοβάσαι (τον σηκώνουν διά να τον
μεταφέρουν εις το αστυνομικόν κατάστημα.)
ΑΣΤ. Ετούτους που εζαμινάραμε, να τζη πάτε αρέστο έναν ένανε, για να
μη σας κάμουμε κανένα ρεμπελιό {157} σ' τον δρόμο.
ΣΤΡ. Έγνοιά σ αφέντη — μη φοβάσαι — και ξέρουμ' εμείς (Αναχωρούν)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β'. ΠΡΑΞΕΩΣ.
ΠΡΑΞΙΣ Α'.
ΣΚΗΝΗ Α'.
(Οι στρατιώται φυλακίζουν τον Ανατολίτην.)
Στρατιώται και ο Ανατολίτης.
ΣΤΡ. Α — περπάτειε — (τον σπρώχνουν)
ΑΝΑΤ. Έι τζάνουμ. μη σκουντάς — κόσμος γλέπει, ντρέπομαι — αγάλια
αγάλια — ιστέ εγώ παγαίνω — μη φοβάστε, ντε φεύγω — μπαξίσι σου
εγώ ντίνο ένα τάλλαρο τζίλικο {158}.
ΣΤΡ. Έμπα μέσα τώρα = κάτζαι στο φρέσκο· (τον αφίνουν και αναχωρούν.)
ΣΚΗΝΗ Β'.
(Ο Ανατολίτης καθ' εαυτόν)
ΑΝΑΤ. Ορίστε λευτεριά — άμμα λευτεριά — ταμάμ! — φόρτσ μόρτο, σάντο
μάντο, μέστο ρέστο, είπε, άιδε γιαβρούμ {159} χάψι, μήτε ικρίσι, μήτε
ιλάμι {160}, μήτε τίποτα, εμέν ίσγια στη χάψι — άτζαπα {161} μόδα στην
Ελλάδα έτζι είναι; εμέν {162} — δυω λόγια λένε, χορίς φταίξιμο, χωρίς
τίποτα χάψι βάνουνε; να λευτεριά, να μάλαμα.......αστρονόμο πολύ σέρτι
{163} άντρωπο είναι.....γκεμ αλμάζης {164} είναι, χιτζ λακιοδί {165} ντε
πέρνει — κατόλου κατόλου — έμεν βρίζει... φάρκι {166} ντε κάμει,
άντρωπο είναι, Γάινταρο είναι, ούλα ένα τ' άχη.... αρτίκ τι να κάμω
τώρα; να τραβίξω ένα μπελά ήρτε κεφάλα μου, σάμπρι {167} να κάμω, τζαρέ
ντεν είναι..... σ' το κούτελο μου {168} γραφτό ήτανε και τούτο.
ΣΚΗΝΗ Γ'.
(Οι στρατιώται φυλακίζουν τον Λογιώτατον.)
Στρατιώται και ο Λογιώτατος
ΣΤΡ. Ντε περπάτγειε, καλαμαρά, π' ούφαγες τοις λίραις.!!!
ΛΟΓ. Λίραν ουκ εγευσάμην... ξύλον γαρ εστί χορδάς και νευράς έχον...
πλακούντα και δη εγευσάμην... τριχίας τε τεταριχευμένους συν
οξυγάρω... και δη διά το φαγείν με ταύτα φυλακιστέον με εστίν : άπαγε.
ΣΤΡ. πολλή μουρμούρα δε θέλει... έμπα μέσα.
ΛΟΓ. Πού;
ΣΤΡ. Στη φυλακή.
ΛΟΓ. Και δη ακρίτως φυλακισθήσομαι; ώμοι! ώμοι!
ΣΤΡ. Πάρα μέσα, έμπα.
ΛΟΓ. και δη σκότος ενταυθοί μέγα τε ψηλαφητόν τε! τάλας εγώ!
ΣΤΡ. (Τον αφίνουν και αναχωρούν)
ΛΟΓ. (Εισερχόμενος εις την φυλακήν οδύρεται) ιώ!.. ιώ.. έπαθον τλάμων,
έπαθον άξι οδυρμών.. Φευ! φευ! και δη, πώς αν ολοίμαν; θανάτω
κατακλησέμην... ώμοι, τάλας! ιώ, ιώ!... φευ, φευ!! παι, παι παι!
παπαί, παπαί, παπαί παι.
ΣΚΗΝΗ Δ'.
(Ο Ανατολίτης καθήμενος έσωθεν ακούει τους οδυρμούς του Λογιωτάτου
αλλά δεν τον διακρίνει.
Ανατολίτης και ο Λογιώτατος.
ΑΝΑΤ. Ποιος είναι πρε, φωνάζει γιο, γιο, εφ' πεφ παπά, πουχ; (προς τον
Λογιώτατον) σακίν εσύ είσαι Λογιώτατο;
ΛΟΓ. Έγωγε.
ΑΝΑΤ. Έι... και γιατί κλαις για; γιατί φωνάζει εφ πουφ;... τι έπατες;
ΛΟΓ. Και δη ακρίτως, και αδίκως κεκάθειργρμαι.... τούτο δε οδυρόμενος
τυγχάνω.
ΑΝΑΤ. Αντάμ εσύ ντε ξέρο τι άντρωπο.. είσαι και χάψι βάνανε εσένα,
ηλληνικά μιλάς... (με θυμόν) μίλα ρωμαίκα πγια, πρε!!! ως πότε
ηλληνικά; τι έπατες λεμ; ντεν ακούς;
ΛΟΓ. Αδίκως εφυλακίσθην.
ΑΝΑΤ. Άι. Εσύ μονάχα; να κι' εγώ.. αστρονόμο χάψι έβανε, αμά ντεν
κλαίω... ντε φωνάζω πουφ μουφ... μην κλαις... σώπα σώπα.... έλα κοντά,
πάρε καλαμάρι σου, πένα σου, γράψαι αναφορά ς' το Κύριο Διοικοτή, φίλο
ντικό μου είναι, να βγάνη όξου.. άιδε· κάμε γλίγωρα να στείλουμε.
ΛΟΓ. Και δη γραπτέον.... ευ έχει.