Ούτω ο νεώτερος παρήτησε την ιδέαν του ν' αναζητήση τον

φλώκον, ο δε γέρων επανέλαβεν εντονώτερον ότι ήτο καιρός να

κυττάξωσιν αν θα εύρωσι κάπου ανθρωπίνην ψυχήν να τους

βοηθήση, ή τουλάχιστον μέρος «ν' απαγγιάσουν». Ηγέρθησαν οι

δύο οδηγούντες, ο τρίτος αναγκαστικώς ακολουθών, και μετά

κοπιώδη έρευναν, αφού εβεβαιώθησαν ότι αι δύο ακταί ήσαν

δύσβατοι και κρημνώδεις, εύρον εις το όριον της άμμου ρίζας

τινάς δένδρων πατημένας, οιονεί φλέβας της γης εξεχούσας,

κατά την αρχήν του δάσους, όπου εφαίνετο μικρά αλωή και

ήρχιζε να χαράσσηται μονοπάτι. Ο νεώτερος, πρώτος βαδίζων,

εισήλθεν εις το μονοπάτι αυτό, επιστρεφόμενος κατά πλευρόν

και τείνων την χείρα εις τον γέροντα, όστις εκράτει εκ του

αριστερού βραχίονος τον σύντροφόν του, και μόλις διακρίνοντες

τα αντικείμενα, πότε προσκόπτοντες επί ξηρών στελεχών ή

λίθων, επροχώρησαν επ' ολίγα λεπτά της ώρας εντός του δάσους.

Εβάδιζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν

όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα

εύρισκον ψυχήν συμπονούσαν εις την δυστυχίαν των. Από καιρού

εις καιρόν ο νεώτερος έκραζε με την τραχείαν φωνήν του, ήτις

ήτο ικανή ν' απομακρύνη, αντί να προσεγγίση οιανδήποτε

βοήθειαν: «Ε! δεν είνε άνθρωποι εδώ;». Ήσαν δε οικτροί,

εκρύωναν, έπασχον φρικωδώς, με τα στραγγισμένα αλλά μη

στεγνωμένα ενδύματά των, και το στενόν, αόριστον, ζοφερόν εκ

του διπλού σκότους της νυκτός και του δάσους μονοπάτι, δεν

ήτο δρόμος πρόσφορος όπως προσπαθήσωσι διά της ταχυπορίας να

θερμανθώσι και ζωογοννηθώσιν.

Αφού εβάδισαν επ' ολίγα λεπτά διασχίζοντες κατά πλάτος το

σύδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του

δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν' αραιώνωνται.

Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του

λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειοδυτικόν. Ο γέρων είπε :

«Δόξα σοι ο Θεός!», ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κ'

εστέναξε, και ο νέος εμάσσα τας λέξεις του και κατέπινε τους

γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλώκον τον εκ

καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο

ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών.

Το φως, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο

όχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν

όπως φθάσωσιν οι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή

φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη

ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος εις το

σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ως αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν της

άμμου εκείνης ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά

τον αιγιαλόν, αν δεν ήτον αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος.

Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς,

πεδιάς αμμώδης όπου εκάησαν τα χόρτα κ' εμαύρισεν η κόνις,

χωρίς να μείνη στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος

υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα

με τα ίχνη του εμπρησμού.

Ο γέρων, όστις, αν και δεν ήθελε να το ομολογήση, επόνει

περισσότερον διά το τσερνίκι του, ή όσον ο έμπορος διά τα

τυριά του, ίσως κ' έπασχεν εκ παλαιών ρευματισμών τους πόδας,

είχε βαρύνει εις τον δρόμον, κ' επρόσκοπτε συχνά κατά των

εμποδίων της οδού. Τούτου ένεκα ο υιός του ηναγκάσθη ν' αφήση

την πρώτην τάξιν εις το βάδισμα, ελθών δεύτερος, και κρατών

εκ του αριστερού βραχίονος προπορευόμενον τον πατέρα του, διά

να οδηγή και υποστηρίζη το βήμα αυτού, διά δε της ευωνύμου

κρατών την δεξιάν του ακολουθούντος εμπόρου. Ο γέρων, καθώς

εβάδιζε πρώτος, αδυνατών να διακρίνη τα αντικείμενα, προέβη,

πριν προλάβη και ο υιός του να εξετάση και αναγνωρίση το

έδαφος, κ' επάτησεν επί της μαυρισμένης εκτάσεως πριν

ακριβώση καλώς τι πράγμα ήτο. Παρέσυρε και τον νέον,

αναγκασθέντα να προβή δύο βήματα όπως τον συγκρατήση, ούτος

δε συμπαρέσυρε και τον πραγματευτήν εις το επισφαλές βήμα.

Τριπλούν &μπλουμ& ηκούσθη έξαφνα. Είχαν πατήσει και οι τρεις

εις το ύδωρ. Εφαίνετο την εσπέραν εκείνην ότι το υγρόν

στοιχείον τους είλκυεν, τους εκυνήγει κατά πόδα, τους

διεξεδίκει ως ιδικούς του. Έπεσαν και οι τρεις έως το γόνυ

εις την ιλύν, έως τον βουβώνα εις το ύδωρ. Ο γέρων κατηνέχθη

πρηνής, ο νέος εγονάτισε πλησίον του, προσπαθών να τον

κρατήση εκ της οσφύος, ο έμπορος έπεσε κατά πλευράν.

Ήτο λίμνη εκτεινομένη πλατεία εκείθεν του δάσους, της οποίας

την ύπαρξιν ηγνόουν οι ναυαγοί. Είχεν ικανόν μέγεθος, και εις

τον βούρκον της έβοσκον όχι ολίγοι εγχέλυες, κ' εφώλευον

λοξοπατούντα καβούρια. Αμέτρητον δε ήτο το πλήθος των

αχιβάδων, των οποίων τα κελύφη, κενά και απόζοντα κατά το

πλείστον, απετέλουν τήδε κακείσε το ανώτερον του πυθμένος

στρώμα, υποκάτωθεν του οποίου αβολιδοκόπητον υπέκειτο το

βάθος της ιλύος, εφ' ης εκόλλησαν πεσόντες οι τρεις ναυαγοί,

ο πρώτος επίστομα κύπτων εις τον πυθμένα, ο δεύτερος

γονατιστός επί του τενάγους, ο τρίτος πλαγίως εις το πλευρόν.

— Άλλο πέσιμο αυτό πάλι, εψιθύρισεν ο γέρων, αφού ο υιός του

μασσών τας βλασφημίας και αράς του, τον ανήγειρε μετά πολλού

κόπου εις τους πόδας του.

— Αυτή τη φορά εχτύπησα μαλακά τουλάχιστον, είπεν ο

πραγματευτής, αινιττόμενος το επί του βράχου κτύπημά του, τον

εκ του οποίου πόνον τον είχε κάμει να λησμονήση έως τώρα η

ενθύμησις των δερματοτυρίων του.

— «Ο βρεμμένος τη βροχή δεν την φοβάται». Μη χειρότερα, δόξα

σοι ο Θεός! επανέλαβε μετ' εγκαρτερήσεως ο γέρων ναυτικός.

Την ιδίαν στιγμήν, ενώ μετά κόπου εξεκόλλων από την ιλύν κ'

εστράγγιζαν τα ενδύματά των, ξηρός κρότος σκανδάλης υψουμένης

ηκούσθη εκεί πλησίον.

Ο νέος εστράφη και διακρίνει αριστερόθεν αμυδρώς όπισθεν των

δένδρων διαγραφομένην χθαμαλήν καλύβην, την οποίαν δεν είχαν

παρατηρήσει τέως, ούτε ήτο δυνατόν να την παρατηρήσωσι, διότι

εκ του μονοπατίου, δι' ου είχαν έλθει, όπισθεν πυκνής

συστάδος κρυπτομένη, δεν ήτον ορατή.

Η καλύβη έκειτο παρ' αυτήν την όχθην της λίμνης, βρεχομένη

σχεδόν υπό του ύδατος. Έμπροσθεν της καλύβης ο νέος διέκρινε

την στιγμήν εκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, αμαυράν,

κύπτουσαν προς το ύδωρ.

Ο νεαρός ναύτης δεν επίστευσεν ότι ήτο φάντασμα, ούτε καν

βάσκαμα. Εκ της υπόπτου δε ησυχίας, την οποίαν ετήρει η σκιά

μετά τον ακουσθέντα μικρόν κρότον, εφαίνετο ότι δεν ήτο

αγρίμιον.

Ο νέος ενόησεν αμέσως κ' έσπευσε να φωνάξη·

— Μην τραβάς! είμαστε φίλοι!

Η σκιά έκαμε κίνημα, ως να απέσυρε κάτι, και είτα τραχεία

φωνή ηκούσθη·

— Ποιοι είστε; τι θέλετε;

— Πέσαμε όξου, απήντησεν ο υιός του κυβερνήτου. Είμαστε

θαλασσοπνιγμένοι.

Μετ' ολίγας στιγμάς η φωνή είπεν·

— Από 'δω ελάτε.

Ο άνθρωπος ήναψε φανάριον, κ' έδειξε τον δρόμον εις τους

τρεις ναυαγούς.

— Κ' εγώ θάρρεψα, πως θέλετε να μου κλέψετε τα χέλια, είπε.

— Πέσαμε μες το νερό, γιατί δε βλέπαμε, είπεν ο νέος

ναυτικός. Δεν καταλάβαμε πως ήτανε λίμνη.

Υποκάτω εις τρία αδελφωμένα δένδρα ήτο η επί πασσάλων

θεμελιωμένη και με φυλλάδας πλατάνων εστεγασμένη καλύβη του

χωρικού, όστις ήτο ο βοηθός και αντιπρόσωπος του εκμισθωτού

της λίμνης. Ο κύριος έλειπε, τους είπεν. Είχεν αναχωρήσει από

βραδής, αφού ήναψε το κανδήλι του οικίσκου, αντικρύ, όπου

έλαμπεν ο φεγγίτης, και δεν του είχεν αφήσει το κλειδί. Ώστε,

δυστυχως, δεν ηδύνατο να τους περιποιηθή εις την οικίαν &του

αφεντικού&.

Ο επιστάτης ήτο νέος χωρικός λίαν βραχύσωμος, πρώην βοσκός,

κομπορρήμων και φλύαρος. Δεν είχεν αρκετά ενδύματα όπως

ενδύση τους ανθρώπους, αλλ' έδωκεν εις τον ένα φανέλλαν, εις

τον άλλον υποκάμισον, και εις τον τρίτον μίαν κάπαν. Εις το

προαύλιον της καλύβης του, επί του σαρωμένου και στιλπνού

εδάφους, ήναψε φωτιάν, και οι τρεις άνθρωποι καθίσαντες

τριγύρω επροσπάθουν να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα των.

Εν τω μεταξύ διηγήθησαν εις τον χωρικόν πώς είχον ναυαγήσει.

Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή

όσην ακρόασιν έδιδεν.

Όταν τέλος ήκουσε πως, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και

σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος

ανέκραξεν:

— Επέσατε μέσα στη λίμνη; Θαυμάζουμαι πώς δεν σας εκατάπιε

το μάτι της λίμνης!

Οι τρεις άνδρες, με όλην την δεινοπάθειαν και συμφοράν την

οποίαν είχον υποστή εύρον ακόμη την δύναμιν να εκπλαγώσι, κ'

εστάθησαν κυττάζοντες τον αγρότην με απλήστου περιέργειας

έκφρασιν.

— Το μάτι της λίμνης! ανέκραξεν ο πραγματευτής.

— Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης· είνε μες

τη λίμνη βαθειά! . . . κι' άμα πέση κανείς μέσα, ή άνθρωπος

είνε ή πράμμα, δεν έχει να γλυτώση . . . Το μάτι της λίμνης

τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα-ίσα

στον αφαλό της θάλασσας. Πολλαίς φοραίς οι παλαιοί, οι

παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμμα, που το

ερρούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα,

μέσα βαθειά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά

που είν' εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο; . .

. Εκεί ανάμεσα είνε ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα, του

παραπαππού μου του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα

κατσίκι, εκεί που πήγε ν' αρμυρήση κ' επνίγηκε μες τη

λίμνη . . . Εζήτησε να βρη το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και

θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό ούτε στον πάτο.

Την άλλη μέρα το ηύραν ψαράδες ανάμεσα στα δυο νησιά, εκεί

πέρα . . . . Το είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και το

είχε ξεράσει, πέρα κει, ο αφαλός της θάλασσας . . . Τ'

αλλουνού παραπαππού μου πάλι, του παππού της μάννας μου,

του είχε φύγει μια μέρα η μαγγούρα του, κει που πήγε να νιφτή,

και καθώς ήταν ξερή κ' ελαφριά, την επήρε το κύμα, και δεν

ημπόρεσε να την φτάση, γιατί, ως που να βγάλη τα τσαρουχάκια

του να πατήση μες το νερό, η μαγκούρα του επήγε μακρυά, κι' ο

παραπαππούς μου, Θεός σχωρέσ' τον, θα βουλιούσε να πάη παρά

μέσα στο βούρκο. Εγώ να ήμουν θα έπεφτα κολύμπι να πάω να πιάσω

τη μαγκούρα, γιατί δε μου βγαίνει κανένας στο κολύμπι. Εκείνου

του καιρού οι άνθρωποι, οι πρωτινοί, δεν ήξευραν, γλέπεις,

κολύμπι, τους έπειανε φόβος να εμβούν στη θάλασσα. Και να μου

έμελλε η μοίρα μου να πάθω το τι πάθατε, θα εγλύτωνα κολύμπι,

όχι σαν ελόγου σας που πέσατε όξου.

— Μα κ' εμείς γλυτώσαμε με το κολύμπι, είπε γελών ο νεώτερος

των ναυαγών.

— Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα

να ήμουν εγώ . . . με το κολύμπι . . . θα γλύτωνα και το

καΐκι . . . Ας είνε, τι σας έλεγα; Α! ναι για τον παραπαππού

μου που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο

χωριό να ψωνίση, βλέπει ένα γέρο βαρκάρη κ' εκρατούσε μια

μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημαδεμένη και την

εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε, ο βαρκάρης

του αποκρίνεται πως την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο

παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε πως την είχε

ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει ο αφαλός

της θάλασσας . . . Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γερω-

Κωσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παληό,

μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με της τρύπαις των καρφιών γεμάταις

σκουριά, που το είχε βγάλει η λίμνη στα ρηχά, βουλιαμμένο όσο

που το σκέπαζε το κύμα. Πού θελά βρεθή το στραβόξυλο στη

λίμνη μέσα; Καΐκι, σαν καληώρα το δικό σας, για να πέση όξου,

θάπεφτε στη θάλασσα, όχι στη λίμνη. Κατά πώς φαίνεται το είχε

ρουφήξει ο αφαλός της θάλασσας, και το είχε στείλει στο μάτι

της λίμνης, και το μάτι της λίμνης το ξέρασε . . . Αλήθεια,

επέφερεν ο χωρικός, αισθανθείς την ανάγκην να πάρη τον

ανασασμνό του, πού κοντά επέσατε όξου, του λόγου σας;

Ο γέρων απήντησε δεικνύων διά της χειρός·

— Στον κάβο, εδώ κάτου.

Ο αγρότης εστάθη ως να εζήτει λόγους διά να πεισθή αυτός,

πείθων και τους άλλους· είτα επανέλαβε με αμυδράν αστραπήν

ευθυμίας εις το όμμα·

— Και είχατε τίποτε φόρτωμα μες το καΐκι;

Ο έμπορος, του οποίου την πληγήν ήνοιγεν η ερώτησις, έσπευσε

μετά βαθέος στεναγμού ν' απαντήση·

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί είχα φορτωμένα εγώ, κ' εβούλιαξαν.

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! επανέλαβε με τόνον βασίμου

υποψίας ο ποιμήν, σίγουρα θα τα κατάπιε ο αφαλός της

θάλασσας.

— Δεν ειμπορεί το ελάχιστο να τα ξεράση πίσω το μάτι της

λίμνης; ηρώτησεν ακουσίως μειδιών, ερμηνεύων την ελπίδα του

εμπόρου ο νεώτερος των ναυαγών.

— Δε γίνεται, είπεν ο χωρικός· τόσα κομμάτια δεν μπορεί να

στείλη ο αφαλός της θάλασσας στο μάτι της λίμνης· να ήτον να

τα κατάπινε από ένα ένα το μάτι, μπορούσε να τα βγάλη πίσω ο

αφαλός.

Ο πραγματευτής εφαίνετο επιθυμών να ερωτήση τι και διστάζων.

Τέλος αποφασίσας, εστράφη προς τον χωρικόν και τον ηρώτησε·

— Και ξέρεις του λόγου σου εις ποιο μέρος της λίμνης

βρίσκεται αυτό το μάτι;

— Πώς δεν το ξέρω! απήντησεν εν πεποιθήσει ο αγρότης· το

ξέρω βέβαια· μα δεν είνε να ζυγώση άνθρωπος εκεί κοντά· θα

τον ρουφήξη χωρίς άλλο το μάτι· κι' από μακρυά ακόμα,

ειμπορεί να τον τραβήξη, αν δεν φυλαχτή. Εμείς το ξέρουμε,

κι' όταν ψάχνουμε για χέλια μες το βούρκο, φυλαγόμαστε και

δεν σιμώνουμε καθόλου σ' εκείνο το μέρος.

Ο πραγματευτής εταπείνωσεν άπελπις την κεφαλήν.

Ο νεαρός ναυτικός έκαμε την παρατήρησιν ότι το μέρος όπου

είχον ναυαγήσει απείχε μίλια «από τα δυο νησιά», όπου ο

επιστάτης έλεγεν ότι ευρίσκετο ο «αφαλός της θάλασσας». Ο

χωρικός απήντησε·

— Ναι, είνε μακρυά . . . δεν έχει να κάμη . . . ο αφαλός της

θάλασσας τραβάει κι' από μακρυά τα πράμματα άμα πέση όξου

κανένα καΐκι φορτωμένο . . .

Την επαύριον, όταν ωδήγησε τους τρεις ναυαγούς εις την

πολίχνην, ο επιστάτης της λίμνης αφού έπιε τρεις μαστίχας,

διηγείτο εις έν καπηλείον εις επήκοον πολλών·

— Τι θάμμασμα που έγεινε πίσω στην Καναπίτσα! . . . Δεκαοχτώ

τουλουμοτύρια, το φόρτωμα ενός καϊκιού, που έπεσε εψές όξου,

τα ερρούφηξεν ο αφαλός της θάλασσας και τα ξέρασε πίσω το

μάτι της λίμνης . . . Θα φάμε χέλια παχειά φέτος, παιδά . . .

Από βδομάδα, σαν αφήση τ' αφεντικό, θ' αρχίσω να τα ψαρεύω

. . . . Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι' α — δε φάγανε . . . του

διαβόλου τα χέλια, βρε! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε . .

. τα κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκικο . . . Ούτ' ένα τουλούμι

δε μπόρεσα να γλυτώσω . . . Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί!

— Δεκαοχτώ τουλούμια! επανέλαβε μετά θαυμασμού είς των

ακροατών.

— Δεκαοχτώ τουλούμια, σωστά! Τα ξέρασε το μάτι της λίμνης!

Τα ξεφαντώσανε τα χέλια και τα κεφαλόπουλα!

Ο κάπηλος ως να ήτο συνεννοημένος μαζί του, εξήγαγε

ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, και το επέδειξεν εις

πίστωσιν προς τους παρεστώτας.

— Να! όποιος δεν πιστεύει, είπε· μονάχα αυτό το κομμάτι απ'

ένα τουλούμι μπόρεσε να γλυτώση.

— Αλήθεια, επεβεβαίωσε λαβών το τεμάχιον του ασκού εις την

χείρα ο επιστάτης της λίμνης· με το μαχαίρι χρειάστηκα να

κόψω το κεφάλι ενός χελιού, διά να το γλυτώσω απ' τα δόντια

του· να ακόμη η δοντιαίς του!

Και επεδείκνυε τα ίχνη των οδόντων των ποντικών.

— Ώστε, καλά είνε τώρα να κάμουμε ένα δρόμο ως εκεί, η για

τυρί ή για χέλι; ηπείλησεν είς των παρεστώτων.

— Α! βάρδα μπένε! θα χάσετε τον κόπο σας, είναι σήμερα τ'

αφεντικό εκεί . . . είπεν ο επιστάτης.

— Και τ' αφεντικό δε χωρατεύει, υπεστήριξεν ο κάπηλος. Δεν

τώχει για τίποτε να σας τουφεκίση με σκάγια και να 'πη ύστερα

πως σας πήρε γι' αγριόπαπιαις, κ' έκαμε &γιαγνίς&.

Ευδία ήτο η φθινοπωρινή ημέρα.

Από της πρωίας ο πραγματευτής έτρεχε να εύρη πορθμέα, όστις

να είνε και ολίγον βουτηχτής, διά να τον συμφωνήσει ν'

αναλάβη την προς ανεύρεσιν των δερματοτυρίων έρευναν. Αλλ' ο

πρώτος προς τον οποίον απηυθύνθη, του εζήτει τα μισά

δερματοτύρια διά τον κόπον του, ο δεύτερος του εζήτησε

μετρητά τριακοσίας δραχμάς και ο τρίτος του εζήτει εκ των

δεκαοχτώ δερματοτυρίων τα επτά και ακολούθως κατέβη έως τα

πέντε. Τέλος εσυμφώνησε μ' ένα τέταρτον πορθμέα διά τρία

δερματοτύρια.

Αλλ' όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγη, ήτο ήδη δειλινόν.

Την πρωίαν, ο πρώτος πορθμεύς, προς τον οποίον είχεν αποταθή,

ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον

πραγματευτήν, απεφάσισε ν' ανασύρη τα δερματοτύρια διά

λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν

εις την Καναπίτσαν και ψάχνων σιγά-σιγά ανεύρε και ηλίευσεν

εκ των δεκαοχτώ τα δεκατρία δερματοτύρια.

Ο μπάρμπα-Γιάννης ευχαριστημένος ότι δεν έχασε την ημέραν του

ητοιμάζετο ν' απομακρυνθή δι' άλλης οδού, να μεταφέρη ασφαλώς

οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν

φθάνει με την βάρκαν του ο Μπάρμπ'-Αποστόλης ο Κρισοχέρης

και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπάρμπα-Γιάννης

ηναγκάσθη να του δώση από τα δεκατρία δερματοτύρια τα

τέσσαρα.

Πριν απομακρυνθή ο Μπάρμπ'-Αποστόλης, φθάνει ο γέρο-

Μανώλης ο Άπαντος και ζητεί και ούτος το μερίδιόν του. Ο

μπάρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να δώση εις αυτόν από τα εννέα

δερματοτύρια τα τέσσαρα.

Μόλις απήλθεν ούτος και παρουσιάζεται ο μάστρο-Κωσταντής ο

Καλαφάτης, δανεισθείς ξένην βάρκαν, διά να έλθη και ούτος να

ζήτηση το μερίδιόν του. Ο μπάρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης,

συγκατένευε να του δώση εκ των πέντε όπου του έμειναν τα δύο,

διά να κρατήση και αυτός τρία τουλάχιστον διά τον κόπον του.

Αλλ' ο μάστρο-Κωσταντής δεν εταιριάζετο, φωνάζων και λέγων

ότι αδικεί, ότι εις τους άλλους έδωκεν ανά τέσσαρα και ότι θα

υπάγη να τον καταγγείλη. Ο μπάρμπα-Γιάννης εβιάσθη να του

δώση τα τέσσαρα κρατήσας αυτός έν διά τον εαυτόν του.

Όταν περί οψίαν δείλην έφθασε τέλος με την βάρκαν του ο

Δημήτρης ο Φτελιός, ο πορθμεύς τον οποίον είχε συμφωνήσει ο

πραγματευτής, οι τέσσαρες λεμβούχοι είχαν γίνει προ πολλού

άφαντοι. Ο Δημήτρης ο Φτελιός με τον γάντζον, με την πράγγαν

και με το καμάκι, αφού επί πολλήν ώραν ανεσκάλευσε τον

πυθμένα της θαλάσσης, κατώρθωσε και ανεύρε τρία εκ των

βυθισθέντων δερματοτυρίων, όσα ακριβώς του εχρειάζοντο διά

την συμφωνηθείσαν αμοιβήν του. Τα λοιπά, τα είχε παρασύρει

ίσως η θάλασσα και δεν ευρέθησαν.

Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθή παρά πολλοίς η φήμη,

την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης —

ότι τα δεκαοκτώ δερματοτύρια τα είχε καταπιεί ο αφαλός της

θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης και ότι οι

εγχέλεις τα κατέφαγαν.

Τ Ε Λ Ο Σ

1) Δεν αντιποιείται ο συγγραφεύς την πατρότητα της επινοίας

ταύτης, δημοσιευομένης απλώς προς &διδακτικόν σκοπόν&, διότι

ίσως να έλαβεν αρχήν εξ ασυνειδήτου αναπολήσεως παλαιών

αναγνωσμάτων.

2) Ρουβάδα (το επίθετον ρουβός, ρουβόνια, ρουβοκαμωμένος,

ρουβοστασινός, ρουβόνιακας· το ρήμα ρουβοφέρνω) καλείται παρ'

ημίν η παρά τοις Ψαριανοίς και άλλοις λεγομένη ακακιά, η

ελαφροτέρα δηλαδή και αβλαβεστέρα μορφή της βλακείας, οιονεί

αγροικία τις μετά χάριτος και σκαιότης μετ' αφελείας.

Εμυθολογούντο δε οι κάτοικοι της μιας των νήσων ως έχοντες

πλείονα των άλλων νησιωτών ρουβάδαν.

3) Το επίγραμμα τούτο αποδίδεται εις τον αυτοκράτορα

Τραϊανόν:

Αντίον ηελίου στήσας ρίνα και στόμα χάσκων,

δείξεις τας ώρας πάσι προερχομένοις.

Ο Πεντάρφανος · 第 13 / 13 段